← Κύπρος

Αναφορικά με την υπό Εκκαθάριση η Εταιρεία MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED ν. Αναφορικά με την FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED πλειοψηφών μέτοχος της MPC

Αναφορικά με την υπό Εκκαθάριση η Εταιρεία MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED ν. Αναφορικά με την FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED πλειοψηφών μέτοχος της MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED, Αίτηση Αρ.: 65/2018, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 65/2018 Αναφορικά με την Εταιρεία MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED από τη Λεμεσό Και Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 Και Αναφορικά με την υπό Εκκαθάριση η Εταιρεία MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED, από τη Λεμεσό Και Αναφορικά με την FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED πλειοψηφών μέτοχος της MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED ΚΑΙ Αναφορικά με την αίτηση του Νεόφυτου Χαρίτου εκ Λεμεσού --------------------------------------------- (Αίτηση υπό Ν Χαρίτου για αντεξέταση ημερ. 27 Μαρτίου 2018) Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για αιτητές: κ Χ. Ονουφρίου Για Καθ' ων: κα. Μ. Γιωρκάτζη Για Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: Καμία Εμφάνιση ΕΝΙΔΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) Με αίτηση που καταχώρησε πρόσφατα, στις 05/02/18, ο πιο πάνω αναφερόμενος Αιτητής, μέτοχος κατά 20% στην Καθ' ης η Αίτηση κυπριακή εταιρεία MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED (εφ' εξής η εταιρεία), αιτείται διάταγμα εκκαθάρισης της τελευταίας στη βάση των αρ. 209, 211(f), 213 και 214 Κεφ.113, ουσιαστικά λόγω πράξεων και παραλείψεων της πλειοψηφίας των μετόχων εναντίον του, ως μειοψηφούντος μέτοχου. Εναλλακτικά ο αιτητής ζητά, σύμφωνα με το παρακλητικό της αίτησης του, «Διάταγμα βάσει των Προνοιών του Κεφ.113 ... και ειδικότερα βάσει του αρ.202, με το οποίο να διατάσσεται η πλειοψηφία των μετόχων, ήτοι η μέτοχος εταιρεία Fidentia Secretarial Limited με ποσοστό μετοχών 80%, όπως εξαγοράσει το μερίδιο της μειοψηφίας, ήτοι ποσοστό 20% που κατέχει ο μέτοχος Νεόφυτος Χαρίτου». Μετά την καταχώρηση της στις 5/2/18, η αίτηση ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη φορά στις 12 Μαρτίου 2018. Στο μεσοδιάστημα ο αιτητής επέδωσε την αίτηση του τόσο στους Καθ' ων η αίτηση όσο και στην Ελληνική Τράπεζα, όπου προφανώς η εταιρεία διατηρεί λογαριασμό. Με την παραλαβή της αίτησης, η εν λόγω Τράπεζα, χωρίς να έχει διαταχθεί, αλλά θεωρώντας ότι υπείχε υποχρέωση, παγοποίησε το λογαριασμό της εταιρείας με αποτέλεσμα η τελευταία, να αποταθεί στις 15/2/18 με μονομερή αίτηση για αποπαγοποίηση του λογαριασμού και επικύρωση συναλλαγών με βάση τις πρόνοιες του Κεφ.113 (validation order). Με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και εξέδωσε σχετικό διάταγμα για περιορισμένο ποσό και με περιορισμένη χρονική ισχύ. Το εν λόγω διάταγμα στη συνέχεια, στις 26/2/18, με τη σύμφωνο γνώμη και της πλευράς του αιτητή της κυρίως αίτησης, κατέστη απόλυτο με τους ίδιους όρους, οπόταν και δόθηκε προτεραιότητα στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης όπως άλλωστε επιβάλλει και η νομολογία τόσο σε σχέση με υποθέσεις όπου εκδίδονται ενδιάμεσα διατάγματα (βλ. μεταξύ άλλων Anton Μπιάνκα Δώρα ν. Αντώνιου Ντ. Ευέλθοντος,

(2011)1 Α.Α.Δ. 2051) όσο και σε σχέση με αιτήσεις αυτής της φύσης, ήτοι αιτήσεις για εκκαθάριση εταιρείας (βλ. Re JN 2 Ltd [1978] 1 WLR 183 , at p. 187H, Re a Company No. 0012209 of 1991 [1992] 1 WLR 351, In the Matter of Claybridge Shipping Company S.A. [1981] Com LR
  1. Ακολούθως, μετά και που η κυρίως αίτηση τέθηκε ενώπιον μου στις 12/3/18, δόθηκαν οδηγίες όπως μέχρι τις 16/3/18 καταχωρηθεί η ένσταση των καθ' ων η αίτηση και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 23/3/
  2. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ενώ η πλευρά των καθ' ων, η οποία είχε καταχωρήσει την ένσταση της στις 16/3/18 ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, εμφανίστηκε έτοιμη με τη γραπτή επιχειρηματολογία της, η πλευρά του αιτητή ζήτησε αναβολή ενόψει της πρόθεσης της να καταχωρήσει αίτηση για αντεξέταση της ομνύουσας στην Ε/Δ που υποστήριζε την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, αίτημα στο οποίο οι τελευταίοι έφεραν ένσταση. Αφού ακούστηκαν οι συνήγοροι, με ενδιάμεση απόφαση του, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα για αναβολή, επεσήμανε όμως σε αμφότερους τις νομολογιακές αρχές που επιβάλλουν την όσο το δυνατό συντομότερη εκδίκαση μιας αίτησης τέτοιας φύσης, ήτοι αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας, ιδιαίτερα λόγω του δραστικού και «δρακόντειου» της χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, δόθηκαν οδηγίες όπως η προτιθέμενη αίτηση για αντεξέταση καταχωρηθεί άμεσα και το αργότερο μέχρι 27/3/18 (μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο) και τυχόν ένσταση σε αυτή, καταχωρηθεί το αργότερο μέχρι τις 29/3/
  3. Η υπόθεση δε ορίστηκε σήμερα, 30/3/18, ούτως ώστε αν τελικά θα προβάλλετο ένσταση στην αίτηση αντεξέτασης, η αίτηση να δικαστεί άμεσα εξ' ου και δόθηκαν σχετικές οδηγίες στους συνηγόρους να είναι έτοιμοι με την επιχειρηματολογία τους. Σημειώνω επίσης ότι στα πλαίσια της προαναφερόμενης ενδιάμεσης απόφασης για αναβολή, εκδόθηκε μετά από σχετικό αίτημα, νέο προσωρινό διάταγμα για αποπαγοποίηση του λογαριασμού της εταιρείας για συγκεκριμένο ποσό, το οποίο διατάχθηκε να ισχύει μέχρι 16/4/
  4. Αμφότεροι οι συνήγοροι συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και τόσο η αίτηση αντεξέτασης από πλευράς αιτητή (η υπό κρίση αίτηση), όσο και η ένσταση των καθ' ων η αίτηση, καταχωρήθηκαν εντός των καθορισθέντων προθεσμιών και σήμερα οι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους, τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. Οι αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένες στα πρακτικά και δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Σημειώνω ότι με την υπό κρίση αίτηση, η οποία εδράζεται κυρίως στις πρόνοιες τις Δ.39 και Δ.48 καθώς και στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς 88, 89, και 92, η πλευρά του αιτητή ζητεί όπως αντεξετάσει την Ιουλία Φωκά, ομνύουσα στην Ε/Δ που υποστηρίζει την κυρίως ένσταση των καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα ως προς τους ισχυρισμούς που αυτή προβάλλει στις παραγράφους 11, 12, 15, 17, 25, 29, 39, 50, 55, 58, 59, 61 και 66 της Ε/Δ της. Η προτιθέμενη αντεξέταση, σύμφωνα με την αίτηση και την Ε/Δ Χαρίτου που την υποστηρίζει, αποσκοπεί στο να «διαφανεί η αλήθεια», «...αφού έχει (η Ιουλία) θέσει υπό αμφιβολία ουσιώδεις ισχυρισμούς μου...» και μόνο μέσω αντεξέτασης θα αποκρυσταλλωθούν και διασαφηνιστούν τα ζητήματα που θα πρέπει να αποφασιστούν στη διαδικασία. Η αίτηση προσέκρουσε σε δέκα συνολικά λόγους ένστασης των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τους εξής άξονες. Α) Δεν πληρούνται οι νομολογιακές προϋποθέσεις που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης, Β) Επιδιώκεται η αντεξέταση επί ανύπαρκτων και άσχετων ισχυρισμών και Γ) Η αίτηση ουσιαστικά αποσκοπεί στη «συμπλήρωση» θανάσιμων κενών της κυρίως αίτησης. Διεξήλθα με προσοχή κατά τη διάρκεια του διαλείμματος των όσων τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Το δικαίωμα αντεξέτασης ενός ενόρκου δηλούντα, είτε αυτό εδράζεται στη βάση της Δ.48 Θ.4
(2)είτε στη βάση της Δ.39, διέπεται από σαφείς νομολογιακές αρχές. Κατά πρώτο, η αίτηση για αντεξέταση παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, να εγκρίνει ή να απορρίψει το αίτημα, ευχέρεια η οποία ασκείται δικαστικά, με γνώμονα και τη φύση της διαδικασίας αλλά και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όπως επισημαίνεται στη Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280, το Δικαστήριο μπορεί ακόμη και να απορρίψει την αίτηση έστω και αν δεν υπάρχει ένσταση στο σχετικό αίτημα. Κατά δεύτερο, σε περίπτωση που διαταχθεί η αιτούμενη αντεξέταση, αυτή πρέπει να περιοριστεί μόνο σε θέματα συναφή με το περιεχόμενο της επίμαχης ένορκης δήλωσης και τα οποία τελούν υπό αμφισβήτηση. Στην παρούσα υπόθεση, η φύση της κυρίως διαδικασία, όπως αναφέρεται και στην Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αφορά σε αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας. (βλ. π.χ παρ.2 και 6) Οι κανονισμοί που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης, είναι πρωτίστως οι Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί του 1933 και οι περί Εταιρειών Κανονισμοί του 1951. Ως προς τους τελευταίους, σημειώνω ότι οι εν λόγω Κανονισμοί, αν και θεσπίστηκαν στη βάση του νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε πριν την 1/07/1951 που τέθηκε σε ισχύ το Κεφ.113 (βλ. αρ. 392 Κεφ.113), εντούτοις διατηρήθηκαν ως οι εφαρμοστέοι περί Εταιρειών Κανονισμοί και ως τέτοιοι παραμένουν μέχρι και σήμερα (βλ. αρ 387-389 Κεφ.113)[1]. Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα, και συνεπεία των αρ.387-389 Κεφ.113, οι εν λόγω Κανονισμοί, παρά την χρονολογία θέσπισης τους ήτοι το 1944, περιγράφονται πολλές φορές και ως οι περί Εταιρειών Κανονισμοί του 1951, δηλαδή οι Κανονισμοί του Νόμου του 1951 ήτοι του Κεφ.113 (βλ. Κ.2 ερμηνεία του όρου «Law» και Karaoglanian Sons Ltd. and Others v. Karaoglanian and Another
(1976)JSC 1875). Όπως έχει νομολογηθεί, εν τη απουσία ρητής διαδικαστικής πρόνοιας στους Κανονισμούς 1933 για συγκεκριμένο θέμα που αφορά σε εκκαθάριση, εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και όχι οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί. (βλ. Κ.92 Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί 1933 και KMC MOTORS ν. JOREPHANCO TRADING
(1984)1 CLR 390). Σύμφωνα δε με τον Κ.3 των Κανονισμών 1951, αν δεν γίνεται ούτε στους Θεσμούς σχετική διαδικαστική πρόνοια, καθοδήγηση τότε αντλείται από την πρακτική και διαδικασία που ισχύει στα Δικαστήρια στην Αγγλία. Αναφέρω εδώ τη λέξη «καθοδήγηση», διότι όπως έχει κριθεί, εν τη απουσία νομοθετικής ρύθμισης, οι αγγλικοί Companies (Winding-up) Rules 1949, δεν εφαρμόζονται στην Κύπρο, σε σχέση τουλάχιστο με την επιβολή των εκεί αναφερόμενων «θέσμιων» υποχρεώσεων. (βλ. KMC MOTORS και Karaoglanian ανωτέρω). Ενόψει του ότι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται και υποστηρίζεται μια αίτηση εκκαθάρισης, δεν προνοείται ούτε στους Κανονισμούς 1933 και 1951, ούτε στους Θεσμούς, «γεννάται η ανάγκη αναζήτησης βοήθειας από την αγγλική πρακτική» (βλ. ALKΙS HADJIKYRIAKOS (FROU FROU BISCUITS) PUBLIC LTD, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, 13/2/2009 υπό Λιάτσο ΠΕΔ ως ήταν τότε, Κασπαρής Σάββας Ιωάννη
(2013)1 ΑΑΔ 2476 και Εταιρική Αίτηση 259/89, Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερ. 28.5.1990 υπό Αρτέμη ΠΕΔ και Ναθαναήλ ΕΔ ως ήταν τότε) Οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί 1951 που εφαρμόζονται στη Κύπρο, είναι σχεδόν πανομοιότυποι με την παλαιά RSC Ο.102 των Κανόνων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Rules of the Supreme Court), οι οποίοι θεσπίστηκαν στην βάση του τότε εν ισχύ Companies Act 1948. Σύμφωνα με το r.6 RSC Ο.102, η δικαιοδοσία εκδίκασης εταιρικών αιτήσεων εναπόκειται στο High Court, Chancery Division, ενώ στο r.6
(2), γίνεται αναφορά σε ένορκες δηλώσεις και άλλα έγγραφα που ενδεχομένως να συνοδεύουν τις αιτήσεις και θα χρησιμοποιηθούν στην διαδικασία. Ο r.18 περαιτέρω, προνοεί ότι όλες οι ένορκες δηλώσεις που καταχωρούνται σε σχέση με αιτήσεις που εδράζονται στην RSC Ο.102 θα πρέπει να καταχωρούνται στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου. Οι εταιρικές αιτήσεις επομένως που καταχωρούνται βάση των Κανονισμών που διέπουν τις πρόνοιες του Companies Act 1948 και 1985, ήτοι η RSC Ο.102, συνοδεύονται σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, από έγγραφη μαρτυρία υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων. Αυτή είναι και μια ιδιαιτερότητα των αιτήσεων αυτών, που τις καθιστά διαφορετικές από τις συνηθισμένες πρωτογενείς αιτήσεις που αναφέρονται στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας της Κύπρου και για τις οποίες προνοείται η λήψη οδηγιών από το Δικαστήριο ως προς το πώς θα παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία. Από την αγγλική νομολογία και συγγράμματα, αλλά και από την κυπριακή νομολογία, προκύπτει ότι η ακρόαση αίτησης εκκαθάρισης γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί (βλ. Κασπαρής ανωτέρω). Αν και υπάρχει το περιθώριο προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας και αυτό αποκλειστικά στα πλαίσια αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, εντούτοις, αυτή η πρακτική θα πρέπει να ασκείται με περισσή φειδώ, εφόσον ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται μια αίτηση εκκαθάρισης, δεν αποσκοπεί στην έκδοση απόφασης επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. (βλ. Re a Company No. 0012209 of 1991 reported in [1992] 1 WLR 351 υπό Hoffmann J . at p. 354 και Re a Company No. 006685 of 1996 υπό Chadwick J). Αυτό γιατί, η ιδιομορφία και ιδιαιτερότητα μιας εταιρικής αίτησης, έγκειται στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη δικαιοδοσία που ασκεί το Δικαστήριο είναι συνοπτικής φύσης και περιορίζεται αποκλειστικά στους εταιρικούς κανόνες και πρακτική και δεν εκτείνεται στην ευρεία δικαιοδοσία που έχει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της συνήθους πολιτικής του δικαιοδοσίας, ως Δικαστήριο γεγονότων (Trier/Court of facts). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από το Αγγλικό Εφετείο στην Re UOC Corp. Alipour v Ary [1997] B.C.C. 377, τo Δικαστήριο που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία (Company Court), δεν είναι κατάλληλα, δικονομικά εξοπλισμένο, για να επιλύει διαφορές επί γεγονότων (disputes of fact) και να προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Οι δικονομικές πρόνοιες που διέπουν τη διαδικασία σε ένα τέτοιο Δικαστήριο, δεν εκτείνονται στο βαθμό των προνοιών που έχει στη διάθεση του το Δικαστήριο που εκδικάζει αγωγές. Δικόγραφα, εν τη αυστηρή έννοια του όρου δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν ούτε πρόνοιες για ανταλλαγή και επιθεώρηση εγγράφων. Η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας δε, συνήθως δεν είναι ανεκτή, και τα «επίδικα» θέματα, αποφασίζονται κατά κανόνα, στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίζεται, στα πλαίσια μιας συνοπτικής ουσιαστικά διαδικασίας. Βεβαίως όμως, όπως αναφέρει και ο Chadwick J στην Re a Company No. 006685 of 1996, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης εκκαθάρισης, θα χρειαστεί να προχωρήσει να εξετάσει, και ίσως αποφασίσει, επί της διαφοράς των μερών, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται και καθήκον επίλυσης της διαφοράς των μερών, κάτι που μόνο στα πλαίσια κανονικής αγωγής μπορεί να γίνει, όπου οι μάρτυρες αντεξετάζονται και αξιολογούνται. Κάτι τέτοιο, θα ήταν εκτός των δικονομικών ορίων και παραμέτρων της συνοπτικής φύσης που χαρακτηρίζει τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης. Υπενθυμίζω ότι αν και στην Κύπρο δεν υπάρχει διαχωρισμός των Δικαστηρίων κατά «ειδικότητες» όπως στην Αγγλία, εντούτοις το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται μιας εταιρικής αίτησης, ενεργεί ουσιαστικά και ασκεί δικαιοδοσία κατά τρόπο όμοιο με τη δικαιοδοσία που ασκείται από το αγγλικό Company ή Chancery Court ανάλογα. (βλ. σχ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ JUNPORT INTERNATIONAL LIMITED κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση Αρ. 115/2017, 15/9/2017). Η πιο πάνω διαδικαστική προσέγγιση μιας εταιρικής αίτησης εκκαθάρισης, έχει κριθεί από τα κυπριακά Δικαστήρια, να συνιστά και την ορθή προσέγγιση του θέματος. Ως αναφέρθηκε στην Εταιρική Αίτηση 259/89, Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερ. 28.5.1990, υπό τους τότε Π.Ε.Δ. Π. Αρτέμη και Ε.Δ. Στ. Ναθαναήλ: «Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, και τους Περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα, όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κατά τα άλλα} το δίκαιο της απόδειξης ισχύει όσο αφορά την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας, ιδιαίτερα όταν ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων». Το πιο πάνω απόσπασμα από την Demades, υιοθετήθηκε σε αρκετές αποφάσεις πρωτοδίκως, όπως στην υπόθεση FROU FROU ανωτέρω από τον Λιάτσο Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε, αλλά και από το Ανώτατο Δικαστήριο σε δικαιοδοσία μονομελούς σύνθεσης, στην υπόθεση Κασπαρής (ως προς την υψηλή πειστική αξία - high persuasive value - που οι αποφάσεις της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν για τα πρωτόδικα Δικαστήρια βλ. σχ. Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20). Η πιο πάνω διαδικασία βέβαια, δεν περιορίζεται μόνο στις αιτήσεις εκκαθάρισης που εδράζονται σε ανικανότητα πληρωμής χρεών, αλλά εκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις που υποβάλλεται αίτηση εκκαθάρισης και αυτό λόγω των προαναφερόμενων «δικονομικών ελλείψεων και περιορισμών» του «εταιρικού» Δικαστηρίου. Άλλωστε, ακόμα και αυτές οι περιπτώσεις όπου μια εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί στη βάση δόλου ή καταπίεσης, έχουν περιοριστεί από τη νομολογία, κατά τρόπο που ουσιαστικά μπορούν και θα πρέπει να αποδειχτούν μόνο με έγγραφη μαρτυρία (documentary evidence)(βλ. Palmer's Company Law, 21st Ed, pg 741). Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι, και σε αυτές τις περιπτώσεις, η νομολογία επιβάλλει την καταχώρηση αγωγής όταν τα θέματα που εγείρονται, δεν μπορούν να επιλυθούν συνοπτικά και θα πρέπει να επιλυθούν από Δικαστήριο γεγονότων (βλ. Κουή ν. Πυριλλή και άλλων
(2004)1 Α.Α.Δ. 136 και Σπανού Έφη M ν. GIP Constructions Limited
(1999)1 ΑΑΔ 315). Επομένως, αφ' ης στιγμής η κυρίως αίτηση εκκαθάρισης στην παρούσα υπόθεση θα εκδικαστεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί, το δικαίωμα αντεξέτασης των αντίδικων ενόρκως δηλούντων υφίσταται και δύναται να ασκηθεί, υπό την επιφύλαξη πάντοτε των νομολογιακών περιορισμών που αναφέρω ανωτέρω. Άλλωστε «...Στην υπόθεση A. Panayides Contracting Ltd. ν. Χαραλάμπους
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 416, στις σελ. 453 και 454 η Ολομέλεια ασχολείται με το θέμα του συνταγματικού δικαιώματος ακρόασης που διασφαλίζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και η, κατ' αντιστοιχία, εφαρμογή της ιδίας αρχής στο Άρθρο 6
(1)και 6
(3)(δ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ν. 39/62)όπου διασφαλίζεται το γνωστό δικαίωμα για «δίκαιη δίκη». Στην ιδία υπόθεση και συγκεκριμένα στη σελ. 455, σημειώνεται ότι σε συνάρτηση με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη βρίσκεται και το δικαίωμα του κάθε διάδικου να αντεξετάσει τους μάρτυρες που καταθέτουν εναντίον του και αυτό είναι συνυφασμένο με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης. Και σημειώνεται: «Χωρίς το όπλο αυτό, ο διάδικος στερείται των εχεγγύων της φυσικής δικαιοσύνης για την υπεράσπιση του. Το δικαίωμα αυτό εμπεριέχεται στην έννοια της δίκαιης δίκης και κατοχυρώνεται ευθέως σε κάθε δικαστική διαδικασία από τις πρόνοιες του Άρθρου 30.3(γ) του Συντάγματος».» (βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΩΝ BEECHCROFT VENTURES κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2016:D154, Αίτηση Αρ. 14/2016, 16/3/2016) Στη βάση των πιο πάνω και αφού διεξήλθα τόσο του συνόλου των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα, όσο και των αντίστοιχων επίμαχων ισχυρισμών στους οποίους αφορά η παρούσα, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης και αυτό για να δοθεί στην πλευρά του αιτητή η ευκαιρία να θέσει πλήρως τις θέσεις επί των οποίων ζητά την εκκαθάριση της καθ' ης η αίτηση. Το αν οι θέσεις που θα επιχειρήσει ο αιτητής να προβάλει κατά την αντεξέταση της ομνύουσας, δεν υποστηρίζονται από ή δεν συνάδουν με τις δικές του ένορκες γραπτές θέσεις, ως υποστηρίζει η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, είναι ζήτημα το οποίο θα αποφασιστεί κατά τον κατάλληλο χρόνο και όχι εκ προοιμίου. Δεν παραγνωρίζω βέβαια την αρχή που επεσήμανα και στην προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση μου στην υπόθεση, ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η μεταβολή της παρούσας διαδικασίας σε διαδικασία συνήθους αγωγής. Επί τούτου όμως επισημαίνω ότι αν στο τέλος της διαδικασίας διαπιστωθεί ότι τα όσα θέματα εγείρονται μεταξύ των μερών, μόνο μέσω αγωγής δύναται να επιλυθούν ή ότι «... υπάρχει άλλη θεραπεία για τους αιτητές και ότι αυτοί ενεργούν αδικαιολόγητα με το να ζητούν τη διάλυση της εταιρείας αντί την αναζήτηση της άλλης θεραπείας...», τότε αναπόφευκτα αυτό θα οδηγήσει και σε απόρριψη της αίτησης (βλ. αρ.214(β) Κεφ.113, Palmer's pg. 512. 513 και 738 και Σπανού Έφη M ν. GIP Constructions Limited
(1999)1 ΑΑΔ 315). Πρόσθετα των πιο πάνω, θεωρώ ορθό όπως για σκοπούς καλύτερου προγραμματισμού και αποφυγής εκτροχιασμού της διαδικασίας, επιβάλω περιορισμό στο χρόνο της αντεξέτασης και επανεξέτασης της ομνύουσας. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ο χρόνος αντεξέτασης καθοριστεί και περιοριστεί στα 45 λεπτά και ο χρόνος επανεξέτασης στα 10 λεπτά. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα αντεξέτασης της Ιουλίας Φωκά, ομνύουσας την Ε/Δ ημερ.16/03/18 που υποστηρίζει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση, ως η παράγραφος Α της αίτησης, υπό τους χρονικούς περιορισμούς που αναφέρω ανωτέρω. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης, αυτά επιδικάζονται προς όφελος του αιτητή και εναντίον της καθ' ης η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας και εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. Η κυρίως αίτηση ορίζεται για ακρόαση στις 03/04/18 στις 1200. Η Ιουλία Φωκά, να είναι παρούσα για σκοπούς αντεξέτασης. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση Αντεξέτασης - Εκκαθάριση - Καταπίεση - Εξαγορά Μετοχών [1]Αρ.388
(1)«Καμιά διάταξη στο Νόμο αυτό δεν επηρεάζει οποιοδήποτε ... κανονισμό ... έγινε με βάση οποιοδήποτε προηγούμενο νομοθέτημα σχετικά με εταιρείες αλλά οποιοδήποτε τέτοιο ... κανονισμός ... είναι σε ισχύ κατά το χρόνο έναρξης του Νόμου αυτού, θα συνεχίσει να είναι σε ισχύ, και στην έκταση στην οποία ηδύνατο να γίνει αυτό, να εκδοθεί, ψηφιστεί, δοθεί, ληφθεί, γίνει ή εκτελεστεί με βάση το Νόμο αυτό θα έχει αποτέλεσμα ωσάν να εκδόθηκε, ψηφίστηκε, δόθηκε λήφθηκε, έγινε ή εκτελέστηκε με βάση το Νόμο αυτό.
(11)Στο άρθρο αυτό η έκφραση "προηγούμενη νομοθεσία σχετικά με εταιρεία" σημαίνει τον περί Εταιρειών (Περιορισμένης Ευθύνης) Νόμο και των περί Εταιρειών (Περιορισμένης Ευθύνης με Εγγύηση) Νόμο, 1949. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.