← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητά του ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εναγόμενης αρ. 1 CYFELCO

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητά του ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εναγόμενης αρ. 1 CYFELCO LTD κ.α., Αγωγή Αρ.: 258/09, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 258/09 ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ Ενάγουσα -και-

  1. CYFELCO LTD
  2. Ανδρέα Κοφτίδη
  3. Άννα Κοφτίδου
  4. G. KOFTIDES LTD
  5. Μαργαρίτα Κοφτίδη
  6. Παναγιώτα Κοφτίδη Εναγόμενοι Και δια τροποποιήσεως, δυνάμει Διατάγματος, ημερ. 6/4/11 ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ Ενάγουσα -και-
  7. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητά του ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εναγόμενης αρ. 1 CYFELCO LTD
  8. Ανδρέας Κοφτίδη
  9. Άννα Κοφτίδου
  10. G. KOFTIDES LTD
  11. Μαργαρίτα Κοφτίδη
  12. Παναγιώτα Κοφτίδη Εναγόμενοι Και δια τροποποιήσεως, δυνάμει Διατάγματος, ημερ. 31/8/15 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα -και-
  13. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητά του ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εναγόμενης αρ. 1 CYFELCO LTD
  14. Ανδρέας Κοφτίδη
  15. Άννα Κοφτίδου
  16. G. KOFTIDES LTD
  17. Μαργαρίτα Κοφτίδη
  18. Παναγιώτα Κοφτίδη Εναγόμενοι ---------------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2018 Eμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Κ. Θεοδωρίδης με κα Ε. Καδή για Γιώργο Γιάγκου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-6: κ. Σ. Σταυρινίδης για Δημήτρη Παναούτα & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αξιώνει:

(1)€20,261.10 ως αποζημιώσεις για παράβαση Έγγραφης Συμφωνίας ή/και ως αδικαιολόγητο πλουτισμό ή/και ως αναγνωρισμένο λογαριασμό ή/και άλλως πως,
(2)προεξοφλητική χρέωση προς 14% ετησίως επί ποσού €20,261.10 από 1/12/08 μέχρι εξόφλησης,
(3)νόμιμο τόκο, και
(4)κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως μέχρι εξόφλησης, δυνάμει συμφωνίας μεταξύ της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ και των Εναγόμενων 1 -
  1. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης και για λόγους που θα διαφανούν πιο κάτω, κρίνεται σκόπιμο όπως εκ προοιμίου παρατεθεί συνοπτικά το ιστορικό της αγωγής. Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 26.1.09 από την ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ. Μετά την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης από τους Εναγόμενους 1 - 5 και την καταχώρηση Υπεράσπισης από τους Εναγόμενους 2 - 5, η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 τέθηκε υπό εκκαθάριση. Σχετικό Διάταγμα εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 6.4.11, σύμφωνα με το οποίο τροποποιήθηκε ο τίτλος της αγωγής, ώστε να αναγράφεται πλέον ως Εναγόμενος 1, ο «Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητά του ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εναγόμενης αρ. 1 CYFELCO LTD». Στη συνέχεια, τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 21.4.11 και τροποποιημένη Υπεράσπιση από τους Εναγόμενους 2 - 5 στις 4.5.
  2. Σημειώνεται ότι η Υπεράσπιση των Εναγόμενων 2 - 5 επεκτάθηκε και στον Εναγόμενο 6, ενώ ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε τη δική του Υπεράσπιση στις 16.11.
  3. Ακολούθως, στις 30.9.14, καταχωρήθηκε αίτηση από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με την οποία η τελευταία ζητούσε να υποκαταστήσει την Ενάγουσα στην αγωγή λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών, δυνάμει του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  4. Τα αιτούμενα Διατάγματα, ως αυτά αναγράφονταν στην αίτηση, παρατίθενται αυτούσια: «(Α) Άδεια και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται και/ή να επιτρέπεται στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ όπως συμμετάσχει στη διαδικασία της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό εναντίον των υφιστάμενων Εναγομένων, σε υποκατάσταση των υφιστάμενων Εναγόντων Λαϊκή Φάκτορς Λτδ. (Β) Επιπρόσθετα και σωρευτικά του πιο πάνω, άδεια και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται και/ή να επιτρέπεται η συνέχιση της διαδικασίας της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ εναντίον των υφιστάμενων Εναγομένων, σε υποκατάσταση των υφιστάμενων Εναγόντων Λαϊκή Φάκτορς Λτδ. (Γ) Επιπρόσθετα και σωρευτικά των πιο πάνω, άδεια και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται και/ή να επιτρέπεται η υποκατάσταση των υφιστάμενων εναγόντων Λαϊκή Φάκτορς Λτδ από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.» Όπως αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση που συνόδευε την αίτηση, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, έκρινε τις αιτούμενες θεραπείες αναγκαίες εφόσον «.για να μπορεί να συνεχιστεί η διαδικασία στην παρούσα αγωγή θα πρέπει προηγουμένως να πραγματοποιηθεί η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, έτσι ώστε να καταστούν ως ενάγοντες οι Αιτητές, καθώς και τροποποίηση των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης, έτσι ώστε να προστεθούν τα πρόσφατα γεγονότα» (βλ. Ένορκη Δήλωση, ημερ. 26.9.14 - η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Στην αίτηση αυτή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, οι Εναγόμενοι 2 - 6 καταχώρησαν Ένσταση. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο που επιλήφθηκε τότε της αίτησης, εξέδωσε στις 31.8.15, σχετική ενδιάμεση απόφαση με την οποία ενέκρινε την αίτηση και εξέδωσε τα αιτούμενα Διατάγματα ως τα αιτητικά (Α), (Β) και (Γ), που παρατίθενται αυτολεξεί ανωτέρω. Ενεργώντας ως φερόμενη Ενάγουσα πλέον, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ καταχώρησε στις 22.9.15 αίτηση με την οποία ζητούσε την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, στη βάση της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για να προσθέσει σε αυτή τα γεγονότα που αφορούσαν την παραχώρηση, ανάθεση, εκχώρηση και μεταβίβαση της επιχείρησης, των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ προς την ίδια (αιτητικά Α, Β, Γ και Δ της αίτησης). Σύμφωνα με την ίδια την αιτήτρια και τα όσα αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση, ημερ. 15.9.15, που υποστήριζε την αίτηση, ήταν αναγκαίο να προστεθούν τα γεγονότα αυτά στην Έκθεση Απαίτησης εφόσον, «για να συνεχιστεί η διαδικασία στην παρούσα αγωγή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί τροποποίηση των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης» και «.καθίσταται σαφές ότι για να ολοκληρωθεί ορθά η παρούσα υπόθεση θα πρέπει προηγουμένως να γίνει τροποποίηση των Λεπτομερειών του Κλητηρίου Εντάλματος και να ακολουθήσει η καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων» (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Και σε αυτή την αίτηση οι Εναγόμενοι 2 - 6 καταχώρησαν Ένσταση. Στις 15.12.15 το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, και πάλι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, με σχετική ενδιάμεση απόφαση, ενέκρινε και αυτή την αίτηση ως τα αιτητικά Α, Β, Γ και Δ, και διέταξε όπως: «Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί και αντίγραφο να δοθεί στον συνήγορο των Εναγόμενων 2 - 6 εντός 30 ημερών από σήμερα. Να ακολουθήσει τροποποιημένη Υπεράσπιση στην τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης εντός 30 ημερών. Τροποποιημένη Απάντηση αν χρειάζεται να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα, που έπρεπε σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου να καταχωρηθεί μέχρι τις 14.1.16, τελικά καταχωρήθηκε στις 15.1.
  5. Καταχωρήθηκε δηλαδή εκπρόθεσμα. Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση που καταχώρησαν στη συνέχεια οι Εναγόμενοι στις 23.11.16, προτού παραθέσουν τους ισχυρισμούς τους επί της ουσίας της υπεράσπισής τους, ήγειραν αριθμό προδικαστικών Ενστάσεων, μεταξύ των οποίων και ότι «το καταχωρηθέν στις 15.1.16 τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα είναι άκυρο εξ υπαρχής γιατί η καταχώρησή του δεν είναι σύμφωνα με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς και το εκδοθέν Διάταγμα τροποποίησης, ημερομηνίας 15.12.15» (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Στις 23.2.17, καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους αίτηση για εκδίκαση όλων των προδικαστικών ενστάσεων της τροποποιημένης Υπεράσπισης, ημερ. 23.11.
  6. Ο αδελφός Δικαστής που επιλήφθηκε τότε της αίτησης, με σχετική ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 19.6.17, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας εφόσον η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είχε καταχωρήσει Ένσταση στην αίτηση των Εναγόμενων, απέρριψε την αίτηση. Σε ό,τι αφορά την προαναφερόμενη προδικαστική Ένσταση, ο αδελφός Δικαστής έκρινε, για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφασή του, ότι δεν μπορούσε να δοθεί η αιτούμενη άδεια για εκδίκασή της σε εκείνο το προκαταρκτικό στάδιο και άφησε την ένσταση να αποφασιστεί, κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Υπό αυτά τα δεδομένα, οι διάδικοι προχώρησαν στην ακροαματική διαδικασία της ουσίας της αγωγής. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της απαίτησης, κλήθηκε ένας μάρτυρας, ο Κωνσταντίνος Αδαμίδης (Μ.Ε.1), ενώ από πλευράς Εναγόμενων δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και έχει στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα, λόγω της θέσης του ως προϊστάμενος του Τμήματος των Προβληματικών Λογαριασμών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι το 2013, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν στην υπηρεσία της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ, η οποία, ασχολείτο, μεταξύ άλλων με την αγορά και προεξόφληση χρεών. Ο μάρτυρας, αναφερόμενος στη συγχώνευση μεταξύ ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ανέφερε ότι στις 7/5/14, δυνάμει Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 235/14 (Τεκμήριο 1), η επιχείρηση, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ, συμπεριλαμβανομένων και των Συμβολαίων Αγοράς Εισπρακτέων, παραχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά προς την πρώτη έχουν εκχωρηθεί και μεταβιβασθεί στην τελευταία. Κατά συνέπεια, σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δικαιούται να προωθεί και να αξιώνει τα όποια δικαιώματα προκύπτουν από τις συμβατικές σχέσεις της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ. Ο Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε επί των πιο πάνω θέσεών του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόμενων, με την αντεξέταση του συνήγορου να επεκτείνεται και στο θέμα της εκπρόθεσμης καταχώρησης του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ημερ. 15.1.16, και αυτό, προς προώθηση της θέσης που η Υπεράσπιση προέβαλε στη δικογραφημένη προδικαστική της Ένσταση αναφορικά με το εκπρόθεσμο της καταχώρησης του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ως αναφέρεται ανωτέρω. Το θέμα αυτό όμως, μετά και από ένσταση του ευπαίδευτου συνήγορου της Ενάγουσας ότι πρόκειται για νομικό θέμα, αφέθηκε να αποτελέσει αντικείμενο της τελικής επιχειρηματολογίας των συνήγορων, εφόσον άλλωστε, τα γεγονότα που το περιβάλλουν, ήτοι η προθεσμία καταχώρησης που προνοούσε το σχετικό Διάταγμα και οι ημερομηνίες καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων, διαφαίνονταν από τον φάκελο του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητούνταν. Μετά το πέρας της αντεξέτασης του Μ.Ε.1 και αφού δηλώθηκε ότι οι Εναγόμενοι δεν θα καλούσαν οποιοδήποτε μάρτυρα, οι συνήγοροι προχώρησαν με τις τελικές γραπτές τους αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες γίνεται στη συνέχεια, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΕΝΤΑΛΜΑ Θεωρώ ορθό και σκόπιμο όπως εξετάσω πρώτα την προδικαστική Ένταση των Εναγόμενων, η οποία αποτέλεσε ένα από τους βασικούς άξονες της επιχειρηματολογίας του κου Σταυρινίδη, ήτοι ότι το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα, ημερ. 15.1.16, είναι άκυρο εξ υπαρχής καθότι έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, και ως εκ τούτου, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 που στηρίζεται σε αυτό, θα πρέπει να αγνοηθεί ως μη δικογραφημένη, αφήνοντας έτσι μετέωρη και αβάσιμη την αγωγή που προωθείται από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Υπενθυμίζω ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν το σημείο αυτό, ήτοι ότι το σχετικό τροποποιημένο δικόγραφο δεν καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας που προνοούσε το Διάταγμα τροποποίησης, ημερ. 15.12.15, δεν αμφισβητούνται και προκύπτουν άλλωστε από το φάκελο του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η θέση των Εναγόμενων περί της εκπρόθεσμης καταχώρησης του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ημερ. 15.1.16, και της κατά συνέπεια ακυρότητάς του, δικογραφήθηκε ρητά στην τροποποιημένη Υπεράσπιση. Προωθήθηκε δε, τόσο κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, όσο και στο στάδιο των Τελικών Αγορεύσεων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόμενων, ο οποίος παρέπεμψε και σε σχετική νομολογία για να υποστηρίξει τη θέση του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, σε απάντηση της θέσης των Εναγόμενων, επικαλείται στην τελική αγόρευσή του τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, «επιτρέπει οποιαδήποτε παρατυπία [.] να θεωρείται παρατυπία και να μην καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή». Η εξέταση του ισχυρισμού περί ακυρότητας του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος στο σημείο αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας, καθότι «οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα» (Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.α. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549 και Κατζιή ν. Φουκαρίδης & Σια Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοχρωματιστές, ECLI:CY:AD:2017:A258, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2011, 11.7.2017 και η αναφερόμενη εκεί νομολογία). Όπως αναφέρεται στην Μαυρουδή ν. Global Consolidated Resources Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 188/2010, ημερ. 4.6.2015: «Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε και να επαναλάβουμε για πολλοστή φορά ότι τα δικόγραφα αποτελούν το δικογραφικό θεμέλιο επί του οποίου εδράζεται η απαίτηση και αναδεικνύεται ο καθορισμός των επιδίκων θεμάτων. Μαρτυρία η οποία εκφεύγει του περιεχομένου των εγγράφων προτάσεων δεν λαμβάνεται υπόψη και η δίκη περιορίζεται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλονται και περιέχονται στα δικόγραφα. (Βλ. Χ" Μάρκου ν. Widehorizon (Cap. Market) Ltd
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 108 και Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 25). Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η έλλειψη δικογραφικού υποβάθρου δεν θεραπεύεται με ερωτήσεις κατά το στάδιο της ακρόασης. (Βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1422)». Στην προκειμένη περίπτωση, το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα έπρεπε, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, να καταχωρηθεί μέχρι τις 14.1.
  1. Καταχωρήθηκε όμως εκπρόθεσμα στις 15.1.
  2. Για τις συνέπειες της εκπρόθεσμης καταχώρησης τροποποιημένου δικόγραφου σχετικές είναι οι πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία που ασχολήθηκε με το πεδίο εφαρμογής και εμβέλειας της Δ.25 θ.2, ως η εν λόγω Διάταξη ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και την ίδια τη Διάταξη, μετά την εκπνοή του χρόνου που καθορίζεται από το Διάταγμα τροποποίησης, το Διάταγμα καθίσταται εξ υπαρχής άκυρο («ipso facto void»), εκτός αν ο χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης που πρέπει όμως να υποβληθεί, πριν τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας. Αν ο χρόνος δεν παραταθεί, τότε όλες οι διαδικασίες που έγιναν δυνάμει του Διατάγματος θεωρούνται και αυτές άκυρες. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση Lysandrou v. Schiza & Another
(1976)1 C.L.R. 267: «.on the expiry of the time limited by the President's order this lasped and all proceedings taken thereunder were void.». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Μελέτη της νομολογίας καταδεικνύει την αυστηρή δικαστική προσέγγιση επί του θέματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Evagorou v. Kokos Christodoulou a.o.
(1982)1 C.L.R. 771, όπου ο Πικής, Δ. (όπως ήταν τότε) χαρακτήρισε τις πρόνοιες της Δ.25 θ.2 ως: «An example of a fundamental defect that cannot be waived or excused.». Ακόμα όμως και μετά την τροποποίηση της Δ.64, οι πρόνοιες της εν λόγω Διάταξης δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναβίωση του Διατάγματος τροποποίησης που εκδόθηκε δυνάμει της Δ.25 και αυτό διότι, όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (Sal) ν. Νίκος Κ. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε21/2013, ημερ. 11.11.2015: «. η Δ.64 δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, παρά μόνο δίδει τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου διαδίκου, στις περιπτώσεις εκείνες που είναι θεραπεύσιμες. Εδώ, δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα, καθότι με την εκπνοή του χρόνου, όπως ρητά αναφέρεται στον ίδιο το διαδικαστικό κανονισμό, το διάταγμα καθίσταται ipso facto άκυρο και, επομένως, εξαφανίζεται η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώρηση του δικογράφου». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Στην παρούσα υπόθεση, το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα, ημερ. 15.1.16, καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και η πλευρά της Ενάγουσας δεν προέβη σε οποιοδήποτε προηγούμενο διάβημα για παράταση του χρόνου καταχώρησής του από το Δικαστήριο και αυτό παρά το ότι το σφάλμα υποδείχτηκε από πλευράς Υπεράσπισης από την αρχή. Ακόμη, επομένως, και αν παρέχετο η δικονομική δυνατότητα να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της Δ.64, οι οποίες ως ανέφερα πιο πάνω δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην περίπτωση ενός ipso facto άκυρου Διατάγματος, και πάλι δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί από το Δικαστήριο η θεραπευτική ιδιότητα της Δ.64 (βλ. μεταξύ άλλων Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Φαλέκκος Γιώργος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη
(2013)1 Α.Α.Δ. 2534). Υπό φως των πιο πάνω νομικών αρχών, το Διάταγμα τροποποίησης κατέστη άκυρο εξ υπαρχής και κατ' ακολουθία, τα τροποποιημένα δικόγραφα που καταχωρήθηκαν στη βάση του Διατάγματος, ημερ. 15.12.15, ήτοι το Κλητήριο Ένταλμα, ημερ. 15.1.16, η Υπεράσπιση, ημερ. 23.11.16, και η Απάντηση, ημερ. 12.12.16, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι στην τελευταία σελίδα της τροποποιημένης Υπεράσπισης, ημερ. 23.11.16, οι δικηγόροι της Ενάγουσας βεβαιώνουν χειρογράφως ότι δεν ενίστανται στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της Υπεράσπισης, δεν θεραπεύει το εκπρόθεσμο της καταχώρησης του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ημερ. 15.1.16, που προηγήθηκε, δεδομένου ότι αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι μετά την εκπνοή του Διατάγματος τροποποίησης, εξαφανίζεται η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώρηση του δικογράφου και όλες οι μετέπειτα διαδικασίες βάσει του Διατάγματος καθίστανται άκυρες (Lysandrou
(1976)και Σιακόλας
(2015)ανωτέρω). Ένεκα της πιο πάνω κατάληξης μου, το Δικαστήριο πρέπει και μπορεί μόνο, να λάβει υπόψη το Κλητήριο Ένταλμα και την Υπεράσπιση που ίσχυαν πριν την έκδοση του Διατάγματος, ημερ. 15.12.15, ήτοι το Κλητήριο Ένταλμα, ημερ. 21.4.11, την Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1, ημερ. 16.11.11 και την Υπεράσπιση των Εναγόμενων 2 - 6, ημερ. 4.5.
  1. ΙΣΧΥΟΝΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Στο εν λόγω Κλητήριο Ένταλμα, ημερ. 21.4.11, γίνεται αναφορά στη Συμφωνία αγοράς και προεξόφλησης χρεών μεταξύ της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ και της Εναγόμενης 1, καθώς επίσης και στις Συμφωνίες Εγγύησης μεταξύ της πρώτης και των Εναγόμενων 2 -
  2. Επίσης, αναφέρεται ότι στις 19/11/08 η ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ τερμάτισε γραπτώς τη Συμφωνία, με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 - 6, επικαλούμενη παραβίαση της εν λόγω Συμφωνίας από την Εναγόμενη 1 και απαίτησε την άμεση εξόφληση του οφειλόμενου ποσού των €20,121.47, πλέον τόκους, ως το χρεωστικό υπόλοιπο του Προεξοφλητικού Λογαριασμού, πλέον Προεξοφλητική Χρέωση προς 14% ετησίως από 1/12/08 μέχρι εξόφλησης, ποσό το οποίο αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη 1 και οι Εναγόμενοι 2 - 6 καταχώρησαν ξεχωριστές Υπερασπίσεις, παρόλο που υιοθετούν κοινή γραμμή υπεράσπισης. Εν συντομία, αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι ακόμα και αν η συμφωνία, ημερ. 2.2.05 είχε συναφθεί, αυτή είναι παράνομη και αποτέλεσμα οικονομικού εξαναγκασμού. Από την ισχύουσα συνεπώς δικογραφία, διαπιστώνονται τα εξής: Στο Κλητήριο Ένταλμα, ημερ. 21.4.11, δεν περιέχονται οποιοιδήποτε ισχυρισμοί σχετικά με την παραχώρηση, ανάθεση, εκχώρηση και μεταβίβαση της επιχείρησης, των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ προς την Ενάγουσα, δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μετά και το Διάταγμα, ημερ. 31.8.
  3. Με άλλα λόγια, δεν περιέχονται οποιοιδήποτε ισχυρισμοί που να συνδέουν την παρουσιαζόμενη στον τίτλο ως ενάγουσα, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με την επίδικη Συμφωνία μεταξύ της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ και των Εναγόμενων ή που να φανερώνουν το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ έναντι των Εναγόμενων στην παρούσα αγωγή. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να περιέχονται τέτοιοι ισχυρισμοί σε δικόγραφο που καταχωρήθηκε στις 21.4.11, αφ' ης στιγμής επιχειρήθηκε να προστεθούν με την αίτηση τροποποίησης, ημερ. 22.9.
  4. Για τους λόγους όμως που έχω εξηγήσει ανωτέρω, οι εν λόγω ισχυρισμοί τελικά ουδέποτε προστέθηκαν νομότυπα στο δικόγραφο και για το λόγο αυτό δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη (Σιακόλας
(2015)ανωτέρω). Προκύπτει επομένως το εύλογο ερώτημα με ποιο τρόπο νομιμοποιείται η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην παρούσα αγωγή να αξιώνει θεραπείες εναντίον των Εναγόμενων και ποιο είναι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμά της εναντίον των τελευταίων, δεδομένου ότι οι επίδικες Συμφωνίες φέρονται να έχουν καταρτιστεί μεταξύ των Εναγόμενων και της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ, και όχι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. ΑΓΩΓΙΜΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Υπενθυμίζω ότι η Έκθεση Απαίτησης είναι το δικόγραφο που διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγόμενου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην απόφαση Mepa Underwriting Management Ltd v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772: «Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιο λόγο κάποιος έχει καταστεί διάδικος». Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που, σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων ή μεταβίβασης τίτλου εκκρεμούσας αγωγής στη βάση της Δ.12 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η υποκατάσταση διάδικου και τροποποίηση των δικογράφων γίνεται «για σκοπούς δικονομικής τάξης» (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Xαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825). Όπως επίσης αναφέρεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12th ed., pp 167 - 170, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, όταν, εκκρεμούσης μιας αγωγής, δίδεται άδεια για υποκατάσταση υφιστάμενου Ενάγοντα με νέο, θα πρέπει να διαφαίνεται στο σώμα του δικόγραφου με ποιο τρόπο ο νέος διάδικος έχει αποκτήσει αγώγιμο δικαίωμα: «.there should also be shown in the body of the pleading how the plaintiff derives his title...». (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Στην προκειμένη περίπτωση, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ζήτησε και έλαβε άδεια να υποκαταστήσει ως Ενάγουσα την ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ. Ακολούθως, ζήτησε, ορθά, και έλαβε άδεια να τροποποιήσει το Κλητήριο Ένταλμα ώστε να προσθέσει τα γεγονότα που θα αποκάλυπταν τη διασύνδεση μεταξύ της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ, ως συμβαλλόμενο μέρος στις επίδικες Συμφωνίες, και της ίδιας υπό την φερόμενη πλέον ιδιότητά της ως Ενάγουσας. Στο Κλητήριο Ένταλμα, ημερ. 21.4.11, το οποίο το Δικαστήριο υποχρεούται να λάβει αποκλειστικά υπόψη, δεν περιέχονται οποιοιδήποτε ισχυρισμοί που να συνδέουν την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με την επίδικη Συμφωνία μεταξύ της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ και των Εναγόμενων και οι οποίοι να αποκαλύπτουν το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Η πλευρά των Εναγόμενων έθιξε κατ' επανάληψη το ζήτημα της εκπρόθεσμης καταχώρησης του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος, τόσο στο δικόγραφο της Υπεράσπισης, ημερ. 23.11.16 (το οποίο συμπαρασύρεται σε ακυρότητα λόγω της εκπρόθεσμης καταχώρησης του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος), όσο και στην αίτηση για εκδίκαση των προδικαστικών Ενστάσεων, ημερ. 23.2.17. Η πλευρά της Ενάγουσας όμως, παρόλο που αναγνώρισε την επιβεβλημένη ανάγκη να τροποποιήσει το Κλητήριο Ένταλμα, ως αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης, ημερ. 22.9.15, εν τέλει παρέλειψε να το πράξει, αφού μετά που το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα κατέστη άκυρο λόγω εκπρόθεσμης καταχώρησης, παρέλειψε να προβεί σε καταχώρηση αίτησης τροποποίησης εκ νέου, έστω και μετά την έναρξη της ακρόασης (Χρίστου ν. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Συνεπεία επομένως της απουσίας δικογράφησης εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου, των γεγονότων που συνθέτουν και στοιχειοθετούν την κατ' ισχυρισμό νομιμοποίησή της να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή, καθώς και να διεκδικεί είσπραξη της επίδικης οφειλής, ελλείπει αυτό το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων που να συνδέει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με την επίδικη Συμφωνία μεταξύ ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ και των Εναγόμενων 1 - 6 και που θα της έδιδε το δικαίωμα να υποστηρίξει ως Ενάγουσα την υπό κρίση απαίτηση. Δεν παραβλέπω ότι ο Μ.Ε.1 στη μαρτυρία του αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στη συγχώνευση μεταξύ της Ενάγουσας και της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ, δυνάμει του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, καταθέτοντας προς απόδειξη των ισχυρισμών του σχετικό Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 7.5.14 (Τεκμήριο 1). Στην απουσία όμως, δικογραφημένων ισχυρισμών επί αυτών των γεγονότων στο Κλητήριο Ένταλμα, ημερ. 21.4.11, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 που σχετίζεται με αυτούς τους ισχυρισμούς, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι οποιαδήποτε μαρτυρία προσκομιστεί κατά τη διάρκεια της ακρόασης, ακόμα και χωρίς ένσταση, η οποία όμως εκφεύγει του προκαθορισθέντος δικονομικού πλαισίου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά τη διεργασία αξιολόγησης και εκτίμησης της μαρτυρίας και εξαγωγής των ευρημάτων του από αυτήν, προς διαπίστωση της αλήθειας (Χατζημάρκου v. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 108, Βοσκού κ.ά. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Άλλωστε, η έλλειψη δικογραφικού υπόβαθρου δεν μπορεί να θεραπευθεί με τυχόν ερωτήσεις που υποβλήθηκαν κατά την ακρόαση χωρίς ένσταση (Παπαπέτρου ν. ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2015:A121, Πολιτική Έφεση Αρ. 180/10, ημερ. 20/2/2015). Επιπρόσθετα, στην παρούσα υπόθεση, η αντεξέταση του μάρτυρα δεν επεκτάθηκε επί των συγκεκριμένων ισχυρισμών, έτσι ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί ίσως ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί έχουν καταστεί επίδικα θέματα (Χαραλάμπους ν. Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 2103). Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση Πούρικκoς v. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507: «Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων, και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα.» Κατ' ακολουθία, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 που δεν καλύπτεται από τα όσα αναφέρονται στο Κλητήριο Ένταλμα, ημερ. 21.4.11, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, αφού δεν συνάδει με τους ισχύοντες δικογραφημένους ισχυρισμούς (Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1422). Ώς εκ τούτου, ελλείπει και η οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Τράπεζας Κύπρου στο θεμελιακό αυτό ζήτημα του κατ' ισχυρισμό αγώγιμου δικαιώματος της. Σημειώνω εδώ και τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην υπόθεση Royal Bank of Scotland P.L.C. v. Geodrill Co Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ.
  1. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η υπό εξέταση υπόθεση διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις στις οποίες μεταβιβάζονται εργασίες μεταξύ τραπεζών δυνάμει του περί της Μεταβίβασης Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου, Ν.64(Ι)/
  2. Σε εκείνες τις περιπτώσεις η δημοσίευση της γνωστοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα δυνάμει του άρθρου 3
(1)του Νόμου αποτελεί «τελεσίδικη μαρτυρία ως προς τη μεταβίβαση» (Lextalionis Investments Ltd v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833). Στην προκειμένη περίπτωση, και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, αλλά και των όσων αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας με παραπομπή σε σχετική νομολογία, η ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ δεν ήταν Τραπεζικό Ίδρυμα, ούτε και διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Αν και η πιο πάνω κατάληξή μου καθιστά περιττή την ενασχόληση με οποιοδήποτε άλλο θέμα, για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ ορθό να αναφέρω τα ακόλουθα, σε περίπτωση που η κατάληξή μου ήθελε ανατραπεί κατ' έφεση. Πρώτον, αναφορικά με τις προδικαστικές Ενστάσεις που ηγέρθηκαν από πλευράς Εναγόμενων, ήτοι ότι η αγωγή καταχωρήθηκε από ανύπαρκτο διάδικο, δηλαδή τη ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ και ότι ο τίτλος της αγωγής πάσχει επειδή δεν περιλαμβάνει τον προ της τροποποίησης δυνάμει Διατάγματος, ημερ. 6.4.11, με το οποίο ο τίτλος τροποποιήθηκε ώστε να αναγράφεται πλέον ως Εναγόμενος 1 «Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητά του ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εναγόμενης αρ. 1 CYFELCO LTD», σημειώνω ότι και τα δύο αυτά θέματα έχουν απασχολήσει την αδελφή Δικαστή που εξέδωσε την ενδιάμεση απόφαση, ημερ. 31.8.15, όπου προβλήθηκαν παρόμοιοι ισχυρισμοί, εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν. Τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν εκεί υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται για σκοπούς της παρούσας. Πρόσθετα, σημειώνω ότι, αν οι Εναγόμενοι επιθυμούσαν να αμφισβητήσουν την εξουσία έγερσης της αγωγής στο όνομα της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ, θα έπρεπε να είχαν αποταθεί για διαγραφή του ονόματος της Ενάγουσας σε αρχικό στάδιο καθότι η ύπαρξη διάδικου δεν μπορεί να αμφισβητείται με την Υπεράσπιση, ούτε μπορεί να γίνεται κατά την ακροαματική διαδικασία (Ρέα Ανδρονίκου κ.α. v. Επιτροπή του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενούς τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010, ημερ. 24/2/2016, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 990). Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα έχει καταστεί άνευ αντικειμένου μετά και την έκδοση Διατάγματος, ημερ. 31.8.15. Η μη συμπερίληψη του τίτλου ως αυτός αναγραφόταν πριν την τροποποίηση δεν επηρεάζει το κύρος των δικογράφων αφ' ης στιγμής αναγράφεται σε αυτά ο τίτλος με τους ορθούς διάδικους μετά την τροποποίηση (Χριστοδουλίδης v. Κυμίσης
(2009)1 Α.Α.Δ. 635 με αναφορά και στην Έλληνας v. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 485). Συνεπώς, και οι δύο προδικαστικές Ενστάσεις των Εναγόμενων δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν. Δεύτερο, στα βαθμό και την έκταση που η μαρτυρία του Μ.Ε.1 αφορά στις συνθήκες και τους όρους της επίδικης Συμφωνίας μεταξύ της ΛΑΪΚΗΣ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ και της Εναγόμενης 1, τις σχετικές Συμφωνίες Εγγύησης μεταξύ της πρώτης και των Εναγόμενων 2 - 6, του τρόπου τερματισμού της Συμφωνίας και του υπόλοιπου που παρατηρείτο κατά την ημερομηνία τερματισμού, αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη και δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί κατ' έφεση ότι τα δικόγραφα αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, θα δεχόμουν τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως αξιόπιστη, εφόσον παρέμεινε αναντίλεκτη και συνάδει με τα έγγραφα που κατατέθηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν. Όσον αφορά το θέμα της προεξοφλητικής χρέωσης, για την οποία προβλήθηκε αξίωση ύψους 14%, από τα όσα ανάφερε ο Μ.Ε.1, προκύπτει ότι η αιτούμενη χρέωση αποτελείται από επιτόκιο, συν ένα ποσοστό κέρδους. Ουδεμία όμως εξήγηση δόθηκε ως προς το ακριβές ποσοστό του επιτοκίου και το ακριβές ποσοστό κέρδους, ούτε και κάτι τέτοιο προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία. Η εν λόγω αξίωση επομένως παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Εναγόμενων 1 - 6 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα σε ένα σετ, εφόσον έτυχαν κοινής εκπροσώπησης. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμφωνία Αγοράς Εισπρακτέων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.