← Κύπρος

Νίκη Παπαϊωάννου Παπαβασιλείου κ.α. ν. Ηλία Βασιλείου, Αρ. Αγωγής: 2030/2016, 28/2/2018

Νίκη Παπαϊωάννου Παπαβασιλείου κ.α. ν. Ηλία Βασιλείου, Αρ. Αγωγής: 2030/2016, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2030/2016

  1. Νίκη Παπαϊωάννου Παπαβασιλείου από τη Λεμεσό
  2. Βασίλη Παπαϊωάννου από τη Λεμεσό Ενάγοντες -V- Ηλία Βασιλείου από τη Λεμεσό Εναγόμενου ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22/06/17
  3. Νίκη Παπαϊωάννου Παπαβασιλείου από τη Λεμεσό
  4. Βασίλη Παπαβασιλείου από τη Λεμεσό Ενάγοντες -V- Ηλία Βασιλείου από τη Λεμεσό Εναγόμενου --------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 04/09/17 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Α. Αντωνίου για Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κα Ε. Καρνάου για Γιώργο Χαραλαμπίδη & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας, είναι αίτηση που καταχώρησαν οι ενάγοντες στις 04/06/17, με την οποία αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου, για «ποσό €4.120,00 ως υπόλοιπο οφειλόμενων ενοικίων για την περίοδο από Φεβρουάριος 2016 (μέρος) μέχρι και Ιούλιο 2016 περιλαμβανομένου και/ή ως αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή αλλιώς», πλέον, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Σημειώνω εδώ ότι η παρούσα αγωγή, η οποία αφορά σε αξίωση οφειλόμενων ενοικίων δυνάμει σύμβασης ενοικίασης του υποστατικού που βρίσκεται στην οδό Γλάδστωνος αρ.142, Αγία Τριάδα, Λεμεσός (εφ' εξής το υποστατικό), καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες υπό την ιδιότητα του «ιδιοκτήτη» του υποστατικού, εναντίον του εναγόμενου υπό την ιδιότητα του «ενοικιαστή», με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 05/07/16 και αφού επιδόθηκε στον τελευταίο, αυτός καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 08/07/
  5. Έκτοτε και μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος δεν έχει καταχωρήσει οποιαδήποτε υπεράσπιση. Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ της ενάγουσας 1, η οποία αναφέρει ότι είναι μία εκ των συνιδιοκτητών του υποστατικού και ότι έχει «θετική και προσωπική γνώση όλων των γεγονότων και ισχυρισμών» που ορκίζεται. Ο άλλος συνιδιοκτήτης του υποστατικού, είναι από τις 18/6/15, ο ενάγοντας 2 (βλ. Τεκ. 3 και 4). Σύμφωνα με την ομνύουσα, στις 18/5/15, μεταξύ της ιδίας, ως αποκλειστικής τότε ιδιοκτήτριας του υποστατικού και του εναγόμενου ως ενοικιαστή, συνoμολογήθηκε γραπτή σύμβαση ενοικίασης του υποστατικού για περίοδο 2 ετών ήτοι από 01/06/15 ως 01/06/
  6. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι ως ενοίκιο, συμφωνήθηκε με τον εναγόμενο να καταβάλλεται προκαταβολικά το ποσό των €800 μηνιαίως και αφού ο τελευταίος κατέβαλε το ενοίκιο του πρώτου μήνα και ακόμη €800 ως εγγύηση για την από μέρους του πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας, παρέλαβε κενή και ελεύθερη κατοχή του υποστατικού την 1/6/15 κατοχή την οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα. Την πρωτότυπη συμφωνία των μερών, η ομνύουσα την επεσύναψε στην Ε/Δ της ως Τεκμήριο
  7. Ισχυρίζεται η ομνύουσα ότι κατά τη διάρκεια της ενοικίασης, ο εναγόμενος της κατέβαλε κατά διάφορα διαστήματα, είτε προσωπικά είτε στον τραπεζικό της λογαριασμό, ποσά συνολικού ύψους €7.080,00, τα οποία αφορούσαν ενοίκια από την αρχή της ενοικίασης μέχρι και τον Φεβρουάριο 2016, μηνά όμως για τον οποίο, μόνο μέρος του σχετικού ενοικίου τελικά κατεβλήθη. Είναι η θέση των εναγόντων ότι τα πιο πάνω ενοίκια, ο εναγόμενος δεν τα κατέβαλλε πάντα εμπρόθεσμα και στην ολότητα τους, αφού αρκετές είναι οι φορές που σύμφωνα με την ενάγουσα 1, ενοίκια παρέμειναν οφειλόμενα και ο εναγόμενος κατέβαλλε στη συνέχεια διάφορα μικροποσά έναντι, μέχρι να τα εξοφλήσει πλήρως. Μάλιστα δε, ισχυρίζεται η ενάγουσα 1, λόγω των οφειλόμενων ενοικίων που συσσωρεύτηκαν μέχρι και τις 16/6/16, χρειάστηκε να σταλεί προειδοποιητική επιστολή δικηγόρου στον εναγόμενο (βλ. Τεκ. 6). Ο τελευταίος, σύμφωνα με την ενάγουσα 1, αν και προέβη σε διάφορες πληρωμές έναντι των οφειλών του μετά που παρέλαβε την εν λόγω επιστολή, εντούτοις, τα ενοίκια για τους μήνες Φεβρουάριο 2016 (μέρος - υπόλοιπο €120), Μάρτιο 2016, Απρίλιο 2016, Μάιο 2016, Ιούνιο 2016 και Ιούλιο 2016, ήτοι ενοίκια συνολικού ύψους €4.120,00, δεν καταβλήθηκαν και εξακολουθούν να οφείλονται. Για όλες τις πιο πάνω πληρωμές του εναγόμενου, η ενάγουσα 1 επεσύναψε στην Ε/Δ της ως Τεκμήρια 2 και 5 αντίστοιχα, αντίγραφα αποδείξεων είσπραξης που εξέδιδε κατά καιρούς προς τον εναγόμενο καθώς και αντίγραφο του τραπεζικού της λογαριασμού στον οποίο γίνονταν σχετικά εμβάσματα από τον τελευταίο. Είναι τέλος η θέση της ενάγουσας 1 ότι, αν και η ενοικίαση δεν έχει τερματιστεί με οποιοδήποτε τρόπο μέχρι την καταχώρηση της αγωγής και ο εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατέχει και να χρησιμοποιεί το υποστατικό ως ενοικιαστής δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας, ο τελευταίος εντούτοις, συνεχίζει να οφείλει τα αξιούμενα με την αγωγή ενοίκια και δεν έχει καμία υπεράσπιση για τούτο. Στην αντίπερα όχθη, με την ένσταση που καταχώρησε ο εναγόμενος, προβάλλονται 13 συνολικά λόγοι για τους οποίους ο τελευταίος θεωρεί ότι θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί στην αγωγή. Οι λόγοι που προβάλλονται αφορούν τόσο στη νομική όσο και στην πραγματική πτυχή της υπόθεσης και εξειδικεύονται στην Ε/Δ του ιδίου του εναγόμενου που υποστηρίζει την ένσταση. Εν συντομία, ο εναγόμενος παραδέχεται ότι η επίμαχη συμφωνία ενοικίασης υπογράφτηκε μεταξύ του ιδίου και της ενάγουσας 1 ως η τελευταία ισχυρίζεται και ότι δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, αυτός έλαβε κατοχή του επίμαχου υποστατικού την 1/6/15 ως ενοικιαστής με μηνιαίο ενοίκιο €800,
  8. Δέχεται επίσης ο εναγόμενος ότι, η επίμαχη συμφωνία ενοικίασης, μέχρι και σήμερα δεν έχει τερματιστεί με οποιοδήποτε τρόπο και ότι αυτός εξακολουθεί να κατέχει το υποστατικό ως ενοικιαστής του (βλ. παραδοχές παρ.6, 7, 8, και 9 Ε/Δ εναγόμενου). Αν και δέχεται ότι κατά τη διάρκεια της ενοικίασης κατέβαλε το συνολικό ποσό των €7.080,00 ως ισχυρίζεται η ενάγουσα 1 ότι πληρώθηκε ως συμφωνηθέντα ενοίκια, ο εναγόμενος αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της τελευταίας αναφορικά με τα κατ' ισχυρισμό απλήρωτα και οφειλόμενα ενοίκια που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, ήταν «εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ενοικίασης ότι το εν λόγω υποστατικό θα συμπεριελάμβανε και τον εξωτερικό χώρο, ο οποίος αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος του υποστατικού.» εφόσον ο πραγματικός σκοπός της ενοικίασης του υποστατικού ήταν να χρησιμοποιηθεί ως ταβέρνα-εστιατόριο. Ο όρος αυτός όμως, ο οποίος σύμφωνα με τον εναγόμενο ήταν και «.ο όρος που ουσιαστικά με επηρέασε και με ώθησε στην υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας ενοικίασης», δεν τηρήθηκε από πλευράς εναγόντων διότι το υποστατικό επηρεάζετο από ρυμοτομία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί ελεύθερα η εξωτερική του βεράντα. Θέση του εναγόμενου είναι ότι στη βάση των πιο πάνω, έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, εφόσον είναι οι ενάγοντες που παραβίασαν πρώτοι τη συμφωνία ενοικίασης (βλ. παρ.12 Ε/Δ εναγόμενου). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.
  9. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» [2] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της νομολογίας τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)

(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης».» (βλ. LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A323, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017) «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418) Η έννοια βέβαια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη.[3] Άλλωστε, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν δύο στοιχεία που αφορούν τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Ο πρώτος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την υπόθεση του και ο δεύτερος, να μην μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε θέμα που χρίζει εκδίκασης. The purpose of 0.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly, and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried. (Roberts v. Plant, [1895] 1 Q.B. 597, C.A.; Robinson & Co. v. Lynes, [1894] 2 Q.B. 577). (βλ. σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 243 του Annual Practice - «Judgment for Plaintiff» - το οποίο υιοθετήθηκε αυτούσιο στην κυπριακή νομολογία από την CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897) Στη βάση των πιο πάνω, το κοινοδίκαιο αλλά και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί στην αγωγή όταν δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved»), ή τέτοια διαφορά ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί («dispute as to the facts which ought, to be tried»). (βλ. Annual Practice σελ.260). Δεν αρκεί όμως ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Κοντολογίς, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να μην υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση επί των αξιώσεων του και να είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (βλ. R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία γίνεται αναφορά στην Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Θα πρέπει κατ' αρχή να επισημάνω ότι έχει διαφύγει της προσοχής αμφότερων των διαδίκων ότι, η επίμαχη συμφωνία ενοικίασης ήταν για περίοδο πέραν του ενός έτους, πλην όμως, κατά παράβαση του άρθρου 77(Ι) του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, δεν υπογράφτηκε από οποιοδήποτε μάρτυρα και είναι συνεπώς άκυρη. Αν και το θέμα δεν ηγέρθηκε από πλευράς εναγομένου, τούτο δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η εν λόγω ακυρότητα της σύμβασης όμως, δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της αίτησης αφού η αγωγή αφορά μεταξύ άλλων και σε «οφειλόμενα ενοίκια» που προκύπτουν από ενοικίαση υποστατικού. Μάλιστα δε ως είναι πάγια νομολογημένο, το δικαίωμα ενός ιδιοκτήτη να λαμβάνει ενοίκιο από τον ενοικιαστή κάτοχο του υποστατικού του και η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλλει τέτοιο ενοίκιο καθ' όσο χρόνο κατέχει το υποστατικό, δεν εκπίπτει συνεπεία της ακυρότητας της σύμβασης αφού, « ...όπου ο ενοικιαστής λαμβάνει κατοχή του ακινήτου και πληρώνει το συμφωνηθέν με βάση το άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, η ενοικίαση καθίσταται ενοικίαση από έτος εις έτος ή από μήνα σε μήνα, ανάλογα με το αν με βάση το συμβόλαιο το ενοίκιο είναι πληρωτέο ετήσια ή κατά μήνα. (Δέστε Georghiades & Others v. Lambis
(1976)8 J.S.C. 1332, Petrolina Ltd v. Vassiliades
(1975)1 C.L.R. 289, L. & A. Tryfon Co. Ltd v. Black & Decker Co. Ltd
(1983)1 C.L.R. 975 και Woodfall' s Law of Landlord and Tenant 27η Έκδοση, Tόμος 1, §§ 446, 663). (βλ. Christou Nicos Developments Ltd. ν. Παναγιώτη Tοφινή
(1998)1 ΑΑΔ 1990). Στην παρούσα υπόθεση, η υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης από τον εναγόμενο είναι παραδεκτή, όπως παραδεκτή είναι και η ανάληψη της κατοχής του υποστατικού από μέρους του την 1/6/15 ως ενοικιαστής. Παραδεκτό είναι επίσης και το ότι από την αρχή της ενοικίασης μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής τουλάχιστο, ούτε η συμφωνία, ούτε και η ενοικίαση τερματίστηκε και ο εναγόμενος, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, κατείχε, παρέμενε και χρησιμοποιούσε το υποστατικό ως ενοικιαστής, καταβάλλοντας και τα συμφωνηθέντα ενοίκια από την αρχή μέχρι και το Φεβρουάριο 2016. Σύμφωνα με τη νομολογία επομένως, από τη στιγμή που το υπό κρίση άκυρο συμβόλαιο προνοούσε για πληρωμή μηνιαίου ενοικίου και ο εναγόμενος έλαβε την κατοχή του υποστατικού και παρέμεινε σε αυτό πληρώνοντας το συμφωνηθέν μηνιαίο ενοίκιο, για όσο καιρό τουλάχιστο το πλήρωνε, η επίμαχη σύμβαση μίσθωσης κατέστη σύμβαση ενοικίασης από μήνα σε μήνα. Συνεπώς, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται πλήρως να διεκδικούν το δικαίωμα τους ως ιδιοκτήτες να λαμβάνουν ενοίκιο από τον εναγόμενο ενοικιαστή και κάτοχο του υποστατικού τους για όσο χρόνο αυτός παραμένει στο υποστατικό και η υποχρέωση του τελευταίου να τους καταβάλλει το εν λόγω ενοίκιο παραμένει αναλλοίωτη. Την ίδια στιγμή όμως, επειδή η ακυρότητα της σύμβασης λόγω παράβασης του αρ.77 Κεφ.149 και η επακόλουθη μετατροπή της σε σύμβαση από μήνα σε μήνα, ενδέχεται να δημιουργεί δικαιοδοτικό κώλυμα λόγω πιθανής δημιουργίας θέσμιας ενοικίασης και συνεπώς νομικό σημείο που θα πρέπει να αποφασιστεί μετά από ακρόαση, έχω καθηκόντως εξετάσει και αυτό το θέμα. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση κανένα τέτοιο θέμα ή κώλυμα προκύπτει. Σύμφωνα με τη νομολογία, για να θεωρηθεί η ενοικίαση ως λήξασα, στοιχείο που συνιστά μία εκ των προϋποθέσεων για τη δημιουργία θέσμιας ενοικίασης και ανάληψης αποκλειστικής δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, «.ή θα πρέπει να έχει λήξει η περίοδος ενοικίασης που αναφέρεται στο άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, ή να έχει δοθεί νόμιμη ειδοποίηση τερματισμού.».(βλ. Christou ανωτέρω). Όπως και στη Christou ανωτέρω, έτσι και στην παρούσα περίπτωση, εφόσον «...ειδοποίηση τερματισμού δεν δόθηκε ... (και) ... κατά τον ουσιώδη χρόνο (Φεβρουάριο 2016 - Ιούλιο 2016) η περίοδος ενοικίασης με βάση το άκυρο έγγραφο δεν είχε λήξει, η συμβατική σχέση εκμίσθωσης συνεχιζόταν από μήνα σε μήνα και ... τίποτε που περιέχεται στον ορισμό του όρου "πρώτη ενοικίαση" δεν επηρέαζε τις πιο πάνω αρχές, ώστε να καταστήσει την εκμίσθωση λήξασα.... Κάτω από το φως των πιο πάνω... Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης...». Στρέφομαι τώρα στην ουσία των αντίστοιχα προβαλλόμενων ισχυρισμών και παρατηρώ τα εξής. Στην Ε/Δ του ο εναγόμενος, αν και δέχεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε το υποστατικό ως ενοικιαστής, καμία αναφορά κάνει ως προς αν τα σχετικά ενοίκια πληρώθηκαν ούτε όμως και ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Περιορίζεται απλά να αναφέρει ότι αμφισβητεί τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς των εναγόντων διότι, αν και όντως κατείχε το υποστατικό κατά τον ουσιώδη χρόνο ως ενοικιαστής με συμφωνηθέν μηνιαίο ενοίκιο, εντούτοις αυτοί παρέβηκαν πρώτοι τη συμφωνία. Ο ισχυρισμός αυτός όμως, ήτοι ότι οι ενάγοντες παραβίασαν πρώτοι τη συμφωνία ενοικίασης διότι το ακίνητο δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλίσει όλες τις άδειες που απαιτούνταν για την εξολοκλήρου χρήση του ως εστιατόριο-ταβέρνα, δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νομολογία, καλή υπεράσπιση σε αγωγή για οφειλόμενα ενοίκια, ιδιαίτερα όταν ο εναγόμενος, παρά τον εν λόγω ισχυρισμό, εξακολουθεί να κατέχει και να χρησιμοποιεί το υποστατικό ως ενοικιαστής, δυνάμει της ίδιας συμφωνίας που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε. Τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης που αναφέρονται ανωτέρω, όχι μόνο δεν επηρεάζουν το αξιούμενο δικαίωμα των εναγόντων σε συνοπτική απόφαση αλλά αντίθετα το επιβεβαιώνουν. Το όποιο παράπονο τυχόν έχει ο εναγόμενος εναντίον των εναγόντων, αν αυτό ευσταθεί, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανταπαίτησης ή χωριστής αγωγής, δεν επηρεάζει όμως την παρούσα υπόθεση των εναγόντων ούτε και δικαιολογεί τη χορήγηση άδειας για υπεράσπιση της. (βλ. CH ARESTI ESTATES LIMITED κ.α. ν. LOUCAS KYPRIANOU CO ENTERPRISES LTD, ECLI:CY:AD:2016:A492, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 68/11, 21/10/2016, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319). Έχω προβληματιστεί κατά πόσο υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται η έκδοση απόφασης υπέρ των εναγόντων η οποία όμως να τελεί υπό αναστολή εκτέλεσης μέχρι την καταχώρηση και εκδίκαση τυχόν ανταπαίτησης έχει ο εναγόμενος εναντίον τους και αυτό λόγω του σχετικού κανόνα πρακτικής που εύστοχα παραθέτει ο αδελφός Δικαστής Ν. Γεωργιάδης, στην απόφαση του ημερ. 14/2/2014, στην Αγωγή 1277/13 LEONIDAS MELINIOTIS COMPANY LIMITED ν. LA NOSTRA INVESTMENTS LIMITED κ.α του Ε.Δ Λ/σου: «Όταν δεν καταδεικνύεται υπεράσπιση στην απαίτηση αλλά συζητήσιμη ανταπαίτηση που δεν είναι για μικρότερο ποσό από αυτό της απαίτησης, μπορεί να εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα με έξοδα η εκτέλεση της οποίας να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης (βλ. Supreme Court Practice 1999 σελ 178 και 179[3], Anglo-Italian Bank v. Wells & Davies
(1978)38 L.T. 197, Rotherham v. Priest
(1879)41 L.T. 558, Annual Practice 1961 σελ. 267 και Chitty's Queen's Bench Forms, 18 ed, 1956, σελ 141 ).» Ενόψει όμως του ότι ο εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία, είτε αναφορικά με την έκταση της ζημιάς που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί από την παράβαση της σύμβασης είτε του ποσού που ανταξιώνει από τους ενάγοντες καθώς επίσης και ενόψει του ότι, παρά την κατ' ισχυρισμό παράβαση της σύμβασης, αυτός συνεχίζει να κατέχει και να χρησιμοποιεί το επίδικο υποστατικό, δεν θεωρώ ότι ο προαναφερόμενος κανόνας δύναται να εφαρμοστεί. Αν ο εναγόμενος όντως έχει υποστεί ζημιά από τους ενάγοντες και έχει τα απαιτούμενα στοιχεία για να αποδείξει την εν λόγω ζημιά, είναι ελεύθερος να καταχωρήσει τη δική του αγωγή εναντίον των εναγόντων, αν το επιθυμεί και να προωθήσει εκεί τις επί του προκειμένου αξιώσεις του. Στην βάση όλων των πιο πάνω, η αίτηση ημερομηνίας 04/09/17 επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €4.120,00 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Συνοπτική απόφαση - Οφειλόμενα Ενοίκια [1] 18.1(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [2] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [3] Annual Practice σελ. 243 «Defendant's rights.— (See more fully notes to r. 6, infra.) Ο.14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, .. Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict us to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R.Ir. 238; Electric &General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc..Co., 10 T. L. R. 103).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.