← Κύπρος

ΣΙΜΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΗ ΑΡΜΕΥΤΗ, Αρ. Αγωγής: 1603/16, 31/1/2018

ΣΙΜΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΗ ΑΡΜΕΥΤΗ, Αρ. Αγωγής: 1603/16, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1603/16 Μεταξύ: ΣΙΜΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα Και ΓΙΑΝΝΗ ΑΡΜΕΥΤΗ, εκ Λεμεσού Εναγόμενων --------------------------- Ημερομηνία: 31.1.2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντες: κ. Θ. Κατσικίδης Για τον Εναγόμενο: κα Δημητρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €2,800 ως συμφωνηθέν ποσό και/ή εύλογη αμοιβή για την παροχή υπηρεσιών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και ασκούσε το επάγγελμα του αρχιτέκτονα στη Λεμεσό με γνώσεις ειδικών σχεδιαστικών μεθόδων. Ο εναγόμενος 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ετερόρρυθμος συνεταιρισμός που ασχολείτο με τον σχεδιασμό αρχιτεκτονικών σχεδίων με ομόρρυθμο συνέταιρο τον εναγόμενο 2 και ετερόρρυθμο συνέταιρο τον εναγόμενο

  1. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 1 ζητούσε την εργοδότηση ατόμου έναντι €1.000 μηνιαίως με γνώση στο χειρισμό συγκεκριμένων προγραμμάτων με σκοπό τον σχεδιασμό δυσδιάστατων και ή τρισδιάστατων και Β.Ι.Μ απεικονίσεων αρχιτεκτονικών σχεδίων. Ο εναγόμενος 2 υπό την ως άνω ιδιότητα του ζήτησε από τον ενάγοντα την παροχή υπηρεσιών για την εκτέλεση συγκεκριμένου τύπου σχεδιαστικές δυσδιάστατες και ή τρισδιάστατες απεικονίσεις και ή Β.Ι.Μ. Ήταν κοινή θέση των διαδίκων ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και ή η τεχνολογική δομή των εναγόμενων υστερούσαν και ή αδυνατούσαν στην λειτουργία συγκεκριμένων προγραμμάτων για την διεκπεραίωση σχεδιαστικών δυσδιάστατων και ή τρισδιάστατων απεικονίσεων και ή Β.Ι.Μ. Δυνάμει ρητής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ο ενάγοντας θα εκτελούσε τις ως άνω εργασίες στον προσωπικό του χώρο και οι εναγόμενοι θα τον πλήρωναν συμφώνως εύλογης αμοιβής στη βάση του αναλωθέντα χρόνου εργασίας. Με την πάροδο 6 μηνών και προσφοράς και 224 ωρών εργασίας ο ενάγοντας εξέδωσε τιμολόγιο για το ποσό των €2.800 και κάλεσε τους εναγόμενους στην πληρωμή των προσφερόμενων υπηρεσιών. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την πληρωμή ολόκληρου του ποσού του τιμολογίου στο ενάγοντα προσφέροντας του μικρότερα ποσά. Οι εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης τους εγείρουν υπό μορφή προδικαστικής ένστασης ότι η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 3 είναι αντικανονική και παράτυπη. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 3 ως ετερόρρυθμος συνέταιρος ουδεμία υποχρέωση έχει πέραν του ποσοστού που ήδη προσέφερε στην εταιρεία. Μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 1 ζητούσε την εργοδότηση ατόμου έναντι αμοιβής €1.000 μηνιαίως και ο εναγόμενος συμφώνησε να εργαστεί με την καταβολή του ποσού αυτού. Αποδέχονται ότι ζητήθηκε από τον ενάγοντα να προσφέρει σχεδιαστικές υπηρεσίες απεικόνισης δυσδιάστατων και ή τρισδιάστατων αρχιτεκτονικών σχεδίων αλλά ισχυρίζονται ότι ουδέποτε του ζητήθηκε η παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών τύπου Β.Ι.Μ. Αναφέρουν μάλιστα ότι οι σχεδιαστικές απεικονίσεις που ζητήθηκαν από τον ενάγοντα στα πλαίσια της εργοδότησης του ήταν για σκοπούς παρουσίασης τους στο Τμήμα Πολεοδομίας για απόκτηση πολεοδομικής άδειας. Περαιτέρω αρνούνται ότι το γραφείο τους δεν είχε την απαιτούμενη τεχνολογική δομή και ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά το προσωπικό του συμφέρον ζήτησε να μετατραπεί σε εξωτερικό συνεργάτη διαπεραιώνοντας την προαναφερόμενη εργασία στον προσωπικό του χώρο χωρίς όμως να γίνει καμία περαιτέρω συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή του. Αρνούνται ότι οι ώρες εργασίας του ενάγοντα είναι αυτές που αναφέρει στην έκθεση απαίτησης του και ισχυρίζονται ότι οι σχεδιαστικές υπηρεσίες που προσέφερε δεν υπολογίζονται πάνω από 160 ώρες και αυτές ήταν πλημμελείς και μη ικανοποιητικής ποιότητας. Για σκοπούς όμως εξώδικης διευθέτησης ο εναγόμενος 2 ως ομόρρυθμος συνέταιρος κάλεσε τον ενάγοντα να του καταβάλει το ποσό των €1.500 ποσό το οποίο όμως αρνήθηκε να παραλάβει. Ο ενάγοντας με την απάντηση του αρνείται τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης καθ΄ όση έκταση αυτοί δεν συνάδουν με την έκθεση απαίτησης του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν από τον ίδιο την απεικόνιση δυσδιάστατων και/ή τρισδιάστατων αρχιτεκτονικών σχεδίων που απαιτεί την χρήση συγκεκριμένων λογισμικών προγραμμάτων και ισχυρών δυνατοτήτων ηλεκτρονικός υπολογιστής και αφού διαπιστώθηκε η αδυναμία των υπολογιστών των εναγόμενων προέκυψε η συμφωνία όπως εκτελέσει τις εργασίες από τον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η διαδικασία εκδίκασης της παρούσας αγωγής εντάσσεται στις πρόνοιες της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως έχουν τροποποιηθεί και συνεπώς οι διάδικοι συμμορφούμενοι με τις σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτώς την μαρτυρία τους μαζί με τα σχετικά τεκμήρια. Καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων της πλευράς που έκαστος εκπροσωπεί. Η πλευρά του ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του κατέθεσε υπό την μορφή ένορκης δήλωσης γραπτή μαρτυρία επισυνάπτοντας και σχετικά τεκμήρια αναφορά στα οποία θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Στη γραπτή μαρτυρία του ο ενάγοντας αναφέρει ότι κατά τον Ιανουάριο του 2014 και μετά από συνάντηση του με τον εναγόμενο 2 αρχικά συμφωνήθηκε η απασχόληση του στο γραφείο των εναγόμενων 1 έναντι της αμοιβής των €1.000 μηνιαίως. Στη συνέχεια και αφού διαπιστώθηκε ανεπάρκεια στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των εναγόμενων σε σχέση με το λογισμικό πρόγραμμα ΒΙΜ που απαιτείτο κυρίως για την εκτέλεση εργασιών για συγκεκριμένο έργο με την ονομασία «ΤΙΜΙΝΙΣ» ο ενάγοντας πρότεινε στον εναγόμενο 2 όπως εκτελέσει τις εργασίες που θα του αναθέσει από τον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή που διατηρούσε στο σπίτι του. Η πρόταση του έγινε αποδεκτή και αφού ο εναγόμενος 2 του παρέδιδε σχέδια και διάφορες τεχνικές οδηγίες ο ίδιος προέβαινε στην εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών από τον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή και στη συνέχεια τα απέστελλε και ή τα παρέδιδε στους εναγόμενους. Αφού προσέφερε με αυτό το τρόπο ως εξωτερικός συνεργάτης τις υπηρεσίες για περίοδο 4 και πλέον μηνών δέχθηκε τηλεφώνημα από τον εναγόμενο 2 ο οποίος του ζήτησε να υπολογίσει το συνολικό κόστος των υπηρεσιών του. Όταν πληροφόρησε τον εναγόμενο 2 για το ύψος της αμοιβής του αυτός αντέδρασε αρνητικά και ακολούθως του απέστειλε την επιστολή ημερ. 4.6.
  2. Στο περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής καθώς και της υπόλοιπης αλληλογραφίας που ακολούθησε μεταξύ των δύο πλευρών θα γίνει αναφορά στην συνέχεια εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντα και τα σχετικά τεκμήρια που κατέθεσε πρόσφερε τις υπηρεσίες του σε σχέση με 4 έργα και προς τούτο εργάσθηκε 224 ώρες. Προς εξόφληση των εν λόγω υπηρεσιών απαίτησε από τους ενάγοντες την πληρωμή του ποσού των €2.800 αξιολογώντας την αμοιβή του στα €12.50 σεντ ανά ώρα εργασίας. Σε σχέση με τις εργασίες που προσέφερε στους εναγόμενους κατάθεσε σχετικά τεκμήρια η λεπτομερής αναφορά στα οποία δεν κρίνεται αναγκαία δεδομένου ότι όπως πιο κάτω περιγράφεται οι υπηρεσίες που παρείχε δεν αμφισβητούνται από τους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι προς υποστήριξη της υπεράσπισης τους κατέθεσαν υπό την μορφή ένορκης δήλωσης τη γραπτή μαρτυρία του εναγόμενου 2, ο οποίος κατ' αρχή δηλώνει ότι ο εναγόμενος 3 ως ετερόρρυθμος συνέταιρος δεν φέρει καμία ευθύνη για τα χρέη και τις υποχρεώσεις του συνεταιρισμού. Συνοπτικά καταγράφεται από την μαρτυρία του πως δεν αμφισβητεί ότι ο ενάγοντας προσέφερε τις υπηρεσίες που ισχυρίζεται. Εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητείται με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 είναι αφενός ο αριθμός των ωρών που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι εργάσθηκε για την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών και αφετέρου η χρέωση τους με το ποσό των €12.50 σεντ ανά ώρα εργασίας. Ο εναγόμενος 2 αναφέρει στη γραπτή μαρτυρία του ότι αρχικά συμφώνησε με τον ενάγοντα όπως αυτός παρέχει τις υπηρεσίες του στον συνεταιρισμό ως υπάλληλος με μηνιαίο μισθό €1.000 δηλαδή €6.25 ανά ώρα εργασίας. Ο ενάγοντας στη συνέχεια άλλαξε ιδέα και για δικούς του σκοπούς, έτσι ώστε να παρέχει τις υπηρεσίες του και σε τρίτα πρόσωπα, ζήτησε να εργάζεται στο σπίτι του. Η πρόταση του ενάγοντα έγινε αποδεκτή και ως εξωτερικός συνεργάτης εκτελούσε κατά διαστήματα τις εργασίες που του ανέθετε. Ισχυρίζεται ότι η συμφωνία του με το ενάγοντα για την πληρωμή του ποσού των €6.25 ανά ώρα εργασίας παρέμεινε η ίδια εφόσον δεν έγινε περαιτέρω συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή του και συνεπώς η απαίτηση του για την πληρωμή του ποσού των €12.50 σεντ ανά ώρα εργασίας για τις υπηρεσίες που πρόσφερε είναι αυθαίρετη και αδικαιολόγητη. Περαιτέρω ο εναγόμενος 2 αρνείται ότι ο ενάγοντας εργάσθηκε 224 ώρες για τις επίδικες υπηρεσίες. Παραθέτοντας τις ώρες που κατά τον ίδιο χρειάσθηκε να εργαστεί ο ενάγοντας για την εργασία που του ανατέθηκε σε σχέση με το κάθε ένα από τα τέσσερα έργα ξεχωριστά ισχυρίζεται ότι αυτές δεν ξεπερνούν τις 90 ώρες. Συνεπώς το ποσό που δικαιούται με βάση το ποσό των €6.25 ανά ώρα εργασίας ανέρχεται στο ποσό των €562.
  3. Παρόλα αυτά ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2, γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι ήταν πρόθυμος να του καταβάλει για σκοπούς συμβιβασμού το ποσό των €1.200 κάτι το οποίο όμως αυτός αρνήθηκε. Εξετάζοντας τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών καθώς και τη γραπτή μαρτυρία με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο διαπιστώνονται τα ακόλουθα που δεν αμφισβητούνται και συνεπώς αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ενώ αρχικά συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 2 όπως ο ενάγοντας εργοδοτηθεί στο γραφείο του συνεταιρισμού με μηνιαίο μισθό €1.000 ακολούθως συμφωνήθηκε όπως παρέχει τις υπηρεσίες του στους εναγόμενους ως εξωτερικός συνεργάτης εκτελώντας τις εργασίες που του ανέθετε ο εναγόμενος 2 στον ιδιωτικό του χώρο. Αποτελεί περαιτέρω κοινό έδαφος ότι στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας ο ενάγοντας παρείχε σχεδιαστικές υπηρεσίες στους εναγόμενους. Η δικογραφημένη θέση των εναγόμενων ότι η εργασία που πρόσφερε ο ενάγοντας ήταν πλημμελής δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία και φαίνεται να εγκαταλείφθηκε. Παρά το ότι στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντα δεν γίνεται ειδική αναφορά, εντούτοις, από τα τεκμήρια που κατέθεσε στο Δικαστήριο και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί προκύπτει ότι η εν λόγω συνεργασία διήρκεσε από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο του 2014 και ο ίδιος πρόσφερε σχεδιαστικές υπηρεσίες σε σχέση με 4 συγκεκριμένα έργα. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι η μέθοδος υπολογισμού της αμοιβής του ενάγοντα θα ήταν στη βάση αμοιβής ανά ώρα εργασίας. Είναι επίσης παραδεκτό ότι οι εναγόμενοι 1 είναι ετερόρρυθμος συνεταιρισμός εγγεγραμμένος σύμφωνα με τον Νόμο που κατά το ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με τον σχεδιασμό αρχιτεκτονικών σχεδίων με ομόρρυθμο συνέταιρο τον εναγόμενο 2 και ετερόρρυθμο συνέταιρο τον εναγόμενο
  4. Τέλος ο ενάγοντας, ως προκύπτει από τη σχετική άδεια άσκησης επαγγέλματος που κατέθεσε ως τεκμ. 1 το περιεχόμενο της οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, ασκεί το επάγγελμα του αρχιτέκτονα από το έτος
  5. Σε σχέση με τον αριθμό των ωρών που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι εργάσθηκε για την παροχή των επίδικων υπηρεσιών υπάρχει διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών. Για το ζήτημα αυτό διαπιστώνονται τα ακόλουθα. Η μαρτυρία του εναγόμενου 2 βρίσκεται σε αντίφαση με το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης. Ενώ στην έκθεση υπεράσπισης αναφέρεται ότι ο ενάγοντας προσέφερε σχεδιαστικές υπηρεσίες οι οποίες δεν υπολογίζονται πάνω από 160 ώρες στη γραπτή μαρτυρία του ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η εργασία που πρόσφερε ο ενάγοντας δεν ξεπερνά τις 90 ώρες. Επιπρόσθετα όμως της εν λόγω αντίφασης από τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο διαπιστώνεται και τα ακόλουθα. Αφού ο ενάγοντας απαίτησε την πληρωμή του ποσού των €2.800 για τις υπηρεσίες του και ακολούθησε σχετική αλληλογραφία, οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα ο εναγόμενος 2, σε κανένα στάδιο δεν αμφισβήτησε τον αριθμό των ωρών εργασίας του ενάγοντα. Συγκεκριμένα δια του εναγόμενου 2 απέστειλαν την ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 4.6.2014 (τεκμ. 11) ενημερώνοντας τον ενάγοντα, ότι, «οι υπηρεσίες που θα προσφέρει θα ανέρχονται στο ποσό των €1.000 ανά μήνα (160 ώρες)» . Παρά το ότι το περιεχόμενο της επιστολής αυτής δεν είναι σαφές, εντούτοις, προκύπτει ότι γίνεται αναφορά στο ποσό των €6.25 ανά ώρα εργασίας. Αυτό φαίνεται άλλωστε να αντιλήφθηκε και ο ενάγοντας αφού με την απαντητική επιστολή του ημερ. 11.6.2014 (τεκμ 12 ) αποδέχεται ότι οι υπηρεσίες του θα αμείβονταν με το ποσό των €6.25 ανά ώρα εργασίας στην περίπτωση όμως που αυτές προσφέρονταν στο γραφείο των εναγόμενων. Ως αναφέρει ο ενάγοντας στην εν λόγω επιστολή, εφόσον πρόσφερε τις υπηρεσίες του από τον δικό του εργασιακό χώρο η βάση της αντιμισθίας του άλλαξε καθότι χρησιμοποίησε το δικό του εξοπλισμό. Ο ενάγοντας στην εν λόγω επιστολή τεκμ. 12 επισυνάπτει αναλυτική κατάσταση των εργασιών που του ανατέθηκαν και τις οποίες εκτέλεσε. Στην αναλυτική αυτή κατάσταση μεταξύ άλλων καταγράφονται αναλυτικά οι ώρες εργασίας για κάθε υπηρεσία που του ανατέθηκε ξεχωριστά. Το σημαντικό για το εξεταζόμενο ζήτημα είναι ότι στην αλληλογραφία που ακολούθησε οι εναγόμενοι δια του εναγόμενου 2 σε καμία από τις επιστολές τους δεν φαίνεται να αμφισβήτησαν τον αριθμό των ωρών που ο ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι εργάσθηκε. Αντίθετα με την επιστολή ημερ. 11.6.2015 (τεκμ.15) δια του εναγόμενου 2, πρόσφεραν στον ενάγοντα το ποσό των €1.200 δηλώνοντας πως το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει επαρκώς τη αμοιβή του και χωρίς να προβαίνουν σε οποιαδήποτε αναφορά και ή αμφισβήτηση των ωρών εργασίας του ενάγοντα. Ακολούθως δε με τον ίδιο τρόπο και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη με την επιστολή ημερ. 22.12.2015 (τεκμ. 17) πρόσφεραν στο ενάγοντα προς εξόφληση των υπηρεσιών το ποσό των €
  6. Συνεκτιμώντας συνεπώς όλα τα πιο πάνω αποδέχομαι την εκδοχή του ενάγοντα σύμφωνα με την οποία για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους εναγόμενους εργάσθηκε συνολικά 224 ώρες. Ο ενάγοντας όπως προκύπτει και από τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης του στηρίζει την αξίωση του στην εύλογη αμοιβή με βάση τον αναλωθέντα χρόνο εργασίας. Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. X'' Παναγιώτου v. Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd

(2009)1 A ΑΑΔ 173: "Όπου πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ' αμοιβή , άνκαι δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής, τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής εύλογου ποσού (quantum meruit). Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν οι προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L. Ltd v. Nicos Servos
(1968)1 C.L.R. 123). ". Στην Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759, στην οποία αναφορά έγινε στην πιο πάνω υπόθεση, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "The quantum meruit would be fixed after taking into account what would be a reasonable commission, in the circumstances, and fixing a sum accordingly". Στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4, στην παράγραφο 1350, κάτω από την επικεφαλίδα Express or implied Contract αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Where no express contract has been entered into as to the terms of the employment of an architect or engineer, the right to remuneration rests on a contract to pay what is reasonable, implied by requesting and accepting the services or by inducing the architect by fraud to perform them without intending to pay for them.» Επίσης στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελίδα 485 κάτω από τον τίτλο Quantum Meruit αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Where a person renders service to another in circumstances showing that it is to be paid for although no particular remuneration has been specified, the law will infer a promise to pay quantum meruit, i.e. a reasonable sum.» Βλ. επίσης και Kyriacou v. Petrou
(1961)C.L.R. 300 Ο ενάγοντας στην προκειμένη περίπτωση είχε το βάρος απόδειξης τόσον για τις υπηρεσίες που παρείχε, όσον και για την εύλογη αμοιβή. Στη γραπτή μαρτυρία του αν και όχι με την απαιτούμενη λεπτομέρεια αναφέρεται στις υπηρεσίες που προσέφερε επισυνάπτοντας προς τούτο και σχετικά τεκμήρια. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως έχει λεχθεί και πιο πάνω, οι υπηρεσίες που παρείχε ο ενάγοντας δεν αμφισβητήθηκαν με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, ο οποίος δηλώνει μάλιστα ότι ο ενάγοντας θα πρέπει να πληρωθεί για αυτές. Διαπιστώνεται ωστόσο ότι καμία απολύτως αναφορά γίνεται στην γραπτή μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με την εύλογη αμοιβή στην οποία στηρίζει την αξίωση του για τις υπηρεσίες που παρείχε στους εναγόμενους. Παρέλειψε να παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία και ή άλλα δεδομένα που να καταδεικνύουν πως αξιολόγησε την αμοιβή του για τις επίδικες υπηρεσίες στο ποσό των €12.50 σεντ ανά ώρα εργασίας, έτσι ώστε, το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι το ποσό αυτό συνιστά υπό τις περιστάσεις την εύλογη αμοιβή ανά ώρα εργασίας. Η απλή αναφορά του ενάγοντα στη επιστολή που απέστειλε στους εναγόμενους (τεκμ.12) ότι το ποσό των €6.25 είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό της αγοράς που είναι €15 - €25 ανά ώρα εργασίας δεν κρίνεται στοιχείο ικανοποιητικό να οδηγήσεις σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Δεδομένης συνεπώς της απουσίας οποιασδήποτε μαρτυρίας σε σχέση με την εύλογη αμοιβή και ενόψει και της αντίθετης θέσης των εναγόμενων ότι η αμοιβή του ενάγοντα για τις επίδικες εργασίες παρέμεινε στο αρχικά συμφωνημένο ποσό των €6.25 σεντ ανά ώρα εργασίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να καθορίσει οποιαδήποτε λογική αμοιβή για τις υπηρεσίες του ενάγοντα. Συνακόλουθα και δεδομένης της έλλειψης τεκμηρίωσης με την ανάλογη μαρτυρία ότι η εύλογη αμοιβή για τις επίδικες υπηρεσίες ανέρχεται στα €12.50 σεντ ανά ώρα εργασίας, παρά το ότι έγινε αποδεκτό ότι ο ενάγοντας εργάσθηκε 224 ώρες, δεν παρέχεται περιθώριο επιτυχίας της αξίωσης του για το διεκδικούμενο ποσό στη βάση της εύλογης αμοιβής. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, δεδομένης της παραδοχής του εναγόμενου 2 μέσα από την γραπτή μαρτυρία του ότι οφείλει να πληρώσει τον ενάγοντα για τις υπηρεσίες που παρείχε στον συνεταιρισμό θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο η υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ικανή να οδηγήσει στην επιδίκαση συγκεκριμένου ποσού προς όφελος του ενάγοντα. Από τα τεκμήρια που κατέθεσε ο ενάγοντας τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους διαπιστώνονται τα ακόλουθα. Μετά από την αποστολή της επιστολής του ενάγοντα τεκμ. 12 στην οποία επισυνάπτονται και οι λεπτομέρειες των εργασιών που εκτέλεσε και αφού ακολούθησαν εκ μέρους του σχετικές υπενθυμίσεις σε σχέση με την απαίτηση του για πληρωμή, οι εναγόμενοι με την επιστολή ημερ.11.6.2015 (τεκμ.15) δια του εναγόμενου 2, πρόσφεραν στον ενάγοντα το ποσό των €1.200 δηλώνοντας πως το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει επαρκώς τη αμοιβή του. Ακολούθως και αφού ο ενάγοντας με την επιστολή του ημερ.25.6.15 (τεκμ. 15) αντιπρότεινε για την αμοιβή του το ποσό των €2.000, οι εναγόμενοι με την επιστολή ημερ. 22.12.2015 (τεκμ. 17) με τον ίδιο τρόπο πρόσφεραν στο ενάγοντα για εξόφληση των υπηρεσιών του το ποσό των €1500 ενημερώνοντας τον μάλιστα ότι έχει εκδοθεί επιταγή προς όφελος του την οποία και τον καλούσαν να παραλάβει. Όπως προκύπτει βέβαια από τη μαρτυρία του ενάγοντα ο ίδιος δεν αποδέχθηκε την πληρωμή του εν λόγω ποσού προς εξόφληση των επίδικων υπηρεσιών, αλλά επιμένοντας στην καταβολή μεγαλύτερου ποσού εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο το οποίο και απέστειλε στους εναγόμενους ενώ ακολούθως καταχώρησε την παρούσα αγωγή Οι εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης τους δηλώνουν ρητά ότι ο εναγόμενος 2 ως ομόρρυθμος συνέταιρος του εναγόμενου 1 πρόσφερε στον ενάγοντα το ποσό των €1500 για τις υπηρεσίες του. Ισχυρίζονται όμως ότι το ποσό αυτό προσφέρθηκε χαριστικά και για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης της απαίτησης του ενάγοντα. Στη γραπτή μαρτυρία του ο εναγόμενος 2 σε ανακολουθία με την έκθεση υπεράσπισης παραλείποντας να αναφερθεί στη προσφορά του ποσού των €1500, ισχυρίζεται ότι για σκοπούς συμβιβασμού προσφέρθηκε στον ενάγοντα το ποσό των €1.
  1. Η θέση της υπεράσπισης ότι τα αναφερόμενα ποσά προσφέρθηκαν για σκοπούς συμβιβασμού και όχι ως οφειλόμενο ποσό για τις υπηρεσίες του ενάγοντα δεν συνάδουν με το περιεχόμενο των επιστολών τεκμ. 15 και 17 στις οποίες δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε επιφύλαξη και ή αναφορά ότι τα συγκεκριμένα ποσά προσφέρονται χαριστικά, άνευ βλάβης και ή για σκοπούς συμβιβασμού. Αντίθετα με την επιστολή τεκμ.15 οι εναγόμενοι, δια του εναγόμενου 2, δηλώνουν πως το ποσό των €1.200 αντιπροσωπεύει επαρκώς την αμοιβή του ενάγοντα. Ακολούθως δε με την επιστολή τεκμ. 17 με τον ίδιο τρόπο πρόσφεραν στο ενάγοντα προς εξόφληση των υπηρεσιών του το ποσό των €1500 χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη και ή άλλη δήλωση που να καταδεικνύει ότι το ποσό αυτό προσφέρεται άνευ βλάβης και για σκοπούς συμβιβασμού, καλώντας μάλιστα το ενάγοντα να παραλάβει σχετική επιταγή που εκδόθηκε προς όφελος του. Συνεκτιμώντας συνεπώς τα πιο πάνω κρίνω ότι ο ενάγοντας δικαιούται απόφαση προς όφελος του για το ποσό των €
  2. Παραμένει όμως να εξεταστεί στη συνέχεια η θέση των εναγόμενων σύμφωνα με την οποία η αγωγή λανθασμένα εγέρθηκε εναντίον του εναγόμενου 3 καθότι αυτός ως ετερόρρυθμος συνέταιρος ουδεμία υποχρέωση έχει για τις υποχρεώσεις του συνεταιρισμού πλην του μικρού ποσοστού που ήδη προσέφερε στη εταιρεία. Στην προκειμένη περίπτωση το ότι ο εναγόμενος 3 είναι ετερόρρυθμος συνέταιρος στον εναγόμενο 1 συνεταιρισμό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών αφού αυτό ισχυρίζεται και ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του καταθέτοντας μάλιστα με την μαρτυρία του και σχετικό πιστοποιητικό έρευνας του Γραφείου Έφορου Εταιρειών (τεκμ 2). Από το σύνολο δε της προσκομισθείσας μαρτυρίας όπως περιγράφεται πιο πάνω προκύπτει ότι η διεύθυνση των εργασιών του συνεταιρισμού ανήκε στον εναγόμενο 2 χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή του εναγόμενου
  3. Η θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος 3 έχει ήδη προσφέρει το ποσοστό της συνεισφοράς του στον συνεταιρισμό, ότι δηλαδή έχει εκπληρώσει την υποχρέωση της εισφοράς του παρέμεινε αναντίλεκτη. Συγκεκριμένα ο ενάγοντας στην απάντηση του αποδέχεται τους ισχυρισμούς της παρ. 4 της έκθεσης υπεράσπισης σε όση έκταση αυτοί αφορούν την εκπλήρωση της υποχρέωσης εισφοράς του εναγόμενου 3, παρόλα αυτά ισχυρίζεται ότι δυνάμει του σχετικού Νόμου ο εναγόμενος 3 ευθύνεται από κοινού με τους υπόλοιπους συνεταίρους εις το βαθμό της συνεισφοράς του στο συνεταιρισμό. Την ίδια θέση υποστήριξε ο συνήγορος του ενάγοντα στο στάδιο των αγορεύσεων παραπέμποντας στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Περί Ομόρρυθμων και Ετερόρρυθμων Εταιρειών Νόμο και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο Κεφ.
  4. Εξετάζοντας τις σχετικές πρόνοιες του Κεφ.116, (βλ. άρθρα 47) συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης αποτελείται από ένα ή περισσότερους ομόρρυθμους συνεταίρους, οι οποίοι φέρουν απεριόριστη προσωπική ευθύνη για τα χρέη και υποχρεώσεις του συνεταιρισμού και από ένα ή περισσότερους ετερόρρυθμους συνεταίρους που δεν ευθύνονται για τα χρέη ή υποχρεώσεις του συνεταιρισμού πέραν από το ποσό που συνεισέφεραν στο αρχικό κεφάλαιο του. Η ευθύνη του ετερόρρυθμου συνεταίρου περιορίζεται στο αρχικό ποσό το οποίο δήλωσε ως συνεισφορά του στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού και εφόσον το καταβάλει, δεν φέρει οποιαδήποτε περαιτέρω ευθύνη για τις υποχρεώσεις ή τα χρέη του. Συνεπώς ο ετερόρρυθμος συνέταιρος που κατέβαλε την εισφορά του στον συνεταιρισμό, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, δεν ευθύνεται για τα χρέη του συνεταιρισμού με την προσωπική του περιουσία, ούτε μέχρι του ποσού της εισφοράς του. Η ευθύνη του αίρεται , δηλαδή απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και η εισφορά του αποτελεί πλέον κεφάλαιο του συνεταιρισμού που υπόκειται στους τυπικούς κινδύνους απώλειας στα πλαίσια της εμπορικής αξιοποίησης του. Η εκπλήρωση της υποχρέωσης εισφοράς του ετερόρρυθμου εταίρου έχει διττό αποτέλεσμα. Αφενός αποτελεί εκπλήρωση της κύριας εταιρικής υποχρέωσης που προκύπτει από την εταιρική συμμετοχή του στην εταιρία και αφετέρου αποτελεί περιστατικό απαλλαγής του από την εξωτερική του ευθύνη. Με την εκπλήρωση της υποχρέωσης εισφοράς αίρεται και η ευθύνη του για τα εταιρικά χρέη, δηλαδή παύει η ευθύνη του έναντι των πιστωτών του συνεταιρισμού. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση και με δεδομένο ότι έχει ήδη εκπληρώσει την υποχρέωση της εισφορά του στον συνεταιρισμό, ο εναγόμενος 3 δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για τις υποχρεώσεις του συνεταιρισμού. Υπογραμμίζω ότι η πλευρά του ενάγοντα είχε την ευχέρεια να γνωρίζει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία σε σχέση με τη συνεισφορά του εναγόμενου 3 στο συνεταιρισμό και κατ΄ επέκταση σε σχέση με την ευθύνη του έναντι των πιστωτών του συνεταιρισμού (βλ. άρθρα 50, 51 και 60 του Κεφ. 116) Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω κρίνεται ότι η αγωγή του ενάγοντα λανθασμένα εγέρθηκε εναντίον του εναγόμενου
  5. Συνακόλουθα των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και σε βάρος των εναγόμενων 1 και 2 για το ποσό των €1.
  6. Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 3 απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο και καταχώρησαν κοινή υπεράσπιση θεωρώ ορθό όπως επιδικαστούν προς όφελος του εναγόμενου 3 και σε βάρος του ενάγοντα κατ' αναλογία το 1/3 των εξόδων. Σε ότι αφορά το θέμα των εξόδων σε σχέση με την απόφαση που εκδόθηκε προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 κρίνω ότι οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης επιτρέπουν την παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με βάση τα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά, αφενός η μη καταβολή του ποσού των €1.500 δεν οφειλόταν σε παράλειψη των εναγόμενων 1 και 2, οι οποίοι πρόσφεραν το ποσό αυτό, αλλά στην απόφαση του ενάγοντα, σύμφωνα με την μαρτυρία του, να επιμένει στην είσπραξη μεγαλύτερου ποσού με αποτέλεσμα να μην παραλάβει την επιταγή που εκδόθηκε προς εξόφληση των υπηρεσιών του και να προχωρήσει στην καταχώρηση της αγωγής. Αφετέρου όμως διαπιστώνεται ότι το ποσό των €1.500 δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο αλλά ούτε και προσφέρθηκε κατά την διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Υπό αυτές τις περιστάσεις και αντλώντας καθοδήγηση από την απόφαση X'' Παναγιώτου (πιο πάνω) όπου συνεκτιμήθηκαν ανάλογα γεγονότα, κρίνω δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. Επίσης για τον ίδιο λόγο, ότι δηλαδή η μη καταβολή του ποσού των €1.500 δεν οφειλόταν σε παράλειψη των εναγόμενων, κρίνω δίκαιο όπως το επιδικασθέν ποσό εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 φέρει τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αμοιβή για παροχή υπηρεσιών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.