← Κύπρος

EC FRESH MEAT LTD ν. MY GREEK GYROS G.G. LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3748/2015, 26/1/2018

EC FRESH MEAT LTD ν. MY GREEK GYROS G.G. LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3748/2015, 26/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3748/2015 EC FRESH MEAT LTD Ενάγοντες -V-

  1. MY GREEK GYROS G.G. LTD, από τη Λεμεσό
  2. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΛΑΜΠΡΙΔΗΣ, από τη Λεμεσό Εναγόμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Παλάοντας Για Εναγόμενο 2: κ. Π. Μιχαηλίδης για κα. Κάλια Σταύρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή, η οποία αφορά σε «.χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού και/ή συμφωνηθέν και/ή εύλογο τίμημα πωλήσεως και παραδόσεως εμπορευμάτων.» ύψους €2.332,64, στρεφόταν αρχικά εναντίον και των δύο εναγομένων, του μεν πρώτου ως πρωτοφειλέτη, του δε δεύτερου, ως εγγυητή. Εναντίον του πρωτοφειλέτη, στις 07/07/2016, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση για το πιο πάνω ποσό και η υπόθεση παρέμεινε να εκκρεμεί μόνο, σε σχέση με τον εναγόμενο
  3. Η υπόθεση, το επίδικο ποσό της οποίας δεν υπερβαίνει τις €3.000,00, εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης υπόθεση» δυνάμει της «νέας» Δ.30, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση μαρτυρίας υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων, η οποία προωθήθηκε ενόρκως από τον διευθυντή και μοναδικό μάρτυρα για τους ενάγοντες, Εύρο Κλαππή, από το Δεκέμβριο 2014 μέχρι και τον Ιούνιο 2015, στα πλαίσια προφορικής συμφωνίας με την εναγομένη 1, οι ενάγοντες πωλούσαν και προμήθευαν στην τελευταία κρέατα, εκδίδοντας τιμολόγια και χρεωπιστώνοντας ανάλογα σχετικό λογαριασμό που διατηρούσαν για το σκοπό αυτό (Τεκμήριο Γ). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, «.κατά την 27/03/2015 οι ενάγοντες κατάρτησαν με την εναγόμενη 1 και γραπτή συμφωνία πώλησης κρεάτων η οποία επιβεβαίωνε και επικύρωνε την προηγούμενη προφορική συμφωνία και εμπορική σχέση που είχαν μέχρι τότε οι δύο πλευρές.(και).ο εναγόμενος 2 (ο οποίος) ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή αυτή διευθυντής και διαχειριστής της επιχείρησης (της εναγομένης 1) κατά την περίοδο κατά την οποία οι ενάγοντες προμήθευαν με προϊόντα τους εναγόμενους 1 και 2., ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας των εναγόντων με την εναγόμενη 1, υπέγραψε γραπτή εγγύηση για τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 εταιρείας απέναντι στους ενάγοντες». Την εν λόγω συμφωνία εγγύησης του εναγομένου 2, υπογραμμένη από τον τελευταίο, ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο Α. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, κατά την καταχώρηση της αγωγής, ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο ήτοι το αξιούμενο, το οποίο μέχρι και σήμερα, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των εναγόντων προς τους εναγόμενους για να το εξοφλήσουν, παραμένει οφειλόμενο. Στην αντίπερα όχθη, μετά που καταχωρήθηκε και παραδόθηκε στον εναγόμενο 2 η μαρτυρία των εναγόντων, ο τελευταίος καταχώρησε τη δική του ένορκη μαρτυρία, η οποία ήταν και η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς του εν λόγω εναγόμενου και αυτό παρά το γεγονός ότι, κατά το στάδιο των οδηγιών της υπόθεσης, δηλώθηκε γραπτώς ότι μαρτυρία για σκοπούς υπεράσπισης, θα προσφέρετο και από τον Αντρέα Χριστοδούλου, διευθυντή της εναγομένης
  4. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εναγομένου 2, αν και ο εν λόγω εναγόμενος δέχεται ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης στις 27/03/2015 και ότι συνεπεία της υπογραφής του αυτής, φέρεται να εγγυάται προσωπικά «. την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της εταιρείας/πελάτη MY GREEK GYROS G.G. LTD-MY GYROS προς την εταιρεία EC FRESH MEAT LTD. μέχρι πλήρους εξοφλήσεως» (βλ.Τεκ.Α εναγόντων), εντούτοις ισχυρίζεται ότι, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπέγραψε την εν λόγω εγγύηση, την καθιστούν άνευ οποιασδήποτε νομικής ισχύς και δεσμευτικότητας. Θέση του εναγόμενου 2 είναι ότι, αυτός έχει δική του αρχιτεκτονική εταιρεία και ουδέποτε υπήρξε μέτοχος ή αξιωματούχος της εναγομένης 1 ή ότι είχε οποιαδήποτε συμβατική ή άλλως πως σχέση με την εν λόγω εταιρεία. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, ιδιοκτήτης, μέτοχος και διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας ήταν και είναι ο Αντρέας Χριστοδούλου (βλ.Τεκμήρια Α1 και Α2 - Αρχείο Εφόρου Εταιρειών για εναγόμενη
  5. Με τη σύζυγο του Χριστοδούλου, η οποία, σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, είναι από τη Ρωσία και διηύθυνε την επιχείρηση εστιατορίου της εναγομένης 1 εταιρείας λόγω του ότι ο Χριστοδούλου απουσίαζε συχνά στο εξωτερικό, ο εναγόμενος 2 ανέφερε ότι είχε «αποκτήσει οικειότητα», ένεκα του ότι γευμάτιζε συχνά στο εστιατόριο και επειδή γνώριζε ρωσικά, τη βοηθούσε με την ελληνική γλώσσα όταν έρχονταν προμηθευτές να παραδώσουν προϊόντα. Λόγω τούτου, ανέφερε ο εναγόμενος 2, οι διάφοροι προμηθευτές που ερχόντουσαν, θεωρούσαν ότι ήταν και αυτός υπεύθυνος της επιχείρησης. Θέση του εναγόμενου 2 ήταν ότι αρχικά αρνήθηκε να υπογράψει την επίδικη συμφωνία εγγύησης που του παρουσιάστηκε, όταν όμως οι ενάγοντες και/ή οι αντιπροσώποι τους, τον διαβεβαίωσαν ότι πρόκειται για μια απλή επιμαρτύρηση παραλαβής προϊόντων, δέχτηκε και υπόγραψε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, ούτε χρόνος του δόθηκε να το μελετήσει προτού το υπογράψει αλλά ούτε και οποιοδήποτε αντίγραφο του. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, στις 27/03/2015 που ήρθαν οι υπαλλήλοι των εναγόντων να παραδώσουν προϊόντα στο εστιατόριο: «. με ψευδείς παραστάσεις και/ή αθέμητη επιρροή με παραίνεσαν και/ή με πίεσαν και με περίτεχνο τρόπο απέσπασαν δόλια την υπογραφή μου. λέγοντας μου ότι ήταν μια επιβεβαίωση ότι τα προϊόντα παραδόθηκαν στο υποστατικό καθότι το επίδικο χρονικό διάστημα η σύζυγος του Αντρέα Χριστοδούλου ήταν εκτός του υποστατικού καθότι από ότι θυμάμαι είχε πάει να παραλάβει τα παιδιά της από το Δημοτικό Σχολείο... Θέλοντας με αυτό τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο να αποσπάσουν την υπογραφή μου για να εξασφαλίσουν τα οφειλόμενα ποσά που χρωστούσε ο διευθυντής της εναγομένης αρ.1 συνέταξαν το επίδικο έγγραφο και μου το παρουσίασαν ως έγγραφο παραλαβής προϊόντων. Μάλιστα όταν τους ζήτησα πληροφορίες και αντίγραφο δεν μου έδωσαν και μου είπαν θα μου έφερναν κάποια άλλη στιγμή αργότερα.πέραν του ότι αποσπάστηκε η υπογραφή μου χωρίς τη θέληση μου και με δόλιο και περίτεχνο τρόπο δεν μου επεξηγήθηκε τι έγγραφο ήταν και περαιτέρω ήταν συμπληρωμένο με λανθασμένα στοιχεία και ιδιότητα χωρίς επίσης να υπάρχουν μάρτυρες ούτε χαρτοσημάνθηκε ούτε πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του νόμου για το εν λόγω έγγραφο». Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο 2, «. όταν επέστρεψε από το εξωτερικό ο Αντρέας Χριστοδούλου και είχαμε συνάντηση στο εστιατόριο του, του είχα αναφέρει για το εν λόγω περιστατικό και μου ανέφερε ο ίδιος ότι θα ερχόταν σε επικοινωνία με όλους τους προμηθευτές του για να τους εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά». Λίγες μέρες αργότερα, ο Χριστοδούλου, σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, γνωρίζοντας ότι η εξόφληση των οφειλών της εναγομένης 1 ήταν δική του υποχρέωση, τον διαβεβαίωσε ότι είχε διευθετήσει το θέμα. Παρόμοια διαβεβαίωση, ανέφερε ο μάρτυρας, ο Χριστοδούλου του έδωσε και μετά που τους επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Μάλιστα δε, ο Χριστοδούλου, σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, ανέλαβε όπως με δικά του έξοδα διορίσει δικηγόρο και για τους δύο τους, εξ' ου και στην αρχή, είχε τον ίδιο δικηγόρο με την εναγόμενη
  6. Ο εναγόμενος 2 ανέφερε περαιτέρω ότι εκκρεμούσης της παρούσας αγωγής, ο Χριστοδούλου τον πληροφόρησε ότι είχε βρει μια συμβιβαστική λύση για το όλο ζήτημα, στα πλαίσια της οποίας, ο τελευταίος, θα ερχόταν στο Δικαστήριο και θα δεχόταν απόφαση για την εναγομένη 1 οπόταν και η υπόθεση εναντίον του ιδίου θα αποσύρετο. Αν και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της εναγομένης 1, εντούτοις οι ενάγοντες, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο 2, επέμειναν να αξιώνουν τα οφειλόμενα ποσά εναντίον του προσωπικά, επειδή θα είναι πιο εύκολο να τα εισπράξουν από ένα φυσικό πρόσωπο, ιδιαίτερα τώρα που η επιχείρηση της εναγομένης 1 έχει καταστραφεί ολοσχερώς. Τα πιο πάνω, συνιστούν και τη μοναδική μαρτυρία που προσκομίστηκε για σκοπούς ακρόασης της υπόθεσης. Σημειώνω εδώ ότι ουδείς εκ των μαρτύρων αντεξετάστηκε επί της μαρτυρίας του και ουδείς εκ των διαδίκων εκδήλωσε οποιαδήποτε τέτοια πρόθεση. Ως εκ τούτου, μετά και την κατάθεση της μαρτυρίας από πλευράς εναγομένου 2, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, προχώρησαν με τελικές γραπτές αγορεύσεις. Περιληπτικά αναφέρω ότι, η μεν υπόθεση των εναγόντων εναντίον του εναγομένου 2 βασίζεται στη ρητή δέσμευση που αυτός ανέλαβε απέναντι τους σε σχέση με τις οφειλές της εναγομένης 1, υπογράφοντας την επίδικη συμφωνία εγγύησης, η δε υπεράσπιση του εναγόμενου 2, στο ότι η υπογραφή του στην λόγω συμφωνία, είναι άκυρη και/ή άνευ νομικού αποτελέσματος, λόγω παραπλάνησης του από τους ενάγοντες ως προς το πραγματικό νόημα και σκοπό του εγγράφου που υπέγραφε. Ουσιαστικά ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται κυρίως ότι στην περίπτωση του, τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του non est factum. Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, συνιστά κοινό έδαφος και κατ' επέκταση εύρημα μου ότι, ο εναγόμενος 2, στις 27/03/2015, υπέγραψε συμφωνία συνεχούς εγγύησης όλων των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 απέναντι στους ενάγοντες. Συνιστά επίσης εύρημα μου ότι κατά την καταχώρηση της αγωγής, η εναγόμενη 1 εταιρεία, όφειλε στους ενάγοντες το ποσό των €2.332,64, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτος. Το ερώτημα που απομένει να απαντηθεί, είναι κατά πόσο ο εναγόμενος 2, όντως δεσμεύεται νομικά από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, να καταβάλει προσωπικά στους ενάγοντες, την προαναφερόμενη οφειλή της εναγόμενης
  7. Επί τούτου παρατηρώ τα εξής: Στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης του, ο εναγόμενος 2, συγκεκριμενοποιεί τον τρόπο με τον οποίο θεωρεί ότι οι ενάγοντες τον ξεγέλασαν κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Είναι η δικογραφημένη θέση του ότι οι τελευταίοι, του παρουσίασαν το εν λόγω έγγραφο ως ένα απλό έγγραφο βεβαίωσης παραλαβής προϊόντων, το οποίο δεν του έδωσαν χρόνο να το μελετήσει και ούτε τον εφοδίασαν με σχετικό αντίγραφο όταν το υπέγραψε. Εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) είναι στους ώμους του ενάγοντα και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση, ενώ το ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), αφορά στην ανάγκη παρουσίασης από τον εναγόμενο, ικανοποιητικής μαρτυρίας, για υποστήριξη ενός επίδικου θέματος οπόταν και σε τέτοια περίπτωση, το βάρος μετατοπίζεται πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε. Το ερώτημα παραμένει, όπως άλλωστε πάντα ήταν, κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει με τη μαρτυρία του και κατά πόσο στη συνέχεια ο αντίδικος του, έχει με τη δική του μαρτυρία, αντικρούσει επαρκώς τους ισχυρισμούς αυτούς, ώστε το βάρος απόδειξης να μετατοπιστεί πίσω στον πρώτο. Εκεί βέβαια που το δίκαιο της απόδειξης επιβάλλει όπως το βάρος απόδειξης συγκεκριμένων ισχυρισμών και υπερασπίσεων, όπως είναι η περίπτωση της υπεράσπισης του non est factum και οι ισχυρισμοί περί δόλου, ψευδών παραστάσεων και απάτης, είναι στους ώμους του εναγόμενου να το αποσείσει, οι ρόλοι αντιστρέφονται, νοουμένου βέβαια ότι ο ενάγοντας έχει πρωτίστως αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης της δικής του υπόθεσης (βλ. Aναστασίου Aναστασία Θεοδόση ή David Guy ν. Xριστίνας Θεοδόση Mιχαηλούδη

(1998)1 ΑΑΔ 264), Στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν την ύπαρξη της οφειλής και τη συμφωνία του εναγόμενου 2 να την καλύψει προσωπικά. Προς απόδειξη τούτου, προσκόμισαν σχετική κατάσταση λογαριασμού η οποία δεν αμφισβητείται και υπογραμμένη συμφωνία εγγύησης από τον εναγόμενο 2, η οποία είναι παραδεκτή. Αυτό, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους, είναι κατ' αρχή, αρκετό. Απ' εκεί και πέρα, είναι στους ώμους του εναγόμενου 2 να αποδείξει, με αξιόπιστη μαρτυρία, τους δικούς του συγκεκριμένους ισχυρισμούς και υπερασπίσεις που προβάλλει και να μετατοπίσει, εκεί όπου γίνεται, το σχετικό βάρος απόδειξης. Επί τούτου παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, ο ισχυρισμός του εναγομένου 2 ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε τι πραγματικά ήταν αυτό που υπέγραψε, ουδόλως συνάδει με την αντίδραση που ο ίδιος ανέφερε ότι είχε μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, αν και δεν αντιλήφθηκε τι υπέγραψε, εντούτοις, χωρίς να έχει λάβει αντίγραφο του εγγράφου, θεώρησε ότι έπρεπε να ενημερώσει σχετικά τον διευθυντή της εναγομένης 1 για το εν λόγω «περιστατικό», ούτως ώστε αυτός, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες «με όλους τους προμηθευτές του για να τους εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά». Αν όντως ο εναγόμενος 2 θεωρούσε ότι υπέγραψε μια απλή και ασήμαντη βεβαίωση παραλαβής προϊόντων και όχι μια συμφωνία προσωπικής εγγύησης για εξόφληση των οφειλών της εναγομένης 1, τότε γιατί να επιδιώξει να συναντηθεί, σύντομα μετά την υπογραφή, με τον διευθυντή της εναγομένης 1 για να τον ενημερώσει για την υπογραφή αυτού του δήθεν ασήμαντου εγγράφου αλλά και να συζητήσει μαζί του τις οφειλές της εταιρείας; Η στάση αυτή του εναγομένου 2 στερείται και λογικής και πειστικότητας. Αντίθετα, η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι ο εναγόμενος 2, είχε πλήρη επίγνωση και αντίληψη του τι υπέγραφε στις 27/03/2015 και οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του δεν μπορούν παρά να απορριφθούν. Κατά δεύτερο, τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς του, ο εναγόμενος 2, αν και τους υιοθέτησε επαναλαμβάνοντας τους ενόρκως, ουδέποτε τους έθεσε, μέσω αντεξέτασης, στον μάρτυρα των εναγόντων, τη μαρτυρία του οποίου μάλιστα, είχε στην κατοχή του πολύ πιο πριν παραθέσει τη δική του εκδοχή και στην οποία μαρτυρία, αναφέρετο ρητά ο ισχυρισμός ότι η υπογραφή του εναγόμενου 2 τέθηκε καθ' όλα νόμιμα και νομότυπα. Υπενθυμίζω τον κανόνα ότι «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Το γιατί δεν έγινε αντεξέταση είναι επίσης ένα ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσει ο διάδικος. Ο πιο πάνω βασικός κανόνας απόδειξης, δεν ατονεί επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας, αφού το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης. Ούτε βέβαια πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο, «on the face of it», η αντίστοιχη υπόθεση που προωθείται. Εδώ πρόκειται για την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του και καμία σημασία έχει το γεγονός ότι η μαρτυρία προσκομίστηκε εγγράφως αντί προφορικά. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η παράλειψη του εναγόμενου 2, να αντεξετάσει το μάρτυρα των εναγόντων ως προς τη βασική αυτή πτυχή της υπόθεσης και να αρκεστεί να προβάλει τους ισχυρισμούς του στη δική του μαρτυρία, ούτε επουσιώδης είναι αλλά ούτε και ενεργοποίησε την οποιαδήποτε υποχρέωση των εναγόντων να τον αντικρούσουν με αντεξέταση ή άλλως πως. Υπενθυμίζω ότι το δικαίωμα που έχει ο ενάγοντας να προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία (evidence in rebuttal) περιορίζεται αποκλειστικά σε μαρτυρία που προσκομίστηκε για πρώτη φορά κατά την υπόθεση του εναγόμενου και η οποία παρουσιάζεται, στην όψη της τουλάχιστο, αξιόπιστη, κάτι που για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Εφόσον πρόκειτο για την σημαντικότερη μαρτυρία της υπόθεσης, η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης να αντεξετάσει επί αυτής, είναι καταλυτικής σημασίας για το αξιόπιστο των θέσεων της. Άλλωστε, ο συγκεκριμένος μάρτυρας των εναγόντων, ο Κλαππής, ήταν, σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία (Τεκ.Α), το πρόσωπο που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής της συμφωνίας και συνεπώς το πρόσωπο, που σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, προέβη στις κατ' ισχυρισμό παραπλανητικές και ψευδείς παραστάσεις. Το λιγότερο επομένως που θα αναμένετο από πλευράς εναγόμενου 2, ήταν να αντεξετάσει το μάρτυρα, που ως ο ισχυρισμός του, ευθύνεται για την παραπλάνηση και να τον θέσει αντιμέτωπο με τις κατ' ισχυρισμό πράξεις και παραλείψεις του, εφόσον άλλωστε, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε από την αρχή, ότι όλα έγιναν νόμιμα και νομότυπα. Τίποτα τέτοιο όμως έγινε και καμία λογική εξήγηση δόθηκε για τούτο. Ανεξάρτητα όμως της πιο πάνω παράλειψης του εναγόμενου 2, ακόμα όμως και αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός ότι το επίδικο έγγραφο του παρουσιάστηκε να ήταν διαφορετικό απ' ότι στην πραγματικότητα, και πάλι ο εναγόμενος 2 δεν θα μπορούσε να βασιστεί στην γραμμή υπεράσπισης που δικογράφησε, αφού σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, δεν ενήργησε με την αναμενόμενη εύλογη επιμέλεια κατά την υπογραφή του εγγράφου (βλ. Μιχαηλούδη ανωτέρω και Φακοντή Δημητράκης ν. Νικόλα Παύλου Βρυώνη,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1404). Πρόκειται για ένα απλό και ξεκάθαρο έγγραφο, το οποίο αναφέρει ρητά ότι αυτός που το υπογράφει, εγγυάται οικονομικές υποχρεώσεις και ο εναγόμενος 2, ως μορφωμένος αρχιτέκτονας που είναι, μπορούσε εύλογα να το διαπιστώσει από μια απλή ανάγνωση του εγγράφου και αυτό, πέραν και ανεξάρτητα του ότι, ως ένας τέτοιος μορφωμένος αρχιτέκτονας που είναι, δεν αναμένετο να υπογράφει στα τυφλά, έγγραφα που του δίδονται σε ένα εστιατόριο, από άγνωστους τρίτους, την ώρα μάλιστα που γευματίζει, ως ήταν η θέση του ότι έγινε στην παρούσα υπόθεση. Κατά τρίτο σημειώνω και το εξής. Για να ενισχύσει τη θέση του ότι καμία σχέση έχει με τις οφειλές της εταιρείας, ο εναγόμενος 2 βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό, στα όσα ανέφερε ότι τον διαβεβαίωσε ο διευθυντής της εναγομένης 1, τον οποίο δήλωσε και ρητά, ότι θα τον καλούσε ως μάρτυρα του κατά την ακρόαση. Κανένας τέτοιος μάρτυρας όμως δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει τα λεγόμενα του εναγόμενου
  1. Οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του τελευταίου επομένως, παρέμειναν καθαρά εξ ακοής ισχυρισμοί, στους οποίους, λαμβανομένου υπόψη όλων των περιστάσεων, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να τους αποδοθεί βαρύτητα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, οι ισχυρισμοί του εναγομένου 2, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του μάρτυρα των εναγόντων οι οποίοι επιβεβαιώνονται από την πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης, απορρίπτονται. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ισχυρισμός του Κλαππή ότι, ο εναγόμενος 2 ήταν και είναι διευθυντής της εναγομένης 1, καταρρίπτεται από το σχετικό τεκμήριο του Εφόρου Εταιρειών, όμως αυτό καμία σημασία έχει σε σχέση με το επίδικο θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος 2 δεσμεύεται από την υπογραφή του ως εγγυητής, δέσμευση η οποία, ως θέμα νομικό, δεν εξαρτάται από την ιδιότητα αυτού που υπογράφει ή τη σχέση του με τον πρωτοφειλέτη. Κρίνω συνεπώς ότι οι ενάγοντες απέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό, τόσο το ύψος της αξίωσης τους, όσο και την ευθύνη του εναγομένου 2 να τους αποζημιώσει προσωπικά, ως εγγυητής της εναγομένης
  2. Όσον αφορά τον αξιούμενο από τους ενάγοντες τόκο, ήτοι 9,5% αντί νόμιμου τόκου, η επί του προκειμένου αξίωση των εναγόντων εδράζεται στην παράλειψη πληρωμής των εκάστοτε εκδοθέντων τιμολογίων που παρέμειναν απλήρωτα. Παρά ταύτα όμως, πλην του ότι μόνο ένα τέτοιο τιμολόγιο παρουσιάστηκε (Τεκ.Β) και αυτό ενδεικτικά, καμία τέτοια πρόνοια υπάρχει στην κατάσταση λογαριασμού που προσκομίστηκε και η οποία επίσης συνιστά βάση της αγωγής. Συνεπώς, η επί του προκειμένου αξίωση των εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 2, αλληλέγγυα με την εναγόμενη 1 εναντίον της οποίας έχει ήδη εκδοθεί απόφαση στις 7/7/16, για το ποσό των €2.332.64, πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Αναφορικά με τα έξοδα, αυτά, μέχρι τις 7/7/16 που εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης 1, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 2 αλληλέγγυα με την εναγομένη 1 και από τις 8/7/16 μέχρι σήμερα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 2 προσωπικά. Και στις δύο περιπτώσεις τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας Πρωτοκολλητής ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Υπόλοιπο λογαριασμού - εγγυητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.