Αναφορικά με την αίτηση του Λεωνίδα Κίμωνος ν. Αναφορικά με την εταιρεία Molvi Estates Ltd, Αρ. Γεν. Αίτησης: 490/2015, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A44 Αρ. Γεν. Αίτησης: 490/2015 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ.113) Και Αναφορικά με την εταιρεία Molvi Estates Ltd Και Αναφορικά με την αίτηση του Λεωνίδα Κίμωνος Μονομερής αίτηση ημ. 12.5.17 από την καθ' ης η αίτηση Molvi Estates Ltd για αναστολή εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2018 Για αιτήτρια: κος Μελάς Για καθ' ου η αίτηση: Κος Γλυκής. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο καθ' ου η αίτηση στην παρούσα Λεωνίδας Κίμωνος, διορίστηκε από την Hellenic Bank Public Company Ltd ( στο εξής η τράπεζα) στις 3.11.2014 ως παραλήπτης - διαχειριστής (στο εξής ο παραλήπτης) της εταιρείας Molvi Estates Ltd (στο εξής η εταιρεία). Ο διορισμός του παραλήπτη, έγινε δυνάμει ομολόγου επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε από την εταιρεία, υπέρ της τράπεζας. Στην συνέχεια, εκδόθηκε στις 8.2.17 μετά από αίτημα του παραλήπτη, απόφαση στην πιο παρούσα Γενική Αίτηση με την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε μερικώς τα αιτήματα του του παραλήπτη. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διέταξε όπως ο διευθυντής της εταιρείας κ. Μάριος Μιχαηλίδης και η γραμματέας C.C.S Company Services Ltd, ετοιμάσουν και υποβάλουν στον παραλήπτη, έκθεση με τον καθορισμένο τύπο (Η.Ε.39), της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας, σχετικά με την περιουσία του ενεργητικού της, οφειλές και υποχρεώσεις, τους πιστωτές της και άλλες σχετικές πληροφορίες. Η συμμόρφωση με την πιο πάνω διαταγή, καθορίστηκε από το Δικαστήριο ότι έπρεπε να γίνει σε διάστημα ενός μηνός από την επίδοση του διατάγματος. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, η εταιρεία καταχώρησε στις 20.3.17, έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας μονομερούς αιτήσεως, με την οποία η εταιρεία ζητά την αναστολή εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της έφεσης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Στέλλας Οδυσσέως, διευθύντριας της εταιρείας C.C.S Company Services Ltd που είναι γραμματέας της αιτήτριας εταιρείας. Η ομνύουσα αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση από τους διευθυντές και μετόχους της εταιρείας που βρίσκονται στο εξωτερικό. Ακολούθως ισχυρίζεται ότι υπάρχουν εκκρεμούσες διαδικασίες ως προς τα οφειλόμενα ποσά της εταιρείας προς την τράπεζα, δυνάμει των δανείων που εξασφαλίζει το επίδικο ομόλογο. Υπάρχει επίσης εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία ως προς το θέμα του διορισμού του παραλήπτη από την τράπεζα. Έγινε σχετική αναφορά στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 3571/2013 της τράπεζας εναντίον της εταιρείας με την οποία η τράπεζα διεκδικεί απόφαση αναφορικά με δύο δάνεια που εξασφαλίζονται μεταξύ άλλων με το επίδικο ομόλογο επιβάρυνσης, ύψους €513.
- Η υπεράσπιση της εταιρείας στην εν λόγω αγωγή, είναι ότι ο τερματισμός των επίδικων δανειακών λογαριασμών είναι πρόωρος και αντισυμβατικός. Αναφορά έγινε και στην αγωγή 1201/15 του Ε. Δ. Λεμεσού, με την οποία η εταιρεία προσβάλλει τον διορισμό του παραλήπτη. Στα πλαίσια αυτής της αγωγής, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του απέρριψε αίτηση της εταιρείας για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εναντίον της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης, εκκρεμεί έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ομνύουσα αναφέρει στη συνέχεια ότι παρά το γεγονός ότι εκκρεμούν οι πιο πάνω διαδικασίες, ο παραλήπτης προχώρησε στις 21.7.2015 στην πώληση τριών υποθηκευμένων οικοπέδων της εταιρείας για το συνολικό ποσό των €1.180.000 ήτοι €393.333 έκαστο. Ήταν ως εκ τούτου η θέση της ομνύουσας ότι ο παραλήπτης πώλησε περιουσία της εταιρείας για ποσό υπερδιπλάσιο από αυτό που εξασφαλίζει το ομόλογο. Στη συνέχεια και μετά την πώληση των πιο πάνω τριών ακινήτων, ο παραλήπτης καταχώρισε την παρούσα Γενική Αίτηση. Το Δικαστήριο παρότι απέρριψε τα αιτητικά που αφορούσαν την παράδοση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας για σκοπούς διαχείρισης, εντούτοις θεώρησε ότι έπρεπε να εκδοθούν διατάγματα για υποβολή της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας. Η απόφαση αυτή κατά την ομνύουσα είναι εσφαλμένη γι' αυτό και καταχωρήθηκε έφεση από την εταιρεία στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στη συνέχεια, η ομνύουσα αναφέρει μια σειρά από λόγους για τους οποίους η έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Αναφέρει επίσης ότι είναι επιτακτική ανάγκη να εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης λόγω της φύσης της θεραπείας και των συνεπειών που συνεπάγεται. Η απόδοση πληροφοριών και εγγράφων σε άτομο που κατά την ενόρκως δηλούσα είναι εχθρικό προς την εταιρεία και το οποίο αντιμάχεται τα συμφέροντα της για να ευνοήσει την τράπεζα θα έχει ως αποτέλεσμα να καταστήσει τις εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες άνευ αντικειμένου. Η συμπεριφορά του παραλήπτη σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα είναι εκδικητική και κακόπιστη και ξεφεύγει από τα νόμιμα πλαίσια των καθηκόντων και δικαιωμάτων του. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι προχώρησε στην πώληση περιουσίας της εταιρείας χωρίς να αναμένει την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης σε αίτηση που καταχωρήθηκε στην αγωγή 1201/
- Η ομνύουσα αναφέρει στη συνέχεια ότι αν εκτελεστεί η απόφαση τότε η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου και θα είναι πλέον αργά αφού ευαίσθητα έγγραφα και πληροφορίες θα έχουν δοθεί στον παραλήπτη. Ως προς τους όρους της αναστολής, η εταιρεία είναι διατεθειμένη να παράσχει τραπεζική εγγύηση για τα έξοδα που έχουν επιδικαστεί ώστε ο παραλήπτης να είναι πλήρως εξασφαλισμένος. Αναφέρεται τέλος ότι η έγκριση του αιτήματος αναστολής δεν θα επιφέρει καμία βλάβη στα συμφέροντα ή δικαιώματα του παραλήπτη και της τράπεζας. Κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου, αδελφή Δικαστής που επιλαμβανόταν της αίτησης, διέταξε όπως επιδοθεί στην άλλη πλευρά, προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της. Με την επίδοση της αίτησης, ο παραλήπτης καταχώρισε ειδοποίηση ένστασης στην αιτούμενη αναστολή. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται από τους θεσμούς και τη νομολογία ώστε να εγκριθεί το αίτημα. Συγκεκριμένα, η εταιρεία απέτυχε να αποδείξει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την εκτέλεση της απόφασης και ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα καταστήσει την έφεση άνευ αντικειμένου. Αναφέρεται επίσης ότι τυχόν έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει δυσμενώς τη διασφάλιση της τελεσιδικίας της απόφασης και της απόδοσης των καρπών επιτυχίας του παραλήπτη. Υπάρχει περαιτέρω ισχυρισμός στους λόγους ένστασης στους λόγους ένστασης ότι η έφεση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας αφού οι λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι δεδομένου ότι γίνεται προσπάθεια αμφισβήτησης στην ουσία του διορισμού του παραλήπτη. Επιπλέον τυχόν έκδοση του διατάγματος θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στη διαχείριση της εταιρείας και θα εδραιώσει την παράνομη ιδιοποίηση για κατακράτηση ουσιαστικών εγγράφων. Σε τέτοια περίπτωση, οι πιστωτές της εταιρείας θα υποστούν τεράστιες και ανεπανόρθωτες ζημιές. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι σκοπός της παρούσας αίτησης, είναι η παρακώλυση της υποχρέωσης των αξιωματούχων της εταιρείας να παράσχουν πληροφορίες για την περιουσιακή της κατάσταση και να αποκρύψουν πιθανές παρανομίες τους. Ως εκ τούτου, η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά με αλλότριους σκοπούς που δεν εξυπηρετούν το συμφέρον της δικαιοσύνης. Την ειδοποίηση ένστασης, συνοδεύει η ένορκη δήλωση του ιδίου του παραλήπτη της εταιρείας Λεωνίδα Κίμωνος. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επίσης ότι η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση, απέκρυψε από το Δικαστήριο την μη συμμόρφωση με την απόφαση ημερομηνίας 12.5.2017 εκ μέρους των αξιωματούχων της εταιρείας, οι οποίοι εξακολουθούν να παραβαίνουν και να παρακούουν το διάταγμα του Δικαστηρίου. Εν όψει τούτου, καταχωρήθηκε στις 24.5.2017, αίτηση για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου. Τέλος, ο παραλήπτης απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί εκδικητικής και κακόπιστης συμπεριφοράς εκ μέρους του. Ισχυρίζεται ότι η λήψη της έκθεσης με τον καθορισμένο τύπο ΗΕ39 της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας, καθώς και η εκποίηση της περιουσίας της είναι υποχρέωση και καθήκον του ως παραλήπτη σύμφωνα με τις πρόνοιες του επίδικου ομολόγου αλλά βάσει και της σχετικής νομοθεσίας. Ο παραλήπτης ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και καταχρηστικά. Περαιτέρω, οι αιτητές παρά το γεγονός ότι περιφρονούν και παρακούουν το διάταγμα του Δικαστηρίου, αιτούνται επιπλέον την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης με σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση και παρακώλυση της διαδικασίας. Αγορεύσεις: Ο συνήγορος της αιτήτριας, παρέπεμψε σε νομολογία αναφορικά με τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Στη συνέχεια και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, ισχυρίστηκε ότι δεν έχει ακόμη αποφασιστεί δικαστικά τι ποσό οφείλει η εταιρεία στην Ελληνική Τράπεζα και πως αυτό πρέπει να καταβληθεί. Δεν έχει αποφασιστεί αν υπήρξε νόμιμος τερματισμός των τραπεζικών διευκολύνσεων και επιπλέον, το κατά πόσον ο διορισμός του παραλήπτη έγινε νόμιμα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού ομολόγου επιβάρυνσης. Τα πιο πάνω στοιχεία κατά το συνήγορο, δικαιολογούν την έγκριση του αιτήματος αναστολής προκειμένου να μην καταστεί η έφεση άνευ αντικειμένου. Με παραπομπή σε σχετική νομολογία και αφού σχολίασε την πρωτόδικη απόφαση, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι υπάρχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, τόσο οι εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες όσο και η έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης θα καταστούν άνευ αντικειμένου. Επιπλέον, η εταιρεία θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα αναγκαστεί να δώσει πληροφορίες και έγγραφα σε πρόσωπο που σκοπός του είναι να ευνοήσει την τράπεζα, δηλαδή την αντίδικο της εταιρείας στις πιο πάνω δικαστικές διαδικασίες. Αντίθετα, αναστολή της εκτέλεσης μέχρι να εκδικαστεί η έφεση δεν θα επιφέρει καμία απολύτως ζημιά στον παραλήπτη και την τράπεζα. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στη δική του αγόρευση, επανέλαβε αρχικά όλους τους λόγους ένστασης όπως αναφέρονται στην ειδοποίηση ένστασης. Στην συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι η καταχώριση της υπό κρίση έφεσης φαίνεται να είναι εκπρόθεσμη, αφού καταχωρήθηκε εκτός του χρονικού περιθωρίου των 14 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Σύμφωνα με την Δ.35 Θ.2, οποιαδήποτε έφεση σε διάταγμα είτε τελικό είτε ενδιάμεσο σε οποιοδήποτε ζήτημα που δεν αφορά αγωγή θα καταχωρείται πριν την εκπνοή 14 ημερών από την έκδοση της απόφασης. Το τελεσίδικο διάταγμα του Δικαστηρίου σε σχέση με την παρούσα γενική αίτηση εκδόθηκε στις 8.2.
- Σύμφωνα με τη Δ.35 θ.2, το δικαίωμα για καταχώριση έφεσης εναντίον του πιο πάνω διατάγματος, έληξε στις 21.2.
- Ωστόσο, η υπό κρίση έφεση με αριθμό 100/2017 καταχωρήθηκε στις 20.3.2017 ήτοι 41 ημέρες μετά την ημερομηνία της απόφασης. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει καμία πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, γεγονός που ταυτόχρονα καθιστά την παρούσα αίτηση ως παράτυπη και νομικά αστήριχτη. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι δεν πληρούνται και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Ο συνήγορος με παραπομπή στην Δ.35 Θ.18, αναφέρθηκε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως. Μεταξύ των κριτηρίων είναι και οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης οι οποίες στην παρούσα περίπτωση είναι ανύπαρκτες. Επιπλέον, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η λήψη της έκθεσης με τον καθορισμένο τύπο ΗΕ39, είναι ανάμεσα στα καθήκοντα του παραλήπτη. Ως εκ τούτου, τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επηρεάσει τα δικαιώματα του παραλήπτη όπως προκύπτουν από το Νόμο και θα καθυστερήσει τη διαχείριση της εταιρείας. Οι εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες που επικαλείται η αιτήτρια, είναι άσχετες κατά τον συνήγορο με την παρούσα γενική αίτηση. Δεν αμφισβητήθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η υπογραφή του επίδικου ομολόγου από την εταιρεία σε αντάλλαγμα και προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της. Αντίθετα, από τις θέσεις που προβλήθηκαν στην κυρίως αίτηση, είναι σαφές ότι η υπογραφή του ομολόγου είναι αποδεκτή και επιβεβαιώνεται στην ένορκο δήλωση της ένστασης στην κυρίως αίτηση. Το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 17.10.2015 αναφορικά με τα απαγορευτικά διατάγματα, απέρριψε τα αιτήματα της εταιρείας επιβεβαιώνοντας ότι υπήρξε νόμιμος διορισμός του παραλήπτη, ο οποίος είχε υποχρέωση να ενεργεί σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου και της σχετικής νομοθεσίας. Επιπλέον με την ένορκο δήλωση της αίτησης δεν παρατίθεται κανένα βάσιμο στοιχείο ή γεγονός που να καταδεικνύει οποιονδήποτε κίνδυνο για την αιτήτρια σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Παρατίθεται μόνο η αόριστη θέση ότι ο παραλήπτης είναι πρόσωπο εχθρικό προς την εταιρεία. Αντιθέτως, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η μη άμεση συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους πιστωτές της εταιρείας και ιδιαίτερα στην τράπεζα που θα στερηθεί τη λήψη των καρπών της επιτυχίας της εντός ευλόγου χρόνου. Οι αξιωματούχοι της εταιρείας θα συνεχίσουν παράνομα να εμποδίζουν τον παραλήπτη να ενεργεί σύμφωνα με το επίδικο ομόλογο και το Νόμο. Επιπλέον θα έχουν τον πλήρη έλεγχο και την εξουσία της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας με κίνδυνο αποξένωσης της. Η υποβολή της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας δεν μπορεί κατά το συνήγορο να επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη στα συμφέροντα της. Τέλος, ο συνήγορος επανέλαβε τη θέση του ότι η παρούσα αίτηση ασκείται κακόπιστα και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας διαχείρισης της εταιρείας. Νομική Πτυχή Η Δ.35 θθ 18 & 19 στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση έχουν ως ακολούθως: «
- An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from the Court of Appeal or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appealed was given.
- Whenever under these rules an application may be made either to the Court below or to the Court of Appeal, or to a Judge of either Court, it shall be made in the first instance to the Court or Judge below.» Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 CLR 592 λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με τις προϋποθέσεις αναστολής: «Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης, εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της Δικαιοσύνης. Την διασφάλιση αφ' ενός του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του και την εξασφάλιση αφ' ετέρου της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση Έφεσης». Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ
- Λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου: «Η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της Πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από την Δ.35 Θ.
- Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων επιβάλλει την στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με της επιπτώσεις της αναστολής όσον και την ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις.» Σχετική είναι και η απόφαση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 A.A.Δ. 955, στην οποία ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Όπως έχει όμως νομολογηθεί, μόνον η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 A.A.Δ 172). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο αιτητής στην παρούσα διαδικασία προκειμένου να πετύχει την αιτούμενη αναστολή θα πρέπει να αποδείξει ότι σε περίπτωση άρνησης του αιτήματος αναστολής, η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης θα χάσει τη σημασία της (βλ. μεταξύ άλλων Loukos Trad. Co. Ltd κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλητσιηγκ & Νταιγκ Κο ΛΤΔ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014). Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας αυτός είναι μεν σχετικός αλλά οριακής σημασίας. Ως εκ τούτου δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο ξεχωριστά μόνον η προοπτική αυτή χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υπόλοιποι παράγοντες. Το ίδιο ισχύει και σε τυχόν προβαλλόμενο λόγο ένστασης για απομακρυσμένο ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης από το Εφετείο. Μόνο όπου υπάρχει σαφής βεβαιότητα πρόγνωσης ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος (Βλ. μεταξύ άλλων BP Holdings Ltd v. A. Κιταλίδης
(1994)1 A.A.Δ. 287 & Βογαζιανού ν. Γ. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ., 591). Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, το Δικαστήριο έχει καθήκον σύμφωνα με την Δ.18 να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η αναστολή. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1978). Συνήθης πρακτική είναι να κατατίθεται τραπεζική εγγύηση εκ μέρους του εναγομένου για το ποσόν της απόφασης ή ακόμα και η πληρωμή στο Δικαστήριο του συνόλου ή μέρους του εξ' αποφάσεως χρέους. Συμπεράσματα Η υπό κρίση απόφαση που εφεσιβλήθηκε και της οποίας επιζητείται η αναστολή δεν αφορά στην πληρωμή οιουδήποτε ποσού που θα μπορούσε να επιστραφεί σε επίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Αντιθέτως, διατάσσονται οι αξιωματούχοι της εταιρείας να υποβάλουν στον παραλήπτη, έκθεση με τον καθορισμένο τύπο (Η.Ε.39), της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας. Υπό τας περιστάσεις, είναι σωστή η θέση ότι αν οι αιτητές αναγκαστούν να συμμορφωθούν με την απόφαση, η έφεση τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Αυτό γιατί σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, η απόφαση θα έχει ήδη εκτελεστεί χωρίς να μπορεί να δοθεί θεραπεία στους αιτητές. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι εκκρεμούν στο Δικαστήριο διαδικασίες που αφορούν το επίδικο χρέος και τον νόμιμο διορισμό του παραλήπτη, συνηγορούν υπέρ της έγκρισης του αιτήματος αναστολής της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η πλευρά του παραλήπτη δεν πρόκειται να υποστεί οιανδήποτε ζημιά αφού όπως είναι παραδεκτό, η διαχείριση έχει ήδη προχωρήσει με την πώληση μέρους της περιουσίας της εταιρείας. Ούτε έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο θα επηρεαστούν τα συμφέροντα των πιστωτών της εταιρείας από την αναστολή όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του παραλήπτη στην αγόρευση του. Αντιθέτως όπως έχω προαναφέρει, με την απόρριψη του αιτήματος και την αναγκαστική συμμόρφωση των αιτητών στην επίδικη απόφαση, η έφεση τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Σημειώνω εδώ ότι έχει ήδη καταχωρηθεί από πλευράς παραλήπτη, αίτηση για παρακοή του πιο πάνω διατάγματος. Ο συνήγορος για τον παραλήπτη, εισηγήθηκε ότι η έφεση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας λόγω του ότι καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Ανάφερε επί του προκειμένου ότι πρόκειται για έφεση σε διάταγμα που σύμφωνα με την Δ.35 Θ.2 θα έπρεπε να καταχωρηθεί εντός 14 και όχι εντός 42 ημερών όπως συμβαίνει σε τελικές αποφάσεις αγωγών. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Σύμφωνα με την νομολογία, η προθεσμία των 14 ημερών αφορά ενδιάμεσα διατάγματα και όχι διατάγματα υπό την μορφή τελικών αποφάσεων όπως η παρούσα περίπτωση. Σχετική είναι η υπόθεση Wortham ν. Τσίμον
(2001)1 Α.Α.Δ 1442 όπου αφού τονίστηκε ότι η πρωτογενής αίτηση εξομοιώνεται με αγωγή, λέχθηκαν τα πιο κάτω με αναφορά στην αγγλική υπόθεση White v. Brunton
(1984)2 All E.R. 606: «Με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία εξηγείται πως, όπως διαμορφώθηκαν τα πράγματα, εκείνο που μετρά είναι όχι αυτή καθ΄ εαυτή η φύση του διατάγματος που εκδόθηκε αλλά η αίτηση ή η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε. Για το συζητούμενο σκοπό, τελικό είναι το διάταγμα που εκδίδεται στο πλαίσιο αίτησης ή διαδικασίας που θα απέληγε σε τελική επίλυση του επίδικου θέματος, όποιος από τους διαδίκους και αν κέρδιζε.» Η παρούσα γενική αίτηση, εξομοιώνεται με αγωγή. Η εκδοθείσα απόφαση της οποίας επιζητείται η αναστολή, είναι υπό τας περιστάσεις τελική απόφαση. Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας του θέματος αφού αυτό είναι ένα ζήτημα που θα κριθεί στο Εφετείο, κρίνω ότι εκ πρώτης όψεως ότι δεν υπάρχει καθαρό ζήτημα παραγραφής του δικαιώματος έφεσης ώστε να καθίσταται δικαιολογημένη, η πρόγνωση απόρριψης της έφεσης. Υπό τας περιστάσεις, δεν υπάρχει σαφής βεβαιότητα πρόγνωσης για αποτυχία της έφεσης λόγω παραγραφής όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του παραλήπτη, ώστε ο παράγοντας αυτός να αποκτήσει ουσιαστική σημασία στην εξέταση της αίτησης. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι οι αιτητές έχουν αποδείξει τις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Θεωρώ ότι με την αναστολή εκτέλεσης της υπό κρίση απόφασης, εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης αφού ο παραλήπτης δεν θα υποστεί καμία ζημιά. Αντιθέτως με την εκτέλεση της απόφασης, η έφεση της εταιρείας θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Για τους λόγους αυτούς, κρίνω ότι η πιθανότητα να καταστεί άνευ αντικειμένου η έφεση, υπερισχύει των επιπτώσεων που θα επιφέρει η αναστολή της απόφασης στον παραλήπτη και γενικότερα στην διαδικασία διαχείρισης της εταιρείας. Θεωρώ ως εκ τούτου ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος αλλά υπό όρους ως προβλέπεται στην Δ.35 Θ.18 και στην προαναφερθείσα νομολογία. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω υπό τας περιστάσεις ως δίκαιο και λογικό όρο για την αναστολή της απόφασης, την εκ μέρους των αιτητών κατάθεση τραπεζικής εγγύησης στο Δικαστήριο, ίσης με τα επιδικασθέντα υπέρ του παραλήπτη δικηγορικά έξοδα στην διαδικασία της Γενικής Αίτησης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στις 8.2.17 στην παρούσα Γενική Αίτηση. Η αναστολή εκτέλεσης να ισχύει μέχρι πλήρους εκδίκασης της έφεσης με αρ. 100/2017 που οι αιτητές καταχώρησαν στις 20.3.17 στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της πιο πάνω απόφασης υπό τον όρο ότι οι αιτητές θα καταθέσουν εντός 45 ημερών από σήμερα, τραπεζική εγγύηση στο Πρωτοκολητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ίση με τα επιδικασθέντα υπέρ του παραλήπτη δικηγορικά έξοδα στην διαδικασία της Γενικής Αίτησης. Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τον πιο πάνω όρο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η απόφαση θα είναι αμέσως εκτελεστή. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο