← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΑΣ Κ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΥ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ, Αίτηση Έφεση: 287/2011, 28/2/2018

ΔΗΜΗΤΡΑΣ Κ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΥ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ, Αίτηση Έφεση: 287/2011, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αίτηση Έφεση: 287/2011 ΔΗΜΗΤΡΑΣ Κ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Εφεσείουσας/Αιτήτριας -V- ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΥ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ Εφεσίβλητη/Καθ'ης η Αίτηση --------------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Εφεσείουσα/Αιτήτρια: κ. Α. Κίτσιος Για Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Σ. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση/έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 10/05/2011 και τροποποιήθηκε στις 23/05/2012, η εφεσείουσα, ζητά, στη βάση του αρ.80 Κεφ.224, ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου (εφ' εξής Διευθυντής) ημερ. 14/04/2011, η οποία λήφθηκε στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό ΑΧ4525/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού και με την οποία απόφαση, ο Διευθυντής επίλυσε τη διαφορά και/ή καθόρισε και/ή αποφάσισε το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των κάτωθι ακινήτων των διαδίκων: (α) του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3321, ιδιοκτησίας της εφεσείουσας, τεμάχιο 956 Φ/Σχ. 48/34, κοινότητα Λουβαρά (εφ' εξής το 956) και (β) του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3085, ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης, τεμάχιο 758 Φ/Σχ. 48/34, κοινότητα Λουβαρά (εφ' εξής το 758). Σημειώνω εδώ ότι αρχικά, η έφεση όταν καταχωρήθηκε στις 10/5/11, στρεφόταν εναντίον άλλης απόφασης του Διευθυντή, η οποία είχε εκδοθεί την ίδια μέρα με την επίδικη απόφαση, στα πλαίσια της ίδιας αίτησης με αριθμό ΑΧ4525/2010 και η οποία απόφαση, αφορούσε την επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του ίδιου ακινήτου της εφεσίβλητης, ήτοι του 758 και άλλου όμως ακινήτου της εφεσείουσας, ήτοι του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3688, τεμάχιο 1059 (πρωήν 890), Φ/Σχ. 48/34 (εφ' εξής το 1059), το οποίο επίσης συνορεύει με τα δύο επίδικα ακίνητα. Κατόπιν αίτησης της εφεσείουσας, στην οποία η εφεσίβλητη δεν έφερε ένσταση, η παρούσα έφεση τροποποιήθηκε στις 23/05/2012 με σχετικό Διάταγμα Δικαστηρίου ώστε να αφορά μόνο στην επίδικη απόφαση που αναφέρεται ανωτέρω, ήτοι στην απόφαση σε σχέση με τα ακίνητα 758 και

  1. Η προηγούμενη «προσβαλλόμενη» απόφαση για το σύνορο των 1059 και 758, δεν έχει έκτοτε εφεσιβληθεί εκ νέου και έχει καταστεί τελεσίδικη. Η εφεσείουσα προβάλλει 16 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι θα πρέπει να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση και οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στις εξής ενότητες: Α) Η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή είναι αποτέλεσμα πλημμελούς και/ή ελλιπούς έρευνας και/ή πλάνης περί τον νόμο και τα πράγματα. Β) Η επίμαχη απόφαση είναι παράνομη και/ή εσφαλμένη και/ή εκδόθηκε κατά παράβαση του νόμου και/ή των εφαρμοστέων κανονισμών και/ή της νενομισμένης διαδικασίας. Ειδική αναφορά στους συγκεκριμένους λόγους έφεσης που προβάλλει η εφεσείουσα κάνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η έφεση υποστηρίχθηκε από δύο Ε/Δς της εφεσείουσας ημερ. 10/5/11 και 20/6/12 και δύο Ε/Δς του Χριστόδουλου Μάρκου, ιδιώτη τοπογράφου, μέλους του ΕΤΕΚ με αριθμό μητρώου Ε001064 και εγγεγραμμένου αρμόδιου τοπογράφου με αριθμό μητρώου -050-07 ημερ. 11/6/13 και 16/11/
  2. Στην ένσταση που καταχώρησε η εφεσίβλητη, προβάλλονται 8 λόγοι για τους οποίους η τελευταία θεωρεί ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή και ότι η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι που προβάλλονται από πλευράς εφεσίβλητης, συνίστανται ουσιαστικά σε απόρριψη των όσων η εφεσείουσα καταλογίζει εναντίον τόσο της νομιμότητας και ορθότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τον Διευθυντή και τους εμπλεκόμενους λειτουργούς του Κτηματολογίου όσο και της σχετικής έρευνας που διεξήχθη από τους τελευταίους για σκοπούς έκδοσης της επίδικης απόφασης. Η ένσταση της εφεσίβλητης υποστηρίχθηκε από Ε/Δ του διευθυντή της Δ. Ιακώβου ημερ. 28/11/11 καθώς και Ε/Δ της Τεχνικού Μηχανικού στον κλάδο χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, Μ. Στόκκου, ημερ. 3/10/13, στην κατοχή της οποίας βρίσκεται ο σχετικός με τα επίδικα γεγονότα, φάκελος του Κτηματολογίου με αρ. Α.Χ4525/
  3. Σημειώνω εδώ ότι στις 08/06/2011, προτού η έφεση τροποποιηθεί ούτως ώστε να αφορά στην επίδικη απόφαση για τα ακίνητα 758 και 956 και ενώ ακόμη παρουσιάζετο να στρέφεται εναντίον της απόφασης για τα 758 και 1059, στον φάκελο της υπόθεσης καταχωρήθηκε έγγραφο με τίτλο «Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας», με ημερ.06/06/
  4. Για σκοπούς πληρότητας της εικόνας της δικαστικής διαδικασίας και για τους λόγους που θα διαφανούν πιο κάτω στην απόφαση μου, συνοψίζω χρονολογικά την κατάθεση των διαφόρων έγγραφων παραστάσεων των εμπλεκομένων μέχρι και την ημέρα της ακρόασης: Α. Η παρούσα έφεση καταχωρήθηκε στις 10/5/11 και στρεφόταν αρχικά εναντίον απόφασης που αφορούσε το σύνορο των ακινήτων 1059 και
  5. Στην έφεση, η οποία υποστηρίζετο από Ε/Δ της εφεσείουσας, επισυνάπτετο η τότε προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία, το διαφιλονικούμενο μέρος μεταξύ των 1059 και 758, σημειώνετο με «ΚΙΤΡΙΝΟ ΧΡΩΜΑ». Β. Στις 08/06/11, ο Διευθυντής καταχώρησε στο φάκελο της υπόθεσης «Αιτιολογημένη Απόφαση», στην οποία επεσύναπτε σχετικό σχέδιο που ετοίμασε ο αρμόδιος χωρομέτρης και στο οποίο σημειώνετο με «ΚΙΤΡΙΝΟ ΧΡΩΜΑ» μόνο το διαφιλονικούμενο μέρος μεταξύ των ακινήτων 1059 και
  6. Γ. Στις 28/11/11, η εφεσίβλητη καταχώρησε την ένσταση της, η οποία υποστηρίζετο από Ε/Δ του Διευθυντή της. Δ. Στις 23/5/12, κατόπιν αίτησης της εφεσείουσας στην οποία η εφεσίβλητη δεν έφερε ένσταση, η έφεση τροποποιήθηκε με Διάταγμα Δικαστηρίου και η μέχρι τότε προσβαλλόμενη απόφαση, «αντικαταστάθηκε» με την επίδικη απόφαση του Διευθυντή σε σχέση με τα ακίνητα 758 και
  7. Η εν λόγω απόφαση, η οποία κατατέθηκε μέσω συμπληρωματικής Ε/Δ της εφεσείουσας ημερ. 20/6/12, παρουσιάζει το διαφιλονικούμενο μέρος των 758 και 956, με «ΚΟΚΚΙΝΟ ΧΡΩΜΑ». Ε. Στις 11/6/13, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε η πρώτη Ε/Δ Μάρκου προς περαιτέρω υποστήριξη των θέσεων της εφεσείουσας. Στ. Στις 03/10/13, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε η Ε/Δ Στόκκου προς περαιτέρω υποστήριξη των θέσεων της εφεσίβλητης και προς απάντηση των όσων αναφέρονταν στην Ε/Δ Μάρκου. Ζ. Στις 16/11/16, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε η 2η Ε/Δ Μάρκου προς εξειδίκευση και συμπλήρωση των όσων αναφέρονταν στην 1η Ε/Δ Μάρκου και προς απάντηση των όσων αναφέρονταν στην Ε/Δ Στόκκου. Οι θέσεις της εφεσείουσας έχουν ως κεντρικό άξονα τις συνέπειες που κατ' εκείνη επέφερε στο 956 η επίδικη απόφαση και ειδικότερα το ότι ένεκα της πλημμελούς και λανθασμένης έρευνας και/ή χωρομετρικής εργασίας από τον Διευθυντή και/ή τους λειτουργούς του, το εμβαδό του 956 κατέληξε να μειώνεται από αυτό που θα έπρεπε να ήταν στην πραγματικότητα και μάλιστα προς όφελος του ακινήτου της εφεσίβλητης ήτοι του
  8. Τις θέσεις αυτές της εφεσείουσας τις υποστηρίζει ο ιδιώτης χωρομέτρης Χ. Μάρκου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι από έρευνα που διεξήγαγε στους φακέλους του Κτηματολογίου με αρ. Α816/61 και Α892/93, οι οποίοι περιέχουν και αποτυπώνουν το ιστορικό της δημιουργίας του 956, καθώς και από μελέτη των αντιγράφων του «εν χρήσει σχεδίου» και των διάφορων άλλων εγγράφων που περιέχονται στους εν λόγω φακέλους, προκύπτει ότι «το τεμάχιο 956 προέκυψε μετά από ενοποίηση του παλαιού τεμαχίου 349/2, δρόμου που παραχωρήθηκε με απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου και μέρος του τεμαχίου 349/1» και ότι συνεπεία αυτών των διαδικασιών, το 956 ενεγράφει ως ξεχωριστό ακίνητο με εμβαδό περί τα 600τμ. Πιστοποιημένα αντίγραφα των εγγράφων που μελέτησε, ο Μάρκου επεσύναψε στη Ε/Δ του ημερ. 16/11/16, ως Τεκ.Α1, Α2, Β1-Β5 (βλ. συγκεκριμένα Τεκ. Β3 και Β4). Σύμφωνα με το Μάρκου, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου αλλά και οι λειτουργοί του, κατά τις επίμαχες χωρομετρικές εργασίες και την έκδοση της επίδικης απόφασης, δεν έλαβαν καθόλου υπόψη τα όσα αναφέρονται στους φακέλους Α816/61 και Α892/93 με αποτέλεσμα, «...175τμ τα οποία ανήκουν στο τεμ.956, αφαιρούνται από αυτό και δίνονται σύμφωνα με την επίδικη απόφαση του Διευθυντή, στο αντίδικο τεμ.758.» Αυτό, σύμφωνα με το Μάρκου, επιβεβαιώνεται από το ότι: «α) Το εμβαδόν του τεμ.956 σύμφωνα με την επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι κάτω από 390τμ, ενώ σύμφωνα με τις αποστάσεις των εν λόγω φακέλων, το εμβαδόν του τεμ.956 είναι τουλάχιστον 526τμ. Να σημειωθεί επίσης ότι το εμβαδόν που αναφέρει ο τίτλος ιδιοκτησίας του τεμ.956 είναι 600τμ. β) Οι αποστάσεις που αναφέρονται στους φακέλους δεν έχουν καμία σχέση με την απόφαση της επίδικης απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου .» (βλ. Ε/Δ Μάρκου 16/11/16) Προς επίρρωση των εν λόγω ισχυρισμών του, πέραν των πιστοποιημένων αντιγράφων των σχεδίων και των εγγράφων που περιέχονται στους φακέλους που αφορούν στο ιστορικό του 956, ο Μάρκου επεσύναψε στις Ε/Δς του, σχέδια που ετοίμασε ο ίδιος και τα οποία, ως ισχυρίζεται, καταρτίστηκαν στη βάση των μετρήσεων των επισήμων σχεδίων που βρίσκονται στους προαναφερόμενους φακέλους και συνάδουν πλήρως με αυτά (βλ. παρ.7 και Τεκ. Γ και Δ Ε/Δ Μάρκου 16/11/2016 και Τεκ. Α Ε/Δ Μάρκου 11/06/2013). Στην αντίπερα όχθη, θέση της εφεσίβλητης είναι ότι η χωρομετρική εργασία που διεξήχθη τότε από το χωρομέτρη του Κτηματολογίου μ.Π. Στόκκο, ήταν απόλυτα σωστή, όπως σωστή είναι και η επίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη βάση της εν λόγω εργασίας. Τη θέση αυτή υποστηρίζει η Τεχνικός Μηχανικός του Κτηματολογίου Μ. Στόκκου, η οποία στη δική της Ε/Δ, παραθέτει τους λόγους για τους οποίους αυτή θεωρεί ότι ο μ. Στόκκος ενήργησε απόλυτα ορθά και νομότυπα. Σύμφωνα με την ομνύουσα, η «χωρομετρική εργασία που διεξήγαγε ο χωρομέτρης Παύλος Στόκκος και με την οποία συμφωνώ βασίστηκε...»: α) Στα «. χωρομετρικά βιβλία Μ1966 σελίδες 20-
  9. και ΝUM 124 σελίδες 19-20., μέσα από τα οποία φαίνονται και καταγράφονται οι διάφορες χωρομετρικές εργασίες που έγιναν προηγούμενα, οι οποίες έχουν ελεγχθεί από το σχεδιαστρήριο και κρίθηκαν ορθές, και αφορούσαν τα γειτονικά κτήρια με αριθμούς τεμαχίων 746, 890 (τώρα τεμ.1059), 733 και 840, οι οποίες και λήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό του επίδικου συνόρου. και οι οποίες δεν μπορούσαν να αγνοηθούν γιατί είναι δεσμευτικές για το χωρομετρικό τμήμα». β) Στα σταθερά χωρομετρικά σημεία που υπάρχουν στην περιοχή τα οποία ορίστηκαν και ελέγχθηκαν από τα περιγραφικά δελτία. γ) Στις επί τόπου καταστάσεις οι οποίες αποτυπώθηκαν, ελέγχθηκαν και οι οποίες εκφράζουν τα εγγεγραμμένα σύνορα. δ) Στη χωρομετρική εργασία που αφορά το τεμάχιο 1059, η οποία έγινε σύμφωνα με τον φάκελο Α.Χ856/02 όπου υπάρχουν αποστάσεις των συνόρων από τα κτήρια τα οποία βρίσκονται εντός του τεμαχίου. ε) Στη χωρομετρική εργασία του φακέλου Δ.Α.Ε.85/2001 που αφορά την εγγραφή του δρόμου και η οποία σχετίζεται με το κτήμα με αριθμό τεμαχίου
  10. (βλ. παρ.7, 8, 9 και 12 Ε/Δ Στόκκου 03/10/2013.) Θέση της ομνύουσας είναι ότι τα πιο πάνω στοιχεία, ο Μάρκου δεν τα έλαβε υπόψη στην έρευνα του αλλά αντίθετα, ο εν λόγω ιδιώτης χωρομέτρης βασίστηκε σε λανθασμένα χωρομετρικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας μάλιστα τη μέθοδο αεροφωτογραφίας, η οποία δεν αποτελεί κατά την ομνύουσα αξιόπιστο χωρομετρικό εργαλείο για τον καθορισμό συνόρων. Συνιστά επίσης θέση, τόσο της ομνύουσας όσο και της πλευράς της εφεσίβλητης γενικότερα, ότι η εφεσείουσα και ο Μάρκου, δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι η απόφαση του Διευθυντή αναφορικά με τα σύνορο του 758 και του 1059 είναι ορθή και μάλιστα τελεσίδικη, εφόσον η έφεση που αρχικά καταχωρήθηκε εναντίον της απεσύρθη, και ταυτόχρονα να υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση είναι λανθασμένη, αφού ο καθορισμός των συνόρων και για τα τρία ακίνητα, «έγινε και βασίστηκε στην ίδια και ενιαία χωρομετρική εργασία και. τα χωρομετρικά στοιχεία και δεδομένα που ελήφθησαν υπόψη ήταν κοινά». Σημειώνω εδώ ότι μετά την τροποποίηση της έφεσης στις 23/5/12 και την καταχώρηση της 1ης Ε/Δ Μάρκου και της Ε/Δ Στόκκου, ζητήθηκε από αμφότερα τα μέρη όπως αναβληθεί η υπόθεση «επειδή θα πρέπει να καταχωρηθεί η Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή», προφανώς εννοώντας την ατιολογημένη απόφαση αναφορικά με τα ακίνητα 758 και
  11. Το εν λόγω αίτημα, αν και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και παρασχέθηκε για το σκοπό αυτό, παράταση πέραν των τριών μηνών, παρά ταύτα, μέχρι και την ακρόαση της υπόθεσης στις 21/11/17, καμία τέτοια «Αιτιολογημένη Απόφαση» καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης, είτε από το Διευθυντή είτε από οποιοδήποτε από τα μέρη. (βλ.πρακτικά Δικαστηρίου 06/11/2013, 19/12/13 και17/2/14) Σημειώνω εδώ επίσης ότι στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην 2η Ε/Δ Μάρκου, ουδέποτε ζητήθηκε από πλευράς εφεσίβλητης να καταχωρηθεί οποιαδήποτε απάντηση καθώς επίσης και το ότι, αν και αρχικά ζητήθηκαν και εκδόθηκαν εκατέρωθεν διατάγματα αντεξέτασης τόσο της Στόκκου όσο και του Μάρκου, εντούτοις κατά την ημέρα της ακρόασης, αμφότερα τα μέρη δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να προβούν σε οποιαδήποτε τέτοια αντεξέταση και ότι επιθυμούσαν να προχωρήσουν με τις τελικές τους αγορεύσεις όπως και έπραξαν. Η επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων των μερών παρουσιάστηκε γραπτώς στο Δικαστήριο μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Συνοψίζω κατ' αρχή τις θέσεις που προβάλλονται στις εκατέρωθεν Ε/Δ των μερών και στο έγγραφο με τίτλο «Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή» και οποίες συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος στην υπόθεση. Η εφεσίβλητη είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου 758, το οποίο περιβάλλεται από τα ανατολικά ως τα νοτιοδυτικά, από τα ακίνητα της εφεσείουσας με αρ. 1059 και
  12. Συγκεκριμένα, από τα ανατολικά ως τα νότια, το 758 συνορεύει με το ακίνητο 1059, ενώ στα νότια ως νοτιοδυτικά, το 758 συνορεύει με το ακίνητο
  13. Τα δύο ακίνητα της εφεσείουσας συναντιούνται μεταξύ τους στο νότιο μέρος του 758, όπου και τα τρία ακίνητα συνορεύουν. Η πλήρης εικόνα της συγκεκριμένης περιοχής, φέρει στα ανατολικά του 758 να βρίσκεται πρώτα το ακίνητο 1059 και στη συνέχεια, διαδοχικά τα ακίνητα 746, 733 και 840 ενώ στα νότια του 758, συναντάται πρώτα το ακίνητο 956 και μέρος του 1059, στη συνέχεια δημόσιος δρόμος και ακολούθως το ακίνητο 955 το οποίο βρίσκεται στην ίδια κάθετη ευθεία με το
  14. Το κοινό σύνορο μεταξύ και των τριών ακινήτων, ήτοι του 758, του 1059 και του 956, ξεκινά από το ανατολικό μέρος του 758 όπου αρχίζει το 1059 και εκτείνεται μέχρι και το νοτιοδυτικό μέρος του 758, όπου τελειώνει το 956 και αυτό είναι και το σύνορο που αποτέλεσε το αντικείμενο της αίτησης για επίλυση συνοριακής διαφοράς που καταχώρησε η εφεσείουσα με αρ. Α.Χ4525/
  15. (Για τα πιο πάνω βλ. επίσημο σχέδιο περιοχής που επισυνάπτεται ως Τεκ. Β

(5)στην Ε/Δ Μάρκου ημερ. 16/11/16) Για το κοινό αυτό σύνορο, στις 14/04/11, εκδόθηκαν δύο απόφάσεις, η μία σε σχέση με το διαφιλονικούμενο σύνορο των 758 και 1059 το οποίο σημειώθηκε από το Διευθυντή με κίτρινο χρώμα και η άλλη, η επίδικη, σε σχέση με το διαφιλονικούμενο σύνορο των 758 και 956, το οποίο σημειώθηκε με κόκκινο χρώμα. Συνιστά κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος ότι για σκοπούς εξέτασης της αίτησης που υπέβαλε η εφεσείουσα, διεξήχθη στις 27/01/2011 επιτόπια έρευνα από τον κτηματολόγο επιτόπιο ερευνών Σ. Νικολαΐδη και το χωρομέτρη μ.Πάυλο Στόκκο, ο οποίος έχει έκτοτε αποβιώσει. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι κατά την εν λόγω επιτόπια έρευνα, αφού διαπιστώθηκε η ύπαρξη συνοριακής διαφοράς ως προς το κοινό σύνορο των ακινήτων των μερών, έλαβε χώρα χωρομετρική εργασία, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να οροθετηθεί το εν λόγω κοινό σύνορο, οροθέτηση η οποία στη συνέχεια, επικυρώθηκε από τον Διευθυντή. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Θεωρώ ορθό όπως στο σημείο αυτό παραθέσω το δικαιοδοτικό - διαδικαστικό πλαίσιο που διέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει αποφάσεις του Διευθυντή του κτηματολογίου ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΟ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΑΡ. 80 ΚΕΦ.224 Ως έχει νομολογηθεί, η έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη βάση του Αρ.80 Κεφ. 224, «...αποτελεί τη μόνη οδό για την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή...» και η άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου, διέπεται δικονομικά από τους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956. (βλ. μεταξύ άλλων Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Κραμβιάς κ.α. ν. Θεοδοσίου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ). Ο Κ.5 καθορίζει ποιοι είναι οι αναγκαίοι διάδικοι σε κάθε περίπτωση και πότε πρέπει να καθίσταται διάδικος ο ίδιος Διευθυντής. Σύμφωνα με τον Κ.5
(3)εκεί όπου ο Διευθυντής δεν πρέπει να είναι διάδικος, η έφεση θα πρέπει παρά ταύτα να του επιδοθεί. Οι Κ. 6
(2)και 6
(3), επιβάλλουν «υποχρέωση» στο Διευθυντή όπως εντός 14 ημερών από την επίδοση της έφεσης σε αυτόν, εφοδιάσει, είτε το Δικαστήριο είτε τα επηρεαζόμενα μέρη, με γραπτή έκθεση των λόγων που τον οδήγησαν στην επίδικη απόφαση. Η εν λόγω προθεσμία των 14 ημερών, δύναται, σύμφωνα με τους Κανονισμούς, να παραταθεί μόνο με άδεια του Δικαστηρίου, κατόπιν μονομερούς αίτησης που θα πρέπει να υποβάλει ο Διευθυντής, προτού όμως εκπνεύσει η προθεσμία. Οι Κ.10
(1)και
(2), αφορούν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιο επηρεαζόμενο πρόσωπο να καταχωρήσει ένσταση στην έφεση ως επίσης και το περιεχόμενο που μια τέτοια ένσταση θα πρέπει να έχει. Συγκεκριμένα, ο Κ.10
(2)αναφέρει ότι η ένσταση, θα πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες επί των οποίων αυτή εδράζεται και να συνοδεύεται από μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις αναφορικά με τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η ακρόαση της έφεσης, οι πρόνοιες του Κανονισμού 10
(3)ως έχουν τροποποιηθεί με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Τροποποιητικό Διαδικαστικό Κανονισμό του 2006 ημερομηνίας 22/11/2006, προνοούν για ακρόαση «...στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Ο εν λόγω Κανονισμός παρέχει επίσης την εξουσία στο Δικαστήριο όπως «...μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.» Τέλος, ο Κ.17 προνοεί ότι για θέματα πρακτικής και διαδικασίας, για τα οποία δεν γίνεται ρητή πρόνοια στους εν λόγω Κανονισμούς, θα εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας στο βαθμό βέβαια που μπορούν να εφαρμοστούν οι Θεσμοί. Κατά την αναθεώρηση απόφασης του Διευθυντή στη βάση του αρ.80, το Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με την πάγια νομολογία, εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. (βλ. Αριστοτέλους v. Χ"Κυριάκου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ 100). Οι λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα η παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και στην περίπτωση έφεσης δυνάμει του αρ. 80. Η ανάγκη για επαρκή αιτιολόγηση των επίδικων αποφάσεων μάλιστα, επιβάλλεται και από τον Καν. 6 των εφαρμοστέων Κανονισμών (βλ. Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους
(2011)1 Α.Α.Δ. 885) Κατά την εξέταση έφεσης στη βάση του αρ.80, το Επαρχιακό Δικαστήριο ελέγχει όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και η εξουσία του Δικαστηρίου, αντίθετα με το Διοικητικό Δικαστήριο ή το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, «...εκτείνεται όχι μόνο στην ακύρωση αλλά και στην τροποποίηση όσο και αντικατάσταση του σχεδίου κατά το δίκαιο του πράγματος...». Αυτή είναι και η σπουδαιότητα του αρ. 80, αφού δίνεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο η εξουσία να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. (βλ. Κωνσταντίνου και Θεοδοσίου ανωτέρω, Kafieros a.o v. Theocharous a.o.
(1978)1C.L.R. 619, Μενέλαος Γεωργίου Αθανάση κ.α. ν. Μάμα Βαρνάβα Ζατζημάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1312). Το Επαρχιακό Δικαστήριο όμως δεν αντικαθιστά αβίαστα και με ευκολία τη ευρεία διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή με τη δική του, εκτός αν «...υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση...» (βλ. Kουντουρίδη Eλένη Θεοδώρου και Άλλοι ν. Xρυσήλιου Iωάννου Nικολάου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 412). Άλλωστε, όπως έχει επισημανθεί, ο Διευθυντής είναι ο κατ' εξοχήν αρμόδιος ειδικός να αποφασίσει επί της συγκεκριμένης «διαφωνίας» των μερών. (βλ. Κτωρίδη Έλλη Μιχαήλ ν. Επάρχου Λεμεσού και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 541 και Kafieros ανωτέρω) Το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή, είναι πάντα στους ώμους του Εφεσείοντα/Αιτητή και συνιστά «...εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να επιτύχει...» παρά μόνο αν προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία από τον τελευταίο που να καταδεικνύει τους απαιτούμενους ισχυρούς λόγους (concrete reasons) περί τούτου (βλ. Kafieros, Κτωρίδη, Xρυσήλιου ανωτέρω και Προκοπίου Μυριάνθη Παναγιώτη ν. Jacquelin Lesley Ryan και άλλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1982). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω την ενώπιον μου έφεση. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Κατ' αρχή, θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της εφεσείουσας ότι το έγγραφο με τίτλο «Αιτιολογημένη Απόφαση» που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Διευθυντή στις 8/6/11, δεν συνιστά την αιτιολογημένη απόφαση του τελευταίου σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα, ήτοι το 758 και 956 αλλά τους λόγους της απόφασης του σε σχέση με τα ακίνητα 758 και 1059, απόφαση η οποία δεν προσβάλλεται με την παρούσα έφεση. Αυτό προκύπτει κατά πρώτο από τον ίδιο το χρόνο καταχώρησης του εν λόγω εγγράφου, ήτοι στις 8/6/
  1. Τότε, η παρούσα έφεση δεν είχε ακόμη τροποποιηθεί και στρεφόταν μόνο εναντίον της απόφασης για τα ακίνητα 758 και
  2. Ορθά και δικαιολογημένα επομένως ο Διευθυντής καταχώρησε τότε την αιτιολογημένη του απόφαση σε σχέση με αυτά τα ακίνητα αφού είναι αυτή τη ξεχωριστή απόφαση του που είχε κληθεί να δικαιολογήσει. Δεν είναι όμως αυτή η απόφαση που κατέληξε να προσβάλλεται με την παρούσα έφεση. Κατά δεύτερο, το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου επιβεβαιώνει το ανωτέρω συμπερασμα, αφού απλή ανάγνωση του είναι αρκετή για να διαπιστωθεί, αφ' ενός ότι απουσιάζει παντελώς η οποιαδήποτε αναφορά στο 956 και αφ' ετέρου ότι αναφέρεται αποκλειστικά στα ακίνητα 758 και
  3. Το δε σχέδιάγραμμα που επισυνάπτεται στο έγγραφο ως Παράρτημα Α και το οποίο περιγράφεται ως το σχεδιάγραμμα που ετοιμάστηκε «ως αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας» που έγινε στην υπόθεση και που «δείχνει τόσο τη διαφιλονικούμενη λωρίδα, όσο και τα ακίνητα των διαδίκων με τις απαραίτητες καταμετρήσεις.. με κίτρινο χρώμα...», περιορίζεται αποκλειστικά στο «διαφιλονικούμενο μέρος» μεταξύ του 758 και του
  4. (βλ. παρ. 9, 10 και Παράρτημα Α, «Αιτιολογημένης Απόφασης» 6/11/16). Το ότι μετά την τροποποίηση και αντικατάσταση της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης του Διευθυντή, αμφότεροι οι διάδικοι ζήτησαν και έλαβαν χρόνο ώστε να προσκομιστεί εκ νέου «Αιτιολογημένη Απόφαση» σε σχέση με την επίδικη πλέον απόφαση, καταδεικνύει το βάσιμο των πιο πάνω. Εκεί όμως που δεν θα συμφωνήσω με το συνήγορο της εφεσείουσας, είναι ως προς τις συνέπειες που επιφέρει στην παρούσα υπόθεση η παράλειψη καταχώρησης «Αιτολογημένης Απόφασης» σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα. Είναι βέβαια νομολογημένο ότι, η αιτιολογία της απόφασης του Διευθυντή, αποτελεί θέμα εξειδικευμένων γνώσεων που ούτε οι διάδικοι αλλά ούτε και το Δικαστήριο κατέχει και ότι ο μόνος κατάλληλος και αρμόδιος να προσφέρει σχετική μαρτυρία επί τούτου είναι ο ίδιος ο Διευθυντής που έλαβε την απόφαση (βλ. Kafieros ανωτέρω). Άλλωστε, η ανάγκη για επαρκή αιτιολόγηση των επίδικων αποφάσεων επιβάλλεται από τον Καν. 6 των Κανονισμών (βλ. Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους
(2011)1 Α.Α.Δ. 885) και η απουσία αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας από το Διευθυντή, όπως εύστοχα επεσήμανε ο συνήγορος της εφεσείουσας, δύναται να αποτελέσει καθοριστικό λόγο για ακύρωση της επίδικης απόφασης. Όπως επισημάνθηκε στη ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥ ν. ΕΦΟΡΟΥ ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ,
(1998)3 Α.Α.Δ 270: «Αιτιολογία μιας διοικητικής πράξεως αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφαση της καθώς και παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων άσκησε η διοίκηση τη διακριτική της ευχέρεια. Η ανάγκη της αιτιολογίας των ατομικών διοικητικών πράξεων απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου....Γενικά, αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης.Τότε μόνον είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η διοικητική πράξη όταν παρέχεται στον ακυρωτικό δικαστή η δυνατότης να αντιληφθή επί τη βάσει ποιών στοιχείων κατέληξε η Διοίκηση στο συμπέρασμα που έγινε δεκτό....» (έμφαση δική μου) Στην παρούσα υπόθεση όμως υπάρχει η εξής ιδιομορφία. Αν και ο Διευθυντής δεν καταχώρησε τους λόγους της απόφασης του σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα και δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι δεν φαίνεται να του επιδόθηκε εκ νέου η έφεση μετά που αυτή τροποποιήθηκε, εντούτοις μαρτυρία στην υπόθεση σε σχέση με την αιτιολογία της επίδικης απόφασης, δόθηκε εκ μέρους του Διευθυντή από την αρμόδια λειτουργό Μ. Στόκκου. Η εν λόγω λειτουργός μάλιστα, παρουσιάστηκε και ως γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης αλλά και ως δεόντως εξουσιοδοτημένη από το Διευθυντή να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την απόφαση του (βλ. παρ. 1 - 3 Ε/Δ Στόκκου). Στην Ε/Δ της Στόκκου, η οποία καταχωρήθηκε μετά που τροποποιήθηκε η έφεση, η ομνύουσα προχωρεί και παραθέτει σε 16 παραγράφους, τους λόγους που οδήγησαν το Διευθυντή στην έκδοση της επίδικης απόφασης, κάμνοντας αναφορά και στα τρία εμπλεκόμενα ακίνητα (758, 956 και 1059) και καταλήγοντας στην παρ.17 λέγοντας ότι, «Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω η απόφαση του Διευθυντή με ημερομηνία 14/4/11 είναι απόλυτα ορθή...». Υπενθυμίζω εδώ ότι, οι πρόνοιες του Κ.10
(2), επιβάλλουν στον καθ' ου η αίτηση να προσκομίσει υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων οποιαδήποτε γεγονότα επί των οποίων βασίζει την ένσταση του και ότι εκεί όπου υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, όπως το θέμα που έθιξε εδώ η εφεσείουσα περί αναιτιολόγητης απόφασης, επιβάλλεται η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Η πρακτική δε που ακολουθείται κατά την εκδίκαση τέτοιων αιτήσεων, η οποία προκύπτει και από τους Κανονισμούς, είναι όπως με την ένσταση ή μεταγενέστερα αυτής αν τύχει και η ένσταση καταχωρηθεί πριν την καταχώρηση της «αιτιολογημένης απόφασης» εφόσον η προθεσμία καταχώρησης και των δύο είναι η ίδια, η πλευρά που υποστηρίζει την ορθότητα της επίδικης απόφασης, η εφεσίβλητη δηλαδή, προσκομίζει Ε/Δ επισυνάπτοντας σε αυτή, είτε την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή είτε ανάλογη μαρτυρία εκ μέρους του, για να υποστήριξει τους ισχυρισμούς της περί ύπαρξης αιτιολογημένης απόφασης. Είναι με αυτό τον τρόπο άλλωστε, που η αιτιολογία του Διευθυντή ενδύεται με το μανδύα αποδεκτής μαρτυρίας και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντεξέτασης ή αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά. Αυτό είναι που έγινε και στην παρούσα περίπτωση με την καταχώρηση της Ε/Δ Στόκκου και στη συνέχεια με την καταχώρηση της 2ης Ε/Δ Μάρκου. Το ότι επομένως στην παρούσα υπόθεση δεν καταχωρήθηκε «Αιτιολογημένη Απόφαση» από το Διευθυντή σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα, δεν οδηγεί αυτόματα σε επιτυχία της έφεσης λόγω έλλειψης αιτιολογίας, όπως υποστήριξε ο συνήγορος της εφεσείουσας. Η επίμαχη αιτιολογία του Διευθυντή έχει παρατεθεί στην Ε/Δ Στόκκου. Το αν η εν λόγω μαρτυρία ικανοποιεί το μέτρο αιτιολόγησης που επιβάλλει η νομολογία, αυτό είναι άλλο θέμα, το οποίο και θα εξετάσω πιο κάτω στην απόφαση μου. Όσον αφορά την «Αιτιολογημένη Απόφαση» που έχει καταχωρηθεί στο φάκελο και που αφορά στην απόφαση για το 758 και το 1059, υπενθυμίζω ότι συνιστά κοινή θέση των μερών ότι, η επιτόπια χωρομετρική εργασία που αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση ότι έγινε στις 27/01/11, συνιστούσε ενιαία εργασία και για τα τρία ακίνητα των μερών και αποτέλεσε κοινή βάση και για τις δύο αποφάσεις που εξέδωσε ο Διευθυντής στις 14/4/11. Ανάλογη επομένως θα είναι και η προσέγγιση μου σε σχέση με το έγγραφο αυτό. Στρεφόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός της εφεσείουσας περί λανθασμένης απόφασης του Διευθυντή, εδράζεται ουσιαστικά στις συνέπειες που η εν λόγω απόφαση επέφερε στο ακίνητο της ήτοι στο 956 και συγκεκριμένα στο ότι μειώθηκε το εμβαδόν του από 600τμ σε 390τ.μ. περίπου. Είναι κοινώς αποδεκτό, όπως άλλωστε επισημαίνεται από τη νομοθεσία και τη νομολογία, ότι η έκταση γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας και τα πραγματικά σύνορα των τεμαχίων, είναι εκείνα που καταγράφονται και που μπορούν να συσχετιστούν με τα τοπογραφικά σχέδια του Κτηματολογίου, ήτοι το εν χρήσει σχέδιο, και όχι εκείνα που τυχόν κατέχονται επί τόπου ή που συμφωνούνται επί τόπου από τους ιδιοκτήτες (βλ. αρ. 50 Κεφ.224 και Ε.Κ. Κατέκος Λτδ ν. Δ/ντή Τμημ. Κτηματ. & Χωρομετρίας κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 256). Το εν χρήσει σχέδιο δε, αποτελεί τον αυθεντικό οδηγό καθορισμού των πραγματικών συνόρων, ανεξάρτητα από το βαθμό ακρίβειας που το ίδιο το σχέδιο επιτρέπει (βλ. Ρωσσίδου Μαρούλλα Αναστασίου ν. Χρύσως Γεωργίου Κυπριανού και Άλλης
(2002)1 ΑΑΔ 1695). Είναι όμως επίσης κοινώς αποδεκτό ότι, η ορθότητα της κτηματολογικής εργασίας, η οποία θα πρέπει να έχει ως έρεισμα τα εν χρήσει σχέδια, εξαρτάται από το κατά πόσο όντως συνάδει με τα εν λόγω σχέδια και σε ποιο βαθμό τα έλαβε υπόψη (βλ. Χαρίτου Αντρέας Ιωάννου Χριστοδούλου και άλλοι ν. Αναστασίας Κυριάκου Σάββα και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2535). Άλλωστε όπως αναφέρει και η ίδια η Στόκκου στην παρ. 11 της Ε/Δ της, «...προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες με βάση τις οποίες υποδείχθηκαν σύνορα και έγιναν οροθετήσεις κτημάτων στην περιοχή ... είναι δεσμευτικές για το Κτηματολόγιο και δεν μπορούν να αγνοηθούν». Αντίθετα με τον τοπογράφο στην υπόθεση Ρωσσίδου ανωτέρω, στην παρούσα υπόθεση, ο ιδιώτης χωρομέτρης Μάρκου, απέδωσε με τη μαρτυρία του συγκεκριμένο σφάλμα στο χωρομετρικό έργο που έγινε. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι χωρομετρικές εργασίες που περιέχονται στους φακέλους Α816/61 και Α892/93, οι οποίες έγιναν νότια του 758 κατά τη δημιουργία του επίδικου ακινήτου της εφεσείουσας ήτοι του 956 και οι οποίες διαμόρφωσαν ανάλογα το εν χρήσει σχέδιο σε σχέση με όλα τα εμπλεκόμενα ακίνητα. Θέση του Μάρκου, η οποία και υποστηρίχθηκε από τεχνικές μετρήσεις στις οποίες προέβη ο μάρτυρας ως ειδικός καθώς και από πιστοποιημένα επίσημα έγγραφα που παρουσιάζονται να αφορούν τα επίδικα ακίνητα, ήταν ότι αν λαμβάνετο υπόψη το περιεχόμενο των πιο πάνω φακέλων, η επίδικη απόφαση θα ήταν διαφορετική. Την εξειδικευμένη όμως αυτή θέση του Μάρκου καθώς και τα επιστημονικά στοιχεία και μετρήσεις που αυτός έλαβε υπόψη, η εφεσίβλητη δεν τα αμφισβήτησε ούτε τα αντίκρουσε με οποιοδήποτε τρόπο, είτε με αντεξέταση είτε με παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης (βλ κατ' αναλογία Jacquelin Lesley Ryan ανωτέρω). Σημειώνω εδώ ότι τα στοιχεία που παρουσίασε ο Μάρκου, φαίνεται, εν τη απουσία οποιασδήποτε αντίθετης μαρτυρίας, να δικαιολογούν τα συμπεράσματα και τις προβαλλόμενες ανησυχίες του τελευταίου. Τα επίσημα έγγραφα του Κτηματολογίου που επεσύναψε ο Μάρκου, όντως παρουσιάζουν το 956 να προέκυψε μετά από ενοποίηση του τεμαχίου 349/2 (111 τ.μ), παλαιού δρόμου (158 τ.μ) και μέρος του τεμαχίου 349/1 (περί τα 330 τ.μ.) καθώς επίσης και ότι μετά τις σχετικές χωρομετρικές εργασίες, το 956 εγγράφηκε ως ξεχωριστό ακίνητο 600τ.μ (βλ. Τεκμήρια Ε/Δ Μάρκου). Οι δε μετρήσεις του μάρτυρα, σύμφωνα με τις οποίες ο τελευταίος ως ειδικός, υποστήριξε ότι με την επίδικη απόφαση, τα σύνορα των ακινήτων άλλαξαν κατά τρόπο που το 956 μειώθηκε κατά 175τ.μ και είναι πλέον λιγότερο από 400τμ, δεν αντικρούσθηκαν ούτε από τη Στόκκου, ούτε από την εφεσίβλητη γενικότερα. Δεν διαφεύγει βέβαια της προσοχής μου ότι στην «Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή», που καταχωρήθηκε στις 08/06/11, αναφέρεται ότι «τα εγγεγραμμένα εμβαδά των κτημάτων, τόσο της αιτήτριας/εφεσείουσας, όσο και της καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητης, δεν επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο από την απόφαση μου ημερομηνίας 14/04/2011, διότι τα εγγεγραμμένα σύνορα των ακινήτων παραμένουν αναλλοίωτα». Επί τούτου όμως υπενθυμίζω αφ' ενός ότι η εν λόγω «Αιτιολογημένη Απόφαση», αφορά στα ακίνητα 758 και 1059 και αφ' ετέρου ότι, «Γενικά, αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης...» (βλ. Φράγκου ανωτέρω). Επισημαίνω ότι ο δυσμενής επηρεασμός του εμβαδού του ακίνητου της εφεσείουσας από την επίδικη απόφαση, συνιστούσε κεντρικό άξονα της έφεσης. Η ανωτέρω θέση του Διευθυντή ως προς το «αναλλοίωτο» των συνόρων, στο βαθμό βέβαια που αφορά στην επίδικη απόφαση, αμφισβητήθηκε ρητά από την εφεσείουσα με επιστημονική μαρτυρία. Παρά ταύτα, όχι μόνο καμία αντίθετη μαρτυρία αναλόγου πραγματογνωμοσύνης προσκομίστηκε από πλευράς εφεσίβλητης, αλλά ακόμη και αυτή η Ε/Δ Στόκκου, περιορίστηκε να αναφέρει ως προς το θέμα αυτό ότι, ο Μάρκου, δεν έλαβε υπόψη του άλλες χωρομετρικές εργασίες που έγιναν στην περιοχή και ότι χρησιμοποίησε την αναξιόπιστη μέθοδο της αεροφωτογραφίας για αποτύπωση της επιτόπου κατάστασης. Ο εν λόγω ισχυρισμός της Στόκκου όμως, είναι σε απάντηση των όσων αναφέρονταν στην 1η Ε/Δ Μάρκου που προβλήθηκε, όπου οι εκεί προβληθέντες ισχυρισμοί, ήταν ομολογουμένως γενικοί και ατεκμηρίωτοι. Η 2η Ε/Δ Μάρκου όμως, η οποία δεν αντικρούστηκε και ούτε έτυχε απάντησης από την Στόκκου, παρουσίασε μια πιο εξειδικευμένη και τεκμηριωμένη θέση, η οποία δεν βασίστηκε στη μέθοδο της αεροφωτογραφίας αλλά στα ίδια τα σχέδια που υπάρχουν στους φακέλους του Κτηματολογίου και τα οποία δεν παρουσιάζονται πουθενά στην «αιτιολογία της επίδικης απόφασης» όπως την παρέθεσε η Στόκκου. Σημειώνω περαιτέρω ότι, πουθενα στην Ε/Δ Στόκου δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά είτε στους φακέλους Α816/61 και Α892/93 είτε στις συγκεκριμένες χωρομετρικές εργασίες που οδήγησαν στη δημιουργία του
  1. Ούτε όμως σε αυτό καθ' αυτό το εμβαδό των επιδίκων ακινήτων, γίνεται οποιαδήποτε αναφορά από τη Στόκκου ή το Διευθυντή. Αντίθετα, οι αναφορές της Στόκκου στις χωρομετρικές εργασίες που «λήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό του επίδικου συνόρου» καθώς και τα σχετικά αντίγραφα των χωρομετρικών βιβλίων που η ομνύουσα επισυνάπτει ως Τεκ. Α-Γ, παρουσιάζονται να αφορούν μόνο στις χωρομετρικές εργασίες που έγιναν ανατολικά του 758 ήτοι τις «χωρομετρικές εργασίες που ... αφορούσαν τα γειτονικά κτήρια με αριθμούς τεμαχίων 746, 890 (τώρα τεμ.1059), 733 και 840...». Καμία αναφορά γίνεται για τις χωρομετρικές εργασίες που έγιναν νότια του 758 όπου βρίσκεται το επίδικο 956 και οι οποίες παρατέθηκαν από το Μάρκου. Η μόνη αναφορά που γίνεται στην Ε/Δ Στόκκου αναφορικά με συγκεκριμένες προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες που έλαβαν χώρα νότια του 758 όπου βρίσκεται το 956 και οι οποίες «...είναι δεσμευτικές για το Κτηματολόγιο και δεν μπορούν να αγνοηθούν», είναι μια λιτή αναφορά στην παρ. 12 της Ε/Δ της Στόκκου ότι, «ελήφθει επίσης υπόψη η χωρομετρική εργασία του Φακέλλου Δ.Α.Ε. 85/2001 που αφορά την εγγραφή του δρόμου και η οποία σχετίζεται με το κτήμα με αριθμό τεμαχίου 956». Καμία όμως εξήγηση δίνεται ως προς τι ακριβώς είναι που λήφθηκε υπόψη σε σχέση με αυτή τη χωρομετρική εργασία ή το πώς επηρέασε, αν επηρέασε, το επίδικο χωρομετρικό έργο. Ούτε όμως παρουσιάστηκε οποιοδήποτε αντίγραφο του σχετικού χωρομετρικού βιβλίου όπως η Στόκκου παρουσίασε σε σχέση με τις χωρομετρικές εργασίες που έγιναν ανατολικά του
  2. Σίγουρα, η απλή αναφορά ότι «λήφθηκε υπόψη» και αυτή η χωρομετρική εργασία, δεν αρκεί για να ικανοποιήσει την υποχρέωσης για διενέργεια δέουσας έρευνας πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης. Θα συμφωνήσω εδώ όμως με τον ευπαίδευτο συνήγορο της εφεσίβλητης ότι ο Μάρκου, φαίνεται να ασχολείται μόνο με τα όσα έλαβαν χώρα νότια του 956 και καμία αναφορά κάμνει στα όσα η Στόκκου παρουσιάζει να λήφθηκαν υπόψη από το χωρομέτρη και το Διευθυντή όπως και ότι δεν αμφισβητεί τις χωρομετρικές εργασίες που έγιναν ανατολικά του 758, ειδικότερα σε σχέση με το
  3. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτό πλήττει την υπόθεση της εφεσείουσας, αφού ο ρόλος του Δικαστηρίου σε αυτού του είδους τη διαδικασία είναι διττός. Ελέγχεται και η νομιμότητα αλλά και η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και εκεί όπου είναι δυνατό, η κρίση του τελευταίου αντικαθίσταται με την κρίση του Δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση, για λόγους που δεν αφορούν το Δικαστήριο, ο Διευθυντής αποφάσισε όπως στα πλαίσια κοινής αίτησης για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ τριών ακινήτων, εκδόσει δύο ξεχωριστές αποφάσεις, μία για τη διαφορά μεταξύ των ακινήτων 758 και 1059 και μία για τη διαφορά μεταξύ των ακινήτων 758 και
  4. Τις δύο του αυτές αποφάσεις, ο Διευθυντής τις ξεχώρισε, σημειώνοντας στην πρώτη με «κίτρινο χρώμα», το διαφιλονικούμενο σύνορο ανατολικά και νότια του 758 και στη δεύτερη, με «κόκκινο χρώμα», το διαφιλονικούμενο σύνορο νότια του
  5. Η εφεσείουσα, αποδεχόμενη τελικά την πρώτη απόφαση, επέλεξε να προσβάλει μόνο τη δεύτερη. Το ότι η ενέργεια της αυτή την εμποδίζει από του να αμφισβητεί την εργασία και την κρίση του Διευθυντή ως προς το πώς καθορίστηκε το διαφιλονικούμενο σύνορο μεταξύ του 758 και του 1059, δεν εξυπακούει αυτόματα και ότι η απόφαση του Διευθυντή για τον καθορισμό του συνόρου μεταξύ του 758 και του 956 καθώς και η έρευνα και χωρομετρική εργασία επί της οποίας η εν λόγω απόφαση βασίστηκε, ήταν ορθή. Αφ' ης στιγμής οι δύο περιπτώσεις διαχωρίστηκαν, το ότι η έρευνα του Διευθυντή ήταν κοινή, δεν απαλλάσσει τον τελευταίο από την υποχρέωση του να εκδόσει πλήρως αιτιολογημένες αποφάσεις και για τις δύο περιπτώσεις, οι οποίες αποφάσεις έπρεπε να συμμορφώνονται πλήρως με τις αρχές του δημοσίου δικαίου. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι ο Διευθυντής, δεν φαίνεται να προέβη στη δέουσα έρευνα για σκοπούς έκδοσης της επίδικης απόφασης, αφού δεν φαίνεται να ερεύνησε δεόντως και να έλαβε υπόψη όλα τα ουσιώδη και κρίσιμα δεδομένα της υπόθεσης και συγκεκριμένα τις χωρομετρικές εργασίες που έλαβαν χώρα κατά τη δημιουργία του
  6. Την ίδια στιγμή όμως, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου, ούτε από το Μάρκου αλλά ούτε και από την Στόκκου, όλα αυτά τα απαραίτητα στοιχεία που θα μου επέτρεπαν να εκτιμήσω την πραγματική φύση της υπόθεσης, ούτως ώστε να μπορώ να αποφασίσω ποιος θα έπρεπε να ήταν ο ορθός καθορισμός των συνόρων των επίδικων ακινήτων και να αντικαταστήσω έτσι την κρίση του Διευθυντή με τη δική μου. Θα περιοριστώ συνεπώς στην ακύρωση της επίδικης απόφασης λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και δεν θα προβώ σε οποιαδήποτε αντικατάσταση της. Το όλο θέμα θα πρέπει να επανεξεταστεί από τον ίδιο το Διευθυντή. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η έφεση επιτυγχάνει και η επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 14/4/11 αναφορικά με την επίλυση της συνοριακής διαφοράς και τον καθορισμό του συνόρου μεταξύ των ακινήτων με αρ. εγγραφής 3321, τεμάχιο 956 Φ/Σχ. 48/34, κοινότητα Λουβαρά και με αρ. εγγραφής 3085, τεμάχιο 758 Φ/Σχ. 48/34, κοινότητα Λουβαρά, ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον της εφεσίβλητης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Αιτηση Εφεση - Κτηματολογιο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.