ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ υπό την ιδιότητα του Παραλήπτη δυνάμει Ομολόγου Επιβάρυνσης έναντι της εταιρείας ANDREOU P. RECYCLING WORDS LTD κ.α. ν. ANDREOU P. RECYCLING WORKS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 52/17, 30/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 52/17 Μεταξύ:
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ υπό την ιδιότητα του Παραλήπτη δυνάμει Ομολόγου Επιβάρυνσης έναντι της εταιρείας ANDREOU P. RECYCLING WORDS LTD
- ΣΠΥΡΟΣ ΧΟΥΤΡΗΣ (ΛΕΥΚΟΝΙΤΖΙΑΤΗΣ) ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες και
- ANDREOU P. RECYCLING WORKS LTD
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 30.1.2018 Για Ενάγοντα 1 - Αιτητή: κ. Γ. Κασίμης για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Λ. Παυλίδης για Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 10.1.17, ο Ενάγοντας 1 αξιώνει κατά των Εναγομένων 1 και 2 (του δεύτερου ως διευθυντή της Εναγόμενης 1 εταιρείας) τα ακόλουθα: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη Διαχειριστή, σύμφωνα με ομόλογο πάγιας επιβάρυνσης ημερομηνίας 1.11.16, δικαιούται στην άμεση κατοχή των περιουσιακών στοιχείων τα οποία βαρύνονται με το ομόλογο και συγκεκριμένα:
- Rapid Granulator 500-90
- Sound proof execution
- Dust Filter
- Spare Parts 5009 B. Διάταγμα απαγορεύον στους Εναγόμενους να επεμβαίνουν, χρησιμοποιούν και κατέχουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 1, το οποίο ανήκει σε αυτήν και είναι υπό τη διαχείριση του Ενάγοντα. Γ. Απόφαση ή/και διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο μοναδικός δικαιούχος επί των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία βαρύνονται με το ομόλογο είναι αποκλειστικά ο Ενάγοντας. Δ. Έξοδα και Φ.Π.Α. Με την ίδια αγωγή η Ενάγουσα 2 εταιρεία αξιώνει από την Εναγόμενη 1: Α. €75,079.06 περιλαμβανομένου ΦΠΑ, ως ποσό οφειλόμενο ως αντάλλαγμα για πώληση προϊόντων ή/και συμφωνίας ή/και ως υπόλοιπο τιμολογίου ή/και άλλως πως. Β. Τόκο 4,75% επί ποσού €75,079.06, από την ημερομηνία υπογραφής του ομολόγου, δηλ. από 11.11.16 μέχρι εξόφλησης ή/και νόμιμο τόκο, μέχρι εξόφλησης. Γ. Έξοδα και Φ.Π.Α. Την ίδια ημέρα δηλ. την 11.1.17 ο Ενάγοντας 1 (στο εξής ο Αιτητής) καταχώρησε μονομερώς την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Προσωρινό διάταγμα απαγορεύον στην Εναγόμενη 1, δια οιουδήποτε αντιπροσώπου, υπαλλήλου, εντολέα, διευθυντή ή αξιωματούχου της, και στον Εναγόμενο 2, προσωπικά ή/και δια οποιωνδήποτε υπαλλήλων, αντιπροσώπων ή εντολέων του:
- Να κατέχουν ή επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο ή διαθέσουν ή επιβαρύνουν ή δημιουργήσουν οποιοδήποτε συμφέρον ή άλλως πως αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο την ακόλουθη κινητή περιουσία:
- Rapid Gramulator 500-9
- Sound proof execution
- Dust Filter
- Spare Parts 5009
- Να εμποδίζουν με οποιοδήποτε τρόπο τον Αιτητή ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμό του, από του να εισέρχεται εντός του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 1 στην οδό Ιάκωβου Πατάτσου 11, Ύψωνας 4189, Λεμεσός ή/και οποιαδήποτε άλλα γραφεία ή/και ακίνητα της στα οποία διεξάγει της εργασίες της, με σκοπό την ανάληψη κατοχής των περιουσιακών στοιχείων που επιβαρύνονται με το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 11.11.16 και με σκοπό την παραλαβή και διαχείριση τους. Β Προσωρινό διάταγμα επιτρέπον στον Αιτητή ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμό του, να εισέρχεται εντός του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 1 στην οδό Ιάκωβου Πατάτσου 11, Ύψωνας 4189, Λεμεσός ή/και οποιαδήποτε άλλα γραφεία ή/και ακίνητα της στα οποία διεξάγει τις εργασίες της, με σκοπό την ανάληψη κατοχής των περιουσιακών στοιχείων που επιβαρύνονται με το ομόλογο και με σκοπό την παραλαβή και διαχείριση τους, μέχρι τελικής εκδίκασης της πιο πάνω αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα ή/και θεραπεία ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Η αίτηση εδράζεται στις Δ.2 Κ.2, Δ.5 Κ.9-10, Δ.5Α, Δ.6 και Δ.48 Κ.1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Στις 13.1.17 εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 να διαθέσουν ή να επιβαρύνουν ή να δημιουργήσουν οποιοδήποτε συμφέρον ή άλλως πως αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο την προαναφερόμενη κινητή περιουσία (δηλ. με βάση το υπό Α
(1)αιτούμενο) ενώ όσον αφορά τα υπόλοιπα αιτούμενα κρίθηκε ότι δεν υπήρχε κατ' επείγον ζήτημα και διατάχθηκε όπως η αίτηση επιδοθεί. Στις 24.1.17 οι Εναγόμενοι 1 και 2 συναίνεσαν στο να καταστεί απόλυτο το εκδοθέν διάταγμα και ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση ως προς τα υπόλοιπα αιτούμενα. Η εν λόγω ένσταση καταχωρήθηκε στις 17.3.17 και στην συνέχεια η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 17.5.
- Στις 17.5.17 ζητήθηκε αναβολή από τους Εναγόμενους ώστε να καταχωρήσουν αίτηση αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Έτσι η αίτηση ορίσθηκε ξανά για ακρόαση στις 28.6.
- Η αίτηση για αντεξέταση καταχωρήθηκε στις 8.6.17 και ορίσθηκε στις 28.6.17, οπόταν ζητήθηκε αναβολή λόγω του ότι η εν λόγω αίτηση δεν είχε επιδοθεί. Στην συνέχεια οι δύο αιτήσεις ορίσθηκαν για οδηγίες στις 6.7.17, ημερομηνία κατά την οποία, η αίτηση για αντεξέταση αποσύρθηκε ενώ η αίτηση για προσωρινό διατάγματα ορίσθηκε την επόμενη μέρα για οδηγίες, μετά από κοινό αίτημα ώστε να είναι παρόντες οι διάδικοι για σκοπούς συμβιβασμού. Στις 7.7.17 η συνήγορος των Εναγομένων δήλωσε ότι οι δύο πλευρές συζήτησαν την ουσία της αγωγής για σκοπούς πλήρους διευθέτησης και ότι δεν έχουν καταλήξει ακόμη αλλά ότι κατά τους θερινούς μήνες θα γίνονταν περαιτέρω συζητήσεις και κατάληξη και συναινούσας της συνηγόρου των Εναγόντων, η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 3.10.
- Στις 12.7.17 η Ενάγουσα 2, καταχώρησε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1, ως η αξίωση της στην αγωγή, η οποία ορίσθηκε στις 3.10.
- Στις 3.10.17 το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση, μετά από κοινό αίτημα, όρισε τις δύο αιτήσεις για οδηγίες στις 12.10.
- Κατά την ημέρα εκείνη το Δικαστήριο έκρινε όπως, προτού προχωρήσει με τον περαιτέρω προγραμματισμό των δύο αιτήσεων, καλέσει τους διαδίκους να τοποθετηθούν επί του κατά πόσο είναι δικονομικώς επιτρεπτό, στην ίδια αγωγή να περιλαμβάνονται οι αξιώσεις του παραλήπτη δυνάμει ομολόγου επιβάρυνσης από την μια και του κατόχου του ομολόγου από την άλλη, ως εγείρονται στην παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων. Οι συνήγοροι ζήτησαν όπως τους δοθεί άλλη ημερομηνία σε ένα μήνα για να τοποθετηθούν. Έτσι οι αιτήσεις ορίσθηκαν για οδηγίες στις 13.11.17, ημερομηνία κατά την οποία ακούσθηκαν οι συνήγοροι επί του πιο πάνω θέματος. Η απόφαση επιφυλάχθηκε και δόθηκε στις 29.11.17, ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα ορίσθηκε για ακρόαση στις 15.1.18, οπόταν και διεξήχθη η ακρόαση. Οι λόγοι ένστασης των Εναγομένων 1 και 2 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) μπορούν να συνοψισθούν ουσιαστικά στα ακόλουθα:
- Οι Νόμοι και οι Θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν νομιμοποιούν τις αιτούμενες θεραπείες και/ή δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την αίτηση.
- Τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκο δήλωση δεν δικαιολογούν ή στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία, είναι παραπλανητικά και/ή αναληθή με σκοπό να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοεί ο Νόμος και η νομολογία ώστε να ευδοκιμήσει η αίτηση καθώς η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προϋποθέτει τη νόμιμη και/ή συμβατική και/ή μη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της Ενάγουσας 2 να διορίσει τον Αιτητή, ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να εξεταστεί και/ή να κριθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ιδιαίτερα όταν ο υποτιθέμενος διορισμός προσβάλλεται και/ή αμφισβητείται από τους Καθ' ων η Αίτηση.
- Ο διορισμός του Αιτητή ως παραλήπτη και διαχειριστή είναι άκυρος και/ή παράνομος και/ή πάσχει και/ή είναι αποτέλεσμα δόλιας και/ή κακόπιστης και/ή καταχρηστικής και/ή παράνομης συμπεριφοράς και/ή πρόωρων και/ή ανέντιμων ενεργειών και/ή παραλείψεων των Εναγόντων.
- Η Ενάγουσα 2 δεν νομιμοποιείτο και/ή δεν απέκτησε το δικαίωμα δυνάμει των προνοιών του ομολόγου για να προχωρήσει μονομερώς στον διορισμό του Αιτητή ως παραλήπτη και διαχειριστή και/ή άσκησε αυτό το δικαίωμα κατά παράβαση των προνοιών του ομολόγου και/ή κατά παράβαση των νομικών της υποχρεώσεων.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται κακόπιστα και κατά κατάχρηση των διαδικασιών για να εξυπηρετηθούν αλλότριοι σκοποί.
- Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι σαρωτικής, εξοντωτικής και καταστρεπτικής φύσης για τη συνέχιση των εργασιών της Καθ' ης η Αίτηση
- Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος είναι ο διευθυντής και μέτοχος της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας
- Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι, για σκοπούς οικονομίας της απόφασης, δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Σχετική αναφορά θα γίνει στην συνέχεια, στο μέτρο που αυτό κριθεί αναγκαίο. Στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates and another
(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά την δίκη,
- Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos ανωτέρω, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις ("pleadings"). Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό ο Ενάγοντας να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον Ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των οποιωνδήποτε προσωρινών διαταγμάτων το φέρει ο Αιτητής (βλ. Iacovou Brothers v Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377). Εξέταση της αίτησης Προς εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 πρέπει να σημειωθούν κατ' αρχάς τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 41 των περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία έχει εξουσία να εκδίδει δεσμευτικές αναγνωρίσεις δικαιώματος, όπως είναι η φύση των δυο εκ των τριών αξιώσεων του Αιτητή. Κρίνεται επίσης χρήσιμο όπως γίνει αναφορά στo είδος, στην φύση και στις νομικές και άλλες συνέπειες ενός ομολόγου όπως το επίδικο καθώς και στον διορισμό και κάποιες από τις εξουσίες και καθήκοντα του παραλήπτη που διορίζεται δυνάμει αυτού. Ως αναφέρεται αλλά προκύπτει και από το ίδιο το ομόλογο στην παρούσα, με αυτό έχει συσταθεί καθορισμένη (fixed) και όχι κυμαινόμενη (floating) επιβάρυνση, σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η αίτηση 1. Για την διαφορά μεταξύ των δύο ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Hubert Picarda, The Law Relating to Receivers, Managers and Administrators (Tottel publishing) (4th edition) (σελ. 24-25 και 77): «A fixed or specific charge is one that without more fastens on ascertained and definite property or property capable of being ascertained and defined." Under a fixed charge the asset is appropriated to satisfaction of the debt immediately or upon the debtor acquiring an interest in it. A fixed charge can therefore be granted over existing defined property or over future property. An important incident of such a charge is that the creditor gets immediate real rights over the charged asset, and these rights can only be defeated by a disposition to a bona fide purchaser of the legal estate or title for value without notice. This is in sharp contrast with the position under a floating charge where, as appears from the discussion below, the charge hovers over assets which are subject to the ordinary course of the company's business.... A fixed charge is a direct charge on specific assets particularised in the instrument of charge. Unlike a floating charge it prevents the chargor from dealing with the charged asset or assets except with the consent of the chargee. Where the debenture charges specific assets, the words often found in a floating charge to the effect that the company is not to be at liberty to create any mortgage or charge in priority to the debenture do not convert the specific fixed charge into a floating charge. The subject matter of the charge is usually a fixed asset. Examples are land, buildings, plant, machinery, ships, aircraft and other chattels," as well as shares and equitable interests. A fixed charge over fixed plant and machinery is a charge over fixed plant and fixed machinery: the latter term means machinery which is firmly attached to the premises and heavy freestanding woodwork machinery does not answer that description and is not therefore fixed machinery." (σελ. 24-25). ................................................ In order to see what property falls within the scope of the extra-judicial receiver and manager's powers it is necessary to go back to the instrument under which he is appointed. One looks at the instrument as a whole to see what can fairly be construed as forming the subject matter of the relevant charge: both recitals and operative parts may be relevant. .. Fixed assets are normally subjected to a fixed charge. Fixed assets are the assets of a company which are normally expected to the available to a company and remain 'permanently' with the company for the purpose of carrying out the business of the undertaking. They are those assets which are basic to the operation of that particular business.» (σελ.77). Αναφορικά με τον τύπο που πρέπει να τηρηθεί για τον διορισμό ενός παραλήπτη, στο ίδιο σύγγραμμα στην σελ. 89 αναφέρονται τα ακόλουθα: «There is no set statutory form for the appointment of a receiver and manager out of court. On the other hand any formalities laid down by the relevant debentures or trust deed must be followed. If the debenture requires the appointment to be made in writing or under hand an oral appointment is not sufficient. Again if the appointment is required to be by deed that formality must be observed». Όσον δε αφορά τις ενέργειες που πρέπει να κάνει ένας παραλήπτης μετά τον διορισμό του σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα επίσης από το πιο πάνω σύγγραμμα στις σελ. 97-98: «Many of the steps which a receiver should, as a matter of practice, take immediately following his appointment are not matters of legal obligation but are rather matters of commercial common sense and have a place in practice manuals rather than in a work such as the present.. The receiver should take control of the assets for which he is responsible and make sure that everything that needs to be under lock and key is so safeguarded. This applies not merely to physical assets but also to books and records. He will then review the affairs of the company generally». Τέλος στο ίδιο σύγγραμμα γίνεται αναφορά και στην εξουσία του παραλήπτη να λάβει κατοχή της επιβαρυνθείσας περιουσίας, ως ακολούθως (σελ. 126): «The first power which falls to be considered is that which entitles him to take possession of the company's assets. In the standard debenture it is common form to have a power: 'To take possession of, collect, and get in the property charged by the debenture, and for that purpose to take any proceedings in the name of the company or otherwise [as may seem expedient].' The first part of the power, which authorises the receiver and manager to take possession of, collect and get in the property charged expresses in terms of power what is in fact a duty of the receiver and manager. It is indeed one of the main duties of a receiver to get in the assets charged. If anyone prevents him from obtaining possession or interferes with his possession when obtained, proceedings can be taken to obtain possession or prevent such interference». Στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Ν. Α. Χατζηρούσου (υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης της Εταιρείας Y. LIASIDES DEVELOPERS LTD)
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1703, με παραπομπή σε αγγλικά συγγράμματα, λέχθηκε ότι ένας παραλήπτης, ο οποίος διορίζεται δυνάμει εγγράφου εκτός Δικαστηρίου θεωρείται αντιπρόσωπος («agent») των κατόχων των ομολόγων και ότι αυτός πρωτίστως επιδιώκει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πιστωτών που τον διόρισαν. Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε και ότι η γενικότερη αρχή είναι ότι με τον διορισμό παραλήπτη, αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. Εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της. Λαμβάνοντας υπόψην τα πιο πάνω θα προχωρήσω στην συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετούνται στην παρούσα οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32, ξεκινώντας από την πρώτη. Ως ουσιαστικά προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, κατά ή περί τον Ιούνιο του 2014, η Ενάγουσα 2 εταιρεία υπέγραψε με την Καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία, συμφωνία για πώληση προς την τελευταία, συγκεκριμένου μηχανήματος και εξοπλισμού, τα οποία παραδόθηκαν σε αυτήν. Η Ενάγουσα 2 τηρούσε σχετικό λογαριασμό στον οποίο καταχωρούνταν οι διάφορες πληρωμές και στις 22.2.16 η Καθ' ης η αίτηση 1, υπέγραψε βεβαίωση χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού, ύψους €76,079.
- Προς εξασφάλιση του υπολοίπου αυτού, η Καθ' ης η αίτηση 1 υπέγραψε προς όφελος της Ενάγουσας 2, ομόλογο «πάγιας επιβάρυνσης» (στο εξής το Ομόλογο) επί περιουσιακών της στοιχείων (πρόκειται για αυτά που αναφέρονται στην παρούσα αίτηση και στο εξής θα καλούνται ως η επιβαρυνθείσα περιουσία). Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από την Ενάγουσα 2, η Καθ' ης η αίτηση 1 δεν κατέβαλε κανένα ποσό προς εξόφληση του ως άνω οφειλομένου. Ενόψει αυτού η Ενάγουσα 2, με βάση τους όρους του Ομολόγου, διόρισε στις 22.12.16 τον Αιτητή, ως παραλήπτη και διαχειριστή της επιβαρυνθείσας περιουσίας και την επόμενη μέρα γνωστοποίησε γραπτώς το γεγονός αυτό στους Καθ' ων η αίτηση. Στις 23.12.16 ο Αιτητής, υπό την ως άνω ιδιότητα του, επιχείρησε μέσω εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου να παραλάβει την επιβαρυνθείσα περιουσία αλλά οι Καθ' ων η αίτηση αρνήθηκαν και μέχρι σήμερα αρνούνται και παραλείπουν να του παραδώσουν αυτήν. Λαμβάνοντας υπόψην τα όσα προαναφέρθηκαν ως προς την φύση και τις συνέπειες ενός ομολόγου όπως το επίδικο καθώς και τον διορισμό, τα καθήκοντα και εξουσίες του παραλήπτη που διορίζεται δυνάμει αυτού, κρίνω ότι από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Αιτητή αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. θεμελιώνονται νομικά οι αξιώσεις που αυτός εγείρει με την αγωγή του. Συνεπώς στοιχειοθετείται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά την δίκη. Όσον δε αφορά την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 αναφορά θα πρέπει να γίνει στο πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Σε σχέση με αυτό, στην ένορκη του δήλωση ο Αιτητής, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω ως προβληθέντα στο δικόγραφο του. Από την άλλη οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν αυτά. Υποστηρίζουν όμως ότι εξαπατήθηκαν στο να υπογράψουν το Ομόλογο, δεν γνώριζαν τι υπέγραφαν και δεν έτυχαν επεξήγησης ως προς την πραγματική έννοια αυτού, την σημασία και τις συνέπειες που θα είχε για την Καθ' ης η αίτηση
- Πιο συγκεκριμένα, ως προς τις συνθήκες υπογραφής του Ομολόγου υποστηρίζουν ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου 2016 σε τηλεφωνική επικοινωνία του Καθ' ου η αίτηση 2 με ένα εκ των διευθυντών της Ενάγουσας 2, ο τελευταίος του είπε ότι η εταιρεία του επιθυμούσε να προβεί σε αίτηση δανείου ύψους €30.000 με εμπορική τράπεζα και λόγω του ότι το μηχάνημα για το οποίο είχαν συνάψει την συμφωνία ημερ. 12.6.14 βρισκόταν στην κατοχή της Καθ' ης η αίτηση 1, για εξασφάλιση της Ενάγουσας 2, ήταν τυπικά απαραίτητη η υπογραφή κάποιου ομολόγου. Επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στο εν λόγω πρόσωπο και με γνώμονα την άριστη μέχρι τότε επαγγελματική τους σχέση και ιδιαίτερα την κατανόηση που επιδείκνυε ως προς την καθυστέρηση στην αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού από την Καθ' ης η αίτηση 1, ο Καθ' ου η αίτηση 2 συγκατατέθηκε στην υπογραφή του Ομολόγου. Έπειτα μέσω ταχυδρομείου του απεστάλη το Ομόλογο σημειώνοντας πού θα έπρεπε να υπογράψει εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση
- Αναφέρουν επίσης οι Καθ' ων η αίτηση ότι θα πρέπει να ελεγχθεί το ορθώς οφειλόμενο ποσό, οι συνθήκες κατάρτισης των συμφωνιών αλλά και η εγκυρότητα του Ομολόγου με βάση τις συνθήκες υπογραφής του. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι για να μπορέσει να ασκήσει τα καθήκοντα του ο Αιτητής είναι απαραίτητη η δικαστική νομιμοποίηση του διορισμού του ως παραλήπτη και ότι αυτός δεν έχει προβεί ακόμα σε κάποιο δικαστικό διάβημα ώστε να επικυρώνει και/ή να νομιμοποιεί τον διορισμό του. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τον όρο 9 του Ομολόγου (επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του Αιτητή), εφόσον συνέβαινε οποιοδήποτε γεγονός από τα περιγραφόμενα στον όρο 8 (α-ε), η Ενάγουσα 2 μπορούσε κατά την απόλυτη της κρίση, επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας παρεχόμενης ακόμη και από το Νόμο, να διορίσει εγγράφως παραλήπτη και διαχειριστή (Receiver and Manager) συγκεκριμένου ενεργητικού της Εταιρείας (πρόκειται για την επιβαρυνθείσα περιουσία). Η Ενάγουσα 2 προέβη επανειλημμένα και γραπτώς σε οχλήσεις της Καθ' ης η αίτηση 1 αλλά η τελευταία δεν κατέβαλε οτιδήποτε προς εξόφληση του ποσού που εξασφάλιζε το Ομόλογο. Ενεργοποιήθηκε έτσι ο όρος 8 αυτού και άρα η Ενάγουσα 2 δικαιούτο να διορίσει παραλήπτη και διαχειριστή της εν λόγω περιουσίας, όπως και έπραξε με γραπτή ειδοποίηση προς τους Καθ' ων η αίτηση την επόμενη ημέρα. Οι εξουσίες του παραλήπτη και διαχειριστή περιγράφονται στον όρο 10 του Ομολόγου και περιλαμβάνουν το να λαμβάνει κατοχή, ρευστοποιεί και εισπράττει ολόκληρο ή οιονδήποτε μέρος την επιβαρυνθείσας περιουσίας και για το σκοπό αυτό να προβαίνει σε οιονδήποτε διαβήματα επ' ονόματι της Εταιρείας ή άλλως, να πωλεί ή να ενοικιάζει οποιοδήποτε μέρος της εν λόγω περιουσίας ή άλλως πως διαθέτει αυτήν υπό τέτοιους όρους ως ήθελε θεωρήσει συμφέροντες, να προβαίνει σε οποιεσδήποτε διευθετήσεις ή συμβιβασμούς τους οποίους θα θεωρήσει ότι συμφέρουν και να προβαίνει σε οποιεσδήποτε επισκευές, βελτιώσεις και ασφαλίσεις της περιουσίας ή οποιουδήποτε μέρους της που θα θεωρήσει αναγκαίο ή σκόπιμο. Ως έχει προαναφερθεί οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν την υπογραφή και ύπαρξη του Ομολόγου, ούτε και ότι οφείλουν κάποιο ποσό στην Ενάγουσα 2 αλλά ούτε και ότι αρνήθηκαν και αρνούνται να επιτρέψουν στον Αιτητή να παραλάβει την επιβαρυνθείσα περιουσία. Αμφισβητούν βέβαια την εγκυρότητα του Ομολόγου και κατ' επέκταση το νομότυπο του διορισμού του Αιτητή. Όμως όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία, στο παρόν στάδιο δεν θα αποφασιστούν τέτοια θέματα. Αυτό θα γίνει στο τέλος της αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας που θα προσκομισθεί. Δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία, τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Δεν εξετάζει δηλ. σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802). Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι πουθενά δεν προβλέπεται ότι ο διορισμός ενός παραλήπτη και διαχειριστή προϋποθέτει δικαστική νομιμοποίηση του. Τόσο από το προαναφερόμενο σύγγραμμα αλλά και από το άρθρο 97
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, προκύπτει σαφέστατα ότι τέτοιος διορισμός μπορεί να γίνει σύµφωνα µε εξουσίες που περιλαµβάνονται σε οποιοδήποτε έγγραφο. Στην παρούσα το Ομόλογο προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται η Ενάγουσα 2 να διορίσει παραλήπτη και διαχειριστή και ότι ο διορισμός του γίνεται γραπτώς, όπως και έγινε. Από την στιγμή δε που ο διορισμός του Αιτητή δεν έχει ακυρωθεί ή ανασταλεί από Δικαστήριο, εξακολουθεί να ισχύει και να παράγει έννομα αποτελέσματα. Να σημειωθεί εδώ ότι η πιο πάνω εξέταση δεν γίνεται για σκοπούς αξιολόγησης και κατάληξης σε ευρήματα γεγονότων αναφορικά με την ουσία της παρούσας αγωγής. Αυτό είναι κάτι που, ως προαναφέρθηκε, θα γίνει στο τέλος, όταν θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο της μαρτυρίας. Τα πιο πάνω εξετάσθηκαν και τέθηκαν για τους σκοπούς εξακρίβωσης και μόνο των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ως προβλέπει η σχετική νομολογία. Ως εκ των άνω κρίνω ότι στοιχειοθετείται και η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία στην αγωγή του. Στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης, εξετάζεται κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται εκεί όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη (βλ. Parico ανωτέρω). Ως επίσης έχει νομολογηθεί, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1848). Στην Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245 επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου. Στην Highgate Primary School Ltd κ.α. v.Φυλακτίδη
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317, λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών (βλ. και M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Εξετάζοντας την εν λόγω προϋπόθεση στα πλαίσια της παρούσας, θα πρέπει κατ' αρχάς να υπομνησθεί ότι έχει ήδη εκδοθεί, στα πλαίσια της ίδιας αίτησης, διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Καθ' ων η αίτηση να διαθέσουν ή να επιβαρύνουν ή δημιουργήσουν οποιοδήποτε συμφέρον ή άλλως πως αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο την επιβαρυνθείσα με το Ομόλογο περιουσία. Μάλιστα οι Καθ' ων η αίτηση συναίνεσαν αμέσως στο να γίνει απόλυτο το διάταγμα αυτό. Μετά την εξέλιξη αυτή, από τα όσα προβάλλει σχετικά στην ένορκη του δήλωση ο Αιτητής, προκύπτει ότι στηρίζει την θέση του για στοιχειοθέτηση της υπό εξέταση προϋπόθεσης στο ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων:
(1)δεν θα είναι σε θέση να εκτελέσει τα καθήκοντα του και ο διορισμός του θα είναι άνευ ουσίας και σημασίας και
(2)στο ότι υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί τυχόν βλάβη στα μηχανήματα (δηλ. στην επιβαρυνθείσα περιουσία) και να μειωθεί η αξία αυτών. Ξεκινώντας από το δεύτερο θα πρέπει να λεχθεί ότι κανένα στοιχείο δεν έχει θέσει ο Αιτητής, το οποίο να καταδεικνύει ότι, πέραν της απλής και γενικόλογης πιθανολόγησης, ο επικαλούμενος κίνδυνος βλάβης στα μηχανήματα είναι υπαρκτός. Δεν φαίνεται οι Καθ' ων η αίτηση να προέβηκαν σε οποιαδήποτε ενέργεια που να οδηγεί ακόμη και σε τέτοια πιθανολόγηση. Αντίθετα, ως προαναφέρθηκε, αμέσως συναίνεσαν στο να γίνει απόλυτο διάταγμα για μη αποξένωση της επιβαρυνθείσας περιουσίας, η οποία φαίνεται μάλιστα ότι αποτελεί απολύτως απαραίτητο εργαλείο για την λειτουργία της επιχείρησης τους. Αναφορικά τώρα με το πρώτο, θα πρέπει να λεχθεί ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σε αυτό το στάδιο δεν ματαιώνει τον διορισμό του Αιτητή ως παραλήπτη και διαχειριστή. Ο ίδιος προσέφυγε στο Δικαστήριο, στην βάση του ότι εμποδίζεται στην εκτέλεση των καθηκόντων του και αξιώνει με την αγωγή του διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να επεμβαίνουν, χρησιμοποιούν και κατέχουν την επιβαρυνθείσα περιουσία καθώς και αναγνωριστική απόφαση ότι είναι ο μοναδικός δικαιούχος επί αυτής. Συνεπώς το γεγονός ότι δεν μπορεί να εκτελέσει κατά τον παρόντα χρόνο και αμέσως τα καθήκοντα του δεν οδηγεί από μόνο του σε συμπέρασμα ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή του θα πετύχει στις προαναφερόμενες αξιώσεις του, οι οποίες θα του επιτρέψουν να ασκήσει αυτά τα καθήκοντα του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Αιτητής, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης, δεν έχει ικανοποιήσει ότι στοιχειοθετείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, η οποία κρίνει μοιραία και την τύχη της αίτησης, θεωρώ ότι για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα πρέπει να γίνει αναφορά και στο ποια θα ήταν η κρίση μου σε περίπτωση που πληρούνταν και οι τρεις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου. Ως έχει προαναφερθεί σε τέτοια περίπτωση το όλο θέμα δεν τελειώνει. Το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία, στην βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, υπέρ της έκδοσης ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων. To ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα δεν εκδόθηκαν ή εκδόθηκαν ανάλογα, τα αιτούμενα διατάγματα. Αποτελεί έτσι θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία, η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν εσφαλμένη (βλ. Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1W.L.R. 670, Baccardi & Co ν. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788 και Milton Investment Company Co Ltd κ.α. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 424/11, ημερ. 27.3.14). Το ισοζύγιο αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία στον ουσιώδη χρόνο (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Οι σχετικοί με την άσκηση της διακριτικής εξουσία του Δικαστηρίου παράγοντες εξετάζονται με γνώμονα τις ανάγκες της Δικαιοσύνης, όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη η έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στην στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του «status quo ante», της διατήρησης δηλ. της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ' ου η αίτηση άρχισε την δραστηριότητα, της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση (βλ. Κ. Κωσταντινίδη, Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεπιμπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, CORPUS DE JURE CYPRII, σελ. 179, American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504 και Parico ανωτέρω). Μεταξύ των προαναφερόμενων παραγόντων λαμβάνεται υπόψην και η δραστικότητα του αιτούμενου διατάγματος ενώ θα πρέπει να γίνεται και εξισορρόπηση των συμφερόντων των διαδίκων, υπό το φως των πραγματικών διαστάσεων του διατάγματος (βλ. Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.3.17). Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται ασφαλώς υπόψην η ζημιά που θα υποστεί μια εταιρεία, από την έκδοση ή μη του διατάγματος, η οποία ζημιά μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην συνέχιση της λειτουργίας της ως οικονομικής οντότητας και να οδηγήσει τελικά στο να καταστεί ανενεργή (βλ. Σιακόλας ν. Πρίνος Λαχαναγορά Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε90/2016, ημερ. 23.3.17). Στην παρούσα στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της έκδοσης ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων, στην βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κρίνω ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψην τα ακόλουθα: Η θεραπεία που επιδιώκεται με τα αιτούμενα διατάγματα, εάν και η διατύπωση αυτών φαίνεται να είναι διαφορετική, είναι στην ουσία η ίδια με την επιζητούμενη στην αγωγή και συγκεκριμένα με αυτήν που αφορά την έκδοση διατάγματος απαγόρευσης στους Καθ' ων η αίτηση, να χρησιμοποιούν και να κατέχουν την επιβαρυνθείσα περιουσία. Προσεκτική ανάγνωση των αιτούμενων διαταγμάτων αλλά και της προαναφερόμενης τελικής θεραπείας, φανερώνει ότι αποβλέπουν και θα έχουν ως αποτέλεσμα, να λάβει ο Αιτητής κατοχή της εν λόγω περιουσίας ώστε να την χειριστεί ή να την διαθέσει για να ικανοποιήσει την, εξασφαλισθείσα με το Ομόλογο, οφειλή της Καθ' ης η αίτηση 1, προς την Ενάγουσα 2. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει λοιπόν ουσιαστικά τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η αίτηση. Ως έχει νομολογηθεί όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και η τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι το επείγον του πράγματος, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας της άμεσης διεξαγωγής της δίκης (βλ. Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ v. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 149 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1572). Η χορήγηση λοιπόν προσωρινών διαταγμάτων όμοιων με αυτά που αξιώνονται στην αγωγή είναι ανεπιθύμητη. Δεν μου διαφεύγει φυσικά ότι, ως επίσης έχει νομολογηθεί, αυτό δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιάμεσα, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (βλ. Avila Management Services Limited κ.α. v. Stepanek κ.α.
(2012)1Β Α.Α.Δ 1403). Εν πάση δε περιπτώσει η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει (βλ. Σταυράκης κ.α. ν. Δήμος Λευκωσίας, Πολ. Έφεση Αρ. Ε68/13, ημερ.24.3.15). Στα πλαίσια εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας στην παρούσα δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψην και το ότι, ως προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση 1, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι εξοντωτικής και καταστροφικής φύσεως για την συνέχιση των εργασιών της αφού χωρίς το μηχάνημα (δηλ. την επιβαρυνθείσα περιουσία) θα αναγκασθεί να διαλυθεί, μη έχοντας άλλο μηχάνημα ή άλλο τρόπο διενέργειας της επιχείρησης ανακύκλωσης που διατηρεί. Το γεγονός αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς του Αιτητή. Είναι λοιπόν εμφανές ότι η έκδοση, σε αυτό το στάδιο των αιτούμενων διαταγμάτων, τα οποία είναι όμοια με την βασική αξίωση στην αγωγή, θα σημάνει ουσιαστικά τον τερματισμό της λειτουργίας της επιχείρησης της Καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας, γεγονός που θα οδηγήσει στην οικονομική της καταστροφή με όλες τις παρεπόμενες δυσμενείς συνέπειες. Αντίθετα η ζημιά που θα υποστεί ο Αιτητής είναι ότι θα καθυστερήσει να εκτελέσει τα καθήκοντα του ως παραλήπτης και διαχειριστής ενώ δεν φαίνεται ότι θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η εταιρεία που τον διόρισε ήτοι η Ενάγουσα 2, πέραν της καθυστέρησης στην εξασφάλιση του οφειλομένου προς αυτήν ποσού. Ως έχει δε προαναφερθεί η προστασία της επιβαρυνθείσας περιουσίας από τον κίνδυνο διάθεσης ή επιβάρυνση της από την Καθ' ης η αίτηση 1, εξασφαλίζεται με το διάταγμα που έχει ήδη εκδοθεί και γίνει απόλυτο. Τέλος όσον αφορά την εξέταση της διατήρησης του status quo, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, τέτοια γίνεται και λαμβάνεται υπόψην στην περίπτωση που οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, πράγμα που ως προκύπτει από τα πιο πάνω δεν ισχύει στην παρούσα. Καταληκτικά, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η αίτηση όσον αφορά τα υπό Α παράγραφος 2, Β και Γ αιτούμενα διατάγματα, απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα 1 - Αιτητή και υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim (Αστικό - Ενδιάμεση - Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο