← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. MERIDIAN GAMING LTD κ.α., Aγωγή Αρ. 1080/2017, 22/1/2018

ΔΗΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. MERIDIAN GAMING LTD κ.α., Aγωγή Αρ. 1080/2017, 22/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ. 1080/2017 Μεταξύ:

  1. ΔΗΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, από την Λεμεσό
  2. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ, από την Λεμεσό
  3. ΔΗΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ και ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ, υπό την ιδιότητα τους ως μέτοχοι της Εναγόμενης 3 εταιρείας ως παράγωγη ή/και εκπροσωπευτική αγωγή των συμφερόντων της (derivative action), από τη Λεμεσό Εναγόντων -και-
  4. MERIDIAN GAMING LTD, από την Μάλτα
  5. JOKER GAMES LIMITED, από τη Σερβία
  6. FAIR CHAMPIONS MERIDIAN LIMITED, από τη Λεμεσό
  7. SNEZANA BOZOVIC, από τη Σερβία
  8. ZORAN MILOSEVIC, από την Σερβία
  9. MERIDIAN GAMING (CY) LTD, από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση ημερ. 11.1.2018 Ημερ.: 22.1.2018 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ε. Μιχαηλίδου για PHC Tsangarides LLC Για τoυς Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 & 5-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Γεωργιάδης με κα Ν. Βαρωσιώτου για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 21.4.2017 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο. Οι Ενάγοντες 1 και 2, μέτοχοι της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, καταλογίζουν στους Εναγομένους 1 και 2, επίσης μετόχους της Εταιρείας, ότι ενεργούν δόλια για εξυπηρέτηση δικών τους αποκλειστικά σκοπών και συμφερόντων, κατά παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεων τους και όχι καλόπιστα και προς το συμφέρον της Εταιρείας. Περαιτέρω, τους καταλογίζουν ότι συνωμότησαν με τους Εναγόμενους 4 και 5, διευθυντές της Εταιρείας για να εξαπατήσουν την Εταιρεία και να οικειοποιηθούν τα περιουσιακά της στοιχεία, το πελατολόγιο και τη φήμη της. Σε σχέση προς αυτό, αξιώνεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων που να τους διατάσσει να παράσχουν λογαριασμούς σε σχέση με κέρδη που αποκόμισαν από την παράνομη, όπως την χαρακτηρίζουν, λειτουργία της Εναγόμενης 6 Εταιρείας από τον Μάϊο του
  10. Διεκδικούνται ακόμα γενικές, παραδειγματικές, τιμωρητικές και αυξημένες αποζημιώσεις. Η αγωγή χαρακτηρίζεται ως προσωπική των Εναγόντων 1 και 2 αλλά και ως παράγωγη για την προάσπιση των συμφερόντων της Εταιρείας και περίπου έτσι περιγράφονται οι Ενάγοντες 1 και 2 ως Ενάγοντες
  11. Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 14.9.
  12. Είναι πολυσέλιδη. Στο παρακλητικό της επαναλαμβάνεται κατά κύριο λόγο η οπισθογράφηση του κλητηρίου. Οι Εναγόμενοι 3, 5 και 6 έχουν καταχωρίσει εμφανίσεις και εκπροσωπούνται από δικηγόρους. Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 4 δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και δεν έχει ακόμα καταχωριστεί εμφάνιση γι' αυτούς. Σε Αίτηση των Εναγόντων ημερ. 27.6.2017 εκδόθηκαν την 28.6.2017 συντηρητικά διατάγματα που κατόπιν ακρόασης οριστικοποιήθηκαν με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 15.9.2017, οπόταν και εκδόθηκαν περαιτέρω συντηρητικά διατάγματα. Τα εκδοθέντα συντηρητικά διατάγματα αφορούσαν στις συμφωνίες της Εναγόμενης 3 με εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους, τα υποστατικά που διαχειριζόταν η Εναγόμενη 3 και στην ένορκη παραχώρηση λογαριασμών για τις εργασίες της Εναγόμενης
  13. Το κύριο παράπονο των Εναγόντων ήταν ότι οι Εναγόμενοι διοχέτευαν πελάτες και εργασία της Εναγόμενης 3 Εταιρείας στην Εναγόμενη 6 Εταιρεία στην οποία διατηρούν συμφέροντα. Εναντίον της Ενδιάμεσης Απόφασης ημερ. 15.9.2017 έχει καταχωριστεί και εκκρεμεί έφεση. Κατά τους Ενάγοντες οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 παρακούουν ή και περιφρονούν τα εκδοθέντα διατάγματα και προς τούτο καταχώρισαν αίτηση ημερ. 9.10.2017 με την οποία ζητούν μεταξύ άλλων την τιμωρία τους. Η αίτηση αυτή είναι ορισμένη γι' ακρόαση 23.1.
  14. Την ίδια ημέρα έχει οριστεί και εκκρεμεί αίτηση των Εναγομένων ημερ. 22.11.2017 για την απόρριψη ή και παραμερισμό ή την αναστολή της αγωγής και του κλητηρίου εντάλματος. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 - 5 να αποσύρουν την αίτηση που έχει καταχωρίσει η Εναγόμενη 3 στην Εθνική Αρχή Στοιχημάτων Κύπρου για την ανανέωση της άδειας διεξαγωγής επίγειου στοιχήματος κλάσης Α της Εναγόμενης 3 Εταιρείας ή από του να πράξουν οτιδήποτε το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την ανάκληση ή τον τερματισμό της διαδικασίας ανανέωσης ή εξασφάλισης της άδειας. Στο εξαιτούμενο διάταγμα υφίσταται και προστακτική πρόνοια ώστε να διαταχθούν οι Εναγόμενοι 1 - 5 να λάβουν όλα τα απαραίτητα διαβήματα προς εξασφάλιση της άδειας για την περίοδο από 25.1.2018 μέχρι 24.1.
  15. Αίτηση με την οποία εξαιτούνταν την ίδια θεραπεία είχε καταχωριστεί χωρίς κλήση την 9.1.2018 την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την 11.1.2018 παρατηρώντας ότι υφίστατο το χρονικό περιθώριο για την υποβολή σχετικής αίτησης δια κλήσεως, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στην πλευρά των Εναγομένων 1 - 5 να εμφανιστούν και να ακουστούν. Όπως και έγινε. Οι αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων έγιναν ενωρίτερα σήμερα και ενόψει του κατεπείγοντος του ζητήματος η απόφαση του Δικαστηρίου εκδίδεται αυθημερόν. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 11.1.2018 του Ενάγοντα
  16. Προκύπτει πως η Εταιρεία, που ιδρύθηκε το 2008, ασχολείται με εργασίες διοργανωτών στοιχημάτων, πρακτόρων και διαμεσολαβητών στοιχήματος και τη λειτουργία τυχερών παιχνιδιών. Οι Ενάγοντες 1 και 2 που μαζί κατείχαν 450.000 από τις 500.000 μετοχές της Εταιρείας, με συμφωνία ημερ. 23.12.2015 πώλησαν το πλειοψηφικό πακέτο (255.000 μετοχές) στις Εναγόμενες 1 και 2 έναντι του ποσού των €4.500.
  17. Σήμερα οι Ενάγοντες 1 και 2 κατέχουν 195.000 μετοχές της Εταιρείας ενώ ο Ενάγοντας 1 είναι και ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυριάκου Κυριάκου που κατείχε 50.000 μετοχές και είναι μέτοχοι μειοψηφίας σε σχέση με τις Εναγόμενες 1 και
  18. Είναι η θέση των Εναγόντων 1 και 2 ότι πριν τη συμφωνία πώλησης των μετοχών οι Εναγόμενες 1 και 2 προέβηκαν σε πράξεις οι οποίες τους οδήγησαν να πιστέψουν ότι «οι σχέσεις των μετόχων θα λειτουργούσαν με βάση χαρακτηριστικά συνεταιρισμού και έντονου προσωπικού χαρακτήρα». Είναι η περαιτέρω θέση των Εναγόντων 1 και 2 ότι στην επιμονή των Εναγομένων 1 και 2 να αγοράσουν το 51% των μετοχών αυτοί συμφώνησαν, με τη συνεννόηση ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονταν από όλους και ότι θα υπήρχε πλήρης συνεργασία και εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Οι Εναγόμενες 1 και 2 που κατά τις συζητήσεις πριν την πώληση συγκατατίθεντο στην υπογραφή συμφωνίας μετόχων επικαλέστηκαν έλλειψη χρόνου και εισηγήθηκαν και συμφώνησαν όπως η συμφωνία μετόχων υπογραφεί μετά τη συμφωνία πώλησης των μετοχών. Ωστόσο, στη συνέχεια, καμιά τέτοια συμφωνία δεν έχουν υπογράψει. Γίνεται αναφορά στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1 σε επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2 ημερ. 24.2.2016 προς τους Ενάγοντες 1 και 2 αλλά και την Εταιρεία, με την οποία οι πρώτες, επικαλούμενες σοβαρές παραβιάσεις της συμφωνίας και παραπλανητικές και δόλιες ενέργειες των Εναγόντων 1 και 2, τερμάτισαν τη συμφωνία πώλησης των μετοχών ημερ. 23.12.2015 και κάλεσαν τους τελευταίους να τους επιστρέψουν το ποσό των €4.500.
  19. Οι Ενάγοντες 1 και 2 με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 3.3.2016 αρνήθηκαν τα όσα τους καταλογίζονταν και τον τερματισμό. Σε κάθε περίπτωση, οι Εναγόμενες 1 και 2 συνέχισαν να ενεργούν ως μέτοχοι της Εταιρείας. Αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1 ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 διόρισαν διευθυντές στο Διοικητικό Συμβούλιο και ανέλαβαν πλήρως και αποκλειστικά τη διαχείριση της Εταιρείας. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας απαρτίζουν οι Εναγόμενοι 4 και 5 οι οποίοι είναι, μαζί με άλλους, και μέτοχοι των Εναγομένων 1 και
  20. Οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν μετέχουν ούτε αντιπροσωπεύονται στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας. Καταγράφονται διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε η διοίκηση της Εταιρείας και τις οποίες οι Ενάγοντες 1 και 2 χαρακτηρίζουν αυθαίρετες, αδικαιολόγητες, παράνομες και ενάντια στα συμφέροντα της Εταιρείας. Το ζήτημα το οποίο προέκυψε και εξώθησε τους Ενάγοντες στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης είναι ότι την 30.11.2017 παρέλαβαν ειδοποίηση σύγκλησης έκτακτης γενικής συνέλευσης της Εναγόμενης 3 την 20.12.2017 με θέμα, μεταξύ άλλων την ανανέωση της άδειας κλάσης Α΄ της Εταιρείας και το μέλλον της Εταιρείας με βάση τις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν. Οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 7.12.2017 ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι θα παρευρίσκονταν στη γενική συνέλευση και ζήτησαν όπως σε αυτή παρουσιαστούν κάποια στοιχεία. Οι Ενάγοντες παρευρέθηκαν στη γενική συνέλευση. Οι μέτοχοι πλειοψηφίας εκπροσωπήθηκαν από αντιπροσώπους. Οι Ενάγοντες αμφισβητούν τη δέουσα εξουσιοδότηση των αντιπροσώπων. Η θέση των αντιπροσώπων ήταν ότι θα έπρεπε στην αίτηση καταπίεσης να εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα για εκκαθάριση της Εταιρείας, κάτι με το οποίο οι Ενάγοντες δεν συμφωνούσαν και ανέφεραν ότι αυτό που ουσιαστικά ζητούν με την αίτηση τους είναι η εξαγορά των μετοχών τους υποδεικνύοντας ότι η διάλυση της Εταιρείας είναι μόνο εναλλακτική αξιούμενη θεραπεία. Οι Ενάγοντες έθεσαν τη θέση τους ότι δεν επιθυμούν την εκκαθάριση της Εταιρείας και ψήφισαν ενάντια σε προτεινόμενο ψήφισμα για εκούσια εκκαθάριση της με αποτέλεσμα τέτοιο να μην εγκριθεί. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι η ξεκάθαρη πρόθεση των Εναγομένων 1 και 2 είναι να παύσουν όλες τις εργασίες που διεξάγει η Εναγόμενη 3 προφανώς για να αναλάβει η Εναγόμενη 6 Εταιρεία τις δραστηριότητες της. Γι' αυτό και εισηγήθηκαν όπως η αίτηση της Εναγόμενης 3 στην Εθνική Αρχή Στοιχημάτων για ανανέωση της άδειας κλάσης Α΄ αποσυρθεί, έτσι που να της επιστραφεί το τέλος ανανέωσης των €30.000 στο οποίο έχει καταβληθεί στην Αρχή. Οι Ενάγοντες ψήφισαν εναντίον πλην όμως το ψήφισμα αυτό εγκρίθηκε με απλή πλειοψηφία. Όπως εξηγείται η σχετική άδεια κλάσης Α΄ αποτελεί στην ουσία το κυριότερο περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 3 αφού εάν η Εναγόμενη 3 δεν κατέχει τέτοια άδεια δεν θα νομιμοποιείται να παρέχει υπηρεσίες επίγειου στοιχήματος και συνακόλουθα να δραστηριοποιείται με επακόλουθο να παύσει όλες της τις εργασίες. Δεν θα μπορεί να συνεχίσει να παρέχει υπηρεσίες στους υφιστάμενους ή άλλους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της, ούτε να παρέχει σε δικά της υποστατικά τέτοιες υπηρεσίες. Ως αποτέλεσμα η Εναγόμενη 6 Εταιρεία η οποία κατέχει άδεια κλάσης Α΄ μέχρι την 5.9.2018 θα μπορεί πλέον να παρέχει τέτοιες υπηρεσίες στους πρώην συνεργάτες της Εναγόμενης 3 χωρίς κίνδυνο οι ενέργειες της να θεωρηθούν ότι είναι κατά παράβαση του διατάγματος ημερ. 15.9.
  21. Οι Ενάγοντες 1 και 2 καταχώρισαν την 29.9.2016 την εταιρική αίτηση 378/2016 Ε.Δ. Λεμεσού επικαλούμενοι καταπίεση τους ως μειοψηφία εξαιτούμενοι εξαγορά των μετοχών τους από τις Εναγόμενες 1 και 2 ως διαζευκτική θεραπεία της διάλυσης της Εταιρείας. Η αίτηση εκκρεμεί. Το ζήτημα της σχέσης των μετόχων της Εταιρείας, των Εναγόντων 1 και 2 αφενός και των Εναγομένων 1 και 2 αφετέρου είναι ζήτημα παρεμφερές στην Αίτηση. Ούτε και χρειάζεται στο στάδιο αυτό να απασχολήσει το γεγονός ότι η αγωγή προωθείται από τους Ενάγοντες 1 και 2 και για προσωπικά τους συμφέροντα. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι η αγωγή είναι και παράγωγη αγωγή, προωθείται δηλαδή για την προάσπιση των συμφερόντων της Εναγομένης 3 Εταιρείας, συμφέροντα που, κατ' ισχυρισμό, καταπατούνται από αυτούς που ελέγχουν το διοικητικό συμβούλιο και τις αποφάσεις της Εταιρείας. Η Αίτηση εδράζεται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων που παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρεται ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, 1316-1320 πως ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας. Μνημονεύεται απόσπασμα από την C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Οι Εναγόμενοι 1 - 5 καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 8 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 19.1.2018 του Θράσου Πέτρου, διευθυντή της Εναγόμενης
  1. Στην παρ.23 της Ένορκης του Δήλωσης ο Πέτρου παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα των περιστάσεων. Δεν εξυπηρετεί αναφορά στις λεπτομέρειες που παρατίθενται με πρόδηλο σκοπό να καταδειχθεί ότι η εκδοχή των Εναγομένων είναι η ορθή και τούτο αφού, όπως προειπώθηκε, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην κρίση της ουσίας της διαφοράς και δεν εκφράζει προτίμηση προς την μια ή την άλλη εκδοχή. Η βασική θέση των Εναγομένων είναι ότι αφότου οι Ενάγοντες 1 και 2 εισέπραξαν το ποσό των €4.500.000 έπαψαν κάθε συνεργασία με τους Εναγόμενους. Είναι η εν κατακλείδι θέση των Εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή και υπό κρίση Αίτηση, όπως και η καταχωρηθείσα εταιρική αίτηση προωθούνται κακόπιστα ως μέσο άσκησης πίεσης από τους Ενάγοντες 1 και 2 για να εξαναγκάσουν τις Εναγόμενες 1 και 2 να εξαγοράσουν τις μετοχές τους σε ψηλή τιμή. Επί του επιμέρους ζητήματος της άδειας της Εναγόμενης 3 ο Πέτρου αναφέρει (παρ.12) ότι η αίτηση για ανανέωση της άδειας αποσύρθηκε τον Δεκέμβριο του
  2. Ό,τι άλλο σχετικό αναφέρει (παρ.16) είναι ότι πέραν του ποσού που καταβάλλεται για την έκδοση της άδειας καθ' ον χρόνο ισχύει κατακρατείται εγγυητική ύψους €500.000 από τη σχετική Αρχή. Στο υπόλοιπο μέρος της Ένορκης του Δήλωσης ο Πέτρου αναλώνεται σε επιχειρηματολογία κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων των Εναγομένων 1 -
  3. Δεν είναι εφικτό στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο έχει αποσυρθεί ή όχι η αίτηση για ανανέωση της άδειας της Εναγόμενης
  4. Η ουσία του ζητήματος είναι κατά πόσο είναι ορθό να αποφευχθούν πράξεις ή να γίνουν άλλες ώστε στην κατάληξη η Εναγόμενη 3 Εταιρεία να έχει τη σχετική άδεια. Άλλωστε στο εξαιτούμενο διάταγμα εμπεριέχονται και προστακτικές πρόνοιες. Η κύρια επιχειρηματολογία των δικηγόρων των Εναγομένων ήταν ότι δεν είναι νοητό οι Ενάγοντες που έχουν καταχωρίσει Εταιρική Αίτηση ζητώντας ως πρώτη θεραπεία τη διάλυση της Εναγόμενης 3, να εξαιτούνται ως η Αίτηση τους στην παρούσα, στην έννοια ότι η άδεια είναι χρήσιμη για μια εταιρεία που θα λειτουργεί και όχι για εταιρεία της οποίας επιθυμείται η διάλυση. Αναφέρθηκε μάλιστα ότι και οι Εναγόμενοι επιθυμούν τη διάλυση της Εναγόμενης 3 Εταιρείας. Η θεραπεία που μπορεί να παραχωρηθεί στα πλαίσια της εταιρικής αίτησης είναι δυνητική. Οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι πρωταρχική τους θεραπεία στην Εταιρική Αίτηση είναι η εξαγορά των μετοχών τους. Η θέση του Δικαστηρίου είναι ότι η εκκρεμοδικία της Εταιρικής Αίτησης και ότι εκεί μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για τη διάλυση της Εναγόμενης 3 Εταιρείας δεν προκαταβάλλει την έκβαση της παρούσας Αίτησης, ούτε καθιστά την έκδοση διατάγματος με σκοπό να παραμείνει η Εναγόμενη 3 αδειούχος ασυμβίβαστη εξέλιξη. Ακόμα και αν μια εταιρεία πρόκειται ή ενδέχεται να διαλυθεί, στο μεσοδιάστημα τα περιουσιακά της στοιχεία πρέπει να διαφυλάσσονται προς όφελος των πιστωτών και των μετόχων της και όχι να διασκορπίζονται. Η Εταιρική Αίτηση προωθείται από τους Ενάγοντες 1 και 2 ως μετόχους της Εταιρείας και στοχεύει στην προάσπιση των προσωπικών τους συμφερόντων. Η παρούσα αγωγή στην έκταση που συνδέεται με το αντικείμενο της Αίτησης είναι παράγωγη αγωγή. Στοχεύει στην προάσπιση των συμφερόντων της Εταιρείας. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 ενάγουν και υπό την προσωπική τους ιδιότητα δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα και την ουσία της πτυχής της αγωγής που ενδιαφέρει. Στην Πιρίλλης κ.ά ν. Κουή
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 136, 144 επισημαίνεται η διάκριση της διαδικασίας που αφορά στην καταπίεση της μειοψηφίας από την εταιρεία η οποία ενεργεί μέσω της πλειοψηφίας και της διαδικασίας όπου παραπονούμενη δεν είναι η μειοψηφία αλλά η ίδια η εταιρεία η οποία αποστερήθηκε παράνομα της περιουσίας της. Αναφέρεται ότι: «Το άρθρο 202 αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καταπίεση της μειοψηφίας από την εταιρεία η οποία ενεργεί μέσω της πλειοψηφίας. Δεν αναφέρεται στις περιπτώσεις, όπως η επίδικη, όπου παραπονούμενη δεν είναι η μειοψηφία, τα δικαιώματα της οποίας κατ' ισχυρισμό καταπιέζονται από την εταιρεία, αλλά αυτή τούτη η εταιρεία η οποία, κατ' ισχυρισμό, αποστερήθηκε παράνομα της περιουσίας της. Είναι γι' αυτό, άλλωστε, το λόγο που η διαδικασία του άρθρου 202 στρέφεται εναντίον της εταιρείας, εφόσον είναι αυτή η οποία, μέσω της πλειοψηφίας, καταπιέζει τη μειοψηφία, και όχι υπέρ αυτής, με σκοπό να προστατευθεί από τις, κατ' ισχυρισμό, παράνομες σε βάρος της πράξεις εκείνων οι οποίοι ασκούν τον έλεγχό της. Εξάλλου, σε αίτηση βάσει του άρθρου 202, αλλά και του άρθρου 211, δεν θα μπορούσε να περιληφθεί, ως καθ' ου η αίτηση, τρίτο πρόσωπο, ήτοι η εφεσείουσα 2, ως όχημα απάτης (fraud vehicle).» Στην Re Pelmako Development Ltd
(1999)1(Β) A.A.Δ. 1369, 1373-4 αναφέρεται ότι: «Όταν η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η μειοψηφία έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 211(στ) του νόμου. Επειδή η διάλυση της εταιρείας προκαλεί, στις πιο πολλές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, αυτή του άρθρου 202 του νόμου, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης.» Ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 προωθούν την Εταιρική Αίτηση, έστω με επιθυμητή θεραπεία την εξαγορά των μετοχών τους δεν ανατρέπει και δεν υποβαθμίζει το πραγματικό τους ενδιαφέρον για τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. Άλλωστε αν αυτά αποξενωθούν αυτό θα έχει αντανακλώμενες ζημιογόνες επιπτώσεις στα προσωπικά τους συμφέροντα ως μετόχων. (Βλ. Johnson v. Gore Wood & Co [2001] 1 All E.R. 481 (H.L.), 528-9). Η άδεια είναι περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 3. Χωρίς την άδεια δεν μπορεί να διεξαγάγει την εργασία της. Αναμφίβολα χωρίς αυτή η αξία της Εταιρείας διαφοροποιείται προς βλάβη της ιδίας της Εταιρείας με τη ζημιά να αντανακλάται στην αξία των μετοχών της και κατ' επέκταση τους μετόχους της. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην πτυχή της αγωγής ως παράγωγη υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δηλαδή το ζήτημα της αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας προς βλάβη της. Έχει επίσης καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δηλαδή να δικαιούται η Εταιρεία σε θεραπείες σε σχέση με την αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων. Είναι επίσης η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αν δεν εκδοθεί το εξαιτούμενο διάταγμα θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Η Εταιρεία θα απολέσει την άδεια της και δεν θα μπορεί να διεξαγάγει την εργασία της. Αναφορικά με το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας, στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795 υιοθετείται απόσπασμα από την Film Rover Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR 670, όπου αναφέρεται ότι: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Στην National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, 1409 αναφέρεται πως ο σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά τη δίκη. Επομένως, κατά το ενδιάμεσο στάδιο, το δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο η έκδοση ή μη του διατάγματος είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, η βασική αρχή είναι κοινή, ότι δηλαδή το δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Αναγνωρίζεται πως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνήθως δικαιολογούν την περιγραφή ενός διατάγματος ως προστακτικού είναι συνήθως πιο πιθανό να προκαλέσουν αθεράπευτη δυσχέρεια παρά τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος απλά εμποδίζεται να διενεργήσει ή να συνεχίσει τη διενέργεια κάποιας δραστηριότητας. Όμως αυτό, αναφέρεται, δεν είναι παρά μια γενικοποίηση. Το τι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι η εξέταση, βάσει των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, των πιθανών συνεπειών της έκδοσης ή μη του διατάγματος. Επομένως, όπου η εγγενής φύση και χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός προσωρινού προστακτικού διατάγματος μπορεί να επιδράσουν ώστε το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να το εκδώσει είναι το στάδιο που εξετάζεται, μετά τη διαπίστωση πως ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων, κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να χορηγηθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Όπως αναφέρεται στη Bacardi & Co Ltd το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία (βλ. Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225, 227). Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει κατά τρόπο εμφατικό υπέρ της έκδοσης του εξαιτούμενου διατάγματος. Εάν εκδοθεί το διάταγμα και στο τέλος της αγωγής διαφανεί ότι δεν έπρεπε να είχε εκδοθεί θα υπάρξει η απώλεια των €30.000 για τις οποίες γίνεται πρόνοια πιο κάτω. Δυσχέρεια μπορεί να προκληθεί και από τη διατήρηση της εγγύησης σε ισχύ που και πάλι μπορεί να αποζημιωθεί. Εάν από την άλλη δεν εκδοθεί το εξαιτούμενο διάταγμα και μετά την εκδίκαση της αγωγής διαφανεί ότι λανθασμένα δεν εκδόθηκε τότε η ζημιά που θα έχει στο ενδιάμεσο προκληθεί θα είναι ανεπανόρθωτη. Το εκδοθέν διάταγμα θα επιφέρει την ανανέωση της άδειας της Εναγόμενης 3 Εταιρείας για περίοδο ενός έτους. Τα μέρη θα πρέπει να αποταθούν στο Δικαστήριο έγκαιρα όταν ενδεχομένως στο μέλλον προκύψει ανάλογο ζήτημα. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η Αίτηση. Η νομολογία δεν είναι σαφής ως προς το ζήτημα της εγγύησης σε περιπτώσεις όπου εκδίδεται διάταγμα σε αίτηση δια κλήσεως. Ωστόσο, εφόσον τέτοιες αιτήσεις εκδικάζονται σε επίπεδο ισχυρισμών και τα ζητήματα δεν ρυθμίζονται τελεσίδικα υφίστανται οι ανάλογοι κίνδυνοι για ζημιά στον καθ' ου η αίτηση από την έκδοση του διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση επιβάλλεται η διασφάλιση των Εναγομένων από τέτοιες ζημιές. Οι Ενάγοντες 1 και 2 να καταθέσουν τραπεζική εγγύηση για το ποσό των €30.000 και περαιτέρω να υπογράψουν εγγύηση ύψους €200.000 για τυχόν ζημιές που θα ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του διατάγματος αυτού άνευ ευλόγου αιτίας. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (( (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικά Διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.