← Κύπρος

Κωνσταντίνος Λειβαδιώτης ν. Δήμητρα Σιακαλλή, Αρ. Αγωγής: 1833/2016, 8/1/2018

Κωνσταντίνος Λειβαδιώτης ν. Δήμητρα Σιακαλλή, Αρ. Αγωγής: 1833/2016, 8/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1833/2016 Κωνσταντίνος Λειβαδιώτης εκ Λεμεσού Ενάγοντας -ν- Δήμητρα Σιακαλλή εκ Λεμεσού Εναγόμενη --------------------------------------------- Αίτηση εναγομένης ημερομηνίας 10/07/17 για αναστολή της διαδικασίας Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια εναγόμενη: κα Α. Χατζηκυριάκου για Μάριο Χαρτσιώτη & Σια ΔΕΠΕ Για Καθ' ου η Αίτηση ενάγοντα: κα Ε. Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 10/7/17, η πλευρά της αιτήτριας εναγόμενης, αιτείται «Διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή κάθε περαιτέρω διαδικασίας (STAY OF PROCEEDINGS) στην πιο πάνω αγωγή εκτός εάν και μέχρις ότου ο Ενάγοντας αποδεχθεί και/ή συγκατατεθεί να υποβληθεί στην Ιατρική εξέταση υπό του Ιατρού Ηλία Γεωργίου υποδειχθέντος υπό την ασφαλιστική εταιρεία της Εναγόμενης και με έξοδα της ασφαλιστικής εταιρείας της Εναγόμενης ως η επιστολή ημερομηνίας 6/4/2017 των δικηγόρων της Εναγόμενης προς την δικηγόρο του Ενάγοντος ή ως άλλως ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο». Η αίτηση καταχωρήθηκε στο στάδιο των Οδηγιών της υπόθεσης και συγκεκριμένα, στα πλαίσια της προβλεπόμενης από τη «νέα» Δ.30, Κλήσης για Οδηγίες, μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας. Πρόσθετα της παρούσας αίτησης όμως, το υπό κρίση αίτημα αποτέλεσε και ένα από τα αιτήματα του Παραρτήματος Τύπου 25 που καταχώρησε η πλευρά της εναγόμενης στα πλαίσια της προαναφερόμενης Κλήσης. Την αίτηση υποστηρίζει η Ε/Δ της Α. Ξενοφώντος, δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης, η οποία αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη Ξενοφώντος, έναυσμα για την καταχώρηση της αίτησης, αποτέλεσε η μέχρι σήμερα αδικαιολόγητη άρνηση και/ή παράλειψη του ενάγοντα να ανταποκριθεί θετικά, σε γραπτό αίτημα των δικηγόρων της εναγομένης ημερ. 6/4/17 (βλ. Τεκμήριο Α στην Ε/Δ Ξενοφώντος), όπως αποδεχτεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από συγκεκριμένο ορθοπεδικό χειρούργο της επιλογής της ασφαλιστικής εταιρείας της εναγόμενης, ήτοι το Δρ. Η. Γεωργίου. Σύμφωνα με την Ε/Δ Ξενοφώντος, «η εξέταση αυτή είναι απολύτως αναγκαία προς το σκοπό της εκτίμησης της σημερινής κατάστασης του» ενάγοντα και σε περίπτωση που δεν λάβει χώρα τέτοια εξέταση, «η εναγόμενη παρεμποδίζεται ουσιωδώς από την δέουσα παρουσίαση της υπόθεσης και της υπεράσπισης της στην παρούσα υπόθεση». Η ομνύουσα αναφέρει επίσης ότι ο ενάγοντας, καμία ζημιά δεν θα υποστεί από την εξέταση και ότι όλα τα σχετικά με την εξέταση έξοδα, θα καλυφτούν πλήρως από την εναγόμενη. Αντίγραφο δε του ιατρικού πιστοποιητικού που θα συνταχθεί από τον Δρ. Γεωργίου μετά την εξέταση, η ομνύουσα αναφέρει ότι η πλευρά της εναγομένης, θα το αποκαλύψει δεόντως στην πλευρά του ενάγοντα. Στην υπό κρίση αίτηση, ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση, προβάλλοντας δεκατρείς συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σε μεγάλο βαθμό οι λόγοι ένστασης του ενάγοντα συνδέονται και αλληλοκαλύπτονται, δύναται δε να συνοψιστούν, στις εξής τέσσερις ενότητες: Α. Ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και αυτό λόγω του ότι η ομνύουσα δεν είναι η εναγόμενη, αλλά δικηγορική υπάλληλος του δικηγορικού γραφείου της ασφαλιστικής της εναγόμενης (Λόγοι α-β). Β. Ότι δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς ότι η παρούσα συνιστά περίπτωση όπου, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα σεβασμού της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου, δικαιολογείται να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Λόγος θ). Γ. Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και οι συνέπειες που η εν λόγω καθυστέρηση συνεπάγεται για τη διαδικασία και την ουσία της υπόθεσης γενικότερα. Προβάλλεται ειδικότερα ότι, «Αμέσως μετά το δυστύχημα ήτο εμφανή και νωπά τα τραύματα του Ενάγοντα πλην όμως η Εναγόμενη δεν ζήτησε να εξετασθεί τούτος παρά μετά την πάροδο αρκετού χρόνου προφανώς για να εκλείψουν οι συνέπειες των τραυμάτων του Ενάγοντα και αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει να επιτραπεί η ιατρική εξέταση διότι θα ήτο άδικο για τον Ενάγοντα να εξεταστεί δυόμιση σχεδόν χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα» (Λόγοι κ-ν). Δ. Ότι ο σκοπός για τον οποίο αναφέρεται στην Ε/Δ Ξενοφώντος ότι καταχωρήθηκε η αίτηση, είναι γενικός, αόριστος και αβάσιμος και ειδικότερα ότι, «Δεν εξειδικεύεται από την Αιτήτρια με ποιο τρόπο και για ποιους λόγους θα στερηθεί του δικαιώματος της να υπερασπίσει τον εαυτό της αν δεν ... δοθεί το αιτούμενο διάταγμα» (Λόγοι γ-η και ι). Κρίνω σκόπιμο όπως αναφέρω εδώ ότι, στα πλαίσια των Οδηγιών που ήδη δόθηκαν στην υπόθεση, οι δύο πλευρές καταχώρησαν ονομαστικό κατάλογο και σύνοψη της αντίστοιχης μαρτυρίας τους καθώς επίσης και ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους και τα οποία σχετίζονται με την υπόθεση. Από πλευράς ενάγοντα, δηλώθηκε ότι προς υποστήριξη της υπόθεσης του, πέραν του ιδίου, θα καταθέσουν ακόμη έξι μάρτυρες, ήτοι ένας ιδιώτης και ένας κυβερνητικός γιατρός, ένας φυσιοθεραπευτής, ένας υπάλληλος της κλινικής στην οποία ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι νοσηλεύθηκε, ένας υπάλληλος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ένας υπάλληλος της εταιρείας στην οποία ο ενάγοντας ισχυρίζετο ότι εργοδοτείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τα δε έγγραφα που απεκάλυψε η πλευρά του ενάγοντα στις 13/7/17 ότι βρίσκονται στην κατοχή του τελευταίου, συνίστανται σε τέσσερα ιατρικά πιστοποιητικά/εκθέσεις/βεβαιώσεις, μία μαγνητική τομογραφία με σχετική επιστημονική ανάλυση, διάφορες ιατρικές αποδείξεις και έντυπα, μία κατάσταση απολαβών και μία επιστολή τερματισμού απασχόλησης. Από πλευράς εναγόμενης, δηλώθηκε ότι για την υπόθεση της θα καταθέσουν δύο μάρτυρες, ήτοι η εναγόμενη και ένας λειτουργός της ασφαλιστικής εταιρείας που κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα της. Ως προς τα έγγραφα που είναι στην κατοχή της εναγομένης, στις 10/7/17, αποκαλύφθηκε μόνο μία δέσμη φωτογραφιών από τη σκηνή του ατυχήματος. Σημειώνω εδώ ότι αμφότερες οι πλευρές, επιφύλαξαν το δικαίωμα τους να καλέσουν πρόσθετους μάρτυρες κατά την ακρόαση, όπως και να αποκαλύψουν οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή μαρτυρία που τυχόν περιέλθουν στην κατοχή τους στο μέλλον. Την αντίστοιχη επιχειρηματολογία τους αναφορικά με την παρούσα αίτηση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, ανέπτυξαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων που κατέθεσαν κατά την ακρόαση της αίτησης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το πλήρες κείμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, ειδική αναφορά στις θέσεις τους, κάνω πιο κάτω, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ Κατ' αρχή, αν και είναι πιστεύω εμφανές, σημειώνω ότι η αγωγή του ενάγοντα, η οποία καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 16/6/16, αφορά σε υλικές και σωματικές ζημιές που ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι υπέστη, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος το οποίο, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, προκλήθηκε από την «αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης», στις 21/05/15 στη Λεμεσό. Αναφορικά με τη φύση και έκταση των κατ' ισχυρισμό τραυματισμών του ενάγοντα και των συναφών αξιώσεων του μέχρι την 16/6/16 που καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης, παραθέτω αυτούσιους τους σχετικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς: «7. ....ο Ενάγων υπέστη βαριάς σωματικάς βλάβας και κατέστη μονίμως ανίκανος προς εργασία... 8. Οι συνέπειες του δυστυχήματος δια τον Ενάγων ήτο καταστρεπτικές αφού συνεπεία των τραυμάτων που υπέφερε, υποφέρει και θα συνεχίσει να υποφέρει και υπάρχει κίνδυνος επιδείνωσης της κατάστασης του.... 10. Ο Ενάγων υπέστη υφίσταται και θα υφίσταται μονίμως και/ή δια το υπόλοιπο της ζωής του ζημίας, απώλειας, ιατρική περίθαλψη και δυσκολίας.... Γ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΚΑΙ/Ή ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ ΚΑΙ/Η ΜΟΝΙΜΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΤΩΝ ΤΡΑΥΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ α. ...μετατραυματική χονδροπάθεια δεξιάς επιγονατίδος που του προκαλεί πόνους περιοδικούς συλλογή υγρού και θα είναι αναγκασμένος να παίρνει φαρμακευτική αγωγή και φυσιοθεραπεία. γ. Ο Ενάγων εξακολουθεί μέχρι σήμερα να έχει κρηγμό και υποεπιγονατιδικό πόνο δ. Ο Ενάγων εξακολουθεί μέχρι σήμερα να έχει κρηγμό και υποεπιγονατιδικό πόνο και κρηγμό καθώς και ελάττωση της πλήρους εκτάσεως του γόνατος κατά 15ο. 11. ...συνεπεία των εν λόγω τραυμάτων ... υπέφερε, υποφέρει και θα υποφέρει μονίμως πόνους, δυσκολίας, ζημίας και απώλειας και θα στερείται των εισοδημάτων του εκ της εργασίας του εξ' ολοκλήρου και μονίμως ως και των απολαύσεων του. 13. ...δεν δύναται και δεν θα δύναται εις το μέλλον να εργασθεί ως επαγγελματίας οδηγός και/ή πλασιέ και/ή πωλητής εξαρτημάτων αυτοκινήτων... 14. ...λόγω της μετατραυματικής χονδροπάθειας της δεξιάς επιγονατίδος που του προκαλεί πόνους και συλλογή υγρού είναι ανίκανος να εκτελεί οποιαδήποτε εργασία και είναι ανίκανος να ασχοληθεί με αθλητικές δραστηριότητες, κολύμπι και γυμναστήριο όπως πριν από το δυστύχημα 20. ... ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ...€955 μηνιαίως ως περαιτέρω απώλεια μισθού και/ή εισοδήματος λόγω ανικανότητας του Ενάγοντος να εργάζεται ... από την 17/06/16καθ' ότι ο ενάγων δεν θα δυνηθεί λόγω των τραυμάτων τα οποία υπέστη συνεπεία του πιο πάνω δυστυχήματος και/ή των συνεπειών τούτου να ασχοληθεί εις οιανδήποτε εργασία έχων έτσι απώλεια εκ €955 μηνιαίως η οποία θα είναι μόνιμος.» (έμφαση δική μου) Με την Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 27/3/17, η εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι, «οι ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες και/ή οποιεσδήποτε εξ αυτών, δεν προκλήθηκαν από το επίδικο δυστύχημα, αλλά προϋπήρχαν αυτού και/ή προκλήθηκαν από άλλη αιτία και/ή ότι είναι εκ των υστέρων σκέψεις και ευρήματα με σκοπό τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι και αν ακόμα αποδειχτεί ότι ο ενάγοντας υπέστη οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες από το επίδικο δυστύχημα, οι σωματικές βλάβες που αναφέρονται στην παράγραφο 10 είναι υπερβολικές και/ή διογκωμένες ..». Η εναγόμενη απορρίπτει επίσης «τον ισχυρισμό του ενάγοντα περί μόνιμης ανικανότητας να εργαστεί και/ή ασχοληθεί με οποιαδήποτε εργασία καθώς επίσης και την ισχυριζόμενη μόνιμη απώλεια εκ €955,00 μηνιαίως και καλεί τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του». Τη μονιμότητα των τραυμάτων του καθώς και τη συνεπακόλουθη ανικανότητα του να εργαστεί, ο ενάγοντας την επαναλαμβάνει στο δικόγραφο της Απάντησης που καταχώρησε στις 31/3/17. Στο εν λόγω δικόγραφο, ο ενάγοντας προβάλλει επίσης και τον ισχυρισμό ότι, τα τραύματα που υπέστη και οι συνέπειες τους οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται, ήταν ο λόγος που ο εργοδότης του τον απέλυσε από την εργασία του. ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Οι αρχές που διέπουν το υπό κρίση αίτημα είναι καλά γνωστές. Έχουν δε συνοψιστεί με περισσή σαφήνεια στην απόφαση της μειοψηφίας του Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση Moore Janet ν. Frixos Evagorou Water Sports Ltd και άλλων,

(2012)1 Α.Α.Δ. 2148. Σημειώνω εδώ ότι στην εν λόγω απόφαση, η διαφωνία των μελών του Εφετείου, δεν αφορούσε στις εφαρμοστέες γενικές αρχές για τις οποίες υπήρξε ομοφωνία, αλλά στο αποτέλεσμα της εφαρμογής τους στα συγκεκριμένα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης. Παραθέτω τις σχετικές αρχές όπως αυτές αναδύονται από τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης του Ναθαναήλ Δ. Α. Προέλευση της συγκεκριμένης εξουσίας για αναστολή της διαδικασίας «Η δυνατότητα αναστολής διαδικασίας ώστε ο ενάγων να τύχει ιατρικής εξέτασης από ιατρό της επιλογής του αντιδίκου του, η δε διαδικασία να παραμείνει υπό αναστολή μέχρις ότου επιτευχθεί η εξέταση, έχει έρεισμα στη νομολογιακή ανάπτυξη του κοινοδικαίου. Για πρώτη φορά η δυνατότητα αυτή εξερευνήθηκε και αποφασίστηκε στην υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd [1969] 2 Q.B. 67, όπου ο Λόρδος Denning διαπιστώνοντας την απουσία σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, εξέφρασε την άποψη ότι τέτοια νομοθεσία δεν ήταν αναγκαία, με δεδομένο το ότι το Δικαστήριο διατηρεί και έχει «ample jurisdiction to grant a stay whenever it is just and reasonable to do so». Η δυνατότητα αυτή ουδέποτε αμφισβητήθηκε έκτοτε. Όπως το έθεσε ο Steyn L .J. στην Jackson v. Mirror Group Newspapers Ltd and another (The Times, 17th March 1994), το κοινοδίκαιο βρήκε τη λύση («but the common law has found a solution»), ότι, δηλαδή, ενυπάρχει σύμφυτη εξουσία να διαταχθεί αναστολή στις κατάλληλες περιπτώσεις. Κατά τη νομολογιακή εδραίωση των ορίων της σύμφυτης αυτής δικαιοδοσίας, αναγνωρίστηκε ότι η ιατρική εξέταση μπορεί να λάβει χώραν κατά δύο τρόπους: ο ένας είναι με άμεση διαταγή του Δικαστηρίου και ο άλλος με έμμεση, εκδίδοντας διάταγμα αναστολής εκτός εάν ο ενάγων, συγκατατεθεί να υποστεί την ιατρική εξέταση. Προτιμήθηκε ο δεύτερος τρόπος υπό το φως του γεγονότος ότι ο πρώτος θα επέφερε δραστικές συνέπειες στον ενάγοντα, εφόσον αν αρνείτο να υποβληθεί στην ιατρική εξέταση θα ήταν υπόλογος για καταφρόνηση διαταγής Δικαστηρίου (Edmeades - ανωτέρω - κατά τον Widgery L. J.).» Β. Σκοπός και τρόπος άσκησης της συγκεκριμένης εξουσίας - δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων «Αναγνωρίστηκε όμως ταυτόχρονα ότι και η δεύτερη επιλογή οδηγεί σε έμμεσο εξαναγκασμό του ενάγοντα ο οποίος οφείλει πλέον να επιλέξει ανάμεσα στο δίλημμα να αποκλειστεί εφεξής από το δίκαιο της υπόθεσης του ή να αναγκαστεί να υποστεί την ιατρική εξέταση ενάντια στη θέληση του, παραβιαζομένης έτσι της ατομικής του ελευθερίας (Lane v . Willis [1972] 1 W.L.R. 326). Αυτή η παραβίαση της ελευθερίας απασχόλησε και την Κυπριακή νομολογία, (Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ. 112 και Χατζησάββα ν. Διονυσίου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1301). Η νομολογία έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων ο οποίος επιλέγει να εγείρει αγωγή, μη αφήνοντας στον εναγόμενο επιλογή από του να υπερασπιστεί τον εαυτό του, οφείλει να δώσει στον εναγόμενο τη λογική ευκαιρία να τον εξετάσει ιατρικώς, εφόσον επιλέγοντας την έγερση αγωγής, ο ενάγων «.. forgoes his right to protest at the invasion of his privacy which a medical examination involves.», (Hookham v. Wiggins Teape Fine Papers Limited [1995] PIQR 392). Συνυπολογίζεται όμως η επέμβαση στο σώμα και την προσωπικότητα του ενάγοντος ως ένα στοιχείο υπέρ ή εναντίον της έκδοσης της διαταγής.» Γ. Κριτήρια που εφαρμόζονται «Το κριτήριο για την έκδοση διαταγής αναστολής για σκοπούς ιατρικής εξέτασης είναι κατά βάση αυτό του ευλόγου της αίτησης («reasonableness test»). Αυτό σημαίνει κατά την Edmeades - ανωτέρω - κατά πόσο «the defendant's request that the plaintiff submit to medical examination was reasonable» και κατά την Lane v. Wills - ανωτέρω - κατά πόσο: «...... In the circumstances was the defendant' s request for a further psychiatric examination reasonable; or was the plaintiff' s refusal to submit himself to it reasonable?» Σ' όλες τις υποθέσεις που μνημονεύονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και σ' όλες όσες κατάφερα να εντοπίσω κατά την έρευνα μου, ο ενάγων είχε ήδη δώσει μαρτυρία ή πρόκειτο να δώσει μαρτυρία ή είχε ήδη υποστεί τουλάχιστον μια ιατρική εξέταση, επιδιωκόταν δε η έκδοση εναντίον του διατάγματος για δεύτερη ή και τρίτη εξέταση. Το κριτήριο του ευλόγου («test of reasonableness»), τέθηκε σε εφαρμογή σε κάθε υπόθεση υπό το φως αυτών των δεδομένων.» Δ. Χρόνος υποβολής του αιτήματος «Στην Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ. 112 .... Η έφεση επετράπη διότι καθυστερημένα και μετά το πέρας της υπόθεσης του ενάγοντα είχε καταχωρηθεί η αίτηση για εξέταση χωρίς βάσιμο λόγο για την καθυστέρηση, ώστε να παρίστατο ανάγκη για ανακοπή της διαδικασίας προς εκδίκαση της αγωγής του ενάγοντα. ... Και εδώ το αίτημα υπεβλήθη καθυστερημένα, ενώ κατά κανόνα, υποβάλλεται κατά την αρχή της υπόθεσης, στο προκαταρκτικό στάδιο και ή στο στάδιο της έκδοσης οδηγιών.. Στην Χατζησάββα ν. Διονυσίου - ανωτέρω - ... Τονίσθηκε δε ότι αυτού του είδους οι ιατρικές εξετάσεις ζητούνται και ρυθμίζονται κατά την έκδοση οδηγιών συμφώνως της Δ.30, ώστε να μην παρακωλύεται, εκ των υστέρων, η προώθηση της υπόθεσης του ενάγοντα. Στην υπόθεση Li Siu Lun v. Looi Kok Poh and another [2012] 5 GHCR 4, του High Court της Σιγκαπούρης, όπου έγινε ευρεία ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας και της νομολογίας της Σιγκαπούρης (όπου αντίθετα με την Κύπρο, υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση για την έκδοση διαταγής για ιατρική εξέταση), λέχθηκε επίσης ότι ο διάδικος που επιδιώκει την ιατρική εξέταση «... would do well to apply for such an order as soon as possible after they become aware of the new allegation, and should do so before trial dates have been set. This will promote proper and efficient administration of justice.».» Ε. Έκταση της ιατρικής εξέτασης «Όπως αποφασίστηκε στην πιο πάνω υπόθεση, η ιατρική εξέταση δεν περιορίζεται μόνο σε υποθέσεις προσωπικών ζημιών, αλλά επεκτείνεται και σε υποθέσεις όπου η αξίωση είναι για μη προσωπικές ζημιές, όπως στην Jackson v. Mirror Group Newspapers Ltd ..., στην Lane v. Willis ... και στην ίδια την Li Siu Lun, ... Και στις τρεις αυτές υποθέσεις, ο ενάγων ήταν διαθέσιμος, αν και απρόθυμος, να υποστεί ιατρική ή ψυχιατρική εξέταση.» (βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, Civil Procedure, ηλεκτρονική έκδοση 2015, par.1043 - Stay under inherent jurisdiction; in general και Blackstone's Civil Practice 2013: The Commentary, par.52.35 - Medical Examination) Παρεμβάλλω εδώ σε ελεύθερη μετάφραση, και τα όσα σχετικά λέχθηκαν στην αγγλική αυθεντία Prescott v Bulldog Tools Ltd - [1981] 3 All ER 869: «Γενικά, η απόφαση για την αναστολή της διαδικασίας εν αναμονή της ιατρικής εξέτασης του ενάγοντα, αφορά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για οποία είναι απαραίτητο όπως το Δικαστήριο, εξισορροπήσει το δικαίωμα του ενάγοντος στην προσωπική του ελευθερία έναντι του δικαιώματος του εναγομένου να αμυνθεί στη δίκη όπως θεωρεί σκόπιμο και δεν υπάρχει κανένας λόγος αρχής, γιατί το ένα δικαίωμα να θεωρείται σημαντικότερο από το άλλο. Για να αποφασιστεί κατά πόσο ο οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων ενεργεί εύλογα, το ζήτημα για το Δικαστήριο δεν είναι αν η άρνηση του ενάγοντα είναι αντικειμενικά εύλογη ούτε εάν το αίτημα του εναγομένου είναι αντικειμενικά εύλογο αλλά αν η ένσταση ή το αίτημα, είναι εύλογο υπό το φως των πληροφοριών ή των συμβουλών που αντίστοιχα τα μέρη έλαβαν από τους συμβούλους τους. Επιπλέον, όταν το αίτημα του εναγομένου για εξέταση είναι εύλογο, το Δικαστήριο μπορεί να χορηγήσει την αναστολή, αν η άρνηση του ενάγοντα είναι τέτοια που εμποδίζει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και συνήθως το Δικαστήριο, θα θεωρήσει το γεγονός ότι ο εναγόμενος θα στερηθεί του εμπειρογνώμονα της επιλογής του, ως εμπόδιο στη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Για να κριθεί αν η άρνηση του ενάγοντος να υποβληθεί στην υπό κρίση εξέταση είναι λογική, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ: α) εξέτασης που δεν συνιστά σοβαρή επίθεση εν τη αυστηρή έννοια του όρου αλλά μόνο παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή, β) εξέτασης που περιλαμβάνει κάποια επίθεση εν τη αυστηρή έννοια του όρου, όπως ψηλάφηση, (γ) εξέτασης που περιλαμβάνει κάποια ουσιαστική επίθεση, χωρίς όμως να προκαλείται ενόχληση και κίνδυνος, (δ) εξέτασης που περιλαμβάνει κάποια ουσιαστική επίθεση, η οποία ενέχει επίσης δυσφορία και κίνδυνο και (ε) εξέτασης που ενέχει κίνδυνο τραυματισμού ή κίνδυνο στην υγεία. Όταν ο εναγόμενος πιστεύει πραγματικά ότι, εκτός αν ο ενάγοντας υποβληθεί σε εξέταση που ενέχει ένα πραγματικό αλλά ελάχιστο κίνδυνο βραχυπρόθεσμου τραυματισμού, δεν μπορεί να υπερασπιστεί μια υπόθεση που θα μπορούσε να του κοστίσει προσωπικά σε αποζημιώσεις πολύ περισσότερο από ό,τι αυτός αξίζει και συμφωνεί να αποζημιώσει τον ενάγοντα για οποιαδήποτε τέτοια ζημία, το ζήτημα αν η άρνηση του ενάγοντα να υποβληθεί στην εξέταση αυτή είναι εύλογη, πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατόπιν αντικειμενικής εξέτασης της βαρύτητας του αιτήματος του εναγομένου ως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται και της βαρύτητας του εύλογου της άρνησης του ενάγοντα ως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται και να εξισορροπήσει το ένα έναντι του άλλου ώστε να διασφαλιστεί η δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τις εύλογες απαιτήσεις και αντιρρήσεις των δύο τους κατά το χρόνο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας.» ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ Στρεφόμενος στην υπό κρίση αίτηση, σημειώνω τα εξής: Α. Όσον αφορά τη θέση που προβλήθηκε από τον ενάγοντα επί του θέματος της όμνυσης της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο άλλο από την εναγόμενη ήτοι από δικηγορική υπάλληλο του δικηγορικού γραφείου της τελευταίας, παρατηρώ τα εξής: Στην παρούσα περίπτωση, η ομνύουσα, κατονομάζει θεωρώ με σαφήνεια, και την ιδιότητα της αλλά και την άμεση πηγή της γνώσης της για τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Άλλωστε, η επιστολή με την οποία κλήθηκε αρχικά ο ενάγοντας να εξεταστεί και η οποία αποτέλεσε το έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, απεστάλη από το δικηγορικό γραφείο της ομνύουσας εξ'ου και η ίδια έχει άμεση γνώση για το εν λόγω γεγονός αλλά και αντίγραφο της σχετικής επιστολής στην κατοχή της. Πέραν τούτου όμως, η προβαλλόμενη επάρκεια της συγκεκριμένης γνώσης της ομνύουσας, ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, αφού καμία προσπάθεια αντεξέτασης ή άλλως πώς αμφισβήτησης της έγινε από πλευράς καθ' ου η αίτηση, πλην μιας γενικής αναφοράς στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση ότι, η συγκεκριμένη ομνύουσα δεν αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο έλαβε γνώση των όσων ορκίζεται ούτε και αναφέρει γιατί δεν ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής (βλ. BUNKERNET ανωτέρω) Η πλευρά του ενάγοντα, προσέγγισε το θέμα ως και αν η ομνύουσα επρόκειτο για δικηγόρο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγομένη. Ακόμη και έτσι να είχαν τα πράγματα, από τη στιγμή που η ομνύουσα δεν χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της Παναγή Δ στην υπόθεση BUNKERNET LTD ν. PNO SHIPMANAGEMENT LTD κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ.: 9/2013, 11/11/2016, απαντά πλήρως θεωρώ και στη θέση αυτή: «Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πέτρου Ζωγράφου κ.ά ν. Drosoneri Farm Limited, ECLI:CY:AD:2015:A362, Πολιτική Έφεση Αρ.379/2012, ημερομηνίας 21.5.2015 όπου επίσης προβλήθηκε ισχυρισμός για το παράτυπο ένορκης δήλωσης εκ μέρους δικηγόρου λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία απαντούν, κατά την άποψη μου, στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων επί του θέματος της όμνυσης της ένορκης δήλωσης από δικηγόρο: «Παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, η νομολογία μας δεν απαγορεύει την όμνυση από δικηγόρο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που ο ομνύων δεν χειρίζεται την υπόθεση, ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση (βλ. Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ 82). Όπως έχει νομολογηθεί, «η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης ..» (βλ. Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13.6.2013).» Λέχθηκε περαιτέρω στη Rybolovlev (ανωτέρω): «Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulai Dulai (ανωτέρω)...». Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως εξηγώ πιο κάτω, στην υπό κρίση αίτηση δεν υπάρχουν τέτοια «αμφισβητούμενα γεγονότα» που να απαιτούν την προσκόμιση «θετικής μαρτυρίας» προς απόδειξη τους οπόταν και η προέλευση της προσκομισθείσας μαρτυρία θα έχριζε αυστηρότερης εξέτασης. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που έχω παραθέσει ανωτέρω, τον κατάλογο μαρτύρων και τη σύνοψη μαρτυρίας που αμφότερες οι πλευρές έχουν καταθέσει, τα ουσιώδη για την υπό κρίση Αίτηση γεγονότα, συνιστούν ουσιαστικά, κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Τα εν λόγω γεγονότα συνίστανται στο ότι πρόκειται για αγωγή που αφορά σε κατ' ισχυρισμό πρόκληση σωματικών βλαβών, μόνιμων μάλιστα, η φύση και έκταση των οποίων, αποτελεί και σίγουρα θα αποτελέσει, ένα από τα πιο κύρια σημεία της αντιπαράθεσης των εμπλεκομένων κατά την ακρόαση όπου η προσκόμιση εξειδικευμένης ιατρικής μαρτυρίας, είναι δεδομένη και αναπόφευκτη. Με γνώμονα ότι αμφότερες οι πλευρές, είναι επί των δικογραφημένων τους ισχυρισμών και των όσων άλλων περιέχονται στον φάκελο της υπόθεσης που ουσιαστικά βασίζονται για να υποστηρίξουν τις αντίστοιχες θέσεις τους στην παρούσα Αίτηση (βλ. παρ. 2 και 5 Ε/Δ Ξενοφώντος και παρ. 3ν Ε/Δ Λειβαδιώτη), το ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από δικηγόρο, είναι ουσιαστικά άνευ σημασίας αφού η ουσία του πράγματος είναι απλή. Ο μεν ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη του προκάλεσε συγκεκριμένες σωματικές βλάβες, οι οποίες ισχυρίζεται ότι είναι μόνιμες και επιδεινώνονται, η δε πλευρά της εναγόμενης που υποχρεούται να υπερασπιστεί στην αγωγή, επιθυμεί να εξετάσει ιατρικά τον ενάγοντα για να διαμορφώσει η ίδια άποψη ως προς το βάσιμο ή μη των ισχυρισμών αυτών και θεωρεί ότι μέχρι να γίνει αυτό, η διαδικασία δεν πρέπει να επιτραπεί να προχωρήσει. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Aspinall v Sterling Mansell Ltd - [1981] 3 All ER 866, αναφορικά με τη δυνατότητα ενός ενάγοντα να ενστεί σε μια αίτηση αυτής της φύσης μέσω των δικηγόρων του, χωρίς ο ίδιος να δώσει μαρτυρία ως προς τους λόγους της άρνησης του, δύναται θεωρώ, να εφαρμοστούν κατ' αναλογία και στην περίπτωση ενός εναγόμενου ο οποίος επιθυμεί την ιατρική εξέταση του ενάγοντα.[1] Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης που αφορούν το κατ' ισχυρισμό παράτυπο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Β. Όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση, σημειώνω κατ' αρχή ότι, η πλευρά της αιτήτριας εναγόμενης, πλήρως συμμορφούμενη με τη σχετική νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω αλλά και με τις σχετικές Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση σε πολύ αρχικό στάδιο της υπόθεσης ήτοι στο στάδιο των Οδηγιών, εγείροντας μάλιστα το ζήτημα ως όφειλε, και στο Παράρτημα Τύπου 25 που καταχώρησε στα πλαίσια της Κλήσης για Οδηγίες (βλ. Δ.30 θ.2, 3, 9 και σχετική Οδηγία Πρακτικής Υπ' αρ.5). Της αίτησης προηγήθηκε η αποστολή σχετικού γραπτού αιτήματος προς στους δικηγόρους του ενάγοντα στις 6/04/17, αμέσως μετά δηλαδή που καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση και παρά το ότι δόθηκε στον ενάγοντα περιθώριο 3 μηνών να ανταποκριθεί, αυτός παρέλειψε να το πράξει. Η στάση αυτή του ενάγοντα, όπως άλλωστε επιμαρτυρεί και η ένσταση που καταχώρησε, δικαιολογημένα θεωρήθηκε ως άρνηση του να υποβληθεί στην αιτούμενη εξέταση εξ' ου και κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η δε θεραπεία που ζητείται με την υπό κρίση αίτηση, ζητήθηκε άμεσα όταν η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου με την Κλήση για Οδηγίες. Δεν διαπιστώνω επομένως καμία καθυστέρηση, αδικαιολόγητη η άλλως πως στην υποβολή του υπό κρίση αιτήματος, ως αντίθετα ισχυρίζεται η πλευρά του ενάγοντα. Ισχυρίζεται όμως περαιτέρω ο ενάγοντας ότι, επειδή έχει παρέλθει αρκετός χρόνος από την ημερομηνία του δυστυχήματος, οι συνέπειες των τραυμάτων του, πιθανόν να έχουν εκλείψει ή τα τραύματα του να μην είναι τόσο «εμφανή και νωπά» όσο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι αυτός είναι ο λόγος που η πλευρά της εναγόμενης δεν ζήτησε να τον εξετάσει προηγουμένως και συγκεκριμένα από τις 26/10/15 που της υπέβαλε γραπτώς το αίτημα του για εξωδικαστηριακή διευθέτηση των αξιώσεων του μαζί με τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Σημειώνω κατ' αρχή ότι, αν πρόθεση του ενάγοντα ήταν να θέσει τον εαυτό του από τις 26/10/15 στη «διάθεση» των γιατρών της εναγομένης προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, τότε κανένας λόγος υφίστατο γιατί να μην ήταν το ίδιο διαθέσιμος από τις 6/4/17 που του ζητήθηκε να προσέλθει για εξέταση, ιδιαίτερα όταν με το δικόγραφο της Απάντησης που καταχώρησε 6 μέρες πριν το εν λόγω αίτημα, επαναλάμβανε ότι τα τραύματα του και οι συνέπειες τους, εξακολουθούσαν να υφίστανται και να τον ταλαιπωρούν. Την ίδια στιγμή, δεν μπορώ να αγνοήσω και το γεγονός ότι η θέση του ενάγοντα περί «αποδυνάμωσης» των τραυμάτων του λόγω παρέλευσης χρόνου, δεν φαίνεται να συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις που πρόβαλε έξι μόλις μέρες πριν να του ζητηθεί αρχικά να εξεταστεί ιατρικά και τρεις μόλις μήνες πριν να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση ήτοι ότι οι συνέπειες των τραυμάτων του, όχι μόνο είναι μόνιμες και εξακολουθούν να υφίστανται αλλά και ότι η όλη κατάσταση του, επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου, θέση την οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα. Σημειώνω τέλος ότι, από αντιπαραβολή των ισχυρισμών που περιέχονται στην επιστολή ημερ. 26/10/15 που κατέθεσε ο ενάγοντας ως Τεκμήριο στην ένσταση του, με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αγωγή που καταχώρησε ένα και πλέον χρόνο μετά το επίδικο ατύχημα αλλά και με τις ημερομηνίες των σχετικά πρόσφατων ιατρικών πιστοποιητικών και βεβαιώσεων που αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που καταχώρησε τρεις μέρες μετά την παρούσα αίτηση, φαίνεται ότι η πάροδος του χρόνου, μάλλον επιδεινώνει παρά αποδυναμώνει τα τραύματα που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη. Αν επομένως, όντως ευσταθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα περί μονιμότητας και σταδιακής επιδείνωσης των τραυμάτων του, τότε ο χρόνος που παρήλθε από το ατύχημα, όχι μόνο δεν θα επηρεάσει αρνητικά μια ιατρική εξέταση η οποία αποσκοπεί στην εκτίμηση της σημερινής του κατάστασης, αλλά λογικά, θα επενεργήσει προς όφελος του. Σε κάθε περίπτωση όμως, το πώς δύναται να επηρεάσει την αποδεικτική αξία και βαρύτητα των αποτελεσμάτων μιας ιατρικής εξέτασης, ο χρόνος στον οποίο τέτοια εξέταση γίνεται, αυτό είναι θέμα που άπτεται της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης και δεν είναι επί του παρόντος να αποφασιστεί. Είναι όμως ευνόητο ότι, μια τέτοια εξέταση, ανεξαρτήτως του χρόνου στον οποίο γίνεται, θα συμβάλει σημαντικά στον καθορισμό της γραμμής που θα τηρήσουν οι διάδικοι και ιδιαίτερα η πλευρά της εναγόμενης, ως προς το τι συνιστά πραγματικό επίδικο θέμα στην υπόθεσης. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, και αυτή η πτυχή της ένστασης κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Γ. Αναφορικά με τη θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προσκρούει στον γενικό κανόνα περί σεβασμού της προσωπικής του ελευθερίας, περιορίζομαι να επαναλάβω τα όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο Β, παράγραφο των γενικών αρχών ανωτέρω, και να υπενθυμίσω τα όσα αναφέρθηκαν υπό Πική, Δ., στην Πετάση, ανωτέρω: «Η εξέταση δεν επιβάλλεται με διαταγή του δικαστηρίου, που θα συνιστούσε απαράδεκτη επέμβαση στην ατομική ακεραιότητα και ελευθερία του διαδίκου, αλλά έμμεσα με την αναστολή της δίκης μέχρις ότου ο διάδικος συμφωνήσει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση.» Το θέμα αυτό βέβαια, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης καθώς επίσης και με τον σκοπό και τους λόγους που οδήγησαν στην υποβολή του αιτήματος, θέματα με τα οποία, θα ασχοληθώ αμέσως πιο κάτω, στα πλαίσια εξέτασης της τέταρτης ενότητας των λόγων ένστασης του ενάγοντα. Δ. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω στο σημείο Α, ένα από τα κυριότερα επίδικα θέματα της αγωγής, είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί μονιμότητας των τραυμάτων του και των συνεπειών που του επέφεραν και θα του επιφέρουν. Σημειώνω ενδεικτικά τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα ότι, η έκταση του γονάτου του έχει ελαττωθεί κατά 15ο, ότι έχει καταστεί ανίκανος να εκτελέσει οποιαδήποτε εργασία, ότι λόγω τούτου αξιώνει επιπλέον ποσά μηνιαίως, ότι είναι ανίκανος να ασχοληθεί με οποιεσδήποτε αθλητικές δραστηριότητες και ότι «υπέφερε, υποφέρει και θα υποφέρει μονίμως πόνους, δυσκολίας, ζημίας και απώλειας.» και «. θα είναι αναγκασμένος να παίρνει φαρμακευτική αγωγή και να κάνει φυσιοθεραπεία». Είναι ακριβώς αυτούς τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που η πλευρά της εναγομένης αρνείται και απορρίπτει και που ζητά να διερευνήσει με την προτιθέμενη ιατρική εξέταση εξ' ου και «η εξέταση αυτή είναι απολύτως αναγκαία προς το σκοπό της εκτίμησης της σημερινής κατάστασης του». Δεν θα συμφωνήσω με τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντα ότι, η παρούσα αίτηση, δεν αποκαλύπτει καλό λόγο γιατί να ζητείται η προτιθέμενη εξέταση ή ότι «δεν υπάρχει λεπτομερής αιτιολογία σε συσχετισμό με τους λόγους αδυναμίας» προώθησης της υπεράσπισης αν δεν διαταχθεί ιατρική εξέταση. Αντίθετα, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο της αιτήτριας ότι σε περίπτωση που δεν λάβει χώρα τέτοια εξέταση, «η εναγόμενη παρεμποδίζεται ουσιωδώς από την δέουσα παρουσίαση της υπόθεσης και της υπεράσπισης της στην παρούσα υπόθεση». Η θέση της αιτήτριας είναι και ξεκάθαρη, αλλά και επαρκώς δικαιολογημένη. Ενόψει των ισχυρισμών του ενάγοντα περί μονιμότητας των τραυμάτων του, η αιτήτρια ζητά να τον εξεταστεί ιατρικά ώστε να εκτιμηθεί η σημερινή του κατάσταση για να μπορέσει να καθορίσει τη γραμμή της αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα. Άλλωστε, όπως διαφαίνεται και από τις μέχρι σήμερα προθέσεις των μερών, αν τελικά η υπόθεση προχωρήσει σε ακρόαση επί όλων των θεμάτων, μεγάλο μέρος της ακρόασης θα αναλωθεί στην προσκόμιση σχετικής ιατρικής μαρτυρίας. Υπενθυμίζω εδώ ότι, αυτό που οδήγησε στις διιστάμενες απόψεις στην Janet ν. Evagorou ανωτέρω, ήταν το κατά πόσο η εκεί προτιθέμενη εξέταση, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογα αναγκαία, ενόψει και της φύσης αλλά και του είδους της προσκομισθείσας μαρτυρίας κατά την ακρόαση. Στην υπόθεση εκείνη, η ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρα της κατά την ακρόαση, συγκεκριμένο γιατρό προς υποστήριξη των δικογραφημένων θέσεων της αναφορικά με τη φύση και έκταση των τραυμάτων της. Την ίδια στιγμή όμως, η ίδια επέλεξε να μην καταθέσει ως μάρτυρας. Η πλειοψηφία του Εφετείου έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της υπόθεσης ήτοι «τραυματισμό τον οποίο αποδίδει σε αμέλεια ή έλλειψη προσοχής», η επιλογή της ενάγουσας να μην καταθέσει η ίδια, δεν διαφοροποιούσε την αναγκαιότητα της ιατρικής της εξέτασης για σκοπούς προετοιμασίας της υπεράσπισης και αυτό παρά το ότι είχε ήδη αντεξεταστεί ο ιατρός που είχε καταθέσει μάλιστα και σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Η μειοψηφία του Εφετείου τήρησε αντίθετη άποψη. Σύμφωνα με την απόφαση του Ναθαναήλ Δ., «.από τη στιγμή που η ενάγουσα δήλωσε ότι έκλεισε την υπόθεση της και δεν θα ερχόταν η ίδια για να καταθέσει στο Δικαστήριο ... εξέλιπε το υπόβαθρο της ιατρικής εξέτασης. Δεν θα τίθετο η όποια ιατρική εξέταση ενώπιον της ίδιας της ενάγουσας-εφεσείουσας για να αντικρούσει τα όσα θα της τίθονταν σε αντεξέταση. Αντίθετα, η έκδοση διαταγής ιατρικής εξέτασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο επεμβαίνει υπό το φως του προαναφερθέντος δεδομένου, στο αναφαίρετο δικαίωμα της εφεσείουσας να μην καταθέσει. Εξαναγκάζεται στην ουσία η εφεσείουσα να υποστεί ιατρική εξέταση επί ποινή απώλειας ή απόρριψης της υπόθεσης της, .... η αίτηση δεν ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις, ενώ η άρνηση της εφεσείουσας, ούσα στο εξωτερικό είτε μη δυνάμενη να δώσει μαρτυρία, είτε μη επιθυμούσα να το πράξει, δεν ήταν παράλογη. Στην παρούσα υπόθεση, κατά πρώτο σημειώνω ότι, σύμφωνα με τον κατάλογο μαρτύρων και τη σύνοψη μαρτυρίας που καταχώρησε ο ενάγοντας, όχι μόνο παρουσιάζεται ρητά ο τελευταίος να συνιστά ένα από τους βασικούς μάρτυρες της υπόθεσης του, αλλά μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος της ουσίας της μαρτυρίας που θα προσκομίσει η πλευρά του ενάγοντα προς απόδειξη των ισχυρισμών του τελευταίου αναφορικά με τη φύση και την έκταση των τραυμάτων του, προέρχεται από δύο άλλους γιατρούς και ένα φυσιοθεραπευτή. Δηλαδή, όπως ήδη ανέφερα, η ανάγκη προσκόμισης εξειδικευμένης ιατρικής μαρτυρίας είναι και δεδομένη αλλά και αναπόφευκτη. Κατά δεύτερο, σημειώνω ότι, η Ένσταση που καταχώρησε ο ενάγοντας αφορά περισσότερο στο βάσιμο και εύλογο του υπό εξέταση αιτήματος, παρά στο βάσιμο και εύλογο της οποιασδήποτε άρνησης του τελευταίου να συμμορφωθεί με αυτό. Ακόμη όμως και αυτή η άρνηση του ενάγοντα να συμμορφωθεί με το αίτημα, δεν προβάλλεται να αφορά σε οποιοδήποτε προσωπικό κώλυμα του τελευταίου να υποβληθεί στην αιτούμενη ιατρική εξέταση ή στη φύση της εξέτασης, αλλά περιστρέφεται γύρω από το κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, είναι εύλογο και δίκαιο να ζητείται τέτοια εξέταση. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνω ότι, αντίθετα με την άρνηση του ενάγοντα η οποία ουδόλως μπορεί να δικαιολογηθεί, η αιτούμενη εξέταση, και εύλογη είναι αλλά και δίκαιη. Οι διαβεβαιώσεις δε της αιτήτριας, διαβεβαιώσεις που οφείλει σύμφωνα με τη νομολογία να δώσει και οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν, ότι ο ενάγοντας δεν θα υποστεί οποιαδήποτε σωματική ή οικονομική ζημιά από την προτιθέμενη εξέταση, ενισχύουν την εν λόγω κατάληξη μου. Όσον αφορά την πρόθεση για πλήρη αποκάλυψη προς την πλευρά του ενάγοντα των όσων θα διαπιστωθούν από την εξέταση, ενόψει του προνομίου που περιβάλλει το περιεχόμενο ενός πορίσματος/πιστοποιητικού που συντάσσεται από ένα εμπειρογνώμονα για λογαριασμό της πλευράς που το διορίζει και ενόψει του ότι το θέμα αποκάλυψης ενός τέτοιου πιστοποιητικού, άπτεται του τρόπου με τον οποίο θα επιλέξει να χειριστεί την υπόθεση της η εναγόμενη, με όλες τις συνέπειες που η επιλογή της αυτή θα συνεπάγεται για την υπόθεση της, στο παρόν στάδιο θα περιοριστώ απλά να παραθέσω τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Megarity v DJ Ryan & Sons Ltd [1980] 2 All ER 832, [1980] 1 WLR 1237 και στο σύγγραμμα Blackstone's ανωτέρω παρ. 52.37, και δεν θα επεκταθώ περαιτέρω επί του θέματος - «.it is never reasonable to insist that the defendant must disclose the report compiled after the examination as condition of consenting to an examination. This is because the report is protected by legal professional privilege, and would give the claimant an advantage not enjoyed by the defendant». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης και ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας (STAY OF PROCEEDINGS) στην πιο πάνω αγωγή, μέχρις ότου το Δικαστήριο ειδοποιηθεί από αμφότερες τις πλευρές ότι ο ενάγοντας συγκατατέθηκε να υποβληθεί και όντως υπεβλήθη σε ιατρική εξέταση υπό του ιατρού Δρ. Ηλία Γεωργίου ο οποίος υπεδείχθη υπό την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης με επιστολή των δικηγόρων της τελευταίας προς την δικηγόρο του ενάγοντα ημερομηνίας 6/4/2017. Το εν λόγω διάταγμα θα τελεί υπό τους εξής όρους: Α. Κατά την εξέταση, ο ενάγοντας δύναται, αν επιθυμεί, να συνοδεύεται από φιλικό του πρόσωπο ή τον ιατρό του, νοουμένου όμως ότι το εν λόγω πρόσωπο ή ιατρός, δεν θα επέμβει με οποιοδήποτε τρόπο στην ιατρική εξέταση του Δρ. Γεωργίου (βλ. Hall v Avon Area Health Authority (Teaching) [1980] 1 All ER 516 και Halsbury's ανωτέρω). Β. Κατά την εξέταση του ενάγοντα, ο Δρ. Γεωργίου δεν θα συζητήσει ή ανακρίνει τον ενάγοντα αναφορικά με το επίδικο ατύχημα εκτός στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για να μπορέσει ο Δρ. Γεωργίου να προβεί στις σχετικές ιατρικές διαπιστώσεις και ευρήματα του (βλ. Blackstone's ανωτέρω παρ. 52.36). Γ. Τα έξοδα της ιατρικής εξέτασης του Δρ. Γεωργίου και του σχετικού πιστοποιητικού που θα ετοιμάσει καθώς και όποια τυχόν έξοδα ήθελε υποστεί ο ενάγοντας για σκοπούς παρουσίασης του στην εξέταση, θα βαραίνουν αποκλειστικά την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης (βλ. Blackstone's ανωτέρω παρ. 52.36). Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται προς όφελος της εναγόμενης-αιτήτριας και εις βάρος του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι δε πληρωτέα με την αποπεράτωση της υπόθεσης. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: αναστολή διαδικασίας μέχρι υποβολής σε ιατρική εξέταση [1] Per Curiam. A plaintiff is entitled to instruct his legal advisers to contest an application by the defendant for a stay of proceedings pending medical examination of the plaintiff without himself giving evidence of his reasons for his objection to undergoing the examination cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.