← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΑ ΡΙΡΗ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ κ.α., Αίτηση Έφεση: 17/2017, 16/2/2018

ΓΕΩΡΓΙΑ ΡΙΡΗ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ κ.α., Αίτηση Έφεση: 17/2017, 16/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αίτηση Έφεση: 17/2017 Aναφορικά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224, Άρθρο 80 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΡΙΡΗ Εφεσείουσα - Αιτήτρια και

  1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ
  2. DIPRECO LTD Εφεσίβλητοι-Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την εφεσείουσα-αιτήτρια: Ο κ. Στ. Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον καθ' ου η αίτηση εφεσίβλητο 1: Ο κ. Α. Μελάς Για την καθ' ης η αίτηση-Εφεσίβλητη 2: Η κα Ειρ. Μουζουρίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να αποδεχθεί μεταβίβαση ακινήτου σύμφωνα με το εδάφιο

(3)του άρθρου 44 ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, αρ. 9/1965) Η παρούσα απόφαση μου καταπιάνεται με ζητήματα που έχουν προκύψει μετά την εισαγωγή στο δικαιϊκό μας σύστημα με την τροποποίηση που επέφερε με το άρθρο 2 ο τροποποιητικός νόμος (Ν.139(Ι)/2015)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου (Ν. 9/1965) («o Νόμος»), η οποία αποσκοπεί στην προστασία των αγοραστών ακινήτων στους οποίους για χρόνια δεν γίνονταν οι μεταβιβάσεις των ακινήτων που είχαν αγοράσει με ευθύνη των πωλητών, των κοινώς ονομαζόμενων "εγκλωβισμένων αγοραστών ακινήτων" (βλ. αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου με ημερομηνία 22.06.2015 Τεκμ. ΙΓ στην ένσταση του Διευθυντή). Βέβαια, όπως όλες οι υποθέσεις θα πρέπει να κρίνονται στη βάση των δικών τους διακριτών χαρακτηριστικών έτσι θα κριθεί και η παρούσα. Η αιτήτρια με την έφεση της προσβάλλει και επιδιώκει διατάγματα που να ακυρώνουν ή αναστέλλουν τις αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού με ημερομηνία 30.08.2016 και 1.12.2016 με τις οποίες είχε αποφασίσει να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 76499 Φ/Σχ. 54/580202 Τεμάχιο 573 - Τμήμα 1 Τοποθεσία Αγίας Ζώνης & Δημήτρη Λιπέρτη στον Άγ. Νεκτάριο στην Λεμεσό, επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση
  1. Η τελευταία με τη διαδικασία που προηγήθηκε είχε εκπληρώσει, όπως κρίθηκε από τον Διευθυντή, όλες τις υπό του νόμου επιβαλλόμενες σ' αυτή υποχρεώσεις ως αγοράστρια του ως άνω ακινήτου έτσι που του έδιδε πλέον την εξουσία να προβεί στη μεταβίβαση του επ' ονόματι της. Προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι το ως άνω ακίνητο το είχε αγοράσει η καθ' ης η αίτηση 2 δυνάμει σύμβασης που είχε κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στις 11.01.1994 η οποία έλαβε τον αρ. ΠΩΕ 87/1994 («η Σύμβαση»). Η δεύτερη ως άνω απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε μετά από απόρριψη σχετικής ένστασης της αιτήτριας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν με την επιστολή του με ημερομηνία 1.12.
  2. Σημειώνω εδώ ότι με βρίσκει σύμφωνο η θέση της πλευράς της καθ' ης η αίτηση 1, στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της, ότι η πρώτη επιστολή, αυτή της 30.08.2016, είναι προκαταρκτική και δεν αποτελεί απόφαση με την έννοια του άρθρου 51 του Νόμου και/ή του άρθρου 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224), ώστε να μπορεί να εφεσιβληθεί. Άρα, η μόνη απόφαση του Διευθυντή που μπορούσε να προσβληθεί με την παρούσα διαδικασία είναι αυτή που κοινοποιήθηκε με την επιστολή με ημερομηνία 1.12.
  3. Τα ανωτέρω ασφαλώς δεν επηρεάζουν την εξέταση της αίτησης η οποία θα περιοριστεί στη δεύτερη αυτή απόφαση. Πέραν των ως άνω διαταγμάτων, η Αιτήτρια επιδιώκει επίσης διατάγματα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στην ως άνω ειδοποίηση/ απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου της 1.12.2016 και να κηρύξει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στο Νόμο δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Συνοπτικά, οι λόγοι για τους οποίους προσβάλλεται η πιο πάνω απόφαση είναι η ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα της νομοθεσίας η οποία δίδει την εξουσία στον Διευθυντή, όταν ασφαλώς πληρούνται οι καθοριζόμενες προϋποθέσεις, να εκδίδει πιστοποιητικό εγγραφής σε αγοραστή, παραβιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της αιτήτριας, εν προκειμένω της πωλήτριας, όπως το περιουσιακό της δικαίωμα και αυτό του ελευθέρως συμβάλλεσθαι, η εσφαλμένη άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Διευθυντή, η έλλειψη αιτιολόγησης της απόφασης του, η ελλιπής έρευνα και πλάνη περί τα πράγματα. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται σε πληθώρα νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων και ειδικότερα στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/60)άρθρα 29, 31 - 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 9 Άρθρο 4,5, 6, 7, 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, Δ.55, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν. 9/1965) Άρθρα 12 Α, 16, 17, 18, 19, 21-36, Μέρος VI, VIA, VIB, Άρθρο 51, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224), Άρθρο 80, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 (662/1956) και επί των αρχών της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. Χριστόφορος Μιχαηλίδης, κουνιάδος της εφεσείουσας, η οποία είναι κάτοικος Ελλάδας. Δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση τόσο από προσωπική του εμπλοκή και συμμετοχή όσο και από όσα του έχει μεταφέρει η εφεσείουσα και η θυγατέρα της, τις οποίες φιλοξενούσε και συνόδευε στις διάφορες επαφές τους εν σχέση με τις συναφείς κτηματικές τους υποθέσεις καθώς και από όσα προσωπικά γνωρίζει από την προσωπική του εμπλοκή και από όσα πληροφορήθηκε από σχετικά έγγραφα της υπόθεσης. Δηλώνει επίσης ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την εφεσείουσα να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Προβαίνει στην παρούσα ένορκη δήλωση και μετά από νομική συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους της εφεσείουσας. Θα επικεντρωθώ σε όσα έχουν τη σημασία τους για την κρίση μου για την παρούσα αίτηση από όσα δηλώνει με περισσή λεπτομέρεια ο ενόρκως δηλών. Αναφέρεται σε γεγονότα που κατά την άποψη του οδήγησαν στην παρούσα αίτηση με αναφορά στις διάφορες συμφωνίες που είχε η εφεσείουσα και τις διαφορές της με τους κατασκευαστές της πολυκατοικίας, τα οποία οδήγησαν σε διάφορες διαδικασίες και αναπόφευκτα στην καθυστέρηση στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για κάθε μονάδα της πολυκατοικίας. Ισχυρίζεται την εκ μέρους της καταβολή τελών στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού και Αμαθούντος (ΣΑΛΑ), τα οποία κατά τον ισχυρισμό της θα έπρεπε να καταβάλλονταν από την καθ' ης η αίτηση
  4. Οι ξεχωριστοί τίτλοι εν τέλει εκδόθηκαν κατά ή περί τον Φεβρουάριο του
  5. Αναφέρει ότι τα ακίνητα της είχαν υποθηκευτεί προς όφελος εμπορικής τράπεζας η οποία είχε εγείρει αγωγές και εναντίον της και μάλιστα είχε εκδοθεί διάταγμα πώλησης μεταξύ άλλων και του επίδικου ακινήτου. Στη συνέχεια προβάλλει τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώραν μετά τη θέσπιση της ως άνω νομοθεσίας το
  6. Παρόλο ότι παραδέχεται ότι η καθ' ης η αίτηση 2 κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος σε ειδικό λογαριασμό, όπως προνοείται στη νέα νομοθεσία εντούτοις της οφείλει τα τέλη που κατέβαλε η ίδια στο ΣΑΛΑ ενώ υπόχρεη με βάση τη Σύμβαση τους ήταν η καθ' ης η αίτηση 2 και ότι η καθ' ης η αίτηση 2 εξακολουθεί να της οφείλει τους προνοούμενους τόκους στη σύμβαση τους για το ποσό που παρέμεινε από το τίμημα και το οποίο θα καταβαλλόταν με τη μεταβίβαση του. Υπολογίζει αυτούς τους τόκους στο ποσό των €26.000= ποσό το οποίο δεν λήφθηκε υπόψη από τον Διευθυντή όταν εξέταζε την ένσταση της και το οποίο διεκδικεί και επιφυλάσσει τα δικαιώματα της. Είναι δε γι' αυτόν τον λόγο που υποστηρίζει ότι παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα που επικαλείται στους λόγους ένστασης. Εάν δεν γίνει δεκτή η έφεση της τότε με την επικείμενη μεταβίβαση θα καταστρατηγηθούν οι όροι της Σύμβασης και είναι γι' αυτό που υποστηρίζει ότι η διαδικασία αυτή των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ όχι μόνον της προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον την αφήνει εκτεθειμένη και βοηθά την καθ' ης η αίτηση 2 να αποφύγει τις προς αυτήν υποχρεώσεις της κατά παράβαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων. Πέραν των πιο πάνω, η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 1.12.2016 είναι παντελώς αναιτιολόγητη και αστήρικτη. Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του το ζήτημα των οφειλομένων ποσών και τόκων από την καθ' ης η αίτηση 2 και ελλείπει αιτιολογία και ως εκ τούτου καταλογίζει στον Διευθυντή ελλιπή έρευνα και πλάνη περί τα πράγματα κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης του η οποία δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τους ισχυρισμούς εκλαμβάνοντας ως τελική και δεσμευτική την, προφανώς λανθασμένη, δήλωση της καθ' ης η αίτηση 2 ότι ουδέν οφείλει παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της εφεσείουσας. Ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Διευθυντή που της κοινοποιήθηκε με επιστολή του της 1.12.2016 παραλήφθηκε περί την 20.12.
  7. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ξεχωριστές ενστάσεις οι οποίες έχουν την ίδια ή παρεμφερή νομική βάση με αυτή της αίτησης με επιπρόσθετη συμπερίληψη σε αυτές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και τα Πρωτόκολλα της. Ο Καθ' ου η αίτηση 1, Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, προβάλλει στην ένσταση του τους ακόλουθους λόγους: «
  8. Η παρούσα Αίτηση/ Έφεση πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, αφού έχει παρέλθει η προθεσμία των 30 ημερών εντός της οποίας η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα δικαιούνταν να εφεσιβάλει την προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή.
  9. Η απόφαση του Διευθυντή, όπως αυτή διατυπώθηκε με την ειδοποίησή του ημερομηνίας 01/12/2016 είναι ορθή, νόμιμη και αιτιολογημένη και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τους κανόνες της επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.
  10. Ο Διευθυντής ενήργησε εντός των πλαισίων του νόμου και σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 και του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011 και ως εκ τούτου η απόφαση του δεν λήφθηκε υπό πλάνη περί τα πράγματα και/ή καθ' υπέρβαση των εξουσιών του, αλλά αντίθετα τηρήθηκε και/ή ακολουθήθηκε η ορθή και/ή νενομισμένη διαδικασία και/ή πρακτική.
  11. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή στηρίζεται σε όλα τα πραγματικά περιστατικά και γεγονότα που σχετίζονται με την απόφαση αυτή που είναι προϊόν πλήρους, ενδελεχούς και ολοκληρωμένης έρευνας.
  12. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος, καθότι δεν επεμβαίνει στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας/Εφεσείουσας και/ή δεν επεμβαίνει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και/ή δυσανάλογο. Εάν ήθελε φανεί ότι υπάρχει επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, αυτή γίνεται κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό προς προστασία δικαιώματος τρίτων προσώπων, ήτοι των αγοραστών ακινήτων.
  13. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δια του οποίου να προκαλείται ζημιά στην ιδιοκτησία της Αιτήτριας/Εφεσείουσας.
  14. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν επεξηγεί με ποιο τρόπο παραμένει απροστάτευτη και/ή εκτεθειμένη σε οικονομική απώλεια σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος.
  15. Η απουσία πρόνοιας στο νόμο 139(Ι)/2015 για καταβολή τυχόν αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή και/ή σε άλλο επηρεαζόμενο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
  16. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε φανεί ότι υπάρχει επέμβαση στο δικαίωμα ελευθερίας του συμβάλλεσθαι, αυτή γίνεται κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων μεγάλου αριθμού των πολιτών της Δημοκρατίας, ήτοι των καλόπιστων αγοραστών ακινήτων.
  17. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν εγείρει με σαφήνεια τα θέματα αντισυνταγματικότητας, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να τα εξετάσει.
  18. Η Αίτηση/Έφεση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή ο τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή και/ή εφικτό τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
  19. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, όπως τροποποιήθηκε με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  20. Ο Διευθυντής αρνείται και απορρίπτει όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους λόγους της Αίτησης/Έφεσης καθώς και τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στις παραγράφους 1 έως 13 της ένορκης δήλωσης του Χριστόφορου Μιχαηλίδη που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση/Έφεση, στον βαθμό και στην έκταση που έρχονται σε αντίθεση και/ή αντιφάσκουν και/ή διαφέρουν και/ή δεν συμφωνούν και/ή είναι ασυμβίβαστοι με τους λόγους ένστασης και με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα ένσταση και η οποία γίνεται προς υποστήριξη της ένστασης αυτής.» Την ως άνω ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο Κτηματολογικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού κ. Χαράλαμπος Στυλιανού. Δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης από μελέτη του σχετικού φακέλου και των μητρώων που τηρεί το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Για τα νομικά ζητήματα στα οποία αναφέρεται, δηλώνει ότι έχει συμβουλευτεί το Δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Δηλώνει επίσης ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει περαιτέρω ότι έχει διαβάσει την έφεση και την ένορκη δήλωση του κ. Χριστόφορου Μιχαηλίδη που την υποστηρίζει και αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτή, εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή τους στη συνέχεια. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει επίσης τους λόγους ένστασης που προβάλλει ο Διευθυντής με τους οποίους συμφωνεί και τους υιοθετεί. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης δηλώνει τα περί της κατάθεσης της σύμβασης πώλησης ΠΩΕ 87/1994 από πλευράς της καθ' ης η αίτηση 2, κάνει περιγραφή του ακινήτου και τι θα αγόραζε η καθ' ης η αίτηση και επισυνάπτει ως Τεκμ. Α την εν λόγω σύμβαση. Αναφέρεται στα σημερινά στοιχεία του επίδικου ακινήτου και επισυνάπτει Έκθεση Λεπτομερειών του ως Τεκμ. Β. Αναφέρεται στην αίτηση που κατάθεσε η καθ' ης η αίτηση 2 ζητώντας να εγγραφεί στο όνομα της το επίδικο ακίνητο σύμφωνα με τον Νόμο. Επισύναψε την εν λόγω αίτηση ως Τεκμ. Γ. Η καθ' ης η αίτηση 2 προσκόμισε ένορκη δήλωση πληρωμής καθώς και τις αποδείξεις πληρωμής του επίδικου ακινήτου (Τεκμ. Δ). Μετά από επιστολή του Κτηματολογικού Λειτουργού για την καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος (Τεκμ. Ε) η καθ' ης η αίτηση 2 στις 09.06.2016 παρουσίασε απόδειξη κατάθεσης του υπόλοιπου τιμήματος πώλησης (Τεκμ. ΣΤ). Την ίδια ημέρα δόθηκε στην καθ' ης η αίτηση 2 επιστολή για προσκόμιση βεβαιώσεων καταβολής φόρων (Τεκμ. Ζ) τις οποίες και προσκόμισε (Τεκμ. Η). Στη συνέχεια αναφέρει ότι μετά από εξέταση όλων των σχετικών στοιχείων και διαπίστωση ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγραφεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα της αγοράστριας - καθ' ης η αίτηση 2, στις 30.08.2016 στάλθηκε σχετική επιστολή (Τύπος ΙΕ) στην πωλήτρια για υποβολή ένστασης στην προτιθέμενη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου (Τεκμ. Θ). Η πωλήτρια υπέβαλε ένσταση στη μεταβίβαση (Τεκμ. Ι) και την 01.12.2017 στάλθηκε απορριπτική απαντητική επιστολή στην ένσταση της πωλήτριας (Τεκμ. ΙΑ). Επειδή δεν προσκομίστηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο οποιοδήποτε διάταγμα που να απαγορεύει την προτιθέμενη μεταβίβαση εντός 30 ημερών από την απόρριψη της ένστασης της πωλήτριας, στάλθηκαν τόσο στην τελευταία όσο και στην καθ' ης η Αίτηση 2 επιστολές (ΤΥΠΟΣ ΙΣΤ και ΙΖ) για εκούσια μεταβίβαση εντός της προθεσμίας των 60 ημερών (Τεκμ. ΙΒ). Επισημαίνει ότι η απορριπτική επιστολή του Διευθυντή προς τον δικηγόρο της πωλήτριας στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο την 01.12.2016, ενώ η παρούσα έφεση καταχωρήθηκε στις 17.01.2017 όταν η προθεσμία που είχε αυτή για να προσφύγει εναντίον της απόφασης του Διευθυντή είναι τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της επιστολής, ως προβλέπεται στο άρθρο 51 του Νόμου και επομένως η παρούσα έφεση ισχυρίζεται ότι καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Στη βάση δε των πιο πάνω στοιχείων δε διαφαίνεται ότι επηρεάζεται και/ή ότι περιορίζεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας της εφεσείουσας, αφού το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης έχει καταβληθεί από την αγοράστρια. Συνεπακόλουθα, δεν υπάρχει και οποιαδήποτε παραβίαση της συμβατικής σχέσης της εφεσείουσας με την καθ' ης η αίτηση 2, αλλά ούτε παραβιάζεται και οποιοδήποτε δικαίωμα της εφεσείουσας που πηγάζει από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Από τη στιγμή που εκπληρώθηκαν οι όροι της σύμβασης πώλησης, η μόνη εκκρεμότητα που παραμένει δυνάμει της σύμβασης αυτής είναι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην αγοράστρια, πράγμα που δεν έγινε εξαιτίας της εφεσείουσας. Πέραν των πιο πάνω, εκ της θέσης του γνωρίζει ότι υπάρχουν πάρα πολλοί αγοραστές ακινήτων, περίπου 70.000, οι οποίοι έχουν κατατεθειμένα αγοραπωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο έχοντας, μάλιστα, εξοφλήσει και το τίμημα πώλησης, χωρίς, όμως, να έχουν εξασφαλίσει τίτλους ιδιοκτησίας. Οι πρόνοιες του νέου νόμου περί Εγκλωβισμένων Αγοραστών παρέχουν προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους, ήτοι τους αγοραστές, οι οποίοι τήρησαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν από τη σύμβαση πώλησης. Αυτό προκύπτει και από την Αιτιολογική Έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 22.06.2015, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμ. ΙΓ. Στην εν λόγω έκθεση γίνεται αναφορά ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση του Νόμου, επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίο βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Η Καθ' ης η αίτηση 2 προβάλλει και αυτή τους ίδιους ως και ο Διευθυντής, λόγους ένστασης υποστηρίζοντας την ορθότητα της η οποία λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας και έχοντας υπόψη τη νομοθεσία, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 δεν υπείχε οιασδήποτε φύσης και/ή άλλως πώς οικονομική οφειλή. Υποστηρίζει τη συνταγματικότητα των σχετικών νομοθετικών διατάξεων στη βάση των οποίων ενήργησε ο Διευθυντής και υποστηρίζει ότι σε περίπτωση που ακυρωθεί η απόφαση του Διευθυντή είναι αυτή που θα υποστεί ζημιά και θα επηρεαστούν δυσμενώς τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της στην περιουσία που αγόρασε και πλήρωσε. Υποστηρίζει ότι οποιεσδήποτε οικονομικές διαφορές επικαλείται η εφεσείουσα εκ των υστέρων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης της παρούσας αίτησης. Προβάλλει επίσης σειρά λόγων όπως ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, ατεκμηρίωτη, ασαφής και αόριστη Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η πιο πάνω ένσταση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Μάριος Χριστοφίνης, Διευθυντής της καθ' ης η αίτηση
  21. Σε αυτή, πέραν της υιοθέτησης των λόγων ένστασης και της δήλωσης του περί της γνώσης του για τα γεγονότα της υπόθεσης καταγράφει και αυτός το ιστορικό της αγοράς του επίδικου διαμερίσματος, τις πρόνοιες της σύμβασης για την καταβολή του τιμήματος και τη συμμόρφωση του με αυτές και την καθυστέρηση που επήλθε έκτοτε στο να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα τους. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο πριν τη διαδικασία που ακολούθησε για την έκδοση σε αυτήν τίτλου, δυνάμει του Νόμου και της διαδικασίας που επακολούθησε αυτής, δεν υπάρχει ουσιώδης διαφωνία με όσα ήδη έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Παραδέχεται ότι δεν είχε καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.10.000= προς εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος το οποίο όμως είχε υποχρέωση δυνάμει της σύμβασης τους να καταβάλει κατά τη μεταβίβαση του. Σε σχέση με τους νομικούς λόγους που επικαλείται για την απόρριψη της Έφεσης προτάσσει αυτόν της κατ' ισχυρισμό του παράτυπης Έφεσης καθώς δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να προβεί σε αυτή και ότι είναι εκπρόθεσμη καθ' ότι ενώ η επιστολή του Διευθυντή φέρει ημερομηνία 1.12.2016 η παρούσα καταχωρήθηκε την 17.01.2017 πέραν δηλαδή των 30 ημερών που προνοείται στη σχετική νομοθεσία. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί οφειλόμενων τελών και των τόκων για την τελευταία δόση της καθ' ης η αίτηση 2, αναφέρει ότι ουδέποτε οχλήθηκαν περί τούτου και για το γεγονός της μη μεταβίβασης για 17 τόσα χρόνια του επίδικου ακινήτου δεν ευθύνεται η καθ' ης η αίτηση
  22. Η καθ' ης η αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι έχει συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την εφεσείουσα και δεν αναγνωρίζει οποιανδήποτε άλλη υποχρέωση της προς αυτή. Οι αιτιάσεις της εφεσείουσας περί παραβίασης των συνταγματικών της δικαιωμάτων προβλήθηκαν γενικά και αόριστα και ενώ το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει και προνοεί την δυνατότητα περιορισμού στη άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων με την περιοριστική αναφορά εξειδικευμένων εξαιρέσεων στις οποίες εμπίπτει η παρούσα περίπτωση και επομένως κανένα συνταγματικό δικαίωμα της εφεσείουσας δεν παραβιάζεται ούτε ο Νόμος είναι αντισυνταγματικός. Σε σχέση με τις Υποθήκες Υ5555/91 και Υ5556/91 οι οποίες εγγράφτηκαν στα ακίνητα της εφεσείουσας προς όφελος της Αlpha Bank, αναφέρει ότι σύμφωνα με όσα γνωρίζει τόσο η καθ' ης η αίτηση 2 όσο και οι λοιποί αγοραστές έχουν καταβάλει στον προσωρινό λογαριασμό ο οποίο προαναφέρθηκε στην παράγραφο 7 της παρούσης ένορκης δήλωσης προς όφελος της πιο πάνω Τράπεζας για απαλλαγή του μεριδίου τους και ως εκ τούτου η ως άνω τράπεζα δεν προσβάλλει της επίδικη απόφαση του Διευθυντή. Εκφράζει τη θέση ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ορθά και κατόπιν ενδελεχούς έρευνας προέβη στην εν λόγω απόφαση του έχοντας υπόψη τη νομοθεσία, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση 2 δεν υπείχε οιασδήποτε φύσης και/ή άλλως πώς οικονομική εκκρεμότητα. Για τούτο και ζητεί την απόρριψη της Έφεσης για να μπορέσει ο Διευθυντής να της μεταβιβάσει το επίδικο διαμέρισμα. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση όπως και τις ενστάσεις που καταχώρησαν οι καθ' ων η αίτηση 1 και
  23. Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έκαναν αναφορά τόσο στα γεγονότα τα οποία έχουν καταγραφεί πιο πάνω επί των οποίων ουσιαστικά δεν υπάρχει διάσταση και προέβηκαν σε νομική επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεων τους. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και τις λαμβάνω υπόψη μου, όπου δε χρειαστεί κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα προβώ σε ειδικότερη αναφορά σε αυτές. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Προβλήθηκε από πλευράς των καθ' ων η αίτηση ως λόγος ένστασης το παράτυπο της αίτησης καθώς αυτή δεν υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση την οποία να υπογράφει η ίδια η εφεσείουσα και ότι αυτός που υπογράφει δεν εξηγεί γιατί προβαίνει ο ίδιος σε ένορκη δήλωση και δεν δηλώνει για την εξουσιοδότηση του να προβεί σε αυτή. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ο πιο πάνω λόγος ένστασης καθώς απλή ανάγνωση του προοιμίου της ένορκης δήλωσης καταδεικνύει ότι η ίδια η εφεσείουσα είναι μόνιμος κάτοικος στο εξωτερικό και σαφώς δηλώνεται στην ένορκη δήλωση ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση ο ενόρκως δηλών μετά από εξουσιοδότηση της εφεσείουσας. Πέραν αυτών, ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι είναι γνώστης προσωπικά και ο ίδιος των γεγονότων της υπόθεσης και ότι έλαβε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της εφεσείουσας για τα νομικά θέματα που επικαλείται. Καταλήγω ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα καθώς, ενώ η επίδικη απόφαση θεωρείται ότι κοινοποιήθηκε την 1.12.2016, ημερομηνία που φέρει η επιστολή του Διευθυντή, η οποία κατά τον κ. Χαράλαμπο Στυλιανού στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο. Η πλευρά της αιτήτριας ισχυρίζεται ότι έλαβε την εν λόγω επιστολή περί τις 20.12.
  24. Η Έφεση καταχωρήθηκε στις 17.01.2017 και επομένως η καταχώρηση της έγινε εντός της καθορισμένης προθεσμίας των 30 ημερών από της κοινοποίησης σε αυτήν της απόφασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση τους επικαλέστηκαν τις πρόνοιες του άρθρου 51
(1)[1] του Νόμου σύμφωνα με το οποίο η προθεσμία υποβολής έφεσης εναντίον οποιασδήποτε διαταγής, γνωστοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή είναι 30 ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης. Η θέση του Διευθυντή είναι ότι η απόφαση του στάλθηκε προς την εφεσείουσα με συστημένο ταχυδρομείο την ίδια ημέρα που φέρει η επιστολή δηλαδή την 1.12.2016. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση με παρέπεμψαν και στο άρθρο 75
(3)[2] του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224), που προνοεί ότι η κοινοποίηση θεωρείται ότι διενεργείται από την ημερομηνία ταχυδρόμησης της απόφασης. Ενόψει της πιο πάνω διάστασης ως προς το ζήτημα του εκπρόθεσμου ή όχι της καταχώρησης της αίτησης θα επιχειρήσω στη συνέχεια να ερμηνεύσω τις σχετικές διατάξεις των ως άνω άρθρων. Η φράση «δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω, να υποβάλη έφεσιν.» του άρθρου 51
(1)του Νόμου συναντάται και στο άρθρο 80 του του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224) στο οποίο όπως και στο άρθρο 81 προνοούν για τις Εφέσεις κατά διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή. Ο κ. Χαράλαμπος Στυλιανού που ορκίστηκε εκ μέρους του Διευθυντή αναφέρει στην παρ. 12 της ένορκης δήλωσης του ότι: «Την 01.12.2017 (λανθασμένα εφόσον πρόκειται για την 01.12.2016) στάληκε απορριπτική απαντητική επιστολή στην ένσταση της Αιτήτριας/ Εφεσείουσας, η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΙΑ». Στην δε παρ. 14 αναφέρει: «..επισημαίνω ότι η απορριπτική επιστολή του Διευθυντή προς τον δικηγόρο της Αιτήτριας/ Εφεσείουσας στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο την 01.12.2016.» Δεν υποστηρίζει ότι είναι ο ίδιος που απέστειλε την εν λόγω επιστολή και δεν επισυνάπτεται οποιαδήποτε δήλωση ή πιστοποιητικό του προσώπου που ταχυδρόμησε την επιστολή αυτή, το οποίο να αναφέρει την ημερομηνία ταχυδρόμησης της έτσι που να θεωρηθεί ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ταχυδρόμησης της. Σημειώνω δε ότι παρόλο ότι υποστηρίζεται από τον κ. Χ. Στυλιανού ότι η εν λόγω επιστολή στάλθηκε με συστημένο γράμμα εντούτοις τέτοια ένδειξη παρατηρώ ότι δεν υπάρχει στο σώμα της επιστολής (Τεκμ. ΙΑ). Εν προκειμένω βεβαίως δεν αμφισβητήθηκε η αποστολή της επιστολής. Τουναντίον δηλώνεται από την άλλη πλευρά ότι αυτή παραλήφθηκε ¨πολύ αργότερα περί τις 20.12.2017¨ (γίνεται και εδώ το ίδιο λάθος με τη χρονολογία). Όφειλε ο Διευθυντής να είχε αποδείξει πότε ταχυδρομήθηκε η επιστολή και όχι τι ημερομηνία έχει η επιστολή του. Επομένως δεν αποδέχομαι ότι η εφεσείουσα καταχώρησε την αίτηση της εκπρόθεσμα. Αυτή εκλαμβάνεται ως εμπρόθεσμη. Προχωρώ επομένως στην εξέταση της Έφεσης επί της ουσίας της. Το κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες και τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία είναι πρωταρχικής σημασίας. Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 44ΚΒ
(3)της νέας νομοθεσίας που εισήχθη με τον τροποποιητικό Νόμο 139(Ι)/2015, η ένσταση για να έχει προοπτική επιτυχίας θα πρέπει να βασίζεται σε έναν από τους ακόλουθους λόγους συνοδευόμενοι από σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που να τους τεκμηριώνουν: «(α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ΄ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).» Στην προκείμενη περίπτωση είναι παραδεκτό ότι η αιτήτρια υπέβαλε εμπρόθεσμα μέσω των δικηγόρων της ένσταση όπως προνοείται στο Νόμο εντός της προθεσμίας των 45 ημερών στην κοινοποιηθείσα πρόθεση του Διευθυντή με την επιστολή του της 30.08.2016 να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της DIPRECO LTD δυνάμει της σύμβασης ΠΩΕ 87/1994 - 11.01.1994. Σε αυτή, όπως αναφέρεται στην επιστολή των δικηγόρων της εφεσείουσας με ημερομηνία 17.10.2016, εκφράζουν την έντονη ένσταση τους καθ' ότι σε ό,τι αφορά την επίδικη σύμβαση η αγοράστρια Dipreco Ltd οφείλει υπόλοιπο συμβολαίου πλέον τόκους έως την 31.10.2016 το ποσό των €43.092,81σ. Επιπρόσθετα με αυτή ενημέρωνε τον Διευθυντή ότι η αγοράστρια όφειλε αποχετευτικά τέλη, φόρους ακίνητης ιδιοκτησίας, έξοδα έκδοσης τίτλων ιδιοκτησίας τα οποία η πωλήτρια πλήρωσε προς όφελος της χωρίς χαριστική πρόθεση και οφείλει βάσει της Σύμβασης τους να της πληρώσει. Γι' αυτούς τους λόγους καλούσε τον Διευθυντή να απορρίψει την αίτηση και επιφύλασσε τα δικαιώματα της για προάσπιση των συμφερόντων της. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη αναφορά στις ένορκες δηλώσεις για το τι μεσολάβησε από την 17.10.2016 που ήταν η ημερομηνία της πιο πάνω επιστολής η οποία ως αναγράφεται στο σώμα της απεστάλη στον Διευθυντή τόσο με τηλεομοιότυπο (fax) όσο και με συστημένο ταχυδρομείο. Η απόφαση του Διευθυντή κοινοποιήθηκε στην εφεσείουσα με επιστολή του η οποία φέρει ημερομηνία 1.12.2016 και η οποία προσβάλλεται με την παρούσα. Σε αυτή αφού παρατίθενται οι πρόνοιες του εδαφίου
(3)του άρθρου 44 ΚΒ του Νόμου αναφέρει στη συνέχεια τα ακόλουθα: «
  1. Επισυνάπτεται αντίγραφο της δήλωσης του αγοραστή ότι δεν έχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα προς τον πωλητή με βάση τις συμβατικές του υποχρεώσεις.
  2. Ως εκ τούτου ο Διευθυντής δεν αποδέχεται την ένσταση σας.» Χωρίς κανένα ενδοιασμό κρίνω ότι η ως άνω απόφαση ως προς την ουσία της δεν χαρακτηρίζεται από επαρκή αιτιολογία. Δεν εξηγεί κατ' αρχή πλην των βεβαιώσεων της Καθ' ης η αίτηση τι άλλο έλαβε υπόψη και γιατί απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας για τις οικονομικές εκκρεμότητες που εξακολουθούσαν να υπάρχουν με την αγοράστρια και τις οποίες του κοινοποίησε με την ένσταση της. Δεν τέθηκε υπόψη μου το υλικό που η εφεσείουσα παρουσίασε προς απόδειξη των πιο πάνω εκκρεμοτήτων που διατεινόταν πως είχε με την αγοράστρια - αν παρουσίασε τέτοιο - και αν όχι γιατί δεν της ζητήθηκε από τον Διευθυντή για να έχει ολοκληρωμένη εικόνα των εκατέρωθεν θέσεων. Σε κάθε περίπτωση στην ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του ο Διευθυντής δεν κάνει οποιανδήποτε αναφορά σε ένα τέτοιο αποδεικτικό υλικό ή ότι δεν παρουσιάστηκε τέτοιο παρόλο ότι το ζήτησε ως είχε εξουσία στη βάση του άρθρου 6(δ) των περί Μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π.298/2015) με ευθύνη της εφεσείουσας αντί αυτών αναφέρει ότι αποδέχθηκε τη Γραπτή Δήλωση της καθ' ης η αίτηση 2 και αποδέχθηκε άνευ ετέρου ότι δεν έχει οποιανδήποτε εκκρεμότητα προς την Πωλήτρια με βάση τις συμβατικές της υποχρεώσεις χωρίς διερεύνηση ή τουλάχιστον χωρίς αιτιολόγηση της μη αποδοχής των όσων η εφεσείουσα αξίωνε. Απλή ανάγνωση του όρου 4 της Σύμβασης η οποία ήταν υπόψη του Διευθυντή «Interest at 7 per cent annum will be charged on the last payment of C£10.000 commencing on 1 February 1995.» δημιουργεί μια εκ πρώτης όψεως υποχρέωση της αγοράστριας έναντι της πωλήτριας η οποία θα έπρεπε να διερευνηθεί. Ο Διευθυντής όταν διαπιστώσει κάτι τέτοιο κατά την άποψη μου έχει υποχρέωση στη βάση του άρθρου 44Κ
(3)να αφήσει σε εκκρεμότητα την αίτηση «μέχρι την πλήρη υλοποίηση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο εδάφιο
(1).» Η καταβολή στον ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας προς όφελος της οποίας υπήρχε υποθήκη του ποσού των €17.086,00 κατά την άποψη μου δεν ήταν ικανοποιητική απόδειξη περί μη ύπαρξης εκκρεμότητας προς την πωλήτρια η οποία του την κοινοποίησε με την ένσταση της. Ο Διευθυντής στην απόφαση του φαίνεται να παραγνωρίζει αυτό το ζήτημα και αποδέχεται χωρίς αιτιολογία τη θέση της μιας πλευράς, αυτής της αγοράστριας. Για τον ως άνω λόγο κρίνω ότι η απόφαση του Διευθυντή πάσχει ως προς την αιτιολόγηση της σε σχέση με την εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 44ΚΒ
(3)(α). Η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού με ημερομηνία 1.12.2016 που αφορά το επίδικο ακίνητο όπως και τις επακολούθησες επιστολές ΤΥΠΟΣ ΙΣΤ και ΙΖ οι οποίες φαίνεται ότι απεστάλησαν εκ παραδρομής στις 7.02.2017 όταν πλέον είχε εγερθεί η παρούσα έφεση στις 17.01.
  1. Ζήτημα αντισυνταγματικότητας διατάξεων του Νόμου που τροποποιεί τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.139(Ι)/2015) το έθεσε η πλευρά της εφεσείουσας ενώ η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνθηκε της συνταγματικότητας τους. Κάποια ζητήματα που προβάλλονται κυρίως από την Καθ' ης η αίτηση 2 και άπτονται του ζητήματος της προστασίας πλέον των δικών της συνταγματικών δικαιωμάτων θα είχαν έρεισμα αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου και ο Διευθυντής ενεργούσε ενάντια σε αυτά. Αυτό δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω το ζήτημα. Η παρούσα υπόθεση έχει κριθεί στη βάση των δικών της χαρακτηριστικών και επί άλλων παραμέτρων οι οποίες είναι αποτρεπτικές στο να προχωρήσω και να εξετάσω θέματα συνταγματικής υφής. Η ακύρωση των αποφάσεων του Διευθυντή δεν παραβλάπτει τα οποιαδήποτε περιουσιακά δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση
  2. Αυτή μπορεί υπό άλλες προϋποθέσεις και ενδεχομένως δρομολογώντας άλλες νόμιμες διαδικασίες να επιλύσει τις όποιες διαφορές της με την αιτήτρια έτσι ώστε να της μεταβιβαστεί το ακίνητο που αγόρασε από αυτή είτε εθελούσια είτε και πάλι ενεργοποιώντας της διατάξεις του Νόμου όπως ήδη το έχει κάνει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω να εγκρίνω την έφεση. Η απόφαση του Διευθυντή της 1.12.2016 που αφορούσε το επίδικο ακίνητο ακυρώνεται. Η ακύρωση της συμπαρασύρει και τις ειδοποιήσεις που απέστειλε προς υλοποίηση της ως άνω απόφασης του όπως είναι ο ΤΥΠΟΣ ΙΣΤ και ΤΥΠΟΣ Ζ που φέρουν ημερομηνία 7.02.
  3. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση από ½ ο καθένας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.).............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να αποδεχθεί μεταβίβαση ακινήτου σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 44 ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, αρ. 9/1965) [1] 51.-
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλει έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω (επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. [2] Άρθρο 75
(3): «Η ημερομηνία ταχυδρόμησης της επιστολής θεωρείται ότι είναι η ημερομηνία κατά την οποία δίνεται ή διενεργείται η ειδοποίηση ή η κοινοποίηση και πιστοποιητικό που εκδίδεται από το πρόσωπο που ταχυδρομεί την επιστολή αυτή, το οποίο αναφέρει την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτής θεωρείται ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ταχυδρόμησης αυτής.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.