Χριστόδουλος Καραμανής ν. Παναγιώτης Ξενοφώνοντος κ.α., Αρ. Αγωγής: 6118/2011, 7/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A52 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6118/2011 Mεταξύ: Χριστόδουλος Καραμανής, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και
- Παναγιώτης Ξενοφώνοντος, εκ Λεμεσού
- Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ Εναγόμενοι ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 16.11.2017 Ημερομηνία: 7.02.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτητές- ενάγοντες: κ. Β. Ερωτοκρίτου για Βάκης Ερωτοκρίτου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ'ων η αίτηση-εναγόμενους: κα Μ. Λοϊζου με κα Γ. Χατζηδημητρίου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ο ενάγοντας ζητά εναντίον των εναγόμενων αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη συνέπεια τροχαίου δυστυχήματος. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης ο ενάγοντας στις 4.10.2010 ενώ διασταύρωνε νομίμως την οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου παρασύρθηκε και τραυματίσθηκε από το όχημα με αρ. εγγραφής KND 848 που οδηγούσε ο εναγόμενος
- Με την παρούσα αίτηση ο ενάγοντας -αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για τη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως ακολούθως Α. Την τροποποίηση της παραγράφου αρ. 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως με την προσθήκη των λέξεων «από νότο προς βορρά επί της διάβασης πεζών» μετά τη λέξη «στην Λεμεσό» στην Τρίτη γραμμή της παραγράφου. Β. Την τροποποίηση της παραγράφου δ. της Εκθέσεως Απαιτήσεως κάτω από τον τίτλο «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΝΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1» με την προσθήκη των λέξεων «στην διάβαση πεζών» μετά τις λέξεις «επί του εν λόγω δρόμου». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.1,2 και 8 7 και στην πρακτική και τις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ζακελίνας Ερωτοκρίτου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα, η οποία δηλώνει ότι έχει στα χέρια της τον φάκελο της υπόθεσης και γνωρίζει τα γεγονότα αυτής. Αναφέρει ότι κατά την δακτυλογράφηση της έκθεσης απαίτησης της αγωγής εκ λάθους και ή εκ παραδρομής δεν αναγράφηκαν οι πιο πάνω λέξεις των οποίων και επιζητείται η προσθήκη με την παρούσα αίτηση. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να εγκριθεί αφενός μεν γιατί δεν επηρεάζονται με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα και συμφέροντα των εναγομένων και αφετέρου επειδή με την αιτούμενη τροποποίηση εξυπηρετείται η έννοια της δικαιοσύνης. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση των εναγομένων -καθ΄ων η αίτηση που στηρίζεται στη Δ.19 θεσμοί 1-27, Δ.25, θεσμοί 1-6, Διαταγή 48, θεσμοί 1-9 . Δ.39, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Σε αυτή προβάλλονται 10 λόγοι ένστασης που υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 και συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, γίνεται κακόπιστα και με αυτή επιδιώκεται ο ουσιαστικός επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. Προβάλλεται επίσης ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι άκυρη, αντικανονική και ανυπόστατη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται δικονομικά στην παλαιά Δ.25 Θ.
- Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation,
(1989)1E A.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφων. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ 704). Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1A A.A.Δ 162). Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co.κ.α. ν. A.& G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα,
(1999)1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω). Στην απόφαση της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon(S.A.L.), (πιο πάνω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.) v. Τ.Μ.P. Agents, (πιο πάνω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) (ανωτέρω). Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α.,
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Θα ξεκινήσω με τη θέση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη αίτηση είναι άκυρη αντικανονική και ανυπόστατη γιατί αυτή δεν έχει καταρτιστεί από τον ενάγοντα χωρίς να δίδεται προς τούτο καμία δικαιολογία. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Ζακελίνας Ερωτοκρίτου η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα -αιτητή. Στο ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο, είναι γνωστή η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση όμως αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Στην Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203 με αναφορά και στην Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356, λέχθηκε ότι «δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση». Κάτι τέτοιο προφανώς δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση όπου η ενόρκως δηλούσα δεν χειρίζεται την παρούσα αίτηση αλλά απλά προβαίνει σε ένορκη δήλωση για να αναφέρει γεγονότα προς υποστήριξη αυτής. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι δεν δίδεται εξήγηση για τον λόγο που την ένορκη δήλωση δεν την κάνει ο ίδιος ο αιτητής. Πράγματι στην Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, αναφέρεται ότι απαιτείται σε τέτοια περίπτωση να δοθεί κάποια εξήγηση αναφορικά με το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Όπως έχει όμως λεχθεί στην Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1202, με αναφορά και στην Rybolovlev πιο πάνω, η νομολογία δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται τέτοια ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 459 προβλήθηκε κατ' έφεση η θέση ότι η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση ήταν ελαττωματική γιατί δεν αναφερόταν αν ο ενόρκως δηλών ήταν καν εξουσιοδοτημένος να ορκισθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση, η οποία βασιζόταν στην πιο πάνω θέση, με την αιτιολογία, ότι το πιο πάνω γεγονός αποτελούσε απλή παρατυπία, αφού ο ενόρκως δηλών ήταν δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων των αιτητών και είχε στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω καθώς και ότι στην προκειμένη περίπτωση η ενόρκως δηλούσα είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων του ενάγοντα και έχει στην κατοχή της τον φάκελο της υπόθεσης βάσει του οποίου και γνωρίζει τα γεγονότα αυτής κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα απόρριψης της ένορκης δήλωσης. Οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς οι αιτητές να παραθέσουν μαρτυρία που να δικαιολογεί την έγκριση της. Την δυνατότητα τροποποίησης το Ανώτατο Δικαστήριο την έθεσε στην υπόθεση Χριστοδούλου πιο πάνω, όπου το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938: «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R.είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: ´I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.' Περαιτέρω στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω) λέχθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση ότι η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αποτελεί γεγονός με δεδομένο ότι πρόκειται για υπόθεση που καταχωρίστηκε το έτος 2011. Παράλληλα δεν παραβλέπω τη συνταγματικά καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Παρόλα αυτά σημειώνεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται ουσιαστικά να προστεθεί στην έκθεση απαίτησης σε σχέση με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς, η θέση ότι κατά το χρόνο του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος ο ενάγοντας διασταύρωνε το δρόμο επί διάβασης πεζών. Κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης παραλήφθηκε η συμπερίληψη του στοιχείου αυτού και με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση η παράλειψη αυτή αποδίδεται σε λάθος και ή παραδρομή. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης. Παρόλα αυτά λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού έγινε αντιληπτή οι αναφερόμενη παράλειψη καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον υπό κρίση παράγοντα δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους (πιο πάνω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Σε κάθε περίπτωση υπενθυμίζεται ότι ο παράγοντας του χρόνο είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.), πιο πάνω). Οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση προβάλλουν περαιτέρω ότι η αίτηση αποτελεί προσπάθεια διεύρυνσης των νομικών και πραγματικών πλαισίων της δίκης με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού υπάρχει συνοχή μεταξύ των υφιστάμενων και του επιδιωκόμενου να εισαχθεί ισχυρισμού . Στη βάση της επίδικης διαφοράς των μερών κρίνεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση εκείνο που επιδιώκεται είναι η εισαγωγή ενός πραγματικού ζητήματος που κατά τον ενάγοντα- αιτητή θα πρέπει να τεθεί στη κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, κάτι που δεν ισχύει στη παρούσα περίπτωση, αυτό δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη της αίτησης τροποποίησης ( SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) πιο πάνω). Επισημαίνω ότι το καθήκον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήσεων τροποποίησης δεν επεκτείνεται στη διερεύνηση και εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις πιθανότητες ή προοπτικές επιτυχίας μιας επιπρόσθετης διεκδίκησης η οποία ζητείται να προστεθεί με την τροποποίηση, αυτό είναι θέμα ουσίας το οποίο κρίνεται κατά τη δίκη και τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Εκείνο που το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει είναι αν οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων με τρόπο που θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών. Δεν θεωρώ ότι η ζητούμενη τροποποίηση διαφοροποιείται σε τέτοιο βαθμό από την ουσία της παρούσας υπόθεσης ώστε να επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Συνεπώς ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης ότι η έγκριση του αιτήματος θα ανατρέψει την μέχρι τώρα βάση της αντιδικίας και θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης δεν βρίσκει έρεισμα στην προκειμένη περίπτωση. Κυρίαρχο στοιχείο κατά την εξέταση ενός αιτήματος για τροποποίηση είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης το οποίο θεωρώ ότι θα εξυπηρετηθεί με την αποδοχή του αιτήματος αντί με την απόρριψη του. Τα πιο πάνω απαντούν πιστεύω και στη θέση των εναγόμενων-καθ' ων η αίτηση ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα και αποτελεί προσπάθεια διαφοροποίησης της αρχικής θέσης του ενάγοντα σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Στην βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω δεν κρίνω να εντοπίζονται οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους του ενάγοντα-αιτητή, έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Περαιτέρω θεωρώ ότι στο στάδιο που ζητείται η τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγομένων, οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να απαντήσουν στον ισχυρισμό που ο ενάγοντας επιχειρεί με την αιτούμενη τροποποίηση να εισαγάγει στην έκθεση απαίτησης του καθώς και να τον αντικρούσουν μέσα από την διαδικασία της ακροαματικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει. Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζά (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως επίσης αναφέρθηκε στην απόφαση Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1Α Α.Α.Δ 745 η αμέλεια ή το λάθος με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd
(1979)1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. Έχω ήδη εξηγήσει πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στους εναγόμενους- καθ΄ων η αίτηση με την τροποποίηση. Ούτε θα προκληθεί ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Συνακόλουθα των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως οι παράγραφοι Α και Β , της Αίτησης. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στην πλευρά των εναγόμενων εντός 10 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Η υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί εντός δεκαπέντε ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Η απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί και παραδοθεί εντός 7 από την παράδοση της έκθεσης υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων- καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων-αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Υπ.) ............... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίηση Έκθεση Απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο