← Κύπρος

ΜΥΚΤΟΝΟΥΣ ΘΕΜΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ, Aρ. Αίτησης / Έφεσης: 118/2017, 4/1/2018

ΜΥΚΤΟΝΟΥΣ ΘΕΜΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ, Aρ. Αίτησης / Έφεσης: 118/2017, 4/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A1 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ EΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αίτησης / Έφεσης: 118/2017 ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 4 ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ 22/85 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ Ειδοποίηση Έφεσης στην απόφαση του Διαιτητή Δημόκριτου Αριστείδου ημερομηνίας 24/01/

  1. Μεταξύ :
  2. ΜΥΚΤΟΝΟΥΣ ΘΕΜΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ
  3. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Αιτητών - Εφεσειόντων ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση - Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 4 Ιανουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές/ Εφεσείοντες: Ο κ. Γ. Ι. Κουτρής Για τους Καθ' ων η αίτηση/ Εφεσίβλητους: Η κα Γ. Κ. Στυλιανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απόφαση μου αυτή αφορά την Αίτηση/Έφεση την οποία καταχώρησαν οι Αιτητές/ Εφεσείοντες (στη συνέχεια «οι Αιτητές»), με την οποία εφεσιβάλλουν την απόφαση του Διαιτητή κ. Δημόκριτου Αριστείδου (στη συνέχεια «ο Διαιτητής») με ημερομηνία 24.01.2017, η οποία εκδόθηκε εναντίον τους και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση/ Εφεσίβλητων (στη συνέχεια «Οι Καθ' ων η αίτηση»). Με την αίτηση τους οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει την πιο πάνω απόφαση του Διαιτητή και διαζευκτικά την ακύρωση της απόφασης που αφορά την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 1 όπως καθορίζεται στην υπό αναφορά απόφαση. Οι Αιτητές στην αίτηση τους προβάλλουν τέσσερις λόγους και για τον καθένα παρέχουν ξεχωριστή αιτιολογία. Θα επιχειρήσω στη συνέχεια τη σταχυολόγηση τους. Ο πρώτος λόγος αφορά τον διορισμό του Διαιτητή ότι ήταν παράτυπος και κατά παράβαση των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και Θεσμών. Ως αιτιολογία παρέχεται το γεγονός ότι αρμόδιος για παραπομπή σε διαιτησία είναι μόνο ο Έφορος Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών και στην προκείμενη περίπτωση στον διορισμό διαιτητή προέβη ο Αναπληρωτής Έφορος. Ο δεύτερος λόγος αφορά τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε από τον Διαιτητή η οποία χαρακτηρίζεται ως αυθαίρετη, λανθασμένη, αντικανονική και αντίθετη με το νόμο και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Προς αιτιολόγηση του λόγου αυτού προβάλλεται ότι ο Διαιτητής δεν επεξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας. Την εντύπωση που απεκόμισαν οι Αιτητές για τις δυνατότητες που είχαν για τη συζήτηση του υπόλοιπου του χρέους τους και των χρεώσεων που έγιναν στον λογαριασμό τους και τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης και αναδιάρθρωσης του χρέους τους και την παραπλάνηση τους τελικά για τις δυνατότητες που τους πρόσφερε η διαδικασία της διαιτησίας. Ο τρίτος λόγος αφορά τον τρόπο που ο Διαιτητής ενήργησε παράτυπα και αυθαίρετα παρεκκλίνοντας από τους όρους εντολής του και καθ' υπέρβαση τους και κατά παράβαση της νομοθεσίας και ότι εν τέλει η απόφαση του πάσχει ως προς την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε υπόψη του και η απόφαση του πάσχει ως προς την αιτιολογία της. Ο τέταρτος λόγος αφορά ειδικότερα το μέρος της απόφασης που αφορά το διάταγμα για την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων, διάταγμα το οποίο εκδόθηκε καθ' υπέρβαση και κατάχρηση της εξουσίας του και των όρων εντολής του κατά τρόπο καταστρατήγησης τόσο του συμφέροντος των Αιτητών όσο και του δημοσίου συμφέροντος. Έτσι επηρεάζεται και μολύνεται η νομιμότητα και εγκυρότητα της απόφασης του Διαιτητή καθώς καθίσταται νομικά εσφαλμένη και αστήρικτη. Υποστηρίζεται ότι ο Διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία και εξουσία να εκδώσει το επίμαχο διάταγμα το οποίο ούτως ή άλλως δεν το είχαν επιδιώξει οι Καθ' ων η αίτηση. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται στην ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η Αιτήτρια 1 εκ μέρους και του συζύγου της Αιτητή
  4. Σε αυτή γίνεται λεπτομερής αναφορά στα γεγονότα τα οποία κατά την άποψη της στηρίζουν τους λόγους της αίτησης τους, επαναλαμβάνοντας επί της ουσίας τα όσα προβάλλονται στην αιτιολογία των λόγων της αίτησης τα οποία θα εξετασθούν στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία, πέραν της άρνησης της αίτησης και των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτή, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί: Οι Αιτητές δεν στερήθηκαν της ευκαιρίας να ακουστούν κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας και είχαν το δικαίωμα και ευκαιρία να το πράξουν. Στο ποσό της απόφασης του Διαιτητή δεν υπάρχουν χρεώσεις τόκων και εξόδων που συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν υπερβολικές και/ή παράνομες και δεν πρέπει να διαγραφούν. Ο Διαιτητής δεν ενήργησε αυθαίρετα και καθ' υπέρβαση και κατάχρηση της εξουσίας του και η απόφαση του είναι έγκυρη, νόμιμη και σύμφωνη με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Η απόφαση του Διαιτητή είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη και εκδόθηκε μετά από αξιολόγηση που έτυχε το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Διαιτητή. Οι Αιτητές γνώριζαν την ημερομηνία κατά την οποία θα εκδίκαζε την υπόθεση ο Διαιτητής και λόγω της αδικαιολόγητης απουσίας τους εξέδωσε ως όφειλε την απόφαση του. Οι Αιτητές είχαν πάρει αντίγραφα του μαρτυρικού υλικού από την αρχή της διαδικασίας και έτσι θα μπορούσαν να τα είχαν μελετήσει ή να τύχουν νομικής συμβουλής. Ενημερώθηκαν δε πλήρως για τις αξιώσεις των Καθ' ων η αίτηση συμπεριλαμβανομένης και της πώλησης των ενυπόθηκων. Ο Διαιτητής διέθετε όλα τα απαιτούμενα προσόντα για να προχωρήσει στην αμερόληπτη εξέταση της διαφοράς. Ο διορισμός του έγινε νόμιμα και δεν ενήργησε όπως οι Αιτητές κατά τρόπο παραπλανητικό του καταμαρτυρούν ούτε ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας αλλά και ούτε ως προς την επεξήγηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είχε η κάθε πλευρά. Η ένσταση υποστηρίζεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του κ. Φίλιππου Βακανά ο οποίος δηλώνει ότι είναι ένας από τους λειτουργούς της Διεύθυνσης Ανάκτησης Χρεών των Καθ' ων η αίτηση. Δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος για να προβεί σε ένορκη δήλωση και να υποστηρίξει την ένσταση. Ουσιαστικά υποστηρίζει τους λόγους ένστασης και παρέχει λεπτομέρειες των γεγονότων τα οποία υποστηρίζουν οι Καθ' ων η αίτηση ότι πράγματι συνέβησαν κατά χρονολογική σειρά και ακολούθως των όσων διενήργησε ο Διαιτητής. Απαντά δε σε ένα προς ένα στους ισχυρισμούς των Αιτητών όπως αυτοί προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 1 εκθέτοντας τη δική τους αντίληψη περί των γεγονότων και ότι όλα έγινα συμφώνως του νόμου, νομότυπα και ότι ο Διαιτητής ενήργησε δίκαια και αμερόληπτα. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αφενός μεν την αίτηση και αφετέρου δε την ένσταση όπως και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με την υποβολή γραπτών αγορεύσεων. Σε αυτές κάνουν αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και παραθέτουν εκτεταμένη νομολογία η οποία κατά την αντίληψη που έχει η κάθε πλευρά συνηγορεί και υποστηρίζει τις θέσεις τους. Η πλευρά των Αιτητών, προβαίνοντας σε μια εκτεταμένη ανάλυση με λεπτομερή παραπομπή στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και σε αντιπαραβολή του με αναφορές στην ένορκη δήλωση του κ. Φ. Βακανά, ο οποίος ορκίστηκε προς υποστήριξη της ένστασης, στις οποίες κατά την άποψη τους εντοπίζονται αντιφάσεις ή σκόπιμες ανακρίβειες ή αποκρύψεις γεγονότων, εκφράζει τη θέση όπως κριθεί ολόκληρη η διεξαχθείσα διαδικασία της διαιτησίας ως παράτυπη και ότι η επίδικη απόφαση που έχει εκδοθεί στα πλαίσια αυτής έχει μολυνθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό που δεν μπορεί να επιβιώσει στην ολότητά της και ως εκ τούτου δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ως το (Α) αιτητικό της Αίτησης. Προχωρεί δε σε περαιτέρω εισήγηση όπως σε περίπτωση που κριθεί ότι μπορεί να διασωθεί το μέρος της εκδοθείσας απόφασης που αφορά την χρηματική μόνο απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση έναντι των Αιτητών, τότε θα ήταν πρόσφορο να εκδοθεί διάταγμα σύμφωνα με τα αιτητικά (Β) ή (Γ) της Αίτησης. Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση εισηγείται ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του κανένα στοιχείο από την πλευρά των Αιτητών που να καταδεικνύει οποιοδήποτε λόγο παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης. Αντίθετα, υπάρχει η σαφής μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τη διαδικασία και τις συνθήκες έκδοσης της διαιτητικής απόφασης, από την οποία διαφαίνεται ότι αυτή εκδόθηκε νομότυπα και με πλήρη διαφάνεια και εισηγούνται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των Αιτητών. Έχω μελετήσει με προσοχή τόσο τις εισηγήσεις των δύο πλευρών όσο και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψαν οι οποίες θα με απασχολήσουν και θα σχολιαστούν στη συνέχεια της απόφασης μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Σύμφωνα με το άρθρο 52 του Ν. 22/85, συγκεκριμένα πρόσωπα εκουσίως υποβάλλονται (μεταξύ άλλων, οι συνεργατικές εταιρείες και τα μέλη αυτών) για να επιλύσουν συγκεκριμένες διαφορές τους (διαφορές που σχετίζονται με τις εργασίες των συνεργατικών εταιρειών). Εφ' όσον κάποιος αποκτά την ιδιότητα του μέλους μιας συνεργατικής εταιρείας τεκμαίρεται πως αυτός εκουσίως δέχεται τη δυνατότητα επίλυσης ενδεχόμενων διαφορών του με τη συνεργατική εταιρεία μέσω διαιτησίας. Τα μέλη των συνεργατικών εταιρειών κατά τεκμήριο έχουν αποποιηθεί εκουσίως των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Άρθρο 30 του Συντάγματος εν σχέση με τις διαφορές τους, οι οποίες ενδεχομένως να προέκυψαν στα πλαίσια των εργασιών των δευτέρων. Για τον λόγο αυτό οι ρυθμίσεις του άρθρου 52 δεν είναι αντίθετες ούτε ασύμβατες με το Άρθρο 30 του Συντάγματος (The Co-operative Grocery of Vasilia v. Haralambos Ppirou and others 4 R S C C 12). Σύμφωνα με τη νομολογία μας το έργο των διαιτητών είναι οιονεί δικαστικό και δικαστική είναι και η αποστολή τους (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α.

(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 717, 723). Συνεπώς, οι διαιτητές οφείλουν να εφαρμόζουν το νόμο, να είναι τυπικοί και να διασφαλίζουν την εφαρμογή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Ο νομοθέτης ανεγνώρισε στα Δικαστήρια την αρμοδιότητα εποπτείας της συμπεριφοράς των διαιτητών, διαρκούσης της ενώπιων τους διαδικασίας [άρθρο 20
(1)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4], καθώς και την αρμοδιότητα ελέγχου των αποφάσεών τους για συγκεκριμένους λόγους. Οι λόγοι αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4 και δεν αφορούν στην ουσία της κρίσης των διαιτητών. Tο άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν. 22/1985)στο οποίο στηρίζεται η αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.» Στο άρθρο 52
(2)(β) του Νόμου 22/85 γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: «(β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012» Σε περίπτωση παραπομπής δηλαδή διαφοράς από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών σε διαιτησία, η διαιτησία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε εν ισχύ Νόμου περί διαιτησίας, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ.4. Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω ο Περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ.4 τυγχάνει εφαρμογής και επομένως η δυνατότητα για ακύρωση διαιτητικής απόφασης παρέχεται δυνάμει του άρθρου 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου για τους περιορισμένους φυσικά λόγους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 20
(2): «
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία εξελίχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Η παρούσα αίτηση αφορά πρωτογενή διαδικασία με την έννοια που της αποδίδεται από τη Διαταγή 1 Θεσμός 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία αναφέρεται ότι πρωτογενής αίτηση είναι οποιαδήποτε αίτηση που δεν αφορά εκκρεμούσα διαδικασία. Στο άρθρο 30 του Περί Διαιτησίας Νόμου αναφέρεται ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν διαδικαστικοί κανονισμοί, στις διαδικασίες που διεξάγονται με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Επομένως όλες οι αιτήσεις στις οποίες γίνεται επίκληση των προνοιών του περί Διαιτησίας Νόμου, καταχωρούνται στη βάση της Δ.48 με τις ανάλογες προσαρμογές που της προσδίδουν τον χαρακτήρα εναρκτήριου μέσου. Σε σχέση με τα πιο πάνω, στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ. v. Dynacon Limited
(1998)1 A.A.Δ. 1978, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις προνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.48. Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.» Επιπρόσθετα, στην ίδια πιο πάνω απόφαση αναφέρεται ότι το μέσο για υπεράσπιση εναντίον αίτησης με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο είναι η ένσταση. Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει ένσταση με την οποίαν αμφισβητούν τους ισχυρισμούς των Αιτητών και προβάλλουν τη δική τους εκδοχή και θέση η οποία είναι αντίθετη με τη θέση που προβάλλουν οι Αιτητές. Είναι νομολογημένο ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων στις οποίες οι ισχυρισμοί των Αιτητών αμφισβητούνται, επιβάλλεται από τους Αιτητές η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, ούτως ώστε να αποσείσουν το βάρος της απόδειξης που είναι στους ώμους των Αιτητών. Εναλλακτικά οι Αιτητές μπορούν να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα των Καθ' ων η αίτηση ούτως ώστε με τον τρόπο αυτό να αντικρούσει και/ή να αμφισβητήσει την εκδοχή που προβάλλεται στην ένσταση. Στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1377 αποφασίστηκε ότι: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier K.G. [1989] 1(E) A.A.Δ. 750 και Louis Vuitton v. Dermosak Ltd and Orphanidou [1992] 1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης.» Οι Αιτητές παρέλειψαν να παρουσιάσουν προφορική μαρτυρία ή να αντεξετάσουν τον υπογράφοντα την ένορκη δήλωση με την οποία υποστηρίζεται η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Οι ισχυρισμοί τους όμως που προβλήθηκαν ως λόγοι της αίτησης, η αιτιολογία τους και αυτοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που τους υποστηρίζει αμφισβητήθηκαν και έτσι παρέμειναν μετέωροι και χωρίς καμιά αποδεικτική αξία. Οι Αιτητές από τη στιγμή που βαρύνονται με την απόδειξη των ισχυρισμών τους είχαν υποχρέωση να προσκομίσουν και να παραθέσουν στο Δικαστήριο περαιτέρω γεγονότα και μαρτυρίες που να υποστηρίζουν την εκδοχή τους όπως για παράδειγμα εμπεριστατωμένη μελέτη του λογαριασμού τους όπου να φαίνονται υπερχρεώσεις, μη συμβατικοί τόκοι, παράνομοι τόκοι υπερημερίας κ.α. Στην ένορκη δήλωση τους οι Αιτητές εκθέτουν τα γεγονότα με τελείως γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς καμιά εξειδίκευση και με τρόπο διαζευκτικό, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να προσδιοριστεί από το Δικαστήριο ποιοι είναι οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους οι Αιτητές ζητούν τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης. Οι Αιτητές δεν ισχυρίζονται σε κανένα σημείο ότι έθεσαν τα θέματα που εγείρουν με την αίτηση τους προς τον Διαιτητή κατά συγκεκριμένο τρόπο, όπως και θα έπρεπε, ούτως ώστε αυτά να εξετασθούν από αυτόν κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας. Αυτό εξάλλου προβάλλεται από τους Καθ' ων η αίτηση στην ένσταση τους. Οι Αιτητές, όπως αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος των Καθ' ων η αίτηση κ. Φ. Βακανά, παρουσιάστηκαν στη διαιτησία και δεν έφεραν οποιαδήποτε ένσταση ή υπεράσπιση και αφού τους υποδείχθηκαν όλα τα σχετικά έγγραφα, αναγνώρισαν και παραδέχθηκαν ότι συνήψαν το εν λόγω δάνειο και ουδέποτε αμφισβήτησαν τη διενεργούμενη διαιτητική διαδικασία, τον διορισμό του Διαιτητή και όλα τα έγγραφα που τους είχαν επιδοθεί. Σημειωτέον ότι μέσα στα έγγραφα που είχαν στα χέρια τους, περιλαμβανόταν και η Έκθεση Απαίτησης και η Ένορκη Δήλωση των Καθ' ων η αίτηση στα οποία γνωστοποιούνταν οι απαιτήσεις των Αιτητών, τα οποία δεν αμφισβήτησαν. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί και η θέση αυτή των Καθ' ων η αίτηση έχει μείνει αναντίλεκτη και χωρίς αμφισβήτηση από τους Αιτητές, οι οποίοι ούτε ζήτησαν να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα των Καθ' ων η αίτηση, αλλά ούτε και παρουσίασαν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να ανατρέπει τη θέση των Καθ' ων η αίτηση. Επομένως εν ολίγοις δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Την επιστολή δε που απέστειλαν στους Καθ' ων η αίτηση με σκοπό τη λήψη υπόψιν των ισχυρισμών τους προς αναδιάρθρωση του χρέους τους, παραδόθηκε στον Διαιτητή ο οποίος και την έλαβε υπόψη ως την Υπεράσπιση τους. Οι όποιες αιτιάσεις προέβαλαν με την παρούσα Αίτηση τους συνιστούν αόριστους - χωρίς τεκμηρίωση ισχυρισμούς οι οποίοι εν πάση περιπτώσει εγείρονται καθυστερημένα και σε στάδιο κατά το οποίο το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει καθώς αυτοί έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του Διαιτητή. Στην υπόθεση Ελένη Κούλλουρου v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1Β Α.Α.Δ. 987, η οποία αφορούσε έφεση εναντίον διαιτητικής απόφασης, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ' έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στην διαιτησία.» Με βάση λοιπόν την πιο πάνω απόφαση είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει ισχυρισμούς οι οποίοι έπρεπε να είχαν τεθεί εξ αρχής ενώπιον του Διαιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές, πλην του ύψους του χρέους, δεν ανέφεραν οτιδήποτε το οποίο αμφισβήτησαν ενώπιον του Διαιτητή. Οι Καθ' ων η αίτηση με την ένσταση και την ένορκη δήλωση του κ. Φ. Βακανά, ο οποίος ήταν παρών στη διαιτησία, επιβεβαιώνουν ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν ετέθησαν ενώπιον του Διαιτητή. Η μαρτυρία δε του κ. Φ. Βακανά, όπως έχω καταγράψει και πιο πάνω, δεν έχει αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο και παρέμεινε αναντίλεκτη. Οι Αιτητές επιχειρούν να καταστήσουν το παρόν Δικαστήριο πρωτόδικο, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο καθώς στην παρούσα διαφορά πρωτόδικο δικαστήριο ήταν το διαιτητικό δικαστήριο στο οποίο είχε, δυνάμει νομοθετικών προνοιών, παραπεμφθεί η διαφορά την οποία και εξέτασε δεόντως και εξέδωσε απόφαση. Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση Ελένη Κούλλουρου αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Γι' αυτό άλλωστε τα άρθρα 19 και 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 δεσμεύουν το δικαστήριο και ρητά σηματοδοτούν αλλά και καθορίζουν τις εξουσίες που του παρέχονται. Και έχω ήδη αναφερθεί στην εμβέλεια των άρθρων αυτών και πώς η νομολογία και τα συγγράμματα ερμηνεύουν την εξουσία του δικαστηρίου.» Η Αιτήτρια 1 κα Μυκτονού Θέμη Θεμιστοκλέους και ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της Αίτησης, σε σχέση με τη διαδικασία και τα διαδραματισθέντα κατά τις συνεδρίες διεξαγωγής της Διαιτησίας δίδει τη δική της εκδοχή η οποία ουσιαστικά συνίσταται στην εντύπωση που είχε δημιουργηθεί στους Αιτητές ότι θα αναμενόταν η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης τους χρέους τους, την οποία συζητούσαν με λειτουργούς των Καθ' ων η αίτηση και η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη ταυτόχρονα με την διαδικασία της διαιτησίας και ακολούθως ενδεχομένως να προχωρούσε η διαιτητική διαδικασία και ανάλογα του αποτελέσματος της αναδιάρθρωσης αν συναπτόταν προς τούτο συμφωνία θα δηλωνόταν ως η διαιτητική απόφαση. Όμως αν έτσι είχαν τα πράγματα τότε με διάβημα τους θα μπορούσαν να είχαν αιτηθεί από τον Διαιτητή την αναστολή της διαδικασίας που άρχισε ενώπιον του, κάτι που δεν έκαναν. Έχω διεξέλθει τα λεπτομερή πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τις συνεδριάσεις ενώπιον του Διαιτητή. Δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο. Ήδη από την 1η εμφάνιση όλων των ενδιαφερομένων μερών ενώπιον του Διαιτητή στις 3.10.2016 μετά που οι Αιτητές είχαν κλητευθεί προς τούτο, με σχετική κλήση με ημερομηνία 26.08.2016, ο Διαιτητής έκανε αναφορά στο περιεχόμενο της κλήσης το οποίο υιοθετήθηκε από τους Δανειστές και επανέλαβαν τις απαιτήσεις τους και ο Διαιτητής προχώρησε και εξήγησε τους σκοπούς της διαιτησίας. Προκύπτει περαιτέρω από τα πρακτικά ότι ενώ οι Χρεώστες παραδέχονται τη λήψη του δανείου δεν επιβεβαιώνουν - παραδέχονται, το ακριβές υπόλοιπο που οφείλουν και επιφυλάσσονται. Τότε είναι που δηλώνουν ότι θα επιδιώξουν την διαπραγμάτευση του χρέους τους και την αναδιάρθρωση του. Ενόψει αυτών ορίζεται εκ νέου η διαδικασία με την πλευρά των Δανειστών να επιφυλάσσονται να παρουσιάσουν Έκθεση Απαίτησης μαζί με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Κατά τη συνεδρίαση της 17.10.2016 η πλευρά των Χρεωστών κατέθεσε έγγραφο ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλαν στους Δανειστές αμφισβητώντας το ύψος του επίδικου χρέους το οποίο ο Διαιτητής το αποδέχθηκε ως μέρος της Υπεράσπισης τους. Προσκομίζεται παράλληλα η Έκθεση Απαίτησης των Δανειστών που υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της κας Μιλτιάδους και επισυνάπτονται σε αυτή έγγραφα με τα αποδεικτικά στοιχεία που θεωρούν ως απαραίτητα προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Όλα τα έγγραφα αυτά επιδίδονται στην παρουσία του Διαιτητή στην Χρεώστιδα 1 που είναι παρούσα. Οι Δανειστές αιτούνται άδειας τροποποίησης των δικογράφων τους κάτι που τους επιτρέπεται. Μεταξύ των τροποποιήσεων προσθέτουν στις αξιώσεις τους και διάταγμα πώλησης των ενυποθήκων. Ο Διαιτητής δηλώνει ότι εκλαμβάνει τις θέσεις του πιο πάνω ηλεκτρονικού μηνύματος ως τις θέσεις της Υπεράσπισης και έτσι η υπόθεση ορίζεται για Ακρόαση στις 3.11.
  1. Η πιο πάνω ημερομηνία με διάβημα των Χρεωστών μετατίθεται για τις 7.11.
  2. Όταν υπεβλήθηκε το πιο πάνω διάβημα από τους Χρεώστες ο Διαιτητής τους ενημέρωσε ότι είχαν την δυνατότητα να καταχωρήσουν συμπληρωματική Υπεράσπιση εάν επιθυμούσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Στις 7.11.2016 κατά την καθορισθείσα ώρα οι Χρεώστες δεν εμφανίστηκαν και προς τούτο παρατάθηκε η διαδικασία για 15 λεπτά χωρίς και πάλι να προσέλθουν. Ως εκ τούτου η υπόθεση προχώρησε σε απόδειξη με τη διαβεβαίωση του κ. Φ. Βακανά περί της ορθότητας και της αλήθειας του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της κας Μιλτιάδους και των εγγράφων που είχε επισυνάψει σε αυτή και δηλώνοντας περαιτέρω ο ίδιος ως αρμόδιος λειτουργός εκ μέρους των Δανειστών λεπτομέρειες για τις αξιώσεις τους και τους τόκους που αξίωναν, επισημαίνοντας όρους των εγγράφων τόσο της Συμφωνίας Δανείου όσο και του Εγγράφου Υποθήκης και της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεων των ακινήτων προς στοιχειοθέτηση των απαιτήσεων τους. Τα όσα με σαφήνεια και καθαρότητα καταγράφηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας και ακολούθως στη διαιτητική απόφαση δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης της ορθότητας τους και την κατά αντικειμενικό τρόπο αντίκρισης όλων των ζητημάτων που απασχόλησαν τα μέρη κατά τη διαδικασία και τέθηκαν υπόψη του Διαιτητή, έτσι που η παρουσία του εφόσον του επιδόθηκε η παρούσα Αίτηση, υπό τη μορφή απαντητικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους του, θεωρήθηκε περιττή από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση. Τα όσα αναδύονται από τα λεπτομερή πρακτικά της διαδικασίας της διαιτησίας και στη διαιτητική απόφαση, απαντούν κατά την άποψη μου σε κάθε ένα σημείο των λόγων που προβάλλουν οι Αιτητές και δεν χρειάζεται να ενδιατρίψω ιδιαίτερα και ξεχωριστά στον καθένα. Από την άλλη, από τα ως άνω πρακτικά δεν αναδύεται οποιαδήποτε κακή συμπεριφορά του Διαιτητή και ούτε οι Αιτητές έχουν αποδείξει καμιά κακή συμπεριφορά ή κακό χειρισμό από τον Διαιτητή αφού τέτοια θέματα δεν τέθηκαν ενώπιον του για εξέταση. Ο Διαιτητής αποφάσισε με το αποδεικτικό υλικό που διέθετε ενώπιον του και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που του υποβλήθηκαν. Τίθεται επομένως εύλογα το ερώτημα πώς μπορεί να αποδοθεί στον Διαιτητή τέτοια συμπεριφορά ή κακός χειρισμός τη στιγμή που τέτοια θέματα δεν τέθηκαν ενώπιον του και κανένα καθήκον δεν είχε να εξετάσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας τους ισχυρισμούς που επικαλούνται οι Αιτητές στην παρούσα διαδικασία. Ό,τι δε είχε υποχρέωση να εξετάσει τα εξέτασε και τα συμπεριέλαβε στην απόφαση του. Έχω μελετήσει τόσο τα πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαιτησίας (Τεκμήρια στην Ένσταση), όπως και την ίδια τη διαιτητική απόφαση που εκτός από εκτενής είναι πλήρης και με τη δέουσα αιτιολογία των επίδικων θεμάτων τα οποία εξέτασε ο Διαιτητής, όπως ο ίδιος αναφέρει μετά από μελέτη των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του. Προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί που τέθηκαν στην αίτηση των Αιτητών αν και εντελώς γενικοί και αόριστοι και χωρίς καμιά εξειδίκευση, αυτοί εξετάστηκαν λεπτομερώς από μέρους του Διαιτητή. Ειδικότερα οι Αιτητές αναφέρονται για παράδειγμα στην ύπαρξη παράνομων, αντικανονικών, καταχρηστικών και αντισυμβατικών χρεώσεων και παράνομων και αντισυμβατικών τόκων και ανατοκισμών χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιούν ποιοι είναι αυτοί, και εξακολουθώντας να αγνοούν και/ή να παραβλέπουν ότι ο Διαιτητής αποφάσισε σημαντική μείωση του ποσού που αξιωνόταν κάτι που συνηγορεί υπέρ της αμεροληψίας και αντικειμενικότητας του. Καταλήγω ότι από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν προκύπτει οτιδήποτε το μεμπτό στην διαιτητική διαδικασία και διαιτητική απόφαση καθώς ό,τι προκύπτει από το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε ως λόγος για την ακύρωση της δεν είναι τέτοιας υφής ή έστω τέτοιας σημασίας που θα καθιστούσε άκυρη την Διαιτητική απόφαση. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει κανένας λόγος για παρέμβαση του Δικαστηρίου για ανατροπή της διαιτητικής απόφασης σε σχέση με τον λόγο της επίδειξης κακής συμπεριφοράς από τον Διαιτητή. Περαιτέρω, οι Αιτητές αναφέρουν στην αίτηση τους ότι ο Διαιτητής ήταν αναρμόδιο πρόσωπο και/ή δεν είχε τα προσόντα που πληρούνται από τη νομοθεσία. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι διορισμός του Διαιτητή ήταν παράτυπος και κατά παράβαση των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και Θεσμών και ότι η διαδικασία της διενεργούμενης Διαιτησίας έγινε με τρόπο αυθαίρετο και/ή λανθασμένο και/ή αντικανονικό από τον Διαιτητή και/ή αντίθετα με τον περί Διαιτησίας Νόμο και/ή κατά παράβαση των προνοιών των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή του Συντάγματος και/ή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Παρόλα αυτά, οι Αιτητές παρευρέθηκαν στις δύο πρώτες διαιτητικές συνεδρίες και ουδέποτε έθεσαν κατά την ακρόαση της διαιτησίας τους πιο πάνω διαζευκτικούς ισχυρισμούς τους, με αποτέλεσμα και πάλι να παραμένουν ασαφείς και σε επίπεδο απλών ισχυρισμών, χωρίς καμιά αποδεικτική αξία και αξιοπιστία και να αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, συνεπώς μαρτυρείται η αποδοχή της όλης διαδικασίας της διαιτησίας. Σε σχέση με τον διορισμό του Διαιτητή από τον Αναπληρωτή Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, όπως αναφέρει ο ίδιος ο Διαιτητής στην απόφαση του, κάτι για το οποίο πρώτη φορά πληροφορήθηκαν οι Αιτητές με αυτή, και έτσι δεν το πρόβαλαν κατά τη διαδικασία, απλώς να αναφέρω ότι σύμφωνα με το Άρθρο 4Α.-
(1)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου: «Των Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών προΐστανται Πρώτοι Λειτουργοί Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, ένας εκ των οποίων ορίζεται από τον Έφορο ως αντικαταστάτης του σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος στην άσκηση των καθηκόντων του σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο: Νοείται ότι σε περίπτωση κένωσης της θέσης του Εφόρου για οποιοδήποτε λόγο, ο Υπουργός ορίζει αναπληρωτή Έφορο ο οποίος ασκεί καθήκοντα Εφόρου μέχρι το διορισμό νέου Εφόρου κατά τις διατάξεις του άρθρου 4». Επομένως, κρίνω ότι δεν υπήρχε κανένα κώλυμα στον Αναπληρωτή του Εφόρου να διενεργήσει στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του, τον διορισμό Διαιτητή και ούτε ο ίδιος ο Διαιτητής στον οποίο επιδόθηκε η Αίτηση είχε τέτοια υποχρέωση να αποδείξει το αυταπόδεικτο, ότι δηλαδή ο διορισμός του έγινε από τον Αναπληρωτή Έφορο ο οποίος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι είχε ένα τέτοιο δικαίωμα. Επιπρόσθετα, οι Αιτητές ισχυρίζονται στην αίτηση τους ότι το μέρος της Διαιτητικής Απόφασης που αφορά το διάταγμα που εξέδωσε ο Διαιτητής για πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων είναι εσφαλμένο, αυθαίρετο, στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα και το νόμο και/ ή σε εσφαλμένα νομικά κριτήρια και/ή είναι νομικά αστήρικτο, καθ' υπέρβαση των όρων εντολής και του συνυποσχετικού και καθ' υπέρβαση ή κατάχρηση της εξουσίας της εμπιστευμένης στον Διαιτητή. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως των Αιτητών είναι αναιτιολόγητοι, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, γενικοί, αόριστοι και ασαφείς και ουδέποτε κατά την ακροαματική διαδικασία εξέφρασαν τις αντιρρήσεις τους αναφορικά με την εν λόγω δυνατότητα που παρέχεται στον Διαιτητή. Στη σελ. 2 της Διαιτητικής Απόφασης του κ. Δ. Αριστείδου αναφέρεται ότι με αίτημα τροποποίησης των δικογράφων στις 17.10.2016 έγινε προσθήκη στην Έκθεση Απαιτήσεως αξίωσης διατάγματος πώλησης και αυτό στην παρουσία της χρεώστιδας 1, η οποία δεν έφερε ένσταση. Επομένως, καθόλου δεν ήταν αυθαίρετη η απόφαση του Διαιτητή η οποία εδραζόταν σε σχετική αξίωση των Καθ' ων η αίτηση στην οποία δεν αντέδρασαν οι Αιτητές. Ισχυρίζονται οι Αιτητές μεταξύ άλλων και περί παράβασης των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και αυτό σε σχέση με την «παράλειψη» από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση ως όφειλαν να θέσουν υπ' όψιν του Δικαστηρίου τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Πρώτου Πίνακα (Πρώτο Παράρτημα) του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), σύμφωνα με τον οποίο δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση Διαιτητικής Απόφασης για πώληση ακίνητης περιουσίας. Ανέφερα πιο πάνω για την προσθήκη με τροποποίηση της πιο πάνω αξίωσης από πλευράς των Δανειστών στην παρουσία της Αιτήτριας 1 η οποία δεν αντέδρασε. Το άρθρο 8 του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), προνοεί τα ακόλουθα: «Διατάξεις oι oπoίες εξυπακoύovται σε συvυπoσχετικά. 8. Οι διαιτητές ή o επιδιαιτητής έχoυv τηv ίδια εξoυσία όπως και τα δικαστήρια vα διατάσσoυv ειδική εκτέλεση oπoιασδήπoτε σύμβασης με εξαίρεση σύμβαση πoυ αφoρά γη ή oπoιoδήπoτε συμφέρov σε γη.» Πράγματι στο λεκτικό της διαιτητικής απόφασης αναφέρεται για την έκδοση διατάγματος πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων. Εν προκειμένω ο Διαιτητής προβληματίστηκε γι' αυτή τη δυνατότητα του στην απόφαση του στις σελ. 7,8 και 9 όπου κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο κατά πόσο έχει τη δυνατότητα - εξουσία έκδοσης διατάγματος πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων Ακινήτων. Θεωρεί ότι η Συμφωνία Δανείου και η Σύμβαση Υποθήκης ως αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Δανείου, σε όρους των οποίων παραπέμπει, αποτελούν συνυποσχετικό έγγραφο βάσει του οποίου κινήθηκε από την πλευρά των Δανειστών η διαδικασία της διαιτησίας και προχωρεί στην ερμηνεία της πρόθεσης των μερών εξετάζοντας τους διάφορους παράγοντες οι οποίοι επιδρούν στην εξαγωγή συμπεράσματος για την αληθινή πρόθεση τους. Σημειώνει στην απόφαση του ο Διαιτητής τα εξής σημαντικά: «Στη Συμφωνία Δανείου (όρος 7) και στη Σύμβαση της Υποθήκης γίνεται ευθεία αναφορά στη δυνατότητα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων από τους Δανειστές, σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής του πληρωτέου υπολοίπου από τους χρεώστες (όρος 5 και 16). Περαιτέρω, οι όροι και η γλώσσα που χρησιμοποιείται στη Σύμβαση Υποθήκης φανερώνουν ότι πρόθεση των μερών με τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης ήταν η εξασφάλιση των Δανειστών (όροι 3 και 4). Οι Δανειστές λαμβάνουν, μέσα από τις πρόνοιες της Σύμβασης Υποθήκης ευρείες εξουσίες ως προς την εξασφάλιση του λαβείν τους» είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασιστεί ή όπως προβλέπεται πιο κάτω.» (όρος 5).» Στη βάση των πιο πάνω ο Διαιτητής συμπέρανε την πρόθεση των μερών η οποία «δεν ήταν άλλη από την εφαρμογή του άρθρου 6 και τον αποκλεισμό του όρου 8 στο Παράρτημα Α του Κεφ. 4» Ως εκ τούτου έκρινε ότι μαζί με όλες τις άλλες εξουσίες που του παρέχονταν, είχε και την εξουσία να εκδώσει διάταγμα εκποίησης των ενυπόθηκων κτημάτων για την ικανοποίηση του χρέους. Συνηγορώ υπέρ της πιο πάνω άποψης του καθώς αν διδόταν διαφορετική ερμηνεία της πρόθεσης των μερών, τότε θα μπορούσε να εξέδιδε μόνο απόφαση για το οφειλόμενο κατά την κρίση του ποσό και θα παραγνώριζε την ουσιαστική εξασφάλιση την οποία οι Καθ' ων η αίτηση είχαν για την είσπραξη της οφειλής των Χρεωστών τους, δηλαδή της δυνατότητας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων τηρουμένου ασφαλώς του σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Εξάλλου, θα πρόσθετα, σύμφωνα με τον όρο 5 του Εγγράφου Υποθήκης παρέχεται η δυνατότητα στους Καθ' ων η αίτηση σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του ποσού και το ποσό του δανείου καταστεί πληρωτέο, να πωλήσουν με διάφορους τρόπους τα ενυπόθηκα κτήματα. Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω δεν βλέπω οτιδήποτε το μεμπτό στην έκδοση από τον Διαιτητή διατάγματος πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων των Αιτητών. Αυτή η δυνατότητα αντιλαμβάνομαι παρέχεται στους Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι θα μπορούν σε μεταγενέστερο στάδιο να την ασκήσουν με τα κατάλληλα διαδικαστικά μέτρα με την εγγραφή δηλαδή της απόφασης του Διαιτητή ως Δικαστικής Απόφασης ή με την απ' ευθείας αίτηση τους στο Κτηματολόγιο για την πώληση των ενυπόθηκων με δημόσιο πλειστηριασμό ή ακόμα και με τη δυνατότητα που παρέχεται σήμερα με τη πώληση τους με ιδιωτικό πλειστηριασμό με βάση το Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/1965) και δεν θα καθίστατο κατά την άποψη μου η απόφαση του Διαιτητή ως προς αυτό το μέρος της άκυρη εξ αυτού και μόνο του λόγου αλλά ούτε και το μέρος που την αφορά. Η επίδικη Διαιτητική απόφαση κρίνω ότι φέρει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ως εκ τούτου κανένας λόγος από αυτούς που επικαλείται η πλευρά των Αιτητών δεν συντρέχει έτσι ώστε το Δικαστήριο να επιτρέψει τον παραμερισμό ή ακύρωσης ολόκληρης ή μέρους της. Επιπλέον οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι το εν λόγω μέρος της απόφασης (που αφορά την απόφαση για δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου) δεν προωθήθηκε καθόλου από τον μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση κατά την απόδειξη της υπόθεσης η οποία έγινε στην απουσία των Αιτητών. Οι Καθ' ων η αίτηση ωστόσο επεδίωξαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως διαφαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης και Ένορκη Δήλωση τους αλλά και όσα ο κ. Φ. Βακανάς ανέφερε κατά το στάδιο της απόδειξης της υπόθεσης. Αναφορικά δε με το γεγονός ότι οι Αιτητές απουσίασαν δεν έχουν καμιά ευθύνη ούτε οι Καθ' ων η αίτηση ούτε και ο Διαιτητής, εναπόκειτο στους Αιτητές αν θα παρευρίσκονταν ή όχι. Σε σχέση δε με την απουσία τους αυτή οι Αιτητές υπέπεσαν σε αντιφάσεις καθώς από τη μια ισχυρίζονται ότι ξέχασαν να παρευρεθούν στην τέταρτη δικάσιμο και από την άλλη αναφέρουν ότι θα φρόντιζαν να μην έλειπαν, αν ήξεραν δήθεν ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα ζητούσαν να λάβουν απόφαση (βλ. παρ. 16 της ένορκης δήλωσης της κας Μυκτονού Θέμη Θεμιστοκλέους). Σίγουρα ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων δεν μπορούν να ληφθούν υπ' όψιν, να επιτραπεί δηλαδή από το Δικαστήριο ο προσδιορισμός οποιωνδήποτε όρων ή άλλων σημείων που θεωρούν παράνομα ή αντικανονικά οι Αιτητές, καθώς όπως είναι πάγια νομολογημένο, οι αγορεύσεις δεν προσφέρονται για την προσκόμιση μαρτυρίας και δεν αποτελούν στάδιο κατά το οποίο μπορούν να καλυφθούν οποιαδήποτε κενά τα οποία έχουν αφεθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω αφού εξέτασα τόσο τους λόγους της Αίτησης όσο και την αιτιολογία τους όπως και τους λόγους ένστασης και όσα υποστήριξαν οι Καθ' ων η αίτηση, καταλήγω ότι κανένας λόγος από αυτούς που προβλήθηκαν δεν έχει έρεισμα ούτε στα γεγονότα της υπόθεσης ούτε και από νομικής αντίκρισης και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Τα έξοδα θα είναι υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών ομού και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil / General Applications / Final Aναφορά: Ακύρωση Απόφασης Διαιτητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.