← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. Κυριάκου Παπαλεοντίου κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 710/13, 24/1/2018

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. Κυριάκου Παπαλεοντίου κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 710/13, 24/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 710/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Αιτητών και

  1. Κυριάκου Παπαλεοντίου
  2. Κυριάκου Αρσιώτη
  3. Σωφρόνη Πατσαλίδη
  4. Δέσποινα Σακκά
  5. Αντώνη Ελπιδιφόρου
  6. Κωνσταντίνου Αριστείδου Καθ' ων η αίτηση Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης Ημερομηνία: 24.1.2018 Για Καθ' ων η αίτηση 3 και 5 - Αιτητές: κ. Χρ. Καστανιάς. Για Αιτητές - Καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Παύλου για Χριστάκης Λουκά & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 5.11.13 δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο, όπως εγγραφεί ως δικαστική απόφαση και εκτελεστεί, διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ των Αιτητών και εναντίον εκάστου των Καθ' ων η αίτηση 1-6, για το ποσό των €25.651,35, πλέον τόκους 9% ετησίως από 22.2.12 μέχρι εξοφλήσεως. Στις 27.6.17, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα με τα οποία έκαστος των Καθ' ων η αίτηση 3 και 5 διατάσσεται να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις ύψους €50 από την 1.9.17 και ακολούθως την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, μέχρι τελείας εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως, πλέον έξοδα της αίτησης ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (στο εξής η απόφαση). Στις 11.8.17 οι Καθ' ων η αίτηση 3 και 5 (στο εξής οι αιτητές) καταχώρησαν μονομερώς την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητούν διάταγμα το οποίο να αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης ημερ. 27.6.17 (δηλ. των διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων) μέχρι εκδικάσεως και τελείας αποπερατώσεως της Έφεσης, που καταχώρησαν στις 7.7.
  7. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.35 Κ.1-20 και Δ.48 Κ.1-3 και 8

(1)(ee) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 31, 32, 42 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις Γενικές Αρχές του Νόμου, στους Κανόνες της Επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του αιτητή αρ.
  1. Στις 27.9.17 που ήταν ορισμένη η αίτηση για πρώτη φορά, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα έπρεπε να προχωρήσει μονομερώς και έδωσε οδηγίες για επίδοση της. Οι Αιτητές (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση) εμφανίσθηκαν στις 11.10.17 και ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση. Καταχώρησαν τέτοια στις 15.11.17 εγείροντας στην ουσία τους ακόλουθους λόγους:
  2. Η αίτηση είναι ελαττωματική και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή δεν βασίζεται στους αναγκαίους διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή νομικές διατάξεις.
  3. Οι αιτητές προωθούν την αίτηση καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή η αίτηση είναι κακόπιστη και εμφορείται από αλλότρια ελατήρια στοχεύοντας στη παρακώληση της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 27.6.
  4. Το πραγματικό και ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  5. Δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης.
  6. Με την αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος που συνεπάγεται την προσβολή Συνταγματικών δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση χωρίς να συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας και νομολογίας.
  7. Οι αιτητές ουδεμία ζημία ανεπανόρθωτη θα υποστούν εφόσον συμμορφωθούν με την απόφαση αφού μέσα από τους ίδιους ισχυρισμούς τους αποδεικνύεται ότι έχουν τη δυνατότητα να συμμορφωθούν, παραδεχόμενοι ότι καταβάλλουν πολύ μεγαλύτερα ποσά σε αρκετά δάνεια που έχουν χωρίς καν να υπάρχει απόφαση εναντίον τους στα δάνεια αυτά.
  8. Η μη έκδοση του διατάγματος εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, ενώ η έκδοση του θα προκαλέσει αδικία στους καθ' ων η αίτηση γιατί θα επιτραπεί στους αιτητές και/ή σε τρίτα πρόσωπα να καρπωθούν τα αποτελέσματα της μη καταβολής των μηνιαίων δόσεων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Φίλιππου Βακανά, λειτουργού των καθ' ων η αίτηση στην Μονάδα Ανάκτησης Χρεών της Επαρχίας Λεμεσού. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, όπου υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας στη σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Η νομική βάση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης είναι η Δ.35 Κ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία προνοεί τα εξής: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from the direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». Οι αρχές που διέπουν την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκρεμμούσης έφεσης συνοψίσθηκαν στην Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1978 ως ακολούθως: «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης». Περαιτέρω στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 λέχθηκε σχετικά ότι: «Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». H διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται λοιπόν με βάση δύο αρχές: πρώτον ότι «ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε» και δεύτερο ότι «το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του δηλ. η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα» (βλ. επίσης Mavrochanna and another v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760, E.U.R.I.K and Others v. Kotsonis
(1986)1 C.L.R. 617, BP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 και Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1Α Α.Α.Δ. 513). Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ''Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Στην Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη
(2011)1Α Α.Α.Δ. 687 γίνεται παραπομπή στη σελ. 805 του Annual Practice του 1970, όπου σε σχέση με την αντίστοιχη παρόμοια πρόνοια των Αγγλικών Θεσμών στο Order 59, rule 13, όπως επαναριθμήθηκε, που αντιστοιχεί στην δική μας Δ.35 Κ.18, αναφέρεται ότι στην πράξη η αναστολή της διαδικασίας δίνεται όπου με την απόφαση θα πρέπει να καταβληθεί ορισμένο χρηματικό ποσό, οπότε αν η έφεση επιτύχει τότε θα παραμείνει άνευ αντικειμένου αν στο μεταξύ έχει καταβληθεί το ποσό και ο ενάγων είναι είτε κάτοικος εξωτερικού, είτε είναι αφερέγγυος ή υπάρχει ένδειξη με την καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης, ότι δεν θα μπορέσει να επιστρέψει το ποσό στον εναγόμενο. Όσον δε αφορά το είδος των αποφάσεων που υπόκεινται σε αναστολή, έχει νομολογηθεί ότι το αντικείμενο της σχετικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι η αναστολή θετικής και άμεσης υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Αντικείμενο λοιπόν της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1384). Τέλος εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή τέτοιων όρων που να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ανωτέρω). Εξέταση της αίτησης Εξετάζοντας την ουσία της αίτησης, ως προκύπτει από την σχετική νομολογία, αυτό που επιβάλλεται είναι, προς εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων, να σταθμισθεί κάθε γεγονός της παρούσας υπόθεσης που σχετίζεται με τις επιπτώσεις της αναστολής αλλά και με τη ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Πρέπει λοιπόν να υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι η έφεση δεν θα πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας της δηλ. να μην χάνει την σημασία της μένοντας χωρίς αντίκρυσμα σε ενδεχόμενη επιτυχία της. Προς στοιχειοθέτηση του αιτήματος τους για αναστολή εκτέλεσης οι αιτητές αναφέρονται κατ' αρχάς στην πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης. Αναφορικά με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν θεωρώ ότι μπορεί στα πλαίσια της παρούσας να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή την αποτυχία της Έφεσης. Το πλαίσιο για τη διάγνωση της επιτυχίας της Έφεσης δεν μπορεί να είναι άλλο από την ακρόαση αυτής. Εν πάση δε περιπτώσει να υπομνησθεί ότι, ως έχει νομολογηθεί, οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι οριακής σημασίας και δεν είναι ο αποφασιστικός παράγοντας για την επιτυχία της υπό εξέταση αίτησης. Περαιτέρω οι αιτητές υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και επιτυχίας της Έφεσης, αυτή θα παραμείνει χωρίς πραγματικό αντίκρισμα και ουσιαστικό αποτέλεσμα εφόσον αυτοί, λόγω της αντικειμενικής οικονομικής αδυναμίας τους να καταβάλουν τα ποσά των μηνιαίων δόσεων που διατάχθηκαν, κινδυνεύουν με παρακοή διατάγματος και φυλάκιση δηλ. στέρηση της προσωπικής τους ελευθερίας. Αντίθετα, υποστηρίζουν, η άλλη πλευρά δεν θα υποστεί οποιαδήποτε περαιτέρω ζημιά λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους εξυπηρετείται κανονικά από τους λοιπούς αξιόχρεους συνεγγυητές, οι οποίοι καταβάλλουν διάφορα ποσά ως τα δικαστικά διατάγματα που εκδόθηκαν στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης και εν πάση περιπτώσει το επιδικασθέν, για τον καθένα εκ των αιτητών, ποσό εκ €50 δεν δύναται να θεωρηθεί ότι είναι ένα σεβαστό κεφάλαιο του οποίου η μη καταβολή είναι δυνατόν να επιφέρει οικονομική ζημία ή να θεωρηθεί σοβαρό οικονομικό πρόβλημα για την άλλη πλευρά, η οποίοι είναι ένας εύρωστος οικονομικός οργανισμός με τεράστια κεφάλαια. Ως προκύπτει από τα πιο πάνω η θέση των αιτητών για πιθανότητα φυλάκισης τους εδράζεται στην προβαλλόμενη από αυτούς οικονομική αδυναμία τους να καταβάλουν τα μηνιαία ποσά που διατάχθηκαν με την εφεσιβληθείσα απόφαση. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να λεχθεί ότι, ως προκύπτει από την σχετική νομολογία, οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για χορήγηση αναστολής (βλ. Βογαζιανός ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 591). Πέραν όμως και ανεξάρτητα του πιο πάνω και παρά το ότι, ως προαναφέρθηκε δεν τίθεται θέμα πρόβλεψης αναφορικά με την επιτυχία της Έφεσης, εντούτοις κρίνεται σκόπιμο, εφόσον αφορούν αυτήν καθ' αυτήν την προβληθείσα οικονομική αδυναμία των αιτητών, να λεχθούν τα ακόλουθα: Η εφεσιβληθείσα είναι η απόφαση με την οποία κρίθηκε δικαστικά, ότι οι αιτητές έχουν την οικονομική δυνατότητα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους δια των συγκεκριμένων δόσεων. Ως προκύπτει δε από το περιεχόμενο της, το Δικαστήριο κατέληξε στην εν λόγω απόφαση, αφού έλαβε υπόψην του δηλωθέντα, υπό των διαδίκων, παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των οποίων ότι: · Ο αιτητής 3 λαμβάνει καθαρή μηνιαία σύνταξη ύψους €1,778.91 και πέραν των αναγκαίων εξόδων για την συντήρηση του και των διδάκτρων του φοιτητή υιού του, πληρώνει σε τραπεζικά ιδρύματα μηνιαίες δόσεις συνολικού ύψους €1,100, για 12 δάνεια που διατηρεί και για τα οποία δεν έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις εναντίον του. · Ο αιτητής 5 λαμβάνει καθαρή μηνιαία σύνταξη ύψους €1.796,33 και πέραν των αναγκαίων εξόδων για την συντήρηση αυτού, των εξόδων διαμονής, συντήρησης και διατροφής του φοιτητή υιού του και ενός ποσού που πληρώνει στα πλαίσια άλλου διατάγματος μηνιαίων δόσεων, πληρώνει σε τραπεζικά ιδρύματα μηνιαίες δόσεις συνολικού ύψους €800, για 5 δάνεια που διατηρεί και για τα οποία δεν έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις εναντίον του. Είναι προφανές ότι τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα καταρρίπτουν την προβληθείσα θέση των αιτητών, περί οικονομικής αδυναμίας τους να πληρώσουν τις διαταχθείσες μηνιαίες δόσεις τους και κατ' επέκταση δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη κινδύνου φυλάκισης τους λόγω της μη πληρωμής αυτών. Να αναφερθεί άλλωστε, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης ότι, με βάση την σχετική νομοθεσία και νομολογία, η μη πληρωμή τέτοιων δόσεων δεν οδηγεί άμεσα και σε κάθε περίπτωση σε στέρηση της ελευθερίας. Δεν αποτελεί δε θέση των αιτητών ότι σε περίπτωση καταβολής των μηνιαίων δόσεων και επιτυχίας της Έφεσης δεν θα είναι δυνατή η ανάκτηση των ποσών από τους καθ' ων η αίτηση, τους οποίους οι ίδιοι χαρακτηρίζουν ως ένα «εύρωστο οικονομικό οργανισμό με τεράστια κεφάλαια». Το γεγονός δε ότι δεν θα δημιουργηθεί στους καθ' ων η αίτηση σοβαρό οικονομικό πρόβλημα σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως και το γεγονός ότι για το εξ αποφάσεως χρέος καταβάλλονται, από τους άλλους εξ αποφάσεως οφειλέτες, πληρωμές δυνάμει άλλων διαταγμάτων, δεν αποτελούν από μόνα τους λόγους για να στερηθούν οι καθ' ων η αίτηση των καρπών της επιτυχίας τους από την έκδοση της απόφασης. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι οι αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει τέτοια γεγονότα ή στοιχεία που να γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι στην παρούσα η Έφεση δεν θα πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας της. Με άλλα λόγια δεν έχουν καταδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής εκτέλεσης. Συναφώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αστικό - Ενδιάμεση - Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης μέχρι την εκδίκαση έφεσης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.