← Κύπρος

Abdullah Muzamel Sadat Ltd ν. ATLASCAPITAL FINANCIAL SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3050/2016, 22/2/2018

Abdullah Muzamel Sadat Ltd ν. ATLASCAPITAL FINANCIAL SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3050/2016, 22/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A67 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3050/2016 Μεταξύ: Abdullah Muzamel Sadat Ltd, με έδρα της το Αφγανιστάν Ενάγουσα και

  1. ATLASCAPITAL FINANCIAL SERVICES LTD, με έδρα της την Λεμεσό
  2. Dusko Knezevic, από την Λεμεσό
  3. Petar Gazivoda, από την Λεμεσό Εναγόμενοι Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: Η κα Κ. Ζαντήρα για Μ. Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ Για Ενάγοντα - Καθ΄ου η αίτηση: Η κα Ν. Λιασίδου για Α.Γ. Παφίτης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για τροποποίηση ενδιάμεσου διατάγματος) Η Ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει από την εδώ Αιτήτρια το ποσό των ΗΠΑ$1.572.696,65 για παράβαση συμφωνίας, απάτη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής της είχε αιτηθεί με μονομερή αίτηση της την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων και διαταγμάτων αποκάλυψης. Διάταγμα τύπου MAREVA και αποκάλυψης εκδόθηκε μονομερώς και στη συνέχεια κατέστη απόλυτο μετά από ακροαματική διαδικασία. Με την παρούσα αίτηση επιζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να τροποποιείται το ως άνω διάταγμα με την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου στην παράγραφο 1 του εν λόγω διατάγματος: «Νοείται ότι επιτρέπεται στην Καθ' ης η Αίτηση 1 όπως χρησιμοποιήσει και/ή διαθέσει το συνολικό ποσό των €13.069,75, ποσό το οποίο δύναται να διατεθεί μερικώς από τον λογαριασμό με αριθμό 357009744660 που διατηρεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και μερικώς από τον λογαριασμό με αριθμό 240-01-593152-01 που διατηρεί στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, για την καταβολή οφειλόμενων μισθών και/ή άλλων αποδοχών προς εργοδοτούμενους της τα οποία έχουν καταστεί πληρωτέα και αντιστοιχούν στην περίοδο 1/10/2016 - 31/12/2016.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29, 30, 31, 32 και 47, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ. 1-5 και Δ.48 Θ. 1 - 9, στο δίκαιο της επιείκειας και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης υποστηρίζεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα Άντρια Κουλουμή, ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια στην παρούσα και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Ορκίζεται αυτή αντί των εναγομένων 2 και 3 καθώς αυτοί βρίσκονται στο εξωτερικό και δεν ήταν δυνατό να προσέλθουν στην Κύπρο για να προβούν στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται από πληροφορίες που έλαβε προσωπικά από τον Εναγόμενο 3, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας, από πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους Λάμπρο Σωτηρίου και Κωνσταντίνα Ζαντήρα, οι οποίοι χειρίζονται την αγωγή και από μελέτη του φακέλου που διατηρεί το γραφείο τους. Για όσα γεγονότα δεν έλαβε πληροφορίες από τους προαναφερόμενους αναφέρει την πηγή της γνώσης της όπου αυτό είναι σχετικό. Δηλώνει περαιτέρω τα ακόλουθα: Ότι η Aιτήτρια που είναι ιδιωτική εταιρεία έχει το εγγεγραμμένο της γραφείο στην Επαρχία Λεμεσού. Εναντίον της εκδόθηκε το υπό αναφορά ενδιάμεσο διάταγμα δυνάμει του οποίου, μεταξύ άλλων, απαγορεύεται στους Εναγόμενους να διαθέσουν, χρησιμοποιήσουν, αποξενώσουν, μεταβιβάσουν και/ή εμβάσουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, ούτως ώστε η αξία τους να μην είναι κατώτερη του ποσού των Δολαρίων ΗΠΑ 1.572.696,65 ή το αντίστοιχο τους σε Ευρώ ή άλλο νόμισμα μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το εκδοθέν ενδιάμεσο διάταγμα προκαλεί στην Αιτήτρια λειτουργικά προβλήματα όπως και από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου την 7.04.2016 μέχρι την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της προς αυτή, η Αιτήτρια δεν μπορούσε να καλύψει τις υποχρεώσεις της έναντι των εργοδοτουμένων της, ήτοι την καταβολή μισθών και άλλων πληρωτέων αποδοχών προς αυτού. Περαιτέρω, την 15.12.2016 η Αιτήτρια κοινοποίησε στην Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων την εκ του νόμου προβλεπόμενη προειδοποίηση πλεονασμού, δηλώνοντας τα στοιχεία των επηρεαζόμενων εργοδοτουμένων. Εναντίον της Αιτήτριας καταχωρίστηκαν παράπονα προς το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Επαρχιακού Γραφείου Λεμεσού από εργοδοτούμενους της, και συγκεκριμένα από τον κ. Ανδρέα Μιχαηλίδη και την κ. Alena Leanovich. Την 20.12.2016 η Αιτήτρια απάντησε στις ανωτέρω επιστολές του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων παρέχοντας πληροφόρηση για τον τερματισμό των εργασιών της Αιτήτριας λόγω της ανάκλησης της άδειας της από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου καθώς και για την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. Την ίδια ημερομηνία δηλαδή στις 20.12.2016 υπεγράφη συμφωνία ενώπιον του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων μεταξύ του Εναγομένου 3 εκ μέρους της Αιτήτριας και των παραπονουμένων ότι η πληρωμή των οφειλόμενων μισθών θα καταβαλλόταν μέχρι την 1.04.2017 σε περίπτωση άρσης του ενδιάμεσου διατάγματος. Για τον λόγο ότι το ενδιάμεσο διάταγμα κατέστη απόλυτο την 1.02.2017, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση και δεν είναι σε θέση μέχρι σήμερα να καλύψει τις υποχρεώσεις της έναντι των παραπονούμενων. Ως αποτέλεσμα, καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον της Αιτήτριας με αριθμό 8051/2017 για οφειλές μισθών και απολαβών ετήσιας άδειας συνολικού ποσού €13.069,75σ. για την περίοδο Οκτώβρη 2016 - Δεκέμβρη 2016 αναφορικά με τις οφειλόμενες απολαβές προς τους παραπονούμενους. Η εν λόγω υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου για επιβολή ποινής. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στη συνέχεια στα διαθέσιμα υπόλοιπα του τραπεζικού λογαριασμού της Αιτήτριας τα οποία είναι €23,862.73, 1,690.46 Δολάρια Αμερικής και 97.45 ρούβλια. Προς απόδειξη των όσων δήλωσε η ενόρκως δηλούσα παρουσίασε σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια 1 -
  4. Στη βάση των ανωτέρω εκφράζει την πίστη και όπως συμβουλεύεται και από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση ότι προκύπτει εύλογη αιτία για να τροποποιηθεί το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.10.2016 ώστε να επιτραπεί στην Αιτήτρια να χρησιμοποιήσει και/ή να διαθέσει το χρηματικό ποσό των €13.069,75 για την καταβολή των οφειλόμενων ποσών προς τους παραπονούμενους προς συμμόρφωση με τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις της. Εκφράζει την άποψη, όπως συμβουλεύεται και από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, ότι η καταβολή οφειλόμενων αποδοχών προς μισθωτούς μιας ιδιωτικής εταιρείας έχουν προτεραιότητα έναντι χρεών ή τυχόν υποχρεώσεων προς τρίτα πρόσωπα. Στην παρούσα περίπτωση εκκρεμεί και η προαναφερόμενη ποινική διαδικασία εναντίον της Αιτήτριας. Επομένως, είναι η θέση της ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που συνθέτουν το υπόβαθρο της εύλογης αιτίας για να επιτύχει η παρούσα αίτηση, τόσο λόγω των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων της Αιτήτριας, τα οποία έχουν επηρεαστεί από την υφιστάμενη κατάσταση, όσο και λόγω των δυσμενών συνεπειών που τυχόν να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια από την μη συμμόρφωση της στην καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών στα πλαίσια της προαναφερόμενης ποινικής διαδικασίας. Η Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση όπου προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: « 1) Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. 2) Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η σχετική επί του θέματος Νομολογία και/ή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες να καθιστούν δυνατή την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 3) Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή δεν δικαιολογεί επαρκώς τον λόγο που η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι απαραίτητη. 4) Τίθεται σε κίνδυνο και/ή μειώνεται η ασφάλεια η οποία παρέχεται στην Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση με βάση το Διάταγμα ημερομηνίας 27/10/2016 (στο εξής αναφερόμενο ως το «Διάταγμα») και/ή δεν έχει καταδειχθεί ότι θα διατηρηθεί η ασφάλεια της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση η οποία παρέχεται σε αυτή με βάση το Διάταγμα. 5) Δεν θα μπορεί να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη στην Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι κατέχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία προς ικανοποίηση απόφασης η οποία τυχόν να εκδοθεί εναντίον της. 6) Το Διάταγμα θα αποδυναμωθεί και/ή θα καταστεί άνευ ουσίας σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης. 7) Η έγκριση της Αίτησης θα είναι ισάξια με νομιμοποίηση παρακοής του Διατάγματος. 8) Οι Αιτητές βαρύνονται με αδικαιολόγητη και/ή μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία προς τούτο και/ή η καταχώρηση της Αίτησης προσλαμβάνει την μορφή έκδηλης κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of process of the Court) και/ή ο Αιτητής είναι ένοχος κατάχρησης διαδικασίας.» Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη Δ.25 θ.θ. 1 - 5, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1 - 9 και Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, Άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, Άρθρα 29, 30, 31, 32 και 47, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση της κας Μαίρης Τερψοπούλου, δικηγόρου η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση και δηλώνει ότι τα θέματα και γεγονότα τα οποία παρατίθενται στην ένορκη της δήλωση, εκτός όπου δηλώνεται διαφορετικά, της είναι γνωστά από έγγραφα που έχει στη διάθεση της, και, όπου υποδηλώνεται, της παρασχέθηκαν από τον κ. Attiqullah Sadat Hofiani, μέτοχο και Πρόεδρο της Καθ' ης η Αίτηση, και τους κ.κ. Hassan Sayed Ahmad και Mirna Osman, μέλη της διοίκησης της Καθ' ης η Αίτηση. Τόσο ο κ. Attiqullah Sadat Hofiani, όσο και η κα. Mirna Osman και ο κ. Hassan Sayed Ahmad έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και ήταν παρόντες στις περισσότερες συναντήσεις, συζητήσεις και διαπραγματεύσεις που έγιναν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ο λόγος δε που προβαίνει αυτή στην παρούσα ένορκη δήλωση και όχι κάποιος από τους εκπρόσωπους της Καθ' ης η Αίτηση είναι επειδή όλοι είναι κάτοικοι εξωτερικού και λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων αδυνατούσαν να μεταβούν στην Κύπρο για να ορκιστεί κάποιος από αυτούς την παρούσα ένορκη δήλωση. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους τους, καθώς επίσης και για λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση που είναι νομική οντότητα. Για τα γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση, αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών της. Δηλώνει σε σχέση με τα γεγονότα τα ακόλουθα: «
  5. Με την παρούσα ένορκη δήλωση υιοθετώ και επαναλαμβάνω το περιεχόμενο της ένορκης μου δήλωσης ημερομηνίας 25/10/2016 η οποία υποστηρίζει την μονομερή αίτηση της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 25/10/2016 για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων και διαταγμάτων αποκάλυψης.
  6. Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης της κας. Άντριας Κουλουμή ημερομηνίας 30/10/2017 που την συνοδεύει (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΕΔ Κουλουμή») και εκτός όπου προβαίνω ρητά σε παραδοχή, αρνούμαι έκαστον και όλους μαζί τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτή.
  7. Εξ' όσων γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, κ.κ. Άγγελο Παφίτη και Νίκη Λιασίδου, η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 25/10/2016 με την οποία αιτείται απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων για το ποσό των ΗΠΑ$1.572.696,65 (Ένα Εκατομμύριο Πεντακόσιες Εβδομήντα Δύο Χιλιάδες Εξακόσια Εξήντα Έξι Δολάρια και Εξήντα Πέντε Σεντς) για παράβαση συμφωνίας, απάτη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις.
  8. Κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρησε και μονομερή αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων και διαταγμάτων αποκάλυψης. Την 27/10/2017 εκδόθηκε από το Δικαστήριο διάταγμα τύπου MAREVA και αποκάλυψης, την τροποποίηση του οποίου αιτείται η Αιτήτρια με την Αίτηση. Το Διάταγμα κατέστη απόλυτο, μετά από ακρόαση, την 01/02/
  9. Το Διάταγμα βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου και επίσης είναι το Τεκμήριο 1 στην Αίτηση.
  10. Εξ' όσων γνωρίζω και εξ' όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από το Νόμο, τη Νομολογία και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης.
  11. Εξ' όσων γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, η ΕΔ Κουλουμή είναι ανεπαρκής και δεν δικαιολογεί επαρκώς τον λόγο που η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι απαραίτητη. Η ΕΔ Κουλουμή περιέχει γενικές αναφορές ενώ τα όσα αναφέρονται σε αυτή δεν τεκμηριώνονται. Δεν έχει αποδειχθεί και δεν μπορεί να συμπεράνει κανείς από την ΕΔ Κουλουμή, εύλογη αιτία για τροποποίηση του Διατάγματος.
  12. Εξ' όσων γνωρίζω πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, με την τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, τίθεται σε κίνδυνο και μειώνεται η ασφάλεια η οποία παρέχεται στην Καθ' ης η Αίτηση με το Διάταγμα. Η ΕΔ Κουλουμή δεν καταδεικνύει ότι η εν λόγω ασφάλεια της Καθ' ης η Αίτηση θα διατηρηθεί.
  13. Πέραν των ανωτέρω, σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, δεν θα μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στην Καθ' ης η Αίτηση.
  14. Εάν διαταχθεί η τροποποίηση του Διατάγματος, το Διάταγμα θα αποδυναμωθεί και θα καταστεί άνευ ουσίας. Από τα όσα έχουν αποκαλυφθεί από την Αιτήτρια, αυτή την στιγμή στους τραπεζικούς της λογαριασμούς υπάρχουν κατατεθειμένα €23.862,73, ΗΠΑ$1.690,46 και 97,45 Ρούβλια. Από τα εν λόγω ποσά, η Αιτήτρια επιθυμεί να αποσύρει το ποσό των €13.069,
  15. Με την τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, το Διάταγμα θα καταστεί άνευ αντικειμένου αφού στην ουσία εξαντλείται το ποσό το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στους εν λόγω λογαριασμούς. Θα απομείνει περίπου ποσό €10.000 το οποίο είναι δυσανάλογο με το ποσό της απαίτησης.
  16. Εξ' όσων γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους που χειρίζονται στην υπόθεση, δεν γίνεται καμία αναφορά από την Αιτήτρια στο κατά πόσο υπάρχουν οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης εναντίον της.
  17. Εξ' όσων γνωρίζω και εξ' όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της Αιτήτριας, ο Εναγόμενος 2 είναι ο τελικός δικαιούχος της Αιτήτριας, ο οποίος έχει προβεί σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσίας ημερομηνίας 21/11/2016, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρει ότι κάτοχος 4245 μετοχών της εταιρείας Atlas Banka AD Podgorica, η αξία των οποίων είναι €7.584.966,
  18. Αν και υπάρχει απαγορευτικό διάταγμα τύπου MAREVA επί της περιουσίας του Εναγόμενου 2 για ποσό μέχρι ΗΠΑ$1.572.696,65, το ποσό της αξίας της περιουσίας του, υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό το οποίο έχει δεσμευθεί. Επίσης, εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, στις 11/04/2017, είχε σταλεί στους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, από τους δικηγόρους των Εναγομένων, επιστολή η οποία περιείχε πρόταση διευθέτησης της υπόθεσης, με την οποία ο Εναγόμενος 2 προσέφερε στην Καθ' ης η Αίτηση την ενεχυρίαση 560 μετοχών τις οποίες κατείχε ο Εναγόμενος 2 μέσω της Atlas Invest DOO Padgorica στην Atlas Banka AD Padgorica στο όνομα της Ενάγουσας, ως εξασφάλιση της δήλωσης απόφασης για το ποσό των €700.000,00 (Επτακόσιες Χιλιάδες Ευρώ) με δεκάμηνη αναστολή. Η εν λόγω πρόταση δεν έγινε παρόλα αυτά αποδεκτή από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση. Επομένως, ο Εναγόμενος 2 θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την Αιτήτρια για να καλύψει το ποσό το οποίο επιθυμεί να καταβάλει χωρίς να χρειάζεται η όποια διαφοροποίηση στο Διάταγμα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 την επιστολή ημερομηνίας 11/04/2017 η οποία στάληκε από τους δικηγόρους των Εναγομένων προς τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση.
  19. Εξ' όσων γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, ενώ στην ΕΔ Κουλουμή αναφέρεται ότι η ενόρκως δηλούσα έχει λάβει πληροφορίες σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Αιτήτριας από την κα. Κυριακή Κουμίδου, η οποία είναι λογίστρια (Chief Accountant) της Αιτήτριας, δεν αναφέρει πώς η Αιτήτρια πληρώνει την κα. Κουμίδου η οποία παρέχει τις υπηρεσίες της στην Αιτήτρια.
  20. Το Διάταγμα απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση να αποξενώσει ή να χρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο τα περιουσιακά της στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων και τραπεζικών λογαριασμών. Η έγκριση της Αίτησης θα είναι ισάξια με νομιμοποίηση παρακοής του Διατάγματος, αφού θα επιτρέψει στην Αιτήτρια ακριβώς αυτό που απαγορεύει το Διάταγμα.
  21. Εξ' όσων γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια βαρύνεται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία προς τούτο. Ως αναφέρω ανωτέρω, το Διάταγμα εκδόθηκε την 27/10/2016 και κατέστη απόλυτο την 01/02/
  22. Η Αίτηση καταχωρήθηκε πέραν του ενός έτους μετά την έκδοση του Διατάγματος και ενώ τα ποσά που ισχυρίζονται ότι θέλουν να καταβάλουν έχουν καταστεί πληρωτέα πέραν του ενός έτους προηγουμένως. Εξ' όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, ουδέποτε τέθηκε από τους δικηγόρους της Αιτήτριας θέμα για τροποποίηση του Διατάγματος και ούτε ζητήθηκε όταν το Διάταγμα ήταν ορισμένο επιστρεπτέο την 09/11/
  23. Η μόνη φορά που τέθηκε θέμα εξαίρεσης ήταν στην ένσταση της Αιτήτριας στην οριστικοποίηση του Διατάγματος όπου όμως, υπήρξε απλή αναφορά ότι ο όροι του Διατάγματος ήταν δήθεν επαχθείς διότι δεν προβλεπόταν οποιαδήποτε εξαίρεση για τα μηνιαία λειτουργικά έξοδα της Αιτήτριας. Ωστόσο δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για τα έξοδα ή τις δαπάνες της εταιρείας, η οποία εν πάση περιπτώσει θα πωλούσε τις δραστηριότητες της, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 19 της ένορκης μου δήλωσης ημερ. 25/10/2016 η οποία συνοδεύει την μονομερή αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος και η άδεια της από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου είχε ανασταλεί και δεν εκτελούσε εργασίες. Πέραν τούτου, ο λόγος αυτός δεν προωθήθηκε καθόλου από την Καθ' ης η Αίτηση κατά το στάδιο της Ακρόασης για οριστικοποίηση του Διατάγματος την 01/12/
  24. Η Αιτήτρια επιθυμεί σε αυτό το στάδιο και μετά την πάροδο ενός και πλέον έτους από την έκδοση του Διατάγματος, να τροποποιήσει τους όρους του, για να της επιτραπεί να καταβάλει ποσό για κάλυψη υποχρεώσεων της, οι οποίες ήταν σε γνώση από τότε και εν πάση περιπτώσει πολύ πριν την καταχώρηση της Αίτησης.
  25. Εκτός των ανωτέρω, στην ΕΔ Κουλουμή γίνεται αναφορά στις παραγράφους 7 - 10 για ενέργειες που γίνονταν εντός του Δεκεμβρίου 2016, κάτι το οποίο καταδεικνύει ότι η Αιτήτρια ήταν ενήμερη για το θέμα των μισθών από τότε και έκανε ενέργειες για να καθυστερήσει την πληρωμή ενώ στις 20/12/2016 συμφώνησε και στην καταβολή των μισθών. Δεν αναφέρει δε, σε τι ενέργειες προέβηκε από την ημερομηνία οριστικοποίησης του Διατάγματος την 01/02/2017 μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης. Δεν αναφέρει επίσης την ημερομηνία καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης αρ. 8051/
  26. Επίσης, ως αναφέρει η κα. Κουμίδη και ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 7 της ένορκης της δήλωσης η πρώτη εμφάνιση στην πιο πάνω ποινική υπόθεση έγινε στις 22/09/2017, δηλ. πέραν του ενός μηνός πριν από την καταχώρηση της Αίτησης.
  27. Εξ' όσων γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, η καταχώρηση της Αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of process of the Court).
  28. Εξ' όσων γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, η Αίτηση δεν μπορεί να στηρίξει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τροποποίηση του Διατάγματος.
  29. Με βάση όλα τα ανωτέρω, πιστεύω και ως με πληροφορούν και οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος, η Νομολογία και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αφενός μεν την αίτηση και αφετέρου δε την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν προσκομίσει γραπτές αγορεύσεις όπου εκθέτουν τις θέσεις τους τόσο επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης όσο και της νομικής της πτυχής ανάλογα με το πώς η κάθε πλευρά την ερμηνεύει. Τις έχω διαβάσει με προσοχή και στην ανάλυση που θα ακολουθήσει θα κάνω ειδικότερη αναφορά σε αυτές όπου κριθεί αναγκαίο. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η δυνατότητα ενός προσώπου, το οποίο επηρεάζεται από διάταγμα παγοποίησης, να αποταθεί στο Δικαστήριο για να ακυρώσει ή να το τροποποιήσει δεν αμφισβητείται. Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να τροποποιεί ενδιάμεσα διατάγματα, αφού αποδειχθεί ύπαρξη εύλογης αιτίας, είτε κατά την εξέταση της κύριας αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση του διατάγματος είτε κατόπιν αίτησης. Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.

(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.» Σύμφωνα με τη νομολογία η οποία θα αναφερθεί και αναλυθεί στην συνέχεια, είναι δυνατή η τροποποίηση διατάγματος ώστε να απελευθερώνονται ποσά για την ικανοποίηση των τρεχόντων λογικών εξόδων του Καθ' ου η Αίτηση ή όταν κριθεί ότι οι όροι είναι καταπιεστικοί για τον Καθ' ου η Αίτηση ούτως ώστε να του επιτραπεί να χρησιμοποιήσει μέρος από τα παγοποιηθέντα και δεσμευμένα κεφάλαια για να πληρώσει τα δικηγορικά του έξοδα, την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης του ή τη χρηματοδότηση των άμεσων αναγκών της επιχείρησης του. Στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. ν. Lasala κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162 στην πρωτόδικη διαδικασία είχε γίνει διευθέτηση για κάλυψη, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, των αναγκαίων εξόδων κάποιων από τους Εφεσείοντες, καθώς και για μη επηρεασμό της νόμιμης, συνήθους πορείας της επιχείρησης της Εφεσείουσας 6 Εταιρείας. Η Απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο τόνισε ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν πάντοτε το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία μετά τη λήξη της συναινετικής διευθέτησης. Στην ΒΡ Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 το Πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από αίτηση τροποποίη­σε το αρχικό διάταγμα, επιτρέποντας την αποδέσμευση (α) ποσού ύψους £1.420.000 για εξόφληση οικονομικής υποχρέωσης, (β) ποσού £60.000 για κάλυψη δικηγορικών εξόδων, (γ) ποσού £400.000 για χρηματοδότηση άμεσων αναγκών και (δ) ποσού £5.000 μηνιαίως για έξοδα διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειας του. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο και επέτρεψε μόνο το ποσό των £60.000 για κάλυψη των δικηγορικών εξόδων, θεωρώντας ότι τα υπόλοιπα χρήματα αποτελούσαν αντικείμενο της αγωγής και θα έπρεπε να παραμείνουν παγοποιημένα. Καθοδήγηση επί του θέματος αντλείται και από την αγγλική νομολογία. Στην υπόθεση PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon [1983] 2 All ER 158 αναφέρθηκαν τα εξής: «All injunctions are, of course, in the end discretionary. I would regard it as unjust in the present case if the defendant were compelled to reduce his standard of living, to give up his fat or to take his children away from school, in order to secure what is as yet only a claim by the claimants. I would regard it as even more unjust that he should be prevented from defending himself properly (for that is what it would amount to), merely because the claimants say that in doing so he is using someone else's money.» Στην Halifax Plc v. Chandler [2001] EWCA Civ 1750, υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα: «The court will always be concerned to see that a [freezing] injunction does not operate oppressively and that a defendant will not be hampered in his ordinary business dealings any more than is absolutely necessary to protect the [claimant] from the risk of improper dissipation of assets. Since the [claimant] is not in the position of a secured creditor, and has no proprietary claim to the assets subject to the injunction, there can be no objection in principle to the defendant's dealing in the ordinary way with his business and with his other creditors, even if the effect of such dealings is to render the injunction of no practical value». Στην αγγλική υπόθεση Compagnie Noga D' Importation et D'exportation SA v. Astralian and New Zealand Banking Group [2006] EWHC 602 (Comm) το Εμπορικό Δικαστήριο όρισε τις σχετικές αρχές τις οποίες το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόζει κατά την απόφασή του κατά πόσο θα τροποποιήσει ένα διάταγμα: «The relevant principles that I have to apply may be summarised as follows: i. The essential test is whether it is in the interests of justice to make the variation sought; ii. Since the court has already determined that, in the absence of a freezing order, there is a real risk of dissipation sufficient to justify the making of an order it is for the applicant to satisfy the court that it is appropriate make the variation sought and to adduce any evidence that is necessary to persuade the court that that is so; iii. In determining whether or not to allow the variation proposed the Court is concerned to examine whether to do so would be consistent with the policy that underpins the jurisdiction, namely that a defendant should be restrained from evading justice by disposing of assets otherwise than in the ordinary course of business with the result that any judgment goes unsatisfied; Gangway Ltd v Caledonian Park Investments (Jersey) Ltd [2001] 2 Lloyd's Rep 715; TTMI Ltd of England v ASM Shipping Ltd of India [2005] EWHC 2666 (Comm). iv. The correct test is "to consider objectively the overall justice of allowing the payment to be made including the likely consequence of permitting it on the prospects of a future judgment being left unsatisfied, and bearing in mind that the assets belong to the defendant and that the injunction is not intended to provide the claimant with security for his claim or to create an untouchable pot which will be available to satisfy an eventual judgement" : Gee, paragraph 20.054; v. If the question is whether or not the Mareva should be varied so as to allow frozen monies to be used to fund a defence it may be necessary to show that there are no other funds or sources of payment which should as a matter of objective fairness be used for that purpose in preference to the frozen funds. The same principle must apply if what is sought is to fund the giving of a recognizance in favour of another. vi. Because the court has already been satisfied of a risk of dissipation judges are entitled, on an application to vary, to have a healthy scepticism about assertions made by the applicant particularly where the applicant, or those to whom his evidence or contentions relate, have been less than frank in dealing with the court or the claimant.» Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο Άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Οιovδήπoτε παρεμπίπτov διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα.» Σύμφωνα με τη νομολογία μας σε ενδιάμεσες αιτήσεις και στα ενδιάμεσα διατάγματα δεν υπάρχει με την αυστηρή του έννοια δεδικασμένο και επομένως διατάγματα με τα οποία παγοποιούνται περιουσιακά στοιχεία μπορεί να τροποποιηθούν ανάλογα με τις περιστάσεις (βλ. την Recnex Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Π.Ε. 71/11, ημερ. 16/4/2014). Στο σύγγραμμα Διατάγματα - Injunctions των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη στη σελίδα 231 αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς το πώς αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια αιτήσεις για τροποποίηση διαταγμάτων παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων: «Τα δικαστήρια φαίνεται να αντιμετωπίζουν αιτήσεις από εναγόμενους για τροποποίηση διαταγμάτων παγοποίησης με κατανόηση, αφού τέτοια διατάγματα δεν αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο ή τρίτα πρόσωπα. Η εξαίρεση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.» Στη σελ. 175 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται και τα εξής: «Ο αποτυχών διάδικος έχει επίσης δικαίωμα να αιτηθεί όπως διαφοροποιηθεί το διάταγμα ή οι όροι του, ιδιαίτερα αν υπήρξε αλλαγή των περιστάσεων από τότε που εκδόθηκε το διάταγμα ή προέκυψαν νέα γεγονότα τα οποία δεν ήταν σε γνώση του και τα οποία επηρεάζουν ουσιωδώς τη διατήρηση της ισχύος του διατάγματος.» Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. ν Frantisek Stepanek
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1403 σελ. 1425 στην απόφαση του ο έντιμος κ. Στ. Ναθαναήλ, Δ. τόνισε τα ακόλουθα: «Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd -ανωτέρω-). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. MuskitaAluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Από το λεκτικό του άρθρου 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), το οποίο αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την τροποποίηση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, προκύπτει ότι η τροποποίηση διατάγματος είναι εφικτή εφόσον παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να το πράξει «επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας». Και τούτο υπό την έννοια γεγονότων ή στοιχείων που προέκυψαν μετά την οριστικοποίηση του διατάγματος ή όπου προκύπτει ανάγκη για επίλυση κάποιου προβλήματος το οποίο ανακύπτει από την εφαρμογή ή εκτέλεση του διατάγματος. Σε περιπτώσεις όπου το παρεμπίπτον διάταγμα επηρεάζει τις συνήθεις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας εταιρείας και όπου επηρεάζονται τρίτα πρόσωπα, ήτοι μισθωτοί της εταιρείας, τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψουν την αποδέσμευση των αιτούμενων ποσών. Όπως ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Global Maritime Services Ltd κ.α. ν Bulcom Ltd
(2013)1Α Α.Α.Δ 709: «Είναι γεγονός ότι σε υποθέσεις του είδους, και με βάση τη νομολογία (δέστε PCW (Underwriting Agencies) Ltd v Dixon [1983] 2 ALL ER 158 και Halifax plc v Chandler [2002] EWCA Civ. 1750 και γενικότερα David Bean: Injunctions 8η έκδ. σελ. 113-115, par. 7.24-7.27), είναι δυνατή η τροποποίηση του διατάγματος ώστε να απελευθερώνονται λογικά ποσά για την ικανοποίηση των τρεχόντων εξόδων μιας επιχείρησης, η πληρωμή των μισθών και η καταβολή δικηγορικών εξόδων.» Προς τούτο, στην απόφαση Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. ν. Joseph P. Lasala κ.α
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162 το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι οι διάδικοι διατηρούσαν πάντοτε το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία οποτεδήποτε το έκριναν σκόπιμο. Η μόνη περίπτωση στην οποία τα Δικαστήρια δεν μπορούν να εγκρίνουν αιτήματα τροποποίησης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων είναι στις περιπτώσεις όπου δεν έχει αποφασιστεί ποιός είναι ο πραγματικός δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων των οποίων ζητείται η αποδέσμευση για σκοπούς διαφύλαξης τους μέχρι την απόδοση τους σε κάποιο πρόσωπο (βλ. την BΡ Holdings Ltd κ.α. ν Aνδρέα Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 στην οποία επιτράπηκε μόνο η αποδέσμευση ποσού για την κάλυψη των δικηγορικών εξόδων για την υπεράσπιση των διαδίκων καθότι υπήρχε αντιδικία αναφορικά με την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων η οποία έπρεπε να κριθεί κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης.) ΑΝΑΛΥΣΗ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ & ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Είναι γεγονός ότι στην υπό εξέταση αίτηση παρέχεται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει με ευκρίνεια ο λόγος για τον οποίο ζητείται η εξαίρεση του συνολικού ποσού των €13.069,75σ. από τους εταιρικούς λογαριασμούς της Αιτήτριας και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω και σε αυτό το μέρος. Τα ως άνω όμως δεν είναι και το ζητούμενο. Αποτελεί δε θέση της Αιτήτριας ότι τα γεγονότα αυτά φανερώνουν εύλογη αιτία για να επιτραπεί να τροποποιηθεί το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.10.2016 ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην Αιτήτρια να χρησιμοποιήσει και/ή να διαθέσει το χρηματικό ποσό των €13.069,75 για την καταβολή των οφειλόμενων ποσών προς τους παραπονούμενους (πρώην εργοδοτούμενους της) προς συμμόρφωση με τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις της. Προς τούτο και σε σχέση με την προτεραιότητα που θα πρέπει να τύχει η ικανοποίηση αυτών παραπέμπει στο Άρθρο 300
(1)[1] του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113). Κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας στην παρούσα περίπτωση έχει προσκομιστεί ικανοποιητική μαρτυρία ως προς το ότι η αποδέσμευση του ποσού των €13.069,75 ζητείται εύλογα καθότι επηρεάζονται δικαιώματα των μισθωτών της Αιτήτριας ενώ επίσης εκκρεμεί και η προαναφερόμενη ποινική διαδικασία εναντίον της Αιτήτριας, στα πλαίσια της οποίας η Αιτήτρια οφείλει να συμμορφωθεί. Περαιτέρω, έχει προσκομιστεί ικανοποιητική μαρτυρία ως προς το ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί από τους οποίους η Αιτήτρια αιτείται την αποδέσμευση του ποσού των €13.069,75 είναι οι τραπεζικοί λογαριασμοί από τους οποίους καταβάλλονταν οι πληρωμές των αποδοχών των εργοδοτουμένων της Αιτήτριας. Έτσι, κατά την Αιτήτρια πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που συνθέτουν το υπόβαθρο της εύλογης αιτίας για να επιτύχει η παρούσα αίτηση, τόσο λόγω των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων της Αιτήτριας τα οποία έχουν επηρεαστεί από την υφιστάμενη κατάσταση όσο και λόγω των δυσμενών συνεπειών που τυχόν να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια από την μη συμμόρφωση της στην καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών στα πλαίσια της προαναφερόμενης ποινικής διαδικασίας. Το κατά πόσο εκπληρώνονται οι απαραίτητες προϋποθέσεις στην παρούσα περίπτωση και το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος θα διαφανεί στην ανάλυση που θα ακολουθήσει όπου θα εξεταστούν οι λόγοι ένστασης οι οποίοι συμπλέκονται μεταξύ τους και έτσι δεν θα ακολουθήσω τη σειρά με την οποία είναι διατυπωμένοι: Σε σχέση με τον λόγο ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η πλευρά της Αιτήτριας παραπέμπει στα ως άνω γεγονότα για να υποστηρίξει ότι έχει αποδείξει την αναγκαιότητα της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τυχόν τροποποίηση του διατάγματος θα καταστρατηγήσει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση. Έχει αποφασιστεί ήδη σε απόφαση μου όταν οριστικοποίησα το επίδικο διάταγμα ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας. Τώρα επιζητείται η αφαίρεση ουσιαστικά του μεγαλύτερου ποσού από αυτό που απαγορεύτηκε η αποξένωση του για πληρωμή οφειλών της Αιτήτριας. Εδώ υπεισέρχεται ασφαλώς το επιχείρημα που προβλήθηκε ότι η οφειλή αυτή είναι προνομιακή και θα πρέπει να επιτραπεί η ικανοποίηση τους. Σημειώνω απλώς ότι η Αιτήτρια δεν έχει τεθεί υπό εκκαθάριση έτσι η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε ως να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, Άρθρο 300
(1)κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση εφόσον η Αιτήτρια δεν είναι υπό εκκαθάριση. Επομένως το επιχείρημα δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτεται. Επομένως η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι θα πρέπει να διαφοροποιηθεί το Διάταγμα και δεν έχει καταδείξει ότι θα πρέπει να διαφοροποιηθεί το Διάταγμα. Σύμφωνα με τη νομολογία στις περιπτώσεις όπου δεσμεύεται ολόκληρος ο λογαριασμός, μπορεί να ζητηθεί εξαίρεση κάποιου ποσού μηνιαίως για κάλυψη εξόδων διαβίωσης, λειτουργικά έξοδα, πρωτίστως όμως δικηγορικά έξοδα για κάλυψη της υπεράσπισης της Αιτήτριας, τα οποία καθίστανται άμεσα αναγκαία. Φαίνεται όμως από το μαρτυρικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι η άδεια λειτουργίας της Αιτήτριας είχε ανασταλεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου από τις 7.04.2016 (βλ. Ε.Δ. Τερψοπούλου της 25.10.2016 η οποία υποστηρίζει την μονομερή αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα) δηλαδή πολύ πριν την έκδοση του διατάγματος. Είναι φανερόν ότι το αίτημα δεν αφορά ανάγκη πληρωμής δικηγορικών εξόδων των συνηγόρων της Καθ' ης η αίτηση. Στο Σύγγραμμα Διατάγματα (Injunctions) των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη επισημαίνεται ότι ο αποτυχών διάδικος έχει δικαίωμα να αιτηθεί όπως διαφοροποιηθεί το διάταγμα ή οι όροι του, ιδιαίτερα αν υπήρξε αλλαγή των περιστάσεων από τότε που εκδόθηκε το διάταγμα ή προέκυψαν νέα γεγονότα τα οποία δεν ήταν σε γνώση του και τα οποία επηρεάζουν ουσιωδώς την διατήρηση της ισχύος του διατάγματος. Όμως καμία αλλαγή υπήρξε από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Το γεγονός των οφειλόμενων μισθών ήταν σε γνώση της Αιτήτριας πολύ πριν την καταχώρηση της Αίτησης αλλά και κατά τις ημερομηνίες έκδοσης και οριστικοποίησης του Διατάγματος και δεν υπήρξε ένα τέτοιο αίτημα από τότε. Προβλήθηκαν ως λόγοι στην ένσταση η ανεπάρκεια της ένορκης δήλωσης με την οποία υποστηρίζεται η Αίτηση και ότι δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και/ή η σχετική επί του θέματος νομολογία και/ή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες να καθιστούν δυνατή την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Αιτήτρια απαντώντας παραπέμπει και πάλιν στα ως άνω γεγονότα τα οποία κατά την άποψη της αποδεικνύουν την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Στην παρ. 6 της ΕΔ Κουλουμή αναφέρεται ότι η Αιτήτρια λόγω της έκδοσης του Διατάγματος και άλλων προβλημάτων της Αιτήτριας από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της δεν μπορούσε να καλύψει τις υποχρεώσεις της έναντι των εργοδοτουμένων της. Όμως δεν αναφέρει σε ποιες ενέργειες προέβη για την εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων της. Ερώτημα προκύπτει γιατί η ειδοποίηση πλεονασμού κοινοποιήθηκε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων μόλις στις 15.12.2016, δηλ. 8 (οκτώ) μήνες μετά την ανάκληση της άδειας της Καθ' ης η Αίτηση και 2 (δύο) μήνες μετά την έκδοση του Διατάγματος. Προκύπτει το ερώτημα γιατί άφησε να δημιουργηθούν αυτές οι οφειλές όταν πλέον δεν διέθετε άδεια λειτουργίας. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει ως λόγους ένστασης ότι τίθεται σε κίνδυνο και/ή μειώνεται η ασφάλεια η οποία παρέχεται στην Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 27.10.2016 και/ή δεν έχει καταδειχθεί ότι θα διατηρηθεί η ασφάλεια της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση η οποία παρέχεται σε αυτή με βάση το διάταγμα και ότι δεν θα μπορεί να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη στην Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι κατέχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία προς ικανοποίηση απόφασης η οποία τυχόν να εκδοθεί εναντίον της. Περαιτέρω ότι το διάταγμα θα αποδυναμωθεί και/ή θα καταστεί άνευ ουσίας σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι αυτοί οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν καθότι ο σκοπός του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος δεν είναι η εξασφάλιση της απαίτησης του ενάγοντα αλλά η αποτροπή της αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και ότι έχει αποδειχθεί εύλογη αιτία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Έχω μελετήσει την ΕΔ Κουλουμή. Δεν διέκρινα τεκμηριωμένο ισχυρισμό που να συνιστά ικανοποιητικό υπόβαθρο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εν τέλει συμφωνώ με την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση ότι με την ως άνω Ε.Δ. Κουλουμή δεν έχει στοιχειοθετήσει ικανοποιητικός λόγο ούτε και εύλογη αιτία έκδοσης διατάγματος τροποποίησης. Η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει ότι με την τυχόν τροποποίηση του Διατάγματος τίθεται σε κίνδυνο και μειώνεται η ασφάλεια η οποία παρέχεται σε αυτήν με βάση το Διάταγμα ενώ δεν έχει καταδειχθεί από την Αιτήτρια ότι η εν λόγω ασφάλεια θα διατηρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Το Διάταγμα θα αποδυναμωθεί και θα καταστεί άνευ ουσίας αφού στην ουσία το ποσό το οποίο το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στους λογαριασμούς της Καθ' ης η Αίτηση οι οποίοι έχουν παγοποιηθεί θα εξαντληθεί ουσιαστικά. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση ενδεχόμενης απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης ότι η τυχόν έγκριση της αίτησης θα ισοδυναμούσε με νομιμοποίηση παρακοής του διατάγματος. Είναι γεγονός ότι νομοθετικά επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις τις οποίες έχει καθιερώσει διαχρονικά η νομολογία μας τη δυνατότητα τροποποίησης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος. Όπως εξήγησα όμως και πιο πάνω δεν έχω διακρίνει να συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις. Στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.α. v. Chumachenko Alisa κ.α., Π.Ε. Ε71/13, ημερ. 30/09/2014 αποφασίστηκαν τα εξής αναφορικά με αίτημα για απελευθέρωση από παγοποιηθέντες λογαριασμούς ποσών για καταβολή δικηγορικής αμοιβής και για άλλους λόγους: «Είναι γεγονός ότι σε υποθέσεις του είδους και με βάση τη νομολογία (βλ. PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon
(1983)2 All E. R. 158, Halifax pic v. Chandler
(2002)EWCA Civ. 1750 και David Bean: Inductions 8η εκδ., σελ. 113-115, para 7.24 - 7.27) είναι δυνατή η τροποποίηση του διατάγματος ώστε να απευλευθερώνονται λογικά ποσά για την ικανοποίηση τρεχόντων εξόδων μιας επιχείρησης, την πληρωμή των μισθών και την καταβολή δικηγορικών εξόδων. Εάν, όμως το Δικαστήριο ενέκρινε τέτοιο αίτημα, τροποποιώντας το διάταγμα θα καταστρατηγούσε τον σκοπό που εξυπηρετούσε, αφού σταδιακά θα το καθιστούσε άνευ αντικειμένου, γιατί, με την πάροδο του χρόνου, θα εξαντλείτο και το κατατεθειμένο στο λογαριασμό ποσό (βλ. Global Maritime Services Ltd κ.ά. v. Bulcom Ltd Πολ. Έφ. Αρ. 6/2010, ημερ. 21.3.13).» Στην υπόθεση Global Maritime Services Ltd κ.α v. Bulcom Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 709 αναφέρθηκε ότι καλώς το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αιτήματα για απελευθέρωση χρημάτων για την πληρωμή δικηγορικών, προσωπικού και άλλων εξόδων, αφού εάν το δικαστήριο ενέκρινε τέτοιο αίτημα θα καταστρατηγούσε τον σκοπό που εξυπηρετούσε το διάταγμα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση είναι σχετικά: «Περαιτέρω, όπως ορθά επισημαίνουν οι Εφεσίβλητοι στο διάγραμμά τους, καλώς απορρίφθηκαν τα αιτήματα για απελευθέρωση χρημάτων για την αναγκαιότητα πληρωμής δικηγορικών, προσωπικού και άλλων εξόδων, αφού, εάν το δικαστήριο ενέκρινε τέτοιο αίτημα, τροποποιώντας το διάταγμα, θα καταστρατηγούσε τον σκοπό που εξυπηρετούσε, αφού σταδιακά θα το καθιστούσε άνευ αντικειμένου, γιατί, με την πάροδο ορισμένων μηνών, θα εξαντλείτο και το κατατεθειμένο στο λογαριασμό ποσό. Καταλήγοντας, κρίνουμε πως ήταν εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου να ασκήσει την εξουσία του υπέρ της έκδοσης και οριστικοποίησης του διατάγματος, και, έτσι, με βάση τις αρχές επέμβασης του Εφετείου, δεν χωρεί εκ μέρους μας τέτοια επέμβαση.» Στην υπόθεση Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd
(1987)1 CLR 627, επαναβεβαιώθηκε ο σκοπός του διατάγματος τύπου Mareva και λέχθηκε ότι ο σκοπός του διατάγματος τέτοιου τύπου είναι η διατήρηση περιουσιακών στοιχείων για να καταστεί δυνατό για τον ενάγοντα να προχωρήσει με την εκτέλεση όταν εκδίδεται απόφαση του δικαστηρίου υπέρ του. Η Αιτήτρια δεν αναφέρει στην αίτησή της με ποιο τρόπο θα μπορούσε να διατηρηθεί η ασφάλεια η οποία παρέχεται στην Καθ' ης η αίτηση με την διατήρηση του διατάγματος ως αυτό έχει εκδοθεί. Σε κάποιες περιπτώσεις, ο εναγόμενος καταβάλει κάποια εγγύηση (security) στο ποσό της απαίτησης και το διάταγμα παγοποίησης ακυρώνεται εκ συμφώνου.[2] Κάτι τέτοιο δεν έχει τεθεί από την Αιτήτρια. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με αδικαιολόγητη και/ή μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία προς τούτο και/ή η καταχώρηση της αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή έκδηλης κατάχρησης της διαδικασίας του δικαστηρίου (abuse of process of the Court) και/ή οι Αιτητές είναι ένοχοι κατάχρησης διαδικασίας. Είναι γεγονός ότι όπως αντιτείνει η Αιτήτρια ότι η νομολογία μας δεν έχει καθορίσει αυστηρό κανόνα για το πότε ένας διάδικος πρέπει να αποτείνεται για την τροποποίηση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος. Αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι η ύπαρξη εύλογης αιτίας για την οποία ο διάδικος αποτείνεται στο Δικαστήριο για την τροποποίηση του διατάγματος. Αυτή δε η αιτία μπορεί να παρουσιαστεί οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της ισχύος του. Στην παρούσα περίπτωση η κα Κουλουμή εξηγεί την ανάγκη που οδήγησε την σε αυτή τη χρονική στιγμή καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Αναφέρεται στην εκκρεμούσα ποινική διαδικασία όπου η Αιτήτρια μετά την παραδοχή της στη διάπραξη συναφούς με την πληρωμή εργοδοτουμένων της αδικημάτων είναι αναγκασμένη να βρει χρήματα για την αποπληρωμή τους. Το ζήτημα είναι πόσο προβλεπτή θα έπρεπε να ήταν μια τέτοια οικονομική υποχρέωση. Είναι γεγονός ότι το ζήτημα αυτό δεν προέκυψε μόλις πριν την παραδοχή της Αιτήτριας ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου ότι οφείλει τα πιο πάνω ποσά. Η οφειλή της αυτή ήταν σε γνώση της τουλάχιστον από το χρόνο όπου της προσφέρθηκαν υπηρεσίες από τους εργοδοτούμενους της και θα έπρεπε να τους πληρώσει και αυτό ήταν σε γνώση της πριν ακόμα οριστικοποιηθεί το υπό αναφορά διάταγμα. Ως αναφέρεται ανωτέρω, το Διάταγμα εκδόθηκε την 27.10.2016 και κατέστη απόλυτο την 01.02.
  1. Η Αίτηση καταχωρίστηκε επομένως πέραν του ενός έτους μετά την έκδοση του Διατάγματος και ενώ τα ποσά που ισχυρίζονται ότι θέλουν να καταβάλουν έχουν καταστεί πληρωτέα πέραν του ενός έτους προηγουμένως. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας ουδέποτε έθεσαν θέμα για τροποποίηση του διατάγματος και ούτε ζήτησαν τροποποίηση όταν το Διάταγμα ήταν ορισμένο επιστρεπτέο την 09.11.
  2. Η μόνη φορά που τέθηκε θέμα εξαίρεσης ήταν στην ένσταση της Αιτήτριας στην οριστικοποίηση του διατάγματος όπου όμως, υπήρξε απλή αναφορά ότι ο όροι του διατάγματος ήταν δήθεν επαχθείς διότι δεν προβλεπόταν οποιαδήποτε εξαίρεση για τα μηνιαία λειτουργικά έξοδα της Αιτήτριας. Ωστόσο δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για τα έξοδα ή τις δαπάνες της εταιρείας, η οποία εν πάση περιπτώσει θα πωλούσε τις δραστηριότητες της, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 19 της ένορκης δήλωσης Τερψοπούλου με ημερομηνία 25.10.2016 η οποία συνοδεύει την μονομερή αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος και η άδεια της από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου είχε ανασταλεί και δεν εκτελούσε εργασίες. Πέραν τούτου, ο λόγος αυτός δεν προωθήθηκε καθόλου από την Καθ' ης η Αίτηση κατά το στάδιο της Ακρόασης για οριστικοποίηση του Διατάγματος την 01.12.
  3. Η Αιτήτρια καταχώρησε την αίτησή της σε αυτό το στάδιο και μετά την πάροδο ενός και πλέον έτους από την έκδοση του διατάγματος και ζητά να τροποποιήσει τους όρους του, για να της επιτραπεί να καταβάλει ποσό για κάλυψη υποχρεώσεων της, οι οποίες ήταν σε γνώση από τότε και εν πάση περιπτώσει πολύ πριν την καταχώρηση της Αίτησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λόγος αυτός ένστασης έχει έρεισμα και θα απέρριπτα την αίτηση και για λόγους καθυστέρησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση δεν είναι τέτοια ώστε με βάση τις νομολογιακές αρχές που ισχύουν στην περίπτωση να μου επιτρέπουν να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας στην παρούσα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογρ.)............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: τροποποίηση ενδιάμεσου διατάγματος [1] «Κατά την εκκαθάριση καταβάλλονται με προτεραιότητα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλα χρέη: (α) Τα ακόλουθα ποσοστά και φόροι- (i) όλοι οι τοπικοί φόροι που οφείλονται από την εταιρεία τη σχετική ημερομηνία, τα οποία κατέστησαν οφειλόμενα και πληρωτέα μέσα σε δώδεκα μήνες αμέσως πριν από εκείνη την ημερομηνία· (ii) όλοι οι κυβερνητικοί φόροι και τέλη που οφείλονται από την εταιρεία τη σχετική ημερομηνία και οι οποίοι κατέστησαν οφειλόμενοι και πληρωτέοι μέσα σε δώδεκα μήνες πριν από εκείνη την ημερομηνία και, σε περίπτωση βεβαιωμένων φόρων, που δεν υπερβαίνει συνολικά βεβαίωση για ένα έτος· (β) (i) οφειλόμενες αποδοχές του μισθωτού και οποιοδήποτε ποσό που κατακρατήθηκε από τον εργοδότη από τις αποδοχές του μισθωτού για την πληρωμή υποχρεώσεων του μισθωτού, ή άλλως πως το οποίο ο εργοδότης δεν έχει καταβάλει· και (ii) οποιοδήποτε άλλο ποσό ή ωφέλημα του μισθωτού που απορρέει από σύμβαση ή σχέση εργοδότησης περιλαμβανομένου οποιουδήποτε ποσού που οφείλεται σε αναγνωρισμένη συντεχνία που απορρέει από την εργασιακή σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου ή διαφορετικά το οποίο ο εργοδότης δεν έχει καταβάλει.» [2] Injunctions, David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns, 11η έκδοση, 2012, σελ. 138 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.