Chao Guang κ.α. ν. Jiang Jun κ.α., Αγωγή αρ.: 1540/17, 22/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1540/17 Μεταξύ:
- Chao Guang, εκ Κίνας
- Eminently Real Estate Development Co Ltd, εκ Λεμεσού Εναγόντων και
- Jiang Jun, εκ Κίνας
- Claudita Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 30/5/2017 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Κωνσταντινίδου για ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΑΛΑΝΟΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 2 - καθ' ης η Αίτηση: κα Χρ. Φιάκκα για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρίστηκε την 30.5.2017, ο ενάγοντας 1 είναι κινέζος υπήκοος, επιχειρηματίας, ο οποίος ασκεί τις δραστηριότητες του τόσο στην Κύπρο όσο και στην Κίνα. Είναι ένας εκ των διευθυντών και μετόχων της ενάγουσας 2 (εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο), η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με αγοραπωλησίες ακινήτων και με την διαχείριση και εκμετάλλευση οικοδομικών έργων. Ο εναγόμενος 1 είναι επίσης κινέζος υπήκοος και ιδιοκτήτης της εναγόμενης 2 (επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο). Οι ενάγοντες 1 και 2 αξιώνουν, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις άνω των τριών
(3)εκατομμυρίων Ευρώ. Με την καταχώριση της αγωγής, οι ενάγοντες πέτυχαν μονομερώς την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Ενδιάμεσο διάταγμα εμποδίζον τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και 2 και/ή τους υπηρέτες τους και/ή τους αντιπροσώπους τους και/ή τους υπαλλήλους τους και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους τους και/ή δια λογαριασμό τους και/ή κατ' εντολή και/ή κατ' εξουσιοδότηση τους και/ή άλλως πως, από του να μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή διαθέσουν καθ' οποιονδήποτε τρόπον, το κατωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο μέχρι ακροάσεως και τελείας αποπερατώσεως της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου: Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 16573, Τεμ. 313, Τμήμα 3, Φ./Σχ. 2-206-34, στον Άγιο Αθανάσιο Λεμεσού, έκτασης 3609 τ.μ.» Η Αίτηση, βάσει της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα, στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, Άρθρα 3, 4, 5, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, Θ. 1-9, Δ.64, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση, εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 1, Chao Guang, η οποία είναι συνταγμένη στην Κινεζική γλώσσα, συνοδεύεται όμως από μετάφραση της στην Ελληνική (την μετάφραση διεκπεραίωσε κάποια Haixia Li Nikolaidi, η οποία ορκίστηκε ως προς τούτο ενώπιον του Πρωτοκολλητού, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού). Η μαρτυρία του ενάγοντα 1 έχει ως εξής: Κατά ή περί τις αρχές του 2014, ο ίδιος και η ενάγουσα 2 διαπραγματεύοντο την αγορά ακινήτου στον Άγιο Αθανάσιο Λεμεσού με σκοπό την ανάπτυξη του σε μεγάλο οικιστικό έργο (θα ανεγείροντο 29 διαμερίσματα και 6 κατοικίες), για το οποίο είχαν εξεύρει και τους αγοραστές. Οι εναγόμενοι 1 και 2 (παρουσιάστηκαν ως μεγαλοεπενδυτές, κατέχοντες μεγάλα χρηματικά κεφάλαια), τους προσέγγισαν και με «παραπλανητικό τρόπο» τους έπεισαν πως ενδιαφέροντο να χρηματοδοτήσουν μεγάλες επενδύσεις (αρκετών εκατομμυρίων) σε ακίνητα στην Κύπρο και τους ζήτησαν να συνεργαστούν. Οι ενάγοντες βασιζόμενοι σ' αυτές τις παραστάσεις (εν τέλει απεδείχθησαν ψευδείς και παραπλανητικές), δεν προχώρησαν στην αγορά του ακινήτου στον Άγιο Αθανάσιο και αντ' αυτού προχώρησαν κατά ή περί τις 30.6.2014, σε συμφωνία με τους εναγόμενους 1 και 2 (Τεκμήριο 1), η οποία προέβλεπε την επένδυση από τους τελευταίους, ποσού δύο
