← Κύπρος

ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. Ολυμπία Γλυκή, Αγωγή Αρ.: 48/16, 28/2/2018

ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. Ολυμπία Γλυκή, Αγωγή Αρ.: 48/16, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 48/16 Μεταξύ: ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα - και - Ολυμπία Γλυκή Εναγόμενη ---------------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2018 Eμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Π. Δημητρίου για Χάρη Κυριακίδη ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κα Α. Παύλου για Αγαθοκλέους - Νεοφύτου & Σια ΣΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη, ασφαλισμένη της, το συνολικό ποσό των €1.100, το οποίο πλήρωσε σε τρίτα πρόσωπα, όταν η τελευταία, οδηγώντας το ασφαλισμένο όχημά της χωρίς Πιστοποιητικό Καταλληλότητας, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Η Εναγόμενη, στην Υπεράσπισή της, αρνείται την αξίωση της Ενάγουσας, και ανταπαιτεί, αριθμό δηλωτικών αποφάσεων, επιστροφή των ασφάλιστρων που πλήρωσε στην Ενάγουσα και αποζημιώσεις τόσο για παράβαση σύμβασης όσο και για ταλαιπωρία που προκλήθηκε στην ίδια από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Από τις δικογραφημένες θέσεις των διάδικων, προκύπτει ότι αποτελεί κοινό έδαφος τα ακόλουθα, τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Η Εναγόμενη, ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KQR601 (στο εξής «το ασφαλισμένο όχημα»), ζήτησε από την Ενάγουσα την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης ευθύνης έναντι τρίτου για το ασφαλισμένο όχημα. Οι διάδικοι σύναψαν συμφωνία ασφάλισης, η οποία ανανεωνόταν ετησίως. Στις 7/10/11, η Εναγόμενη, ενώ οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα στη Λεμεσό, ενεπλάκη σε ατύχημα με το όχημα με αριθμούς εγγραφής HPT634, το οποίο οδηγείτο από τον Κυριάκο Ηρακλέους. Ακολούθως, η Εναγόμενη μετέβη στα γραφεία της Ενάγουσας και γνωστοποίησε το ατύχημα. Οι θέσεις της Ενάγουσας, όπως αποτυπώνονται στην Έκθεση Απαίτησης, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: στις 7/10/11, η Εναγόμενη, οδηγώντας το ασφαλισμένο όχημα χωρίς Πιστοποιητικό Καταλληλότητας, ενεπλάκη σε ατύχημα με τον Ηρακλέους, οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HPT634, στη Λεωφόρο Μακαρίου, στη Λεμεσό. Η Ενάγουσα, δυνάμει του ασφαλιστήριου συμβολαίου με το οποίο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης έναντι τρίτου για το ασφαλισμένο όχημα, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης, πλήρωσε στον Ηρακλέους το ποσό των €900 για τις ζημιές που υπέστη το όχημά του. Στη συνέχεια, η Ενάγουσα, ζήτησε από την Εναγόμενη να της πληρώσει τα ποσά που κλήθηκε να καταβάλει, επικαλούμενη ρητό όρο του ασφαλιστήριου συμβολαίου σύμφωνα με τον οποίο η ίδια δεν θα είχε ευθύνη να παρέχει κάλυψη σε περίπτωση που το ασφαλισμένο όχημα δεν διέθετε Πιστοποιητικό Καταλληλότητας, ποσά τα οποία αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη, με την Υπεράσπισή της, απορρίπτει τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που επικαλείται η Ενάγουσα. Ακόμα και αν υπήρχαν αυτοί οι όροι, η Εναγόμενη, σύμφωνα πάντα με την ίδια, δεν έλαβε επαρκή ή την απαιτούμενη γνώση για αυτούς και αρνείται ότι οδηγούσε χωρίς Πιστοποιητικό Καταλληλότητας. Αναφέρει, επίσης, ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε, έδωσε εντολή ή συγκατάθεση στην Ενάγουσα να αποζημιώσει τον Ηρακλέους. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στα πλαίσια της τροποποιηθείσας Δ.30 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε στο Δικαστήριο σε μορφή Ενόρκων Δηλώσεων. Για την πλευρά της Ενάγουσας καταχωρήθηκαν Ένορκες Δηλώσεις ως έγγραφη μαρτυρία από τους Κυριάκο Ηρακλέους (ΜΕ1), Χριστιάνα Χρίστου (ΜΕ2) και Άγγελο Ιάπωνα (ΜΕ3). Στις Ένορκες Δηλώσεις κάθε μάρτυρα επισυνάπτονται έγγραφα ως Τεκμήρια, αναφορά στα οποία γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Οι μάρτυρες αυτοί δεν αντεξετάστηκαν. Για την πλευρά της Εναγόμενης καταχώρησε Ένορκη Δήλωση ως έγγραφη μαρτυρία μόνο η Εναγόμενη (ΜΥ1). Δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε Τεκμήριο στην Ένορκη Δήλωσή της. Κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από την Ενάγουσα, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση, ημερ. 14.11.17, εξέδωσε Διάταγμα αντεξέτασής της, δυνάμει της Δ.30 θ.

  1. Η προσαχθείσα μαρτυρία, με τη σειρά που κατατέθηκαν οι Ένορκες Δηλώσεις κάθε μάρτυρα στο φάκελο του Δικαστηρίου, μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ο ΜΕ1, σύμφωνα με την έγγραφη μαρτυρία του, στις 7/10/11 και ώρα 10:45π.μ., ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΤ634, ενεπλάκη σε ατύχημα με το ασφαλισμένο όχημα, το οποίο οδηγείτο από την Εναγόμενη. Συνεπεία του ατυχήματος, το όχημά του υπέστη ζημιές για τις οποίες έλαβε από την Ενάγουσα επιταγή για το ποσό των €900 (Τεκμήριο Α) και υπόγραψε εξοφλητική απόδειξη απαιτήσεως (Τεκμήριο Β). Η ΜΕ2 εργάζεται στο Τμήμα Απαιτήσεων της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η Ενάγουσα, ασφαλιστική εταιρεία, μετά από σχετική πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο Α), σύνηψε με την Εναγόμενη ασφαλιστήριο συμβόλαιο για κάλυψη ευθύνης έναντι τρίτου για το ασφαλισμένο όχημα. Οι όροι υπό τους οποίους παρέχεται η ασφαλιστική κάλυψη περιλαμβάνονται στο Ασφαλιστήριο Οχημάτων (Τεκμήριο Β). Για την περίοδο 14.6.11 - 13.6.12 εκδόθηκε σχετικός Πίνακας Ασφαλιστήριου Συμβολαίου (Τεκμήριο Γ) και Πιστοποιητικό Ασφάλισης (Τεκμήριο Δ), τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστήριου συμβολαίου. Η Εναγόμενη στις 7/10/11, ενώ οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα χωρίς αυτό να καλύπτεται από Πιστοποιητικό Καταλληλότητας, το οποίο είχε λήξει στις 16/9/11 (Τεκμήριο Ε), ενεπλάκη σε ατύχημα με το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΤ634, το οποίο οδηγούσε ο Ηρακλέους. Την ίδια μέρα η Εναγόμενη συμπλήρωσε σχετικό έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος (Τεκμήριο Στ) και λίγες μέρες αργότερα συμπλήρωσε στα γραφεία της Ενάγουσας σχετικό έντυπο απαίτησης (Τεκμήριο Ζ). Σύμφωνα πάντα με την ΜΕ2, ευθύνη για το ατύχημα έφερε η Εναγόμενη. Προς αποφυγή περαιτέρω δημιουργίας δικηγορικών εξόδων και δικαστικής δαπάνης και ενεργώντας καλόπιστα, κατέληξε σε εύλογη και δικαιολογημένη διευθέτηση με την καταβολή του ποσού των €900 στον Ηρακλέους στις 25/11/11 με επιταγή (Τεκμήριο Ι), ο οποίος με τη σειρά του υπόγραψε εξοφλητική απόδειξη απαίτησης (Τεκμήριο ΙΑ). Το ύψος των ζημιών του οχήματος που οδηγούσε ο Ηρακλέους επιβεβαιώθηκε από έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο Η), για την ετοιμασία της οποίας, η Ενάγουσα πλήρωσε το ποσό των €
  2. Στις 2/12/11 η Ενάγουσα, με επιστολή, ενημέρωνε την Εναγόμενη ότι θα απαιτούσε από την ίδια οποιοδήποτε πληρωτέο ποσό σε τρίτο (Τεκμήριο ΙΒ). Στις 31/1/12 η Ενάγουσα, με επιστολή, ζήτησε το ποσό των €900 που πλήρωσε από την Εναγόμενη (Τεκμήριο ΙΓ). Η Ενάγουσα δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση ή διαμαρτυρία από την Εναγόμενη. Ο ΜΕ3 ήταν ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στην έγγραφη μαρτυρία του, κατόπιν διαμεσολάβησής του, η Εναγόμενη περί τον Ιούνιο του 2007, υπέβαλε στην Ενάγουσα πρόταση για την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης για ευθύνη έναντι τρίτου σχετικά με το όχημα με αριθμούς εγγραφής KQR601 (Τεκμήριο Α). Με βάση την πρόταση αυτή, σύνηψαν ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τους όρους που αναγράφονται στο Ασφαλιστήριο Οχημάτων (Τεκμήριο Β). Το Ασφαλιστήριο Οχημάτων παραδόθηκε από τον ίδιο στην Εναγόμενη κατά τη σύναψη του συμβολαίου. Η ασφαλιστική κάλυψη ανανεωνόταν ετησίως με την πληρωμή του ασφάλιστρου και η Εναγόμενη ουδέποτε ζήτησε την τροποποίηση των όρων του ασφαλιστήριου συμβολαίου. Η μαρτυρία της Εναγόμενης μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: η Εναγόμενη, αν και ενημερωνόταν για την ανανέωση του ασφαλιστήριου συμβολαίου, το οποίο πλήρωνε και παραλάμβανε χωρίς οποιουσδήποτε όρους, ουδέποτε ενημερώθηκε για τους όρους του από το 2007 που κατέθεσε την πρόταση ασφάλισης μέχρι το 2011 που ανανεωνόταν. Την ημέρα του ατυχήματος, οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα χωρίς Πιστοποιητικό Καταλληλότητας. Για το ατύχημα, σύμφωνα πάντα με την Εναγόμενη, ευθύνεται, όχι μόνο η ίδια, αλλά και ο Ηρακλέους. Ανέφερε επίσης ότι η Ενάγουσα συμβίβασε το ατύχημα χωρίς τη συγκατάθεσή της και χωρίς να έχει ξεκάθαρη εικόνα του ατυχήματος, ενώ όφειλε να την ενημερώσει πρώτα. Εξέφρασε τη διαφωνία της προσωπικά στην Ενάγουσα, κάποιους μήνες μετά το ατύχημα. Τέλος, αμφισβητείται από την Εναγόμενη η πραγματογνωμοσύνη του εκτιμητή και η πληρωμή του ποσού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιόν μου, καθώς και το περιεχόμενο των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως Τεκμήρια για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψη την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια (Πατάτσου ν. Χιλμί κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A201, Πολιτική Έφεση Αρ. 300/2011, ημερ. 31.5.2017). Τα όσα αναφέρει ο ΜΕ1 στην έγγραφη μαρτυρία του, ήταν σαφή και κατανοητά. Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα στις 7/10/
  3. Ανέφερε επίσης ότι έλαβε από την Ενάγουσα το ποσό των €900 και παρέδωσε προς τούτο στην ίδια εξοφλητική απόδειξη, τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια στην Ένορκη Δήλωσή του, προς επιβεβαίωση των όσων αναφέρει. Η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη. Η ΜΕ2 κατέθεσε την πρόταση ασφάλισης της Εναγόμενης, το Ασφαλιστήριο Οχημάτων, τον Πίνακα Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου και το Πιστοποιητικό Ασφάλισης. Επεξήγησε στην έγγραφη μαρτυρία της ξεκάθαρα και με πληρότητα τους σχετικούς όρους που επικαλείται η Ενάγουσα προς υποστήριξη της απαίτησής της. Επιπρόσθετα, παρέθεσε τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση με σαφήνεια, παραπέμποντας σε σχετικά τεκμήρια. Κρίνεται συνεπώς, ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της. Ο ΜΕ3, μέσω της δικής του γραπτής μαρτυρίας, κατέθεσε ότι παρέδωσε στην Εναγόμενη το πιστοποιητικό Ασφαλιστήριο Οχημάτων κατά τη σύναψη του συμβολαίου. Τα όσα ανέφερε ή επεξήγησε προέρχονταν από την προσωπική του γνώση ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και η μαρτυρία του ήταν συνάδουσα με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και επομένως, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος γιατί να μην κριθεί ως αξιόπιστη η μαρτυρία του. Η Εναγόμενη (ΜΥ1), πέραν της καταχώρησης της έγγραφης μαρτυρίας της, αντεξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατόπιν σχετικού Διατάγματος, ημερ. 14.11.17, και διαπιστώθηκαν αντιφάσεις στη μαρτυρία της. Ήταν η θέση της Εναγόμενης στο στάδιο της αντεξέτασης, όσον αφορά τη σύναψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ότι, η πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο Α στη μαρτυρία της ΜΕ2), στην οποία αναγράφεται ως προτείνουσα η ίδια, δεν ήρθε πότε στα χέρια της για να το δει, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. Θέση όμως η οποία δεν αναφέρεται πουθενά στην Ένορκη Δήλωσή της, ούτε και δικογραφείται. Στη συνέχεια, η θέση αυτή διαψεύστηκε από την ίδια, η οποία, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι στην πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο Α στη μαρτυρία της ΜΕ2), στη σελίδα 3, βρίσκεται η υπογραφή της, την οποία και αναγνώρισε. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, προέβαλε τη θέση ότι δεν γνωρίζει πως βρέθηκε εκεί η υπογραφή της. Και πάλι, η θέση αυτή προβλήθηκε από την Εναγόμενη για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασης. Επίσης, ήταν η θέση της Εναγόμενης στο στάδιο της αντεξέτασης ότι η ασφάλεια είναι επ' ονόματι του συζύγου της και ότι η ίδια δηλώνει άγνοια για αυτά. Αυτή η θέση, όχι μόνο προβλήθηκε για πρώτη φορά από την Εναγόμενη στο στάδιο της αντεξέτασης, αλλά δεν συνάδει ούτε με τα δικόγραφα και ειδικότερα με την παράγραφο 12 της Υπεράσπισης στην οποία η Εναγόμενη παραδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας ασφάλισης μεταξύ της ίδιας και της Ενάγουσας. Οι αντιφάσεις στη μαρτυρία της Εναγόμενης σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, όπως η υπογραφή και η σύναψη του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της για να διατυπωθούν ευρήματα επί των αμφισβητούμενων πτυχών της υπόθεσης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας της Εναγόμενης και της δικογραφημένης θέσης της, ως αναφέρεται πιο πάνω, επηρεάζουν την αξιοπιστία της (Παπά v. D. Stavrinos Constructions Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 217/2008, ημερ. 21.2.2017). Επομένως, η μαρτυρία της Εναγόμενης κρίνεται ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο εκάστοτε Ενάγων, αυτός πρέπει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά όχι (Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή

(2010)1Β Α.Α.Δ.1295). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, τα δικόγραφα, τις δηλώσεις των ευπαίδευτων συνήγορων των διάδικων και το σύνολο της μαρτυρίας ως έχει αξιολογηθεί ανωτέρω, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Εναγόμενη στις 18//6/07, κατόπιν διαμεσολάβησης του Άγγελου Ιάπωνα (ΜΕ3), υπέβαλε στην Ενάγουσα πρόταση για την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης για ευθύνη έναντι τρίτου σχετικά με το όχημα με αριθμούς εγγραφής KQR601 (Τεκμήριο Α στη μαρτυρία της ΜΕ2 και Τεκμήριο Α στη μαρτυρία του ΜΕ3). Η Πρόταση ασφάλισης, ως αναγράφεται σε αυτή, αποτελεί τη βάση του ασφαλιστήριου μεταξύ των διάδικων και «θεωρείται ότι ενσωματώνεται στο ασφαλιστήριο που θα εκδοθεί». Με βάση την εν λόγω Πρόταση ασφάλισης, οι διάδικοι σύνηψαν ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Κατά τη σύναψή του, παραδόθηκε στην Εναγόμενη από τον από τον Άγγελο Ιάπωνα (ΜΕ3) το Ασφαλιστήριο Οχημάτων (Τεκμήριο Β στη μαρτυρία της ΜΕ2 και Τεκμήριο Β στη μαρτυρία του ΜΕ3) το οποίο περιλάμβανε του όρους του ασφαλιστήριου συμβολαίου. Η ασφαλιστική κάλυψη ανανεωνόταν ετησίως με την πληρωμή του ασφάλιστρου από την Εναγόμενη με τους ίδιους όρους, οι οποίοι ουδέποτε τροποποιήθηκαν. Για την περίοδο 14.6.11 - 13.6.12 εκδόθηκε σχετικός Πίνακας Ασφαλιστήριου Συμβολαίου (Τεκμήριο Γ στη μαρτυρία της ΜΕ2) και Πιστοποιητικό Ασφάλισης (Τεκμήριο Δ στη μαρτυρία της ΜΕ2), τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστήριου συμβολαίου μεταξύ των διάδικων. Η Εναγόμενη, στις 7/10/11, οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ Πιστοποιητικό Καταλληλότητας (Τεκμήριο Ε στη μαρτυρία της ΜΕ2) και ενεπλάκη σε ατύχημα με το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΤ634, το οποίο οδηγούσε ο Ηρακλέους (ΜΕ1). Την ίδια μέρα η Εναγόμενη συμπλήρωσε το έντυπο «Γνωστοποίησης Ατυχήματος» και στις 10/10/11 υπέβαλε στα γραφεία της Ενάγουσας σχετικό έντυπο με τίτλο «Έντυπο Απαίτησης» (Τεκμήρια Στ και Ζ στη μαρτυρία της ΜΕ2). Ο Ηρακλέους απαίτησε από την Εναγόμενη το ποσό των €900 για τις ζημιές που υπέστη το όχημά του. Η Ενάγουσα, αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία, τις μαρτυρίες και τις αποδείξεις που υπήρχαν και προς αποφυγή περαιτέρω δημιουργίας δικηγορικών εξόδων και δικαστικής δαπάνης, κατέληξε σε διευθέτηση της απαίτησής του με την καταβολή του ποσού των €
  1. Ζητήθηκε επίσης έκθεση εκτίμησης των ζημιών του οχήματος που οδηγούσε ο Ηρακλέους, η οποία επιβεβαίωσε ότι η συνολική ζημιά ανερχόταν στο ποσό των €
  2. Η Ενάγουσα πλήρωσε το ποσό των €900 στον Ηρακλέους (Τεκμήριο Ι στη μαρτυρία της ΜΕ2 και Τεκμήριο Α στη μαρτυρία του ΜΕ1), ο οποίος υπόγραψε εξοφλητική απόδειξη απαίτησης για ισάξιο ποσό (Τεκμήριο ΙΑ στη μαρτυρία της ΜΕ2 και Τεκμήριο Β στη μαρτυρία του ΜΕ1). Στις 2/12/11 και 31/1/12 η Ενάγουσα έστειλε επιστολές στην Εναγόμενη (Τεκμήρια ΙΒ και ΙΓ στη μαρτυρία της ΜΕ2) ενημερώνοντάς την ότι παραβίασε τον όρο που αφορούσε την οδήγηση οχήματος χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ Πιστοποιητικό Καταλληλότητας και ότι η απαίτησή της απορριπτόταν. Επίσης, την ενημέρωνε ότι θα απαιτούσε δικαστικώς οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης προς τρίτο πρόσωπο. Η Ενάγουσα ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε απάντηση ή διαμαρτυρία από την Εναγόμενη. Έχοντας παραθέσει τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η Ενάγουσα δικαιούται να απαιτεί από την Εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό που χρησιμοποιήθηκε προς ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων, συνεπεία του ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη η Εναγόμενη. Στην Πρόταση ασφάλισης που υπόγραψε η Εναγόμενη αναφέρεται ότι «θεωρείται ότι ενσωματώνεται στο ασφαλιστήριο που θα εκδοθεί». Κατά τη σύναψή του ασφαλιστήριου συμβολαίου, παραδόθηκε στην Εναγόμενη το Ασφαλιστήριο Οχημάτων με τους όρους του. Συνεπώς, το Ασφαλιστήριο Οχημάτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο ανανεωνόταν ετησίως με τους ίδιους όρους. Η ερμηνεία ασφαλιστικών συμβάσεων δεν υπόκειται σε ιδιαίτερους ερμηνευτικούς κανόνες και ως εκ τούτου, οδηγό για την ερμηνεία των προνοιών τους αποτελούν οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία εμπορικών συμβάσεων (Κυριάκου ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 416). Το Ασφαλιστήριο Οχημάτων στο Μέρος 4, το οποίο εφαρμόζεται σε περίπτωση που η παρεχόμενη κάλυψη είναι για ευθύνη έναντι τρίτου, προνοεί ότι: «
  1. Η [Ενάγουσα] θα έχει το δικαίωμα να ενεργεί όπως νομίζει ορθό κατά την κρίση της κατά τη διεξαγωγή οποιαδήποτε(sic) νομικής διαδικασίας και για το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης. Νοείται ότι η [Εναγόμενη] αποδέχεται ως εύλογο και συμφωνεί να δεσμεύεται από οποιονδήποτε διακανονισμό απαίτησης ήθελε αποδεχθεί η [Ενάγουσα].Σε περίπτωση που η [Ενάγουσα] προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς το σκοπό διακανονισμού οποιασδήποτε απαίτησης και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο αυτό, η [Εναγόμενη] ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί συμφωνεί ότι θα καταβάλει άμεσα στην [Ενάγουσα] το μη καλυπτόμενο ποσό.» (Γενικός Όρος 6, Μέρος 4) (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου.) Προκύπτει από το λεκτικό του εν λόγω όρου ότι η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να προβεί σε διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης «κατά την κρίση της» και «όπως η ίδια νομίζει ορθό». Η δε Εναγόμενη αποδέχεται ότι τέτοιος διακανονισμός θα είναι δεσμευτικός για την ίδια, τον οποίο και «αποδέχεται ως εύλογο». Προκύπτει επίσης ότι, σε περίπτωση πληρωμής κατά το διακανονισμό απαίτησης ποσού που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστικό συμβόλαιο, η Εναγόμενη συμφωνεί ότι θα πληρώσει άμεσα στην Ενάγουσα το ποσό αυτό. Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο όρος αυτός ενεργοποιήθηκε όταν η Εναγόμενη προσήλθε στα γραφεία της Ενάγουσας στις 10/10/11 υποβάλλοντας στα σχετικό έντυπο με τίτλο «Έντυπο Απαίτησης» (Τεκμήριο Ζ στη μαρτυρία της ΜΕ2). Συνεπώς, το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η οδήγηση χωρίς Πιστοποιητικό Καταλληλότητας καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή αν εμπίπτει στις περιπτώσεις για τις οποίες γίνεται πρόνοια στον Γενικό Όρο 6 του Μέρους 4 του Ασφαλιστήριου Οχημάτων, ως αυτός αναφέρεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τους όρους του Ασφαλιστήριου: «
  2. Το παρόν ασφαλιστήριο δεν θα ισχύει και καμία απαίτηση δεν θα πληρώνεται σε περίπτωση που το Μηχανοκίνητο Όχημα δεν διαθέτει Πιστοποιητικό Καταλληλότητας σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.» (Γενικός Όρος 11, Μέρος 4) Εφαρμόζοντας το συνδυασμένο αποτέλεσμα των προνοιών αυτών, διαπιστώνεται ότι η Εναγόμενη, οδηγώντας το ασφαλισμένο όχημα χωρίς Πιστοποιητικό Καταλληλότητας, δεν δικαιούται σε ασφαλιστική κάλυψη από την Ενάγουσα, η οποία είχε το δικαίωμα να ενεργήσει κατά την κρίση της ώστε να προβεί σε διακανονισμό της απαίτησης που πρόκυπτε από το ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη η Εναγόμενη. Ασκώντας το δικαίωμα αυτό, η Ενάγουσα, κατέληξε σε διευθέτηση της απαίτησης του Ηρακλέους με την καταβολή του ποσού των €900, ζητώντας μάλιστα και έκθεση εκτίμησης των ζημιών, η οποία επιβεβαίωσε ότι αυτές ανερχόταν στο ποσό των €
  3. Η Εναγόμενη, βάσει των όρων του Ασφαλιστηρίου, αποδέχτηκε ως εύλογο τον οποιοδήποτε διακανονισμό απαίτησης στον οποίο θα προέβαινε κατά την κρίση της η Ενάγουσα και συμφώνησε να είναι δεσμευτικός για την ίδια. Συνεπώς, κρίνεται ότι ο επίδικος διακανονισμός δεσμεύει την Εναγόμενη. Επιπρόσθετα, κρίνεται ότι η Εναγόμενη, με βάση πάντα το Ασφαλιστήριο, ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει άμεσα στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και το οποίο η τελευταία πλήρωσε προς ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων. Διευκρινίζεται ότι δεν αποτελεί επίδικο θέμα η κατανομή ευθύνης μεταξύ της Εναγόμενης και του Ηρακλέους για το ατύχημα στο οποίο ενεπλάκησαν. Επίδικο θέμα είναι κατά πόσον η Ενάγουσα, με βάση τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δικαιούται να αξιώνει την απαίτησή της. Παρενθετικά στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει αναφορά στις Ενστάσεις που προβάλλει η πλευρά της Εναγόμενης με την Υπεράσπισή της. Εξετάζοντάς τις, κρίνεται ότι αυτές δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη για τους ακόλουθους λόγους: Η πρώτη ένσταση εδράζεται στον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη δεν υπόβαλε σχετική απαίτηση κάλυψης στην Ενάγουσα. Ως αναφέρεται πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι, στις 7/10/11, η Εναγόμενη συμπλήρωσε το έντυπο «Γνωστοποίησης Ατυχήματος» και, στις 10/10/11, υπέβαλε στα γραφεία της Ενάγουσας σχετικό έντυπο με τίτλο «Έντυπο Απαίτησης» (Τεκμήρια Στ και Ζ στη μαρτυρία της ΜΕ2). Συνεπώς, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης δεν ευσταθεί. Με τη δεύτερη και πέμπτη ένσταση, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα να αποζημιώσει τον Ηρακλέους χωρίς τη γραπτή συγκατάθεσή της και χωρίς να την ενημερώσει ώστε να της δώσει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Στους όρους του Ασφαλιστηρίου όμως δεν προνοείται τέτοια υποχρέωση εκ μέρους της Ενάγουσας. Αντίθετα, με τον Γενικό Όρο 6 του Ασφαλιστηρίου, ως αυτός παρατίθεται αυτούσιος ανωτέρω, η Εναγόμενη έχει αποδεχθεί ως εύλογο και δεσμευτικό οποιοδήποτε διακανονισμό απαίτησης στον οποίο θα προέβαινε η Ενάγουσα κατά την κρίση της. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ2 και τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου, στις 2/12/11 και 31/1/12 η Ενάγουσα έστειλε αντίστοιχες επιστολές στην Εναγόμενη (Τεκμήρια ΙΒ και ΙΓ στη μαρτυρία της ΜΕ2) ενημερώνοντάς την ότι παραβίασε τον όρο που αφορούσε την οδήγηση οχήματος χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ Πιστοποιητικό Καταλληλότητας και ότι η απαίτησή της απορριπτόταν. Επίσης, την ενημέρωνε ότι θα απαιτούσε δικαστικώς οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης προς τρίτο πρόσωπο. Παρόλο που οι εν λόγω επιστολές στάληκαν στην Εναγόμενη μετά που η Ενάγουσα αποζημίωσε τον Ηρακλέους, σημασία έχει ότι, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε απάντηση ή διαμαρτυρία από την Εναγόμενη. Με την τρίτη και τέταρτη ένσταση, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι χωρίς απόφαση Δικαστηρίου, η Ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να αποζημιώσει τον Ηρακλέους στη βάση του άρθρου 14 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν.96(I)/2000). Το άρθρο 4
(4)του Νόμου προνοεί ότι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη, πρόσωπο που εκδίδει ασφαλιστήριο ευθύνεται να αποζημιώσει τα πρόσωπα που ορίζονται στο ασφαλιστήριο σχετικά με οποιαδήποτε ευθύνη την οποία το ασφαλιστήριο φέρεται να καλύπτει στην περίπτωση των προσώπων αυτών. Επομένως, η Ενάγουσα είχε ευθύνη και υποχρέωση να καλύψει την ευθύνη έναντι τρίτου στη βάση του ασφαλιστηρίου που σύναψε με την Εναγόμενη, χωρίς η έκδοση δικαστικής απόφασης να αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη ευθύνης εκ μέρους της Ενάγουσας. Η θέση συνεπώς που προβάλλει η Εναγόμενη δεν ευσταθεί. Έχοντας καταλήξει ότι στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα δικαιούται, βάσει των όρων του Ασφαλιστηρίου, να απαιτεί από την Εναγόμενη τυχόν ποσά που κατέβαλε, το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα ποσά που διεκδικεί, δεδομένου ότι αυτά αμφισβητούνται από την άλλη πλευρά και αυτό ασχέτως αν η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας κρίθηκε αξιόπιστη (Λεμονάρης ν. Βιολάρης, Πoλιτική ΄Εφεση Αρ. 101/2011, ημερ. 10/2/2016). Η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €900 που πλήρωσε στον Ηρακλέους. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, προσκομίστηκε αντίγραφο της σχετικής επιταγής (Τεκμήριο Ι στη μαρτυρία ΜΕ2 και Τεκμήριο Α στη μαρτυρία ΜΕ1). Σημειώνεται ότι στο αντίγραφο της επιταγής δεν είναι ευδιάκριτα ούτε το ποσό της επιταγής (ολογράφως και αριθμητικά), αλλά ούτε και η ημερομηνία. Σε κάθε περίπτωση όμως, έχει προσκομιστεί επιπρόσθετα και αντίγραφο της εξοφλητικής απόδειξης απαίτησης στην οποία αναγράφεται ότι ο Ηρακλέους έλαβε το ποσό των €900 για πλήρη και τελεία εξόφληση κάθε απαίτησης σε σχέση με το ατύχημα, ημερ. 7/10/11 (Τεκμήριο ΙΑ στη μαρτυρία ΜΕ2 και Τεκμήριο Β στη μαρτυρία ΜΕ1). Κρίνεται συνεπώς ότι, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, η Ενάγουσα απέδειξε την πληρωμή του ποσού των €900. Αξιώνεται επιπλέον από την Ενάγουσα το ποσό των €200 για την ετοιμασία έκθεσης εκτίμησης. Ουδεμία απόδειξη προσκομίστηκε προς τούτο. Χωρίς να παραγνωρίζεται ότι η ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν κατέστη δυνατό να προσκομιστεί σχετική απόδειξη πληρωμής επειδή οι πληρωμές προς τον εκτιμητή γίνονταν μαζικά για τη διενέργεια αρκετών εκτιμήσεων, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Εναγόμενη με την Υπεράσπισή της αρνήθηκε την πληρωμή του ποσού αυτού, κρίνεται ότι η Ενάγουσα δεν απόδειξε την εν λόγω αξίωσή της. Τέλος, για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ότι οι όροι που επικαλείται η Ενάγουσα είναι «παράνομοι ή και παράτυποι ή και άκυροι ή και υπερβολικοί και/ή έγιναν κατά παράβαση των σχετικών νομοθεσιών», το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του αξιόπιστη μαρτυρία που να τους δικαιολογεί ή να τους εξειδικεύει και συνεπώς παρέμειναν γενικόλογοι και ατεκμηρίωτοι. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης, σε αυτή η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε η Ενάγουσα να ακυρώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και να της επιστρέψει την αντιπαροχή του συμβολαίου και επειδή δεν το έπραξε, η τελευταία αποδέχτηκε τη συνέχιση του ασφαλιστήριου συμβολαίου. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι εκτεταμένες και για το λόγο αυτό κρίνεται ορθό όπως παρατεθούν αυτούσιες: «Α. Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου που να δηλώνει ότι το ασφαλιστήριο ήταν έγκυρο και η Ενάγουσα με τις πράξεις ή παραλείψεις της μετά το ατύχημα ουδέποτε το αμφισβήτησε και/ή αποδέχτηκε την εγκυρότητά του. Β. Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα εάν ήθελε να ακυρώσει το οποιοδήποτε ασφαλιστήριο έπρεπε να το πράξει ρητώς και να επιστρέψει οποιαδήποτε χρήματα αναλογούσαν για την υπόλοιπη διάρκεια του συμβολαίου που ακυρώθηκε. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου το οποίο να δηλώνει ότι οι ενέργειες της Ενάγουσας μετά το δυστύχημα, έδωσαν στην Εναγόμενη την εντύπωση ότι συνεχιζόταν κανονικά η οποιαδήποτε συμφωνία ασφάλισης. Δ. Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου το οποίο να δηλώνει ότι για να μπορούσε να ισχυριστεί ακύρωση του ασφαλιστήριου η Ενάγουσα όφειλε να επιστρέψει το αντάλλαγμα του ασφαλιστηρίου. Ε. Επιστροφή του ποσού που αναλογεί στους μήνες που ακυρώθηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, πλέον τόκους. Στ. Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ασφαλιστήριου συμβολαίου, αφού έλαβαν αντιπαροχή από την Εναγόμενη χωρίς στην ουσία, να προσφέρουν αντάλλαγμα και χωρίς να επιστρέψουν την αντιπαροχή. Η. Αποζημίωση στην κλίμακα €500 - €2.000 για ταλαιπωρία από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η οποία έγινε καταχρηστικά και/ή παράτυπα. Θ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία τυχόν κρίνει ορθή και δίκαια το Σεβαστό Δικαστήριο». Οι αιτούμενες θεραπείες (Α), (Β), (Γ) και (Δ) αφορούν στην έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων. Σημειώνεται ότι δεν υπήρξε ισχυρισμός από πλευράς Ενάγουσας ή μαρτυρία ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ακυρώθηκε ή τερματίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Αντίθετα, ήταν η θέση της Ενάγουσας, η οποία αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επειδή η Εναγόμενη οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα χωρίς Πιστοποιητικό Καταλληλότητας, το Ασφαλιστήριο μεταξύ των διάδικων, το οποίο βρισκόταν σε ισχύ, παρείχε στην ίδια δικαίωμα ανάκτησης τυχών ποσών που πλήρωσε για το ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη. Συνεπώς, οι δηλωτικές αποφάσεις που αναφέρονται στις αιτούμενες θεραπείες (Β) και (Δ) ως προς την ακύρωση του ασφαλιστήριου συμβολαίου δεν μπορούν να εγκριθούν και απορρίπτονται. Περαιτέρω, οι δηλωτικές αποφάσεις που αναφέρονται στις αιτούμενες θεραπείες (Α) και (Γ) ως προς την εγκυρότητα του ασφαλιστήριου συμβολαίου, θα πρέπει επίσης να απορριφθούν καθότι το ζήτημα αυτό επιλύθηκε με το εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτό βρισκόταν σε ισχύ. Τα Δικαστήρια δεν εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις άνευ ουσιαστικής σημασίας και στην προκειμένη περίπτωση, δεν καταδείχθηκε κάποιος ιδιαίτερος λόγος ή ότι θα προέκυπτε στην Εναγόμενη κάποιο όφελος, ώστε να είναι αναγκαία η έκδοση δηλωτικής απόφασης (Ιωσήφ Σολωμού Πεκρής ν. Αντωνάκη Τζιάνναρου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 93/2011, ημερ. 18/1/2016). Η αιτούμενη θεραπεία (Ε) επίσης θα πρέπει να απορριφθεί αφ' ης στιγμής αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν σε ισχύ και ουδέποτε ακυρώθηκε. Τέλος, όσον αφορά τις αιτούμενες θεραπείες (Στ) και (Η), δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει την κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας εκ μέρους της Ενάγουσας. Ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία για την κατ' ισχυρισμό ταλαιπωρία που προκλήθηκε στην Εναγόμενη, έτσι ώστε η τελευταία να δικαιούται στις αξιούμενες αποζημιώσεις. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την απόρριψη της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την πλευρά της Εναγόμενης, οδηγούν σε απόρριψη της Ανταπαίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η αγωγή επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €900, πλέον νόμιμο τόκο και η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος για παρέκκλιση από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Δικαίωμα ανάκτησης ασφαλιστικής εταιρείας από ασφαλισμένο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.