← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Κυριάκος Περατικός κ.α., Aίτηση Αρ.: 586/17, 10/1/2018

Αναφορικά με την εταιρεία Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Κυριάκος Περατικός κ.α., Aίτηση Αρ.: 586/17, 10/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Aίτηση Αρ.: 586/17 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, Άρθρα 202Α μέχρι και 202ΛΗ και Αναφορικά με την εταιρεία Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ και Αναφορικά με την εταιρεία Y.C. PERATICOS TRADING LTD και

  1. Κυριάκος Περατικός
  2. Ζαχαρούλα Περατικού Ημερομηνία: 10.1.2018 Για Αιτητές: κ. Χρ. Χριστοφόρου για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Για Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ: κ. Δ. Βάκης για Πύργου Βάκης Δ.Ε.Π.Ε. Για Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ: κ. Δ. Βάκης για Πύργου Βάκης Δ.Ε.Π.Ε. Για ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ: κα Σ. Πολυβίου με κ. Γ. Μίτλεττον για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές, οι οποίοι είναι διευθυντές και μέτοχοι, με ποσοστό 50% έκαστος στο εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, με την παρούσα Αίτηση (στο εξής η Αίτηση) ζητούν την έκδοση των ακόλουθων Διαταγμάτων: Α. Διάταγμα το οποίο να διορίζει τον κ. Γιώργο Λιβέρα ως εξεταστή της εταιρείας Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ και της Y.C. PERATICOS TRADING LTD, ως σχετιζόμενης εταιρείας με την Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ και να του παρέχει όλες τις εξουσίες και τα καθήκοντα που προβλέπονται από τις ρηθείσες πρόνοιες. Β. Οποιονδήποτε άλλο Διάταγμα κριθεί εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 202Α - 202ΛΗ του περί Εταιρειών Νόµου, Κεφ. 113, στους Καν. 3-6 των περί Εταιρειών Κανονισµών, στην Δ.48 Θ.Θ.1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις συµφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόµου και της νοµολογίας. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της κας Ζαχαρούλας Περατικού, μιας εκ των Αιτητών και σε αυτήν επισυνάπτονται 19 τεκμήρια. Για σκοπούς οικονομίας της απόφασης δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Σχετική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια εάν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Ιστορικό της Αίτησης Στο σημείο αυτό κρίνω χρήσιμο, για να γίνουν καλύτερα αντιληπτά τα όσα θα ακολουθήσουν, όπως εκτεθεί το ιστορικό της Αίτησης, ως προκύπτει από τον φάκελο. Η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 8.11.
  3. Την ίδια ημέρα οι Αιτητές καταχώρισαν και δύο μονομερείς αιτήσεις. Με την πρώτη ζητούσαν την έκδοση διατάγματος δια του οποίου η εταιρεία Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (στο εξής η Εταιρεία) να τεθεί υπό την προστασία του Δικαστηρίου για περίοδο 15 ημερών με σκοπό να υποβληθεί έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα. Με την δεύτερη ζητούσαν την έκδοση διατάγματος δια του οποίου να επιτρέπεται η παράδοση της Ειδοποίησης της Αίτησης, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 202ΙΖ

(1)του Κεφ.113, στον Έφορο Εταιρειών και σε όλα τα Ενδιαφερόμενα Μέρη (ως αυτά φαίνονταν σε σχετικό παράρτημα), δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή δια τηλεομοιοτύπου ως επίσης και δια της δημοσιεύσεως σε καθημερινή εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας. Μετά που το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα όπως ακούσει την δεύτερη αίτηση, την ίδια ημέρα αφού άκουσε τον συνήγορο των Αιτητών, εξέδωσε διάταγμα δια του οποίου επέτρεψε την παράδοση της Ειδοποίησης στον Έφορο Εταιρειών και σε όλα τα Ενδιαφερόμενα Μέρη ως ακολούθως:
(1)δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή με τηλεομοιότυπο,
(2)σε περίπτωση που υπήρχαν και ηλεκτρονικό ταχυδρομείου και τηλεομοιότυπο και με τους δύο αυτούς τρόπους και
(3)δια δημοσίευσης σε ημερήσια εφημερίδα. Διατάχθηκε επίσης όπως, η Ειδοποίηση που θα παραδιδόταν, καταχωρηθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου εντός δύο ημερών, όπως και έγινε. Η πρώτη αίτηση παρέμεινε για εξέταση στις 16.11.17, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για πρώτη φορά και η Αίτηση. Κατά την ημέρα εκείνη ο συνήγορος των Αιτητών παρέπεμψε το Δικαστήριο σε ένορκη δήλωση της μίας εκ των δύο Αιτητών, ημερ. 14.11.17, η οποία περιλαμβάνει τα στοιχεία σε σχέση με την παράδοση της Ειδοποίησης. Φαίνεται δε από αυτήν ότι η Ειδοποίηση παραδόθηκε, ως το διάταγμα του Δικαστηρίου, σε όλα τα Ενδιαφερόμενα για την Εταιρεία Μέρη και στον Έφορο Εταιρειών. Εκείνη την ημέρα εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο δικηγόροι για την Εταιρεία και τον Παραλήπτη Διαχειριστή αυτής (ο οποίος διορίσθηκε στις 12.10.17 από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, δυνάμει ομολόγων επιβάρυνσης), για την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, για την GREEN - DOT CYPRUS, για την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, για το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ και για τον Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αφού το Δικαστήριο άκουσε όλα τα Μέρη όρισε την Αίτηση για οδηγίες στις 4.12.17 και έδωσε οδηγίες όπως οι Αιτητές δώσουν αντίγραφα αυτής. Την ίδια ημέρα το Δικαστήριο επιλήφθηκε και της προαναφερόμενης αίτησης και αφού με ενδιάμεση απόφαση έδωσε την ευχέρεια στα Μέρη που εμφανίστηκαν να ακουστούν επί αυτής και αφού άκουσε τον συνήγορο των Αιτητών, επιφύλαξε την απόφαση του. Η απόφαση δόθηκε στις 20.11.17 και με αυτήν εγκρίθηκε η αίτηση και εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο η Εταιρεία τέθηκε υπό την προστασία του Δικαστηρίου για περίοδο 15 ημερών, με σκοπό να υποβληθεί η έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα από τον κ. Ιωσήφ Κόκκινο. Στις 23.11.17 οι Αιτητές καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν: (Α) διάταγμα δια του οποίου να διορίζεται ο κ. Γιώργος Λιβέρας ως εξεταστής της Εταιρείας, επί προσωρινής βάσεως μέχρι εκδικάσεως της Αίτησης και (Β) προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλονται οι εξουσίες του Παραλήπτη Διαχειριστή (στο εξής ο Παραλήπτης) της Εταιρείας. Το Δικαστήριο την 1.12.17 αφού άκουσε το συνήγορο των Αιτητών, ο οποίος περιόρισε την αίτηση του μόνο στο υπό (Α) αιτούμενο, εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα. Στις 4.12.17 ο κ. Ιωσήφ Κόκκινος καταχώρησε την Έκθεση του στον φάκελο της υπόθεσης. Την ίδια ημέρα που ήταν ορισμένη για οδηγίες η Αίτηση, εμφανίστηκαν εκ νέου τα Ενδιαφερόμενα Μέρη που είχαν εμφανιστεί στις 16.11.17, πλην των εκπροσώπων του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ. Επίσης εμφανίστηκε για πρώτη φορά δικηγόρος για την EUROBANK CYPRUS. Οι δικηγόροι της EUROBANK CYPRUS και της GREEN - DOT CYPRUS ανέφεραν ότι δεν θα καταχωρήσουν ένσταση στην Αίτηση και θα ακολουθήσουν την οποιανδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου επί αυτής. Τα λοιπά Ενδιαφερόμενα Μέρη ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση και έτσι η Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 21.12.17, με οδηγίες όπως οι ενστάσεις καταχωρηθούν τουλάχιστον 4 μέρες πριν. Στις 7.12.17 η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (στο εξής η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ) καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητά τον παραμερισμό του διατάγματος που εκδόθηκε την 1.12.17 για διορισμό Εξεταστή επί προσωρινής βάσεως. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε στις 30.1.18. Την ίδια ημέρα δηλ. στις 7.12.17, η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της ισχύος του διατάγματος ημερ. 1.12.17, μέχρι εκδικάσεως της αίτησης παραμερισμού. Το Δικαστήριο αφού άκουσε το συνήγορο των αιτητών την ίδια ημέρα, έκρινε ότι η εν λόγω αίτηση δεν θα έπρεπε να ακουστεί μονομερώς και όρισε αυτήν για επίδοση στις 11.12.17. Στις 8.12.17 ο Εξεταστής επί προσωρινής βάσεως καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε διάφορα διατάγματα και οδηγίες, μεταξύ των οποίων και αναστολή των εξουσιών του Παραλήπτη, μέχρι εκδικάσεως της Αίτησης. Το Δικαστήριο αφού άκουσε το συνήγορο του Εξεταστή την ίδια ημέρα, έκρινε ότι ούτε η εν λόγω αίτηση θα έπρεπε να ακουστεί μονομερώς και όρισε αυτήν για επίδοση στις 12.12.17. Στις 12.12.17 το Δικαστήριο όρισε και τις δύο προαναφερόμενες αιτήσεις για ακρόαση στις 19.12.17, ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκαν και οι δύο, με σκοπό να προχωρήσει το συντομότερο η ακρόαση της Αίτησης στις 21.12.17. Στις 21.12.17 και αφού προηγουμένως καταχωρήθηκαν ενστάσεις από πλευράς της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ και του Παραλήπτη, ο συνήγορος της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, προέβη σε συγκεκριμένη δήλωση και ανέφερε ότι δεν θα καταχωρήσει ένσταση στην Αίτηση. Την ίδια ημέρα, πριν ξεκινήσει η ακρόαση της Αίτησης, το Δικαστήριο ζήτησε από τους διαδίκους να τοποθετηθούν σε σχέση με το κατά πόσο η Αίτηση θα έπρεπε να τύχει ακρόασης από κοινού με την Αίτηση Εκκαθάρισης 391/16, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της Εταιρείας στις 7.7.16 και εκκρεμεί, ως προβλέπει το άρθρο 202Ι
(5)του Κεφ.
  1. Αφού ακούστηκαν οι θέσεις των διαδίκων, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, για τους λόγους που εξηγούνται εκεί, αποφάσισε ότι οι δύο Αιτήσεις δεν θα έπρεπε να τύχουν ακρόασης από κοινού και ως εκ τούτου προχώρησε στην ακρόαση της Αίτησης και επιφύλαξε την απόφαση του. Λόγοι ένστασης Ο λόγοι ένστασης του Παραλήπτη και της Εταιρείας μπορεί να συνοψισθούν ως ακολούθως:
  2. Η Εταιρεία δεν επιθυμεί να διοριστεί Εξεταστής.
  3. Από την τεθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει ότι υπάρχει εύλογη προοπτική επιβίωσης της Εταιρείας και ή ολόκληρης ή οποιουδήποτε μέρους της επιχείρησης αυτής ως δρώσας οικονομικής μονάδας.
  4. Δεν υπάρχει στον φάκελο δεόντως καταχωρηθείσα και/ή νομότυπη έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα και σε κάθε περίπτωση τα όσα περιέχονται στην έκθεση του κ. Κόκκινου δεν συνηγορούν στο ότι υπάρχει εύλογη προοπτική επιβίωσης της Εταιρείας ή μέρους της, ως δρώσας οικονομικής μονάδας.
  5. Από την τεθείσα μαρτυρία συνάγεται ότι η υλοποίηση οποιασδήποτε πρότασης για επιβίωση της Εταιρείας εδράζεται σε κατάσταση πραγμάτων που οι Αιτητές έχουν παράνομα δημιουργήσει παραβαίνοντας τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις τους, το Νόμο και δικαστικά Διατάγματα που έχουν εκδοθεί στην Αγωγή 2928/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
  6. Οι Αιτητές έχουν παραλείψει να αποκαλύψουν πληροφορίες που γνωρίζουν και ήταν διαθέσιμες σε αυτούς, οι οποίες είναι ουσιώδεις για την άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου.
  7. Οι Αιτητές δεν ενήργησαν με καλή πίστη αλλά αντιθέτως ενήργησαν και ενεργούν με κακή πίστη και αλλότριους σκοπούς και κίνητρα. Υπέβαλαν την Αίτηση με σκοπούς, μεταξύ άλλων την εξουδετέρωση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην Αγωγή 2928/2017 και εξουδετέρωση των εξουσιών του Παραλήπτη και την εδραίωση και νομιμοποίηση δόλιων και παράνομων ενεργειών ή και παραλείψεων τους.
  8. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα οδηγήσει σε καταστρατήγηση και εξουδετέρωση κα/ή παρακοή υφιστάμενων διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί στην Αγωγή 2928/2017, στις 16.10.17, 23.10.17 και 13.11.17 και θα συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας από το Δικαστήριο.
  9. Στον βαθμό που η αίτηση αφορά τον διορισμό Εξεταστή στην Y.C. PERATICOS TRADING LTD (στο εξής η Y.C.), αυτή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν κάτι τέτοιο και η αίτηση δεν υποβάλλεται από οποιοδήποτε πρόσωπο που νομιμοποιείται να πράξει τούτο.
  10. Οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει μαρτυρία σε σχέση με την Y.C. καθώς και μαρτυρία που να συνηγορεί στο ότι αυτή είναι σχετιζόμενη με την Εταιρεία.
  11. Ο προτεινόμενος για διορισμό ως Εξεταστής κ. Γιώργος Λιβέρας είναι ακατάλληλος για τέτοιο διορισμό λόγω της μέχρι σήμερα συμπεριφοράς του και ή λόγω έλλειψης αντικειμενικότητας και ή αμεροληψίας.
  12. Υπό όλες τις περιστάσεις το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης, ακόμα κι αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου. Η προαναφερόμενη ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Παραλήπτη κ. Μιχάλη Λοϊζίδη και σε αυτήν επισυνάπτονται 34 τεκμήρια. Οι λόγοι ένστασης της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
  13. Η Αίτηση είναι άκυρη εξ υπαρχής και/ή παράτυπη και/ή ανύπαρκτη και/ή ανυπόστατη και/ή ακυρώσιμη καθότι παρά το ότι αφορά και την εταιρεία Y.C., δεν ζητήθηκε ούτε λήφθηκε διάταγμα με το οποίο αυτή να τεθεί υπό την προσωρινή προστασία του Δικαστηρίου και εν τη απουσία κατατεθειμένης έκθεσης εμπειρογνώμονα κατά την περίοδο 8.11.17 μέχρι 4.12.17, η Αίτηση κατέστη απορριπτέα και/ή τερματισθείσα και για τις δύο εταιρείες.
  14. Δεν ικανοποιούνται οι εκ του Νόμου προϋποθέσεις για διορισμό Εξεταστή και ουδεμία μαρτυρία και/ή λόγοι δίδονται που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  15. Η έκθεση του κ. Ιωσήφ Κόκκινου είναι γενική και/ή αόριστη και/ή λανθασμένη και/ή στηρίζεται σε ανακρίβειες και/ή αστήριχτα δεδομένα και/ή υποθετικά και/ή αβάσιμα οικονομικά στοιχεία και/ή δεν στοιχειοθετείται σε οποιοδήποτε βαθμό και/ή επαρκώς ότι υπάρχει εύλογη προοπτική επιβίωσης της Εταιρείας και ολόκληρου ή οποιουδήποτε μέρους της επιχείρησης αυτής, ως δρώσας οικονομικής μονάδας.
  16. Είναι εμφανές από την έκθεση ότι ο κ. Κόκκινος δεν είναι ανεξάρτητος και/ή αμερόληπτος και/ή καθοδηγήθηκε και/ή ενεργούσε υπό τις οδηγίες των Αιτητών κατά την ετοιμασία της έκθεσης και σαν αποτέλεσμα αυτή θα πρέπει να αγνοηθεί και η Αίτηση να απορριφθεί.
  17. Οι Αιτητές ενήργησαν δόλια και/ή κακόπιστα και/ή με αλλότρια κίνητρα και η Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και/ή για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και πιο συγκεκριμένα για να καταδολιεύσει τους εξασφαλισμένους πιστωτές της Εταιρείας, να προβάλει εμπόδια στο έργο του και να καταστήσει ανενεργό το διορισμό του Παραλήπτη, να νομιμοποιήσει ενέργειες και/ή πράξεις και/ή παραλείψεις των Αιτητών που οδήγησαν και θα επιτρέψουν την συνέχιση της αποξένωσης της επιχείρησης της Εταιρείας και/ή περιουσιακών στοιχείων αυτής.
  18. Οι Αιτητές δεν απεκάλυψαν όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες που είχαν και οι οποίες μπορεί να είναι ουσιαστικές στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
  19. Οι μέχρι σήμερα ενέργειες του προτεινόμενου Εξεταστή καταδεικνύουν ότι δεν είναι ανεξάρτητος και αμερόληπτος αλλά ότι είναι έτοιμος να προβεί σε ενέργειες για να «βοηθήσει» ή «καλύψει» τους Αιτητές και/ή ότι τελεί υπό νομική πλάνη όσον αφορά τις εξουσίες που προβλέπει ο Νόμος.
  20. Δεν έχει δοθεί οιοσδήποτε λόγος και/ή πειστικός λόγος για τον οποίο θα πρέπει να εξασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Χωραΐτη, λειτουργού στην Μονάδα Αναδιαρθρώσεων και Ανάκτησης Χρεών της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ και σε αυτήν επισυνάπτονται 34 τεκμήρια. Για τον ίδιο λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω δεν κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό να παρατεθεί το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τις ενστάσεις. Σχετική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια εάν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε πολυσέλιδες γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή στην σχετική νομοθεσία και νομολογία. Τα όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις αυτές έχουν μελετηθεί προσεκτικά, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Όπως και για τις ένορκες δηλώσεις σχετική αναφορά θα γίνει στην συνέχεια εάν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Ολόκληρο το Μέρος IVA (άρθρα 202Α-202ΛΗ) εισήχθηκε στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με τον τροποποιητικό Νόμο 62(Ι)/
  21. Πρόκειται για μια από τις πολλές νομοθεσίες που θεσπίσθηκαν προς αντιμετώπιση και αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της δύσκολης οικονοµικής και δηµοσιονοµικής κατάστασης στην οποία βρέθηκε ο τόπος μας, η οποία κατέστησε αναγκαία την διασφάλιση της χρηµατοοικονοµικής σταθερότητας. Οι σκοποί του Νόμου συνάγονται από το «Προοίµιο» αυτού και εδράζονται βασικά στην προσπάθεια εισαγωγής μιας αποτελεσµατικής διαδικασίας αναδιάρθρωσης για νοµικά πρόσωπα, ενός µηχανισµού που θα αποβλέπει στην αναδιάρθρωση του χρέους και την διάσωση και αποκατάσταση της επιχειρηµατικής δραστηριότητας, µε σκοπό την διατήρηση και εύρυθµη λειτουργία βιώσιµων επιχειρήσεων, από την οποία θα προκύψουν σηµαντικά οφέλη για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας τους και θα βοηθήσουν την οικονοµική ανάπτυξη και την διατήρηση της απασχόλησης. Τα πιο πάνω τίθενται στην βάση της λογικής ότι µε την συνοµολόγηση ενός συµβιβασµού που καθιστά µια εταιρεία ικανή να αποπληρώσει τα χρέη της, αυτά θα µειωθούν, ενώ παράλληλα θα λαµβάνονται υπόψη τα συµφέροντα των πιστωτών, αφού θα είναι σε καλύτερη θέση παρά αν η εταιρεία υπόκειτο σε διαδικασία εκκαθάρισης. Η διαδικασία που θεσπίζεται προς επίτευξη των πιο πάνω αποβλέπει στην διασφάλιση ισορροπίας, η οποία εξασφαλίζεται μέσω της προστασίας της εταιρείας αλλά ταυτόχρονα και των δικαιωμάτων των εγγυητών και πιστωτών της, κατά τρόπο που να προστατεύεται ο πυρήνας των δικαιωµάτων όλων τους, με ασφαλιστική δικλείδα το ότι ο οποιοσδήποτε τυχόν περιορισµός δικαιωµάτων και ενεργειών τρίτων είναι για αυστηρά περιορισµένη χρονική περίοδο και κατόπιν απόφασης Δικαστηρίου. Ως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της ALPHA BANK CYPRUS LTD, Πολ. Αίτηση Αρ. 123/2017, ημερ. 7.9.17, «εκείνο το οποίο εξάγεται αβίαστα από τις νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις, ιδιαιτέρως υπό το φως και του προοιμίου του τροποποιητικού Νόμου, είναι η προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ των συμφερόντων του πιστωτή και των συμφερόντων μιας εταιρείας ώστε, εάν είναι δυνατό, να συνομολογηθεί συμβιβασμός καθιστώντας μια εταιρεία ικανή να αποπληρώσει τα χρέη της θέτοντας έτσι και τον πιστωτή σε καλύτερη μοίρα παρά εάν η εταιρεία υπόκειτο σε διαδικασία εκκαθάρισης». Εξεταστής διορίζεται σε μια εταιρεία για σκοπούς εξέτασης της κατάστασης των υποθέσεων της και την εκτέλεση τέτοιων καθηκόντων σε σχέση µε αυτήν, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Κεφ.
  22. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τέτοιο διορισμό εδράζεται στο άρθρο 202Α και ασκείται κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης. Στην επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολ. Αίτηση Αρ. 173/2017, ημερ. 14.12.17, που αφορούσε διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, λέχθηκε ότι ο διορισμός Εξεταστή αφορά ένα ιδιαίτερο μέτρο, το οποίο αποσκοπεί στο να βοηθηθεί μια εταιρεία, η οποία θεωρείται ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, να επιβιώσει, συνεχίζοντας τη διεξαγωγή της επιχείρησής της, προς όφελος της ιδίας και των πιστωτών της και ότι η σχετική αίτηση επιβάλλεται να εξετάζεται και η διαδικασία να ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό, ούτως ώστε η εταιρεία να γνωρίζει, μέσα σε πολύ σύντομο χρόνο, τι μέλλει γενέσθαι σε σχέση με την επιχείρησή της, όπως επίσης και οι πιστωτές της. Το άρθρο 202Β προβλέπει ποιος νομιμοποιείται να υποβάλει τέτοια αίτηση (εδάφιο 1), τι πρέπει αυτή να περιλαμβάνει και από ποια έγγραφα να συνοδεύεται (εδάφια 2-5). Δεν μπορεί ουσιαστικά να καταχωρηθεί τέτοια σε περίπτωση που υπάρχει διορισµένος Παραλήπτης για την εταιρεία και αυτός ήταν διορισµένος για συνεχή περίοδο τουλάχιστον τριάντα ηµερών πριν από την υποβολή της αίτησης (εδάφιο 7). Σύμφωνα δε με το άρθρο 202Η
(1), κατά την περίοδο που αρχίζει από την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης και τελειώνει κατά τη λήξη περιόδου τεσσάρων µηνών από την ηµεροµηνία εκείνη ή κατά την απόσυρση ή απόρριψη της αίτησης, οποιοδήποτε γεγονός επέλθει πρώτο, η εταιρεία θεωρείται ότι τελεί υπό την προστασία του Δικαστηρίου. Η προστασία αυτή συνίσταται στα όσα προβλέπει το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου, τα οποία αποσκοπούν βασικά στο να διατηρηθεί το status quo της εταιρείας, ως έχει κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ώστε να μην επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή που θα επηρεάσει την όλη διαδικασία αλλά και τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερομένων μερών και θα οδηγήσει σε ματαίωση των σκοπών του Νόμου. Η πιο πάνω περίοδος προστασίας μπορεί να παραταθεί δυνάμει του άρθρου 202ΙΘ
(3)
(4)και, σε περίπτωση μη απόρριψης ή απόσυρσης της αίτησης, η προστασία παύει είτε όταν τεθεί σε ισχύ ο συµβιβασµός ή το σχέδιο διακανονισµού ή κατά ενωρίτερη ηµεροµηνία όπως δύναται να καθορίσει το Δικαστήριο. Σε περίπτωση παύσης της προστασίας, τερματίζεται και ο διορισμός του Εξεταστή (βλ. άρθρο 202ΚΘ). Φαίνεται δε ότι σε περίπτωση που υποβάλλεται αίτηση χωρίς να συνοδεύεται από την επιβαλλόμενη από τον Νόμο έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η εταιρεία δεν μπαίνει αυτόματα υπό την προστασία του Δικαστηρίου. Τέτοια προστασία, αλλά για χρόνο που δεν μπορεί να ξεπερνά τις 15 ημέρες, δίδεται κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 202Γ, ώστε να δοθεί η δυνατότητα για υποβολή της έκθεσης. Εάν η έκθεση υποβληθεί εντός της περιόδου που προβλέπει το διάταγμα, τότε ουσιαστικά η προστασία συνεχίζει ως προβλέπει το άρθρο 202Η
(1). Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Νόμος 62(Ι)/15 αντλεί την προέλευση του από αντίστοιχο Ιρλανδικό Νόμο. Πρόκειται ουσιαστικά για αντιγραφή, με τις ανάλογες διαφοροποιήσεις, του Μέρους 10 του Ιρλανδικού Companies Act του 2014, ο οποίος με την σειρά του αποτελεί μετεξέλιξη του Ιρλανδικού Companies Act του
  1. Ως εκ τούτου και ελλείψη δικής μας νομολογίας, παρά το ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι δεσμευτικά, καθοδήγηση για την ερμηνεία του μπορεί να αντληθεί από την σχετική Ιρλανδική νομολογία (του High Court και του Supreme Court της Ιρλανδίας) και συγγράμματα. Η εξουσία του Δικαστηρίου για διορισμό εξεταστή ασκείται εφόσον κριθεί ότι συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  2. Η εταιρεία είναι ή κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της (για το πότε ισχύει κάτι τέτοιο βλ. εδάφια 3 και 4), δεν έχει εγκριθεί και δηµοσιευτεί στην Επίσηµη Εφηµερίδα της Δηµοκρατίας οποιοδήποτε ψήφισµα αναφορικά µε εκκαθάριση της και δεν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της (βλ. άρθρο 202Α
(1). 2. Υπάρχει εύλογη προοπτική επιβίωσης της εταιρείας και ολόκληρης ή οποιουδήποτε µέρους της επιχείρησης αυτής ως δρώσας οικονοµικής µονάδας (going concern) (βλ. άρθρο 202Α
(2). Η απόδειξη όμως εύλογης προοπτικής επιβίωσης της εταιρείας και ολόκληρης ή οποιουδήποτε µέρους της επιχείρησης αυτής, ως δρώσας οικονομικής μονάδας, αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα. Δεν οδηγεί δηλ. αυτόματα στην έκδοση διατάγματος διορισμού Εξεταστή. Το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια και στο επόμενο στάδιο λαμβάνονται υπόψην οποιοδήποτε άλλοι σχετικοί παράγοντες. Ως προς τα πιο πάνω αρκούντως διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Supreme Court στην In the Matter of Gallium Limited Trading as First Equitity Group [2009] IESC 8: «46.McCracken J was undoubtedly correct to say that there is an onus of proof on the petitioner. However, the statutory requirement is to show that "there is a reasonable prospect of the survival of the company." A petitioner does not, by getting over that threshold, acquire a right to have an order made. I still think it is fair to say that the section confers a "wide discretion" on the court, or alternatively, that the court should take account of all the circumstances. The establishment of a reasonable prospect of the survival merely triggers the power, which remains discretionary. The view of Lardner J, as expressed In re Atlantic Magnetics could be described as pragmatic: he asked whether it "seems worthwhile to order an investigation by the examiner into the Company's affairs." The court has the power to appoint an examiner if satisfied that there is a reasonable prospect of survival of the company. 47.The entire purpose of examinership is to make it possible to rescue companies in difficulty. The protection period is there to facilitate examination of the prospects of rescue. However, that protection may prejudice the interests of some creditors. The court will weigh the existence and degree of any such prejudice in the balance. It will have regard to the report of the independent accountant. 48.The Court has to take account of all relevant interests. The independent accountant must consider whether examinership would be "be more advantageous to the members as a whole and the creditors as a whole than a winding-up of the company." This does not limit the range of interests to be taken into account by the court under section 2. The interests of employees cannot be excluded. In the case of an insolvent company, it is natural that the creditors will have the greatest interest in the future, if any, of the company. The court will take a balanced approach, as suggested by the reference to the creditors as a whole». Εξέταση της Αίτησης Στα πλαίσια της παρούσας προκύπτει από την τεθείσα μαρτυρία και είναι άλλωστε ουσιαστικά κοινώς παραδεκτό ότι πληρούται η πρώτη προϋπόθεση εφόσον η Εταιρεία επί του παρόντος είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, δεν έχει εγκριθεί και δηµοσιευτεί στην Επίσηµη Εφηµερίδα της Δηµοκρατίας οποιοδήποτε ψήφισµα αναφορικά µε εκκαθάριση της και δεν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε πριν την πάροδο των 30 ημερών από τον διορισμό του Παραλήπτη, σε συμφωνία δηλ. με το άρθρο 202Β
(7). Ενόψει των ανωτέρω θα προχωρήσω στην συνέχεια στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης που ορίζει ο Νόμος. Εύλογη προοπτική επιβίωσης της Εταιρείας ως δρώσας οικονομικής μονάδας Ως προκύπτει και από την Ιρλανδική νομολογία ο Αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος να αποδείξει, μέσω της μαρτυρίας που θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι υπάρχει εύλογη προοπτική επιβίωσης της εταιρείας ως δρώσας οικονομικής μονάδας (βλ. απόφαση του High Court στην In the Matter of Tuskar Resources plc [2001] IEHC 27). Αναφορικά με την απόδειξη αυτού και την απαιτούμενη προς τούτο μαρτυρία διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Supreme Court στην In the Matter of Vantive Holdings & ors [2009] IESC 68: «However for the purpose of deciding whether a petitioner has satisfied the Court as to the first step in the test it is not sufficient for a petitioner to simply demonstrate that the assets of the company could be disposed of in a more orderly fashion to the benefit of its creditors since the provisions of subsection
(2)preclude that as a sufficient test at that stage. Equally the fact that liquidation might be a far less attractive option from the point of view of the members of the company or its creditors is not sufficient to meet the test laid down in subsection
(2)nor is the fact that the chances of the company surviving being simply better than an inevitable collapse following liquidation sufficient to meet the test. In order to be satisfied that a company has a reasonable prospect of survival as a going concern the Court must have before it sufficient evidence or material which will permit it to arrive at such a conclusion on the basis of an objective appraisal of that evidence or material. Mere assertions on behalf of a petitioner that a company has a reasonable prospect of survival as a going concern cannot be given significant weight unless it is supported by an objective appraisal of the circumstances of the company concerned and an objective rationale as to the manner in which the company can be reasonably expected to overcome the insolvency in which it finds itself and survive as a going concern. .............................................. Since, the court may not make an order appointing an examiner unless it is satisfied that there is a reasonable prospect of the survival of the company as a going concern, it follows that there is an onus on the appellant to satisfy the court that such a reasonable prospect exists. The applicant must provide objective evidence to satisfy the court of this fact. Examinership is a process designed to facilitate the rescue or survival of companies in financial difficulties. Whether the appointment of an examiner is supported by creditors of the company and the extent and reasons for that support is a relevant consideration but not determinative in considering whether there is a reasonable prospect of survival. It is not necessary, at the stage of application for the appointment of the examiner to show that the company will probably survive. The period of protection is designed to provide a "breathing space," during which the company will be protected from actions by its creditors, particularly a petition for winding up. The period of protection is short. It is intended to enable the examiner, if appointed, to look into the financial state of the company. Όπως και στην αντίστοιχη Ιρλανδική νομοθεσία, έτσι και στην δική μας (βλ. άρθρο 202Β
(3)αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση όπως η αίτηση για διορισμό εξεταστή συνοδεύεται από έκθεση σε σχέση µε την εταιρεία, η οποία ετοιμάζεται από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, ο οποίος είναι είτε ο ελεγκτής της εταιρείας είτε πρόσωπο το οποίο έχει τα προσόντα να διοριστεί ως τέτοιος ή ως εξεταστής της εταιρείας. Το εδάφιο 4 του άρθρου 202Β καθορίζει τι πρέπει να περιλαμβάνει η έκθεση. Περαιτέρω ως έχει προαναφερθεί, από τις σχετικές διατάξεις προκύπτει ότι η προστασία της εταιρείας από το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρχίσει παρά μόνο με την καταχώρηση τέτοιας έκθεσης, είτε με την καταχώρηση της αίτησης είτε μεταγενέστερα, εφόσον εκδοθεί διάταγμα που να επιτρέπει κάτι τέτοιο. Η έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα είναι λοιπόν κεντρικής σημασίας στην εξέταση του κατά πόσο στοιχειοθετείται η ύπαρξη εύλογης προοπτικής επιβίωσης της Εταιρείας ως δρώσας οικονομικής μονάδας. Στην προαναφερόμενη In the Matter of Vantive Holdings καταδεικνύεται η σημασία και το βάρος που ανάλογα δίδεται, προς απόδειξη του πιο πάνω, στην έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα ως εξής: «The opinion of the independent accountant as set out in the report which a petitioner is required to provide to the Court under the provisions of the Act, must be given due weight. Again, the weight to be attached to the accountant's opinion will depend on the degree and extent to which he supports that opinion by his or her own objective reasoning and the appraisal of material or factors relied upon for reaching his or her conclusions». Στην ίδια απόφαση το Ιρλανδικό Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν μπορούσε να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα εφόσον αυτή βασιζόταν σε μια σειρά από εικασίες, οι οποίες δεν επιβεβαιώνονταν από την μαρτυρία και για τις οποίες ο εμπειρογνώμονας δεν εξέφρασε την γνώμη του. Στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί έχει καταχωρηθεί για τον σκοπό αυτό στις 4.12.17 έκθεση (στο εξής η Έκθεση) από τον κ. Ιωάννη Κόκκινο, ο οποίος είναι λογιστής - ελεγκτής και αδειοδοτημένος σύμβουλος αφερεγγυότητας. Σύμφωνα με αυτήν: Η Εταιρεία επικεντρώνεται στην εισαγωγή οικοδομικών υλικών, υψηλής ποιότητας. Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε στον τόπο μας το 2012 και κυρίως μετά την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος το 2013, είχε αρνητικές επιπτώσεις στις δραστηριότητες της Εταιρείας, λόγω του ότι η επιβράδυνση των κατασκευαστικών δραστηριοτήτων είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της ζήτησης των αγαθών στον συγκεκριμένο τομέα αλλά και λόγω του απρόσμενου τερματισμού των ταμειακών ροών στην Εταιρεία, από τις τράπεζες. Η Εταιρεία παρουσίασε σημαντικές ζημιές σε όλα τα επόμενα χρόνια, οι οποίες μειώθηκαν για την περίοδο 1.1.17 - 18.10.
  1. Το 2016 υπήρξε σημαντική μείωση του κύκλου εργασιών της. Σήμερα, αν και στα πλαίσια της γενικότερης ραγδαίας ανάπτυξης της οικονομίας, η κατασκευαστική βιομηχανία βρίσκεται στους παλαιούς ρυθμούς, η Εταιρεία παρουσιάζει έλλειψη χρηματοδότησης, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να εισάγει συγκεκριμένα υλικά και να διεκπεραιώσει όλες τις δραστηριότητες της. Αυτό την αποτρέπει να διαμορφώσει κύκλο εργασιών ύψους €2,500,000, ποσό που αποτελεί το ελάχιστο κριτήριο για να θεωρηθεί μακροπρόθεσμα βιώσιμη. Ως εκ των άνω είναι η γνώμη του κ. Κόκκινου ότι η Εταιρεία ως έχει σήμερα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δρώσα οικονομική μονάδα αφού δεν είναι σε θέση να πληρώσει τα χρέη της. Αναφέρεται επίσης ότι μετά την ετοιμασία Μελέτης Βιωσιμότητας ημερομηνίας 24.4.17, από την THE EXPERTS ALLIANCE BUSINES CONSULTANTS (επισυνάπτεται στην Έκθεση), η Εταιρεία προχώρησε στην υλοποίηση κάποιων από τις εισηγήσεις που δόθηκαν και λήφθηκαν τα ακόλουθα μέτρα για την επιβίωση της: · Δημιουργήθηκε Όμιλος Εταιρειών για την διαχείριση μισθολογίων και προσλήψεως προσωπικού και εμπορίας προϊόντων της Εταιρείας. Η Y.C. ιδρύθηκε στις 3.7.
  2. · Έκλεισαν δύο ζημιογόνα υποστατικά της. · Ενοικίασε στην Y.C. μέρος του καταστήματος και της αποθήκης της στην Λεμεσό και μέρος του καταστήματος της στην Πάφο. · Η Εταιρεία συμφώνησε με την Y.C. να ενεργεί «ως Consignee for the stock and goods of K.X. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΤΔ as the Consignor». · Από την 1.10.17 η Y.C. εργοδότησε το προσωπικό που εργαζόταν στην Εταιρεία. Αναφέρεται επίσης στην Έκθεση ότι όπως δείχνει η Μελέτη Βιωσιμότητος, το 2018 η Εταιρεία θα είναι κερδοφόρα και θα συνεχίσει να είναι κερδοφόρα για τα επόμενα 5 χρόνια τουλάχιστον. Επίσης αναφέρει ότι εφαρμόζοντας τους δείκτες που πηγάζουν από τα αποτελέσματα επεκτείνοντας τον κύκλο εργασιών για 5 έτη και οι δύο εταιρείες παρουσιάζουν κέρδη. Είναι δε η γνώμη του κ. Κόκκινου ότι η Εταιρεία μπορεί να καταστεί βιώσιμη και να έχει εύλογη προοπτική επιβίωσης ως δρώσα οικονομική μονάδα. Ως δε προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση, η αύξηση του κύκλου εργασιών στο μεσοπρόθεσμο διάστημα θεωρείται σημαντική καθώς θα βοηθήσει τις εταιρείες να καταστούν δρώσες οικονομικές μονάδες αφού θα συμβάλει στην αύξηση της κερδοφορίας τους. Από την άλλη φαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτό αλλά και τα οποιαδήποτε μέτρα λήφθηκαν μέχρι σήμερα δεν είναι αρκετά ώστε να επιτευχθεί ο προαναφερόμενος στόχος. Είναι απαραίτητο να γίνουν οι αναγκαίες αναδιαρθρώσει με τους χρηματοδότες και πιστωτές της Εταιρείας εξ ου και προτείνεται ένα Γενικό Σχέδιο Αναδιάρθρωσης. Με βάση το σχέδιο αυτό και για να μπορεί η Εταιρεία να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της και να καταστεί δρώσα οικονομική μονάδα, είναι απαραίτητο οι πιστωτές της, εξασφαλισμένοι και μη, να αποδεχτούν διακανονισμούς αποπληρωμής (περιορισμένες επιστροφές χρημάτων) των υφιστάμενων χρεών της, σε βάθος χρόνου καθώς και κούρεμα των υποχρεώσεων της Εταιρείας απέναντι τους. Είναι επίσης απαραίτητο η Εταιρεία να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, υπό την μορφή επιπρόσθετου δανεισμού, ύψους €1,800,000 από χρηματοδοτικούς οργανισμούς, το οποίο θα διατεθεί με συγκεκριμένο τρόπο προς τους πιστωτές και με το οποίο θα μπορεί να συνεχίσει να εκτελεί κανονικά τις δραστηριότητες της εισάγοντας οικοδομικά υλικά και ταυτόχρονα να είναι σε θέση να καλύψει τη ζήτηση αγοράς. Το ποσό αυτό προτείνεται να διατεθεί, αφού προηγηθεί κούρεμα των οφειλών, ως ακολούθως:
(1)€500,000 στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ (στην οποία οφείλονται €6,112,059),
(2)€212,553 στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (στην οποία οφείλονται €250,062.50),
(3)€91,420 στην ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ (στην οποία οφείλονται €107,553),
(4)€432,972 σε προνομιακούς πιστωτές (Φ.Π.Α., Κοινωνικές Ασφαλίσεις, Φόρο Εισοδήματος, στους οποίους οφείλονται €432,972) και €100,000, από τις οποίες θα πάρουν μέρισμα οι πιστωτές εμπορίου και άλλοι (στους οποίους συνολικά οφείλονται €911,793). Το υπόλοιπο που οφείλεται στους τελευταίους, θα πληρωθεί σε βάθος χρόνου. Περαιτέρω όσον αφορά το υπόλοιπο οφειλόμενο στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ θα παραχωρηθούν 3 ακίνητα συνολικής αξίας €3,575,000. Προβλέπεται επίσης ότι ένα ποσό ύψους €300,000 θα χρησιμοποιηθεί ως κεφάλαιο κίνησης. Εξετάζοντας την Έκθεση κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν επεξηγούνται σε αυτήν ποιες ακριβώς είναι οι οικονομικές δραστηριότητες της Y.C., ποια είναι τα στοιχεία του ενεργητικού της, με ποιο τρόπο, κεφάλαια και προϊόντα τις ασκεί, που καταλήγουν τα έσοδα από τις εργασίες της και ποια είναι ακριβώς στην πράξη η σχέση ή η συνεργασία της με την Εταιρεία. Αντίθετα γίνονται γενικές και αόριστες αναφορές με τρόπο που δείχνουν, προκαλώντας σύγχυση, ότι η μια εταιρεία δεν ξεχωρίζει από την άλλη, χωρίς οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή επεξήγηση. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα: · Στην σελ. 2 υπό τον τίτλο «Α. Μεθοδολογία» αναφέρεται ότι η έκθεση συντάχθηκε για την Εταιρεία και την «συνδεδεμένη Y.C.» και ότι για σκοπούς ετοιμασίας της έχουν δοθεί στοιχεία και από την Y.C., χωρίς όμως να καθορίζονται συγκεκριμένα. Στην σελ. 8 παρά το ότι στον τίτλο αναφέρεται «Ε. Κατάσταση Οικονομικής Θέσης των Εταιρειών» στην συνέχεια γίνεται αναφορά μόνο στην Εταιρεία. · Στην σελίδα 13 υπό τον τίτλο «Η. Δρώσα οικονομική μονάδα» γίνεται αναφορά και στις δύο εταιρείες γενικά δηλ. χωρίς να διακρίνονται. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι και οι δύο παρουσιάζουν κέρδη και τι δέον γενέσθαι ώστε να καταστούν βιώσιμες. Στα πλαίσια αυτά αναφέρεται δε ότι οι πιστωτές των δύο εταιρειών θα χρειαστεί να αποδεχτούν αποπληρωμή των υφιστάμενων χρεών σε βάθος χρόνου ενώ είναι πιθανό να χρειαστεί και κούρεμα των χρεών των εταιρειών. Να σημειωθεί όμως ότι πουθενά αλλού δεν γίνεται αναφορά σε πιστωτές ή χρέη της Y.C. · Στην συνέχεια της Έκθεσης όλες οι αναφορές γίνονται για την Εταιρεία (Πιστωτές, Χρηματοδότηση, Δικαστικές Διαδικασίες και Γενικό Σχέδιο Αναδιάρθρωσης). · Αναφορά γίνεται ξανά στην Y.C. στις σελ. 20-21, στο Μέρος Λ που αφορά «Μέτρα που λήφθηκαν για την επιβίωση της Εταιρείας», όπου όμως και πάλι δεν δίδονται λεπτομέρειες ως προς το πώς ακριβώς λειτουργεί η Y.C. σε σχέση με την Εταιρεία, · Ακόμη και στο τελευταίο μέρος της έκθεσης υπό τον τίτλο «Ν. Συνοπτική Παρουσίαση» γίνεται αναφορά μόνο στην Εταιρεία, εκτός ενός σημείου όπου αναφέρεται γενικά και αόριστα ότι παρουσιάζεται μια γενική πρόταση προς τους πιστωτές «των εταιρειών». Η πιο πάνω εικόνα, με την έλλειψη αναφοράς σε λεπτομέρειες και επεξήγησης συγκεκριμένων στοιχείων για την Y.C., κρίνεται ουσιώδης καθότι, λαμβάνοντας υπόψην και τα όσα επίσης ανεπαρκώς παραθέτουν σχετικά οι Αιτητές στην ένορκη τους δήλωση αλλά και το δεδομένο ότι η Y.C. εργοδοτεί από την 1.10.17 τους εργοδοτούμενους της Εταιρείας, δεν γίνεται αντιληπτό κατά πόσο και πως η Εταιρεία ασκεί πλέον οικονομικές δραστηριότητες και πως αυτές σχετίζονται με την Y.C., θέμα που είναι απολύτως σχετικό και με την ύπαρξη εύλογης προοπτικής επιβίωσης. Ένα άλλο θέμα που εγείρεται και συνδέεται με το αμέσως προαναφερόμενο είναι η υποχρέωση, δυνάμει του άρθρου 202Β
(4)(θ), στην Έκθεση να περιλαμβάνεται η γνώμη του εμπειρογνώμονα, κατά πόσο τα γεγονότα που αποκαλύπτονται δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση, έχοντας υπόψη την διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 311 του Κεφ. 113. Να λεχθεί ότι σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη εάν κατά την πορεία της εκκαθάρισης εταιρείας φαίνεται ότι οποιαδήποτε εργασία της εταιρείας διεξήχθη µε πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών της εταιρείας ή για οποιοδήποτε δόλιο σκοπό, το Δικαστήριο µετά από αίτηση δύναται, αν το θεωρεί ορθό να το κάνει µε τον τρόπο αυτό, να δηλώσει ότι οποιαδήποτε πρόσωπα που εσκεµµένα έλαβαν µέρος στη διεξαγωγή της εργασίας µε τον πιο πάνω αναφερόµενο τρόπο είναι προσωπικά υπεύθυνα, χωρίς οποιοδήποτε περιορισµό ευθύνης, για όλα ή οποιαδήποτε χρέη ή υποχρεώσεις της εταιρείας που το Δικαστήριο δυνατό να διατάξει. Σε σχέση με το πιο πάνω, ως φαίνεται άλλωστε και από την σχετική αλληλογραφία του κ. Κόκκινου με τον Παραλήπτη (βλ. Παράρτημα 10(στ), ο τελευταίος αφού ο πρώτος του ζήτησε στοιχεία, έθεσε υπόψην αυτού με επιστολή του ημερ. 29.11.17, μεταξύ άλλων και διάφορα συγκεκριμένα γεγονότα και στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και άλλων σχετικών δόλιων ενεργειών, τα οποία έλαβαν χώραν και περιήλθαν στην αντίληψη του Παραλήπτη μετά τον διορισμό του. Παρά ταύτα ο κ. Κόκκινος στην Έκθεση του (σελ. 19Α), υπό τον τίτλο «Άρθρο 311 του Περί Εταιρειών Νόμου» αναφέρεται σε διαπιστώσεις που έκανε, χωρίς να κάνει αναφορά στους ισχυρισμούς του Παραλήπτη και κατ' επέκταση χωρίς να διατυπώνει την απαραίτητη εκ του νόμου γνώμη του κατά πόσο τα γεγονότα που του αποκαλύφθηκαν δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω κενών στην Έκθεση, εξετάζοντας τα όσα αναφέρονται σε αυτήν για το κρίσιμο θέμα της ύπαρξης εύλογης προοπτικής επιβίωσης της Εταιρείας ως δρώσας οικονομικής μονάδας, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Είναι ξεκάθαρο και αποτελεί άλλωστε και την γνώμη του κ. Κόκκινου ότι για να καταστεί βιώσιμη η Εταιρεία και για να έχει εύλογη προοπτική επιβίωσης ως δρώσα οικονομική μονάδα είναι απαραίτητο να γίνουν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(1)οι πιστωτές της, εξασφαλισμένοι και μη, να αποδεχτούν διακανονισμούς αποπληρωμής των υφιστάμενων χρεών της, σε βάθος χρόνου καθώς και κούρεμα των υποχρεώσεων της Εταιρείας απέναντι τους και
(2)η Εταιρεία να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, υπό την μορφή επιπρόσθετου δανεισμού, ύψους €1,800,
  1. Όσον δε αφορά το υπ' αρ. 1, το Σχέδιο προβλέπει την αποδοχή εκ μέρους των πιστωτών κουρέματος: (ι) ύψους 15% όσον αφορά τα υφιστάμενα χρέη προς την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και την ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ και (ιι) ύψους 43% όσον αφορά τα χρέη προς τους πιστωτές εμπορίου και άλλους. Όσον δε αφορά την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ γίνεται λόγος για «διαγραφή» ποσού €2,537,059, χωρίς να εξηγείται κατά πόσο αυτό είναι κούρεμα ή τι ακριβώς είναι. Πάντως με δεδομένο ότι το χρέος που αναφέρεται στην Έκθεση ότι οφείλεται στην εν λόγω τράπεζα είναι €6,112,059, η πιο πάνω «διαγραφή» αποτελεί πέραν του 41% του χρέους. Είναι επίσης προφανές ότι για να γίνουν τα αμέσως προαναφερόμενα απαιτείται σχετική συμφωνία με τους πιστωτές, κάτι που δεν διαφαίνεται να υπάρχει αυτή την στιγμή. Να αναφέρω ενδεικτικά σε σχέση με αυτό ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ διαφωνεί ακόμη και για το ύψος του οφειλόμενου σε αυτήν συνολικού ποσού αλλά και για την αξία των ακινήτων που προτείνεται να λάβει. Ακόμη όμως και να υπήρχε συμφωνία με τους πιστωτές ή το θέμα αυτό να μπορούσε να τεθεί προς εξέταση σε μεταγενέστερο στάδιο της προβλεπόμενης από το Μέρος IVA του Κεφ. 113 διαδικασίας, το όλο εγχείρημα δεν φαίνεται να έχει εύλογες προοπτικές επιτυχίας και εξηγώ. Θα εξακολουθούσε να υπάρχει και μάλιστα ως εκ των ων ουκ άνευ, η αναγκαιότητα λήψης χρηματοδότησης με την μορφή περαιτέρω δανεισμού ύψους €1,800,
  2. Αυτό το ποσό θα χρησιμοποιηθεί για να γίνουν οι προαναφερόμενες πληρωμές και να υλοποιηθεί το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης αλλά και για να υπάρχει ένα κεφάλαιο κίνησης για την συνέχιση των εμπορικών συναλλαγών της Εταιρείας. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται ως προς τούτο είναι κατά πόσο υπάρχει τουλάχιστον εύλογη πιθανότητα εξασφάλισης τέτοιου δανεισμού από την Εταιρεία. Αναφορικά με αυτό η Έκθεση περιορίζεται στο να αναφέρει ότι έχουν «βολιδοσκοπηθεί χρηματοδοτικοί οργανισμοί και είναι πρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν την Εταιρεία με το πιο πάνω ποσό». Καμία άλλη μαρτυρία δεν έχει τεθεί σχετικά από πλευράς των Αιτητών. Είναι όμως αυτό ικανοποιητικό ώστε να καταδείξει την ύπαρξη της προαναφερόμενης εύλογης πιθανότητας; Λαμβανομένων υπόψην των οικονομικών περιστάσεων της Εταιρείας, ως εκτίθενται στην Έκθεση αλλά και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Αυτό γιατί ως αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, μετά την πρώτη Έκθεση Βιωσιμότητας που ετοιμάσθηκε για την Εταιρεία (δηλ. μετά τις 24.4.17), αυτή αποτάθηκε σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα για χρηματοδότηση της, πλην όμως έλαβε αρνητικές απαντήσεις γιατί τόσο η ίδια όσο και οι μέτοχοι της ήταν καταχωρημένοι στο σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ», με αποτέλεσμα η Εταιρεία να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της τόσο έναντι των προμηθευτών της όσο και των πιστωτών της. Περαιτέρω στις 12.10.17 η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, με την οποία κυρίως συνεργαζόταν η Εταιρεία τα προηγούμενα χρόνια, διόρισε τον Παραλήπτη για ολόκληρη την περιουσία αυτής, στην βάση δύο ομολόγων επιβάρυνσης. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις που δείχνουν αδυναμία εξασφάλισης χρηματοδότησης από την ίδια την Εταιρεία, είτε μέσω των μετόχων αυτής, η γενική, αόριστη και χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία αναφορά σε «βολιδοσκόπηση χρηματοδοτικών οργανισμών, που είναι πρόθυμοι για χρηματοδότηση» δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετή ώστε να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη εύλογης πιθανότητας για τέτοια χρηματοδότηση. Ως δε έχει ήδη λεχθεί στο εν λόγω ποσό θα περιλαμβάνεται και ένα ποσό €300,000 το οποίο θα χρησιμοποιηθεί ως κεφάλαιο κίνησης για να μπορέσει η Εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της κατά τη διάρκεια της περιόδου προστασίας. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω ότι σύμφωνα με το άρθρο 202Β
(4)(ι), στην Έκθεση πρέπει να δίδονται λεπτοµέρειες όχι μόνο της έκτασης της χρηµατοδότησης που απαιτείται για τον σκοπό αυτό αλλά και για τις πηγές αυτές. Στην παρούσα όμως, πέραν του ότι το ποσό των €300,000 αναφέρεται χωρίς οποιεσδήποτε σχετικές διευκρινίσεις ή λεπτομέρειες, προφανώς δεν δίδονται λεπτομέρειες για την πηγή της χρηµατοδότησης. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα την κρισιμότητα της εξασφάλισης πρόσθετης χρηματοδότητης για το υπό εξέταση θέμα, κρίνω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι η Εταιρεία και ολόκληρη ή οποιοδήποτε µέρος της επιχείρησης αυτής, έχει εύλογη προοπτική επιβίωσης ως δρώσα οικονομική μονάδα. Πριν ολοκληρώσω την ενότητα αυτή κρίνω ότι θα πρέπει να λεχθούν και τα εξής: Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Examinerships (Second edition, Revised) σελ. 34, ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας, όπως κάθε εμπειρογνώμονας που εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου, ενέχει καθήκον καλής πίστης και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί σε αυτό το καθήκον και τον επαγγελματισμό του εμπειρογνώμονα, κατά την αξιολόγηση του βάρους που θα προσδώσει στην έκθεση του. Με δεδομένο δε ότι η έκθεση αυτή προορίζεται να καθοδηγήσει το Δικαστήριο και ως εκ τούτου ασκεί σημαντική επίδραση, αυτή θα πρέπει να ετοιμάζεται με κάθε επιμέλεια. Το πρόσωπο που ετοιμάζει λοιπόν τέτοιες εκθέσεις θα πρέπει όχι μόνο να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 202Β
(4), ως προς το περιεχόμενο της έκθεσης αλλά υπέχει και καθήκον να πράττει τούτο και να προβάλει την γνώμη του με αντικειμενικότητα. Δεν είναι τυχαίο που ο Νόμος ορίζει ότι η έκθεση γίνεται από «ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα». Η πρόνοια αυτή γίνεται, λαμβανομένης υπόψην της κρισιμότητας της έκθεσης στην υποβοήθηση του έργου του Δικαστηρίου, ώστε αυτό να μπορέσει να αποφασίσει ορθά και δίκαια και έτσι να ευοδωθούν οι σκοποί του Νόμου. Στην παρούσα, πέραν των κενών που προαναφέρθηκαν, ο κ. Κόκκινος, δυστυχώς πρέπει να πω, δεν περιορίστηκε στο να καταρτίσει την Έκθεση και να προβάλει σε αυτήν την γνώμη του αλλά προέβη σε κάποια σχόλια, τα οποία εύλογα δημιουργούν την εντύπωση ότι τάσσεται με το μέρος των Αιτητών και κατ' επέκταση για έλλειψη αντικειμενικότητας του. Αναφέρομαι στο γεγονός ότι στο μέρος της Έκθεσης υπό τον τίτλο «Κ. Δικαστικές Διαδικασίες» που αφορούν την Εταιρεία, δεν περιορίσθηκε στην παράθεση αυτών αλλά ανέφερε ότι μετά την καταχώρηση αγωγής από την Εταιρεία εναντίον της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, η τελευταία «εκδικητικά διόρισε στις 12/10/2017 βάση ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης Διαχειριστή Παραλήπτη τον κ. Μιχάλη Λοϊζίδη και ο οποίος στις 16/10/2017 καταχώρησε την υπ. Αρ. 2928/17 αγωγή Ε.Δ. Λ/σού εναντίον των Μετόχων και/ή Αξιωματούχων της Εταιρείας». Παρά το ότι η πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με την εύλογη προοπτική επιβίωσης της Εταιρείας ως δρώσας οικονομικής μονάδας, κρίνει μοιραία και την τύχη της Αίτησης εντούτοις για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω και τα υπόλοιπα θέματα που εγέρθηκαν. Καλή πίστη - Αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Αποτελεί κοινή θέση τόσο της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ όσο και του Παραλήπτη ότι οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα μη αποκαλύπτοντας ουσιώδη γεγονότα, με κακή πίστη και με αλλότριους σκοπούς. Συγκεκριμένα υποστηρίζουν ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε με σκοπό να εμποδισθεί ο Παραλήπτης να εκτελέσει δεόντως τα καθήκοντα του και να εξουδετερωθούν τα Διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον των Αιτητών στα πλαίσια της Αγωγής 2928/2017. Ως προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 202Ζ, το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί την ακρόαση ή τη συνέχιση της ακρόασης της Αίτησης, εάν κριθεί ότι κατά την ετοιµασία ή υποβολή της ή κατά την ετοιµασία της έκθεσης του ανεξάρτητου εµπειρογνώµονα, ο αιτητής ή ο ανεξάρτητος εµπειρογνώµονας έχει παραλείψει να αποκαλύψει οποιεσδήποτε πληροφορίες που είναι διαθέσιµες σε αυτόν, οι οποίες είναι ουσιώδεις για την άσκηση από το Δικαστήριο των εξουσιών του σύµφωνα µε τον Νόµο αυτό, ή δεν ενήργησε µε καλή πίστη. Ως δε προκύπτει από την απόφαση του High Court στην In the Matter of JJ Red Holdings Limited [2016] IEHC 52, παράλειψη ενέργειας με καλή πίστη ή αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων αποτελούν παράγοντες που λαμβάνονται υπόψην στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Examinerships σελ. 75, οι Αιτητές έχουν καθήκον να ενεργούν με καλή πίστη καθόλη την διάρκεια της παρουσίασης και ακρόασης της αίτησης. Αυτή η υποχρέωση υπάρχει ανεξάρτητα από τον Νόμο σαν καθήκον που οφείλεται από αυτούς που αποτείνονται στο Δικαστήριο επιζητώντας να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για να τους παράσχει θεραπεία. Η υποχρέωση υφίσταται και κατά το αμέσως προηγούμενο χρόνο, που οδήγησε στην καταχώρηση της αίτησης. Σχετικό με τα πιο πάνω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του High Court στην In the Matter of Traffic Group Ltd [2007] IEHC 445: «5.3 That the actions of those responsible for running the company in the immediate lead up to the presentation of a petition in respect of an examinership and any failure to properly disclose all relevant facts in such an application, are factors which the court can properly take into account is, therefore, clear. However, there must also be weighed in the balance, as Costello J., pointed out in Selukwe, the underlying object of the legislation. 5.4 It is important to note that the Act is not designed to immunise the principals or shareholders of a company from the consequences of the company concerned getting into financial difficulties. The value which shareholders may have in a company (whether they are involved in its management or not) may, in practise, be extinguished or greatly diminished by bad judgment in investing in the company in the first place, by bad management (either on the part of the investors themselves or those whom they trusted to run the company) or, indeed, plain bad luck. Whatever may be the cause, it does not seem to me that it is any part of purpose of the Act to solve the difficulties of such shareholders howsoever those difficulties may have arisen. If the Act were so designed it might well give some truth to the verse penned at the time of the introduction of limited liability companies into our legal scheme, which suggested that such companies amounted to a conspiracy by gentlemen (and at the relevant time it almost always would have been gentlemen or those who claimed to be such) whereby they met together to decide by how much they would not pay their debts. 5.5 It is clear that the principal focus of the legislation is to enable, in an appropriate case, an enterprise to continue in existence for the benefit of the economy as a whole and, of equal, or indeed greater, importance to enable as many as possible of the jobs which may be at stake in such enterprise to be maintained for the benefit of the community in which the relevant employment is located. It is important both for the court and, indeed, for examiners, to keep in mind that such is the focus of the legislation. It is not designed to help shareholders whose investment has proved to be unsuccessful. It is to seek to save the enterprise and jobs. Στην απόφαση του High Court στην In the Matter of Step One Permanent Solutions [2015] IEHC 284, λέχθηκε σχετικά ότι δεν συνιστά υπεράσπιση στην αποτυχία να επιδειχθεί καλή πίστη, το ότι η εταιρεία είναι κατάλληλη για να διορισθεί εξεταστής. Το βάρος είναι δε στους ώμους του προσώπου που το επικαλείται να δείξει αποτυχία αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή ότι δεν ενήργησε με καλή πίστη ο Αιτητής. Τέλος στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The exercise of examining the "motive" in presenting the petition does not in my view involve the court considering the subjective intention or conscious purpose of the petition, but can involve looking at the probable outcome of the petition and whether that might have as a collateral effect the mischief to which Denham J. referred. It is not necessary for the court to rest its discretionary approach on a finding of actual subjective motive in the true sense. If the effect of the appointment of an examiner is to set at naught a court order or compromise of court proceedings recently entered into, there is a real risk that the process would in its practical effect fail to further the administration of justice, and amount to a collateral attack on previous judgments, orders or compromise». Οι ενδεχόμενες και μάλιστα δραστικές συνέπειες της καταχώρησης αίτησης όπως η παρούσα, επί του ήδη διορισμένου Παραλήπτη, εκτίθενται στο άρθρο 202Ι
(1). Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγµα θεωρεί πρέπον συµπεριλαµβανοµένου διατάγµατος, το οποίο να διατάσσει όπως: (α) ο παραλήπτης παύσει να ενεργεί ως παραλήπτης, (β) ο παραλήπτης ενεργεί ως τέτοιος µόνο αναφορικά µε ορισµένα στοιχεία ενεργητικού, (γ) ο παραλήπτης παραδώσει στον εξεταστή όλα τα βιβλία, έγγραφα και άλλα αρχεία που σχετίζονται µε την περιουσία ή επιχείρηση της εταιρείας, τα οποία ευρίσκονται στην κατοχή και στον έλεγχό του και (δ) ο παραλήπτης δώσει στον εξεταστή πλήρεις λεπτοµέρειες όλων των συναλλαγών του αναφορικά µε την περιουσία και την επιχείρηση της εταιρείας. Για σκοπούς δε εξέτασης του όλου θέματος θα πρέπει να γίνει αναφορά και στο ιστορικό της υπόθεσης, τόσο μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης αλλά και μεταγενέστερα. Αυτό, ως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, στο μέτρο που τα γεγονότα δεν είναι αντικρουόμενα και αμφισβητούμενα αλλά και από τον φάκελο της υπόθεσης, έχει ως ακολούθως: Σύμφωνα με τους Αιτητές η Εταιρεία συνεστήθη και ενεγράφη στις 9.5.69, ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές. Συνεργαζόταν αποκλειστικά και διεκπεραίωνε όλες τις τραπεζικές της συναλλαγές τόσο με την ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ όσο και με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ και μετά την διάλυση της πρώτης και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016 μόνο με την δεύτερη. Για τους σκοπούς των δραστηριοτήτων της προέβηκε σε σύναψη δανείων, άνοιγμα χρεωστικού τρεχούμενου λογαριασμού και λογαριασμού προεξόφλησης τιμολογίων και με τις δύο προαναφερόμενες τράπεζες. Προς εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων είχαν συσταθεί και εγγραφεί προς όφελος των δύο τραπεζών υποθήκες ακινήτων της Εταιρείας καθώς και υποθήκες ακινήτων και προσωπικές εγγυήσεις των Αιτητών. Επίσης συστάθηκαν και ενεγράφησαν προς όφελος της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ δύο ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 5.3.06 (για το ποσό των €598,000) και 13.3.08 (για το ποσό των €350,000). Λόγω της οικονομικής κρίσης που άρχισε τον Μάρτιο του 2013 και της αναστολής των εργασιών μεγάλου ποσοστού των κύριων πελατών της, οι οποίοι ήταν εργολάβοι οικοδομών, η Εταιρεία αδυνατεί να εξοφλήσει τα χρέη της και να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι των πιστωτών της, με το συνολικό ύψος των οφειλών της να ανέρχεται στα €7.413.
  1. Να σημειωθεί ότι ένας εκ των πιστωτών της, η Ελληνική εταιρεία BERLING Α.Β.Ε.Ε. καταχώρησε στις 7.7.16, εναντίον της Εταιρείας, την Αίτηση Εκκαθάρισης 391/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων η Εταιρεία διόρισε ειδικό για ετοιμασία Έκθεσης Βιωσιμότητας, η οποία ετοιμάσθηκε στις 24.4.
  2. Στη βάση της εν λόγω Έκθεσης αποτάθηκε σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα για χρηματοδότηση της, πλην όμως έλαβε αρνητικές απαντήσεις καθότι τόσο η ίδια όσο και οι μέτοχοι της ήταν καταχωρημένοι στο σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ». Αυτό είχε ως συνέπεια να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της τόσο έναντι των προμηθευτών της από το εξωτερικό όσο και των πιστωτών της, με περαιτέρω αποτέλεσμα να διακόψει την συνεργασία της με πέντε βασικούς προμηθευτές από το εξωτερικό, με επακόλουθες δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και μεγάλη πτώση των πωλήσεων ειδικότερα εξειδικευμένων υλικών. Η Εταιρεία αρκετές φορές ζήτησε συνάντηση με αξιωματούχους της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ για επίλυση των οποιονδήποτε μεταξύ τους διαφορών και σε συνάντηση στα μέσα Φεβρουαρίου του 2017, αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας προέβηκαν σε πρόταση για απομείωση του συνολικού χρέους εφόσον μεταβιβαζόταν στην τράπεζα όλη η ακίνητη περιουσία που ήταν υποθηκευμένη, πρόταση η οποία απορρίφθηκε καθότι, σύμφωνα πάντα με τους Αιτητές, η περιουσία αυτή υπερέβαινε κατά πολύ τις απαιτήσεις της τράπεζας. Η Εταιρεία ζήτησε τότε όπως η τράπεζα προβεί σε αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμών ώστε να εξακριβωθεί το πραγματικό οφειλόμενο υπόλοιπο και οι αξιωματούχοι της τράπεζας υποσχέθηκαν να το πράξουν. Εν τούτοις δεν το έπραξαν με αποτέλεσμα η Εταιρεία να τερματίσει τους λογαριασμού της και στις 3.3.17 ήγειρε εναντίον της εν λόγω τράπεζας, την Αγωγή 563/2017 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Για να συνεχίσει δε απρόσκοπτα τις εργασίες της και προς αντιμετώπιση των οικονομικών της προβλημάτων η Εταιρεία συνέχισε να διεκπεραιώνει τις τραπεζικές της συναλλαγές μόνο με την EUROBANK. Ενόψει των ανωτέρω και της αδυναμίας εξασφάλισης από την Εταιρεία και τους Αιτητές, οποιωνδήποτε τραπεζικών διευκολύνσεων, αφού λήφθηκε υπόψη η προαναφερόμενη Έκθεση Βιωσιμότητας, συστάθηκε και ενεγράφη στις 3.7.17, η Y.C., με μοναδικό μέλος διευθυντή και γραμματέα, την θυγατέρα των Αιτητών, ώστε η εν λόγω εταιρεία να μπορέσει να εξασφαλίσει τραπεζικές διευκολύνσεις και να εισάγει τα εξειδικευμένα υλικά δια λογαριασμό της και δια λογαριασμό της Εταιρείας ως επίσης και για συνέχιση της εργοδότησης των 26 υπαλλήλων της Εταιρείας από την Y.C. Η Y.C. θα αναλάμβανε και την συνέχιση συμβολαίων προμήθειας υλικών από το εξωτερικό. Η Y.C. για σκοπούς των δραστηριοτήτων της προέβηκε στην ενοικίαση μέρους των υποστατικών της Εταιρείας με ενοικιαστήρια συμβόλαια. Επίσης η Εταιρεία σταμάτησε την λειτουργία 2 καταστημάτων της με αποτέλεσμα την σημαντική μείωση των λειτουργικών εξόδων της. Στις 12.10.17 η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ απέστειλε επιστολή στους Διευθυντές της Εταιρείας αξιώνοντας το ποσό των €5.515.322 και την ίδια μέρα διόρισε τον Παραλήπτη, για ολόκληρη την περιουσίας της Εταιρείας, στην βάση των δύο ομολόγων επιβάρυνσης. Στις 16.10.17 ο Παραλήπτης, λόγω μη παραλαβής της Εταιρείας, καταχώρησε την Αγωγή 2928/17 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με Ενάγοντα τον ίδιο και την Εταιρεία και Εναγόμενους τους Αιτητές, προς αναγνώριση της νομιμοποίησης του ως Παραλήπτη. Την ίδια ημέρα στα πλαίσια της ίδιας Αγωγής, το Δικαστήριο έκδωσε εναντίον των Αιτητών προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα. Στις 31.10.17 ο Παραλήπτης απέστειλε επιστολή στους Αιτητές, όπου μεταξύ άλλων τους παρακαλούσε όπως λάβει ενημέρωση αναφορικά με όλες τις νομικές υποθέσεις της Εταιρείας προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσο ο χειρισμός τους εμπίπτει εντός των καθηκόντων του. Σύμφωνα με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, έγιναν προσπάθειες και συμφωνίες για αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων της Εταιρείας τόσο πριν την έναρξη της οικονομικής κρίσης όσο και μετά, μέχρι και τον Οκτώβριο του
  3. Στην συνέχεια έγιναν νέες προσπάθειες αναδιάρθρωσης. Κατά ή περί τα τέλη του 2016 και αρχές του 2017 ακολούθησαν διάφορες συναντήσεις μεταξύ των Αιτητών και της τράπεζας με σκοπό την εξεύρεση πιθανών τρόπων αποπληρωμής των υποχρεώσεων της Εταιρείας και μεταξύ άλλων, συζητείτο και το ενδεχόμενο παραχώρησης των ενυπόθηκων ακινήτων έναντι των υποχρεώσεων της Εταιρείας. Κατά τις εν λόγω συναντήσεις κατέστη ξεκάθαρο εκ μέρους της τράπεζας πως δεν ήταν εφικτό να χορηγηθεί οποιοσδήποτε περαιτέρω δανεισμός στην Εταιρεία και ότι ήταν επάναγκες όπως η Εταιρεία προτείνει μια ολοκληρωμένη λύση σε σχέση με τις υποχρεώσεις της. Στην συνέχεια στις 3.3.17 η Εταιρεία, απέστειλε προς την τράπεζα επιστολή με την οποία ανέφερε ότι τερμάτιζε τις συμφωνίες παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων καθώς επίσης και όλες τις παρεπόμενες συμφωνίες υποθηκών και εγγυήσεων και την ίδια ημέρα καταχώρησε την Αγωγή 563/
  4. Ενόψει των ανωτέρω οι διαπραγματεύσεις για νέα αναδιάρθρωση εγκαταλείφθηκαν. Η Εταιρεία συνέχισε να μην συμμορφώνεται με τους όρους των συμφωνιών παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων με αποτέλεσμα η τράπεζα στις 15.6.17 να τερματίσει αυτές και να απαιτήσει την άμεση καταβολή των οφειλόμενων. Στην συνέχεια η τράπεζα ενεργοποίησε τις πρόνοιες των δύο ομολόγων και στις 12.10.17 αφού επέδωσε στην Εταιρεία σχετική ειδοποίηση απαίτησης χρέους, προχώρησε στον διορισμό του Παραλήπτη. Λόγω της άρνησης των Αιτητών να παραδώσουν στον Παραλήπτη την επιχείρηση και τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας, στις 16.10.17 καταχωρήθηκε η Αγωγή 2928/2017 και ταυτόχρονα δύο μονομερείς αιτήσεις για προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, εξέδωσε τέτοια διατάγματα στις 16.10.17 και 23.10.
  5. Στις 24.10.17, η Εταιρεία καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την Αγωγή 2980/2017 εναντίον τόσο της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ όσο και του Παραλήπτη, με την οποία ζητείται μεταξύ άλλων η ακύρωση του διορισμού του. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν την ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος ημερ. 23.10.17 αλλά ούτε και την αμέσως προαναφερόμενη Αγωγή τους. Ως δε προκύπτει από τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο Παραλήπτης, οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν τις επικοινωνίες που αυτός είχε μαζί τους από την ημέρα του διορισμού του μέχρι και την καταχώρηση της Αίτησης, ούτε και την άρνηση τους να συνεργαστούν και να του παραδώσουν τον έλεγχο, τα βιβλία, πληροφορίες και τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας, η οποία οδήγησε στην έγερση εκ μέρους του της Αγωγής 2928/2017 και στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 16 και 23.10.
  6. Περαιτέρω προκύπτει ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν ότι δεν συμμορφώθηκαν με τα προαναφερόμενα διατάγματα. Ένα άλλο θέμα στο οποίο οι Αιτητές δεν προβαίνουν σε πλήρη αποκάλυψη, περιοριζόμενοι στα πιο πάνω αναφερόμενα και σε μια γενική δήλωση ότι οι εργασίες των δύο εταιρειών ως διεκπεραιώνονται σήμερα δεν μπορούν να διακριθούν εύκολα (για να καταδείξουν ότι είναι σχετιζόμενες), είναι ως προς το ποιες ακριβώς είναι οι οικονομικές δραστηριότητες της Y.C., με ποιο τρόπο, κεφάλαια και προϊόντα τις ασκεί, που καταλήγουν τα έσοδα από τις εργασίες της και ποια τελικά είναι ακριβώς στην πράξη η σχέση ή η συνεργασία της με την Εταιρεία. Ως έχει προαναφερθεί τα πιο πάνω δεν καθορίζονται ούτε στην Έκθεση του κ. Κόκκινου, με αποτέλεσμα να μην είναι αντιληπτό κατά πόσο και πως η Εταιρεία ασκεί πλέον οικονομικές δραστηριότητες και πως αυτές σχετίζονται με την Y.C., θέμα που είναι απολύτως σχετικό με την ύπαρξη εύλογης προοπτικής επιβίωσης της Εταιρείας ως δρώσας οικονομικής μονάδας αλλά και με το θέμα που εγείρεται αναφορικά με την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, μετά τον διορισμό του Παραλήπτη. Περαιτέρω ως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, στις 23.11.17, δηλ. μετά την καταχώρηση της Αίτησης, οι Αιτητές καταχώρησαν μονομερή αίτηση στην βάση της οποίας εκδόθηκε την 1.12.17 διάταγμα διορισμού του κ. Λιβέρα ως Εξεταστή της Εταιρείας επί προσωρινής βάσεως. Στην ίδια αίτηση ζητούσαν επίσης και προσωρινό διάταγμα που να αναστέλλει τις εξουσίες και/ή την άσκηση των καθηκόντων του Παραλήπτη, το οποίο τελικά δεν προώθησαν. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αυτή, μια εκ των Αιτητών αναφέρει μεταξύ άλλων, για να στηρίξει την αίτηση της για αναστολή των εξουσιών του Παραλήπτη, ότι υπάρχει κίνδυνος αυτός να αξιώσει την εκτέλεση του διατάγματος ημερ. 16.10.17 και να λάβει κατοχή της Εταιρείας προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της τράπεζας που τον διόρισε. Από τα πιο πάνω προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία είναι κατά την κρίση μου ουσιώδη για το υπό εξέταση θέμα:
  7. Ενώ η Εταιρεία αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία χρονολογούνται από την έναρξη της οικονομικής κρίσης τον Μάρτιο του 2013 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, οι Αιτητές δεν προχώρησαν στην καταχώρηση της Αίτησης ενώ μπορούσαν να πράξουν τούτο, είτε σε εύλογο χρόνο μετά την θέσπιση τέτοιου δικαιώματος με τον Νόμο 62(Ι)/15, είτε μεταγενέστερα όταν τερμάτισαν οι ίδιοι την συνεργασία τους με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ και καταχώρησαν εναντίον της την Αγωγή 563/2017 στις 3.3.17, είτε μετά τις 24.4.17 όταν απέτυχε η προσπάθεια για εξασφάλιση χρηματοδότησης της Εταιρείας, είτε ακόμη πιο μετά όταν στις 15.6.17 η εν λόγω τράπεζα τερμάτισε τις τραπεζικές διευκολύνσεις προς την Εταιρεία. Δεν προχώρησαν δηλ. στην καταχώρηση της παρούσας ενώ μπορούσαν και λογικά θα έπρεπε να το πράξουν, παρά μόνο μετά τον διορισμό του Παραλήπτη στις 12.10.17 και μετά την έκδοση εναντίον τους των προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 16 και 23.10.17, στα πλαίσια της Αγωγής 2928/2017, η οποία καταχωρήθηκε λόγω της άρνησης τους να συνεργαστούν και να παραδώσουν στον Παραλήπτη τον έλεγχο και τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας.
  8. Οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα όπως την άρνηση τους να συνεργασθούν και να επιτρέψουν στον Παραλήπτη να ασκήσει τα καθήκοντα του καθώς και το ότι εκδόθηκε εναντίον τους και προσωρινό διάταγμα στις 23.10.17 αλλά και το γεγονός ότι δεν συμμορφώθηκαν με τα προαναφερόμενα προσωρινά διατάγματα.
  9. Οι Αιτητές απέκρυψαν επίσης ότι στις 24.10.17 καταχώρησαν την Αγωγή 2980/2017 εναντίον, τόσο της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ όσο και του Παραλήπτη, με την οποία ζητείται μεταξύ άλλων και η ακύρωση του διορισμού του τελευταίου.
  10. Οι δύο Αγωγές που οι Αιτητές ήγειραν ήτοι η 563/2017 και 2980/2017, καταχωρήθηκαν διά Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και μέχρι σήμερα δεν έχουν προωθηθεί με την καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης.
  11. Οι Αιτητές περαιτέρω δεν προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη όσον αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες της Y.C. και ποια τελικά είναι ακριβώς στην πράξη η σχέση ή η συνεργασία της με την Εταιρεία, γεγονός άμεσα σχετικό και με το θέμα που εγείρεται από τον Παραλήπτη για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, μετά τον διορισμό του.
  12. Στα πλαίσια της αίτησης τους ημερ. 23.11.17, με σκοπό να υποστηρίξει το αίτημα για αναστολή των εξουσιών και/ή άσκησης των καθηκόντων του Παραλήπτη, μια εκ των Αιτητών αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι υπάρχει κίνδυνος ο Παραλήπτης να αξιώσει την εκτέλεση του διατάγματος ημερ. 16.10.17 και να λάβει κατοχή της Εταιρείας προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της τράπεζας που τον διόρισε. Τα πιο πάνω είναι ενδεικτικά των κινήτρων των Αιτητών στην καταχώρηση της παρούσας και δείχνουν, κατά την κρίση μου, ότι πράγματι η Αίτηση δεν καταχωρήθηκε καλόπιστα για σκοπούς προστασίας της Εταιρείας και των πιστωτών της αλλά για να εξυπηρετήσει αλλότρια και ξένα προς τους σκοπούς του Νόμου κίνητρα και συγκεκριμένα για να εμποδίσει τον Παραλήπτη να ασκήσει τις εξουσίες του και να εκτελέσει τα καθήκοντα του αλλά και για να εξουδετερώσει ή να καταστήσει άνευ αντικειμένου τα Διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον των Αιτητών στα πλαίσια της Αγωγής 2928/
  13. Νομιμοποίηση έγερσης της Αίτησης όσον αφορά την Y.C. και παράδοση της προνοούμενης από το Νόμο Ειδοποίησης Σύμφωνα με το άρθρο 202Β
(1)τέτοια Αίτηση μπορεί να υποβληθεί από: (α) την εταιρεία, ή (β) πιστωτή ή ενδεχόµενο ή µελλοντικό πιστωτή, συµπεριλαµβανοµένου εργοδοτούµενου της εταιρείας, ή (γ) µέλη της εταιρείας που κατέχουν, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σύµφωνα µε το άρθρο 202Α, όχι λιγότερο από το ένα δέκατο του καταβληθέντος κεφαλαίου της εταιρείας που, κατά το χρόνο εκείνο, φέρει δικαίωµα ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της εταιρείας, ή (δ) εγγυητή οποιωνδήποτε υποχρεώσεων της εταιρείας, ή (ε) από όλα τα πιο πάνω µέρη, µαζί ή ξεχωριστά. Με την παρούσα Αίτηση ζητείται Διάταγμα διορισμού Εξεταστή όχι μόνο για την Εταιρεία αλλά και για την «Y.C. PERATICOS TRADING LTD ως σχετιζόμενης εταιρείας». Συνεπώς θα έπρεπε κατά την κρίση μου η Αίτηση να γίνεται και από κάποιο από τα ως άνω καθοριζόμενα εκ του Νόμου πρόσωπα, που να έχουν τέτοια ιδιότητα ως προς την Y.C. Οι Αιτητές είναι οι δύο μέτοχοι της Εταιρείας αλλά δεν έχουν οποιαδήποτε από τις ιδιότητες που τους νομιμοποιεί ώστε να καταχωρήσουν την Αίτηση και για την Y.C. Το γεγονός και μόνο ότι η Y.C. έχει ως μόνο μέτοχο στενό συγγενικό πρόσωπο των Αιτητών, δεν μεταβάλλει κατά την κρίση μου τα πιο πάνω. Συνεπώς θα συμφωνήσω με την θέση των Ενδιαφερομένων Μερών ότι η Αίτηση όσον αφορά την Y.C. δεν καταχωρήθηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο που νομιμοποιείτο να πράξει τούτο. Όσον δε αφορά το θέμα της Ειδοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 202ΙΖ
(1)σε περίπτωση υποβολής αίτησης όπως η υπό εξέταση, παραδίδεται από τον αιτητή σχετική ειδοποίηση στον Έφορο Εταιρειών και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο µέρος εντός
(3)ηµερών. Ο ορισμός του ενδιαφερόμενου μέρους δίδεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 113 και σηµαίνει: «(α) πιστωτή της εταιρείας· (β) µέλος της εταιρείας· (γ) συνεισφορέα· (δ) εγγυητή οποιωνδήποτε υποχρεώσεων της εταιρείας· (ε) οποιοδήποτε πρόσωπο, η περιουσία του οποίου υπόκειται σε οποιαδήποτε υποθήκη ή επιβάρυνση ή εξασφάλιση για οποιαδήποτε οφειλή ή υποχρέωση της εταιρείας·». Ως δε αναφέρθηκε κατά την παράθεση του ιστορικού της Αίτησης, η Ειδοποίηση, η οποία παραδόθηκε για σκοπούς της Αίτησης έχει καταχωρηθεί στον φάκελο. Σε αυτήν αναφέρεται βασικά ότι οι Αιτητές καταχώρησαν στις 6.11.17 (η ημερομηνία είναι προφανώς λανθασμένη) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, Αίτηση για έκδοση διατάγματος διορισμού ως εξεταστή της εταιρείας Κ.Χ. ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, του δικηγόρου Γεώργιου Λιβέρα, σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του Κεφ.
  1. Καμία όμως αναφορά γίνεται για την Y.C. παρά μόνο στον τίτλο της Ειδοποίησης. Περαιτέρω ως επίσης προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, η Ειδοποίηση αυτή παραδόθηκε, σύμφωνα με τα προνοούμενα από σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, μόνο όσον αφορά ενδιαφερόμενα μέρη για την Εταιρεία. Δεν παραδόθηκε δηλ. σε κανένα από τα οριζόμενα εκ του Νόμου ενδιαφερόμενα μέρη για την Y.C., ούτως ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν, ως ορίζει το άρθρο 202Δ. Ως εκ των άνω ακόμη και εάν εγκρινόταν η Αίτηση, το σχετικό Διάταγμα δεν θα μπορούσε να εκδοθεί και για την Y.C. Καταλληλότητα προτεινόμενου να διορισθεί ως Εξεταστής Ως αναφέρεται στην υπόθεση του High Court In the Matter of Wogans (Drogheda) Limited (9 February 1993), ο Εξεταστής που διορίζεται από το Δικαστήριο πρέπει να είναι αμερόληπτος μεταξύ των μετόχων της εταιρείας και των πιστωτών αυτής. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Examinerships σελ. 126 αναφέρεται ότι ο Εξεταστής είναι λειτουργός του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου αναμένεται να δρα έντιμα, κατάλληλα και με κάθε ειλικρίνεια απέναντι στο Δικαστήριο. Ως εξηγείται, το πρώτιστο καθήκον του Εξεταστή δεν οφείλεται σε κανένα μέρος αλλά στο Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 202ΛΑ, για να έχει κάποιο πρόσωπο τα προσόντα να διοριστεί ως Εξεταστής εταιρείας, θα πρέπει να διαθέτει τα προσόντα να ενεργεί ως σύµβουλος αφερεγγυότητας, σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί Συµβούλων Αφερεγγυότητας Νόµου του 2015, αναφορά θα πρέπει να γίνει και στις «Θεμελιώδεις Αρχές» με τι οποίες οφείλει να συμμορφώνεται τέτοιο πρόσωπο, με βάση των Κώδικα Δεοντολογίας Συμβούλων Αφερεγγυότητας. Μια εξ αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 4(β), είναι η «Αντικειμενικότητα» και στα πλαίσια αυτής ο «Σύμβουλος Αφερεγγυότητας δεν πρέπει να έχει την οποιαδήποτε προκατάληψη, σύγκρουση συμφερόντων ή να επιτρέπει αθέμιτη επιρροή άλλων προσώπων, να επηρεάσουν την επαγγελματική του κρίση και αντικειμενικότητα». Στην παρούσα ο κ. Λιβέρας, ο οποίος προτείνεται να διορισθεί ως Εξεταστής, είναι ήδη διορισμένος με διάταγμα του Δικαστηρίου ως Εξεταστής επί προσωρινής βάσεως, από την 1.12.
  2. Αποτελεί θέση των Ενδιαφερομένων Μερών ότι αυτός δεν είναι πρόσωπο κατάλληλο για να διορισθεί ως Εξεταστής καθότι με τις ακόλουθες ενέργειες του, οι οποίες είναι αδιαμφισβήτητες, δείχνει ότι δεν είναι ανεξάρτητος και αμερόληπτος: · Στις 8.12.17 καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε διάφορες θεραπείες, μεταξύ των οποίων και διατάγματα για αναστολή των εξουσιών και/ή καθηκόντων του Παραλήπτη μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης. Η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε μέσω του δικηγόρου που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση, ο κ. Λιβέρας αναφέρει στην παρ. 7 ότι εξουσιοδότησε τον δικηγόρο που εκπροσωπεί και τους Αιτητές να στείλει στις 3.12.17 επιστολή προς τον Παραλήπτη, με την οποία τον καλούσε όπως μέχρι κάποιες καθοριζόμενες ώρες της επόμενης μέρας, παραδώσει στο κ. Λιβέρα όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την Εταιρεία και είχε στην κατοχή του καθώς και τον έλεγχο του καταστήματος της Εταιρείας στην Λευκωσία (αυτό να σημειωθεί ότι αναφέρεται και στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις). · Την ίδια ημέρα θεάθηκε να οδηγεί αυτοκίνητο της Εταιρείας. Οι πιο πάνω ενέργειες του κ. Λιβέρα και ιδιαίτερα το γεγονός ότι επέλεξε, υπό την ιδιότητα του ως διορισμένος από το Δικαστήριο Εξεταστής, να αναθέσει την εκπροσώπηση του ακόμη και για την λήψη δικαστικών μέτρων, στον ίδιο δικηγόρο, ο οποίος εκπροσωπεί και τους Αιτητές, κρίνω ότι εύλογα δημιουργούν την εντύπωση ότι δεν είναι αμερόληπτος και αντικειμενικός αλλά ότι συντάσσεται με την πλευρά των Αιτητών και συναφώς θεωρώ ότι δεν θα ήταν κατάλληλος ώστε να διορισθεί ως Εξεταστής στα πλαίσια της παρούσας. Κατάληξη Εν κατακλείδι για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Ενδιαφερομένων Μερών και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με την απόρριψη της Αίτησης παύει αυτόματα και η προστασία που παρέχεται από το Δικαστήριο στην Εταιρεία και ο διορισμός του κ. Λιβέρα ως Εξεταστή επί προσωρινής βάσεως. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General Applications/Final (Αναφορά: Άρθρο 202A του περί Εταιρειών Νόμου - Αίτηση για διορισμό Εξεταστή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.