(2)εκατομμυρίων Ευρώ με σκοπό την αγορά γης και την ανάπτυξη ακινήτων. Οι εναγόμενοι 1 και 2, βάσει της συμφωνίας, διόρισαν την ενάγουσα 2 ως σύμβουλο αγοράς και υπεύθυνη των έργων της εναγόμενης
- Ο εναγόμενος 1, βάσει των όρων της συμφωνίας, θα είχε εγγυημένο κέρδος 20% ετησίως επί της αρχικής του επένδυσης (δύο εκατομμύρια Ευρώ). Η ενάγουσα 2 θα ήταν δικαιούχος του καθαρού κέρδους (μετά την αφαίρεση του ποσού της αρχικής επένδυσης των δύο εκατομμυρίων Ευρώ, πλέον του εγγυημένου κέρδους 20% της κάθε περιόδου, το εναπομείναν κέρδος θα ανήκε στην ενάγουσα 2). Με την υλοποίηση των σκοπών της συμφωνίας, ο ίδιος είχε την υποχρέωση να καταβάλει στον εναγόμενο 1, το αρχικό ποσό της επένδυσης (2 εκατομμύρια Ευρώ), μαζί με το εγγυημένο κέρδος (20% της επένδυσης κάθε περιόδου) και σε αντάλλαγμα θα του μεταβιβάζετο το 100% των μετοχών της εναγόμενης
- Στη βάση της συμφωνίας, η εναγόμενη 2 αγόρασε κατά ή περί την 8.5.2015, το ακίνητο στον Άγιο Αθανάσιο για το ποσό των €310.681,
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 ανέθεσαν στην ενάγουσα 2 την εκτέλεση εργασιών (ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων, περίφραξη του ακινήτου) προς υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου. Θα ανεγείροντο οικιστικές μονάδες (29 διαμερίσματα και 6 κατοικίες), για τις οποίες οι ενάγοντες είχαν «έτοιμους αγοραστές». Από την γνώση και την πείρα τους από άλλες πωλήσεις διαμερισμάτων και οικιών στην Κύπρο, οι ενάγοντες υπολόγισαν (έλαβαν υπόψη το κόστος κατασκευής της κάθε μονάδας και την τιμή πώλησης της) πως εάν οι εναγόμενοι 1 και 2 τηρούσαν την συμφωνία, οι ίδιοι θα είχαν «εγγυημένο κέρδος», τουλάχιστο τρία εκατομμύρια Ευρώ. Η ενάγουσα 2, κατόπιν εντολών των εναγόμενων 1 και 2 και στη βάση της συμφωνίας της 30.6.2014, ανέθεσε σε άλλα πρόσωπα εργασίες οι οποίες ήταν απαραίτητες για την υλοποίηση του όλου έργου, καταβάλλοντας διάφορα ποσά. Συγκεκριμένα κατέβαλαν ποσό €6.747,00 για την περίφραξη του ακινήτου (το τιμολόγιο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2), €5.000.- σε αρχιτεκτονικό γραφείο (CCS STYLIANIDES SERVICES LTD) για την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων (η απόδειξη πληρωμής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3), ενώ με άλλο αρχιτεκτονικό γραφείο (ELEFTHERIA DRAMALL LTD) συμφωνήθηκε ως αμοιβή για ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων, το ποσό των €135.000.-, ποσό το οποίο η ενάγουσα 2 είναι υποχρεωμένη να καταβάλει (η συμφωνία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4). Επίσης στην εταιρεία LO ALEX ART NOUVEAU LTD, κατέβαλαν, στη βάση μεταξύ τους συμφωνίας (Τεκμήριο 5), το ποσό των €18.564.- (αντίγραφα των επιταγών επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6), για αρχιτεκτονικές και διακοσμητικές εργασίες. Η συμφωνία (Τεκμήριο 5) καθόριζε ως αμοιβή της εταιρείας ALEX, το ποσό των €107.000.-. Η ενάγουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των €88.536,
- Τόσο ο ίδιος όσο και η ενάγουσα 2 τήρησαν πλήρως τους όρους της επίδικης συμφωνίας ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 «αδικαιολόγητα, παράνομα και αντισυμβατικά», δεν προχώρησαν σε «περαιτέρω» υλοποίηση της συμφωνίας, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν ζημιά και απώλεια κέρδους, αφού περιόρισαν τις επενδυτικές τους εργασίες στην Κύπρο και εστίασαν την προσοχή τους στις εργασίες που αφορούσαν την επίδικη συμφωνία. Είναι η θέση τόσο του ιδίου όσο και της ενάγουσας 2, πως οι εναγόμενοι 1 και 2 «χρησιμοποίησαν παραπλανητικά και εντέχνως» την συμφωνία της 30.6.2014 ως «δήθεν επένδυση δύο
(2)εκατομμυρίων Ευρώ, ώστε ο εναγόμενος 2 να αποκτήσει την Κυπριακή ιθαγένεια την οποία απέκτησε τελικά, εξαπατώντας πέραν των εναγόντων και την Κυπριακή Δημοκρατία. Πρόσφατα πληροφορήθηκαν ότι οι εναγόμενοι είχαν πρόθεση να πωλήσουν το ακίνητο στον Άγιο Αθανάσιο (αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εναγόμενης 2), αφού ανατέθηκε σε διάφορα άτομα η πώληση του. Την πληροφορία αυτή την έλαβε ο ίδιος προσωπικά από τα εν λόγω πρόσωπα. Σε συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που ο ενάγοντας 1 καταχώρισε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, κατέθεσε πως «το γεγονός ότι η εναγόμενη 2 έθεσε το ακίνητο στον Άγιο Αθανάσιο προς πώληση, το πληροφορήθηκε στις 24.5.2017 από κάποιον HUANG Dong Chen από την Κίνα. Συγκεκριμένα το πρόσωπο αυτό τον επισκέφθηκε προσωπικά στα γραφεία της ενάγουσας 2 και ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί ποιο θα ήταν το κόστος ανέγερσης αριθμού κατοικιών από την ενάγουσα 2 για λογαριασμό του, σε συγκεκριμένο ακίνητο στον Άγιο Αθανάσιο, το οποίο επρόκειτο να αγοράσει. Όταν επισκέφθηκαν το συγκεκριμένο ακίνητο, με έκπληξη διαπίστωσε ότι πρόκειτο για το ακίνητο που αγοράστηκε από την εναγόμενη 2». Η εναγόμενη 2 εταιρεία καταχώρισε Ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση, νομική βάση. Προβάλλονται δεκαεννέα
(19)Λόγοι Ένστασης. Ειδικότερα υποστηρίζεται πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου ώστε το Διάταγμα να οριστικοποιηθεί, πως οι ενάγοντες δεν προέβηκαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, πως το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν ικανοποιείτο, πως η «συνέχιση» του διατάγματος θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα των εναγόμενων, πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς της εναγόμενης
- Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη Δήλωση του Παναγιώτη Τσαγκάρη, υπαλλήλου της εναγόμενης 2, δεόντως εξουσιοδοτημένου, ο οποίος αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και δίδει μια εντελώς διαφορετική διάσταση στα γεγονότα. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής: Οι εναγόμενοι ουδέποτε παρουσιάστηκαν στους ενάγοντες ως μεγαλοεπενδυτές και ούτε με παραπλανητικό τρόπο τους έπεισαν να συνεργαστούν και να υπογράψουν την συμφωνία της 30.6.2014, αλλά η σχέση και η συνεργασία τους ξεκίνησε πολύ πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος 1 (Jiang Jun) και η σύντροφος του Jiang Zhimin, αγόρασαν (ο καθένας ξεχωριστά) από τους ενάγοντες, από μία κατοικία στην επαρχία Λεμεσού, στη βάση δύο αγοραπωλητηρίων εγγράφων ημερομηνίας 12.5.2014 (Τεκμήρια 1 και 1Α) για το ποσό των €595.000.- εκάστη, ποσά τα οποία εξοφλήθηκαν πλήρως. Ήταν συμβατική υποχρέωση των εναγόντων να προβούν σ' όλα τα αναγκαία διαβήματα για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων επ' ονόματι των αγοραστών, γεγονός το οποίο παρέλειψαν να πράξουν μέχρι και σήμερα. Γι' αυτό, τον Φεβρουάριο του 2017 τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και η σύντροφος του, έλαβαν δικαστικά μέτρα εναντίον των εναγόντων, καταχωρώντας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού τις αγωγές με αριθμό 433/2017 και 432/2017 (Τεκμήρια 2 και 2Α) με τις οποίες αξίωναν την ειδική εκτέλεση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων. Οι ενάγοντες παράλειψαν να εμφανιστούν, αν και οι αγωγές τους επιδόθηκαν δεόντως και συνακόλουθα εκδόθηκαν εναντίον τους αποφάσεις και στις δύο αγωγές (Τεκμήρια 3 και 3Α). Οι ενάγοντες έχοντας ως στόχο την μη συμμόρφωση τους με τις αποφάσεις, καταχώρισαν αιτήσεις παραμερισμού των αποφάσεων, χωρίς όμως να προβάλλουν ουσιαστικούς λόγους. Στη βάση της επίδικης συμφωνίας («PROFIT SHARING AGREEMENT») ημερ. 30.6.2014, οι εναγόμενοι προσέλαβαν την ενάγουσα 2 ως σύμβουλο αγοράς και υπεύθυνη για τα έργα ανάπτυξης των ακινήτων της εναγόμενης
- Η συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας δεν αφορούσε την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου στον Άγιο Αθανάσιο (η αγορά του ποτέ δεν αποτέλεσε προϋπόθεση για την υπογραφή της συμφωνίας) όπως παραπλανητικά αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα
- Ποτέ οι ενάγοντες δεν εξέφρασαν στους εναγόμενους την επιθυμία τους να προβούν στην αγορά του, ούτε και οι τελευταίοι τους εμπόδισαν να πράξουν κάτι τέτοιο. Στις 21.5.2014, ο εναγόμενος 1 ως ο μοναδικός μέτοχος και δικαιούχος (beneficial owner) της εναγόμενης 2, μετέφερε σ' αυτήν δύο
(2)εκατομμύρια Ευρώ. Σκοπός της συγκεκριμένης επένδυσης ήταν η απόκτηση Κυπριακής υπηκοότητας. Την 2.3.2015 η αίτηση του εγκρίθηκε και έλαβε Κυπριακό διαβατήριο (Τεκμήριο 4). Οι ενάγοντες στη συνέχεια πρότειναν στους εναγόμενους διάφορες επενδύσεις, ήτοι την αγορά διαφόρων ακινήτων, περιλαμβανομένου και του επίδικου. Συγκεκριμένα πρότειναν την αγορά τεσσάρων
(4)ακινήτων (απέστειλαν στους εναγόμενους και σχετικές εκτιμήσεις), από τα οποία οι εναγόμενοι κατέληξαν στην επιλογή του επίδικου. Στις 7.11.2014 οι εναγόμενοι προχώρησαν στην αγορά του ακινήτου και υπέγραψαν Συμφωνία (Τεκμήριο 5Α) με την εταιρεία PANARETOS INVESTMENS & CONSTRUCTIONS LTD, καταβάλλοντας σ' αυτή με τμηματικές πληρωμές, το ποσό των €1.725.000,
- Το ακίνητο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι τους στις 8.5.
- Οι εναγόμενοι ουδέποτε ανέθεσαν στους ενάγοντες την περίφραξη του ακινήτου ή άλλες εργασίες σε σχέση με την αξιοποίηση του, όπως ψευδώς οι τελευταίοι διατείνονται. Τούτο δεν ήταν δυνατόν να συμβεί αφού το ακίνητο αγοράστηκε στις 7.11.2014 και οι ενάγοντες θα μπορούσαν, σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας (ο όρος 4.3 προνοούσε πως η συμφωνία τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της πρώτης αγοράς ακινήτου) να προβούν σε ενέργειες μόνο μετά τις 7.11.2014 και αφού θα ελάμβαναν προηγουμένως γραπτή εξουσιοδότηση από τους εναγόμενους. Κατά τον ομνύοντα όλα τα σχετικά έγγραφα (αποδείξεις πληρωμών συμφωνίες, αντίγραφα επιταγών) που προσκόμισαν οι ενάγοντες σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό τους, φέρουν ημερομηνίες προγενέστερες της αγοράς του ακινήτου, όπως 23.6.2014, 4.7.2014, 1.8.2014, 25.9.2014 και 17.10.
- Είναι θέση του ομνύοντα πως ακόμη και εάν οι ισχυρισμοί των εναγόντων ήσαν αληθείς και όντως δαπάνησαν χρήματα για εργασίες στο ακίνητο, οι εν λόγω δαπάνες έγιναν κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας (όρος 4.3), αφού οι ενάγοντες δεν έλαβαν προηγουμένως την γραπτή εξουσιοδότηση των εναγόμενων. Στις 14.5.2014, η εναγόμενη 2 με Πληρεξούσιο Έγγραφο (Τεκμήριο 9) παραχώρησε στον ενάγοντα 1 και σε κάποια Li Che (μέτοχο της ενάγουσας 2) εξουσία διαχείρισης των τραπεζικών της λογαριασμών στην Ελληνική Τράπεζα. Τα εν λόγω πρόσωπα είχαν την ευχέρεια να προβαίνουν σε συναλλαγές μέχρι του ποσού των €15.000.- μηνιαίως. Τον Σεπτέμβριο του 2014, η Li Che υπερβαίνοντας τις εξουσίες που της παραχωρήθηκαν με το Πληρεξούσιο Έγγραφο, εξέδωσε επιταγές από τους τραπεζικούς λογαριασμού της εναγόμενης 2, συνολικού ύψους €18.622.-. Πολλές από τις επιταγές αφορούσαν πληρωμές των υπαλλήλων της ενάγουσας 2, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δικαιολογία για ποιο λόγο πληρώθηκαν από τον λογαριασμό της εναγόμενης 2 και χωρίς την έγκριση ή την συγκατάθεση της τελευταίας. Ένεκα αυτού του γεγονότος οι εναγόμενοι 1 και 2 τερμάτισαν (βάσει του όρου 8.1(α) της Συμφωνίας) με την επιστολή τους ημερομηνίας 29.9.2014 (Τεκμήριο 11) την Συμφωνία, αφού είχαν αντιληφθεί πως οι ενάγοντες ενεργούσαν αντίθετα προς τα συμφέροντα τους. Οι ενάγοντες «προσπάθησαν» να αιτιολογήσουν την έκδοση μιας επιταγής ύψους €10.000.- ημερομηνίας 26.9.2014, ως δάνειο στους ιδίους και την 29.9.2017 «επέστρεψαν» τις €10.000.- στους εναγόμενους. Το ακίνητο στον Άγιο Αθανάσιο ουδέποτε τέθηκε προς πώληση ούτε και ανατέθηκε σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο η εξεύρεση αγοραστών. Εξάλλου, αφ' ης στιγμή το ακίνητο αγοράστηκε με σκοπό την απόκτηση από τον εναγόμενο 1 Κυπριακού διαβατηρίου, τούτο δεν μπορούσε να πωληθεί ούτε και να αποξενωθεί προτού περάσουν τρία
(3)χρόνια από την ημερομηνία που εγκρίθηκε η παραχώρηση της Κυπριακής υπηκοότητας στον εναγόμενο
- Η αίτηση του τελευταίου εγκρίθηκε στις 2.4.2015 (Τεκμήριο 12) και συνεπώς δεν μπορούσε να πωλήσει το ακίνητο προ της 2.4.
- Η υπό κρίση Αίτηση δεν επεδόθη εν τέλει στον εναγόμενο 1 και γι' αυτό απεσύρθη. Το δε Διάταγμα, σ' όση έκταση τον αφορούσε, ακυρώθηκε. Η εναγόμενη 2 με άδεια του Δικαστηρίου και με την συναίνεση των εναγόντων, καταχώρισε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, ώστε να απαντήσει στα όσα αναφέρονται στην Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα
- Ορκίστηκε και πάλι ο Παναγιώτης Τσαγκάρης. Ο ομνύων, ο οποίος δεν αφίσταται της θέσης του, επαναλαμβάνει πως ουδέποτε η εναγόμενη 2 έθεσε το ακίνητο στον Άγιο Αθανάσιο προς πώληση ούτε και οι εναγόμενοι 1 και 2 ήρθαν σε επαφή με τον Huang Dong Chen, τον οποίο δεν γνωρίζουν. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269,
- Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Είναι θέση της εναγόμενης 2 πως οι ενάγοντες δεν έχουν προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων της υπόθεσης και πως δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με υψηλό επίπεδο πίστης και εντιμότητας. Το ζήτημα αυτό είναι θεμελιώδους σημασίας (έτσι αποφασίστηκε νομολογιακά) και θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο πρωταρχικά και προτού εξεταστούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Η έκδοση Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex parte), συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 1453, σελ. 1463). Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (Ubberima Fides)εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Το καθήκον του αιτητή να ενεργήσει απόλυτα καλόπιστα και να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα πηγάζει και πάλι από τους κανόνες της επιείκειας που επιβάλλουν ότι οποιοσδήποτε έρχεται στο Δικαστήριο και ζητά επιείκεια είναι απαραίτητο να έρθει με καθαρά χέρια. [Γενικός Εισαγγελέας και άλλος (αρ. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 ΑΑΔ 349, Resola (ανωτέρω)]. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι, το καθήκον του ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν θα αποφάσιζε κατά πόσον θα ενέκρινε την αίτηση. Στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 AAΔ.595 διευκρινίστηκε ότι η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και ότι η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών, καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή. Κατά συνέπεια, το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Δέστε επίσης Hani Mousa El - Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 ΑΑΔ 836, στη σελίδα 847. Στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ, 801, λέχθηκαν στη σελίδα 808 σε σχέση με το θέμα αυτό, τα εξής: «Το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink's - MAT Ltd v. Elcombe and Others
(1988)3 All E.R. 188 στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
- i)φύση της υπόθεσης και (
- ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα τα έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος.» Επανερχόμενη στην υπό κρίση Αίτηση, θεωρώ και συμφωνώ επί τούτου με την πλευρά της εναγόμενης 2, πως οι ενάγοντες δεν απεκάλυψαν όλα τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση. Το κατά πόσον αυτά ήσαν ουσιώδη ή όχι, θα το έκρινε το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες δεν απεκάλυψαν πως εγνώριζαν και είχαν συνεργαστεί με τον εναγόμενο 1, προτού υπογραφεί η συμφωνία της 30.6.2014, αφού ο τελευταίος και η σύντροφος του αγόρασαν από τους ενάγοντες δύο ξεχωριστές κατοικίες. Αντίθετα, ο ενάγοντας 1 στην Ένορκη του Δήλωση, αφήνει να εννοηθεί πως ο εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε «από το πουθενά» (η υπογράμμιση δική μου) μπροστά του ως μεγαλοεπενδυτής, πείθοντας τον να συνεργαστεί μαζί του. Το γεγονός ότι είχε προηγηθεί η αγορά των δύο ακινήτων ήταν σημαντικό στοιχείο το οποίο θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημαντικό στοιχείο ήταν επίσης και το γεγονός της ύπαρξης των αγωγών 432/2017 και 433/2017 που καταχωρίστηκαν από τον εναγόμενο 1 και την σύντροφο του, εναντίον της ενάγουσας 2 εταιρείας, καθώς επίσης και τα όσα επακολούθησαν, η έκδοση δηλαδή αποφάσεων και η καταχώριση αιτήσεων παραμερισμού των. Τα στοιχεία αυτά ήσαν ουσιώδη και ενδεχομένως να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, η οποία υπεβλήθη μονομερώς. Η πρόθεση των εναγόντων δεν εξετάζεται. Το κατά πόσον δηλαδή συνειδητά επέλεξαν να μην θέσουν τα στοιχεία αυτά ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρώ πως η μη αποκάλυψη ήταν αποφασιστικής σημασίας στην εξέταση της Αίτησης. Φρονώ πως με δεδομένο τα προαναφερθέντα, το Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί χωρίς να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται και το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 2 και εναντίον των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο