Τσίκκου Νικόλα ν. Μάριου Βακανά Παναγιώτη, Αρ. Αγωγής: 4126/13, 16/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4126/13 Μεταξύ: Τσίκκου Νικόλα Ενάγοντα - και - Μάριου Βακανά Παναγιώτη Εναγόμενου - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση, ημερ. 27/7/17, για την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Χριστοφόρου για Αγαθοκλέους - Νεοφύτου & Σία ΔΕΠΕ Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση: παρών - εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, το οποίο καταχωρήθηκε στις 24/9/13, ο Ενάγων ζητά, το ποσό των €20.900 που αφορά προσφερθείσες υπηρεσίες ή δάνειο στον Εναγόμενο, ως αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Στις 12/2/15 καταχωρήθηκε Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εκ μέρους του Εναγόμενου. Μετά την αίτηση ορισμού, οι δικηγόροι του Εναγόμενου ζήτησαν και έλαβαν άδεια να αποσυρθούν από την εκπροσώπησή του και ο Εναγόμενος έκτοτε εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Η ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 27/7/17 αρχικά μονομερώς και στη συνέχεια επιδόθηκε στον Εναγόμενο. Το αιτητικό παρατίθεται αυτούσιο, ως αναγράφεται επί της αίτησης (η ορθογραφία έχει διατηρηθεί): «
- Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου, που να απαγορεύει στον Εναγόμενο όπως, άμεσα ή έμμεσα, δια μέσω των εργαζομένων τους, υπηρετών του, εκπροσώπων του, αντιπροσώπων του ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου νομικού ή φυσικού, με οποιοδήποτε τρόπο, μεταφέρει, δωρίσει, πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει, αποξενώσει ή μειώσει με οποιοδήποτε τρόπο την ακίνητη περιουσία η οποία βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα του μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι την έκδοση νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Διαζευκτικά ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου, που να δεσμεύει το όποιο τυχόν πλεόνασμα ύψους €40.000 από μελλοντική πώληση της ακίνητης περιουσίας η οποία βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα του μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι ην έκδοση νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Περαιτέρω οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ως δίκαιη το Δικαστήριο.» Η νομική βάση της Αίτησης στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Εκ προοιμίου, σημειώνεται ότι στη νομική βάση της αίτησης περιέχονται πρόνοιες που δεν σχετίζονται με τη φύση της παρούσας αίτησης ή με τα αιτούμενα Διατάγματα και για το λόγο αυτό δεν θα απασχολήσουν την παρούσα απόφαση. Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα. Τα όσα αναφέρονται σε αυτή μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Περί τον Ιανουάριου του 2012, ο Εναγόμενος εξέδωσε προς όφελος του Ενάγοντα επιταγή για το ποσό των €20.900 (Τεκμήριο 1) σχετικά με προσφερθείσες υπηρεσίες ή δάνειο. Η επιταγή επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα» και «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε». Για την εν λόγω επιταγή, ο Εναγόμενος καταδικάστηκε σε ποινική υπόθεση κατόπιν απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Τεκμήριο 2), η οποία έχει εφεσιβληθεί. Στις 5/7/17 ήταν ορισμένη η ποινική έφεση μεταξύ των διάδικων και το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση νομικής αρωγής του Εναγόμενου επειδή φαίνεται να κατέχει ακίνητη περιουσία αξίας €1.500.
- Ο Εναγόμενος, σύμφωνα με τον Ενόρκως Δηλούντα, ανέφερε ότι η περιουσία αυτή είναι υποθηκευμένη προς όφελος πιστωτικού ιδρύματος για το ποσό των €1.300.
- Προς υποστήριξη των ισχυρισμών για την αξία της ακίνητης περιουσίας και της υποθήκης, ο Ενόρκως Δηλών επισυνάπτει ηλεκτρονική αλληλογραφία του γραφείου επίδοσης των δικηγόρων του (Τεκμήριο 3). Στη συνέχεια, ο Ενάγων συνέλεξε διάφορες πληροφορίες από αξιόπιστη πηγή, όπως αναφέρει, ότι ο Εναγόμενος προσπαθεί να πουλήσει το μοναδικό ακίνητο που κατέχει επειδή βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι, σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει την απαίτησή του και η εκτέλεση τυχόν απόφασης εναντίον του Εναγόμενου θα καταστεί αδύνατη. Επιθυμεί για το λόγο αυτό να εξασφαλίσει με την παρούσα αίτηση δέσμευση ύψους €40.000, όπως αναφέρει. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Ο Εναγόμενος καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Περιληπτικά, με τους δέκα λόγους ένστασης, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης, δεν υφίσταται ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος και η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης υποστηρίζεται από την Ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, το περιεχόμενο της οποίας μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Ο Εναγόμενος αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα. Είναι η θέση του ότι όλοι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα είναι ψευδείς, ότι δεν συνοδεύονται από αποδεικτικά στοιχεία και ότι δεν έχει καταδειχθεί η προσπάθειά του για αποξένωση της περιουσίας του. Ο Εναγόμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων διατηρούσε καταστήματα παροχής τυχερών παιχνιδιών και δάνειζε χρήματα. Περί τις αρχές του 2011, δανείστηκε από τον Ενάγοντα €5.000 με μηνιαίο τόκο ύψους 20% αρχικά και ύστερα 30%, και στη συνέχεια του έδωσε υπογραμμένες εν λευκώ επιταγές ως ασφάλεια. Ζήτησε να λάβει πίσω τις επιταγές όμως ουδέποτε του τις έδωσαν. Σε σχέση με τα πιο πάνω, αναφέρει ότι έδωσε κατάθεση στο ΤΑΕ Λεμεσού. Τέλος, αιτείται την απόρριψη της αίτησης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Κατά την ακρόαση της Αίτησης, η πλευρά του Ενάγοντα και ο Εναγόμενος επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους και εφοδιάζοντας το Δικαστήριο με γραπτές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες γίνεται στην παρούσα απόφαση όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Έλαβα υπόψη κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν. Εξέτασα επίσης το περιεχόμενο της αίτησης, της ένστασης και των συνοδευτικών Ενόρκων Δηλώσεων αμφότερων των πλευρών, καθώς επίσης και τη δικογραφία στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνεται παρενθετικά ότι τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος στην Γραπτή Αγόρευσή του υπό μορφή μαρτυρίας δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα, αφού είναι σαφώς νομολογημένο ότι η αγόρευση δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223, King' s Development Co Ltd v. Πηλέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 733). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει παρεμπίπτον Διάταγμα πηγάζει από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(στο εξής «το άρθρο 32»). Τα τρία κριτήρια για την έκδοση παρεμπίπτοντος Διατάγματος, όπως έχουν διατυπωθεί στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, συνίστανται: (α) στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) στην ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, και (γ) στην ικανοποίηση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα. Επιπρόσθετα των τριών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο επιβάλλεται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, ακόμα και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, για να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα (Κοκκίνου ν. Κόκκινου, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/2014, 3.11.16, Αβερκίου v. Θέο Κτηματική Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 85/10, ημερ. 31.1.13). Το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα. Το δεύτερο κριτήριο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις Ένορκες Δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, όπου αυτή ζητείται και εγκρίνεται από το Δικαστήριο, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων (Σκουτέλλα ν. Σκουτέλλα, Έφεση Αρ. 43/2012, 24.3.17). Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στις περιπτώσεις όπου ο αιτητής δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Όμως, εκτός από τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, ανάλογα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848). Εκτός από το άρθρο 32, η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 (στο εξής «το άρθρο 5»). Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στα πλαίσια εκκρεμούσης αγωγής για χρέος ή αποζημίωση και παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει προσωρινό Διάταγμα για δέσμευση ακίνητης περιουσίας που ανήκει στον Εναγόμενο, προς διευκόλυνση της εκτέλεσης τυχόν απόφασης εναντίον του. Οι προϋποθέσεις για έκδοση τέτοιου Διατάγματος, με βάση το άρθρο 5, είναι: (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και (β) με την πώληση ή μεταβίβαση σε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 αφορά ποιοτικό κριτήριο και έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο άρθρο 32 (Κυτάλα κ.α. v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1Α Α.Α.Δ. 253, Τσιολάκκης κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ 782). Η δεύτερη προϋπόθεση αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 (Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.α
(2006)1Α Α.Α.Δ. 280). Από το λεκτικό του άρθρου 5 και τη σχετική νομολογία εξάγεται το συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεσμεύει τόση από την περιουσία όση χρειάζεται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του Ενάγοντα (Ρένα Αριστοτέλους Λτδ (ανωτέρω)). Επομένως, προκύπτει ότι αναμένεται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει μαρτυρία για τη φύση και την εκτιμημένη αξία της ακίνητης περιουσίας που επιζητεί τη δέσμευσή της καθώς και για την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 785). Όταν το Διάταγμα που επιζητείται καλύπτεται ειδικά από το άρθρο 5, οι ειδικές προϋποθέσεις του θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό που δεν συμπίπτουν με αυτές του άρθρου 32 (Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1B C.L.R. 520). Διευκρινίζεται ότι οι πρόνοιες του άρθρου 5 περιορίζονται σε ακίνητη περιουσία, όπως το αιτητικό
(1)στην προκειμένη περίπτωση, και δεν είναι δυνατή η δέσμευση κινητής περιουσίας βάσει του άρθρου αυτού. Επομένως, το άρθρο 5 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με το αιτητικό
(2)στην υπό εξέταση περίπτωση με το οποίο ζητείται η δέσμευση χρηματικού ποσού. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, θα εξεταστούν κατωτέρω, στο βαθμό που απαιτούνται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, οι ισχυρισμοί και το περιεχόμενο της δικογραφίας, της αίτησης και της Ένστασης καθώς και των σχετικών Ένορκων Δηλώσεων. Εκ προοιμίου αναφέρεται ότι, παρόλο που η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, η επίδοσή της στον Εναγόμενο την μετατρέπει σε αίτηση δια κλήσεως και συνεπώς δεν βρίσκουν πλέον εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, οι οποίες προορίζονται αποκλειστικά στο να ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις έκδοσης Διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Στυλιανού, Πολιτική Έφεση 354/13, ημερ. 4.12.15). Στρεφόμενος στην ουσία της αίτησης, το ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Σημειώνεται ότι στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις και αποφεύγει την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 πληρείται όταν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση την Έκθεση Απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής (Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.3.2017). Παρόλο που δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του, πρέπει να πείσει το Δικαστήριο περί της ύπαρξής του (Parico Aluminium Designs Ltd ν. Muskita Aluminium Co Limited κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγων ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι τον Ιανουάριου του 2012 οι διάδικοι προέβηκαν σε νόμιμες συναλλαγές και συνεργασίες και ότι ο Εναγόμενος εξέδωσε προς όφελός του επιταγή για το ποσό των €20.900 για νόμιμο αντάλλαγμα, η οποία όμως δεν τιμήθηκε. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει το ποσό αυτό. Επομένως, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί και το αντικείμενο της αγωγής δικαιολογεί συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Ομοίως, ικανοποιείται και η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5. Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της αγωγής, έχει όμως καθήκον να προβεί σε κάποια αξιολόγηση (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Η εκατέρωθεν παράθεση των δύο εκδοχών των αντίδικων πλευρών δεν επαρκεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει την προοπτική επιτυχίας της εκδοχής του διάδικου που αιτείται το παρεμπίπτον Διάταγμα σε συνάρτηση με την αντίθετη εκδοχή. Είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α. (ανωτέρω)). Στην προκείμενη περίπτωση, είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα στην Ένορκη Δήλωσή του ότι περί τον Ιανουάριου του 2012, ο Εναγόμενος εξέδωσε προς όφελός του επιταγή για το ποσό των €20.900 σχετικά με προσφερθείσες υπηρεσίες ή δάνειο, η οποία επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα» και «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε». Αντίγραφο της επίδικης επιταγής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος με τη σειρά του ισχυρίζεται στη δική του Ένορκη Δήλωση ότι εξέδωσε εν λευκώ την επιταγή, μαζί με άλλες δύο, και την παρέδωσε στον Ενάγοντα ως ασφάλεια για δάνειο που του παρείχε ο πρώτος, όμως αναγκάστηκε να το πράξει. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στο περιορισμένο βαθμό που είναι επιτρεπτό για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, και αποφεύγοντας επιμελώς την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων ή ευρημάτων, διαπιστώνεται ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας καθότι η προσαχθείσα μαρτυρία από τον Ενάγοντα χαρακτηρίζεται από την απαραίτητη λεπτομέρεια και ακρίβεια, η οποία να παρέχει έρεισμα προς ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης (Κυτάλα κ.ά. (ανωτέρω), Αθανάσιος Κυριάκου κ.α. ν. Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.17). Συνεπώς, ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
- Σε ό,τι αφορά στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αυτή εξετάζεται κάτω από το πρίσμα του κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής ή όχι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και της ύπαρξης τέτοιων άλλων περιστάσεων που ενδεχομένως να σταχυολογούσαν τα πράγματα με τρόπο που, ως γεγονός, να οδηγούσαν σε μια τέτοια διαπίστωση. Η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται, όχι μόνο όταν η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, αλλά και εκεί όπου ο αιτών το ενδιάμεσο Διάταγμα δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή των αποζημιώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγων αξιώνει με την απαίτησή του συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και άρα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί χρηματικά. Όσον αφορά τον κίνδυνο να μην μπορέσει να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που ενδεχομένως να ληφθεί εναντίον του Εναγόμενου, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση και ότι αν αποξενώσει την ακίνητη περιουσία του, δεν θα μπορέσει μελλοντικά να εξασφαλίσει την απαίτησή του. Δεν είναι ανάγκη να προσκομιστεί μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος εξέφρασε πρόθεση να αποξενώσει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει τυχόν αποξένωση, δηλαδή ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν αποξενωθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd (ανωτέρω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Ενάγων παρουσίασε ηλεκτρονική αλληλογραφία (Τεκμήριο 1) από το γραφείο επίδοσης των δικηγόρων του, στην οποία αναφέρονται αυτούσια τα ακόλουθα: «Από το αίτημα του [Ενάγοντα για Νομική Αρωγή] φαίνεται να κατέχει ακίνητη περιουσία ύψους €1.500.
- (Όπως λέχθηκε από τον ίδιο η περιουσία αυτή είναι υποθηκευμένη περίπου κατά €1.300.000)». Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από τον Ενάγοντα σε σχέση με την περιγραφή, την έκταση και τη φύση της ακίνητης περιουσίας που κατέχει ο Εναγόμενος ή τα στοιχεία του ακίνητου ή των ακίνητων που θα επηρεάζονται από το αιτούμενο Διάταγμα. Σε αιτήσεις αυτής της φύσης, υπάρχει επιτακτική ανάγκη για παροχή λεπτομερειών της ακίνητης περιουσίας και υπολογισμός της αξίας της περιουσίας της οποίας ζητείται η δέσμευση (Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. v. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ. 162). Η έλλειψη κατάλληλης και επαρκής μαρτυρίας για την ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του την κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι δεν θα είναι δυνατή η ικανοποίηση του Ενάγοντα σε περίπτωση επιτυχίας του στην αγωγή. Συνεπώς, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν ικανοποιείται. Ούτε και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 ικανοποιείται. Σε κάθε περίπτωση, ο Ενάγων, όπως αναφέρει στην Ένορκη Δήλωσή του, επιθυμεί να εξασφαλίσει με την παρούσα αίτηση δέσμευση ύψους €40.000. Όμως, αναφορικά με το αιτητικό (Α), είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να διατάξει όλο ή το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής όταν απουσιάζει στέρεη μαρτυρία που να προσδιορίζει την ακίνητη περιουσία, τη φύση της και την αξία της. Το ίδιο ισχύει και για το αιτητικό (Β) με το οποίο ζητείται η έκδοση Διατάγματος που να δεσμεύει το ποσό των €40.000 από τυχόν μελλοντική πώληση οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου κατά τρόπο γενικό και αόριστο, στην απουσία μάλιστα προσδιορισμού αυτής της περιουσίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο