Αυγουστίνος Ζαννέττου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 4979/15, 26/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4979/15 Μεταξύ: Αυγουστίνος Ζαννέττου Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου Αίτηση για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου Ημερομηνία: 26.2.2018 Για Εναγόμενο - Αιτητή: κα Νικολάτου. Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κα Λιασίδου για Ανδρέας Κονναρής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 11.12.15, ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη συνεπεία τροχαίου αδικήματος, το οποίο επισυνέβη στις 17.4.08, ενώ επέβαινε ως επιβάτης σε όχημα της Εθνικής Φρουράς, στην οποία υπηρετούσε ως Επισμηνίας. Σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης το εν λόγω ατύχημα συνέβη συνεπεία αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου και/ή των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων του. Παρατίθενται δε λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου, χωρίς διάκριση ως προς το ποιες αφορούν την αμέλεια και ποιες την παράβαση των νόμιμων καθηκόντων. Ο Εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του εγείρει στην παράγραφο 1 τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: (α) Το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον του Εναγομένου έχει παραγραφεί αφού από τις 17.4.2008, ημερομηνία διάπραξης του κατ' ισχυρισμό αστικού αδικήματος, το οποίο όπως συνάγεται από την Έκθεση Απαίτησης καθώς και τις λεπτομέρειες που παρατίθενται σε αυτή περιορίζεται στην αμέλεια, μέχρι τις 11.12.2015, ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής, είχε μεσολαβήσει χρονικό διάστημα πέραν των 3 ετών, εντός των οποίων σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία θα έπρεπε να είχε εγερθεί η αγωγή, (β) Άνευ βλάβης των ανωτέρω, η πιο πάνω αγωγή και/ή έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε και/ή οποιοδήποτε εύλογο και/ή βάσιμο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, είναι ανυπόστατη και/ή μηδαμινή και/ή ενοχλητική. Πέραν δε και ανεξάρτητα των πιο πάνω ενστάσεων, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ο Ενάγοντας επέβαινε του αναφερόμενου στην έκθεση απαίτησης αυτοκινήτου, το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο ενεπλάκη στο συγκεκριμένο ατύχημα αλλά αρνείται ότι το τελευταίο οφείλεται στην αμέλεια και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου και/ή των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων του καθώς και τις δικογραφηθείσες λεπτομέρειες. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ατύχημα και/ή τραυματισμός του Ενάγοντα οφείλονται αποκλειστικό στις αποφάσεις και/ή πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή συμπεριφορά του Ενάγοντα και εκθέτει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Τέλος υποστηρίζει, άνευ βλάβης των πιο πάνω, ότι ακόμη και εάν ήθελε διαφανή ότι δεν ευθύνεται αποκλειστικά ο Ενάγοντας για το ατύχημα και/ή τον τραυματισμό του αλλά ότι ευθύνεται και/ή μέρος της ευθύνης φέρει και ο οδηγός του οχήματος, ο τελευταίος ενήργησε αμελώς και/ή εκτός των πλαισίων των καθηκόντων του και/ή των αρμοδιοτήτων του και/ή της εξουσιοδότησης που του δόθηκε αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Στην απάντηση του στην υπεράσπιση ο Ενάγοντας αρνείται και απορρίπτει τις προδικαστικές ενστάσεις του Εναγόμενου και σε σχέση με την πρώτη υποστηρίζει ότι το αγώγιμο δικαίωμα του δεν έχει παραγραφεί καθώς και ότι η αγωγή βασίζεται στα αγώγιμα δικαιώματα του αστικού αδικήματος της αμέλειας και της παράβασης και/ή παράλειψης εκπλήρωσης νόμιμου καθήκοντος. Στις 21.9.17, μετά το κλείσιμο των δικογράφων και την έκδοση οδηγιών για καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων στην βάση κλήσεως για οδηγίες, ο Εναγόμενος (στο εξής ο Αιτητής) καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά όπως το νομικό σημείο και/ή προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1(α) της έκθεσης υπεράσπισης του προδικαστεί και/ή αποφασισθεί από το Δικαστήριο πριν από την ακρόαση ολόκληρης της Αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.27 Κ.1-2, Δ.48 Κ.1- 3 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, στα άρθρα 24(ε), 28 και 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/2012 και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Αναστασίου, Ανώτερης Δικηγόρου της Δημοκρατίας. Ο Ενάγοντας (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση) αντέδρασε στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης στις 12.1.18, στην οποία προβάλλει βασικά τους ακόλουθους λόγους: 1. Η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά και/ή για να αποφασισθεί το σημείο αυτό χρειάζεται μαρτυρία διότι η αγωγή δεν βασίζεται μόνον στο αστικό αδίκημα της αμέλειας αλλά και στην παράβαση νόμιμων καθηκόντων, για το οποίο δεν υπάρχει ισχυρισμός για παραγραφή. 2. Η προδικαστική ένσταση δεν αφορά αμιγώς νομικό αλλά εμπεριέχει και πραγματικά αμφισβητούμενα γεγονότα και/ή ασάφεια γεγονότων υπό την έννοια ότι το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται το αίτημα δεν είναι παραδεκτό στο σύνολό του με αποτέλεσμα να μην μπορεί και/ή να μην είναι δίκαιο και/ή ορθό να διαταχθεί προδικαστική εκδίκαση. 3. Ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η αξίωση του Ενάγοντος, στον βαθμό που βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας έχει παραγραφεί, έχει ευρεία διακριτική εξουσία να αποφασίσει να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής, όμως για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν μπορεί και/ή δεν είναι δίκαιο και/ή ορθό να διαταχθεί προδικαστική εκδίκαση. 4. Ο Εναγόμενος δεν παρουσιάζει επαρκείς και/ή ουσιαστικούς και/ή ικανοποιητικούς λόγους για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της προδικαστικής εκδίκασης του θέματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Χρυστάλλας Τζιούρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η αίτηση. Στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Η υπό εξέταση αίτηση εδράζεται στην Δ.27 Κ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι οποίες προβλέπουν τα ακόλουθα: «1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient. 2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just». Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις και συναφώς καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εκτίθενται σε σωρεία νομολογίας. Στην Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ 225 το θέμα συνοψίσθηκε ως ακολούθως: «Ο,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. Andothers
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως». Διαφωτιστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την Michael v. United Sea Transport
(1981)1 C.L.R. 322: «The principles governing the exercise of the Court´s discretion in the matter are to be found in a number of authorities. Summing up the position it may be said that as a rule a Judge will only make the order when he sees that the object raises a serious question of law, which if decided in favour of the party objecting would dispense with any further trial, or at any rate with the trial of some substantial issue in the action (see L.C. & D.Ry. v. S.E. Ry. 53 L.T.p.III). The order should not, however, be made in respect of matters which by reason of the obscurity either of the facts or of the law ought to be decided at the trial; only in respect of matters on which no further light will be drawn at the trial, per Roche J., Isaacs & Sons Ltd., v. Cook
(1925)2 K.B.p. 401. Furthermore the order for argument before trial should not be made where there are facts in dispute. (Western S.S. Company v. Amaral Sutherland and Co.,
(1914)2 K.B. 55).» Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται λοιπόν κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση (βλ. Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ 949). Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο παραπέμπει το θέμα για προδικαστική επίλυση. Σε περίπτωση όμως που χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε ακρόαση (βλ. και Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50 και Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 C.L.R. 461). Μόνο αμιγώς νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Δ.27 Κ.1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων (βλ. Malachtou v. Armefti and Another
(1984)1 C.L.R. 548). Νομικό σημείο μπορεί λοιπόν να εκδικασθεί προδικαστικά μόνο πάνω στην βάση σαφούς αδιαμφισβήτητου και παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου και όχι στην βάση δεδομένων που δεν περιλαμβανόταν στα γεγονότα που το στοιχειοθετούν. Αντικείμενο της συζήτησης μπορεί να είναι μόνο το προδικαστικό θέμα, όπως αυτό τέθηκε (βλ. Πιερίδης ν. Keshishian κ.α.
(1996)1Α Α.Α.Δ. 224 και Χ'Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 2046). Το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση πρέπει να είναι συγκεκριμένο και οι σχετικοί ισχυρισμοί όχι γενικοί και ασαφείς (βλ. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Philippa Estates Ltd κ.α.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1431). Εάν η περίπτωση απαιτεί πλήρη διακρίβωση του συνόλου των δεδομένων που την συνθέτουν και τα οποία δεν υπάρχουν ακόμη στην ολότητα τους τότε δεν θα πρέπει να εξετάζεται το νομικό ζήτημα που εγείρεται σε αυτό το στάδιο (βλ. Karic Banka D.D. (Cyprus Offshore Banking Unit) v. Χαρίλαος Αποστολίδης & Σια Λτδ
(2001)1Α Α.Α.Δ 530 και Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1Β Α.Α.Δ 1609). Η Δ.27 K.1 είναι βασικά αντίστοιχη στην Δ.25 Κ.2 των παλιών Αγγλικών Θεσμών. Ως αναφέρεται σχετικά στο Annual Practice 1958 στην σελ. 572, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποφασίζει στην βάση της πιο πάνω διαταγής αφηρημένα νομικά σημεία που εγείρονται στα δικόγραφα ακόμη και εάν οι διάδικοι συναινούν προς τούτο. Στα πλαίσια αιτήσεων όπως η παρούσα, το μόνο που εξετάζεται είναι κατά πόσο, λαμβανομένων υπόψην όλων των πιο πάνω, πληρούνται οι προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παραπομπής προς εκδίκαση του προδικαστικού νομικού θέματος, προ της δίκης. Σε περίπτωση που αποφασισθεί αυτό, καταγράφεται το νομικό θέμα που εγέρθηκε και παραπέμπεται για εκδίκαση, δίδοντας σχετικές οδηγίες προς τούτο (π.χ. για γραπτές αγορεύσεις). Μετά από αυτό, στο επόμενο στάδιο ακούονται τα μέρη και αποφασίζεται το παραπεμφθέν νομικό θέμα επί της ουσίας του (βλ. Παπαδόπουλος ν. Πελεκάνου κ.α.
(1989)1E Α.Α.Δ. 816 και Χ'Παύλου και Υιοί Λτδ ανωτέρω). Ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για επίλυση νομικού θέματος προδικαστικά, είναι επίσης παράγοντας που λαμβάνεται υπ' όψιν από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, καθιστώντας την ακρόαση, ή ουσιαστικό μέρος αυτής, αχρείαστη. Κατ' επέκταση τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να καταχωρούνται χωρίς καθυστέρηση και δη κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα (βλ. Χ'Οικονόμου ανωτέρω) και όχι μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενους τους, Πολ. Έφεση Αρ. 168/2010, ημερ. 24.2.16, «το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή, προκύπτει δε από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται και, αντιθέτως, ανατρέπεται, όταν με καθυστερημένες αιτήσεις όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται η συνοπτική επίλυση της όλης υπόθεσης στο προδικαστικό στάδιο, αλλά, ως αποτέλεσμα της προδικαστικής αίτησης, στην πράξη ανατρέπεται αυτή τούτη η κανονική πορεία της δίκης. Η ανάγκη δε για περιορισμό της υπό συζήτηση εξαιρετικής διαδικασίας στο αρχικό, υπό την παραπάνω έννοια, στάδιο, καθίσταται στις μέρες μας περισσότερο επίκαιρη και επιτακτική, λόγω της επίτασης του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών» (βλ. και Σάββα ανωτέρω). Εξέταση της αίτησης Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι το ζήτημα της παραγραφής είναι καταλυτικό για μια υπόθεση εφόσον άπτεται αυτής καθαυτής της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης. Τέτοιο ζήτημα εξετάζεται όμως μόνο εφόσον εγείρεται στα δικόγραφα. Από την στιγμή δε που εγείρεται δεν πρέπει να προωθείται ο,τιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Επιτυχία της ένστασης οδηγεί στην αναστολή της διαδικασίας (βλ. Χατζηστυλλής ν. Paradema κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ. 551 και Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337). Συνεπώς το νομικό σημείο που εγείρεται στην παρούσα αποτελεί αναμφίβολα σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του Αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά πόσο πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η σχετική νομολογία, προς παραπομπή του νομικού σημείου για εκδίκαση προ της ακρόασης. Είναι επί του προκειμένου βασικά η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά καθότι για να αποφασισθεί το σημείο αυτό χρειάζεται μαρτυρία εφόσον η αγωγή δεν βασίζεται μόνον στο αστικό αδίκημα της αμέλειας αλλά και σε αυτό της παράβασης νόμιμων καθηκόντων, για το οποίο δεν υπάρχει ισχυρισμός για παραγραφή. Από την πλευρά του ο Αιτητής υποστηρίζει ότι παρά το ότι πράγματι δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης ότι το επίδικο ατύχημα συνέβηκε συνέπεια αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγόμενου και/ή των υπαλλήλων του και δίδονται σχετικές λεπτομέρειες, εντούτοις προσεκτική ανάγνωση καταδεικνύει ότι τα γεγονότα και οι λεπτομέρειες αφορούν ουσιαστικά το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Εν πάση δε περιπτώσει, σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, η υπό εξέταση προδικαστική ένσταση αφορά το σύνολο του αγώγιμου δικαιώματος του Καθ' ου η αίτηση. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως έχει νομολογηθεί η παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος, το οποίο επιβάλλει ο νόμος μπορεί, ανάλογα με την πρόθεση του νομοθέτη να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα της παράβασης εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος. Πρόκειται για αστικό αδίκημα γνωστό στο κοινό δίκαιο το οποίο αποτελεί μέρος του Κυπριακού Δικαίου βάσει του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Η μη ενσωμάτωση αυτού στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο δεν αποκλείει την εφαρμογή του (βλ. Universal Advertising and Publishing Agency v. Panayiotis A. Vouros Vol. 19 C.L.R. 87 και Κουππαρής ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1780). Είναι επίσης νομολογημένο ότι το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι διαφορετικό από αυτό της παράβασης νόμιμου καθήκοντος. Όπως υποδείχθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωστάκη
(2008)1Α Α.Α.Δ 432 αλλά και μεταγενέστερα στην Μ. Σ. Ιακωβίδης & Σια Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Εφέσεις Αρ. 378/2009 και 386/2009, ημερ. 10.7.15 και στην Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 140/2011, ημερ. 22.12.16, η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης νόμιμου καθήκοντος αποτελεί θεραπεία του κοινοδικαίου και δεν πρέπει να συγχίζεται ή να αναμειγνύεται ή επικαλύπτεται με την αξίωση αποζημιώσεων για αμέλεια έστω και αν η ίδια ζημιά είναι δυνατό να προέλθει είτε από συμπεριφορά που συνάδει με συνήθη αμέλεια, είτε με συμπεριφορά που ισοδυναμεί με διάρρηξη νόμιμου καθήκοντος. Σύμφωνα πάντα με την ίδια νομολογία το ζήτημα δεν είναι ακαδημαϊκό ή θεωρητικό διότι στην πρακτική του διάσταση, η ορθή δικογράφηση οφείλει να παραπέμπει σε ξεχωριστή καταγραφή των δύο αγώγιμων δικαιωμάτων (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωστάκη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 432). Στην παρούσα, από την μελέτη της έκθεσης απαίτησης, κρίνω ότι δεν ευσταθεί η θέση του Αιτητή, ότι δηλ. τα γεγονότα και οι λεπτομέρειες αφορούν «ουσιαστικά το αστικό αδίκημα της αμέλειας». Αντίθετα είναι σαφές ότι οι εν λόγω δικογραφημένοι ισχυρισμοί αναφέρονται και στο αστικό αδίκημα της παράβασης νόμιμου καθήκοντος. Με δεδομένο δε ότι οι λεπτομέρειες που έχουν παρατεθεί είναι κοινές και για τα δύο αστικά αδικήματα, δεν μπορεί στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε διάκριση ή να καταλήξει σε εύρημα ότι οι λεπτομέρειες, στοιχειοθετούν μόνο αμέλεια και όχι παράβαση νόμιμου καθήκοντος. Πόσο μάλλον όταν οι εν λόγω λεπτομέρειες αμφισβητούνται με την έκθεση υπεράσπισης και άρα θα πρέπει να προσαχθεί σχετική μαρτυρία. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε η θέση του Αιτητή ότι η υπό εξέταση προδικαστική ένσταση αφορά το σύνολο του αγώγιμου δικαιώματος του Καθ' ου η αίτηση και εξηγώ. Ως έχει προαναφερθεί κατά την έκθεση της νομικής πτυχής, αντικείμενο της συζήτησης σε αιτήσεις όπως η παρούσα μπορεί να είναι μόνο το προδικαστικό θέμα, όπως αυτό τέθηκε. Από την φράση «κατ' ισχυρισμό αστικού αδικήματος, το οποίο όπως συνάγεται από την έκθεση απαίτησης καθώς και τις λεπτομέρειες που παρατίθενται σε αυτή περιορίζεται στην αμέλεια», την οποία χρησιμοποιεί ο Αιτητής στην προδικαστική του ένσταση, είναι αρκούντως σαφές ότι η τελευταία αναφέρεται σε ένα και μόνο αστικό αδίκημα και όχι σε δύο και μάλιστα ρητά προσδιορισμένο ως το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Ενόψει λοιπόν: (α) του ότι οι θεραπείες που αξιώνει ο Καθ' ου η αίτηση εδράζονται σωρευτικά ή διαζευκτικά και στα δύο προαναφερόμενα αστικά αδικήματα, (β) του ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε αυτό το στάδιο, με μόνες δηλ. τις σχετικές και μάλιστα αμφισβητούμενες δικογραφημένες λεπτομέρειες εάν στοιχειοθετείται και ποιο από τα δύο αυτά αδικήματα και (γ) του ότι η προδικαστική ένσταση προβάλλεται μόνο για το ένα εξ αυτών, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.27 και η σχετική νομολογία ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παραπομπή της εν λόγω προδικαστικής ένστασης για εκδίκαση προ της ακρόασης. Ως εκ των άνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim (Αστικό - Αγωγές - Αίτηση για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο