ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ ν. Μίλτου Γιασεμίδη, Αρ. Αγωγής: 2391/17, 26/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2391/17 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα και Μίλτου Γιασεμίδη Εναγόμενου Αίτηση διαγραφής του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 26.1.2018 Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ Μ. Παπαδόπουλος για Ν. Ε. Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Π'Κώστα για Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η φερόμενη ως Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των €2.604,11, πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 6.7.17 μέχρι εξόφλησης, ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού πιστωτικής κάρτας. Στην πρώτη παράγραφο της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο το οποίο κατείχε και κατέχει άδεια για την διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών, ασκούσε και ασκεί νόμιμα τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και ότι περί τον Ιούλιο του 2004 μετονομάστηκε από ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ (BANK OF CYPRUS LIMITED) σε ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ (BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED). Η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.8.
- Στις 6.9.17 ο Εναγόμενος (στο εξής ο Αιτητής) καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 8.9.17 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και/ή της έκθεσης απαίτησης. Η αίτηση εδράζεται στις Δ.2 Κ.3, Δ.27 Κ.1 και 3 και Δ.48 Κ.1, 2, 3 και 9(ο) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του κ. Νεοκλή Ε. Νεοκλέους, ο οποίος εργάζεται ως συνεργάτης - νομικός σύμβουλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Η Ενάγουσα (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση) απάντησε με την καταχώρηση ένστασης στις 9.11.
- Ο λόγοι ένστασης της είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος.
- Δεν δικαιολογείται η διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και/ή της έκθεσης απαίτησης.
- Η νομική βάση της αίτησης δεν δικαιολογεί την επιτυχία της.
- Η πραγματική βάση της αίτησης είναι ανυπόστατη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Γρηγόρη Γρηγορίου, υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση. Κατά την ακρόαση της αίτησης και οι δύο πλευρές περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, όπου υποστήριξαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία και συγγράμματα. Νομική Πτυχή Ως λέχθηκε στην Lioufis And Co. Ltd v. Ανδρονίκου
(1996)1Β Α.Α.Δ 773 με παραπομπή στην Russian Commercial and Industrial Bank ν. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (HL) και στο The Annual Practice 1958, σελ. 574, η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξή του ενάγοντα. Το κατά πόσο αυτός είναι ή όχι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας με τον εναγόμενο μέσω των δικογράφων εφόσον τέτοια αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα ή της νομιμοποίησης προσώπου να καταχωρήσει αγωγή είναι αίτηση για την διαγραφή της αγωγής και το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τέτοια διαγραφή παρέχεται από την Δ.27 Κ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (βλ. επίσης C.R.C. Holidays Park Ltd v. Ευάλλου κ.α.
(1998)1Β Α.Α.Δ. 900, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ 990 και Sartas Importers - Distributors Ltd v. Μαρούλη
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1446). Η Δ.27 Κ.3 προβλέπει τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Ως αναφέρεται περαιτέρω στην Lioufis ανωτέρω τα στοιχεία τα οποία ο ενάγων υποχρεούται να παραθέσει για την ταυτότητα του στον τίτλο της αγωγής, προβλέπονται από την Δ.2 Κ.3 και αποσκοπούν στον προσδιορισμό τόσο της οντότητας όσο και της ταυτότητας του και έτσι δίνεται η ευκαιρία στον εναγόμενο να ελέγξει και εν ανάγκη να αμφισβητήσει την οντότητα του ενάγοντα. Στην Sartas Importers - Distributors Ltd ανωτέρω λέχθηκε ότι ο προσδιορισμός του ενάγοντα καθώς και η πλήρης διεύθυνση του προβλέπονται από την Δ.2 Κ.3 ως συστατικά στοιχεία της οντότητας και της ταυτότητάς του. Η διεύθυνση του τον διακρίνει από συνώνυμα άτομα, αποτελεί δηλ. στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς του. Στην περίπτωση δε εταιρείας, το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας αποτελεί τη διεύθυνσή της. Ως λέχθηκε στην Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1852, η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. και In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246 και Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1338). Όσον αφορά τον χρόνο που πρέπει να εγείρεται τέτοια αίτηση για διαγραφή, με δεδομένο τον σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, αυτή πρέπει να καταχωρείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση πριν την ακρόαση της υπόθεσης καθότι διαφορετικά όχι μόνο δεν εξυπηρετείται ο προαναφερόμενος σκοπός αλλά στην πράξη ανατρέπεται η ίδια η κανονική πορεία της δίκης (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεως και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενους τους, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010, ημερ. 24.2.16). Ως δε συνάγεται από την Ταλιάνου ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Belmar Complex
(2002)1Α Α.Α.Δ. 102, σε περίπτωση που ο ενάγοντας δεν είναι ανύπαρκτο πρόσωπο αλλά περιγράφηκε λανθασμένα το όνομα του (misnomer), γεγονός το οποίο δε αναφέρεται ούτε και μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας, το λάθος μπορεί να διορθωθεί με αίτηση τροποποίησης (βλ. και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ 1092). Συνεπώς σε τέτοια περίπτωση αίτηση για διαγραφή δεν μπορεί να επιτύχει. Εξέταση της αίτησης Το ερώτημα που εγείρεται στην παρούσα είναι λοιπόν κατά πόσο η φερόμενη ως Εναγούσα «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ» είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο. Είναι ουσιαστικά η θέση του Αιτητή ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλο αγωγή καθότι δεν είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο εφόσον δεν υπάρχει στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών εγγεγραμμένη εταιρεία με τέτοια ονομασία. Προς υποστήριξη αυτού, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι η Ενάγουσα «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ», διαφέρει από το όνομα της εταιρείας που είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών ως «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ΗΕ165». Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση και πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος εταιρείας με αρ. ΗΕ165 από «BANK OF CYPRUS LIMITED» σε «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED» ημερ. 12.7.
- Αντίθετα η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο. Προς τούτο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται ότι, παρά το γεγονός ότι στο ιδρυτικό της έγγραφο αναφερόταν ως «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ», από την ίδρυση της εμπορευόταν και αναγνωριζόταν τόσο με το όνομα της στα ελληνικά όσο και με το όνομα της στα αγγλικά. Περί τον Ιούλιο 2004, η Ενάγουσα μετονομάστηκε από «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ (BANK OF CYPRUS LIMITED» σε «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED)». Προς επίρρωση των πιο πάνω επισυνάπτονται ως τεκμήρια, αντίγραφο του σχετικού ψηφίσματος, πιστοποιητικό σύστασης ημερ. 31.12.1943 στα ελληνικά με το προαναφερόμενο όνομα στα ελληνικά και πιστοποιητικό σύστασης ημερ. 31.12.1943 στα αγγλικά με το προαναφερόμενο όνομα στα αγγλικά. Αναφέρεται περαιτέρω ότι τα διάφορα έγγραφα που καταχωρούνταν στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών έφεραν είτε το όνομα στα ελληνικά είτε το όνομα στα αγγλικά. Επισυνάπτεται επίσης ως τεκμήριο, αντίγραφο επιστολής ημερ. 17.10.2017 του Εφόρου Εταιρειών με την οποία βεβαιώνει ότι τον Μάϊο του 2004 καταχωρήθηκε στο Τμήμα του, Ειδικό Ψήφισμα της εταιρείας για αλλαγή του ονόματος της από «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ» σε «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ» στα ελληνικά και «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED» στα αγγλικά, ότι η επίσημη εγγραφή της είναι «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED» και ότι γίνονται δεκτές καταχωρήσεις που υποβάλλονται από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ». Καταλήγει η εν λόγω επιστολή, ότι για το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών η επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» ανταποκρίνεται στην προαναφερόμενη εταιρεία. Να σημειωθεί ότι σε όλα τα πιο πάνω έγγραφα η εταιρεία φέρει τον ίδιο αριθμό εγγραφής ήτοι
- Περαιτέρω στην ίδια ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι το όνομα της Ενάγουσας στα ελληνικά, τόσο πριν την αλλαγή του ονόματος της όσο και μετά την αλλαγή αυτή, αναφέρεται σε πολλές Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις (επισυνάπονται οι Κ.Δ.Π. 174/84, 165/89, 166/89, 147/95, 148/95, 255/95, 67/97, 66/2000, 162/2001, 346/2003, 396/2003, 127/2006, 93/2013, 103/2013, 132/2013, 135/2013, 275/2013, 277/2013, 278/2013, 218/2014 και 365/2014) ενώ επισυνάπτεται και βεβαίωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ότι η «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» κατέχει άδεια άσκησης εργασιών πιστωτικού ιδρύματος από τις 11.9.1939 μέχρι σήμερα. Ως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 309 μια εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση των περί Εταιρειών Νόμο, θα πρέπει να ενάγει και να ενάγεται με το εγγεγραμμένο όνομα της. Σε σχέση με το ποιο είναι το «εγγεγραμμένο όνομα», αναφορά θα πρέπει να γίνει, κατά την κρίση μου, στις πρόνοιες της ίδια της σχετικής νομοθεσίας ήτοι στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.
- Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)εταιρεία περιορισµένης ευθύνης μπορεί να συσταθεί με την υπογραφή των ονομάτων τους, στο ιδρυτικό έγγραφο, από τα πρόσωπα που θα την συστήσουν και αφού συµµορφωθούν µε τις απαιτήσεις του Κεφ. 113 για την εγγραφή της. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)το ιδρυτικό έγγραφο θα πρέπει να αναφέρει, μεταξύ άλλων, το όνομα της εταιρείας. Σύμφωνα με το άρθρο 14 το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας πρέπει να παραδίνεται στον Έφορο Εταιρειών και αυτός προβαίνει στην εγγραφή τους. Ως προνοεί το άρθρο 15, με την εγγραφή του ιδρυτικού εγγράφου, ο Έφορος πιστοποιεί ότι η εταιρεία συστάθηκε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και από την ημερομηνία σύστασης της, που αναφέρεται στο πιστοποιητικό σύστασης, όσοι προσυπόγραψαν το ιδρυτικό έγγραφο αποτελούν νομικό πρόσωπο µε το όνομα που περιλαμβάνεται στο ιδρυτικό έγγραφο, ικανό να ασκήσει αμέσως όλες τις λειτουργίες μιας συσταθείσας εταιρείας. Σύμφωνα με το άρθρο 19 εταιρεία δύναται µε ειδικό ψήφισµα να αλλάξει το όνομα της (εδάφιο 1) και σε τέτοια περίπτωση ο Έφορος καταχωρεί στο µητρώο, στην θέση του προηγούµενου ονόµατος το νέο όνοµα και εκδίδει πιστοποιητικό σύστασης αλλαγµένο (εδάφιο 3). Η αλλαγή του ονόµατος δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώµατα ή υποχρεώσεις της εταιρείας ή καθιστά ελαττωµατική οποιαδήποτε νοµική διαδικασία από ή εναντίον της και οποιαδήποτε νοµική διαδικασία που δυνατό να συνεχίζεται ή άρχισε εναντίον της µε το προηγούµενό της όνοµα, δύναται να συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της µε το νέο της όνοµα (εδάφιο 4). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)το πιστοποιητικό σύστασης που παραχωρείται από τον Έφορο αποτελεί αναµφισβήτητη µαρτυρία ότι όλες οι απαιτήσεις του Νόµου αυτού που αφορούν την εγγραφή και τα προηγούµενα µε την εγγραφή συναφή θέµατα έχουν τηρηθεί και ότι ο οργανισµός είναι εταιρεία που εγκρίθηκε για να εγγραφεί και εγγράφηκε δεόντως µε βάση το Νόµο. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 386, όλα τα έγγραφα που γίνονται ή εκδίδονται για τους σκοπούς του Νόµου αυτού από το Υπουργικό Συµβούλιο ή οποιοδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτηµένο από αυτό για αυτό, γίνονται δεκτά ως µαρτυρία χωρίς άλλη απόδειξη. Από τα πιο πάνω προκύπτει ξεκάθαρα ότι τόσο η σύσταση της εταιρείας όσο και η αλλαγή του ονόματος της, προϋποθέτει την έκδοση από τον Έφορο Εταιρειών πιστοποιητικού σύστασης και πιστοποιητικού σύστασης αλλαγμένου με το νέο όνομα, αντίστοιχα. Ένας από τους λόγους που ο Νόμος προνοεί κάτι τέτοιο είναι, κατά την κρίση μου, για να υπάρχει καταγραφή των δεδομένων αυτών σε ένα επίσημο αρχείο ώστε, πέραν της πιστοποίησης της νόμιμης σύστασης και ύπαρξης μιας εταιρείας (η εταιρεία λογίζεται ότι αρχίζει να υπάρχει, με και από τον χρόνο έκδοσης του πιστοποιητικού σύστασης της), να μπορεί οποιοσδήποτε να λάβει ορθές και αδιαμφισβήτητες πληροφορίες για αυτήν (είτε για σκοπούς συναλλαγών μαζί της είτε για άλλους σκοπούς), χωρίς να προκαλείται οποιαδήποτε σύγχιση με άλλες εταιρείες. Εξ ου και ο Νόμος προβλέπει περαιτέρω ότι τα πιστοποιητικά αλλά και τα λοιπά έγγραφα που εκδίδει ο Έφορος Εταιρειών αποτελούν αναµφισβήτητη µαρτυρία των όσων περιέχουν. Τα πιο πάνω ισχύουν αναμφίβολα αναφορικά και με το ποιο είναι το «εγγεγραμμένο όνομα» μιας εταιρείας. Από την μαρτυρία που τέθηκε στα πλαίσια της παρούσας και ιδιαίτερα τα πιστοποιητικά και τα λοιπά έγγραφα που εξέδωσε και παραχώρησε ο Έφορος Εταιρειών προκύπτουν αδιαμφισβήτα τα ακόλουθα: · Στις 31.12.1943 συστάθηκε, αφού τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις του Κεφ.113, εταιρεία με αριθμό εγγραφής ΗΕ165 και με το όνομα «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ» στα ελληνικά και «BANK OF CYPRUS LIMITED» στα αγγλικά. · Στις 19.5.2004, σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση της πιο πάνω εταιρείας, εκδόθηκε Ειδικό Ψήφισμα για αλλαγή του ονόματος της από «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ» σε «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» στα ελληνικά και «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED» στα αγγλικά. Το εν λόγω ψήφισμα καταχωρήθηκε τον Μάϊο του 2004 στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών. · Στις 12.7.2004 ο Έφορος Εταιρειών εξέδωσε «Πιστοποιητικό Αλλαγής Ονόματος» της εταιρείας, με το οποίο πιστοποιείται ότι η «BANK OF CYPRUS LIMITED» άλλαξε το όνομα της σε «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED». · Ο Έφορος Εταιρειών βεβαιώνει ότι η επίσημη εγγραφή είναι «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED» αλλά γίνονται δεκτές καταχωρήσεις που υποβάλλονται από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» και οι σχετικές αποδείξεις είσπραξης εκδίδονται σε αυτό το όνομα. · Ως διευκρινίζεται από τον Έφορο Εταιρειών, η επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» ανταποκρίνεται στην εταιρεία με το όνομα «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED». · Σε σωρεία Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων η εν λόγω εταιρεία αναφέρεται είτε με το ένα είτε και με τα δύο προαναφερόμενα ονόματα. · Η ίδια εταιρεία με το όνομα «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» κατέχει άδεια άσκησης εργασιών πιστωτικού ιδρύματος από τις 11.9.1939 μέχρι σήμερα. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν, κατά την κρίση μου, αναμφίβολα στο συμπέρασμα ότι η ονομασία «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED» και η ονομασία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» αναφέρονται στην ίδια εταιρεία, η οποία, πιστοποιημένα από τον Έφορο Εταιρειών, συστάθηκε, λειτουργεί και άλλαξε το όνομα της, σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο καθώς και ότι και τα δύο ονόματα γίνονται αποδεκτά και αναφέρονται στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών για την ίδια πάντα εταιρεία. Δεν τίθεται λοιπόν ούτε οποιοδήποτε θέμα σύγχισης, εάν κάποιος ζητήσει από τον Έφορο Εταιρειών έγγραφα ή στοιχεία για την εν λόγω εταιρεία, με βάση οποιοδήποτε από τα ονόματα αυτά. Άλλωστε είναι προφανές ότι πρόκειται για μετάφραση του ίδιου ονόματος από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα. Κατ' επέκταση η Ενάγουσα με το όνομα που αναγράφεται στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αποτελεί υπαρκτό νομικό πρόσωπο και δύναται κατά την κρίση μου να ενάγει και ενάγεται με το όνομα αυτό. Ως εκ των άνω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αστικό - Αγωγή - Ενδιάμεση - Αίτηση διαγραφής κλητηρίου εντάλματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο