ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ FAR EAST LAND BRIDGE LIMITED, Αίτηση Αρ.: 235/2017, 8/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 235/2017 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ FAR EAST LAND BRIDGE LIMITED από τη Λεμεσό (ΗΕ 194296) ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ.113 --------------------------------------------- Αίτηση Ημερ. 12/10/17 για Συμπληρωματική/Απαντητική Ένορκο Δήλωση Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Παπαχριστοδούλου για Παπαδόπουλο, Λυκούργο & Σια ΔΕΠΕ Για Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρεία: κ. Νικολάου για Πατρ. Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ'ης η Αίτηση 2 Nibro Capital Management Ltd: κα Λιασίδου για Α.Γ. Παφίτης & Σια ΔΕΠΕ Για Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: Καμία Εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση ημερ.12/10/17, οι κ.κ. Dr Nissim Levy και Oded Harel, αιτητές στην παρούσα αλλά και στην κυρίως αίτηση (εφ' εξής αιτητές), ζητούν να τους επιτραπεί όπως καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκο δήλωση, για να απαντήσουν/αντικρούσουν, ως υποστηρίζουν, στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση 2 - Nibro Capital Management Ltd (εφ' εξής Nibro), στην ένσταση που η τελευταία καταχώρησε στην κυρίως αίτηση. Αντικείμενο της κυρίως αίτησης, η οποία καταχωρήθηκε στις 25/4/17, είναι αίτημα των προαναφερόμενων αιτητών για «διόρθωση και/ή τροποποίηση και/ή μεταβολή του Μητρώου Μελών» της καθ' ης η αίτηση 1 κυπριακής εταιρείας FAR EAST LAND BRIDGE LIMITED (εφ' εξής εταιρεία) και συγκεκριμένα για «σημείωση και/ή εγγραφή, από την 1/1/17 και/ή οιανδήποτε άλλη ημερομηνία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή», συγκεκριμένων μεταβιβάσεων 109 συνολικά μετοχών της εταιρείας, από τη Nibro προς τους αιτητές. Η κυρίως αίτηση η οποία εδράζεται επί των άρ. 4, 51 και 111 του Κεφ.113 και των αρ.1-13 των Περί Εταιρειών Κανονισμών «και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στο άρθρο 6(α)», υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του David Bressloff, solicitor από την Αγγλία και νομικού συμβούλου των αιτητών. Μετάφραση της Ε/Δ Bresslof η οποία είναι στα αγγλικά, έχει, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμαστεί και καταχωρηθεί στο φάκελο της υπόθεσης στις 26/10/
- Επί της ουσίας του, το αίτημα των αιτητών για διόρθωση/μεταβολή του μητρώου της εταιρείας, εδράζεται στην κατ' εκείνους, ενεργοποίηση των προνοιών συμφωνίας ενεχυρίασης που σύναψαν με τη Nibro στις 30/9/14 (συμφωνία ενεχυρίασης), στα πλαίσια της οποίας η Nibro, ενεχυρίασε προς όφελος των αιτητών τις προαναφερόμενες 109 μετοχές, ως εξασφάλιση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της που προέκυπταν από συμφωνία που έγινε μεταξύ των μερών για την αγοραπωλησία 457 συνολικά μετοχών της εταιρείας, ιδιοκτησίας των αιτητών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την Ε/Δ Bresslof, στις 22/8/14, οι αιτητές συμφώνησαν με τη Nibro να της πωλήσουν 457 συνολικά μετοχές της εταιρείας που τους ανήκαν, έναντι $25.000.
- Το εν λόγω ποσό, η Nibro θα το κατέβαλλε δια συγκεκριμένων δόσεων, αρχικά επτά και στη συνέχεια έξι, κατόπιν τροποποίησης της συμφωνίας (closings 30/09/14, 30/12/14, 31/3/15, 30/6/15, 30/9/15 και 30/12/15). Με την πληρωμη της κάθε συμφωνηθείσας δόσης θα μεταβιβάζετο και συγκεκριμένος αριθμός μετοχών. Η πρώτη μεταβίβαση που έγινε στις 30/9/14 αφορούσε 109 μετοχές, οι οποίες μετοχές, με το που μεταβιβάστηκαν στη Nibro, ενεχυριάστηκαν πίσω στους αιτητές, ως εξασφάλιση των υπόλοιπων συμβατικών υποχρεώσεων της Nibro απέναντι τους. Σύμφωνα με τη Ε/Δ Bresslof, σε κάποιο στάδιο της συμφωνίας και αφού είχαν καταβληθεί οι πρώτες 4 δόσεις και 311 μετοχές είχαν ήδη μεταβιβαστεί από τους αιτητές, η Nibro παρέλειψε να καταβάλει τη δόση της 30/9/15 στην ώρα της. Παράταση χρόνου που ζητήθηκε από την τελευταία για να πληρώσει, δόθηκε από τους αιτητές, πλην όμως και πάλι, καμία πληρωμή έγινε. Ούτε όμως στο γραπτό παράπονο που υπέβαλαν οι αιτητές στις 30/10/15, δόθηκε οποιαδήποτε απάντηση από τη Nibro. Όταν δε στη συνέχεια παρήλθε και η 30/12/15 και δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή, οι αιτητές μέσω του Bresslof, επεδίωξαν επανειλημμένα να συζητήσουν το θέμα με τη Nibro χωρίς όμως οποιοδήποτε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Τελικά, στις 9/3/16, κατόπιν διαπραγματεύσεων, αποφασίστηκε από κοινού όπως τροποποιηθεί εκ νέου η συμφωνία και όπως οι δύο καθυστερημένες δόσεις συμπτυχθούν σε μία, η οποία και θα καταβάλλετο κατά ή περί τις 20/5/
- Κατά παράβαση όμως της συμφωνίας, σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, η Nibro δεν κατέβαλε ούτε αυτή τη δόση και συνεπεία της παράβασης αυτής, οι αιτητές αποφάσισαν να ασκήσουν τα δικαιώματα τους με βάση τη συμφωνία ενεχυρίασης. Ζήτησαν ακολούθως όπως οι επίμαχες 109 ενεχυριασμένες μετοχές εγγραφούν επ' ονόματι τους και όπως γίνει η ανάλογη καταχώρηση στο μητρώο μελών της εταιρείας. Με το αίτημα τους αυτό όμως, η εταιρεία δεν συμμορφώθηκε, κατ' εκείνους αδικαιολόγητα. Για το λόγο αυτό, καταχώρησαν την κυρίως αίτηση με την οποία ζητούν όπως η σχετική μεταβολή του μητρώου μελών της εταιρείας διαταχθεί να γίνει με σχετικό Διάταγμα Δικαστηρίου. Στην κυρίως αίτηση, τόσο η Nibro όσο και η εταιρεία καταχώρησαν ένσταση, στις 4/7/17 και 3/7/17 αντίστοιχα. Αν και η «ένσταση» που καταχώρησε η τελευταία, στην πραγματικότητα συνιστά απλά μια επεξήγηση των διαδικαστικών λόγων (procedural) που δεν της επιτρέπουν να προχωρήσει με την μεταβολή του μητρώου και δεν εκτείνεται στην ουσία του αιτήματος, η ένσταση της Nibro από την άλλη, άπτεται ουσιαστικών θεμάτων της υπόθεσης αφού με αυτή αμφισβητείται αυτό καθ' αυτό το δικαίωμα των αιτητών να επικαλούνται τη συμφωνία ενεχυρίασης για να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες των 109 επίμαχων μετοχών. Συνοπτικά η ένσταση της Nibro η οποία υποστηρίζεται από την Ε/Δ Δαλίτη, περιστρέφεται γύρω από τρεις άξονες: Α. Λόγω του ότι η συμφωνία πώλησης των μετοχών αναφέρει ρητά ότι διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και ότι η οποιαδήποτε τυχόν διαφορά προκύψει μεταξύ των μερών, αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση της είναι το London Court of International Arbitration, το παρόν κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αίτηση. Β. Οι όροι της συμφωνίας ενεχυρίασης που επικαλούνται οι αιτητές προς υποστήριξη του αιτήματος τους, δεν έχουν και δεν είχαν ποτέ ενεργοποιηθεί αφού ένεκα της επανειλημμένης παραβίασης ουσιωδών συμβατικών όρων από αμφότερες τις πλευρές κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της συμφωνίας πώλησης, παραδείγματα των οποίων παρατίθενται στην Ε/Δ, οι συμβαλλόμενοι είχαν ουσιαστικά «παραιτηθεί» του δικαιώματος τους να επιμένουν σε πιστή τήρηση των εκατέρωθεν συμφωνηθεισών υποχρεώσεων και χρονοδιαγραμμάτων. Γ. Αν και η «συμπτηχθείσα» τελευταία πληρωμή του Μαίου 2016 δεν έλαβε χώρα εντούτοις αναμένετο όπως πρώτα γίνει η μεταβίβαση όπως άλλωστε «ήταν η πρακτική σε προγενέστερες συντελέσεις (closings)» και μετά να γίνει η πληρωμή. Παρά ταύτα, ενώ η Nibro είχε εκφράσει γραπτώς την πρόθεση της να προχωρήσει με τη συμφωνία και να καταβάλει τη τελευταία δόση εντούτοις, χωρίς να μεταβιβαστούν οι τελευταίες 146 μετοχές, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική παράβαση από πλευράς Nibro και χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε προηγούμενη προειδοποίηση περί διαπίστωσης οποιασδήποτε τέτοιας παράβασης, οι αιτητές προχώρησαν και άσκησαν τα δικαιώματα τους με βάση τη συμφωνία ενεχυρίασης. Υπό αυτή την έννοια, οι αιτητές ενήργησαν εντελώς αυθαίρετα και πρόωρα. Ισχυρίζεται τέλος η Nibro ότι, τα όσα προκύπτουν να συνιστούν επίδικες διαφορές μεταξύ των μερών στην παρούσα περίπτωση, δεν μπορούν να εκδικαστούν στα πλαίσια της συνοπτικής διαδικασίας του αρ.111 Κεφ.113 και ότι αντίθετα, το όλο θέμα θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια αγωγής. Είναι δε η θέση τους ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησαν και ενεργούν οι αιτητές στην παρούσα υπόθεση και ειδικότερα σε βάρος των δικαιωμάτων της Nibro, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και επομένως θα πρέπει να εμποδιστούν από του να συνεχίσουν. Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά στις 13/9/17 για οδηγίες και αφού είχαν προηγουμένως καταχωρηθεί οι ενστάσεις της εταιρείας και της Nibro και δόθηκε χρόνος να μελετηθούν από τους αιτητές. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, οι αιτητές ανέφεραν ότι προτίθεντο να καταχωρήσουν συμπληρωματική Ε/Δ προς απάντηση των όσων προβάλλονταν στις καταχωρηθείσες ενστάσεις και ζήτησαν χρόνο να το πράξουν. Στο αίτημα τους αυτό, οι καθ' ων αίτηση 1 και 2, δεν είχαν ένσταση επιφυλάσσοντας παράλληλα το δικαίωμα τους να τοποθετηθούν επί του αιτήματος όταν αυτό θα υποβάλλετο. Δηλώθηκε παράλληλα από όλους τους εμπλεκομένους ότι βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη συζητήσεις με σκοπό την εξεύρεση μια κοινά αποδεκτής λύσης στο όλο θέμα. Συνεπεία των πιο πάνω τοποθετήσεων των μερών, το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 26/10/17 με οδηγίες όπως τυχόν αίτηση από πλευράς αιτητών καταχωρηθεί μέχρι τότε. Συμμορφούμενοι με τις εν λόγω οδηγίες, οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στις 12/10/17 η οποία και εδράζεται, μεταξύ άλλων, στις Δ.1, 39, 48, 55, στα αρ. 4, 51 και 111 του Κεφ.113, στα αρ.1-13 των Περί Εταιρειών Κανονισμών, στους Κ. 26 και 36
(1)των αγγλικών Companies and Winding Up Rules 1949, στη νομολογία του Δικαστηρίου και την αγγλική πρακτική. Ως ανέφερα πιο πάνω, με την παρούσα αίτηση, οι αιτητές επιθυμούν να τους δοθεί άδεια να απαντήσουν με συμπληρωματική ένορκο δήλωση στους ισχυρισμούς που προβάλλει στην ένσταση της η Nibro και οποίοι συνοψίζονται ανωτέρω. Θέση των αιτητών είναι ότι με την Ε/Δ Δαλίτη «...έχουν τεθεί επίπλαστα ζητήματα και αντικειμενικά αναληθείς και άσχετοι με τα επίδικα θέματα ισχυρισμοί...» οι οποίοι όμως θα πρέπει να τύχουν απάντησης ούτως ώστε να τεθεί ενώπιον του Διακστηρίου, «...η ολοκληρωμένη, πλήρης και αληθινή εικόνα του ζητήματος». Πρόθεση των αιτητών είναι, να καταχωρήσουν νέα Ε/Δ του Bresslof, προσχέδιο της οποίας επισυνάπτεται στην αίτηση, με την οποία ο τελευταίος προχωρεί να απαντήσει σε όλα τα θέματα που θίχτηκαν με την Ε/Δ Δαλίτη και ειδικότερα να εισάξει τα εξής: Α. Αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ του Bresslof εκ μέρους των αιτητών και της Nibro από τις 14/10/15, ήτοι μετά την παράλειψη πληρωμής της δόσης της 30/9/15 και μέχρι και πρόσφατα, αναφορικά με τον τρόπο ολοκλήρωσης των προηγούμενων closings, τη θέση που εξέφρασαν από τότε οι αιτητές ότι υπήρξε ουσιώδες παράβαση της συμφωνίας και ότι σε περίπτωση που δεν καταβαλλόταν η σχετική πληρωμή υπήρχε το ενδεχόμενο ενεργοποίησης των προνοιών της συμφωνίας ενεχυρίασης καθώς και αναφορικά με τη στάση που τήρησε στο όλο θέμα η Nibro και τις θέσεις που πρόβαλλε μέχρι και την καταχώρηση της ένστασης της, θέσεις οι οποίες δεν συνάδουν, σύμφωνα με τους αιτητές, με τα όσα προβάλλονται τώρα στην ένσταση Nibro και ειδικότερα με τον ισχυρισμό περί «αμοιβαίας παραβίασης της συμφωνίας», «παραίτησης» των συμβατικών δικαιωμάτων και πρόωρων ενεργειών των αιτητών (βλ. προτιθ. Ε/Δ Bresslof παρ.5 - 10, 14 - 16) Στις παρ.11 - 13 της προτιθ. Ε/Δ Bresslof δε, ο τελευταίος συνοψίζει τη σημασία που κατ' εκείνον φανερώνουν τα πιο πάνω γεγονότα. Β. Διευκρινίσεις ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τόσο από πλευράς forum όσο και από πλευράς δικονομίας. Στα πλαίσια αυτών των διευκρινίσεων παρατίθενται και γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της ένστασης Nibro καθώς και σχετική αλληλογραφία που αντηλλάχθηκε μεταξύ των εμπλεκομένων και των δικηγόρων τους. Γίνεται επίσης αναφορά σε «Ειδοποίηση Διαφοράς» που στάληκε από τους αιτητές προς τη Nibro στις 29/9/17 δυνάμει του όρου 27 της συμφωνίας πώλησης (βλ. προτιθ. Ε/Δ Bresslof παρ.17 - 30). Στις παρ.31 - 32 της προτιθ. Ε/Δ Bresslof, καταγράφεται η κατάληξη του τελευταίου ως προς το, κατ' εκείνον, βάσιμο και έγκυρο της κυρίως αίτησης σε αντίθεση με το αβάσιμο και ανυπόστατο της ένστασης της Nibro. Στην υπό κρίση αίτηση, αντίθετα με την καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία η οποία δήλωσε ότι θα μείνει αμέτοχη εφόσον το θέμα δεν την αφορά, η Nibro εξέφρασε την πρόθεση να ενστεί. Ακολούθως η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 20/11/17 και δόθηκαν οδηγίες όπως τυχόν ένσταση από πλευράς Nibro, καταχωρηθεί μέχρι 15/11/17, όπως και έγινε. Με την ένσταση της, η Nibro, προβάλλει δέκα συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στους αιτητές να καταχωρήσουν συμπληρωματική/απαντητική Ε/Δ, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό συνδέονται και αλληλοκαλύπτονται. Τους συνοψίζω: Α. Η αίτηση στερείται του αναγκαίου νομικού και πραγματικού ερείσματος (βλ. λόγους ένστασης 1, 2 και 3) Β. Κανένας «καλός λόγος» δεν έχει καταδειχθεί από πλευράς των αιτητών γιατί τα εν λόγω γεγονότα δεν περιλήφθηκαν στις αρχικές τους θέσεις και γιατί θα πρέπει να τους επιτραπεί να τα παρουσιάσουν τώρα. Πρόκειται προφανώς για ανεπίτρεπτη προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας προς «διόρθωση μιας ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αίτησης» αφού η Ε/Δ Δαλίτη δεν καθιστά αναγκαία την προβολή καμίας απάντησης ή διευκρίνισης (βλ. λόγους ένστασης 4, 5, 6, 7 και 8). Γ. Οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα και καταχρηστικά και έχουν επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η οποία μάλιστα αποσκοπεί στο να προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Τις αντίστοιχες θέσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών τις ανέπτυξαν ενώπιον μου μέσω εκτενών εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων τις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες. Αναφέρω συνοπτικά ότι αμφότεροι, παραπέμποντας σε αποφάσεις τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και των πρωτόδικων Δικαστηρίων, επικέντρωσαν τη νομική πτυχή των εισηγήσεων τους γύρω από τη φύση της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. Η πλευρά των αιτητών υποστήριξε ότι η κυρίως αίτηση αφορά σε διαδικασία εκδίκασης petition (αναφοράς) η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία και την αγγλική πρακτική, εν τη απουσία ρητής διαδικασίας στην κυπριακή νομοθεσία, δικάζεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων και ο αιτητής, έχει δικαιωματικά - «as of right», δικαίωμα να καταχωρήσει απάντηση στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν μέσω της ένστασης των καθ' ων η αίτηση. Δεν τίθεται δηλαδή θέμα απόδειξης «καλού λόγου» όπως επιβάλλει η Δ.48 και αυτό γιατί, όπως υποστήριξε ο συνήγορος των αιτητών, η αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι τυπική, περιορίζεται σε επιβεβαίωση των όσων αναφέρονται στην αίτηση και ουσιαστικά, μέχρι την καταχώρηση οποιασδήποτε ένστασης και παράθεσης υποστηρικτικών της ένστασης γεγονότων, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη των όσων αναφέρονται στην αίτηση και είναι επαρκής για να εγκριθεί η αίτηση. Ο λόγος που η δήλωση είναι τυπική και περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία είναι διότι σε εκείνο το στάδιο, ο αιτητής δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να γνωρίζει, αν και πώς η αίτηση του θα αμφισβητηθεί και στη βάση ποιων γεγονότων. Είναι συνεπώς, υποστήριξε ο συνήγορος, μέσω της απαντητικής ενόρκου δηλώσεως που θα δοθεί στον αιτητή η ευκαιρία να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση του ως προς τα αμφισβητούμενα και επίδικα πλέον γεγονότα, εξ' ου και στην παρούσα αίτηση, υποβάλλεται διαζευκτικά της άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής Ε/Δ και αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης τέτοιας Ε/Δ. . Έστω όμως και αν δεν ευσταθεί η πιο πάνω θέση των αιτητών ως προς τη φύση της διαδικασίας, ο συνήγορος τους υποστήριξε ότι στην παρούσα περίπτωση, οι πελάτες του έχουν καταδείξει «καλό λόγο» για να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν συμπληρωματική/απαντητική Ε/Δ. Τα όσα προβλήθηκαν στην ένσταση Nibro, εισηγήθηκε ο συνήγορος, ήταν αδύνατο να προβλεφθούν όταν καταχωρείτο η κυρίως αίτηση και αυτό γιατί ουδέποτε προηγουμένως η Nibro ισχυρίστηκε οποιαδήποτε «εκατέρωθεν παραβίαση της συμφωνίας» ή «αποποίηση δικαιωμάτων» ή εκατέρωθεν απαλλαγή των μερών από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ως πρόβαλε για πρώτη φορά όταν καταχώρησε την ένσταση της. Πρόσθετα τούτων όμως, και το θέμα της δικαιοδοσίας θα πρέπει να απαντηθεί, υποστήριξε ο συνήγορος, εφόσον προς το παρόν, ενώπιον του Δικαστηρίου είναι μόνο η θέση της Nibro ως προς το θέμα αυτό. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Nibro υποστήριξε κάτι διαφορετικό. Θέση της συνηγόρου ήταν ότι, η κυρίως αίτηση είναι γενική αίτηση πρωτογενούς φύσεως και επομένως δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.48 (βλ. σελ.8-10 Γ/Α Nibro). Κατ' επέκταση, εισηγήθηκε η συνήγορος, η όποια δυνατότητα υπάρχει για προσκόμιση μαρτυρίας, δεν αφορά στην καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ αλλά αντίθετα σε προφορική μαρτυρία, κάτι για το οποίο, όπως διευκρίνισε προφορικά η συνήγορος, ενδεχομένως να μην αντιμετώπιζε ένσταση. Παράλληλα όμως η συνήγορος υποστήριξε, με αναφορά στη νομολογία που αφορά στις πρόνοιες της Δ.48, και το ότι ο απαιτούμενος από τη Δ.48 «καλός λόγος», δεν έχει καταδειχθεί στην παρούσα περίπτωση (βλ. σελ 4-7 Γ/Α Nibro). Αμφότεροι οι συνήγοροι τέλος ασχολήθηκαν στις αγορεύσεις τους και με τα γεγονότα της υπόθεσης για να υποστηρίξουν τις θέσεις που προβάλλονται από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Θεωρώ κατ' αρχή σκόπιμο να επισημάνω το εξής το οποίο φαίνεται να διέλαθε της προσοχής αμφότερων των συνηγόρων. Το γενικότερο δικονομικό πλαίσιο που διέπει μια αίτηση για διόρθωση μητρώου μελών μιας εταιρείας στη βάση του αρ.111 Κεφ.113 (πρώην αρ.110), διέπεται, κατ' αρχή, από τους Κανονισμούς 4, 5 και 6(α) των περί Εταιρειών Διαδικαστικών Κανονισμών 396/1944, οι πρόνοιες των οποίων έχουν ως εξής: «4.-
(1)Every petition and summons and all notices, affidavits and other proceedings under any petition or summons shall be entitled in the District Court concerned, and in the matter of the company, and in the matter of the Companies Law,
- .......
- The following applications (in addition to those provided for by the Law) shall be made by petition................
- The following applications shall be made by summons:- (a) Applications for rectification of the register of members of a company under section 110 of the Law.» (έμφαση δική μου) Οι πιο πάνω Κανονισμοί, αν και θεσπίστηκαν στη βάση του νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε πριν την 1/07/1951 που τέθηκε σε ισχύ το Κεφ.113 (βλ. αρ. 392 Κεφ.113), εντούτοις διατηρήθηκαν ως οι εφαρμοστέοι περί Εταιρειών Κανονισμοί και ως τέτοιοι παραμένουν μέχρι και σήμερα (βλ. αρ 387-389 Κεφ.113)[1]. Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα και συνεπεία των αρ.387-389 Κεφ.113, οι εν λόγω Κανονισμοί, παρά την χρονολογία τους ήτοι 1944, περιγράφονται πολλές φορές και ως οι περί Εταιρειών Κανονισμοί του 1951, δηλαδή οι Κανονισμοί του Νόμου του 1951 ήτοι του Κεφ.113 (βλ. Κ.2 ερμηνεία του όρου «Law» και Karaoglanian Sons Ltd. and Others v. Karaoglanian and Another
(1976)JSC 1875). Σύμφωνα λοιπόν με τον Κ.6(α), επί του οποίου μάλιστα εδράζεται και η κυρίως αίτηση αλλά και η παρούσα, μια αίτηση για διόρθωση του μητρώου μελών εταιρείας, αντίθετα με άλλες διαδικασίες που καθορίζονται στον Κ.5 ότι γίνονται με petition (αναφορά), λαμβάνει την μορφή εναρκτήριας αίτησης (originating summons) και φέρει τίτλο ως προνοείται στον Κ.4. Η θέση επομένως των αιτητών ότι η παρούσα υπόθεση αφορά σε διαδικασία petition και όχι σε εναρκτήρια αίτηση (originating summons) ως αντίθετα υποστηρίζει η πλευρά της Nibro, δεν ευσταθεί. Αυτό καταρρίπτει και τη θέση των αιτητών ότι η καταχώρηση απάντησης είναι δικαιωματική - «as of right» - όπως αντίθετα είναι η περίπτωση σε διαδικασία petition. Το ότι όμως η κυρίως αίτηση συνιστά διαδικασία originating summons δεν συνεπάγεται αυτόματα και ότι η ακολουθητέα διαδικασία είναι αυτή που εισηγείται η πλευρά της Nibro ήτοι με προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας ωσάν να και επρόκειτο για εκδίκαση αγωγής. Μάλιστα δε, τέτοια προσέγγιση δεν συνάδει ούτε με τη διαδικασία που ακολουθείται για την εκδίκαση των συνηθισμένων originating summons που αφορούν στις διαδικασίες που προνοούνται στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά ούτε και με τη συνοπτική διαδικαστική φύση που επιβάλλεται να ακολουθηθεί σε αιτήσεις για διόρθωση μητρώου μελών αλλά και εταιρικές αιτήσεις γενικότερα και εξηγώ: Όσον αφορά τη συνοπτική διαδικασία μιας originating summons το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ JUNPORT INTERNATIONAL LIMITED κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση Αρ. 115/2017, 15/9/2017, είναι άκρως διαφωτιστικό: «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα.Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση. ... Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου. Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω. Όπως αναφέρεται και στην πιο πάνω απόφαση, η Δ.55 καθορίζει πρωτίστως, αν και όχι εξαντλητικά, τις περιπτώσεις για τις οποίες ενδείκνυται η χρήση εναρκτήριας κλήσης. Η εν λόγω διάταξη όμως και οι προβλεπόμενοι τύποι αρ. 50 και 51 που αναφέρονται στο Θ. 1 της Διαταγής, περιορίζονται ρητά στις περιπτώσεις «...όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ' ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο...» και δεν προνοούν οτιδήποτε για τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί στις περιπτώσεις όπου η εναρκτήρια κλήση, επιβάλλεται δια νόμου, να χρησιμοποιηθεί για κάποιο άλλο σκοπό, όπως γίνεται στην περίπτωση των Εταιρικών Κανονισμών του 1951. Η περίπτωση επομένως των «ιδιόμορφων» εταιρικών originating summonses, εμπίπτει εντός της εμβέλειας των Κ.3 και Κ.12 των Κανονισμών 1951, σύμφωνα με τους οποίους, αν δεν γίνεται στους Θεσμούς σχετική διαδικαστική πρόνοια, ή αν δεν προνοούνται τα έντυπα που θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν, καθοδήγηση δύναται τότε να αντληθεί από την πρακτική, διαδικασία και έντυπα που ισχύουν και εφαρμόζονται στα Δικαστήρια στην Αγγλία. Αναφέρω εδώ τη λέξη «καθοδήγηση», διότι όπως έχει κριθεί, εν τη απουσία ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, οι αγγλικοί κανονισμοί, δεν εφαρμόζονται αυτόματα στην Κύπρο, σε σχέση τουλάχιστο με την επιβολή των εκεί αναφερόμενων «θέσμιων» υποχρεώσεων. (βλ. KMC MOTORS ν. JOREPHANCO TRADING
(1984)1 CLR 390 και Karaoglanian ανωτέρω). Εν τη απουσία επομένως αντίστοιχης διαδικαστικής πρόνοιας στους δικούς μας Θεσμούς αναφορικά με τη διαδικασία που διέπει μια εταιρική αίτηση, ανέτρεξα για καθοδήγηση στη σχετική αγγλική πρακτική αλλά και στη δική μας δικαστική προσέγγιση. Αν και δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε συγκεκριμένη κυπριακή νομολογία επί του θέματος, ευθύς παρατηρείται ότι, τόσο το γενικότερο δικονομικό πλαίσιο που διέπει την εκδίκαση εταιρικών αιτήσεων στην Αγγλία όσο και η ουσία του όλου θέματος, συνάδουν πλήρως με την αντίστοιχη κυπριακή προσέγγιση. Εξηγώ: Α. Οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί 1951 που εφαρμόζονται στη Κύπρο, είναι σχεδόν πανομοιότυποι με την παλαιά RSC Ο.102 των Κανόνων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Rules of the Supreme Court), οι οποίοι θεσπίστηκαν στην βάση του τότε εν ισχύ Companies Act 1948. Σύμφωνα με το r.6 RSC Ο.102, η δικαιοδοσία εκδίκασης εταιρικών αιτήσεων εναπόκειται στο High Court, Chancery Division, όπου άλλωστε δικάζονται και οι υπόλοιπες originating summonses, ενώ στο r.6
(2), γίνεται αναφορά σε ένορκες δηλώσεις και άλλα έγγραφα που ενδεχομένως να συνοδεύουν πρωτογενείς κλήσεις και θα χρησιμοποιηθούν στην διαδικασία. Ο r.18 περαιτέρω, προνοεί ότι όλες οι ένορκες δηλώσεις που καταχωρούνται σε σχέση με αιτήσεις που εδράζονται στην RSC Ο.102 θα πρέπει να καταχωρούνται στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου. Οι εταιρικές αιτήσεις επομένως, που καταχωρούνται βάση των Κανονισμών που διέπουν τις πρόνοιες του Companies Act 1948 και 1985, ήτοι η RSC Ο.102, συνοδεύονται σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, από έγγραφη μαρτυρία υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων. Αυτή είναι και μια ιδιαιτερότητα των αιτήσεων αυτών που τις καθιστά διαφορετικές από τις συνηθισμένες πρωτογενείς αιτήσεις που αναφέρονται στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας της Κύπρου και για τις οποίες προνοείται η λήψη οδηγιών από το Δικαστήριο ως προς το πώς θα παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία. Β. Ο Κ. 6(α) των Κανονισμών 1951 που αφορά στην υποβολή εναρκτήριας αίτησης (originating summons) για διόρθωση μητρώου στη βάση του άρθρου 111 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, άρθρο του οποίου οι πρόνοιες είναι ταυτόσημες με το πρώην αρ. 116 του αγγλικού Companies Act 1948 και μετέπειτα αρ.359 του Companies Act 1985. (βλ. επίσης Γεωργίου Ανδρέας και Άλλη ν. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ. και Άλλου,
(2004)1 Α.Α.Δ. 866 και Χατζηγαβριήλ Κώστας και Άλλοι ν. Ξενοφώντος Ξενοφώντος και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 57), είναι επίσης πανομοιότυπος σχεδόν με το r. 3
(1)της RSC Ο.102, με τη μόνη διαφορά να έγκειται στο γεγονός ότι, στην Αγγλία, η αίτηση για διόρθωση μητρώου μελών εταιρείας, μπορούσε να γίνει και με originating summons αλλά και με originating motion (βλ. επίσης βλ. Palmer's Company Law, 21st Ed, pgs 455-456 και Pennington's Company Law, 4th ed. pgs.294-295). Η διαδικασία όμως του originating motion δεν ενσωματώθηκε ποτέ στην κυπριακή έννομη τάξη και ο άγγλος νομοθέτης, κατά τη θέσπιση των Εταιρικών Κανονισμών του 1951 στην Κύπρο, επέλεξε όπως παραλείψει την αναφορά σε αυτού του είδους τη διαδικασία, προφανώς για σκοπούς απλούστευσης και περιορισμού των διαθέσιμων διαδικασιών. Γ. Η διαδικασία εκδίκασης εναρκτήριας εταιρικής αίτησης και δη αίτησης για διόρθωση μητρώου μελών στην Αγγλία, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις αγγλικές αποφάσεις και συγγράμματα, να είναι καθαρά συνοπτικής φύσης και σε περίπτωση που εγείρεται σοβαρή αμφισβήτηση ως προς τα γεγονότα και/ή ως προς τα δικαιώματα επί των μετοχών ή/και διεκδικήσεις, το Δικαστήριο, το οποίο ασκεί διακριτική εξουσία για τη χορήγηση ή μη της αιτούμενης θεραπείας, θα αρνηθεί να τη χορηγήσει στα πλαίσια της προβλεπόμενης συνοπτικής διαδικασίας και θα αφήσει τους αιτητές να επιζητήσουν τη θεραπεία με αγωγή. (βλ. αναφορές στους Palmer's και Pennington ανωτέρω). Αυτή όμως είναι και η προσέγγιση της κυπριακής νομολογίας αναφορικά με το αρ. 111 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 επί του οποίου εδράζεται η κυρίως αίτηση στην παρούσα υπόθεση (βλ. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ και Χατζηγαβριήλ ανωτέρω) αλλά και σε σχέση με τις εταιρικές αιτήσεις γενικότερα (βλ. ενδεικτικά Σπανού Έφη M ν. GIP Constructions Limited
(1999)1 ΑΑΔ 315 και Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. C J Kyprianou Promotions Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 991) Δ. Η συντόμευση και απλούστευση των διαδικασιών που δεν αποσκοπούν στην και δεν προβλέπονται για την, επίλυση λύση διαφορών επί γεγονότων (disputes of fact), δεν περιορίζεται στην εκδίκαση εταιρικών αιτήσεων αλλά έχει γενική εφαρμογή σε όλες τις συνοπτικές και απλουστευμένες διαδικασίες. Ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι, μετά το 1999, με την κατάργηση της Δ.48, θ.4 και την εισαγωγή της νέας Δ.48, Θ.
(4)
(2), έχει καταργηθεί η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου σε συνέχεια καταχώρησης ένορκης δήλωσης και ο μόνος τρόπος να προσκομιστεί πλέον πρόσθετη μαρτυρία, είναι πάντα με συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Αν και η Δ.48, όπως εύστοχα επεσήμανε η συνήγορος της Nibro, εφαρμόζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και όχι σε πρωτογενείς διαδικασίες, η ορθή προσέγγιση είναι ότι δεν υπάρχει πλέον διαδικασία στην Κυπριακή Δικονομία όπου στην δίκη προσφέρεται και γραπτή μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης και πρόσθετη προφορική μαρτυρία (βλ. Αναφορικά με την εταιρεία ALKΙS HADJIKYRIAKOS (FROU FROU BISCUITS) PUBLIC LTD, Αρ. αίτησης 552/07, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, 13/2/2009 υπό Λιάτσο Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε). Αυτό άλλωστε, θα καταστρατηγούσε τον σκοπό και την πρόθεση του νομοθέτη όταν καταργούσε και αντικαθιστούσε την παλαιά Δ.48 θ.4 η οποία επέτρεπε αυτήν ακριβώς την διαδικασία (βλ. προ-1999 νομολογία όπως π.χ. Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Είναι φανερό ότι ο σκοπός της εκδίκασης μιας υπόθεσης αποκλειστικά στην βάση ενός είδους μαρτυρίας είναι ούτως ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση της επίδικης μαρτυρίας και των κανόνων απόδειξης που την διέπουν αλλά και ή απλούστευση και συντόμευση της διαδικασίας. Η συνοπτική επομένως διαδικασία που διέπει την εκδίκαση εταιρικών αιτήσεων αλλά και των εναρκτήριων κλήσεων γενικότερα, ως η εν λόγω διαδικασία σκιαγραφείται ανωτέρω από τον Ναθαναήλ Δ στην Π.Α 115/2017, επιβάλλει όπως το όλο θέμα προσεγγισθεί διαδικαστικά με τον πιο απλουστευμένο τρόπο. Μόνο έτσι θα μπορέσει να διαφανεί αν όντως πρόκειται για περίπτωση κατάλληλη να εκδικαστεί στα πλαίσια της εταιρικής διαδικασίας ή αν θα πρέπει να αφεθεί να οδηγηθεί σε διαδικασία κανονικής αγωγής. Αυτός μάλιστα είναι και ένας από τους βασικότερους λόγους ένστασης που προβάλλει η Nibro στην παρούσα υπόθεση εναντίον της κυρίως αίτησης. Από την πιο πάνω αγγλική νομολογία και συγγράμματα, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της RSC Ο.102 αλλά και την σχετική κυπριακή νομολογία, συνάγεται ότι, η εκδίκαση μιας εταιρικής αίτησης, όπως είναι και η αίτηση για διόρθωση μητρώου μελών, γίνεται στην βάση των καταχωρηθέντων ενόρκων δηλώσεων. Αυτό γιατί, η ιδιομορφία και ιδιαιτερότητα μιας εταιρικής αίτησης, έγκειται στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη δικαιοδοσία που ασκεί το Δικαστήριο, είναι συνοπτικής φύσης και περιορίζεται αποκλειστικά, στους εταιρικούς κανόνες και πρακτική και δεν εκτείνεται στην ευρεία δικαιοδοσία που έχει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της συνήθους πολιτικής του δικαιοδοσίας, ως Δικαστήριο γεγονότων (Trier/Court of facts). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από το Αγγλικό Εφετείο στην Re UOC Corp. Alipour v Ary [1997] B.C.C. 377, τo Δικαστήριο που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία (Company Court), δεν είναι κατάλληλα, δικονομικά εξοπλισμένο, για να επιλύει διαφορές επί γεγονότων (disputes of fact) και να προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Οι δικονομικές πρόνοιες που διέπουν τη διαδικασία σε ένα τέτοιο Δικαστήριο, δεν εκτείνονται στο βαθμό των προνοιών που έχει στη διάθεση του το Δικαστήριο που εκδικάζει αγωγές. Δικόγραφα, εν τη αυστηρή έννοια του όρου, δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν ούτε πρόνοιες για ανταλλαγή και επιθεώρηση εγγράφων. Η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας δε, συνήθως δεν είναι ανεκτή, και τα «επίδικα» θέματα, αποφασίζονται κατά κανόνα, στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίζεται, στα πλαίσια μιας συνοπτικής ουσιαστικά διαδικασίας. Υπενθυμίζω ότι, αν και στην Κύπρο δεν υπάρχει διαχωρισμός των Δικαστηρίων κατά «ειδικότητες» όπως στην Αγγλία, εντούτοις το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται μιας εταιρικής αίτησης, ενεργεί ουσιαστικά και ασκεί δικαιοδοσία κατά τρόπο όμοιο με τη δικαιοδοσία που ασκείται από το αγγλικό Company Court. Το ίδιο βέβαια ισχύει και αναφορικά με την εκδίκαση εναρκτήριων αιτήσεων γενικότερα, όπου το Δικαστήριο ενεργεί κατά τον ίδιο τρόπο με το αγγλικό Chancery Division (βλ. σχ. JUNPORT ανωτέρω). Η πιο πάνω προσέγγιση, κρίθηκε από τα κυπριακά Δικαστήρια, να συνιστά και την ορθή προσέγγιση εκδίκασης εταιρικών αιτήσεων στην Κύπρο. Ως αναφέρθηκε στην Εταιρική Αίτηση 259/89, Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερ. 28.5.1990, υπό τους τότε Π.Ε.Δ. Π. Αρτέμη και Ε.Δ. Στ. Ναθαναήλ: «Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, και τους Περί Εταιρειών Κανονισμούς του
- Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα, όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κατά τα άλλα} το δίκαιο της απόδειξης ισχύει όσο αφορά την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας, ιδιαίτερα όταν ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων». Το πιο πάνω απόσπασμα από την Demades, υιοθετήθηκε σε αρκετές αποφάσεις πρωτοδίκως, όπως στην υπόθεση FROU FROU ανωτέρω από τον Λιάτσο Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε, αλλά και από το Ανώτατο Δικαστήριο σε δικαιοδοσία μονομελούς σύνθεσης, στην υπόθεση Κασπαρής Σάββας Ιωάννη
(2013)1 ΑΑΔ 2476, Εταιρική Αίτηση 259/89 (ως προς την υψηλή πειστική αξία - high persuasive value - που οι αποφάσεις της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν για τα πρωτόδικα Δικαστήρια βλ. σχ. Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20) Στη βάση των πιο πάνω, το ερώτημα που προκύπτει είναι το πότε δύναται, στα πλαίσια μιας εναρκτήριας εταιρικής αίτησης, να επιτραπεί η καταχώρηση μιας τέτοιας συμπληρωματικής/απαντητικής Ε/Δ. Υπενθυμίζω ότι για τα petition η διαδικασία είναι διαφορετική εφόσον εκεί παρέχεται το δικαίωμα για καταχώρηση απάντησης (reply) (βλ. FROU FROU και Κασπαρής ανωτέρω) Το θέμα βέβαια ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά με γνώμονα όλες τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Για τις ενδιάμεσες διαδικασίες στη βάση της Δ.48, ο νομοθέτης έχει προνοήσει για την ύπαρξη «καλού λόγου», ο οποίος έχει ερμηνευθεί νομολογιακά ότι θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τη φύση της διαδικασίας και να αφορά στην παράθεση γεγονότων τα οποία δεν ήταν γνωστά εξ' υπαρχής ή παρουσιάστηκαν μετά την ένσταση και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης και είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα της υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων A. Messios Sons Ltd και Άλλος ν. Ανδρέα A Λεωνίδα (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 195). Δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθηθεί παρόμοια προσέγγιση και σε εναρκτήριες εταιρικές αιτήσεις εφόσον απώτερος σκοπός της χορήγησης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ, δεν είναι άλλος παρά η παράθεση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των σχετικών με την υπόθεση δεδομένων ούτως ώστε να μπορεί να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη χωρίς όμως παράλληλα να εκτροχιαστεί η ορθή διαδικασία. Το ενδεχόμενο να περιπλεχθούν αχρείαστα τα πράγματα, λαμβάνεται μεν υπόψη όπως όμως λαμβάνεται υπόψη και το ότι, η όλη διαδικασία εξετάζεται αποκλειστικά στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι εμπλεκόμενοι έχουν δικαίωμα να τους επιτραπεί να παρουσιάσουν επαρκώς την υπόθεση τους, εντός των επιτρεπόμενων ορίων. Στην παρούσα περίπτωση, οι ισχυρισμοί που τέθηκαν από τη Nibro αναφορικά με τη «μη ενεργοποίηση» της συμφωνίας ενεχυρίασης επί της οποίας εδράζεται η αιτούμενη με την κυρίως αίτηση θεραπεία, συνεπεία «παραίτησης», από αμφότερες τις πλευρές, των συμβατικών τους δικαιωμάτων, λόγω επανειλημμένης εκατέρωθεν παραβίασης ουσιωδών συμβατικών όρων, είναι όντως ισχυρισμοί που δεν θα μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την καταχώρηση της αίτησης αφού ουδέποτε στο παρελθόν αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των μερών. Το γεγονός αυτό μάλιστα, προκύπτει μέσα από την ίδια την ένσταση της Nibro όπου προβάλλεται η θέση ότι η Nibro ουδέποτε προηγουμένως εξέφρασε τις θέσεις που προβάλλει στην ένσταση της αφού οι αιτητές, σύμφωνα πάντα με τη Nibro, ενήργησαν απροειδοποίητα και χωρίς ποτέ να την ενημερώσουν για τις προθέσεις τους. Υπενθυμίζω ότι κεντρικό άξονα της ένστασης της Nibro, αποτελεί η θέση της τελευταίας ότι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, παρά τις προηγούμενες εκατέρωθεν παραβιάσεις της συμφωνίας πώλησης, η ίδια δήλωνε έτοιμη να προχωρήσει με την πληρωμή της τελευταίας δόσης ως είχε συμφωνηθεί και ανέμενε να γίνουν πρώτα οι σχετικές ενέργειες από πλευράς των αιτητών, ενέργειες όμως οι οποίες ποτέ δεν έγιναν. Το ότι οι γενικότερες συνθήκες που περιέβαλλαν τη σχέση των εμπλεκομένων ήταν γνωστές από πριν την καταχώρηση της αίτησης, δεν συνεπάγεται και ότι όλα αυτά τα γεγονότα συνιστούν «επίδικα θέματα» που θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω εδώ μάλιστα ότι αμφότερες οι Ε/Δ που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, κάνουν αναφορά και σε πληθώρα άλλων γεγονότων που είναι μεν σε γνώση τους αλλά, δεν κρίθηκε σκόπιμο να παρατεθούν αυτούσια και αυτό λόγω των «ορίων» που τέθηκαν με τις έγγραφες παραστάσεις κατά το χρόνο καταχώρησης (βλ. παρ. 5 και 34 Ε/Δ Bressloff και παρ.7 Ε/Δ Δαλίτη). Η «αποκρυστάλλωση» όμως των πραγματικά επιδίκων θεμάτων ξεκινά να αναδύεται μετά την καταχώρηση της ένστασης όπου και καθορίζεται πλέον, τι είναι ακριβώς αυτό που αμφισβητείται και που το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει. Στην παρούσα υπόθεση με την ένσταση της Nibro, αμφισβητήθηκε, για συγκεκριμένους λόγους, το δικαίωμα των αιτητών να επικαλούνται τη συμφωνία ενεχυρίασης καθώς και το δικαίωμα τους να «επιμένουν» στην πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας πώλησης. Από τη στιγμή που αμφότερες οι συμφωνίες παρουσιάζονται να είναι ακόμη έγκυρες, το όλο θέμα ανάγεται πλέον στη νομική ερμηνεία των σχετικών όρων και της συμπεριφοράς των μερών, που μόνο με ολοκληρωμένη παράθεση των σχετικών με αυτά τα συγκεκριμένα πλέον θέματα, γεγονότων, μπορεί να εξεταστεί. Και το θέμα όμως της «δικαιοδοσίας» που έθιξε η Nibro με την ένσταση της χρίζει απάντησης από πλευράς αιτητών και αυτό λόγω των δραστικών συνεπειών που τυχόν επιτυχία της επί του προκειμένου θέσης της Nibro συνεπάγεται, για τη τύχη της αίτησης. Το ότι επιχειρούνται να εισαχθούν προς το σκοπό αυτό και γεγονότα που επεσυνέβηκαν μετά την καταχώρηση της αίτησης, δεν μεταβάλλει την εν λόγω κατάληξη. Αντίθετα, οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβανομένης υπόψη και της θέσης που προβάλλεται στις σελ. 13-14 της αγόρευσης της συνηγόρου της Nibro, ότι δηλαδή, τα εν λόγω γεγονότα ενισχύουν και υποστηρίζουν τις θέσεις της τελευταίας, συγκλίνουν υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Τέλος θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν διαπιστώνω την ύπαρξη οποιασδήποτε κακοπιστίας ή κατάχρησης από πλευράς αιτητών ως ισχυρίζεται η Nibro. Αντίθετα, ως αναφέρω πιο πάνω στο ιστορικό της διαδικασίας, οι αιτητές ενήργησαν τάχιστα στην υποβολή του παρόντος αιτήματος και αμέσως μετά που καταχωρήθηκε η ένσταση της Nibro. Ως προς τον ισχυρισμό δε της Nibro ότι οι ενέργειες των αιτητών αποσκοπούν στο να προκαλέσουν περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αδυνατώ να αντιληφθώ τον εν λόγω συλλογισμό μιας και η οποιαδήποτε καθυστέρηση τυχόν έχει προκληθεί στη διαδικασία, αυτή είναι σε βάρος των ίδιων αιτητών στη κυρίως αίτηση και όχι εναντίον της Nibro. Υπενθυμίζω εδώ ότι συνιστά κοινό έδαφος ότι η κυρίως αίτηση αφορά σε μετοχές που έχουν ήδη μεταβιβαστεί από τους αιτητές προς τη Nibro και ότι ούτε η τελευταία δόση της Nibro έχει καταβληθεί ούτε και οι τελευταίες μετοχές μεταβιβαστεί. Στη βάση όλων όσων αναφέρω ανωτέρω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και επιτυγχάνει. Δίδεται άδεια στους αιτητές όπως εντός 7 ημερών από σήμερα καταχωρήσουν την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση Bressloff που επισυνάπτουν στην αίτηση τους ημερ.12/10/17 μαζί με τη δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση της στα ελληνικά και όπως παραδώσουν άμεσα αντίγραφο της στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2. Η κυρίως αίτηση ορίζεται για ακρόαση με αγορεύσεις στις 22 Ιανουαρίου 2018 και ώρα 1030. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης αυτά επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίων της καθ' ης η αίτηση 2 - Nibro όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι πληρωτέα όμως στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση Διόρθωσης Μητρώου Μελών - Άδεια για Συμπληρωματική Ε/Δ [1]Αρ.388
(1)«Καμιά διάταξη στο Νόμο αυτό δεν επηρεάζει οποιοδήποτε ... κανονισμό ... έγινε με βάση οποιοδήποτε προηγούμενο νομοθέτημα σχετικά με εταιρείες αλλά οποιοδήποτε τέτοιο ... κανονισμός ... είναι σε ισχύ κατά το χρόνο έναρξης του Νόμου αυτού, θα συνεχίσει να είναι σε ισχύ, και στην έκταση στην οποία ηδύνατο να γίνει αυτό, να εκδοθεί, ψηφιστεί, δοθεί, ληφθεί, γίνει ή εκτελεστεί με βάση το Νόμο αυτό θα έχει αποτέλεσμα ωσάν να εκδόθηκε, ψηφίστηκε, δόθηκε λήφθηκε, έγινε ή εκτελέστηκε με βάση το Νόμο αυτό.
(11)Στο άρθρο αυτό η έκφραση "προηγούμενη νομοθεσία σχετικά με εταιρεία" σημαίνει τον περί Εταιρειών (Περιορισμένης Ευθύνης) Νόμο και των περί Εταιρειών (Περιορισμένης Ευθύνης με Εγγύηση) Νόμο, 1949. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο