ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΠΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 823/2013, 20/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 823/2013 ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΩΝ ΚΕΑΝ ΛΤΔ Εναγόντων ΚΑΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΠΥΡΟΥ Εναγομένου ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΕΩΣ ΔΟΛΙΩΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΝ ΝΟΜΟ (ΚΕΦ.62) ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΩΝ ΚΕΑΝ ΛΤΔ Αιτητών ΚΑΙ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΠΥΡΟΥ
- ΜΑΡΙΑ ΣΠΥΡΟΥ
- ΜΑΡΙΝΑ ΣΠΥΡΟΥ
- ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΣΠΥΡΟΥ
- ΕΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΥ
- ΣΠΥΡΟΥΛΛΑ ΣΠΥΡΟΥ Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ.25/04/2016 για ακύρωση δόλιων μεταβιβάσεων Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Ν. Χατζηλοΐζου δια ΧΑΤΖΗΛΟΪΖΟΥ, ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο - Καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Καραπατάκη δια KARAPATAKIS PAVLIDES LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι Ενάγοντες / Αιτητές (εφ' εξής οι Αιτητές), είναι εξ αποφάσεως πιστωτές του Εναγόμενου / Καθ' ου η αίτηση 1 (εφ' εξής ο Καθ' ου η αίτηση 1), δυνάμει εκ συμφώνου απόφασης, η οποία εκδόθηκε στην πιο πάνω αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο στις 21/04/2015 και με την οποία ο Καθ' ου η αίτηση 1 διατάχθηκε να πληρώσει στους Αιτητές, το ποσό των €65.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Η αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 21/02/2013, εδράζετο στη βάση των αρχών του «. αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή έγγραφης αναγνώρισης χρέους και/ή δυνάμει συμφωνίας», αφορούσε δε αξίωση των Αιτητών για ποσό €65.000,00, το οποίο ποσό οι Αιτητές, ισχυρίστηκαν ότι πλήρωσαν εκ παραδρομής και εκ του περισσού στον Καθ' ου η αίτηση 1 στις 25/10/2011, όταν του κατέβαλλαν τα ωφελήματα που δικαιούτο ως υπάλληλος της εταιρείας αναψυκτικών ΚΕΑΝ ΛΤΔ. Μετά που διαπιστώθηκε η καταβολή του πιο πάνω ποσού και πριν την καταχώρηση της αγωγής, ο Καθ' ου η αίτηση 1 δήλωσε εγγράφως στους Αιτητές στις 21/09/2012, ότι αναγνώριζε ότι είχε λάβει εκ λάθους και εκ του περισσού το εν λόγω ποσό και ότι όφειλε να το επιστρέψει στους Αιτητές εντός 60 ημερών, με νόμιμο τόκο από 25/10/2011 μέχρι πλήρους εξόφλησης. Περί τον ένα με ενάμιση μήνα μετά την υπογραφή της πιο πάνω γραπτής δήλωσης και προτού παρέλθει η προαναφερόμενη προθεσμία των 60 ημερών για επιστροφή της οφειλής του, ο Καθ' ου η αίτηση 1 προέβη σε εννέα μεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας του δια δωρεάς, στη σύζυγο και στις τέσσερις θυγατέρες του (Καθ' ων η αίτηση 2-6 αντίστοιχα). Συγκεκριμένα, στη σύζυγο του ο Καθ' ου η αίτηση 1 μεταβίβασε στις 24/10/2012, χωράφι που κατείχε εξολοκλήρου στα Φοινικάρια της επαρχίας Λεμεσού, ενώ στις 09/11/2012, της μεταβίβασε άλλα δύο μερίδια που κατείχε σε άλλα χωράφια, επίσης στα Φοινικάρια της επαρχίας Λεμεσού. Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 09/11/2012, ο Καθ' ου η αίτηση 1 μεταβίβασε, στην Καθ' ης η αίτηση 3, δύο μερίδια σε δύο χωράφια που κατείχε στον Κάτω Πύργο της επαρχίας Λευκωσίας, στις Καθ' ων η αίτηση 4 και 5 από ένα μερίδιο σε δύο χωράφια που κατείχε στα Πηγένια της επαρχίας Λευκωσίας και στην Καθ' ης η αίτηση 6, δύο μερίδια σε δύο άλλα χωράφια που επίσης κατείχε στα Πηγένια. Με την παρούσα αίτηση, την οποία οι Αιτητές καταχώρησαν στις 25/04/2016, ήτοι ένα χρόνο μετά την έκδοση της προαναφερόμενης εκ συμφώνου απόφασης και τριάμισι χρόνια μετά τις μεταβιβάσεις, οι τελευταίοι, βασιζόμενοι αποκλειστικά στις πρόνοιες των αρ.2, 3, 4 και 5 του Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ.62, ζητούν όπως οι μεταβιβάσεις προς τις Καθ' ων η αίτηση 2-6 ακυρωθούν και επανεγγραφούν στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση
- Ζητούν επίσης όπως εκδοθεί διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει την κατάσχεση και/ή πώληση των εν λόγω ακινήτων προς ικανοποίηση ή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους που τους οφείλεται. Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του Χ. Βούρα, γραμματέα των Αιτητών, ο οποίος παραθέτει τα όσα έλαβαν χώρα, τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση της απόφασης στην πιο πάνω αγωγή ως αυτά συνοψίζονται ανωτέρω. Θέση του ομνύοντα είναι ότι, οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν από τον Καθ' ου η αίτηση 1, «...δολίως και με σκοπό οι Ενάγοντες να καταδολιευτούν και να δυσκολευτούν και/ή καθυστερήσουν και/ή εμποδιστούν να ανακτήσουν το χρέος...» το οποίο τους οφείλετο και που στη συνέχεια προχώρησαν να ανακτήσουν με την πιο πάνω αγωγή. Στην αίτηση αυτή των Αιτητών, οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν μία κοινή ένσταση, με την οποία προβάλλουν δεκατρείς
(13)συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του Καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους Καθ' ων η αίτηση να υποστηρίξει με τα λεγόμενα του, την από μέρους όλων, καταχωρηθείσα κοινή ένσταση. Εν συντομία, ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν αμφισβητεί τα όσα γεγονότα αναφέρονται ότι προηγήθηκαν της έκδοσης της απόφασης στην αγωγή, ούτε ότι οφείλει το εξ' αποφάσεως χρέος προς τους Αιτητές αλλά και ούτε ότι προέβη στις επίδικες μεταβιβάσεις στις Καθ' ων η αίτηση 2-6. Ισχυρίζεται όμως ότι: «. οι μεταβιβάσεις επ' ονόματι των συγγενικών μου προσώπων δεν έγιναν δόλια ούτε με σκοπό να καταδολιευτούν και/ή να δυσκολευτούν και/ή να εμποδιστούν να ανακτήσουν το χρέος τους οι ενάγοντες. (αλλά). καθότι επιθυμία μου ήταν να διαμοιράσω τη συγκεκριμένη περιουσία μου στη σύζυγο μου και στα τέκνα μου με τον τρόπο που επιθυμούσα εγώ και θεωρούσα ως δίκαιο για να μην δυσαρεστήσω κανένα. Δεν ήθελα να μου συμβεί κάτι και να μην έχω διαμοιράσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας μου ως εγώ θεωρούσα δίκαιο και ορθό. Δεν επιθυμούσα τα παιδιά μου και η σύζυγος μου να μπουν σε συζητήσεις και διαφωνίες ως προς τον τρόπο που θα διαμοίραζα την περιουσία μου. Καθότι, τόσο εγώ όσο και η σύζυγος μου, αντιμετωπίσαμε άσχημες καταστάσεις με καυγάδες και διαφωνίες με αδέλφια μας ως προς τον τρόπο διαμοιρασμού της περιουσίας των γονέων μας δεν επιθυμούσα να συμβεί κάτι τέτοιο και στα παιδιά μου...προχώρησα στις επίδικες μεταβιβάσεις καλή τη πίστη και συνεπεία στοργής και αγάπης προς τη σύζυγο μου και στα παιδιά μου...». Είναι περαιτέρω η θέση του Καθ' ου η αίτηση 1 ότι, επειδή γνώριζε ότι όφειλε το συγκεκριμένο ποσό στους Αιτητές, φρόντισε όπως μεταβιβάσει μόνο μέρος και όχι ολόκληρη την περιουσία του - κάτι που ισχυρίστηκε ότι θα ήταν πιο λογικό να έκανε αν ήταν όντως πρόθεση του να καταδολιεύσει τους αιτητές - και όπως αφήσει τέτοιας αξίας περιουσία εγγεγραμμένη στ' όνομα του, ώστε οι Αιτητές, σε περίπτωση που παρίστατο ανάγκη, να μπορούν να ανακτήσουν και με το παραπάνω το ποσό που τους οφείλεται. Προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού του, ο Καθ' ου η αίτηση 1 προσκόμισε Πιστοποιητικό Παγκύπριας Έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογίου, το οποίο δείχνει ότι η ακίνητη περιουσία που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθούσε να ήταν μέχρι και τις 27/9/2016, ήτοι την προηγουμένη της καταχώρησης της ένστασης, εγγεγραμμένη στο όνομα του, ξεπερνά σήμερα τις €74.000 (βλ. Τεκμήριο 1 Ε/Δ Καθ' ου η αίτηση 1). Μάλιστα δε, ισχυρίζεται ο Καθ' ου η αίτηση 1, η εν λόγω ενέργεια του απεδείχθη να είναι προς το συμφέρον των αιτητών, αφού αν και τελικά δεν κατάφερε να αποπληρώσει το χρέος του ως είχε συμφωνήσει, εντούτοις δέχτηκε απόφαση στην αγωγή και οι Αιτητές εκτέλεσαν δεόντως την εν λόγω απόφαση, εγγράφοντας ΜΕΜΟ επί της προαναφερόμενης περιουσίας στις 18/03/16 (βλ. Τεκμήριο 1 Ε/Δ Καθ' ου η αίτηση 1). Είναι τέλος η θέση του Καθ' ου η αίτηση 1 ότι οι Αιτητές, σκόπιμα δεν ανέφεραν ότι ενέγραψαν τα προαναφερόμενα ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας του και ότι το εξ' αποφάσεως χρέος είναι πλέον εξασφαλισμένο στο σύνολο του από τα εν λόγω ΜΕΜΟ. Ο λόγος για τούτο, σύμφωνα πάντα με τον Καθ' ου η αίτηση 1, είναι διότι οι Αιτητές, κάμνοντας αναφορά μόνο στις μεταβιβάσεις που αυτός έκαμε (βλ. Τεκ. 4 Ε/Δ Βούρα), επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και να παρουσιάσουν τον ίδιο ως ένα δόλιο άνθρωπο, ο οποίος προσπαθεί να αποφύγει τους πιστωτές του, ενώ στην πραγματικότητα, όχι μόνο δεν ισχύει κάτι τέτοιο αλλά και καταρρίπτεται από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Θα πρέπει εδώ να σημειώσω ότι αμφότερα τα μέρη δήλωσαν ότι επιθυμούν όπως η ακρόαση της υπόθεσης διεξαχθεί αποκλειστικά στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν προς υποστήριξη αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Δεν θεωρώ ότι η εν λόγω επιλογή των μερών προσκρούει σε οποιοδήποτε διαδικαστικό ή δικονομικό κανόνα. Αν και ούτε οι συνήγοροι υποστήριξαν οτιδήποτε το αντίθετο, θεωρώ ορθό όπως, για σκοπούς πληρότητας, σημειώσω τα πιο κάτω. ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62, ως είναι νομολογημένο, ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα και συνιστά αυτόνομη διαδικασία έστω και αν δικονομικά δύναται να ενταχθεί στο πλαίσιο αγωγής (βλ. Άντρη Ιωακείμ και Άλλη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, (Αρ. 1)
(2003)1 ΑΑΔ 198). Δεν είναι όμως ο χαρακτήρας ή η φύση μιας διαδικασίας που καθορίζει τη μορφή που θα λάβει η προσκομισθείσα μαρτυρία αφού η έννοια «πρωτογενής χαρακτήρας», σημαίνει απλά ότι για να μπορέσει να δώσει λύση το Δικαστήριο στη διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ των μερών και να ασκήσει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα που εγείρονται, χρειάζεται διάβημα εναρκτήριου χαρακτήρα. Αυτό ήταν άλλωστε και το επιχείρημα που πέτυχε στην Ιωακείμ. Το πώς όμως θα παρουσιαστεί η σχετική μαρτυρία, είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Στην Ιωακείμ, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε θεωρήσει την εκεί αίτηση δυνάμει του Κεφ.62 ενδιάμεση και εφάρμοσε ανάλογη προσέγγιση κατά την εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, το επίδικο θέμα της έφεσης ήταν κατά πόσο η εκδοθείσα απόφαση ήταν τελική ή ενδιάμεση και αυτό για σκοπούς μέτρησης της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού παραλλήλισε τη φύση της διαδικασίας του Κεφ.62 με αυτή της αίτησης για κατάσχεση χρημάτων (garnishee order), η οποία να σημειωθεί δικάζεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων, ανέφερε ότι όπως και σε εκείνη τη διαδικασία έτσι και στη διαδικασία του Κεφ.62, ακολουθείται διάβημα εναρκτήριου χαρακτήρα, για να δώσει λύση το Δικαστήριο στην εγειρόμενη διαφορά, διάβημα όμως που δεν περιορίζεται σε «αγωγή». Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην Σπηταλιώτης, ... Γεννήθηκε το ερώτημα αν αυτή ήταν ενδιάμεση ή τελική απόφαση. Εφαρμόζοντας την προσέγγιση που δίνει το βάρος στη φύση της αίτησης (application approach), το Δικαστήριο θεώρησε την απόφαση τελικής μορφής και την έφεση εμπρόθεσμη. Με την ίδια ευκαιρία υπογράμμισε - και αναφέρθηκε σε προηγούμενο - ότι η πρωτογενής αίτηση, για τους σκοπούς της Διαταγής 35, θεσμός 2, «ταξινομείται ως αγωγή με την έννοια των θεσμών». Ας λεχθεί εδώ ότι ο όρος «αγωγή» δεν περιορίζεται στη διαδικασία που ξεκινά με κλητήριο ένταλμα. Η έννοια έχει ευρύτερο νοηματικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις της Διαταγής 1, Θεσμός 2: «αγωγή» σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με ένταλμα ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, όπως μπορεί να καθορίζεται από οποιοδήποτε νόμο ή διαδικαστικούς κανονισμούς.» Η υπόθεση Μιχαλάκης Κιταλίδης, είναι ακόμη πιο κοντά στην κρινόμενη. Από τη σκοπιά που θα εξηγήσουμε. Επρόκειτο για αίτηση σε αγωγή από εξ αποφάσεως δανειστή. Ζήτησε διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων κατατεθειμένων στην εφεσίβλητη Τράπεζα. Το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι η αίτηση ήταν ενδιάμεση και για τους λόγους που έδωσε την απέρριψε. Το ερώτημα, όπως το έθεσε ο Γαβριηλίδης Δ, που εξέδωσε την απόφαση του Εφετείου, ήταν: «Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων (σημ. των δικαιοδοτικών διατάξεων του άρθρ. 22 του ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε) είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο, ότι το κατά πόσο η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση ή αυτοτελής, εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι [(άρθρ. 22
(4)(β)]. Με ευρεία και κατ΄ αναλογία έννοια βέβαια.»» (έμφαση δική μου) Επισημαίνω εδώ ότι, ακόμα και αυτές καθ' αυτές οι εναρκτήριες κλήσεις που αναφέρονται ρητά ως τέτοιες στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν αφορούν σε διαδικασία με προφορική μαρτυρία, μάλιστα δε, δεν αφορούν καν σε διαδικασία που διεξάγεται με μάρτυρες. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ JUNPORT INTERNATIONAL LIMITED κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση Αρ. 115/2017, 15/9/2017: «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα.Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση. ... Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω. Κοντολογίς, ο χαρακτήρας μιας διαδικασίας δεν καθορίζει τη μορφή της προσκομισθείσας μαρτυρίας αλλά τον τρόπο που θα προσεγγιστεί και θα εξεταστεί η εν λόγω μαρτυρία από το Δικαστήριο. Δηλαδή, αν θα πρέπει το Δικαστήριο να αξιολογήσει σε βάθος την προσαχθείσα μαρτυρία, να εξάγει συμπεράσματα αξιοπιστίας και να καταλήξει σε ευρήματα ή αν θα περιοριστεί σε μια αντικειμενική θεώρηση των ενόρκων δηλώσεων, περιορίζοντας την σχετική διεργασία, στο είδος και τις προϋποθέσεις της συγκεκριμένης αίτησης, ανάλογα και με την περίπτωση (βλ. μεταξύ άλλων Τσιαντή Χριστίνα και Άλλη,
(2010)1 Α.Α.Δ. 773, Λευκίδου Mαρία Γεώργαινα ν. Άριστου Kανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248) Η πρόσφατη δε τροποποίηση της Δ.30 για εκδίκαση αγωγών στη βάση γραπτής μαρτυρίας, είτε λόγω του ύψους της διαφοράς είτε κατόπιν συμφωνίας των μερών, συνιστά τρανή ένδειξη ότι, ακόμη και μια συνηθισμένη «αγωγή», δύναται να εκδικαστεί στη βάση γραπτής, αντί προφορικής μαρτυρίας και όλα τα δικαιώματα των μερών και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, εξακολουθούν να διασφαλίζονται με τον ίδιο τρόπο και στο ακέραιο. Σ' αυτό συμβάλλει και η δυνατότητα που παρέχεται για αντεξέταση των μαρτύρων, αν βέβαια τα μέρη επιθυμούν να προβούν σε τέτοια αντεξέταση. Η απουσία όμως προφορικής μαρτυρίας από τη διαδικασία, ουδόλως μεταβάλλει τη φύση ή τον «πρωτογενή χαρακτήρα» της, αφού το κριτήριο παραμένει το ίδιο, ήτοι, κατά πόσο στη βάση της αξιολόγησης της αποδεκτής μαρτυρίας, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα και να εξάγει συμπεράσματα ως προς το αν έχει ικανοποιηθεί το ανάλογο βάρος απόδειξης που φέρουν οι διάδικοι. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι, η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, καθορίζεται πάντα με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και ότι είναι «...επίσης, καλά νομολογημένο ότι το δικαστήριο, σε θέματα διαδικασίας και πρακτικής, έχει ευρεία διακριτική εξουσία να καθορίζει την ενώπιόν του διαδικασία. Στην Eleftheriades a.ο. v. Mavrellis a.ο.
(1985)1 C.L.R. 436, ... αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 445) "It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case." Προκύπτει από το πιο πάνω ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να δίδει οδηγίες, ανάλογα με τις ανάγκες της υπόθεσης, χωρίς βέβαια το θεσμοθετημένο πλαίσιο διαδικασίας, εκεί όπου αυτό υπάρχει, να καταργείται, κατ' επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου. (βλ. Coward Martin
(2013)1 ΑΑΔ 1070). Στη βάση των πιο πάνω και εφόσον αμφότεροι οι διάδικοι είχαν κοινή και συμφωνημένη θέση ότι με το να κατατεθούν εκατέρωθεν γραπτές ένορκες δηλώσεις, μορφή αποδεκτής μαρτυρίας, οι θέσεις των πελατών τους προβάλλονταν στον καλύτερο δυνατό βαθμό, ουδείς λόγος υπήρχε γιατί να θέσει εμπόδιο το Δικαστήριο και να ακολουθηθεί διαφορετική διαδικασία, μόνο διότι πρόκειται για διαδικασία με «πρωτογενή χαρακτήρα». Άλλωστε, στη σύγχρονη εποχή, με όλα τα δικαστικά προβλήματα που ο τεράστιος όγκος των υποθέσεων συνεπάγεται, η εκδίκαση υποθέσεων στη βάση γραπτών παραστάσεων, όχι μόνο βοηθά τα μέγιστα τη διαδικασία αλλά εξυπηρετεί και καλύτερα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αφού αν μη τι άλλο, με τον τρόπο αυτό εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός αλλά και δικηγορικός χρόνος. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, θα πρέπει να σημειώσω εδώ ότι στην παρούσα υπόθεση, αν και αμφότεροι οι συνήγοροι των μερών είχαν το δικαίωμα όπως ζητήσουν να αντεξετάσουν τους αντίδικους ομνύοντες επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών τους, και οι δύο επέλεξαν όπως μην ασκήσουν το εν λόγω δικαίωμα και όπως προχωρήσουν απευθείας με την επιχειρηματολογία τους, αναφορά στην οποία κάνω πιο κάτω. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι, με βάση τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν από τις αντίστοιχες Ε/Δ των μερών, έχει ενεργοποιηθεί το νομοθετικό μαχητό τεκμήριο του άρθρου 3, Κεφ.62 και είναι πλέον στους ώμους των Καθ' ων η αίτηση να αποδείξουν ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις, για τις οποίες δεν δόθηκε αντιπαροχή εφόσον ήταν δια δωρεάς, έγιναν καλόπιστα. Εισηγήθηκε ο κ. Χατζηνεοφύτου ότι το βάρος αυτό, οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατάφεραν να το αποσείσουν με τη γενική, αόριστη και ασαφή μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση 1. Η εν λόγω μαρτυρία, υποστήριξε ο συνήγορος, όχι μόνο δεν κατέδειξε οποιαδήποτε γνήσια ή ικανοποιητική δικαιολογία για τις μεταβιβάσεις αλλά αντίθετα, δημιούργησε σοβαρά ερωτηματικά ως προς το λόγο που ο Καθ' ου η αίτηση 1, «. ενώ στις 21/09/2012 υπέγραψε δήλωση αναγνώριση της οφειλής του προς τους Ενάγοντες . ζητώντας περίοδο χάριτος 60 ημερών . αυτός έσπευσε εντός της ρηθείσας περιόδου να προβεί στις επίδικες μεταβιβάσεις.», ερωτηματικά που παρέμειναν αναπάντητα. Υποστήριξε τέλος ο συνήγορος ότι, υπό το φως όλων των πιο πάνω και ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που περιέβαλλαν τις μεταβιβάσεις, δεν μπορεί παρά να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο των μεταβιβάσεων, αυτές έγιναν δόλια με σκοπό να παρεμποδιστούν οι Αιτητές να ικανοποιηθούν. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, την οποία θέση παραθέτω αυτούσια όπως εκτίθεται στη γραπτή αγόρευση της κας Καραπατάκη. «Είναι η θέση μας πως το γεγονός πως ο Καθ' ου η αίτηση άφησε ακίνητη περιουσία επ' ονόματι του σε συνδυασμό με την παραδοχή από πλευράς του πως ο λόγος που άφησε περιουσία εγγεγραμμένη επ' ονόματι του ήταν η ύπαρξη της οφειλής που είχε προς τους Αιτητές έχει την δικήν του βαρύνουσα σημασία και δημιουργεί τριγμούς στο μαχητό τεκμήριο της δόλιας μεταβίβασης. Προκύπτει από τα ανωτέρω πως ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν είναι ένα πρόσωπο που πρόθεση του ήταν να μην αποπληρώσει τους Αιτητές, αντίθετα παραδέχεται πως άφησε περιουσία εγγεγραμμένη επ' ονόματι του λόγω της οφειλής του προς τους Αιτητές. Η ανωτέρω συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση 1 αποκαλύπτει το ποια ήταν η πραγματική του πρόθεση και τα πραγματικά του κίνητρα κατά τη διενέργεια των επίδικων μεταβιβάσεων. Το ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 άφησε περιουσία εγγεγραμμένη επ' ονόματι του συνιστά κατά την άποψη μας πράξη η οποία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις δεν έγιναν δόλια. Είναι η θέση μας πως στην παρούσα υπόθεση και με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία υπάρχουν τα στοιχεία που καταδεικνύουν πως οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν καλή τη πίστει. . Είναι περαιτέρω η θέση των Καθ' ων η αίτηση πως από τα ανωτέρω προκύπτει πως έχουν αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί και ειδικότερα έχουν κλονίσει το μαχητό Τεκμήριο ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν με σκοπό να καταδολιεύσουν τους Αιτητές. Ενισχυτικό της ανωτέρω θέσης των Καθ' ων η αίτηση είναι το γεγονός πως τα όσα προέβαλαν με τη μαρτυρία τους για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί και να ανατρέψουν το μαχητό Τεκμήριο της δόλιας μεταβίβασης δεν αμφισβητήθηκαν από τους Αιτητές είτε διά της αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα είτε δια της προσκόμισης επιπλέον μαρτυρίας από αυτήν που προσκομίστηκε διά της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των. Ήτοι οι Αιτητές δεν προσκόμισαν οιαδήποτε μαρτυρία στο Δικαστήριο που να ανατρέπει και να αντικρούει την κατά την άποψη μας αναντίλεκτη μαρτυρία και τους αναντίλεκτους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Καθ' ων η αίτηση. Δυνάμει των ανωτέρω οι Καθ' ων η αίτηση επαναλαμβάνουν τη θέση των πως έχουν αποσείσει το βάρος με το οποίο ήταν επιφορτισμένοι και έχουν αποδείξει πως οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν καλή τη πίστει και όχι με πρόθεση να εμποδιστούν και/ή να καθυστερήσουν τους Αιτητές να ανακτήσουν τα χρέη τους.» Θεωρώ ορθό όπως προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, παραθέσω συνοπτικά τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις δυνάμει του Κεφ.62, όπως η εν λόγω πτυχή έχει αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Κεφ. 62 ή όπως ήταν αρχικά Κεφ. 95, το οποίο πριν την νομοθετική του 1949, συνιστούσε το Ν. 7/1886όπως τροποποιήθηκε από το αρ.2 του Ν.10/1927 (βλ. APHRODITE N. VASSILIADES ν. ARTEMIS N. VASSILIADES AND ANOTHER (V18) 1 CLR 10 1941 July 9 και ημερομηνία θέσπισης Κεφ.62 και σχετικό πλαγιότιτλο «24 Απριλίου 1886 - 1949 Cap.95») παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως «δόλια» βάσει των διατάξεων του Άρθρου 3 του Νόμου (βλ. επίσης αρ.4). Το Άρθρο 3
(1)του Κεφ. 62 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας, που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, με πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε απ' αυτούς να ανακτήσουν απ' αυτόν τα χρέη τους, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών. Στην παλιά, αλλά καθοδηγητική απόφαση, Lymperopoulou v. Christodoulou a.ο.
(1957)Vol. 22 C.L.R., 184, η οποία υιοθετήθηκε από τη μεταγενέστερη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Pampos Zenios Trading Ltd a.ο. v. Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2322), αποφασίστηκε ότι μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη εναντίον πιστωτή ή πιστωτών τους οποίους, ο μεταβιβάζων και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους. Δόλια μεταβίβαση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 3
(1)του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ. 62, μπορεί ν' ακυρωθεί μόνον εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης), κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει, στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους του. Ο Νόμος δεν παρέχει θεραπεία για «μεταγενέστερο πιστωτή», δηλαδή πιστωτή ο οποίος δεν βρισκόταν στη σκέψη του χρεώστη κατά το χρόνο της δόλιας μεταβίβασης. (Για τα πιο πάνω βλ. μεταξύ άλλων, Τζιέπρα Σταυρούλλα ν. Χαράλαμπου Σάββα και Άλλης
(2013)1 ΑΑΔ 2410 και Zenios Pambos Trading Ltd και Άλλη ν. Μιχάλης Χατζηπαύλου Υιός Λτδ και Άλλου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 2322) Το ουσιώδες στοιχείο επομένως για να χαρακτηριστεί ως «δόλια» μια μεταβίβαση, είναι η πρόθεση του μεταβιβάζοντος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως έχει νομολογηθεί όμως, αυτό το στοιχείο του «δόλου» για σκοπούς του Κεφ.62, δεν συνίσταται σε «ηθικό δόλο», αλλά αφορά μόνο το κατά πόσο ο μεταβιβάζων είχε πρόθεση, να καθυστερήσει ή να δυσκολέψει τους πιστωτές του. (βλ. VASSILIADES ανωτέρω). Αναφέρω εδώ τον όρο «δυσκολέψει» αντί του όρου «παρεμποδίσει» που αναφέρεται στο ελληνικό κείμενο του αρ.3
(1), διότι στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Νόμου, το οποίο παρέμεινε αναλλοίωτο από το 1886 και το οποίο για σκοπούς ερμηνείας νομοθετικών προνοιών, συνιστά τον ορθό ερμηνευτικό οδηγό (βλ. Χρήστος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69), στο αρ.3
(1)(πρώην αρ.2
(1)), χρησιμοποιείται η φράση «hinder», ήτοι το να καταστήσεις δύσκολο για κάποιον να κάνει κάτι ή για να γίνει κάτι (make it difficult for (someone) to do something or for (something) to happen)» και όχι η φράση «prevent» ήτοι «να εμποδίσεις». Μάλιστα δε, στη VASSILIADES ανωτέρω, η οποία να σημειωθεί ήταν απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) σε έφεση από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και επομένως δεσμευτική για την κυπριακή νομολογία, τονίστηκε ότι για να καταδειχθεί η απαιτούμενη για το Κεφ.62 πρόθεση, αυτό που απαιτείται να καταδειχθεί, είναι κάτι λιγότερο από «παρεμπόδιση» των πιστωτών: «The law of Cyprus as stated in the sections cited above makes the intent of the transferor the crucial test for deciding whether the transfer or disposal is to be deemed to be "fraudulent". The fraud contemplated is not what has been called "moral" fraud; but consists in the intention of the transferor to "hinder" or "delay" (that is something less than "prevent") his creditors.» (έμφαση δική μου) Σύμφωνα με το αρ.3
(2)(πρώην αρ.2
(2)) όμως, όταν η μεταβίβαση έγινε, μεταξύ άλλων, σε σύζυγο ή παιδί και «...όχι με χρηματικό αvτάλλαγμα ή με αvτάλλαγμα άλλη περιoυσία ισoδύvαμης αξίας ή με καλή αvτιπαρoχή...», δημιουργείται τεκμήριο (presumption) ότι η μεταβίβαση ήταν «δόλια» και τo βάρoς απόδειξης ότι αυτή έγιvε καλή τη πίστει και χωρίς πρόθεση vα δυσκολευτούν ή να καθυστερήσουν οι πιστωτές αυτού που μεταβιβάζει, είναι στους ώμους του τελευταίου καθώς και τoυ προσώπου στo οπoίo έγιvε η μεταβίβαση. Σημειώνω εδώ ότι, η φυσική αγάπη και στοργή, δεν συνιστούν «καλή αντιπαροχή» για σκοπούς του Νόμου (βλ. Vassiliades ανωτέρω). Το εν λόγω τεκμήριο είναι βέβαια μαχητό (rebuttable presumption) και δύναται, όπως όλα τα μαχητά τεκμήρια, να ανατραπεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, νοουμένου ότι προσκομιστεί επαρκής αποδεκτή μαρτυρία προς τούτο. Σημειώνεται τέλος ότι τόσο η απαιτούμενη πρόθεση, εκεί όπου τέτοια πρόθεση χρειάζεται να αποδειχθεί, όσο και η καλή πίστη, είναι στοιχεία που θα πρέπει να συναχθούν από το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και κατά την εξέταση αυτή, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης καθώς επίσης, εκεί όπου παρέχεται η δυνατότητα, την ιδιομορφία της κυπριακής κοινωνίας που περιβάλλει την ειδική σχέση των μερών που αναφέρονται στο αρ.3
(2). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Vassiliades ανωτέρω: «Whether or not that intention exists, must be decided as an inference of fact from considering all the circumstances of the case.. The decision that the first respondent had satisfied this onus, which was arrived at by the Courts in Cyprus, the Judges of which have a knowledge of local conditions and habits which their Lordships do not pretend to possess, is not one which they would lightly interfere with. But they feel satisfied on a consideration of all the evidence and documents that it is a right conclusion, and that the judgment should be affirmed.» (έμφαση δική μου) Προχωρώ τώρα να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ενόψει του ότι ουδείς εκ των μαρτύρων των δύο πλευρών αντεξετάστηκε επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών του επί γεγονότων, υπενθυμίζω το γενικό κανόνα ότι «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου ..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και ότι η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους, ενδεχομένως να ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Υπενθυμίζω επίσης ότι εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής καταφέρει να το αποσείσει στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων τότε το ερώτημα είναι αν ο αντίδικος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησαν επίδικα, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον πρώτο να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε. (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665) Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Εκεί βέβαια που τίθεται θέμα μαχητού τεκμηρίου (rebuttable presumption), το βάρος απόδειξης των γεγονότων που ενεργοποιούν το τεκμήριο το φέρει πάντα ο διάδικος που το επικαλείται, αφού για να δημιουργηθεί το τεκμήριο, θα πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ένα συγκεκριμένο γεγονός οπόταν και η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος εξάγεται φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση, το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά (βλ. Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916) ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Όπως ανέφερα πιο πάνω αλλά και προκύπτει από την εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, συνιστά κοινό και αδιαμφησβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων, ήτοι μεταξύ 24/10/12 και 09/11/12, οι Αιτητές ήταν πιστωτές του Καθ' ου η αίτηση 1, ως ο όρος αυτός συναντάται στο Κεφ.62, για το ποσό των €65.000 πλέον τόκο. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις, έγιναν από τον Καθ' ου η αίτηση 1 προς τη σύζυγο και τις θυγατέρες του δια δωρεάς, ήτοι χωρίς oπoιoδήπoτε χρηματικό αvτάλλαγμα ή άλλη καλή αvτιπαρoχή. Η φυσική αγάπη και στοργή που αναφέρει μεταξύ άλλων ο Καθ' ου η αίτηση 1, έστω και αν δεν την προβάλλει ευθέως ως στοιχείο καλής αντιπαροχής, δε δύναται να θεωρηθεί ως τέτοια (βλ. Vassiliades ανωτέρω). Προκύπτει επίσης να συνιστά μη αμφισβητούμενο γεγονός και το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Καθ' ου η αίτηση 1, είχε στην ιδιοκτησία του, πέραν των επίδικων ακινήτων που μεταβιβάστηκαν και άλλη ακίνητη περιουσία. Στη βάση των πιο πάνω κοινώς αποδεκτών γεγονότων, τα οποία συνιστούν και ευρήματα μου, οι Αιτητές έχουν καταφέρει με τη μαρτυρία τους να ενεργοποιήσουν δεόντως το μαχητό τεκμήριο του αρ.3
(2)και επομένως οι επίδικες μεταβιβάσεις θα πρέπει να ακυρωθούν ως «δόλιες», εκτός αν η μαρτυρία από πλευράς Καθ' ων η αίτηση, καταδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι στην πραγματικότητα, οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν καλή τη πίστει και χωρίς πρόθεση vα δυσκολευτούν ή να καθυστερήσουν οι πιστωτές του Καθ' ου η αίτηση 1. Προς απόσειση αυτού του βάρους τους, οι Καθ'ων η αίτηση επέλεξαν να βασιστούν μόνο στη μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση 1 την οποία προχωρώ να αξολογήσω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι αν και ορθά επισημαίνει ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών ότι η εναπόθεση βάρους απόδειξης και στους ώμους των προσώπων που έλαβαν την περιουσία, επιβάλλει τη συμμετοχή τους στη διαδικασία, δεν θα συμφωνήσω με τη θέση του ότι τους επιβάλλεται και υποχρέωση να καταθέσουν ως μάρτυρες. Ο τρόπος με τον οποίο ένας διάδικος επιλέγει να προωθήσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο είναι αποκλειστικά δικό του θέμα, όπως αποκλειστικά δική του είναι και η επιλογή των μαρτύρων που θα κληθούν να καταθέσουν εκ μέρους του και στο τέλος της ημέρας, αυτός θα είναι ο αποκλειστικά υπεύθυνος για τις συνέπειες που οι επιλογές του αυτές συνεπάγονται για την υπόθεση του. Στην παρούσα υπόθεση, όλοι οι Καθ' ων η αίτηση συμμετείχαν στη διαδικασία. Αν και ο καθένας τους αντιμετωπίζει ξεχωριστή υπόθεση, εφόσον πρόκειται για ξεχωριστές μεταβιβάσεις, όλοι τους επέλεξαν να κρατήσουν κοινή γραμμή και να προσκομίσουν ένα κοινό μάρτυρα για να την προωθήσει, ήτοι τον Καθ' ου η αίτηση 1, τον οποίο και εξουσιοδότησαν να δώσει δεσμευτική για όλους μαρτυρία. Το αν με την επιλογή τους αυτή κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος που ο καθένας τους έχει στην υπόθεση, αυτό είναι άλλο θέμα, το οποίο και θα εξεταστεί στη συνέχεια. Διεξήλθα τη μαρτυρία του Καθ' ου η Αίτηση 1 και των εγγράφων που αυτός προσκόμισε, έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για άμεσα εμπλεκόμενο πρόσωπο στην υπόθεση, του οποίου οι ενέργειες τεκμαίρονται από το Νόμο να είναι «εκ πρώτης όψεως δόλιες». Ως ανέφερα πιο πάνω, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίστηκε ότι προέβη στις εν λόγω μεταβιβάσεις με αποκλειστικό σκοπό να διασφαλίσει την «κληρονομιά» της συζύγου και των παιδιών του και να αποφύγει δυσάρεστες μελλοντικές ενδοοικογενειακές προστριβές για το θέμα αυτό, προστριβές όμοιες με αυτές που βίωσε ο ίδιος και η σύζυγος του σε σχέση με την περιουσία που τους «άφησαν» οι δικοί τους γονείς. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έχοντας πλήρη επίγνωση του χρέους του και παράλληλα καμιά πρόθεση να «καταδολιεύσει» τους Αιτητές πιστωτές του, «φρόντισε» όπως διασφαλίσει και αυτούς, αφήνοντας «πίσω» αρκετή περιουσία για να υπερκαλύψει το χρέος του. Αυτό μάλιστα, ισχυρίζεται ότι απεδείχθη να ήταν όντως προς το συμφέρον των Αιτητών, αφού, αν και δεν κατάφερε να αποπληρώσει το χρέος του, εντούτοις με το που οι τελευταίοι δέσμευσαν την εναπομείνασα περιουσία του με τη δικαστική απόφαση που εξασφάλισαν, αυτοί κατέστησαν εξασφαλισμένοι πιστωτές του, με προτεραιότητα μάλιστα στην είσπραξη οποιουδήποτε προϊόντος εκποίησης, αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη προγενέστερη επιβάρυνση στην περιουσία. Η δε αξία της εξασφάλισης αυτής, η οποία σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση του Κτηματολογίου, ξεπερνά τις €74.000, υπερκαλύπτει και το χρέος αλλά και τους τόκους και τα έξοδα. (Ως προς το ότι η εγγραφή ΜΕΜΟ καθιστά πλέον τον εξ' αποφάσεως πιστωτή εξασφαλισμένο βλ. αρ.12
(6)και αρ.2 του Μέρους Ι του Πρώτου Παραρτήματος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965καθώς και αρ.2 Κεφ.5). Για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, κρίνω ότι η μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση 1, είναι και αληθοφανής αλλά και ικανοποιητική για να αποσείσει το βάρος που φέρει ένας έκαστος των Καθ' ων η Αίτηση. Κατά πρώτο, η θέση του Καθ' ων η αίτηση 1 ότι μέχρι και σήμερα, οι Αιτητές είχαν και έχουν στη διάθεση τους υπεραρκετή περιουσία για να ανακτήσουν πλήρως το χρέος τους, επιβεβαιώνεται από την ανεξάρτητη μαρτυρία του Πιστοποιητικού του Κτηματολογίου (βλ. Τεκμήριο 1 Ε/Δ Καθ' ου η αίτηση 1). Κατά δεύτερο, παρά το ότι η πιο πάνω ανεξάρτητη μαρτυρία που έχει προσκομίσει ο Καθ' ου η αίτηση 1, φαίνεται να επιβεβαιώνει «εκ πρώτης όψεως» τη θέση του ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις, ουδόλως έχουν δυσκολέψει ή καθυστερήσει, ακόμα και εμποδίσει τους Αιτητές από του να ανακτήσουν το χρέος τους, οι τελευταίοι ούτε αμφισβήτησαν αλλά ούτε και αντίκρουσαν την εν λόγω μαρτυρία, με αναλόγου βαρύτητας δική τους μαρτυρία. Παρέμεινε έτσι αναντίλεκτη η θέση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο των μεταβιβάσεων, όταν το χρέος του Καθ' ου η αίτηση 1 ανέρχετο σε κάτι περισσότερο από €65.000, αυτός «φρόντισε» όπως διατηρήσει επ' ονόματι του περιουσία αξίας τουλάχιστο €74.000. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι «Εξάλλου είναι πασιφανές ότι το γεγονός ότι Καθ' ου η Αίτηση άφησε ένα πολύ μικρό ποσοστό εγγεγραμμένο εις το όνομα του σε κάποια ακίνητα θα δημιουργήσει καθυστέρηση και/ή δυσκολία στην ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους οι οποίοι ασφαλώς θα ήτο σε πολύ καλύτερη θέση αν μπορούσαν να εγγράψουν επιβάρυνση ΜΕΜΟ π.χ. σε όλο το συμφέρον που ο Καθ' ου η αίτηση διέθετε προηγουμένως...», δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία αφού τίποτε δεν έχει προσκομισθεί που να καταδεικνύει, είτε ότι η δεσμευμένη περιουσία εκποιήθηκε και δεν ικανοποίησε το χρέος είτε ότι ακόμη και αν η εν λόγω περιουσία εκποιηθεί, το χρέος θα παραμείνει ανικανοποίητο. Η μόνη θέση που έχει προβληθεί και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και επιβεβαιώνεται από την ανεξάρτητη μαρτυρία, είναι αυτή του Καθ' ου η αίτηση 1, ήτοι ότι πάντοτε υπήρχε περιουσία για να διατεθεί προς πλήρη εξόφληση του χρέους και μέχρι και σήμερα αυτό μπορεί να επιτευχθεί, κατ' επιλογή των Αιτητών. Κατά τρίτο, ο συλλογισμός του Καθ' ου η αίτηση 1 ότι, αν όντως είχε πρόθεση να «καταδολιεύσει» τους πιστωτές του, θα αποξένωνε ολόκληρη την περιουσία του και δεν θα άφηνε τίποτα «πίσω» για να ικανοποιηθούν οι πιστωτές του και εύλογος είναι και αληθοφανής. Το ότι η περιουσία που εν τέλει δεσμεύτηκε με ΜΕΜΟ, ήταν, ακόμη και μετά την καταχώρηση της αγωγής και την έκδοση απόφασης, εγγεγραμμένη εξ' ολοκλήρου επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση 1 και ελεύθερη από οποιαδήποτε άλλα εμπράγματα βάρη, ενισχύει τη θέση του τελευταίου ότι δεν είχε πρόθεση να «αποφύγει» τους πιστωτές του. Το ότι, παρά τις επίδικες μεταβιβάσεις, κατέστη δυνατό να εγγραφεί ΜΕΜΟ προς όφελος των Αιτητών σε περιουσία πέραν των €74.000 με όλα τα οφελήματα και δικαιώματα που μια τέτοια εγγραφή δικαστικής απόφασης συνεπάγεται για τον, κατά προτεραιότητα μάλιστα, εξ' αποφάσεως πιστωτή, καταδεικνύει του λόγου το αληθές. Ακόμη και σήμερα όμως, η εν λόγω περιουσία μπορεί εύκολα και γρήγορα να αξιοποιηθεί από τους Αιτητές προς πλήρη ικανοποίηση του χρέους, αν και απ' ότι φαίνεται, οι τελευταίοι έχουν προς το παρόν περιοριστεί, μόνο στη δέσμευση της περιουσίας. Τέλος, τα όσα ερωτηματικά εγείρει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών στην αγόρευση του ότι προκύπτουν από τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτηση 1 και τα οποία τείνουν κατά το συνήγορο να καταδείξουν το αναξιόπιστο των θέσεων του τελευταίου, θα πρέπει να επισημάνω ότι ουδέποτε τέθηκαν, μέσω αντεξέτασης ή άλλως πώς, ενώπιον του Καθ' ου η αίτηση 1 ούτως ώστε αυτός να μπορέσει να δώσει τη δική του θέση επί αυτών και ακολούθως να αξιολογηθεί επί των απαντήσεων του, ώστε να διαφανεί η θέση του συνηγόρου ότι, τα όσα «..ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν...». (βλ. μεταξύ άλλων Κ.Λ., Frederickou Schools Co Ltd, Jonitexo Ltd και Κωστρίκη ανωτέρω). Ο Καθ' ου η αίτηση 1 ισχυρίστηκε ότι αποφάσισε όπως ενόσω είναι εν ζωή, διαμοιράσει στους «κληρονόμους» του περιουσία ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν ενδοοικογενειακές περιουσιακές διαφορές στο μέλλον όταν αυτός θα έχει αποβιώσει, όμοιες με αυτές που ο ίδιος και η σύζυγος του βιώνουν. Αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο ισχυρίστηκε ότι μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα και όχι για να «δυσκολέψει ή καθυστερήσει» τους αιτητές πιστωτές του. Το ότι ο χρόνος που επέλεξε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 να «διασκεδάσει» τις ανησυχίες του, αντιπαραβαλλόμενος με το χρόνο που δημιουργήθηκε η οφειλή του, ενδέχεται να δημιουργεί ερωτηματικά ως προς το γνήσιο των προθέσεων του είναι όντως μία πιθανότητα. Δεν είναι όμως η μόνη, αφού και η δίκη του θέση είναι εξ' ίσου εύλογη και πιθανή. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι δεν είναι παράλογο κάποιος να επιθυμεί να αναλάβει πλήρη ευθύνη για τις πράξεις του και να «απαλλάξει» την υπόλοιπη οικογένεια του από τα «βάρη» των χρεών που αυτός δημιούργησε, διασφαλίζοντας παράλληλα την μελλοντική βιωσιμότητα τους. Υπενθυμίζω ότι το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης δηλαδή, του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσο καταδείχθηκε με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του, είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Λαμβανομένου υπόψη ότι είναι όντως συχνό «φαινόμενο» στην κυπριακής κοινωνία όπως μετά το θάνατο προσώπου με περιουσία, να αναφύονται σοβαρές ενδοοικογενειακές διαφορές μεταξύ των κληρονόμων που «σπάζουν» τον κατά τ' άλλα ισχυρό συγγενικό δεσμό, κάτι το οποίο επιμαρτυρεί και ο μεγάλος αριθμός τέτοιων υποθέσεων που επιλαμβάνονται καθημερινά τα Δικαστήρια, η πιο πάνω «δικαιολογία» που προβάλλει ο Καθ' ου η αίτηση 1, αξιολογούμενη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, συνιστά, «εκ πρώτης όψεως» τουλάχιστο, εύλογη και αληθοφανή δικαιολογία. Εν τη απουσία οποιασδήποτε αντεξέτασης ή αμφισβήτησης του Καθ' ου η αίτηση 1 ως προς τα κίνητρα του κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα ερωτήματα που θέτει ο συνήγορος των Αιτητών στην αγόρευση του, όσο εύλογα και αν είναι, παρέμειναν απλά ερωτήματα στη σφαίρα του υποθετικού και δεν μπορούν να επενεργήσουν εις βάρος της αξιοπιστίας της εκδοχής του Καθ' ου η αίτηση 1, ιδιαίτερα εφ' όσον και η δική του εκδοχή, είναι και εύλογη και πιθανή αλλά και παρουσιάζεται, όπως αναφέρω ανωτέρω, να επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία. Στη βάση των πιο πάνω επομένως, κρίνω την εκδοχή των Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτή προβλήθηκε μέσω του Καθ' ου η αίτηση 1, αξιόπιστη. Κρίνω επίσης ότι στη βάση της πιο πάνω αξιόπιστης εκδοχής του Καθ' ου η αίτηση 1, όλοι οι Καθ'ων η Αίτηση κατάφεραν να αποσείσουν το σχετικό βάρος απόδειξης που είχαν στη διαδικασία και ότι εν τη απουσία οποιασδήποτε περί του αντιθέτου αντικρουστικής μαρτυρίας, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ, εφόσον όλοι οι Καθ' ων η αίτηση, έτυχαν κοινής εκπροσώπησης. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Final Αναφορά: Ακύρωση Δόλιας Μεταβίβασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο