ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 176/2009, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 176/2009 Μεταξύ: ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-
- ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΜΑΡΙΝΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγομένων -------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: Ο κ. Αντ. Γλυκύς, για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. Για εναγόμενους: Ο κ. Κ. Χ″Κωστής, για Κώστας Π. Χ″Κωστής & Σία. (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Βελισσαρίου) ------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ - ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο γεγονότων, η ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ασχολείτο με ασφαλιστικές εργασίες παντός είδους. Κατά την 7/5/1999 υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 συμφωνία με την οποία ο εναγόμενος 1 διορίστηκε ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της ενάγουσας με βάση τους όρους και προϋποθέσεις που ρητά αναφέρονται στη ρηθείσα συμφωνία. Επιπλέον, κατά την 13/5/1999 υπεγράφη δεύτερη συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου 1, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος 1 διορίστηκε ως διευθυντής υποκαταστήματος της ενάγουσας, με βάση τους όρους και προϋποθέσεις που ρητά αναφέρονται σ΄ αυτήν. Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της ισχυρίζεται ότι κατά την 31/3/2005, λόγω της τροποποίησης, στο μεταξύ, του περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2002, υπεγράφη νέα συμφωνία με τον εναγόμενο 1 δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος 1 διορίστηκε ασφαλιστικός σύμβουλος για όλη την επικράτεια της Κύπρου. Στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας, μετέπειτα, με «ειδική συμφωνία» η οποία καταρτίστηκε την 19/9/2006 συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος 1 υπογράψει προς όφελός της γραμμάτιο για το ποσό των Λ.Κ.20.000,00, με την εγγύηση της εναγόμενης 2, κάτι το οποίο υλοποιήθηκε την ίδια ημερομηνία. Την 24/1/2006 με επιστολή της πληροφόρησε τον εναγόμενο 1 ότι δεν πέτυχε τους στόχους παραγωγής για το έτος 2005, σύμφωνα με το οργανόγραμμά της και με βάση τη συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ τους την 13/5/
- Για το λόγο αυτό, διέκοψε την καταβολή του μισθού του από 1/2/
- Με επιστολή της ημερομηνίας 8/1/2007 πληροφόρησε τον εναγόμενο 1 ότι, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του για αποπληρωμή των καθυστερημένων ασφαλίστρων και/ή οφειλών, συνέχιζε να έχει απλήρωτο το οφειλόμενο προς αυτήν ποσό, με αποτέλεσμα να παραβεί τους όρους της σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου ημερομηνίας 31/3/
- Συνεπεία δε της ρηθείσας συμπεριφοράς του εναγόμενου 1 τερμάτισε την ανωτέρω συμφωνία ημερομηνίας 31/3/2005 και κάλεσε τους εναγόμενους 1 και 2 όπως καταβάλουν το οφειλόμενο σ΄ αυτήν ποσό. Περαιτέρω, με επιστολή της ημερομηνίας 3/8/2007, πληροφόρησε τον εναγόμενο 1 ότι η οφειλή και/ή το χρεωστικό του υπόλοιπο, πέραν του ποσού του γραμματίου ημερομηνίας 19/9/2006, ανήρχετο στο ποσό των €61.057,21 το συνολικά δε οφειλόμενο από αυτόν ποσό ανήρχετο στις €95.229,24, πλέον τόκους. Κάλεσε δε τον εναγόμενο 1 να υπογράψει δεύτερο γραμμάτιο προς εξασφάλιση του ως άνω επιπρόσθετου ποσού. Παρά την ως άνω παράκλησή της, ουδεμία ανταπόκριση έλαβε από τον εναγόμενο 1, ο οποίος ουσιαστικά αποδεχόταν το ως άνω αναφερόμενο χρέος του. Αποτελεί δε ισχυρισμό της ότι, ο εναγόμενος 1 ως πρωτοφειλέτης και οι υπόλοιποι εναγόμενοι ως εγγυητές, παράνομα και αντισυμβατικά παραβίασαν την υποχρέωσή τους να αποπληρώσουν το οφειλόμενο προς αυτήν χρεωστικό υπόλοιπο. Οι εναγόμενοι στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης εγείρουν, εν πρώτοις, προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει για το λόγο ότι, δυνάμει ρητού όρου των επίδικων συμφωνιών, οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων που πηγάζει από αυτές, συμφωνήθηκε να παραπέμπεται για επίλυση σε διαιτησία. Το ζήτημα, όμως, αυτό φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε από τους εναγόμενους για το λόγο ότι ούτε σε προδικαστικό στάδιο ζητήθηκε η επίλυσή του αλλά ούτε και σε τελικό στάδιο ηγέρθη από τους εναγόμενους. Αξίζει να επισημανθεί ότι στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα της διαιτησίας. Για τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο θεωρεί αχρείαστη την ενασχόλησή του με το ζήτημα αυτό. Πέραν της ως άνω προδικαστικής ένστασης ο εναγόμενος 1 αρνείται την από μέρους του υπογραφή της συμφωνίας διορισμού του ως ασφαλιστικού συμβούλου και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπήρξε ασφαλιστικός σύμβουλος της ενάγουσας. Παραδέχεται, όμως, τη συνομολόγηση της αναφερομένης στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης «ειδικής συμφωνίας» καθώς και την υπογραφή του αναφερομένου γραμματίου για το ποσό των Λ.Κ.20.000,
- Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, βάσει της εν λόγω συμφωνίας, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να διευκρινίσει το ακριβές ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του, στην περίπτωση δε που αυτό υπερέβαινε τις Λ.Κ.20.000,00, θα ήταν υπόχρεος να υπογράψει δεύτερο γραμμάτιο για ποσό ίσο με αυτό που θα υπερέβαινε τις Λ.Κ.20.000,
- Σε περίπτωση, όμως, που το χρεωστικό του υπόλοιπο ήταν μικρότερο, η ενάγουσα θα υποχρεούτο να πιστώσει το υπογραφέν από αυτόν γραμμάτιο με το αντίστοιχο ποσό που υπολείπετο των Λ.Κ.20.000,
- Η ενάγουσα, όμως, ουδέποτε προέβηκε στη διευκρίνιση ή και στον καθορισμό του χρεωστικού του υπολοίπου, παρά μόνο σε μια ελλιπή ενημέρωση, με αποτέλεσμα η ρηθείσα «ειδική συμφωνία» να μην εκτελεστεί υπαιτιότητι της ενάγουσας. Αναφορικά με τη μνημονευόμενη στην παράγραφο 16 της έκθεσης απαίτησης επιστολή της ενάγουσας για τερματισμό της συμφωνίας διορισμού του ως ασφαλιστικού συμβούλου, παραδέχεται μεν την παραλαβή της, ισχυρίζεται όμως ότι όταν την παρέλαβε αμφισβήτησε το περιεχόμενό της και κάλεσε την ενάγουσα να την τεκμηριώσει με στοιχεία, κάτι το οποίο αυτή παρέλειψε να πράξει. Επειδή υπήρχαν σε ισχύ παράλληλες ξεχωριστές συμφωνίες συνεργασίας στους γενικούς κλάδους ασφαλειών μεταξύ του ιδίου αλλά και της συζύγου του, εναγόμενης 2, με την ενάγουσα και επειδή είχαν να λαμβάνουν από αυτή σημαντικά ποσά, της εισηγήθηκαν όπως προβούν σε συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων, όμως η ενάγουσα αντί να συνεργαστεί ώστε να επιτευχθεί εξώδικη διευθέτηση προτίμησε να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή. Με την ανταπαίτησή του ο εναγόμενος 1 αξιώνει την επιδίκαση διαφόρων κονδυλίων τα οποία, κατά τον ισχυρισμό του, δικαιούται να εισπράξει από την ενάγουσα στη βάση της μεταξύ τους συνεργασίας. Τα κονδύλια αυτά συμποσούνται στο ποσό των €469.011,10 το οποίο αξιώνει, διαζευκτικά, ως αποζημίωση λόγω διάρρηξης συμφωνίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλευρά της ενάγουσας στηρίχθηκε στη μαρτυρία των υπαλλήλων της, Μαρίνου Στυλιανίδη (Μ.Ε.1) και Ξένιας Παπανικολάου (Μ.Ε.2) καθώς και στη μαρτυρία του Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου, Κωστάκη Κουτσοκούμνη (Μ.Ε.3). Ο Μ.Ε.1 παρουσίασε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα έγγραφα:
- Τη συμφωνία διορισμού του εναγόμενου 1 ως αντιπροσώπου της ενάγουσας ημερομηνίας 7/5/1999 (τεκμήριο 2).
- Τη συμφωνία διορισμού του εναγόμενου 1 ως διευθυντή υποκαταστήματος ημερομηνίας 13/5/1999 (τεκμήριο 3).
- Τη συμπληρωματική συμφωνία καθορισμού του ποσοστού προμηθειών που δικαιούτο να εισπράττει ο εναγόμενος 1 ημερομηνίας 1/6/1999 (τεκμήριο 4).
- Τη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 4/6/1999 (τεκμήριο 5).
- Τη συμφωνία διορισμού του εναγόμενου 1 ως ασφαλιστικού συμβούλου της ενάγουσας ημερομηνίας 31/3/2005 (τεκμήριο 6).
- Την ειδική συμφωνία ημερομηνίας 19/9/2006 (τεκμήριο 7).
- Το γραμμάτιο ημερομηνίας 19/9/2006 για το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 το οποίο υπέγραψε ο εναγόμενος 1 (τεκμήριο 8).
- Το οργανόγραμμα της ενάγουσας (τεκμήριο 9).
- Την επιστολή της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 24/1/2006 (τεκμήριο 10), η λήψη της οποίας έγινε παραδεκτή από τον εναγόμενο
- Την επιστολή της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 23/2/2006 (τεκμήριο 11).
- Την επιστολή της Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών προς τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 27/6/2005 (τεκμήριο 12).
- Την επιστολή της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 8/1/2007 (τεκμήριο 13).
- Την επιστολή της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 3/8/2007 (τεκμήριο 14). Η Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι κατά την περίοδο 1999 - 2004 εργαζόταν στο λογιστήριο και στο Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου που υπάγεται στην οικονομική διεύθυνση της ενάγουσας. Κατά τον Απρίλιο του 2004 ο εναγόμενος 1 ζήτησε συνάντηση με τον Μ.Ε.1 ώστε να αξιολογηθεί η συνεργασία του με την ενάγουσα και ειδικότερα η συμφωνία στόχων και χρηματοδότησης - τεκμήριο
- Κατόπιν οδηγιών του Μ.Ε.3, μελέτησε τη ρηθείσα συμφωνία και αντιλήφθηκε πλήρως όλα τα ζητήματα που την αφορούσαν. Αυτό κρίθηκε επιβεβλημένο ώστε να ξεκαθαριστεί το οφειλόμενο ποσό των εναγομένων προς την ενάγουσα. Βάσει των αποτελεσμάτων της παραγωγής του υποκαταστήματος του εναγόμενου 1, ένα δάνειο ύψους Λ.Κ.50.000,00 θεωρήθηκε ως εξοφλημένο, γι΄ αυτό η ενάγουσα προχώρησε στην αποδέσμευση ενός ακινήτου του εναγόμενου 1 επί το οποίου είχε παραχωρήσει υποθήκη προς όφελος της ενάγουσας. Επιπρόσθετα, βάσει του τεκμηρίου 3, η ενάγουσα θα κατέβαλλε στον εναγόμενο 1 φιλοδώρημα 10% επί της διατηρημένης νέας παραγωγής, εφόσον το υποκατάστημα στο οποίο ήταν διευθυντής επιτύγχανε ποσοστό διατηρησιμότητας τουλάχιστο 80% . Βάσει των υπολογισμών στους οποίους προέβηκε, το υποκατάστημα του εναγόμενου 1 πέτυχε το ως άνω ποσοστό διατηρησιμότητας το πρώτο μόνο έτος και συνεπώς το φιλοδώρημα που ο εναγόμενος 1 κέρδισε ανερχόταν στο ποσό των €27.660,55 (Λ.Κ.16.189,00). Παρουσίασε στο Δικαστήριο τη μελέτη και τους υπολογισμούς στους οποίους προέβηκε σε σχέση με το ζήτημα αυτό (τεκμήριο 16). Μαζί με το συνάδελφό της Κυριάκο Κυριάκου, διεξήλθαν διεξοδικά όλες τις συμφωνίες που υπογράφηκαν κατά καιρούς μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου 1 καθώς και των εγγυητών του και, μετά από αρκετές συζητήσεις, η ενάγουσα αποδέχτηκε την υπογραφή από τον εναγόμενο 1 του γραμματίου ημερομηνίας 19/9/2006 (τεκμήριο 8). Με την υπογραφή του τεκμηρίου 8, η ενάγουσα ανέλαβε να διευκρινίσει και επιβεβαιώσει στον εναγόμενο 1 το χρεωστικό του υπόλοιπο. Στην περίπτωση δε που αυτό υπερέβαινε το ποσό των Λ.Κ.20.000,00, για το οποίο ο εναγόμενος 1 υπέγραψε το τεκμήριο 8, θα υπέγραφε και δεύτερο γραμμάτιο για το ποσό της διαφοράς. Σε συνεργασία με τον Κυριάκο Κυριάκου, διεξήλθαν όλα τα έγγραφα και τις συμφωνίες. Την 3/8/2008 η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο 1 την επιστολή - τεκμήριο 14 - με την οποία τον ενημέρωνε ότι το χρεωστικό του υπόλοιπο, πέραν του ποσού του γραμματίου, ήταν €61.057,00 (Λ.Κ.35.735,20) και κατά συνέπεια, το συνολικά οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε €95.229,00 (Λ.Κ.55.735,20). Κατέθεσε την κατάσταση με τους λογαριασμούς, στους οποίους παρουσιάζεται το οφειλόμενο ποσό (τεκμήριο 17). Παρά το ότι η ενάγουσα κάλεσε τόσο τον ίδιο τον εναγόμενο 1 όσο και τους εγγυητές του, ουδέποτε ανταποκρίθηκαν στο αίτημά της για την υπογραφή νέου γραμματίου σε σχέση με το επιπλέον χρεωστικό τους υπόλοιπο. Ο Μ.Ε.3 κατάθεσε ότι περί τον Απρίλιο του 2004 ο εναγόμενος 1 ζήτησε να συναντηθεί μαζί του, ώστε να αξιολογήσουν τη μεταξύ τους συνεργασία και ειδικότερα τη συμφωνία στόχων και χρηματοδότησης. Επειδή ο εναγόμενος 1 ήθελε να συζητήσουν όλες τις πτυχές της υπόθεσης, ζήτησε από τη Μ.Ε.2 να μελετήσει τους φακέλους της υπόθεσης, ώστε να ενημερωθεί σφαιρικά και ολοκληρωμένα, για να μπορέσουν να καταλήξουν σε διάφορα ζητήματα για τα οποία ο εναγόμενος 1 θεωρούσε ότι υπήρχαν ασάφειες ή παράπονα. Κατά τη συνάντησή του με τον εναγόμενο 1 συζήτησαν και διεξήλθαν όλες τις συμφωνίες που κατά καιρούς υπεγράφησαν μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων και ο εναγόμενος 1, αφού αποδέχτηκε το υφιστάμενο οφειλόμενο υπόλοιπο υπέγραψε το γραμμάτιο - τεκμήριο
- Ο λόγος για τον οποίο δέχτηκε να υπογράψει το τεκμήριο 8 ήταν γιατί, ακόμα και με τους δικούς του υπολογισμούς, το οφειλόμενο από αυτόν και τους εγγυητές του ποσό ήταν πολύ περισσότερο από €34.172,00 (Λ.Κ.20.000,00). Συμφώνησαν στο ως άνω ποσό ως το ελάχιστο οφειλόμενο ποσό. Επειδή κάποιες από τις ενστάσεις του εναγόμενου 1 και των εγγυητών του, τους οποίους εκπροσωπούσε κατ΄ εκείνη τη συνάντηση, φαίνονταν βάσιμες, ζήτησε από τη Μ.Ε.2 και τον τότε διευθυντή Κυριάκο Κυριάκου να μελετήσουν εκ νέου όλες τις καταστάσεις λογαριασμού και όλα τα σχετικά έγγραφα, να διερευνήσουν όλε τις απαιτήσεις του εναγόμενου 1 και να επιβεβαιώσουν το συνολικά οφειλόμενο ποσό. Πράγματι, οι συνεργάτες του του παρουσίασαν όλα τα σχετικά έγγραφα και στοιχεία τα οποία έχουν ήδη κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο 1 την επιστολή - τεκμήριο 14 - με την οποία τον ενημέρωνε για το συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπό του. Δυστυχώς, ο εναγόμενος 1 και οι εγγυητές του, παρά το ότι κλήθηκαν, παρέλειψαν να προσέλθουν και να υπογράψουν δεύτερο γραμμάτιο, όπως είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο
- Για την πλευρά της υπεράσπισης μαρτυρία έδωσαν ο εναγόμενος 1 και ο πρώην υπάλληλος της ενάγουσας, Φυλακτής Φυλακτού (Μ.Υ.2). Ο εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι την 7/5/1999 διορίστηκε ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος ή και παραγωγός ασφαλειών στην ενάγουσα με βάση τη συμφωνία διορισμού αντιπροσώπου (τεκμήριο 2). Η συμφωνία αυτή έπαυσε να ισχύει από τη 13/5/1999, ημερομηνία κατά την οποία διορίστηκε ως διευθυντής υποκαταστήματος. Ένα περίπου χρόνο μετά την έναρξη της συνεργασίας του με την ενάγουσα προάχθηκε στη θέση διευθυντή Α΄, κάτι το οποίο τον νομιμοποιούσε, μεταξύ άλλων, να εισπράττει από την ενάγουσα εκτός από την προσωπική του προμήθεια και επιπρομήθεια επί της παραγωγής όλων των ομάδων των ασφαλιστών που ήταν υπό τη διεύθυνσή του, επιπρόσθετα δε το ποσό των Λ.Κ.600,00 μηνιαίως ως αντιμισθία. Δύο περίπου χρόνια μετά την έναρξη της συνεργασίας του με την ενάγουσα του ανατέθηκαν, παράλληλα και επιπρόσθετα με τα ως άνω καθήκοντά του, καθήκοντα διευθυντή πωλήσεων σε όλη την ελεύθερη Κύπρο. Η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, πέραν των άλλων απολαβών που του καταβάλλονταν, να του καταβάλλει ως επιπρόσθετη αμοιβή για τα καθήκοντα του διευθυντή πωλήσεων το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 μηνιαίως ως βασική αντιμισθία πλέον το ποσό των Λ.Κ.500,00 ως οδοιπορικά. Κατά την 4/6/1999 κατάρτισε συμπληρωματική συμφωνία με την ενάγουσα, με την οποία συμφωνήθηκε όπως η ενάγουσα τον δανειοδοτήσει με το ποσό των Λ.Κ.60.000,00 προς τούτο δε υποθήκευσε προς όφελός της μία κατοικία του που βρίσκεται στη Λεμεσό. Την 31/5/2005 υπεγράφη με την ενάγουσα η συμφωνία διορισμού του ως διευθυντή υποκαταστήματος. Την 19/9/2006 υπεγράφη με την ενάγουσα «ειδική συμφωνία», την οποία εγγυήθηκε γραπτώς η σύζυγός του (τεκμήριο 7). Την 24/1/2006 παρέλαβε την επιστολή της ενάγουσας με την οποία πληροφορείτο ότι απέτυχε να πραγματοποιήσει τους στόχους παραγωγής για το 2005, σύμφωνα με το οργανόγραμμα της ενάγουσας και με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία ημερομηνίας 13/5/1999, γι΄ αυτό και διακόπηκε η καταβολή της αντιμισθίας του ως διευθυντή πωλήσεων από την 1/2/
- Τα αληθή, όμως, γεγονότα είναι τα ακόλουθα: (α) Η συμφωνία ημερομηνίας 13/5/1999 είχε διάρκεια πέντε ετών και κατά την 12/5/2004 είχε ήδη εκπνεύσει, συνεπώς δεν υπήρχαν καθορισμένοι στόχοι παραγωγής που έπρεπε να καλύψει. (β) Με την εκπνοή της διάρκειας της ρηθείσας συμφωνίας και επειδή η ενάγουσα αναγνώρισε ότι δεν είχε να λαμβάνει οποιοδήποτε ποσό αποδέσμευσε την κατοικία του, την οποία είχε υποθηκεύσει προς όφελός της. Η απόφαση της ενάγουσας να διακόψει την καταβολή του μισθού του από την 1/2/2006 ήταν παράνομη και αυθαίρετη, είχε δε διαμαρτυρηθεί πολλές φορές για την ως άνω απόφαση της ενάγουσας, κάτι το οποίο ήταν μία από τις αιτίες της διακοπής της συνεργασίας τους. Στο παρελθόν είχε διαμαρτυρηθεί, επίσης, τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς για την παράλειψη της ενάγουσας να τον εφοδιάζει με τις καταστάσεις λογαριασμού του, σχετική δε είναι και η επιστολή την οποία απηύθυνε προς τον Μ.Ε.3 ημερομηνίας 21/9/2005 (τεκμήριο 21). Οι ενάγοντες, με επιστολή τους ημερομηνίας 23/2/2006 (τεκμήριο 11), τον πληροφόρησαν ότι με βάση το οργανόγραμμα της ενάγουσας δεν πληρούσε τους όρους και τις προϋποθέσεις της θέσης του διευθυντή ομάδας. Όμως, από την 12/5/2004 και μετά δεν υπήρχαν καθορισμένοι στόχοι παραγωγής που θα έπρεπε να καλύψει. Ακολούθως, οι ενάγοντες του απέστειλαν την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 8/1/2007 (τεκμήριο 13). Όμως, τα αληθή γεγονότα είναι τα ακόλουθα: (α) Όταν παρέλαβε τη ρηθείσα επιστολή αμφισβήτησε το περιεχόμενό της και την απαίτηση της ενάγουσας, την οποία κάλεσε να την τεκμηριώσει με στοιχεία, κάτι το οποίο παρέλειψε να πράξει. (β) Επειδή ο ίδιος είχε να λαμβάνει από την ενάγουσα διάφορα ποσά στη βάση της μεταξύ τους συνεργασίας στον Κλάδο Ζωής την κάλεσε να τον εφοδιάσει με τις λεπτομέρειες των σχετικών ποσών καθώς και τις καταστάσεις λογαριασμών, όμως, η ενάγουσα και πάλι αρνήθηκε να το πράξει. (γ) Επειδή και η σύζυγός του είχε να λαμβάνει από την ενάγουσα σημαντικά ποσά, εισηγήθηκαν σ΄ αυτή όπως προβεί σε συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων, η ενάγουσα όμως αντί να συνεργαστεί, προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας αγωγής. Όλα τα στοιχεία και καταστάσεις λογαριασμών αναφορικά με τα ως άνω δικαιώματά του βρίσκονται στην κατοχή της ενάγουσας η οποία, παρά τις πολλές οχλήσεις του, παραλείπει να τον προμηθεύσει με αντίγραφά τους και να του επιτρέψει να προβεί σε επιθεώρηση και έλεγχό τους. Παρά το ότι η συνεργασία του με την ενάγουσα ήταν ογκώδης, το μόνο που αυτή έκαμε ήταν να του στείλει μια πρόχειρη λίστα ζητώντας του να πληρώσει χρήματα που δήθεν της όφειλε. Από πλευράς του, δεν είχε τη δυνατότητα να τηρεί λεπτομερώς στοιχεία της μεταξύ τους συνεργασίας, όμως είναι σε θέση να πει με βεβαιότητα ότι η ενάγουσα κατά τη μέρα που τερματίστηκε η μεταξύ τους συνεργασία του όφειλε διάφορα ποσά, τα οποία περιγράφει λεπτομερώς στη γραπτή δήλωσή του - τεκμήριο
- Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε ότι κατά την περίοδο 1999 - 2006 κατείχε τη θέση του ομαδάρχη ασφαλιστών στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος 1 ήταν ο διευθυντής του. Εξ όσων γνώριζε, υπήρχαν προβλήματα στη συνεργασία μεταξύ εναγόμενου 1 και ενάγουσας, κυρίως στο θέμα της ενημέρωσης. Συγκεκριμένα δεν υπήρχε οποιαδήποτε ενημέρωση για τα υπόλοιπα των πελατών, των ασφαλιστών και τι δικαιούτο να εισπράξει ο καθένας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγησή τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιόν μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολιτική Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Ο Μ.Ε.1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Φυσικά, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του, δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Περιορίστηκε απλά στο να καταθέσει τις διάφορες συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ των μερών καθώς και κάποια άλλα έγγραφα, όπως οι επιστολές που στάληκαν στον εναγόμενο 1, χωρίς όμως ο ίδιος να έχει ανάμειξη ή εμπλοκή στην υπόθεση. Κατ΄ επέκταση, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι ο εναγόμενος 1 αποδέχθηκε το χρέος του για το λόγο ότι, όπως ο ίδιος ανάφερε, επρόκειτο για δικό του συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε μετά από μελέτη των διαφόρων εγγράφων της υπόθεσης. Η Μ.Ε.2 κρίνεται ως αντικειμενική, ανεξάρτητη και χωρίς προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Επισημαίνεται ότι ήταν η υπάλληλος της ενάγουσας η οποία ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο τις δύο καταστάσεις - τεκμήρια 16 και
- Αναφορικά με το τεκμήριο 16, όπως η ίδια επεξήγησε, πρόκειται για τη μελέτη την οποία έκαμε σε σχέση με το ποσοστό διατηρησιμότητας των συμβολαίων του εναγόμενου 1 για την περίοδο των τεσσάρων χρόνων που περιγράφονται αναλυτικά σ΄ αυτό. Αποδέχομαι την ορθότητα όλων των υπολογισμών οι οποίοι καταγράφονται στο τεκμήριο αυτό. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε, κατ΄ ουσίαν, την πληρότητά του υποβάλλοντας στη μάρτυρα ότι ήταν ελλιπές και δεν περιελάμβανε ολόκληρη τη συνεργασία του εναγόμενου 1 με την ενάγουσα, υποβολή την οποία, φυσικά, απέρριψε η μάρτυρας. Όμως, δεν παρουσιάστηκαν συγκεκριμένα στοιχεία από την υπεράσπιση τα οποία θα μπορούσαν να αντικρούσουν την ορθότητα των υπολογισμών που καταγράφονται σ΄ αυτό ή την πληρότητά του. Όπως δε επεξηγήθηκε από τη μάρτυρα, βάσει των υπολογισμών που καταγράφονται στο τεκμήριο 16, ο εναγόμενος 1 πέτυχε το στόχο του ποσοστού διατηρησιμότητας πέραν του 80% τον πρώτο μόνο χρόνο της μεταξύ τους συνεργασίας. Αποδέχομαι, ακόμα, χωρίς κανένα δισταγμό, τη θέση της ότι είχε ενημερώσει τον εναγόμενο 1 για το τεκμήριο 16,το οποίο και συζήτησε μαζί του. Όσον αφορά το δεύτερο έγγραφο που κατέθεσε - τεκμήριο 17, όπως επεξηγήθηκε από τη μάρτυρα, πρόκειται για λεπτομερείς καταστάσεις στις οποίες καταγράφονται όλες οι χρεώσεις των ποσών που ο εναγόμενος 1 όφειλε στην ενάγουσα καθώς και οι πιστώσεις με τις προμήθειες και τα διάφορα ωφελήματα που δικαιούτο να εισπράξει. Εξετάζοντας με προσοχή το περιεχόμενο του τεκμηρίου 17, έχω παρατηρήσει ότι αυτό περιλαμβάνει εγγραφές, συγκεκριμένα χρεώσεις και πιστώσεις, που ξεκινούν ημερολογιακά από την 9/6/1999 και τελειώνουν την 1/11/
- Είναι, λοιπόν, φανερό ότι οι ρηθείσες εγγραφές καλύπτουν χρονικά ολόκληρη την περίοδο συνεργασίας του εναγόμενου 1 με την ενάγουσα. Η θέση της μάρτυρος ήταν ότι το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζεται στο τεκμήριο 17 είναι πέραν του ποσού του γραμματίου - τεκμήριο 8 - το οποίο υπέγραψε ο εναγόμενος 1 για το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 (€34.172,00). Αυτό το οποίο δεν έχει επεξηγήσει, όμως, είναι το κατά πόσο στους υπολογισμούς που καταγράφονται στο τεκμήριο 17 έχει ληφθεί υπόψη και το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 για το οποίο ο εναγόμενος 1 υπέγραψε το γραμμάτιο - τεκμήριο
- Ούτε παρέπεμψε το Δικαστήριο σε συγκεκριμένη εγγραφή ή εγγραφές ώστε να διαφανεί ότι λήφθηκε υπόψη και το συγκεκριμένο ποσό στην εξαγωγή του χρεωστικού υπολοίπου των €64.474,
- Δυστυχώς, η μαρτυρία της δεν έχει βοηθήσει το Δικαστήριο στην επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος. Το ότι δε το γραμμάτιο που υπέγραψε ο εναγόμενος 1 - τεκμήριο 8 - για το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 συνιστούσε μέρος του χρέους του προς την ενάγουσα και θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό του ακριβούς χρεωστικού του υπολοίπου, επιμαρτυρείται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της «ειδικής συμφωνίας» - τεκμήριο 7, η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου
- Από τον τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένοι οι όροι του τεκμηρίου 7, δεν μου αφήνεται περιθώριο αμφιβολίας ότι η πρόθεση των μερών ήταν όπως το γραμμάτιο που υπέγραψε ο εναγόμενος 1 - τεκμήριο 8, ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό του χρεωστικού του υπολοίπου προς την ενάγουσα. Όπως είναι νομολογημένο, το κριτήριο για την ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενό της στο μέσο λογικό άνθρωπο (Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νεμεσις Λτδ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 407, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α. (2002 1(Γ) Α.Α.Δ. 2067). Παραθέτω αυτούσιους τους όρους 2 και 3 του τεκμηρίου 7, από τους οποίους προκύπτει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, ότι το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 αποτελούσε μέρος του χρεωστικού υπολοίπου του εναγόμενου 1: «
- Ο Α΄ Συμβαλλόμενος αναλαμβάνει να διευκρινίσει το ακριβές ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του Β΄ Συμβαλλόμενου και σε περίπτωση που αυτό υπερβαίνει τις £20.000, ο Β΄ Συμβαλλόμενος δεσμεύεται και αναλαμβάνει να υπογράψει δεύτερο γραμμάτιο, για ποσό ίσο με το αντίστοιχο ποσό που αυτό υπερβαίνει τις £20.000 με τους ίδιους εγγυητές.
- Σε περίπτωση που το ποσό αυτό είναι μικρότερο του ποσού των £20.000, τότε ο Α΄ Συμβαλλόμενος δεσμεύεται και αναλαμβάνει να πιστώσει το γραμμάτιο με το αντίστοιχο ποσό αυτού που το υπόλοιπο του Β΄ Συμβαλλόμενου υπολείπεται του ποσού των £20.000.» Ενόψει των όσων έχω παραθέσει λεπτομερώς πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ότι το υπόλοιπο που καταγράφεται στο τεκμήριο 17 είναι το ορθό χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου 1 προς την ενάγουσα. Συνεπώς, δεν θα μπορούσα να αποδεχτώ ως ορθό και αληθές το περιεχόμενό του. Πέραν των πιο πάνω, έχω ακόμα να προσθέσω ότι, ειδικά όσον αφορά τις τελευταίες δύο σελίδες του τεκμηρίου 17, δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε επεξήγηση από τη μάρτυρα ως προς το τι συνιστούν οι εγγραφές που περιλαμβάνονται σ΄ αυτές. Στρέφομαι, τώρα, στη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Στο επίκεντρο της μαρτυρίας του ήταν κάποια συνάντηση την οποία, ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, πραγματοποίησε με τον εναγόμενο 1 κατά τον Απρίλη του 2004, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, με σκοπό να αξιολογήσουν τη μεταξύ τους συνεργασία, ειδικότερα σε σχέση με τη συμφωνία στόχων και χρηματοδότησης. Κατ΄ εκείνη δε τη συνάντηση, σύμφωνα με όσα ισχυρίστηκε, ο εναγόμενος 1 υπέγραψε το γραμμάτιο - τεκμήριο
- Παρενθετικά, αξίζει να αναφερθεί ότι η υπεράσπιση τοποθετεί χρονικά τη συνάντηση του μάρτυρα με τον εναγόμενο 1 κατά τον Μάιο του 2005, με άλλο όμως αντικείμενο συζήτησης. Παρατηρώ, όμως, ότι το τεκμήριο 8 φέρει ως ημερομηνία υπογραφής του την 19/9/
- Επισημαίνεται δε ότι η υπογραφή του ρηθέντος τεκμηρίου από τον εναγόμενο 1 και την εναγόμενη 2, ως εγγυήτριά του, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Διερωτώμαι, πόσο πειστικός θα μπορούσε να κριθεί ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι το τεκμήριο 8 υπεγράφη κατά τη συνάντηση του Απριλίου του 2004, από τη στιγμή που φέρει ως ημερομηνία υπογραφής την 19/9/
- Επισημαίνω, ακόμα, ότι δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε διευκρίνιση από τον μάρτυρα ως προς το λόγο για τον οποίο το τεκμήριο 8 φέρει ως ημερομηνία υπογραφής του την 19/9/2006, παρά το ότι ο ίδιος τοποθέτησε την υπογραφή του χρονικά κατά τη συνάντηση του Απριλίου του
- Όμως, πέραν του τεκμηρίου 8, και η «ειδική συμφωνία» - τεκμήριο 7, στην οποία επίσης έκαμε αναφορά ο μάρτυρας, φέρει την ίδια ημερομηνία ως ημερομηνία υπογραφής της. Όπως προκύπτει δε από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενό της, είναι άμεσα συνδεδεμένη με την υπογραφή του τεκμηρίου
- Η παράλειψη του μάρτυρα να δώσει κάποια επεξήγηση ως προς τους λόγους που τα δύο αυτά έγγραφα φέρουν ημερομηνία υπογραφής τους διαφορετική από τον χρόνο που ισχυρίστηκε ότι υπογράφηκαν, έχει δημιουργήσει ένα σοβαρό ρήγμα στην αξιοπιστία του με αποτέλεσμα να μην αποτελεί πλέον ασφαλές υπόβαθρο για στήριξη ευρημάτων. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι ούτε ο ισχυρισμός της γραπτής του δήλωσης - τεκμήριο 18 - ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου 1, πέραν του ποσού του γραμματίου - τεκμήριο 8, ανήλθε στα €61.057,00 θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός για το λόγο ότι, όπως διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία του, βασίστηκε στους υπολογισμούς που του παρουσίασε η Μ.Ε.2 και όχι σε δικούς του υπολογισμούς. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την ορθότητα των υπολογισμών που περιέχονται στην κατάσταση λογαριασμού - τεκμήριο
- Φυσικά, από τη μαρτυρία του αποδέχομαι το ότι μετά την υπογραφή του γραμματίου - τεκμήριο 8 - η ενάγουσα ανέλαβε να μελετήσει εκ νέου όλες τις καταστάσεις λογαριασμού με σκοπό να διερευνήσει όλες τις απαιτήσεις που προέβαλλε ο εναγόμενος 1 και να επιβεβαιώσει το ακριβές ποσό του υπολοίπου του, σε περίπτωση δε που αυτό υπερέβαινε το ποσό του γραμματίου - τεκμήριο 8, ο εναγόμενος θα υπέγραφε δεύτερο γραμμάτιο για το επιπλέον ποσό. Η θέση του αυτή υποστηρίζεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της «ειδικής συμφωνίας» - τεκμήριο
- Αποδέχομαι, επίσης, και τη θέση του ότι ήταν αυτός που είχε δώσει οδηγίες στη Μ.Ε.2 για την ετοιμασία των δύο καταστάσεων - τεκμήρια 16 και 17, θέση η οποία υποστηρίζεται από την καθ΄ όλα αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Ε.
- Ο εναγόμενος άφησε αλγεινή εντύπωση στο Δικαστήριο. Αυτό το οποίο διαπίστωσα, παρακολουθώντας τον με προσοχή στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν μια αγωνιώδης και συγχρόνως επιτηδευμένη προσπάθειά του να απεκδυθεί οποιασδήποτε ευθύνης ή υποχρέωσης έναντι της ενάγουσας. Στην προσπάθειά του αυτή δεν δίστασε να προβάλει ισχυρισμούς που είτε βρίσκονται σε καταφανή αντίθεση με ισχυρισμούς του δικόγραφου της υπεράσπισής του είτε είναι αλληλοσυγκρουόμενοι. Παραθέτω αμέσως πιο κάτω λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους η εκδοχή του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή: Α. Ενώ στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 20), η οποία αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασής του, καθώς και στο δικόγραφο της υπεράσπισής του παραδέχεται ότι παρέλαβε την επιστολή τερματισμού που του απέστειλε η ενάγουσα ημερομηνίας 8/1/2007 - τεκμήριο 13, κατά την αντεξέτασή του μετέβαλε θέση ισχυριζόμενος ότι δεν θυμόταν τη συγκεκριμένη επιστολή, προβάλλοντας τον ευτελή ισχυρισμό ότι είναι ανθρωπίνως αδύνατο να τη θυμάται μετά από τόσα χρόνια. Έφτασε δε μέχρι του σημείου να μην αναγνωρίσει την υπογραφή του επί της ρηθείσας επιστολής, την οποία έθεσε ως απόδειξη της παραλαβής της, ισχυριζόμενος ότι η υπογραφή αυτή μοιάζει με τη δική του όμως δεν είναι ακριβώς η υπογραφή του και ούτε θυμόταν αν υπέγραψε τέτοια επιστολή. Το ίδιο αλληλοσυγκρουόμενη κρίνεται και η θέση του αναφορικά με την παραλαβή της επιστολής ημερομηνίας 3/8/2017 - τεκμήριο 14, με την οποία του ζητείτο η πληρωμή συγκεκριμένων ποσών. Ενώ αρχικά παραδέχθηκε ότι του στάληκε η συγκεκριμένη επιστολή, με την οποία δεν συμφωνούσε, αμέσως μετά μετέβαλε θέση ισχυριζόμενος ότι δεν πήρε ποτέ του τη συγκεκριμένη επιστολή. Όσον αφορά την επιστολή της Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών ημερομηνίας 27/6/2005 - τεκμήριο 12, με την οποία ενημερώνετο ότι η αίτησή του για εγγραφή στο μητρώο ασφαλιστικών συμβούλων δεν μπορούσε να εξεταστεί επειδή δεν είχε υποβάλει την απαιτούμενη βεβαίωση για ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, προέβαλε τον ευτελή ισχυρισμό ότι σκόπιμα δεν πλήρωσε τα χρήματα για την έκδοση της άδειας για το λόγο ότι δεν την χρειαζόταν πλέον ενόψει του ότι, κατά τον ως άνω χρόνο, ασκούσε ήδη άλλο επάγγελμα. Όπως, όμως, κατέδειξε η ενώπιόν μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, κατά το συγκεκριμένο χρόνο εξακολουθούσε να βρίσκεται στην υπηρεσία της ενάγουσας, κάτι το οποίο επιμαρτυρεί και το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενό της επιστολής της ενάγουσας ημερομηνίας 24/1/2006 - τεκμήριο 10 - με την οποία ενημερώνετο, μεταξύ άλλων, για τη διακοπή του μισθού του από 1/2/
- Επισημαίνω, ακόμα, ότι οι υπηρεσίες του στην ενάγουσα τερματίστηκαν με την επιστολή ημερομηνίας 6/1/2007 - τεκμήριο
- Ενόψει των όσων αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, η δικαιολογία την οποία προέβαλε για τη μη συμμόρφωσή του με την απαίτηση για υποβολή της αναφερόμενης στην επιστολή - τεκμήριο 12 - βεβαίωσης, κάθε άλλο παρά πειστική θα μπορούσε να κριθεί. Β. Ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε την «ειδική συμφωνία» - τεκμήριο 7 - καθώς και το γραμμάτιο - τεκμήριο 8 - εκβιαστικά και κάτω από συνθήκες εξαναγκασμού, κρίνεται ως υστερόβουλος. Πέραν του ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν υπεβλήθη στους μάρτυρες της ενάγουσας, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να τον σχολιάσουν και να μπορέσουν να πάρουν θέση, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της υπεράσπισής του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η υπογραφή του γραμματίου - τεκμήριο 8 - δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε επιφύλαξη από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής του. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο. Γ. Ο ισχυρισμός του ότι πέτυχε τους στόχους οι οποίοι καθορίζονται στη συμφωνία - τεκμήριο 3 - από τα τρία πρώτα χρόνια, αντί στα πέντε που προέβλεπε η ρηθείσα συμφωνία, παρέμεινε γενικός και αόριστος, με αποτέλεσμα να στερείται πειστικότητας. Σε αντίθεση με τη Μ.Ε.2, η οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 16 με τα αποτελέσματα της διατηρησιμότητάς του, ο ίδιος δεν παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό του για κάλυψη των συμφωνηθέντων στόχων του. Η δικαιολογία την οποία προέβαλε για τη μη παρουσίαση συγκεκριμένων στοιχείων, συγκεκριμένα ότι δεν του επέτρεψαν να πάρει μαζί του οποιαδήποτε έγγραφα όταν αποχώρησε από την εργασία του στην ενάγουσα, κρίνεται τόσο ευτελής ώστε να στερείται πειστικότητας. Δ. Το ίδιο γενικός και αόριστος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του ότι η ενάγουσα χρέωσε τον λογαριασμό του με χρήματα, τα οποία του είχαν δοθεί ώστε να ματαιωθεί η πληρωμή σ΄ αυτόν των προμηθειών τις οποίες δικαιούτο να εισπράξει. Ούτε σ΄ αυτή την περίπτωση παρέθεσε συγκεκριμένα ποσά με τα οποία η ενάγουσα, αδικαιολόγητα, κατά τον ισχυρισμό του, υπερχρέωσε τον λογαριασμό του. Αξίζει δε να επισημανθεί ότι, όπως ο ίδιος ανέφερε, ούτε καν εξέτασε την κατάσταση λογαριασμού - τεκμήριο 17 - την οποία παρουσίασε η Μ.Ε.
- Σε ερώτηση δε του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας κατά πόσο διάβασε τη ρηθείσα κατάσταση, απάντησε επί λέξει «Και να μου τη δώσει ποια σημασία. Θα κάτσω να μελετώ τι έγραψε μετά που τόσα χρόνια;». Τα ίδια θα πρέπει να λεχθούν σε σχέση με τα επί μέρους κονδύλια τα οποία αξιώνει με την ανταπαίτησή του. Ούτε στην περίπτωση αυτή παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία ή αποδείξεις προς τεκμηρίωση των αξιούμενων ποσών. Ε. Όσον αφορά το κατατεθέν από μέρους του τεκμήριο 21, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του, ο σκοπός της κατάθεσής του ήταν για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι είχε διαμαρτυρηθεί γραπτώς στην ενάγουσα για την παράλειψή της να τον εφοδιάσει με καταστάσεις λογαριασμού. Από μια προσεκτική εξέταση του τεκμηρίου 21, έχω διαπιστώσει ότι πρόκειται για επιστολή ημερομηνίας 21/9/2005 η οποία απευθύνεται προς τον Μ.Ε.3 και φέρεται να στάληκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email). Αξίζει να επισημανθεί ότι ο Μ.Ε.3, στον οποίο υποδείχθηκε κατά την αντεξέτασή του, δεν την αναγνώρισε και αρνήθηκε ότι παρέλαβε τέτοια επιστολή. Το περιεχόμενο, όμως, της υπό αναφορά επιστολής κάθε άλλο παρά τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του ότι με αυτή ζητούσε να εφοδιαστεί με καταστάσεις λογαριασμού της ενάγουσας, αντίθετα τον αντικρούει. Σ΄ αυτήν γίνεται αναφορά σε κάποια υπόλοιπά του, την πληρωμή των οποίων φαίνεται να ζήτησε η ενάγουσα, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία σε καταστάσεις λογαριασμού. Ενόψει των όσων αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι διαμαρτυρόταν στην ενάγουσα για την παράλειψή της να τον εφοδιάζει με καταστάσεις λογαριασμού. Κατ΄ επέκταση, απορρίπτεται και ο ισχυρισμός του ότι δεν εφοδιαζόταν με καταστάσεις λογαριασμού της ενάγουσας. Ο Μ.Υ.1 δεν πρόσφερε οτιδήποτε θετικό στην υπεράσπιση του εναγόμενου
- Ο σκοπός για τον οποίο κλήθηκε ήταν για να καταθέσει κατά πόσο υπήρχαν οποιαδήποτε προβλήματα στη συνεργασία του εναγόμενου 1 με την ενάγουσα. Όπως ισχυρίστηκε, γνώριζε ότι υπήρχε πρόβλημα στο θέμα της ενημέρωσης. Γενικά, δεν υπήρχε ενημέρωση για τα υπόλοιπα των πελατών, των ασφαλιστών και τι δικαιούτο ο καθένας. Από τη στιγμή, όμως, που το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγόμενου 1 ότι η ενάγουσα παρέλειπε να τον εφοδιάζει με καταστάσεις λογαριασμού, καθίσταται φανερό ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αξία. Θα ήθελα, ακόμα, να προσθέσω ότι η μαρτυρία του διαπνέεται από γενικότητα και αοριστία για το λόγο ότι αναφέρθηκε γενικά σε «χαρτιά» που έπρεπε να έχουν για να ενημερώνονται, χωρίς να κάμει οποιαδήποτε αναφορά σε καταστάσεις λογαριασμού. Τα ευρήματα στα οποία καταλήγω, με βάση την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, είναι τα ακόλουθα: Η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο 1 την επιστολή ημερομηνίας 24/1/2006 - τεκμήριο 10 - με την οποία τον ενημέρωνε ότι δεν είχε επιτύχει τους στόχους παραγωγής που προνοεί το οργανόγραμμά της και η συμφωνία στόχων και χρηματοδότησης - τεκμήριο
- Τον ενημέρωνε δε ότι για τους πιο πάνω λόγους αποφάσισε τη διακοπή της καταβολής του μισθού του από 1/2/
- Η ενάγουσα απέστειλε, επίσης, στον εναγόμενο 1 την επιστολή ημερομηνίας 23/2/2006 - τεκμήριο 11 - με την οποία ενημερώνετο ότι σε περίπτωση που πετύχαινε τους στόχους οι οποίοι καθορίζονται στη ρηθείσα επιστολή, θα του πληρωνόταν αναδρομικά ο μηνιαίος μισθός του. Στη συνέχεια ο εναγόμενος, κατά την 19/9/2006, υπέγραψε με την ενάγουσα την «ειδική συμφωνία» - τεκμήριο
- Τη συμφωνία αυτή υπέγραψε, ως εγγυητής του εναγόμενου 1, η εναγόμενη
- Στη βάση της συμφωνίας - τεκμήριο 7 - ο εναγόμενος 1 υπέγραψε το γραμμάτιο - τεκμήριο 8 - το οποίο φέρει την ίδια ημερομηνία για το ποσό των Λ.Κ.20.000,
- Με την υπογραφή του τεκμηρίου 8, η ενάγουσα ανέλαβε να διευκρινίσει και επιβεβαιώσει στον εναγόμενο 1 το ακριβές χρεωστικό του υπόλοιπο. Στην περίπτωση δε που αυτό υπερέβαινε το ποσό για το οποίο ο εναγόμενος 1 υπέγραψε το τεκμήριο 8, θα υπέγραφε και δεύτερο γραμμάτιο για το ποσό της διαφοράς. Η Μ.Ε.2 ανέλαβε, σε συνεργασία με τον Κυριάκο Κυριάκου, διευθυντή του Κλάδου Ζωής, να επιβεβαιώσει το συνολικά οφειλόμενο από τον εναγόμενο 1 ποσό. Η ενάγουσα, στη συνέχεια, απέστειλε στον εναγόμενο 1 την επιστολή ημερομηνίας 8/1/2007 - τεκμήριο 13 - με την οποία ενημερώνετο για τον τερματισμό της συμφωνίας διορισμού του ως ασφαλιστικού συμβούλου της ενάγουσας ημερομηνίας 31/3/2005 - τεκμήριο
- Ακολούθως, αποστάληκε στον εναγόμενο 1 η επιστολή ημερομηνίας 3/8/2007 - τεκμήριο 14 - με την οποία ενημερώνετο για το χρεωστικό του υπόλοιπο και του ζητείτο να επικοινωνήσει άμεσα με την ενάγουσα για τη διευθέτηση συνάντησης προς υπογραφή δεύτερου γραμματίου για το χρεωστικό υπόλοιπο. Ο εναγόμενος 1, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στην ως άνω παράκληση της ενάγουσας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ενάγουσα, στο αιτητικό της έκθεσης απαίτησής της, αξιώνει εναντίον των εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες ημερομηνίας 7/5/1999, 13/5/1999 και 31/3/2005 τερματίστηκαν και κατ΄ επέκταση δεν παράγουν οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και/ή είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες, δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης παράνομης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5, όπως πιο πάνω αναλυτικά αναφέρεται. Β. Ποσό εκ €105,896,14, το οποίο αντιπροσωπεύει ασφάλιστρα και/ή προμήθειες και/ή υπόλοιπο λογαριασμού και/ή λογαριασμών και/ή δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή δανείων και/ή χρηματοδότησης και/ή δυνάμει γραμματίου, ημερομηνίας 19/9/2006 και/ή άλλως πως, όπως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται και/ή άλλως πως. Αναφορικά με την αξίωση της παραγράφου Α, έχω να αναφέρω ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου η υπογραφή μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου 1 των συμφωνιών ημερομηνίας 7/5/1999 - τεκμήριο 2, 13/5/1999 - τεκμήριο 3 και 31/5/2005 - τεκμήριο
- Το τεκμήριο 6 αποτελεί τη συμφωνία ασφαλιστικού συμβούλου η οποία υπεγράφη την 31/3/
- Από τις τρεις δε ως άνω αναφερόμενες συμφωνίες, το τεκμήριο 6 είναι η τελευταία χρονικά που υπεγράφη μεταξύ των συμβαλλομένων. Όπως δε επεξηγήθηκε από τον Μ.Ε.1, η υπογραφή του τεκμηρίου 6 υπεγράφη λόγω και της τροποποίησης του περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του
- Με την υπογραφή της ρηθείσας συμφωνίας ο εναγόμενος 1 διορίζετο ασφαλιστικός σύμβουλος σε όλη την επικράτεια της Κύπρου, με βάση τους όρους και τις προϋποθέσεις που ρητά αναφέρονται σ΄ αυτή. Στο Μέρος (Στ) της ρηθείσας σύμβασης, κάτω από τον υπότιτλο «ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ», προνοείται ρητά ότι: «Με την υπογραφή της παρούσας σύμβασης οποιαδήποτε προγενέστερη συμφωνία ή σύμβαση μεταξύ των μερών της παρούσας λύεται και τερματίζεται, παραμένουν όμως σε ισχύ όλα τα χρέη ή οφειλές ή εγγυήσεις πληρωμής που δόθηκαν, σε σχέση με αυτή, από τον Σύμβουλο ή από οποιουσδήποτε τρίτους για λογαριασμό του προς την Εταιρεία.» Από τα όσα διαλαμβάνει η ως άνω ρητή πρόνοια του τεκμηρίου 6, καθίσταται φανερό ότι με την υπογραφή του τερματίστηκε η ισχύς όλων των προηγούμενων συμφωνιών που υπεγράφησαν μεταξύ των μερών, ειδικότερον δε των συμφωνιών ημερομηνίας 7/5/1999 και 13/5/1999, οι οποίες μνημονεύονται στην ως άνω παράγραφο Α του αιτητικού της έκθεσης απαίτησης. Όσον αφορά το τεκμήριο 6, σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία κατέληξα, αυτή τερματίστηκε με την επιστολή ημερομηνίας 8/1/2007 την οποία η ενάγουσα απέστειλε προς τον εναγόμενο, για τους λόγους που παρατίθενται στη ρηθείσα επιστολή. Αποτελεί, επίσης, εύρημά μου ότι ο εναγόμενος 1 αποδέχτηκε τον από μέρους της ενάγουσας τερματισμό της συμφωνίας - τεκμήριο
- Αποτελεί εύρημά μου ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε προς όφελος της ενάγουσας το γραμμάτιο ημερομηνίας 19/9/2006 - τεκμήριο
- Το υπό αναφορά γραμμάτιο προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: «Ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Ανδρέας Αντωνίου, Οδός Αφροδίτης ΙΑ, Γεροσκήπου, Πάφος, χρωστώ να πληρώσω στη Δημόσια Εταιρεία ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Εγγραφής: 3282, Εγγεγραμμένο Γραφείο: Επαμεινώνδα 8, 1684 Λευκωσία, Το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 (είκοσι χιλιάδες λίρες) η αξία του οποίου προέρχεται από μετρητά που έλαβα από αυτή. Το πιο πάνω ποσό αναλαμβάνω να εξοφλήσω με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.250,00 έκαστη, της πρώτης πληρωτέας την 01/10/2006 και των επομένων την πρώτην ημέρα εκάστου επομένου μηνός μέχρι εξοφλήσεως. Καθυστέρηση πληρωμής οποιασδήποτε δόσεως ως ανωτέρω, καθιστά ολόκληρο το ποσό του χρέους, ή οποιουδήποτε τυχόν οφειλόμενου υπολοίπου, αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Επίσης οφείλω να πληρώσω τόκο προς 8% το χρόνο για το ως άνω ποσό των Λ.Κ.20.000,00 από σήμερα μέχρι τελικής εξόφλησης και σε περίπτωση αγωγής θα υποχρεούμαι να καταβάλω όλα τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας, στη γραπτή τους αγόρευση, υποστηρίζουν ότι το τεκμήριο 8 ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 78[1] του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, με αποτέλεσμα να συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου. Στην υπόθεση ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.ά. ν. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΝ ΠΑΝΘΗΡΑ ΛΤΔ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το γραμμάτιο συνήθους τύπου: «Στο άρθρο 80 του Κεφ.149 προνοείται ότι το περιεχόμενο του γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό και υπεράσπιση συνιστά μόνο το ότι η υπογραφή του οφειλέτη δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε κατόπιν εξαναγκασμού ή απάτης. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε στην υπεράσπιση των εφεσειόντων τέτοιος ισχυρισμός, αλλά μόνο αμφισβήτηση του ύψους της αντιπαροχής. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 C.L.R. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην αναφερόμενη στο ίδιο το γραμμάτιο αντιπαροχή.» Στην ίδια υπόθεση νομολογήθηκε ότι το γεγονός πως το χρέος θα πληρωνόταν με τρεις ετήσιες δόσεις δεν επηρέαζε την ένταξη του εγγράφου στην κατηγορία του γραμματίου συνήθους τύπου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός η υπογραφή του τεκμηρίου 8 από τους εναγόμενους 1 και 2, στην παρουσία των δύο μαρτύρων, των οποίων τα πλήρη ονόματα καταγράφονται σ΄ αυτό. Μετά από προσεκτική μελέτη του τεκμηρίου 8, έχω καταλήξει ότι αυτό συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου εν τη εννοία του άρθρου 78 του Κεφ.
- Το γεγονός δε ότι το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 θα πληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.250,00 δεν θα μπορούσε να αναιρέσει τη φύση του ως γραμματίου συνήθους τύπου. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξήγησε σε προγενέστερο σημείο της απόφασής του, απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγόμενου 1 ότι υπέγραψε το τεκμήριο 8 εκβιαστικά και κάτω από συνθήκες εξαναγκασμού. Αποτελεί, επίσης, εύρημά μου ότι η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε την πληρωμή από τον εναγόμενο 1 όλων των ποσών που περιγράφονται στο τεκμήριο
- Όπως δε κατέδειξε η ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, ολόκληρο το ποσό του τεκμηρίου 8 εξακολουθεί να οφείλεται από τον εναγόμενο
- Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται στην είσπραξη του ποσού του τεκμηρίου 8 τόσο από τον εναγόμενο 1, ως πρωτοφειλέτη, όσο και από την εναγόμενη 2, ως εγγυήτριά του. Όσον αφορά το αξιούμενο από την ενάγουσα υπόλοιπο, πέραν του ποσού του γραμματίου συνήθους τύπου - τεκμήριο 8, όπως έχει ήδη αναφερθεί, βάσει ρητής πρόνοιας της «ειδικής συμφωνίας» - τεκμήριο 7, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να διευκρινίσει το ακριβές ύψος του οφειλόμενου από τον εναγόμενο 1 υπολοίπου και σε περίπτωση που αυτό υπερέβαινε το ποσό του τεκμηρίου 8 ο εναγόμενος 1 υποχρεούτο να υπογράψει δεύτερο γραμμάτιο για το αντίστοιχο ποσό του χρεωστικού υπολοίπου του. Σε περίπτωση δε που το οφειλόμενο ποσό ήταν μικρότερο του ποσού των Λ.Κ.20.000,00, η ενάγουσα υποχρεούτο όπως πιστώσει το γραμμάτιο - τεκμήριο 8 - με το αντίστοιχο ποσό που υπολείπετο των Λ.Κ.20.000,
- Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, η Μ.Ε.2 ήταν αυτή που, σε συνεργασία με τον διευθυντή ασφαλειών του Κλάδου Ζωής, ανέλαβε όπως διερευνήσει και επιβεβαιώσει το συνολικά οφειλόμενα από τον εναγόμενο 1 ποσό, πέραν του ποσού του γραμματίου - τεκμήριο
- Προς απόδειξη δε του χρεωστικού υπολοίπου του εναγόμενου 1 κατατέθηκε από τη Μ.Ε.2 η κατάσταση λογαριασμού - τεκμήριο
- Το Δικαστήριο, για τους λόγους που παρέθεσε λεπτομερώς σε προγενέστερο σημείο της απόφασής του, δεν αποδέχθηκε την ορθότητα του χρεωστικού υπολοίπου που καταγράφεται στο τεκμήριο
- Η μη αποδοχή από το Δικαστήριο του τεκμηρίου 17 έχει αφήσει, κατ΄ ουσίαν, ατεκμηρίωτη την αξίωση της ενάγουσας για το ως άνω αναφερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου
- Κατ΄ επέκταση, το σχετικό μέρος της αξίωσής της θα πρέπει να απορριφθεί. Θα πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι η μη αποδοχή από το Δικαστήριο του τεκμηρίου 17 δεν θα μπορούσε να έχει αρνητιιή επίπτωση επί του γραμματίου συνήθους τύπου - τεκμήριο 8 - για το λόγο ότι, όπως έχει αναφερθεί, το περιεχόμενό του συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που καταγράφονται σ΄ αυτό. Έχοντας κατά νου όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση εναντίον του εναγόμενου 1, ως πρωτοφειλέτη, και της εναγόμενης 2, ως η εγγυητής του, για το ποσό των €34.172,00 (Λ.Κ.20.000,00), με βάση το γραμμάτιο συνήθους τύπου -τεκμήριο
- Επίσης, η ενάγουσα δικαιούται σε τόκο προς 8% επί του ποσού του γραμματίου συνήθους τύπου από της ημερομηνίας υπογραφής του, που ήταν η 19/9/
- Επισημαίνω ότι το τεκμήριο 8 διαλαμβάνει ρητό όρο για πληρωμή τόκου προς 8% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ.20.000,00 από 19/9/2006 μέχρι τελικής εξόφλησης. Η ΑΓΩΓΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 3 ΚΑΙ 4 Όπως αποκάλυψε η ενώπιόν μου μαρτυρία, οι εναγόμενες 3 και 4 εγγυήθηκαν γραπτώς τον εναγόμενο 1 για την πιστή τήρηση όλων των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συμφωνία διορισμού του ως ασφαλιστικού συμβούλου ημερομηνίας 31/3/2005 - τεκμήριο 6, την οποία υπέγραψε με την ενάγουσα. Αναφορικά με την εναγόμενη 3, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η εναντίον της αγωγή απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα πριν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής. Όσον αφορά την εναγόμενη 4, είμαι της άποψης ότι δεν θα μπορούσε να της αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη ως εγγυήτριας του εναγόμενου 1 για το λόγο ότι, όπως ήταν κοινό έδαφος, δεν έχει υπογράψει ούτε την «ειδική συμφωνία» - τεκμήριο 7- αλλά ούτε και το γραμμάτιο συνήθους τύπου - τεκμήριο 8, στη βάση του οποίου κατέληξα ότι η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση. Υπενθυμίζω ότι, συμφώνως των ευρημάτων μου, το τεκμήριο 8 υπογράφεται μόνον από την εναγόμενη 2, ως εγγυήτρια του εναγόμενου
- Συνεπώς, η εναντίον της αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1 Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο εναγόμενος 1 δεν παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία και αποδείξεις προς τεκμηρίωση των διαφόρων κονδυλίων τα οποία αξιώνει τόσο στην έκθεση απαίτησής του όσο και στη γραπτή του δήλωση - τεκμήριο 20 - εναντίον της ενάγουσας. Όπως είναι δε νομολογημένο, πέραν του ότι τα κονδύλια που συνιστούν τη ζημιά του ενάγοντα θα πρέπει να καταγράφονται στα δικόγραφά του με λεπτομέρεια, θα πρέπει και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και συγκεκριμένα στοιχεία (Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1083). Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, δεν θα μπορούσε να επιδικαστεί οποιοδήποτε ποσό προς όφελός του. Αξιώνει, ακόμα, με την ανταπαίτησή του, διάταγμα το οποίο να διατάσσει την ενάγουσα όπως ετοιμάσει και παραδώσει σ΄ αυτόν ή και του επιτρέψει να επιθεωρήσει όλα τα στοιχεία και ή καταστάσεις λογαριασμών και ή ασφαλιστήρια συμβόλαια και ή προμήθειες με βάση τα οποία να μπορούν να υπολογιστούν όλες οι προμήθειες ή και οι μισθοί ή και οι επιπρομήθειες ή και οι υπερπρομήθειες και γενικά όλα τα ωφελήματά του στη βάση των συμφωνιών συνεργασίας του με την ενάγουσα. Η συγκεκριμένη αξίωση, όμως, δεν προωθήθηκε από τον εναγόμενο 1 με αποτέλεσμα να θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα. ΤΑ ΕΞΟΔΑ Όπως είναι νομολογημένο, τα έξοδα, συνήθως, ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός αν το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική, όμως, αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται δικαστικά και η άσκησή της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο (Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890). Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Συνεπώς, θα επιδικαστούν προς όφελος της ενάγουσας. Όσον αφορά, όμως, τα έξοδα της ανταπαίτησης του εναγόμενου 1, ενόψει του ότι συνεκδικάστηκε με την αγωγή, θεωρώ δικαιότερο όπως μη εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή εξόδων. Η εναγόμενη 4 δικαιούται, επίσης, σε έξοδα ενόψει της αποτυχίας της αγωγής εναντίον της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για €34.172,00 (Λ.Κ.20.000,00) με τόκο προς 8% από 19/9/2006 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να υπολογιστούν στην κλίμακα του ποσού της απόφασης. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. Η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 4 απορρίπτεται με έξοδα προς όφελός της και εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. /ΜΧΚ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Γραμμάτιο συνήθως τύπου [1] 78. ″Γραμμάτιο συνήθους τύπου″ είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο