CSC CHRISTODOULOU LTD ν. ΚΩΣΤΑΣ Σ. ΠΑΦΙΤΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΙΩΤΗ & ΑΛΕΞΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 640/2015, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 640/2015 CSC CHRISTODOULOU LTD Ενάγοντες -V-
- ΚΩΣΤΑΣ Σ. ΠΑΦΙΤΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΙΩΤΗ & ΑΛΕΞΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ
- ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΙΩΤΗ & ΑΛΕΞΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Ισκάνταρ για Ι. Μοδίτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Η. Ηλία ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες, λογιστική - ελεγκτική εταιρεία από τη Λεμεσό, αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των €1180 «που αντιπροσωπεύει... υπόλοιπο οφειλόμενο ... για την αξία ... παρεχόμενων λογιστικών και/ή ελεγκτικών και/ή φορολογικών και/ή επαγγελματικών συμβουλευτικών υπηρεσιών και/ή άλλων συναφών υπηρεσιών ... και/ή ως υπόλοιπο Τρεχούμενου Λογαριασμού...». Σημειώνω εδώ ότι η εναγόμενη 1, η οποία είναι παραδεκτό ότι συνιστά κοινοπραξία δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών ως ετερόρρυθμος συνεταιρισμός, ενάγεται ως το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό των εναγόντων, έχει δημιουργήσει το επίδικο χρέος ενώ η εναγομένη 2, ενάγεται υπό την επίσης παραδεκτή ιδιότητα του ομόρρυθμου συνέταιρου της εναγομένης 1, ήτοι ως το πρόσωπο που κατ' εφαρμογή του Κεφ.116, «ευθύνεται για όλα τα χρέη και υποχρεώσεις» της εναγομένης
- Σημειώνω εδώ ότι, ο άλλος συνέταιρος στην εναγομένη 1, είναι η εταιρεία Κώστας Σ. Παφίτης & Υιός Λίμιτεδ, η οποία φέρει την ιδιότητα του ετερόρρυθμου συνεταίρου. Είναι η θέση των εναγόντων ότι, περί τον Οκτώβριο 2008, η εναγομένη 1 κοινοπραξία, μέσω των μελών της, τους ζήτησε να της παράσχουν τις ελεγκτικές τους υπηρεσίες. Αρχικά, οι εν λόγω υπηρεσίες ζητήθηκαν για τα έτη 2008 και 2009, στη συνέχεια όμως επεκτάθηκαν και στα επόμενα έτη. Για τις εν λόγω υπηρεσίες τους, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, εξέδιδαν τιμολόγια προς την εναγομένη 1 και χρέωναν ανάλογα σχετικό λογαριασμό που διατηρούσαν επ' ονόματι της. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, κατά καιρούς οι εναγόμενοι κατέβαλλαν διάφορα ποσά έναντι του συνολικού υπολοίπου του λογαριασμού τους και προς εξόφληση των τιμολογίων που εκδίδονταν, με αποτέλεσμα, την 01/03/13, ο λογαριασμός να παρουσιάζει οφειλόμενο υπόλοιπο €
- Το εν λόγω ποσό, σύμφωνα με την παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης, προέκυψε όταν «...κατά ή περί την 01.03.13 (οι ενάγοντες) εξέδωσαν για τις υπηρεσίες που παρείχαν προς τις Εναγόμενες 1 και/ή 2 ... το τιμολόγιο υπ' αριθμόν 130055 ημερομηνίας 01/03/2013, για το ποσό των €1180.00 και χρέωσαν ανάλογα τον σχετικό τρεχούμενο λογαριασμό» και το οποίο, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των εναγόντων για εξόφληση του, ουδέποτε καταβλήθηκε από τους εναγόμενους οι οποίοι και εξακολουθούν να το οφείλουν. Η υπεράσπιση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι είναι λιτή και πλην ενός συγκεκριμένου ισχυρισμού, ουσιαστικά περιορίζεται σε άρνηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Οι εναγόμενοι, αν και δεν αμφισβητούν με την υπεράσπιση τους αυτή καθ' αυτή την έκδοση του επίδικου τιμολογίου και την αντίστοιχη χρέωση του λογαριασμού τους, ισχυρίζονται ότι: «...κατά την εν λόγω περίοδο οι ενάγοντες είχαν ... (με τους εναγόμενους) ... κάποιες δοσοληψίες και/ή εργασίες, όμως πάντοτε πλήρωναν και διευθετούσαν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους ενάγοντες. Όσον αφορά δε το αναφερόμενο τιμολόγιο και/ή χρέωση του λογαριασμού τους, διεφώνησαν και διαμαρτυρήθηκαν εις τους ενάγοντες για την εν λόγω χρέωση ως μη γενόμενη και/ή εξωπραγματική και/ή το ποσό το οποίο χρέωσαν οι ενάγοντες ήταν υπερβολικό και εξωπραγματικό και/ή διογκωμένο σε μεγάλο βαθμό». Ισχυρίστηκαν περαιτέρω οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους ότι, «...εάν ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι έχουν λάβει γνώση για το εν λόγω τιμολόγιο και/ή για το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό εις τους ενάγοντες, τότε οι εναγόμενοι θα ισχυριστούν ότι το οφειλόμενο ποσό είναι πολύ ολιγότερο του αναφερόμενου και/ή το εν λόγω ποσό είναι εξογκωμένο σε μεγάλο βαθμό». Ενόψει του ότι η αξία της διαφοράς των μερών δεν υπερβαίνει τις €3.000,00, η υπόθεση εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης υπόθεση», δυνάμει της «νέας» Δ.30 ήτοι με την εκατέρωθεν κατάθεση έγγραφης ένορκης μαρτυρίας. Από πλευράς εναγόντων κατατέθηκε η Ε/Δ του διευθυντή των τελευταίων, Χ. Χριστοδούλου, ενώ από πλευράς εναγομένων, κατατέθηκαν Ε/Δ από τους Κ.Παφίτη, διευθυντή της Κώστας Σ. Παφίτης & Υιος Λιμιτεδ και Κ. Αγιώτη, διευθυντή της εναγομένης
- Πρόσθετα της έγγραφής μαρτυρίας που προσκομίσθηκε, κατόπιν αιτήματος της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόντων, αμφότεροι οι μάρτυρες των εναγομένων αντεξετάστηκαν επί των συγκεκριμένων ισχυρισμών που προέβαλαν στις Ε/Δ τους. Συνοψίζω το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον Χριστοδούλου, στις 08/02/2013, έλαβε χώρα Ετήσια Γενική Συνέλευση των μελών της εναγομένης 1 για το έτος 2011, όπου και αποφασίστηκε ο επαναδιορισμός των εναγόντων ως ελεγκτών της κοινοπραξίας, με σκοπό την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της εναγομένης 1 για το έτος
- Την εν λόγω απόφαση, σύμφωνα με τον Χριστοδούλου, την έλαβαν ομόφωνα αμφότεροι οι συνεταίροι της εναγομένης 1 ήτοι η εναγόμενη 2 και η Κώστας Σ. Παφίτης & Υιός Λτδ. Σύμφωνα με τον Χριστοδούλου, μετά την απόφαση της Συνέλευσης, οι οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης 1 για το έτος 2011, αφού ετοιμάστηκαν και υπογράφηκαν από τον ίδιο, δόθηκαν στα δύο μέλη της κοινοπραξίας για να τις εγκρίνουν. Είναι η θέση του Χριστοδούλου ότι, οι διευθυντές των συνεταίρων της εναγομένης 1, ήτοι οι Κ. Παφίτης και Κ. Αγιώτης, αφού επιθεώρησαν τις εν λόγω καταστάσεις, τις ενέκριναν δεόντως, θέτοντας την υπογραφή τους και τη σφραγίδα της εταιρείας τους. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο Χριστοδούλου κατέθεσε ως Τεκμήριο Δ και Ε αντίστοιχα, αντίγραφα των πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης καθώς και των οικονομικών καταστάσεων του 2011, τα οποία παρουσιάζονται να είναι υπογραμμένα και από τους δύο προαναφερόμενους συνεταίρους της εναγομένης
- Είναι η θέση του Χριστοδούλου ότι, για τις εν λόγω υπηρεσίες τους, οι ενάγοντες εξέδωσαν την 01/03/13, το τιμολόγιο υπ' αριθμόν 130055 για το ποσό των €1180 και χρέωσαν ανάλογα τον λογαριασμό της εναγομένης
- Σύμφωνα με τον Χριστοδούλου, παρά το ότι οι εναγόμενοι είχαν από τις 09/12/11, εξοφλήσει πλήρως όλα τα προηγούμενα τιμολόγια που εξέδωσαν οι ενάγοντες αναφορικά με παρόμοιες υπηρεσίες που παρείχαν στην εναγομένη 1 για τα έτη 2008, 2009 και 2010, το εν λόγω τιμολόγιο και ποσό, δεν το έχουν μέχρι σήμερα πληρώσει, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός τους να παρουσιάζει αντίστοιχο οφειλόμενο υπόλοιπο. Αντίγραφο του τιμολογίου υπ' αριθμόν 130055 καθώς και της κατάστασης λογαριασμού της εναγομένης 1 η οποία παρουσιάζει οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €1180, ο Χριστοδούλου κατέθεσε με την Ε/Δ δήλωση του, ως Τεκμήριο Γ και Στ αντίστοιχα. Στην αντίπερα όχθη, η μαρτυρία αμφότερων των Κ. Παφίτη και Κ. Αγιώτη εκ μέρους της υπεράσπισης, κινήθηκε πάνω στις ίδιες ουσιαστικά γραμμές. Αμφότεροι αρνούνται ότι έλαβε χώρα ετήσια γενική συνέλευση στις 8/2/2013 και ότι οι ενάγοντες διορίστηκαν να ετοιμάσουν τις ετήσιες καταστάσεις για το
- Ισχυρίζονται δε ότι η παρούσα υπόθεση, είναι κατασκεύασμα των εναγόντων για να τους εκδικηθούν, επειδή διέκοψαν τη μεταξύ τους συνεργασία. Πέραν όμως της κοινής τους θέσης αυτής, ο καθένας τους προέβαλε και τη δική του ξεχωριστή εκδοχή ως προς τα επίδικα θέματα. Ο μεν Παφίτης ισχυρίστηκε ότι, τα φερόμενα ως υπογραμμένα από τον ίδιο, πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης της 08/02/2013 και οι φερόμενες ως υπογραμμένες από τον ίδιο, οικονομικές καταστάσεις για το 2011, «...φαίνεται να είναι τεχνηέντως κατασκευασμένα και/ή είναι προϊόν κατασκευής μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή...» και κάλεσε τους ενάγοντες να του παρουσιάσουν τα πρωτότυπα έγγραφα για να τα εξετάσει. Ο δε Αγιώτης, στη δική του ένορκη μαρτυρία, ισχυρίστηκε ότι η φερόμενη ως υπογραφή του στα επίμαχα πρακτικά και καταστάσεις, «προσομοιάζει πολύ» με τη δική του υπογραφή, απέδωσε όμως το ενδεχόμενο όντως να υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα στο γεγονός ότι κατά καιρούς, οι ενάγοντες τους έδιναν όγκο εγγράφων να υπογράψουν και αυτός τα υπέγραφε χωρίς να γνωρίζει τι αφορούσαν. Πρόσθετα των πιο πάνω, ο Αγιώτης έκανε αναφορά και στο ιστορικό της συνεργασίας των μερών και ειδικότερα στους λόγους που οδήγησαν στη διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας, διακοπή την οποία ο μάρτυρας απέδωσε στη συμπεριφορά των εναγόντων. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι θα ήταν αδύνατο, να διεξαχθεί η γενική συνέλευση στις 8/2/13 και να ανατεθεί στους ενάγοντες να ετοιμάσουν τις επίμαχες καταστάσεις, ως ισχυρίστηκε ο Χριστοδούλου, αφ' ενός διότι το εγγεγραμμένο γραφείο στο οποίο φέρεται να έγινε η γενική συνέλευση, ήταν τότε κλειστό και αφ' ετέρου διότι, οι οικονομικές εκκρεμότητες της εναγομένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν επέτρεπαν το «κλείσιμο» των λογιστικών της βιβλίων και κατ' επέκταση την ετοιμασία οποιωνδήποτε οικονομικών καταστάσεων. Και αυτός ο μάρτυρας ζήτησε όπως του παρουσιαστεί το πρωτότυπο των φερόμενων ως υπογραμμένων από τον ίδιο, πρακτικών και οικονομικών καταστάσεων. Τα εν λόγω πρωτότυπα έγγραφα, υποδείχτηκαν σε αμφότερους τους Παφίτη και Αγιώτη κατά την αντεξέταση τους από τη συνήγορο των εναγόντων (βλ. Τεκμήρια Α1 και Α2). Και οι δύο τους, αναγνώρισαν την πρωτότυπη σφραγίδα της εταιρείας τους στα έγγραφα και δήλωσαν ότι οι υπογραφές που παρουσιάζονται σε αυτά «πιθανόν» να είναι οι υπογραφές τους. Παρά ταύτα, επέμειναν στις θέσεις που προέβαλαν στις Ε/Δ τους ως προς το πώς ενδεχομένως να «βρέθηκε» εκεί η υπογραφή τους. Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης των μαρτύρων των εναγομένων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε τελικές γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των πελατών τους. Η κα Ισκάνταρ υποστήριξε ότι οι ενάγοντες, με τη μαρτυρία που προσκόμισαν στο Δικαστήριο, απέδειξαν πλήρως ότι η συγκεκριμένη εργασία τους ανατέθηκε, ότι την εκτέλεσαν πλήρως και προς ικανοποίηση των εναγομένων και ότι στη βάση τούτου, δικαιούνται να πληρωθούν την αμοιβή τους, τόσο από την εναγομένη 1 ως το πρόσωπο που δημιούργησε το χρέος, όσο και από την εναγομένη 2 ως ο κατά νόμος, άμεσα υπεύθυνος και υπόλογος συναίτερος. Στην αντίπερα όχθη, ο κ Ηλία υποστήριξε ότι οι ενάγοντες, ουδόλως απέδειξαν την οποιαδήποτε ευθύνη των εναγομένων να καταβάλουν το αξιούμενο ποσό και ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε αποδειχθεί η οποιαδήποτε ευθύνη πληρωμής του επίδικου ποσού, τέτοια ευθύνη δεν μπορεί να επεκταθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο, άλλο από την εναγομένη
- Κάλεσε συνεπώς ο συνήγορος το Δικαστήριο, όπως απορρίψει την υπόθεση στην ολότητα της ή τουλάχιστο στον βαθμό που στρέφεται εναντίον της εναγομένης
- Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου τόσο εγγράφως όσο και προφορικά από τους μάρτυρες που αντεξετάστηκαν. Έλαβα επίσης υπόψη μου τα όσα υποστήριξαν οι συνήγοροι κατά την επιχειρηματολογία τους. Αυτό που προκύπτει ως επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση, είναι ουσιαστικά το κατά πόσο οι επίδικες υπηρεσίες, όντως ζητήθηκαν από τους εναγόμενους και αν εν τέλει, όντως παρασχέθηκαν από τους ενάγοντες. Υπενθυμίζω ότι η έκδοση του επίδικου τιμολογίου και η χρέωση του λογαριασμού της εναγομένης με το ανάλογο ποσό, δεν αμφισβητείται όπως και δεν αμφισβητείται ότι το εν λόγω ποσό, αφορά σε κατ' ισχυρισμό ετοιμασία ετήσιων εκθέσεων αναφορικά με την εναγομένη
- Οι επί του προκειμένου θέσεις των μερών, περιστρέφονται γύρω από το έγκυρο και νόμιμο, των φερόμενων ως υπογραμμένων από τους συνεταίρους της εναγομένης 1, πρακτικών της γενικής συνέλευσης της 08/02/2013, όπου οι εναγόμενοι παρουσιάζονται να ανέθεσαν στους ενάγοντες την εκτέλεση της επίμαχης εργασίας καθώς και αυτών των ίδιων των οικονομικών καταστάσεων που φέρονται να ετοιμάστηκαν στη συνέχεια και να υπογράφτηκαν από αμφότερους τους συνεταίρους. Εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) είναι στους ώμους των εναγόντων ενάγοντα και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση, ενώ το ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), αφορά στην ανάγκη παρουσίασης από τους εναγόμενους, ικανοποιητικής μαρτυρίας, για υποστήριξη ενός επίδικου θέματος οπόταν και σε τέτοια περίπτωση, το βάρος μετατοπίζεται πίσω στους ενάγοντες να απαντήσουν ικανοποιητικά και να αποσείσουν το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε. Το ερώτημα παραμένει, όπως άλλωστε πάντα ήταν, κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει επαρκώς με τη μαρτυρία του και κατά πόσο στη συνέχεια ο αντίδικος του, έχει με τη δική του μαρτυρία, αντικρούσει επαρκώς τους ισχυρισμούς αυτούς, ώστε το βάρος απόδειξης να μετατοπιστεί πίσω στον πρώτο. Εκεί βέβαια που το δίκαιο της απόδειξης επιβάλλει όπως το βάρος απόδειξης συγκεκριμένων ισχυρισμών και υπερασπίσεων, είναι στους ώμους ενός εναγόμενου να το αποσείσει, οι ρόλοι αντιστρέφονται, νοουμένου βέβαια ότι ο ενάγοντας έχει πρωτίστως αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης της δικής του υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση, οι ενάγοντες αξιώνουν το αιτούμενο ποσό στη βάση εργασίας που ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν έναντι αμοιβής, κατόπιν «παραγγελίας» των εναγομένων. Οι τελευταίοι αρνούνται την οφειλή και ισχυρίζονται στο δικόγραφο τους ότι, η εν λόγω οφειλή ουδέποτε προέκυψε και διαζευκτικά ότι, αν όντως προέκυψε, είναι πολύ χαμηλότερη από αυτή που αξιώνεται. Κατά τη μαρτυρία τους, οι ενάγοντες προσκόμισαν, ως όφειλαν, τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων βασίζουν την αξίωση τους, αρχικά αντίγραφα αυτών και στη συνέχεια τα πρωτότυπα και τα οποία φέρονται να είναι δεόντως υπογραμμένα και σφραγισμένα από τους εναγόμενους. Οι μάρτυρες της υπεράσπισης, η οποία προφανώς επέλεξε να προωθήσει μόνο μία εκ των δύο δικογραφημένων θέσεων της και συγκεκριμένα τη θέση ότι η επίδικη χρέωση ουδέποτε προέκυψε, προέβαλαν μια διττή και σε κάποιο βαθμό, αντιφατική και αλληλοσυγκρουόμενη εκδοχή ως προς τα έγγραφα αυτά. Ο ένας μάρτυρας της υπεράσπισης, ο Παφίτης, ισχυρίστηκε πλαστογραφία των εγγράφων και «κατασκευή» τους με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ο άλλος, ο Αγιώτης, ισχυρίστηκε ότι αν και όντως μπορεί να υπέγραψε τα επίδικα έγγραφα, εντούτοις πιθανόν να τελούσε υπό άγνοια για το περιεχόμενο τους. Αμφότεροι, ζήτησαν από τους ενάγοντες να τους παρουσιάσουν τα πρωτότυπα έγγραφα για να τα εξετάσουν και οι τελευταίοι το έπραξαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων, πλην όμως, αν και οι δύο μάρτυρες αναγνώρισαν την πρωτότυπη σφραγίδα της εταιρείας τους και ότι «πιθανόν» να πρόκειται για την πρωτότυπη υπογραφή τους, επέμειναν στις αρχικές τους θέσεις, ήτοι «κατασκεύασμα» από τη μια και «άγνοια» από την άλλη. Οι πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης όμως, όπως προωθήθηκαν από τους μάρτυρες της, πέραν από αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες, δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Δεν υπάρχει δηλαδή οποιαδήποτε ένδειξη ότι τα έγγραφα πλαστογραφήθηκαν ή «τεχνηέντως κατασκευάστηκαν» ως ήταν η περίπτωση στην Cypromix Concentrates Co. Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 A.A.Δ. 676 ούτε και οποιαδήποτε ένδειξη ότι οι υπογράφοντες ξεγελάστηκαν ή παραπλανήθηκαν, ως ήταν η περίπτωση στην Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. v. Ε.Τ. Autospares Enterprise Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 843). Το αναφέρω τούτο χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι είναι οι ενάγοντες που οφείλουν να αποδείξουν πως τα έγγραφα που επικαλούνται για να αποδείξουν την αξίωση τους, ήτοι τα πρακτικά της συνέλευσης με τα οποία διορίστηκαν και οι οικονομικές καταστάσεις που ετοίμασαν, η υπογραφή των οποίων επιβεβαιώνει και τον διορισμό τους αλλά και την αποπεράτωση της ανατεθείσας εργασίας, εκτελέστηκαν δεόντως, ότι δηλαδή, κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, προέρχονται από τους εναγόμενους (βλ. Xαρούς Βασιλική Π., σύζυγος Ηλία Καγιά ν. Xρίστου Π. Χαρούς και Άλλων,
(2010)1 Α.Α.Δ. 267). Το κατά πόσο όμως οι ενάγοντες κατάφεραν να αποσείσουν το επί του προκειμένου βάρος απόδειξης τους, δεν εξετάζεται απομονωμένα από τη θέση που προβάλλει η υπεράσπιση αλλά σε συνάρτηση με αυτή (βλ. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ανωτέρω) και στην παρούσα περίπτωση, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, η εκδοχή της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Άλλωστε, η θέση που προβλήθηκε ότι οι ενάγοντες «κατασκεύασαν» όχι μόνο πρακτικά Γενικής Συνέλευσης αλλά και δεκαέξι
(16)σελίδες, εμπεριστατωμένης και ολοκληρωμένης ετήσιας έκθεσης, απλά και μόνο για να χρεώσουν τους εναγόμενους με €1180 και να τους εκδικηθούν, δεν στέκει στη βάσανο της λογικής. Το τελευταίο πράγμα που θα αναμένετο από κάποιον που προσπαθεί να αποκομίσει όφελος από τα ψέματα του και που αποφασίζει να εκδικηθεί κάποιον γιατί διέκοψε μια εμπορική συνεργασία και δη συνεργασία στα πλαίσια της οποίας η κάθε προηγούμενη αμοιβή του είχε εξοφληθεί πλήρως, είναι να «κατασκευάσει», δύο χρόνια μετά και με δικά του έξοδα και ταλαιπωρία, έγγραφα που δείχνουν ότι του οφείλεται κάποιο περαιτέρω ποσό και το οποίο, όταν δεν «πέρασε το τέχνασμα του», να προχωρήσει και να το διεκδικήσει μέσω Δικαστηρίου, διακινδυνεύοντας έτσι και να αποκαλυφθεί η απάτη αλλά και να βρεθεί αντιμέτωπος με σοβαρότατες συνέπειες. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, οι ισχυρισμοί των εναγομένων, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των εναγόντων οι οποίοι επιβεβαιώνονται από την πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης, απορρίπτονται. Τα όσα επομένως ισχυρίστηκε η πλευρά των εναγόντων κρίνονται αξιόπιστα και καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Βρίσκω συνεπώς ότι, οι ενάγοντες ετοίμασαν τις επίδικες οικονομικές εκθέσεις κατά παράκληση και κατά παραγγελία της εναγομένης 1 καθώς και ότι δικαιούνταν να πληρωθούν από την εναγόμενη 1 την αντίστοιχη αμοιβή τους, η οποία ανέρχεται στο ποσό των €1180. Υπενθυμίζω ότι το ύψος του εν λόγω ποσού εν τέλει δεν αμφισβητήθηκε, αφού η επί του προκειμένου γραμμή υπεράσπισης δεν προωθήθηκε. Το χρέος αυτό της εναγομένης 1, βρίσκω επίσης ότι, η εναγόμενη 2, ως ομόρρυθμος συνέταιρος, είναι κατ' εφαρμογή του αρ. 47
(2)Κεφ.116[1], εξ' ίσου υπεύθυνη να το καταβάλει στους ενάγοντες. Κρίνω συνεπώς ότι οι ενάγοντες, απέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση τους εναντίον και των δύο εναγομένων. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €1180, με νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: παροχή Υπηρεσιών - οφειλόμενο υπόλοιπο [1] Αρ. 47
(2)Ο ετερόρρυθμος συνεταιρισμός πρέπει να αποτελείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που καλούνται ομόρρυθμοι συνέταιροι, οι οποίοι ευθύνονται για όλα τα χρέη και υποχρεώσεις του οίκου, και από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που καλούνται ετερόρρυθμοι συνέταιροι, τα οποία κατά το χρόνο σύστασης του εν λόγω συνεταιρισμού ή μεταγενέστερα, συνεισφέρουν σε αυτόν ποσό ή ποσά ως κεφάλαιο ή περιουσία εκτιμημένη σε ορισμένο ποσό και στα οποία δύναται να παραχωρηθεί ένας συγκεκριμένος αριθμός μετοχών, και οι οποίοι δεν ευθύνονται για τα χρέη ή υποχρεώσεις του οίκου πέρα από το ποσό που συνεισέφεραν με τον τρόπο αυτό. (έμφαση δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο