← Κύπρος

ΣΑΒΒΙΝΑ ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΩΣΤΑ ΠΑΤΣΙΑ κ.α., Αρ. Έφεσης - Αίτησης: 401/2010, 31/1/2018

ΣΑΒΒΙΝΑ ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΩΣΤΑ ΠΑΤΣΙΑ κ.α., Αρ. Έφεσης - Αίτησης: 401/2010, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. Αναφορικά με τον Περί ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμο ΚΕΦ.224 και Τροποποιητικούς Νόμους αρ.3/60 μέχρι 144(Ι)/99 άρθρα 50, 58, 80 και

  1. Αρ. Έφεσης - Αίτησης: 401/2010 Μεταξύ:
  2. ΣΑΒΒΙΝΑ ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ
  3. ΝΕΑΠΟΛΗ ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, ΑΝΗΛΙΚΗ ΔΙΑ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΑΥΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ
  4. ΕΛΕΝΗ ΑΝΤΩΝΗ ΚΥΖΑ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ Αιτητές/ Εφεσείοντες -και-
  5. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΩΣΤΑ ΠΑΤΣΙΑ, ΕΚ ΛΕΜΣΟΥ
  6. ΕΛΕΝΗ ΚΩΣΤΑ ΠΑΤΣΙΑ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ
  7. ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ Καθ΄ ων η αίτηση/ Εφεσίβλητοι ---------------------- Ημερομηνία: 31.01.2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Χρ. Χατζηστερκώτης (για ν' ακούσει απόφαση κ. Θ. Χατζηστερκώτης) Για τον Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Δ. Λαμπριανίδης για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Έφεση/Αίτηση επιδιώκεται η ακύρωση και ή η τροποποίηση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 9.7.2010 στην αίτηση με αριθμό Α.Χ. 1700/08 με την οποία καθορίζει και /η αποφασίζει το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των κτημάτων των διαδίκων και συγκεκριμένα μεταξύ του κτήματος των Εφεσειόντων με αρ. εγγραφής 27557 Φυλ/Σχεδιο 54/33 τεμάχιο 419 και του κτήματος των Εφεσίβλητων με αρ. εγγραφή 27556 Φυλ/Σχεδιο 54/33 τεμάχιο 418 στην ενορία Αγίας Φύλαξης στην επαρχία Λεμεσού, στο εξής καλούμενα τα τεμάχια 419 και 418 αντίστοιχα. Η συνοριακή διαφορά μεταξύ των ακινήτων αφορούσε τοίχο πάχους 20 εκ. Η Έφεση /Αίτηση εδράζεται στα άρθρα 50, 58, 80 και 85 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 όπως αυτός τροποποιήθηκε από τους Νόμους 3/60 έως 144

(1)99,επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμο 14/60 άρθρο 29, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου τούτου. Οι λόγοι έφεσης είναι οι ακόλουθοι:
  1. Ο Διευθυντής πήρε την εν λόγω απόφαση καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κεφ. 224 και των τροποποιήσεων του.
  2. Η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομος και αντισυνταγματική, εσφαλμένη και αυθαίρετος ως μη βασιζόμενη επί όλων των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης.
  3. Η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή μη επαρκούς αιτιολογίας και/ή ουδεμία αναφορά γίνεται εις τους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη για την λήψη της απόφασης.
  4. Ο Διευθυντής αγνόησε παντελώς την μαρτυρία και/ή τα πραγματικά γεγονότα με τα οποία σχετίζεται η εν λόγω απόφαση.
  5. Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του και/ή άλλως πως έκαμαν λανθασμένες μετρήσεις και/ή εκτιμήσεις και/ή αγνόησαν παντελώς την επιτόπου κατάσταση.
  6. Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του και/ή άλλως πως αγνόησαν παντελώς την επιτόπου κατάσταση η οποία υπήρχε και ή οποία καθορίστηκε εκ συμφώνου μεταξύ των αιτητών και τους καθ' ών η αίτηση και/η τους προκατόχους αυτών.
  7. Η επιτόπια εξέταση που έγινε από τον Διευθυντή και/ή τον αντιπρόσωπο του και/ή άλλως πως έγινε με τρόπο αυθαίρετο και/ή λανθασμένο και/ή αντικανονικό.
  8. Κατά την επιτόπια εξέταση χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα κριτήρια και/ή λανθασμένες μετρήσεις.
  9. Κατά την επιτόπια εξέταση χρησιμοποιήθηκαν ανεπαρκή και/ή ανακριβή όργανα μέτρησης.
  10. Κατά την επιτόπια εξέταση ο Διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος του και/ή άλλως πως, δεν χρησιμοποίησε σταθερά σημεία για την καταμέτρηση επί του εδάφους και/ή χρησιμοποίησε λανθασμένα σταθερά.
  11. Κατά την επιτόπια εξέταση δεν ακολουθήθηκε η ορθή και/ή η κανονική διαδικασία και/ή πρακτική.
  12. Ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας και ακολουθώντας την ορθή και/ή νενομισμένη διαδικασία και/ή πρακτική.
  13. Ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και/ή να εξετάσει αυτή δίκαια βασιζόμενος σε αντικειμενικά κριτήρια
  14. Η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα και/ή σε εσφαλμένα νομικά κριτήρια.
  15. Ο Διευθυντής αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη δικές του προηγούμενες μετρήσεις μέσα από τις οποίες έχει εξακριβωθεί ότι δεν υπάρχει οιαδήποτε συνοριακή διαφορά μεταξύ των κτημάτων των διαδίκων.
  16. Η χωρομετρική εργασία που έγινε από το Διευθυντή με βάση την οποία έκδωσε την επίδικη απόφαση έρχεται σε σύγκρουση και/η δεν συνάδει και/ η δεν συμφωνεί με δικές του προηγούμενες μετρήσεις στην βάση των ειδοποίησε τους αιτητές και /η τον Δημοτικό Μηχανικό του Δήμου Λεμεσού ότι μεταξύ των τεμαχίων 419 και 418 δεν υπάρχει οιαδήποτε συνοριακή διαφορά.
  17. Ο Διευθυντής δεν προέβη στην δέουσα έρευνα και/η προέβη σε ανεπαρκή έρευνα και/η σε καθόλου έρευνα πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης. Η αίτηση/έφεση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χαραλάμπους πατέρα των αιτητριών 1 και 2 στην οποία και επαναλαμβάνονται οι λόγοι για τους οποίους επιζητείται η ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή. Στην αίτηση έφεση καταχωρήθηκε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
  18. Ο Διευθυντής ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 και σύμφωνα με τους Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας κανονισμούς του 1956 και του 1967 και όχι καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει ο πιο πάνω νόμος και κανονισμοί επιδεικνύοντας την δέουσα επιμέλεια.
  19. Η απόφαση του Διευθυντής ημερομηνίας 09/07/2010 είναι νόμιμη και δεόντως αιτιολογημένη.
  20. Ο Διευθυντής πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης έλαβε υπόψη του όλα τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση και τα οποία έπρεπε να λάβει υπόψη του με βάση το νόμο και τη νομολογία.
  21. Ο Διευθυντής για επίλυση της συνοριακής διαφοράς χρησιμοποίησε χωρομετρικό όργανα ακρίβειας, και έλαβε στην ολότητα τους υπ' όψη τα πραγματικά γεγονότα για την έκδοση της απόφασης του.
  22. Ο Διευθυντής για επίλυση της συνοριακής διαφοράς βασίστηκε σε σταθερά σημεία που υπάρχουν στην περιοχή με βάσει το εν χρήσει σχέδιο, και ο διευθυντής και/ή οι αντιπρόσωποι του κατά την επιτόπια εξέταση της υπόθεσης προέβησαν στις ορθές μετρήσεις και/ή εκτιμήσεις και/ή έλαβαν υπ' όψιν στην ολότητα της την επιτόπου κατάσταση.
  23. Ο Διευθυντής για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο εκδόθηκαν οι τίτλοι ιδιοκτησία των επίδικων ακινήτων, ως επίσης και τους σχετικούς φακέλους.
  24. Η απόφαση του Διευθυντή είναι σωστή, δεν είναι αυθαίρετη και για την έκδοση της τηρήθηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
  25. Ο Διευθυντής εξέτασε την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας και ακολουθώντας την ορθή και σύμφωνη με το Νόμο διαδικασία και/ή πρακτική, κρίνοντας την με βάση τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και με τρόπο δίκαιο, χωρίς να παραβλάπτονται με αυτήν τα οποιαδήποτε συμφέροντα των ενδιαφερομένων.
  26. Οι αιτούμενες αξιώσεις και/ή θεραπείες είναι αυθαίρετες, ατεκμηρίωτες, δεν βασίζονται στο νόμο και τη νομολογία και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
  27. Η Αίτηση/Έφεση είναι παράτυπη, αστήρικτη και δεν παρουσιάζει λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  28. Οι Καθ' ών η αίτηση/εφεσείβλητοι επιφυλάσσουν το δικαίωμα των όπως βασισθούν και σε άλλους λόγους με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και/ή σε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εμπειρογνωμόνων. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης καθ΄ης η αίτηση 1 στην οποία και γίνεται αναλυτική αναφορά στους λόγους ένστασης. Το Δικαστήριο μετά από σχετικό αίτημα επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και ειδικότερα καταχωρήθηκε εκ μέρους των εφεσειόντων η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του τοπογράφου χωρομέτρη Χριστόδουλου Μάρκου ενώ εκ μέρους των εφεσίβλητων καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση από την Μαρίνα Στόκκου Τεχνικού Μηχανικού Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Οι εν λόγω ενόρκως δηλούντες αντεξετάσθηκαν αντίστοιχα κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο Χριστόδουλος Μάρκου στην ένορκη του δήλωση μεταξύ άλλων αναφέρει τα ακόλουθα: Eπιθεώρησε τα επίδικα κτήματα, αφού είχε στα χέρια του την επίδικη απόφαση, ως επίσης και πιστό αντίγραφο της χωρομετρικής σελίδας(Τεκμήριο «Α»), μέσα από την οποία φαίνεται ο διαχωρισμός των επίδικων ακινήτων καθώς και οι διαστάσεις του κάθε οικοπέδου, όπως τούτες καθορίστηκαν από τον χωρομέτρη του Κτηματολογίου, κατά τον διαχωρισμό του αρχικού ακινήτου σε οικόπεδα σύμφωνα με τον φάκελο Β 182/
  29. Οι διαστάσεις που φαίνονται στη χωρομετρική σελίδα, δεσμεύουν τόσο το Κτηματολόγιο , όσο και τον κάθε ιδιώτη χωρομέτρη και αυτές πρέπει να υιοθετηθούν σε περίπτωση οιασδήποτε χωρομετρικής εργασίας για την οροθέτηση των οικοπέδων. Με βάση τη χωρομετρική σελίδα, τόσο το οικόπεδο με αρ. τεμαχίου 419 που ανήκει στους Εφεσείοντας- αιτητές όσο και το οικόπεδο με αρ. τεμ.418 που ανήκει στους εφεσίβλητους- καθ΄ων η αίτηση πρέπει να έχουν πρόσωπο στον κύριο δρόμο 21.64 μέτρα. Από τις μετρήσεις που έκανε ξεκινώντας με αφετηρία τον πεζόδρομο διαπίστωσε ότι το οικόπεδο των εφεσειόντων έχει επί τόπου πρόσωπο στο κύριο δρόμο 21.64 μέτρα ενώ εφεσίβλητων έχει επί τόπου πρόσωπο στον κύριο δρόμο 21.88 μέτρα αντί 21.64 μέτρα. Το σύνορο μεταξύ των δύο οικοπέδων επιτόπου καθορίζεται με τοίχο πάχους 20 εκατοστών για τον οποίο ο Διευθυντής με την απόφαση του αποφάσισε ότι ανήκει ολόκληρος στο ακίνητο των εφεσίβλητων με αριθ. Τεμαχίου 418 με αποτέλεσμα αυτό αντί να έχει πρόσωπο στο δρόμο 21.64 μέτρα να έχει 21.88 μέτρα, δηλαδή να είναι 24 εκατοστά μεγαλύτερο. Ο κ. Μάρκου επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση τη χωρομετρική εργασία που έκανε (τεκμ. Δ) και αναφέρει ότι ο Διευθυντής αντί να καθορίσει το σύνορο των δύο οικοπέδων στη μέση του τοίχου έδωσε ολόκληρο το πλάτος του τοίχου στους εφεσίβλητους παραγνωρίζοντας τις διαστάσεις των οικοπέδων όπως αυτές αναφέρονται στη χωρομετρική σελίδα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι κατά την χωρομετρική εργασία που διεξήγαγε δεν έλεγξε τις αποστάσεις των οικοπέδων ολόκληρης της περιοχής σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο αλλά έλεγξε μόνο τα οικόπεδα με αριθμούς τεμαχίων 418, 419 και
  30. Ανέφερε επίσης ότι βάσισε της μετρήσεις του με αφετηρία τον πεζόδρομο που υπάρχει εκεί επειδή θεώρησε ότι αυτός αποτελεί αδιαφιλονίκητο σημείο oρόσημο του τεμαχίου 418 και βασικό σταθερό σημείο δεδομένου ότι δεν μπορεί να μετακινηθεί. H κα. Μαρίνα Στόκκου στην ένορκη της δήλωση αναφέρει τα ακόλουθα: Eργάζεται ως Τεχνικός Μηχανικός Χωρομετρίας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη αυτής καθώς και από τους χειρισμούς που έχει κάνει στο πλαίσιο των καθηκόντων της σε σχέση με την εξέταση και διεκπεραίωση της Αίτησης υπ' αριθμό Α.Χ. 1700/08 του Κτηματολογίου Λεμεσού, η απόφαση επί της οποίας εφεσιβάλλεται με την παρούσα Αίτηση. Στις 5/3/2009 έγινε επιτόπια εξέταση της υπόθεσης με αρ. Α.Χ. 1700/
  31. Αφού υποδείχθηκε από τους Αιτητές στην Αίτηση υπ'αριθμό Α.Χ. 1700/08- Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση η συνοριακή διαφορά μεταξύ των δύο τεμαχίων που αφορούσε τοίχο πάχους 20 εκ., τοποθετήθηκαν τα εγγεγραμμένα σύνορα των τεμαχίων σύμφωνα με τις σελίδες 10-11 και 36 του χωρομετρικού βιβλίου 10657, βάσει του οποίου έγινε η δημιουργία αυτών των οικοπέδων. Πριν τοποθετηθούν τα εγγεγραμμένα σύνορα, ελέγχθηκαν οι αποστάσεις των οικοπέδων ολόκληρης της περιοχής σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο. Η χωρομετρική εργασία βασίστηκε στην αρχική χωρομετρία των οικοπέδων με τις χωρομετρικές γραμμές σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο
  32. Διαπιστώθηκε ότι το τεμάχιο 419 έχει επί τόπου πρόσωπο επί του δρόμου 21,70 μέτρα ενώ σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο 10657 το πρόσωπο του επί του δρόμου είναι 21,65 μέτρα καθώς επίσης ότι το τεμάχιο 418 έχει επί τόπου πρόσωπο επί του δρόμου 21,88 μέτρα ενώ σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο 10657 το πρόσωπο του επί του δρόμου είναι 21,65m. Για τη χωρομετρική εργασία χρησιμοποιήθηκαν σταθερά σημεία που βρίσκονται στην περιοχή, σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο 10657 και τα οποία ανευρέθησαν επί τόπου και ελέγχθησαν. Μετά από την επιτόπου έρευνα και αποτύπωση των πιο πάνω στοιχείων ετοιμάστηκε σχέδιο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) και αποδόθηκε η χωρομετρία των τεμαχίων που αφορούν την παρούσα υπόθεσή. Ως χωρομέτρης έχει χρησιμοποιήσει την ευρύτερη περιοχή των τεμαχίων στο Φ/Σχ. 54/33 ως επίσης και άλλα σταθερά σημεία που υπάρχουν εκεί και χρησιμοποίησε τα σταθερά σημεία της περιοχής που έχουν χρησιμοποιηθεί για όλες τις επίσημες μελέτες και τις μετρήσεις που έχουν γίνει στο παρελθόν από συναδέλφους της του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Από την έρευνα της στην περιοχή έχει φανεί ότι ο πεζόδρομος επί τόπου έχει πλάτος είναι 3 μέτρα και όχι 3,05 μέτρα σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο
  33. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο πεζόδρομος δεν μπορεί να θεωρηθεί σταθερό σημείο για το λόγο ότι έχει κατασκευαστεί και βρίσκεται σε λάθος θέση. Συγκεκριμένα επί τόπου έπρεπε να κατασκευαστεί κατά 0,23m (παράλληλη μετακίνηση) προς το τεμάχιο 418 (δυτικότερα). Τα 0,23 μέτρα που υπάρχουν πλεόνασμα εντός του τεμαχίου 418 είναι έλλειμα από το τεμάχιο 417 με αριθμό εγγραφής 27555, Φυλ/Σχ. 54/33 στην Αγία Φύλα το οποίο τεμάχιο ανήκει στον Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο
  34. Ο τοίχος ανήκει στο τεμάχιο 418 και το πρόβλημα με τους 0,23 μέτρα είναι μεταξύ του τεμαχίου 418 με αριθμό εγγραφής 27556, Φυλ/Σχέδιο 54/33 στην Αγία Φύλα, του πεζόδρομου και του τεμαχίου
  35. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που έκαστος εκπροσωπεί καταθέτοντας προς τούτο στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Η απόφαση του διευθυντή δυνάμει του άρθρου 58 υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 80 του Κεφ.
  36. Σε μια τέτοια περίπτωση ο εφεσείων έχει το βάρος να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι η απόφαση του διευθυντή είναι εσφαλμένη (Χαρίτου κ.α v. Σάββα κ.α
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2535, Κτωρίδη v. Έπαρχου Λεμεσού κ.α
(2005)1 Α.Α.Δ 541). Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή απορρέει από το άρθρο 80 του Κεφ. 224.Ο τρόπος που πρέπει να προσεγγίζεται η απόφαση του Διευθυντή από το Δικαστήριο υποδείχθηκε στις υποθέσεις Καφιέρος v. Θεοχάρους
(1978)1 Α.Α.Δ. 619 σελ. 643, Αθανάση v. Χατζημάμα
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Σολομώντος v. Παπανεοκλή
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 906, 912, 913, Κουμή v. Κούντουρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1313 και Χειμώνα v. Γεωργίου κ.α.
(1999)1(Α) 108. Στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Χ'' Κυριάκου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 100 λέχθηκε ότι λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και σε υποθέσεις όπως την παρούσα. Στην υπόθεση Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1248 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Βλ. Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.α. ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312.» Τα ίδια υιοθετούνται και στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 412: «. στις υποθέσεις του είδους το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτουργεί με βάση «δικαιοδοσία που αφορά την αναθεώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου». (Ειρήνη Κάκουλλου ν. Χαραλάμπους Ποχουζούρη
(1992)1 A.A.Δ. 1503.). Το Δικαστήριο δύναται σε διαδικασίες αίτησης/έφεσης με βάση το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί, να προβεί σε αναψηλάφηση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ακολουθώντας συναφείς προς την αναθεωρητική διαδικασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχές, δικαιούμενο όμως ταυτόχρονα να υποκαταστήσει τη δική του απόφαση για αυτή της διοίκησης. (Καφιέρος ν. Θεοχάρους
(1978)1 A.A.Δ. 619). Περαιτέρω το Δικαστήριο ερευνά όχι μόνο αν η απόφαση του Κτηματολογίου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις αλλά αν ήταν και ουσιαστικά ορθή. (Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 A.A.Δ. 1312 και Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 A.A.Δ. 1944).» Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Είκοσι κ.ά. ν. Αργυρίδη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1859 σύμφωνα με την οποία: «Όπως επισημάνθηκε και από την πρωτόδικη δικαστή, με αναφορά στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Χατζηκυριάκου
(2001)1 ΑΑΔ 100, ο Διευθυντής ενεργώντας στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχονται από τα άρθρα 50 και 58 για επίλυση συνοριακών διαφορών, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η ενάσκηση της οποίας εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. επίσης Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους, Πολ. Έφ. 111/08, ημερ. 20.5.2011). Το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, δυνάμει του μηχανισμού που παρέχεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224, εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων. Ωστόσο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν ισχυροί λόγοι για να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία.» Η αναγκαιότητα για αιτιολόγηση της απόφασης του Διευθυντή επιβάλλεται από την ίδια τη φύση της διαδικασίας αλλά και από το λεκτικό του Κανονισμού 6
(1)(βλ. Αριστοτέλους πιο πάνω). Στην υπόθεση Γεωργίου v. Χ"Φεσσά
(1970)1 Α.Α.Δ. 58, έχει υποδειχθεί ότι ο υπάλληλος του Κτηματολογίου ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα (quasi judicial capacity). Επομένως οι αποφάσεις του πρέπει να είναι αιτιολογημένες με το τρόπο που επίσης πρέπει να είναι αιτιολογημένες οι αποφάσεις των Δικαστηρίων. Η ανάγκη για αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων εδράζεται όχι μόνο στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αλλά όπως έχει υποδειχθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ουσιώδης και για τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Πέτσας v. Δημοκρατίας
(193)2 Α.Α.Δ. 84, Pioneer & Sons Ltd v. Stelios Tryfon & Sons Ltd
(1981)1 A.A.Δ 540, Παπαγεωργίου v. Χ"Πιέρα
(1981)1 Α.Α.Δ. 560). Στην απόφαση πρέπει να καταγράφονται με σαφήνεια και ακρίβεια όλες οι λεπτομέρειες και όλα τα στοιχεία που έχουν ληφθεί υπόψη για την έκδοση της για να είναι ακριβώς δυνατός με τον τρόπο αυτό ο έλεγχος της ορθότητας της. Στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσείοντες- Αιτητές μεταξύ άλλων προβάλλουν σαν λόγους ακύρωσης της επίδικης απόφασης την έλλειψη αιτιολογίας, το ότι αυτή δεν βασίσθηκε επί όλων των πραγματικών γεγονότων και την επί τόπου κατάσταση καθώς και ότι είναι αποτέλεσμα ανεπαρκούς έρευνας. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει τους λόγους έφεσης έχοντας ενώπιον του την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή η οποία καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα στο φάκελο της διαδικασίας, ως απαιτείται από τους σχετικούς Κανονισμούς, το κείμενο της οποίας και κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθεί αυτούσιο αμέσως στη συνέχεια. «Οι Απητές/Εφεσείοντες στην πιο πάνω Γενική Αίτηση με αριθμό 401/2010 εφεσιβάλουν την απόφαση μου σε σχετική αίτηση των καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητων στην πιο πάνω με αριθμό φακέλου ΑΧ 1700/2008 στο Τμήμα Κτηματολογίου για επίλυση συνοριακής διαφοράς δυνάμει του άρθρου 58
(3)του Νόμου, Κεφ. 224. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής: Οι Απητές/Εφεσείοντες Ελένη Αντώνη Κύζα, Νεάπολη Ανδρέα Χαραλάμπους και Σαββίνα Ανδρέα Χαραλάμπους είναι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες του οικοπέδου με αριθμό τεμαχίου 419 Φ/Σχ. 54/33 σε κλίμα 1:5000 στην Αγία Φύλαξη δυνάμει εγγραφής 27557, κατά ΙΑ, % και % μερίδια αντίστοιχα. Οι Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητοι Παναγιώτα Κώστα Πατσιά, Ελένη Κώστα Πατσιά και Μιχάλης Γεωργίου είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του οικοπέδου με αριθμό τεμαχίου 418 Φ/Σχ. 54/33 σε κλίμακα 1:5000 στην Αγία Φύλαξη δυνάμει εγγραφής 27556, κατά ½, ¼ και ¼ μερίδια αντίστοιχα. Οι πιο πάνω καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι με αίτηση τους με αριθμό φακέλου ΑΧ 1700/2008 αποτάθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ. 224 στο Επαρχιακό Κτηματολογικά Λειτουργό Λεμεσού για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που είχαν με τους ιδιοκτήτες του γειτονικού οικοπέδου με αριθμό τεμαχίου 419, Αιτητές/Εφεσείοντες στην πιο πάνω Γενική Αίτηση. Στα πλαίσια της αίτησης ΑΧ 1700/2008 ημερομηνίας 08/07/2008 στάληκαν σχετικές ειδοποιήσεις που προνοούνται από το Νόμο (Άρθρο 58
(1)του Κεφ. 224) σε όλα τα μέρη στις 23/09/2008 με τις οποίες ειδοποιούνταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των πιο πάνω τεμαχίων ότι η Επιτόπια Εξέταση θα γίνει στις 06/11/
  1. Οι ειδοποιήσεις στάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο και παραλήφθησαν όλες. Στις 06/11/2008 έγινε επιτόπια εξέταση από την κα Μαρίνα Στόκκου Χωρομέτρη και τον κ. Σωτήρη Νικολαΐδη Κτηματολόγο. Παρόντες ήταν οι Παναγιώτα και Ελένη Πατσιά, Μιχάλης Γεωργίου, Σαββίνα Χαραλάμπους και Ελένη Χαραλάμπους μητέρα της Νεάπολης. Η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 'Λ μεριδίου του τεμ. 419 δεν παρουσιάστηκε. Αφού υποδείχθηκε από τους αιτητές στην αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΧ 1700/2008 το διαφιλονικούμενο μέρος το οποίο ήταν ένας τοίχος αντιστήριξης ύψους 120 cm και μήκος 24 m περίπου από τσιμεντόπετρες και σουβά πάχους 20 cm με κλίση προς το υπόγειο του τεμ. 418, ο οποίος διαχωρίζει τα δύο οικόπεδα. Έγινε προσπάθεια από τον Κτηματολόγο για φιλική διευθέτηση και υπογράφτηκε δήλωση επίλυσης συνοριακής διαφοράς από τους αιτητές και τις Σαββίνα και Ελένη Χαραλάμπους αλλά ο πατέρας της Νεάπολης αρνήθηκε να υπογράψει. Περαιτέρω διαπιστώθηκε πως η Νεάπολη Ανδρέα Χαραλάμπους είναι ανήλικη και αναβλήθηκε η υπόθεση σε νέα ημερομηνία για να γίνει επίδοση στους κηδεμόνες της. Στάληκαν εκ νέου ειδοποιήσεις με συνημμένες επιστολές οι οποίες απευθύνονταν στον τελευταίο γνωστό τόπο διαμονής όλων των προσώπων σύμφωνα με" το άρθρο 58 και 75 του Κεφ. 224 όσο αφορούσε την ανήλικη Νεάπολη στάληκαν επιστολές προς τους γονείς της Ανδρέα και Ελένη Χαραλάμπους. Οι επιστολές στάληκαν στις 03/02/2009 και η Επιτόπια Εξέταση ορίστηκε στις 5/3/
  2. Όλες οι επιστολές που στάληκαν στους Αιτητές /Εφεσείοντες επιστράφηκαν στις 18/3/2009 με την ένδειξη «αζήτητο». Στις 05/03/2009 ήταν παρόντες μόνο οι Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητοι, κανένας δεν παρουσιάστηκε από τους Αιτητές/Εφεσείοντες στην παρούσα αίτηση. Η Ελένη Χαραλάμπους ήταν εντός της οικίας της και αφού ενημερώθηκε σχετικά ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να παρευρεθεί και ότι έχουν κουραστεί από την υπόθεση και δεν ενδιαφέρονται. Έγινε χωρομετρική εργασία, δηλαδή εφαρμόστηκε επιτόπου η χωρομετρική εργασία που έγινε κατά την δημιουργία των οικοπέδων όπως αυτή φαίνεται στο χωρομετρικό βιβλίο 10657 σελ. 36 και σελίδες 10 και 11 του ίδιου χωρομετρικού βιβλίου (field book). Βάση αυτού του χωρομετρικού βιβλίου έγινε έλεγχος όλων των αποστάσεων των οικοπέδων στην περιοχή και οι αποστάσεις συμφωνούν απόλυτα με την επί τόπου κατάσταση, στη συνέχεια τα στοιχεία αυτά αποτυπώθηκαν με το GPS σε 20 σημεία και καταχωρήθηκαν στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή. Κατά τον έλεγχο της χωρομετρικής εργασίας διαπιστώθηκε ότι το περιτοίχισμα βρίσκεται εντός του τεμ. 418 και ότι ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 419 έκτισε και/ή κατασκεύασε τοίχο με τουβλάκια πλάτους 0.10 cm, προς την πλευρά του οικοπέδου του, επί του περιτοιχίσματος που ανήκει στο τεμ.
  3. Τοποθετήθηκαν τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου συνόρου των ακινήτων με αριθμούς τεμαχίων 419 και 418 του Φ/Σχ. 54/33 και κατόπιν ετοιμάστηκε σχεδιάγραμμα που δείχνει τόσο τη διαφιλονικούμενη λωρίδα όσο και τα ακίνητα των διαδίκων. Η χωρομετρική εργασία που έγινε ελέχθηκε από το λειτουργό χαρτογραφίας και ετοιμάστηκαν (α) σχέδιο σε κλίμακα 1:5000 σε χαρτί πλαστικό και (β) σχέδιο λεπτομέρειας σε χαρτί στο οποίο φαίνεται σε μεγαλύτερη κλίμακα το διαφιλονικούμενο μέρος για σκοπούς ανάγνωσης αποστάσεων και μεταφέρθηκε από τη σχεδιάστρια η χωρομετρική εργασία στο εν χρήσει σχέδιο και ετοιμάστηκαν σχεδιαγράμματα που φαίνονται με ψηφία Α - Β τα προσωρινά ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί επί τόπου για το κοινό σύνορο μεταξύ των τεμαχίων 419 και 418 τοποθετώντας τον τοίχο πλάτους 20 cm εντός του τεμαχίου 418 των Καθ' ων η Αίτηση. Αντίγραφο του σχεδιαγράμματος επισυνάπτεται στην παρούσα ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ "Α". Στη συνέχεια εκδόθηκε η απόφαση μου ημερομηνίας 09/07/2010 η οποία κοινοποιήθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενο μέρη με συστημένο .ταχυδρομείο στις 13/07/2010 στην οποία επισυνάφθηκε σχεδιάγραμμα όπου σημειωνόταν με κόκκινο χρώμα η διαφιλονικούμενη έκταση η οποία αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό 418 του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου 54/33 σε κλίμακα 1:5000 και είναι μέρος της εγγραφής 27556 στα ονόματα Μιχάλης Γεωργίου 1/4 Ελένη Πατσιά 1/4 και Παναγιώτα Πατσιά ½. Στις 17/06/2008 πριν την καταχώρηση της αίτησης συνοριακής διαφοράς με αριθμό φακέλου ΑΧ 1700/2008 ημερομηνίας 08/07/2008, Ανώτερος Χωρομέτρης απάντησε σε επιστολή προς τον Δημοτικό Μηχανικό του Δήμου Λεμεσού σε σχετικό ερώτημα του ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά μεταξύ των τεμαχίων 419 και 418 του Φ/Σχ. 54/33 στην Αγία Φύλα. Στα πλαίσια του φακέλου ΑΧ 2411/07 ημερομηνίας 26/9/2007 εξετάστηκε αίτημα οριοθέτησης του τεμαχίου
  4. Στις 19/3/2008 πραγματοποιήθηκε χωρομετρική εργασία στην παρουσία του κ. Ανδρέα Χαραλάμπους και της κ. Λένιας Χαραλάμπους γονείς της Σαββίνας Χαραλάμπους, Αιτήτριας στην πιο πάνω αίτηση καθώς και του κ. Μάριου Παπαμιχαήλ, Τεχνικού του Δήμου Λεμεσού. Η χωρομετρική εργασία συμφωνεί απόλυτα με την χωρομετρική εργασία που έγινε αργότερα στο φάκελο ΑΧ 1700/
  5. Διαπιστώθηκε τότε ότι ο τοίχος πάχους 20 cm άνηκε στο τεμάχιο 418 και περαιτέρω ότι στο νοτιοδυτικό σύνορο υπάρχει τοίχος περίφραξης ο οποίος επεμβαίνει εντός του τεμαχίου 1879 και ειδοποιήθηκαν στις 24/3/2008 οι γονείς της αιτήτριας να παρευρεθούν στο Κτηματολόγιο για να μετατρέψουν την αίτηση τους σε συνοριακή διαφορά και να συμπληρώσουν σχετικό έντυπο μετατροπής. Οι ίδιοι δεν ενδιαφέρθηκαν και επειδή δεν παρουσιάστηκαν στο Κτηματολόγιο, το έντυπο τους στάληκε ταχυδρομικώς στις 15/4/
  6. Τελικά στις 20/5/2008 δόθηκαν οδηγίες να παραμεριστεί η αίτηση αφού δεν ανταποκρίθηκαν και αφού φάνηκε από τα λεγάμενα τους ότι δεν ήθελαν να προχωρήσουν στην διαδικασία συνοριακής διαφοράς. Αρμόδιοι να δώσουν μαρτυρία αφού κλητευθούν και πληρωθούν τα αναγκαία δικαιώματα είναι ο Κτηματολόγος Σωτήρης Νικολαΐδης και η Χωρομέτρης Μαρίνα Στόκκου του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Περαιτέρω λεπτομέρειες βρίσκονται στα ίδια τα στοιχεία του φακέλου ΑΧ 1700/2008 και/ή σε άλλα στοιχεία στα οποία τα στοιχεία του φακέλου παραπέμπουν.» Εξετάζοντας το περιεχόμενο της απόφασης καθώς και την μαρτυρία της χωρομέτρης του Τμήματος χωρομετρίας του Κτηματολογίου κας Μαρίνας Στόκκου η οποία και διεξήγαγε τη χωρομετρική εργασία που οδήγησε στην απόφαση του Διευθυντή διαπιστώνονται τα ακόλουθα. Στην απόφαση του Διευθυντή αναφέρεται ότι εφαρμόσθηκε επί τόπου η εργασία που έγινε κατά την δημιουργία των οικοπέδων όπως αυτή φαίνεται σε συγκεκριμένες σελίδες του χωρομετρικού βιβλίου 10657 και βάσει αυτού έγινε έλεγχος όλων των αποστάσεων των οικοπέδων στη περιοχή, οι οποίες και συμφωνούν απόλυτα με την επί τόπου κατάσταση. Επί του σημαντικού αυτού στοιχείου, το περιεχόμενο της απόφασης του Διευθυντή διαφοροποιείται από το αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας που διενεργήθηκε και είναι εμφανές ότι οι λόγοι στους οποίους στήριξε την απόφαση του ο διευθυντής βρίσκονται σε αντίφαση με την μαρτυρία της κας Στόκκου. Η απόφαση του Διευθυντή ουσιαστικά στηρίζεται στο ότι όλες οι αποστάσεις των οικοπέδων στην περιοχή όπως φαίνονται στο χωρομετρικό βιβλίο συμφωνούν απόλυτα με την επί τόπου κατάσταση και φαίνεται πως βάσει αυτού του δεδομένου καταλήγει ότι το διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στο ακίνητο των εφεσίβλητων. Αντίθετα όμως σύμφωνα με τη μαρτυρία της κας Στόκκου η οποία και διενήργησε τη χωρομετρική εργασία, οι αποστάσεις των οικοπέδων που αναφέρονται στο χωρομετρικό βιβλίο δεν συμφωνούν με την επί τόπου κατάσταση εφόσον το τεμάχιο 419 έχει επί τόπου πρόσωπο επί του δρόμου 21.70 μέτρα ενώ σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο το πρόσωπο του επί του δρόμου θα έπρεπε να είναι 21.65 μέτρα, ενώ το τεμάχιο 418 έχει επί τόπου πρόσωπο επί του δρόμου 21.88 μέτρα ενώ σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο το πρόσωπο του επί του δρόμου θα έπρεπε να είναι 21.65 μέτρα. Επιπρόσθετα σύμφωνα με την μαρτυρία της κας Στόκκου το πλάτος του πεζόδρομου επί τόπου είναι 3 μέτρα και όχι 3.05 μέτρα όπως αναφέρεται στο χωρομετρικό βιβλίο και αυτός βρίσκεται σε λανθασμένη θέση εφόσον θα έπρεπε να κατασκευαστεί κατά 0.23 εκ. σε παράλληλη μετακίνηση προς το τεμάχιο
  7. Αντεξεταζόμενη η κα. Στόκκου δεν κατόρθωσε να δώσει επαρκή εξήγηση για την αντίφαση που υπάρχει μεταξύ του περιεχομένου της απόφασης του Διευθυντή και του αποτελέσματος της δικής της έρευνας. Αντίθετα σε σχετικές ερωτήσεις έδωσε ασαφείς και αόριστες απαντήσεις όπως για παράδειγμα ότι δεν κατατέθηκαν όλες οι αποτυπώσεις που έγιναν για όλα τα οικόπεδα αλλά επικεντρώθηκαν στα δύο τεμάχια που αφορούσε η χωρομετρική εργασία. Προσπάθησε ακόμα να εισηγηθεί πως η δήλωση του διευθυντή ότι η επί τόπου κατάσταση συμφωνεί απόλυτα με το χωρομετρικό βιβλίο έγινε μόνο σε σχέση με τα επίδικα τεμάχια. Εισήγηση όμως που δεν συνάδει με το ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης του Διευθυντή στην οποία γίνεται ρητή αναφορά σε όλες τις αποστάσεις των οικοπέδων της περιοχής και όχι μόνο στις αποστάσεις των δύο επίδικων οικοπέδων. Σε κάθε περίπτωση η εισήγηση αυτή της κας Στόκκου δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι σύμφωνα με τα δικά της ευρήματα η επί τόπου κατάσταση δεν συνάδει με το χωρομετρικό βιβλίο ούτε και σε σχέση με τα επίδικα τεμάχια. Στη βάση των πιο πάνω παραμένει συνεπώς άγνωστο κατά πόσο κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης λήφθηκαν υπόψη αλλά και κατά πόσο διερευνήθηκαν οι πιο πάνω διαπιστώσεις της κας Στόκκου η οποία διενήργησε τη χωρομετρική εργασία. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο που να μου επιτρέπει να συμπεράνω ότι εάν λάμβανε υπόψη τις εν λόγω διαπιστώσεις ο Διευθυντής, θα κατάληγε στην ίδια απόφαση. Εξίσου σημαντικό είναι επίσης ότι στην απόφαση δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά κατά πόσο λήφθηκε υπόψη αλλά και κατά πόσο διερευνήθηκε το συμπέρασμα της κας Στόκκου ότι τα 0.23 εκ. που υπάρχουν πλεόνασμα εντός του τεμαχίου 418 είναι έλλειμα από το τεμάχιο
  8. Ούτε όμως και η μαρτυρία της ίδιας επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για το εν λόγω ζήτημα αφού δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις πως ακριβώς κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα. Βασικά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πλεόνασμα στις αποστάσεις του τεμαχίου 418 ανήκει στο τεμάχιο 417 χωρίς όμως να παραθέτει περαιτέρω στοιχεία. Κυρίως δεν αναφέρει κατά πόσο λήφθηκαν οι ανάλογες μετρήσεις σε σχέση με το τεμάχιο 417, ποιες θα έπρεπε να είναι οι αποστάσεις του βάσει του χωρομετρικού βιβλίου και ποιες είναι τελικά σύμφωνα με την επί τόπου κατάσταση. Η δήλωση της κας Στόκκου ότι το τεμάχιο 419 διατηρεί τις αποτάσσεις του, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και με τις παραλείψεις που περιγράφονται πιο πάνω, δεν κρίνεται στοιχείο ικανοποιητικό που να οδηγεί σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή στην οποία εν πάση περιπτώσει δεν γίνεται καμία ειδική αναφορά για τις αποστάσεις του τεμαχίου
  9. Ελλείπει περαιτέρω οποιαδήποτε εξήγηση και ή άλλα στοιχεία που να υποδεικνύουν κατά πόσο η αναφερόμενη μετατόπιση του πεζόδρομου επηρέασε ή όχι τις αποστάσεις όλων των οικοπέδων της περιοχής. Επιπρόσθετα φαίνεται να ελλείπουν και άλλα στοιχεία από την μαρτυρία της κας Στόκκου η χωρομετρική εργασία της οποίας και οδήγησε στην απόφαση του Διευθυντή αφού στην ένορκη της δήλωση αναφέρει μεταξύ άλλων ότι κατά την χωρομετρική εργασία χρησιμοποιήθηκαν σταθερά σημεία που βρίσκονταν στη περιοχή παραλείποντας όμως να προσδιορίσει ποια ήταν και που βρίσκονταν τα σταθερά αυτά σημεία και για ποιο σκοπό χρησιμοποιήθηκαν. Επίσης στην απόφαση του Διευθυντή αναφέρεται ως μέρος της διεξαχθείσας εργασίας η αποτύπωση «στοιχείων» με το όργανο GPS σε «είκοσι σημεία» χωρίς να προσδιορίζεται ποια συγκεκριμένα στοιχεία αποτυπώθηκαν, σε ποια συγκεκριμένα σημεία αλλά και σε τι αφορούν τα σημεία αυτά. Από την άλλη στην ένορκη δήλωση της κας Στόκκου αναφέρεται ότι με τη χρήση οργάνου GPS έγινε η αποτύπωση όλων των φυσικών συνόρων και των κατασκευών που βρίσκονται εντός και εκτός των τεμαχίων αλλά σε αντίφαση με την απόφαση του Διευθυντή δεν γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε σημεία και μάλιστα είκοσι στον αριθμό. Στην απόφαση του Διευθυντή αναφέρεται ότι η χωρομετρική εργασία που έγινε ελέγχθηκε από τον λειτουργό χαρτογραφίας, εντούτοις, καμία αναφορά γίνεται με την οποία να καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο ελέγχθηκε η αναφερόμενη χωρομετρική εργασία και πως αντιμετωπίσθηκαν ή κατά πόσο λήφθηκαν υπόψη και ελέγχθηκαν οι διαπιστώσεις της Στόκκου σε σχέση με τη διαφορά που υπάρχει στην επί τόπου κατάσταση με το χωρομετρικό βιβλίο. Και τούτο ενώ προκύπτει ότι η απόφαση του Διευθυντή βασίσθηκε στον έλεγχο της προαναφερθείσας χωρομετρικής εργασίας. Επίσης στη απόφαση του Διευθυντή προβάλλεται ως μέρος της διεξαχθείσας εργασίας η τοποθέτηση οροσήμων που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου συνόρου των ακινήτων με αριθμούς τεμαχίων 418 και 419 δεν εξηγείται που τοποθετήθηκαν τα ορόσημα αυτά και δεν δίδεται ακόμα ο λόγος γιατί τοποθετήθηκαν στα συγκεκριμένα σημεία και με βάση ποια στοιχεία και δεδομένα. Οι εφεσείοντες- αιτητές υποστήριξαν περαιτέρω πως η ανεπάρκεια και η αντίφαση στην απόφαση του Διευθυντή επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της επιστολής του ημερ. 17.6.2008 προς τον Δημοτικό Μηχανικό του Δήμου Λεμεσού (τεκμ Β στην αίτηση) στην οποία αναφέρεται ότι δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά μεταξύ των τεμαχίων 419 και
  10. Εξετάζοντας τη θέση αυτή θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα. Η κα. Στόκκου στην ένορκη της δήλωση αλλά και κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι η εν λόγω επιστολή έγινε με βάση το φάκελο Α.Χ. 2411/2007 στα πλαίσια του οποίου εξετάστηκε αίτημα οριοθέτησης του τεμαχίου 419 και όχι συνοριακής διαφοράς. Το ίδιο αναφέρεται για το ζήτημα αυτό και στην απόφαση του Διευθυντή. Αναφέρεται όμως περαιτέρω ότι η χωρομετρική εργασία που έγινε στα πλαίσια του φακέλου Α.Χ. 2411/2007 συμφωνεί απόλυτα με τη χωρομετρική εργασία που έγινε στα πλαίσια του φακέλου της παρούσας υπόθεσης στην οποία όμως εντοπίζονται οι παραλείψεις και οι αντιφάσεις που περιγράφονται αναλυτικά πιο πάνω. Εύλογα επίσης δημιουργείται το ερώτημα πως ενώ σύμφωνα με την απόφαση του Διευθυντή οι δύο χωρομετρικές εργασίες συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους στην επιστολή ημερ.17.6.2008 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά μεταξύ των επίδικων τεμαχίων. Ακολούθως στην επίδικη απόφαση του Διευθυντή με τρόπο που μάλλον προκαλεί σύγχυση παρά να οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα, αναφέρεται ότι κατά τη χωρομετρική εργασία που έγινε στα πλαίσια του φακέλου 2411/2007 διαπιστώθηκε, τότε, ότι ο τοίχος πάχους 20 εκ. άνηκε στο τεμάχιο 418 και περαιτέρω ότι στο νοτιοδυτικό σύνορο υπάρχει τοίχος περίφραξης ο οποίος επεμβαίνει εντός του τεμαχίου 1879 χωρίς να διευκρινίζεται τι ακριβώς αφορά το τεμάχιο 1879 και πως σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση. Όλα τα πιο πάνω δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν στηρίζεται επί όλων των πραγματικών γεγονότων και είναι αποτέλεσμα ανεπαρκούς έρευνας. Όλα αυτά εξ΄ αντικειμένου την καθιστούν και ελλειμματική σε επίπεδο δέουσας αιτιολογίας με αποτέλεσμα ο ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος της ορθότητας της επίδικης απόφασης να καθίσταται αδύνατος. Η πιο πάνω κατάληξη μου οδηγεί αναπόφευκτα στην ακύρωση της επίδικης απόφασης και στην επιτυχία της αίτησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανάγκη για αιτιολόγηση της απόφασης του Διευθυντή υπάρχει και στην περίπτωση που το θέμα προσεγγισθεί με βάση τις αρχές του διοικητικού δικαίου. Στην υπόθεση Χριστοδουλίδης v. Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας
(1986)3 Α.Α.Δ. 1637, η επίδικη απόφαση κρίθηκε αναιτιολόγητη επειδή οι απόψεις του προϊσταμένου του τμήματος αν και λήφθηκαν υπόψη στη λήψη της απόφασης δεν είχαν καταγραφεί στα πρακτικά (βλ. επίσης Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1972)3 Α.Α.Δ. 318, Άνθιμου v. Δημοκρατίας
(1978)3 Α.Α.Δ. 308, Χ"Πασχάλη v. Δημοκρατίας
(1980)3 Α.Α.Δ. 101). Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε έκταση στη μαρτυρία που τέθηκε εκ μέρους των εφεσειόντων. Σημειώνεται μόνο ότι η μαρτυρία του χωρομέτρη κ. Μάρκου δεν μπορεί να οδηγήσει σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα έτσι ώστε να γίνει αποδεκτή η θέση του, σύμφωνα με την οποία, δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά μεταξύ των δύο επίδικων ακινήτων διότι το σύνορο τους βρίσκεται στη μέση του διαφιλονικούμενου τοίχου πάχους 20 εκ. Τούτο δεδομένου ότι τα συμπεράσματα του φαίνεται να βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι οι επί τόπου αποστάσεις των επίδικων ακινήτων δεν είναι σύμφωνες με το χωρομετρικό βιβλίο, χωρίς όμως να υποστηρίζονται με οποιαδήποτε άλλα επιστημονικά στοιχεία και δεδομένα τα οποία να προέκυψαν από περαιτέρω διερεύνηση. Επιπρόσθετα όπως ο ίδιος επιβεβαίωσε και κατά την αντεξέταση του, η χωρομετρική εργασία που διενήργησε και οι μετρήσεις που έλαβε βασίσθηκαν μόνο επί του προαναφερόμενου πεζόδρομου ο οποίος όμως είναι αναμφίβολο κατά πόσο αποτελεί σταθερό σημείο εφόσον διαπιστώθηκε ότι βρίσκεται σε λανθασμένη θέση. Έχει προβληθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης για το λόγο ότι η απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη οι πελάτες του δεν θα πρέπει να επιβαρυνθούν τα έξοδα της διαδικασίας καθότι αυτοί δεν έχουν οποιαδήποτε ευθύνη για τον τρόπο έκδοσης της απόφασης του Διευθυντή. Παρόλο που δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν ευθύνονται για τον τρόπο που ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εξέδωσε την απόφαση του, δεν μπορώ να αποδεχθώ ως ορθή την εισήγηση τους ως προς τα έξοδα. Και αυτό γιατί μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, που έγινε συγκεκριμένα στις 6/8/2010 και παρόλο που τα πιο πάνω ζητήματα τέθηκαν από την αρχή ως λόγοι ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή, οι καθ' ων η αίτηση έχουν συντείνει με την συμπεριφορά τους να δημιουργηθούν έξοδα τα οποία δεν μπορεί βεβαίως να επιβαρυνθεί κανένας άλλος που δεν είναι διάδικο μέρος παρά μόνο οι ίδιοι. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει και η επίδικη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα υπέρ των εφεσειόντων- αιτητών και σε βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία, ώστε να μπορώ να αντικαταστήσω την κρίση του Διευθυντή με τη δική μου, (βλ. Πατσαλίδης, Κουντουρίδη και Είκοσι πιο πάνω), και κατ΄ αναλογία της πορείας που ακολουθείται στις περιπτώσεις αναιτιολόγητων δικαστικών αποφάσεων όπου η υπόθεση παραπέμπεται κατά κανόνα για επανεκδίκαση από διαφορετικό Δικαστήριο, στη κρινόμενη υπόθεση το ζήτημα παραπέμπεται για επανεξέταση η οποία όμως θα ήταν σκόπιμο να γίνει από άλλο υπάλληλο του Κτηματολογίου. (Υπ) ............ Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Ακύρωση απόφασης Διευθυντή του Κτηματολογίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.