← Κύπρος

Ανδρέα Α. Λεωνίδα ν. A. Messios & Sons Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 5770/1997, 9/1/2018

Ανδρέα Α. Λεωνίδα ν. A. Messios & Sons Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 5770/1997, 9/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A6 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5770/1997 Μεταξύ: Ανδρέα Α. Λεωνίδα, από το Πισσούρι Ενάγοντα Και A. Messios & Sons Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένης ------------------------------- (Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 4.12.1997) Μεταξύ: Ανδρέα Α. Λεωνίδα, από το Πισσούρι Ενάγοντα -και-

  1. A. Messios & Sons Ltd, από τη Λεμεσό
  2. Γιώργου Μέσσιου, από την Λεμεσό Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση ημερ. 14.9.2017 Ημερ.: 9.1.2018 Για την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Φρ. Χριστοδουλίδου για Α. Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κα Α. Αριστείδου για Γ. Θωμά για Yiannakis K. Thoma Law Firm LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση η Εναγόμενη 1 εξαιτείται την ακύρωση ή και τον παραμερισμό του εντάλματος κινητών και εναλλακτικά του διατάγματος ημερ. 9.8.2017 με το οποίο δόθηκε άδεια για την εκτέλεση του. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 14.9.2017 του Εναγόμενου 2 μέλους του διοικητικού της συμβουλίου. Ο Ενάγοντας καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 13 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 15.12.2017 του ιδίου. Αυθημερόν με την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης καταχωρίστηκε και αίτηση χωρίς κλίση για αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης παραμερισμού. Την 18.9.2017 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης το οποίο παραμένει σε ισχύ. Το Δικαστήριο ρυθμίζοντας τις ενώπιον του διαδικασίες έκρινε ορθό και δίκαιο, κυρίως προς εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων, να εκδικάσει την Αίτηση παραμερισμού, οπόταν, και ανεξαρτήτως της έκβασης της, η αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσης του θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Με τους λόγους ένστασης εγείρονται δύο ζητήματα τα οποία χρήζουν εξέτασης προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να υπεισέλθει στην ουσία της Αίτησης. Το πρώτο ζήτημα αφορά στη νομική βάση της Αίτησης, κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι η ενδεδειγμένη και ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την ουσία της διαφοράς. Η Κοντού ν. Global Capital Ltd

(2013)1(A) A.A.Δ. 192, παρέχει άριστη καθοδήγηση επί των εγερθέντων ζητημάτων αφού αφορούσε επακριβώς ίδια ζητήματα όπως η υπό κρίση Αίτηση. Υπήρχαν και ιδιαιτερότητες που δεν παρουσιάζονται στην παρούσα υπόθεση. Αποφασίστηκε ότι η Δ.40, θ.θ.16 και 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρείχαν εξουσία στο Δικαστήριο να επιληφθεί αίτησης για την αναστολή ή ακύρωση συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης, και εκεί εντάλματος κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας, και διακρίθηκε η περίπτωση από εκείνη όπου ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Υιοθετήθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αναφορά στον θ.17 σε «ερωτήματα που θα προκύψουν σχετικά με την εκτέλεση» δεν περιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου το οποίο θεωρείται αρμόδιο για όλους τους σκοπούς του εντάλματος και πως σε κάθε περίπτωση η ακύρωση του εντάλματος έχει σχέση με την εκτέλεση του όταν η προβληθείσα θέση είναι ότι η απόφαση έχει πλήρως εξοφληθεί και δεν οφείλεται κανένα ποσό. Οι δικηγόροι της Εναγομένης αισθανόμενοι ότι στη νομική βάση της Αίτησης θα έπρεπε να εμπεριέχεται και ο θ.15 της Δ.40 εισηγούνται ότι η παράλειψη αναφοράς σε αυτόν συνιστά παρατυπία που μπορεί να διορθωθεί δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η συμπερίληψη του θ.15 δεν ήταν απαραίτητη. Ο συγκεκριμένος θεσμός αφορά στην περίπτωση που αυτό που ζητείται από το Δικαστήριο είναι οδηγίες σε οιονδήποτε ζήτημα που σχετίζεται με το ένταλμα. Σε σχέση με την ακύρωση εντάλματος κατ' επίκληση της θέσης ότι η απόφαση έχει εξοφληθεί οι θεσμοί της Δ.40 που καλύπτουν το ζήτημα είναι οι θ.θ.16 και 17 οι οποίοι και αναφέρονται στη νομική βάση της Αίτησης. Άλλωστε και στην Κοντού σημειώνεται (σελ.199) ότι τη νομική βάση της αίτησης αποτέλεσαν οι θ.θ.16 και 17, ενώ ο θ.15 δεν περιλαμβανόταν στη νομική της βάση. Το δεύτερο ζήτημα αναφέρεται σε κατάχρηση των διαδικασιών εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και, πέραν της γενικότητας του, εδράζεται και στο γεγονός ότι η Εναγόμενη έχει καταχωρήσει την Γενική Αίτηση 128/2016 με την οποία εξαιτείται τη διαγραφή δύο εμπράγματων βαρών (ΕΒ 2003/2013 και ΕΒ 3295/2015) τα οποία ο Ενάγοντας έχει εγγράψει έναντι ακίνητης περιουσίας της με έρεισμα την ίδια Απόφαση. Κανένα ζήτημα κατάχρησης δεν μπορεί να συνδέεται με το γεγονός της καταχώρισης της Γενικής Αίτησης 128/
  1. Το αντικείμενο της Γενικής Αίτησης είναι διαφορετικό. Περαιτέρω, η όποια διαδικασία σε σχέση με το επίδικο ένταλμα κινητών δεν μπορούσε να καταχωριστεί παρά στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και, ασφαλώς, μετά που η Εναγόμενη 1 πληροφορήθηκε το γεγονός της ύπαρξης του εντάλματος. Η σχετική άδεια για την εκτέλεση του δόθηκε την 9.8.2017 και η αίτηση καταχωρίστηκε την 14.9.
  2. Αναμφίβολα δεν μπορούσε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να αποτελέσει αντικείμενο σε γενική αίτηση που καταχωρίστηκε το
  3. Η πλευρά του Ενάγοντα υποστηρίζοντας τη θέση της για κατάχρηση αναφέρθηκε στα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης αποδίδοντας στην Εναγόμενη κακοπιστία, στην έννοια ότι δεν δικαιούται στις εξαιτούμενες θεραπείες και ότι έχει καταχωρίσει την υπό κρίση Αίτηση για σκοπούς καθυστέρησης. Εάν η Εναγόμενη 1 δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε από τις εξαιτούμενες θεραπείες είναι ζήτημα που αφορά στην ουσία της Αίτησης η οποία και καθίσταται επιβεβλημένο όπως εξεταστεί από το Δικαστήριο. Η παρούσα αγωγή ήταν συνενωμένη με την 5126/1998 με ενάγουσα την Εναγόμενη 1 και εναγόμενο τον Ενάγοντα. Την 29.8.2007 εκδόθηκε Απόφαση στις αγωγές. Το διατακτικό μέρος της Απόφασης έχει παρουσιαστεί. Αποτελείται από πέντε σελίδες και επισυνάπτεται και παράρτημα με δεκαπέντε σελίδες. Δεν φαίνεται να προηγήθηκε διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών και οι Αποφάσεις στις αγωγές, παρά το ότι καταγράφονται ξεχωριστά, εμπεριέχονται στην ίδια συνταγμένη Απόφαση. Επιδικάστηκαν ποσά τόσο υπέρ του Ενάγοντα, όσο και υπέρ της Εναγόμενης 1 και εκδόθηκαν διάφορα διατάγματα. Τα ποσά που επιδικάστηκαν υπέρ του Ενάγοντα ήταν πολύ περισσότερα. Προκύπτει ότι τα μέρη αποδέχτηκαν συμψηφισμό ο οποίος κατέληγε στο ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν στον Ενάγοντα μεγάλο χρηματικό ποσό. Είναι κοινό έδαφος ότι τα μέρη κατέληξαν σε γραπτή συμφωνία ημερ. 11.11.2010, η Συμφωνία, αναφορικά με δύο ζητήματα: «ως προς τον τρόπο εξόφλησης του χρηματικού μέρους τ[η]ς Απόφασης και ως προς τον τρόπο διευθέτησης άλλων θεμάτων που αφορούν την Απόφαση». Ως προς το χρηματικό μέρος συμφωνήθηκε ότι το ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί στον Ενάγοντα από τους Εναγόμενους ανερχόταν μαζί με τους επιδικασθέντες τόκους σε €600.
  4. Σε αυτό δεν περιλαμβάνονταν τα δικηγορικά έξοδα για τα οποία γινόταν πρόνοια στη Συμφωνία, ούτε το ποσό των Λ.Κ. 40.951 που στην Απόφαση είχε επιδικαστεί υπέρ του Ενάγοντα ως κακοτεχνίες. Για τις κακοτεχνίες προνοήθηκε στη Συμφωνία ότι αυτό θα καθοριζόταν από εμπειρογνώμονα που θα διόριζαν τα μέρη και θα καταβαλλόταν από τους Εναγόμενους προς τον Ενάγοντα μέσα σε 30 μέρες από την κοινοποίηση σε αυτούς της απόφασης του εμπειρογνώμονα. Πρόνοια για δικηγορικά έξοδα στη Συμφωνία γινόταν σε σχέση με τρεις επιμέρους διαδικασίες. Θα έπρεπε μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία να καταβληθεί ποσό €4.820 πλέον Φ.Π.Α. πλέον κάποιους τόκους. Η καταβολή συγκεκριμένων ποσών από τους Εναγόμενους προς τον Ενάγοντα σχετιζόταν με δύο ζητήματα. Ήταν όροι για την αναστολή της εκτέλεσης της Απόφασης και με την καταβολή συγκεκριμένων ποσών ο Ενάγοντας όφειλε να αποσύρει ένα ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας του Εναγόμενου 2 και αίτηση πτώχευσης εναντίον του καθώς και εμπράγματο βάρος με το οποίο είχε επιβαρύνει ακίνητη περιουσία της Εναγόμενης
  5. Τα πιο πάνω δικηγορικά πλέον €400.000 θα έπρεπε να καταβληθούν μέχρι 12.11.2010 ενώ άλλες €200.000 μέχρι 31.12.
  6. Στη Συμφωνία, όρος 5, πρώτη παράγραφος, αναφερόταν ότι με την καταβολή των ποσών αυτών και του ποσού που θα καθόριζε το εμπειρογνώμονας για τις κακοτεχνίες «όλες οι χρηματικές οφειλές των διαδίκων για τις οποίες γίνεται πρόνοια στην Απόφαση θα καθίσταται ότι έχουν πλήρως διευθετηθεί». Στη δεύτερη παράγραφο του όρου 5 αναφερόταν ότι: «Ρητά συμφωνείται ότι σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της παρούσας συμφωνίας από τους [Εναγόμενους], η Απόφαση θα καθίσταται άμεσα εκτελεστή και ο [Ενάγοντας] θα δικαιούται να λάβει οποιαδήποτε προσφερόμενα μέτρα εκτέλεσης εναντίον των [Εναγομένων] για είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους όπως αυτό καθορίζεται στην Απόφαση». Με τους όρους 6, 7 και 8 της Συμφωνίας αναλήφθηκαν περαιτέρω υποχρεώσεις: - Οι Εναγόμενοι δεσμεύτηκαν όπως άμεσα προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών πολεοδομικών, οικοδομικών και υπογράψουν οποιοδήποτε έγγραφο ήθελε απαιτηθεί για να εξασφαλιστεί η αναγκαία άδεια λειτουργίας του εστιατορίου του Ενάγοντα που είχε ανεγερθεί στο επίδικο ακίνητο. - Οι Εναγόμενοι δεσμεύτηκαν όπως προβούν στις αναγκαίες ενέργειες όπως προβλεπόταν στην Απόφαση για εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών πολεοδομικών, οικοδομικών και άλλων και ο Ενάγοντας δεσμεύτηκε όπως συμμορφούμενος με την Απόφαση ενεργεί παν αναγκαίο συνεργαζόμενος με την Εναγόμενη 1 για να καταστεί δυνατή η έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για όλα τα υποστατικά που είχαν ανεγερθεί στο επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας των συμβαλλομένων στο Πισσούρι. - Σημειώθηκε ότι το θέμα της πρόσβασης του επίδικου ακινήτου σε δημόσιο δρόμο θα διευθετείτο άμεσα από τους Εναγόμενους χωρίς την οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση του Ενάγοντα. Αναφερόταν, περαιτέρω, στη Συμφωνία ότι όλοι οι όροι της ήταν ουσιώδεις και ότι ο παραβάτης οιουδήποτε όρου δίνει στο αναίτιο μέρος το δικαίωμα να ζητήσει από το υπαίτιο μέρος αποζημιώσεις και να λάβει κάθε άλλο ενδεδειγμένο μέτρο. Είναι κοινό έδαφος ότι έχει καταβληθεί προς τον Ενάγοντα το ποσό των €609.
  7. Ο Εναγόμενος 2 συμπληρώνει ότι πληρώθηκαν και τα δικηγορικά έξοδα, εννοώντας προφανώς αυτά για τα οποία υφίστατο πρόνοια στη Συμφωνία, ισχυρισμό τον οποίο ο Ενάγοντας αποδέχεται. Προκύπτει πως δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με την έγκαιρη καταβολή των προβλεπομένων επιμέρους ποσών των €400.000, των €200.000 και των δικηγορικών για τα οποία υφίστατο πρόνοια στη Συμφωνία. Είναι περαιτέρω κοινό έδαφος ότι ο εμπειρογνώμονας κατέληξε ότι για τις κακοτεχνίες ο Ενάγοντας δικαιούταν στο ποσό των €9.700 το οποίο είναι επίσης κοινό έδαφος ότι καταβλήθηκε την 9.5.
  8. Το πρώτο ουσιαστικό ζήτημα που εγείρει ο Ενάγοντας είναι ότι η καταβολή του ποσού των €9.700 κατά την 9.5.2011 ήταν εκπρόθεσμη και κατά παράβαση της Συμφωνίας. Είναι η θέση του ότι η έκθεση του εμπειρογνώμονα παραδόθηκε στους δικηγόρους των Εναγομένων την 1.3.2011 και επομένως κατά την 9.5.2011 η προβλεπομένη προθεσμία των 30 ημερών είχε προ πολλού εκπνεύσει. Παρουσιάζεται (ΑΛ3) επιστολή ημερ. 23.5.2011 του εμπειρογνώμονα με την οποία βεβαιώνεται ότι η Έκθεση παραδόθηκε στους κ.κ. Ανδρέας Γιωρκάτζης & Σία την 1.3.
  9. Αναφερόταν στη Συμφωνία ότι οιαδήποτε επικοινωνία, ειδοποίηση ή άλλο έγγραφο θα θεωρείται ότι έχει επιδοθεί αρμοδίως όταν παραδίδεται ή αποστέλλεται είτε με φαξ ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στους δικηγόρους των συμβαλλομένων και αναφορικά με τους Εναγομένους στο δικηγόρο κ. Α. Γιωρκάτζη. Ο Εναγόμενος 2 παρουσιάζει επιστολή του εμπειρογνώμονα ημερ. 21.2.2011 στην οποία καταγράφεται η απόφαση του για το ποσό των €9.700, όμως, πουθενά στην Ένορκη του Δήλωση δεν αναφέρει πότε κοινοποιήθηκε στους Εναγομένους η απόφαση του εμπειρογνώμονα. Στην παρ. 24 αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα περί δήθεν μη εξόφλησης εγκαίρως του ποσού των €9.700 είναι αβάσιμοι, ωστόσο, ακόμα και μετά που ο Ενάγοντας με την Ένορκη του Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία που κοινοποιήθηκε η απόφαση ο Εναγόμενος 2 δεν επανήλθε για να προβάλει άλλη θέση. Σημειώνεται ότι ενώ για τα ποσά των €400.000 και €200.000 αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι συμμορφώθηκαν πλήρως με τους όρους της Συμφωνίας (παρ.15), δεν αναφέρει το ίδιο για το ποσό των €9.
  10. Στην Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 528, 533, εξηγείται ότι σε μία ενδιάμεση αίτηση υπάρχουν ζητήματα που αποφασίζονται σε επίπεδο ισχυρισμών και άλλα ζητήματα για τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται τα σχετικά γεγονότα. Η Λευκίδου αφορούσε αίτηση για παραμερισμό ερήμην του εναγομένου εκδοθείσας απόφασης και εξηγήθηκε πως ενώ το ζήτημα της προβολής καλής υπεράσπισης επί της ουσίας της αγωγής εξετάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών, οι λόγοι για τη μη εμφάνιση του εναγομένου στη διαδικασία ή της όποιας καθυστέρησης στη καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό είναι ζητήματα που αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο, οπότε, εάν αμφισβητούνται οι θέσεις του ενάγοντα, επιβάλλεται η απόδειξη των γεγονότων που τεκμηριώνουν τη θέση του. Η Εναγομένη 1 δεν ζήτησε ούτε να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία για το θέμα, ούτε και να αντεξετάσει σχετικά τον Ενάγοντα, η θέση του οποίου παρέμεινε αναντίλεκτη. Είναι συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του εμπειρογνώμονα κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους την 1.3.2011 και εφόσον το ποσό της απόφασης των €9.700 πληρώθηκε την 9.5.2011 υπήρξε παράβαση του όρου 4, δεύτερη παράγραφος, της Συμφωνίας. Όταν στην πρώτη παράγραφο του όρου 5 της Συμφωνίας γίνεται αναφορά στην πληρωμή των διαφόρων ποσών καθώς και του ποσού που θα καθόριζε ο εμπειρογνώμονας για τις κακοτεχνίες, εννοείται πληρωμή όπως ορίζει η Συμφωνία. Άλλωστε με την δεύτερη παράγραφο συμφωνείται ότι σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου από τους Εναγόμενους η Απόφαση θα καθίστατο άμεσα εκτελεστή και ο Ενάγοντας θα δικαιούτο να λάβει μέτρα εκτέλεσης εναντίον τους για είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Η Συμφωνία προνοούσε ρητά για το χρόνο καταβολής του ποσού που θα αποφάσιζε ο εμπειρογνώμονας και ο σχετικός όρος διαρρήχθηκε από τους Εναγόμενους. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 στην αγόρευση τους φαίνεται να αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο ότι το ποσό των €9.700 δεν καταβλήθηκε εντός του χρόνου που η Συμφωνία προνοούσε. Ίσως γι' αυτό ή επικουρικά αναπτύσσουν επιχειρηματολογία που ουσιαστικά αποσκοπεί στο να πείσει το Δικαστήριο ότι ο Ενάγοντας κωλύεται ή εμποδίζεται ή θα ήταν άδικο να του επιτραπεί να εμμένει στον όρο της Συμφωνίας αναφορικά με το χρόνο καταβολής του συγκεκριμένου ποσού και παραπέμπουν σε σχετική νομολογία. Πρόκειται για την Πελεκάνου κ.ά ν. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1768. Στην υπόθεση αυτή είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του εφεσίβλητου με συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής της και διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της για όσο το χρονοδιάγραμμα θα τηρείτο. Και εφόσον αυτό θα γινόταν τα επιδικασθέντα έξοδα θα θεωρούνταν εξοφλημένα. Μετά που πληρώθηκαν όλα τα ποσά που προβλέπονταν, ο εφεσίβλητος προώθησε ένταλμα κατάσχεσης κινητών επιδιώκοντας την είσπραξη του ποσού των εξόδων. Βασίστηκε στο γεγονός ότι μια δόση δεν είχε καταβληθεί εμπρόθεσμα και επομένως, κατά τη θέση του, ολόκληρο το ποσό της απόφασης και των εξόδων είχε καταστεί πληρωτέο. Οι εφεσείοντες είχαν έγκαιρα εκδώσει την επιταγή για τη συγκεκριμένη δόση που καθυστέρησε για τρεις μέρες στο γραφείο των δικηγόρων τους προτού παραδοθεί στους δικηγόρους του εφεσίβλητου. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε του ζητήματος στα πλαίσια αίτησης για οδηγίες δυνάμει της Δ.40 θ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πρωτόδικο εύρημα ότι η δόση είχε καταβληθεί εκπρόθεσμα δεν ανατράπηκε. Ανατράπηκε ωστόσο η κατάληξη, με το Εφετείο να αποφασίζει ότι υπήρξε παραίτηση από πλευράς του εφεσίβλητου και ότι θα ήταν ανεπιεικές να του επιτραπεί να εμμένει στους όρους της συμφωνίας για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, σημειώνοντας ότι οι εφεσείοντες ενήργησαν στη βάση των παραστάσεων που εμπεριείχε η συμπεριφορά του εφεσίβλητου και είχαν προσαρμόσει τη δική τους στάση αναλόγως. Για τη συγκεκριμένη δόση ο εφεσίβλητος είχε εκδώσει απόδειξη και την εξαργύρωσε χωρίς καμιά απολύτως επιφύλαξη ή προειδοποίηση. Όπως και την επόμενη δόση. Στη συνέχεια στις αποδείξεις που εξέδιδε κατέγραφε «δικαιώματα επιφυλάσσονται». Το ζήτημα αναφορικά με το εκπρόθεσμο της καταβολής της συγκεκριμένης δόσης ήγειρε μήνες μετά, όταν είχε ήδη εισπράξει ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος μαζί με τους τόκους. Στην Πελεκάνου το ζήτημα ότι ο εφεσίβλητος είχε παραιτηθεί των αυστηρών του δικαιωμάτων ήταν το επίδικο ζήτημα κατά τη διαδικασία. Στην παρούσα Αίτηση η Εναγόμενη 1 δεν ήγειρε ρητά τέτοιο ζήτημα. Δεν αποκάλυψε ότι η καταβολή του ποσού των €9.700 έγινε εκπρόθεσμα και να προβάλει τη θέση ότι παρά ταύτα ο Ενάγοντας παραιτήθηκε του δικαιώματος του να εμμένει στον όρο αναφορικά με το χρόνο καταβολής του ποσού. Αλλά ακόμα και αν θεωρηθεί ότι μέσα από την Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2 έμμεσα μπορεί να εγείρεται τέτοιο ζήτημα, η εξέταση του δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη για την Εναγόμενη 1 αφού ευρήματα γεγονότων που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν εύρημα ότι ο Ενάγοντας παραιτήθηκε του δικαιώματος να εμμένει στο σχετικό όρο δεν μπορούν να εξαχθούν. Είναι δεδομένο, και άλλωστε συνιστά παράπονο της Εναγόμενης 1 ότι ο Ενάγοντας δεν απόσυρε όλα τα εμπράγματα βάρη επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της ως όφειλε να πράξει δυνάμει του όρου 9 της Συμφωνίας εάν όλες οι χρηματικές οφειλές των Εναγομένων προς αυτόν του καταβάλλονταν όπως προνοούνταν στη Συμφωνία. Στην παρ.19 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 2 προβάλλεται η θέση ότι αμέσως μετά την πληρωμή του ποσού των €9.700 η δικηγόρος του Ενάγοντα δεσμεύτηκε έναντι του δικηγόρου των Εναγομένων ότι θα μεριμνούσε για την αφαίρεση του οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους επί του επιδίκου ακινήτου των Εναγομένων. Τους ισχυρισμούς αυτούς αρνήθηκε ο Ενάγοντας στην παρ.16 της Ένορκης του Δήλωσης προβάλλοντας τη θέση ότι τόσο οι Εναγόμενοι όσο και οι δικηγόροι τους γνώριζαν κατά το χρόνο καταβολής του ποσού των €9.700 ότι αυτό καταβαλλόταν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και όχι για εξόφληση και πως ήταν σαφές ότι δεν θα αποσυρόταν το εμπράγματο βάρος από το επίδικο ακίνητο των Εναγομένων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, με παραπομπή στην Λευκίδου, η Εναγόμενη 1 δεν προσκόμισε άλλη μαρτυρία για να υποστηρίξει τη θέση της και ούτε ζήτησε να αντεξετάσει τον Ενάγοντα αναφορικά με το περιεχόμενο της παρ.16 της Ένορκης του Δήλωσης ή καθόλου. Η Εναγόμενη 1 δικαιολογημένα μπορεί να αισθάνεται πικρία γιατί έχει καταβάλει το σύνολο των ποσών που αναφέρονταν στη Συμφωνία και μάλιστα το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσό εντός των προβλεπομένων χρονοδιαγραμμάτων. Όμως, όπως παρουσιάστηκε η Αίτηση δεν αφέθηκε ανοικτή η επιλογή στο Δικαστήριο να προβεί σε τυχόν εύρημα ότι ο Ενάγοντας παραιτήθηκε του δικαιώματος του να εμμένει στην πιστή τήρηση του όρου που αφορούσε στο χρόνο καταβολής του ποσού που θα αποφάσιζε ο εμπειρογνώμονας. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση εντάλματος κατάσχεσης κινητών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.