← Κύπρος

Ηρόδοτος Ροτσίδης ν. Χρίστος Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 2086/11, 28/3/2018

Ηρόδοτος Ροτσίδης ν. Χρίστος Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 2086/11, 28/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A106 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2086/11 Μεταξύ: Ηρόδοτος Ροτσίδης, από τη Λεμεσό Ενάγοντας και Χρίστος Μιχαήλ, από τη Λεμεσό Εναγόμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χ. Ιωάννου για Χ.Π. Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. (κ. Ανδρέου για να ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο: κ. Στ. Κ. Στυλιανού. (κα Μαλτά για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή, και την τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης του αξιώνει εναντίον του εναγομένου γενικές αποζημιώσεις για πόνο ταλαιπωρία, σωματικές βλάβες και/ή μόνιμη και/ή μερική ανικανότητα και ζημίες, πλέον γενικές αποζημιώσεις για παρελθούσα και μελλοντική απώλεια απολαύσεων της ζωής και/ή απώλεια ικανότητα ενασχόλησης σε αθλητικές και άλλες δραστηριότητες, πλέον ειδικές αποζημιώσεις εκ ποσού €31.293,01σ, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνέπεια οδικού δυστυχήματος που επεσυνέβη κατά ή περί την 4/4/2010 στον δρόμο Πελενδρίου - Τριμίκληνης για το οποίο αποκλειστική ευθύνη φέρει ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται ότι φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για το εν λόγω δυστύχημα και ισχυρίζεται ότι αυτό επεσυνέβη συνέπεια της αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Ενάγοντα. Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί και δεν θα επαναληφθούν αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σε αμφότερα τα δικόγραφα τίθενται σωρεία λεπτομερειών ισχυριζόμενης αμέλειας αμφοτέρων των διαδίκων. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον μου έδωσαν μαρτυρία σωρεία προσώπων περιλαμβανομένων και των διαδίκων. Για λογαριασμό του Ενάγοντα μαρτύρησαν η Άννα Στυλιανού (πρωτοκολλητής Ε. Δ. Λεμεσού) (ΜΕ1), ο Α/Αστυφ.2218, Γ. Γεωργίου (ΜΕ2), ο ενάγοντας (ΜΕ3), ο Βάσος Ευσταθίου (ΜΕ4) ο Δρ. Αλκιβιάδης Αλκιβιάδους (ΜΕ5), ο Δρ. Στήβεν Ιωσηφίδης (ΜΕ6) και η Στέλλα Ζησιμίδου (ΜΕ7). Για την πλευρά του εναγόμενου μαρτυρία έδωσαν οι Αστυφ. Παναγιώτης Κοφτερός (ΜΥ1), ο Θράσος Ο'Μαχόνι (ΜΥ2), ο εναγόμενος (ΜΥ3) και ο Δρ. Κώστας Κοντοζής (ΜΥ4). Πέραν της προφορικής μαρτυρίας ενώπιον μου κατατέθηκαν από τους μάρτυρες συνολικά 53 τεκμήρια. Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί και σημειωθεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Τόσο το τι ανέφεραν οι μάρτυρες κατά την ζωντανή τους μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και θα ληφθούν υπόψη στην κατωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σε αυτή θα γίνει αναφορά και στα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από τους εν λόγω μάρτυρες αλλά και όπως προκύπτουν από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Επίσης, έχω υπόψη μου τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα και τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του (βλ. Αυξεντίου v. Διγκλη

(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454). Με βάση τα δικόγραφα αλλά και την προσαχθείσα μαρτυρία τα κύρια επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής είναι η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος και το ύψος των αποζημιώσεων σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα και τις αξιώσεις του για απώλειες και ζημιές. Ως παραδεκτό γεγονός και υπό μορφή δήλωσης από πλευράς του συνηγόρου υπεράσπισης του εναγόμενου δηλώθηκε ότι: Επί πλήρους ευθύνης αποδέχεται τα ποσά των ειδικών ζημιών που αναφέρονται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης και υπό στοιχεία (γ), (ε), (στ) και (η). Επιπλέον κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως τέτοιο το κάτωθι: Ο Ενάγων, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας με αρ. εγγραφής KMD
  1. Θα εξετάσω κατωτέρω κάθε ένα από τα πιο πάνω επίδικα θέματα ξεχωριστά. Προτού όμως προχωρήσω με την παράθεση της ουσίας της δοθείσας μαρτυρίας και την αξιολόγηση αυτής αναφέρω ότι ενώπιον μου τέθηκαν συνοπτικά οι κάτωθι αντιφατικές εκδοχές. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά την πορεία και διαδρομή του στον δρόμο Πελενδρίου - Τριμήκληνης με μοτοσυκλέτα κατευθυνόταν με νότια πορεία και επιχειρούσε αριστερή στροφή όταν ο εναγόμενος εισερχόμενος με αντίθετη κατεύθυνση στον ίδιο δρόμο εισήλθε στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας, του ανέκοψε την πορεία με αποτέλεσμα να ανατραπεί και να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες και ζημιές. Από την άλλη ο εναγόμενος αρνείται την πιο πάνω εκδοχή εμμένοντας στην θέση του ότι κινείτο κανονικά εντός της δικής του λωρίδας και ευθύνη για το δυστύχημα έχει ο ενάγων ο οποίος απέτυχε να οδηγήσει και εισέλθει στην αριστερή στροφή με επιμέλεια με αποτέλεσμα να μην ενεργήσει ως συνετός οδηγός και να απολέσει τον έλεγχο και να συγκρουστεί με το όχημα του εναγόμενου. Επιπλέον αρνείται την φύση και σοβαρότητα των τραυμάτων του ενάγοντα, αλλά και τις ειδικές ζημιές. Επιπλέον στοιχείο που κρίνω ότι είναι σημαντικό να αναφερθεί εξ' αρχής είναι η ύπαρξη βίντεο με απεικόνιση της στιγμής της σύγκρουσης - Τεκμήριο
  2. Ο ενάγων κατά την πορεία του ακολουθείτο από άλλο μοτοσικλετιστή ο οποίος είχε τοποθετημένη επί της μοτοσυκλέτας του κάμερα η οποία παρά την κάποια απόσταση κατέγραψε μέρος της πορείας του ενάγοντα προς την αριστερή στροφή και την στιγμή της σύγκρουσης. Το Τεκμήριο 4 αποτέλεσε σημαντικό σημείο αναφοράς από αρκετούς εκ των μαρτύρων αλλά και από τους συνηγόρους. Συμφωνώ με τον συνήγορο του ενάγοντα στο σημείο αναφοράς του ότι σπάνια σε τέτοιες υποθέσεις υπάρχει οπτικό υλικό από την στιγμή της σύγκρουσης. Η ιδιαιτερότητα δε αυτή ενώ θα αναμενόταν ότι θα βοηθούσε κατά πολύ έναν ενδεχόμενο συμβιβασμό ενόψει της ύπαρξης εικόνας από την στιγμή της σύγκρουσης αντίθετα αποτέλεσε σημείο διαφωνίας και διαφορετικής ερμηνείας από τις δύο πλευρές. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η γνησιότητα του τεκμηρίου 4 δεν έχει αμφισβητηθεί από οιαδήποτε εκ των πλευρών. Αποτέλεσε μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι το τεκμήριο 4 απεικονίζει την πορεία του μοτοσικλετιστή ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και την στιγμή της σύγκρουσης. Ουδεμία ένσταση τέθηκε ως προς την γνησιότητα του βίντεο αυτού ή εισήγηση για τυχόν αλλοίωση του. Με βάση την νομολογία η μαρτυρία αυτή του τεκμηρίου 4 θεωρείται πραγματική μαρτυρία και ως τέτοια αξιολογείται. Αποτελεί δε ένα σημαντικό στοιχείο μαρτυρίας που σε συσχετισμό και με τις θέσεις αμφότερων των συνηγόρων των διαδίκων θα πρέπει να αξιολογηθεί και ερμηνευθεί για να βοηθήσει στην διαπίστωση συμπερασμάτων. Επιπλέον με τα πιο πάνω θεωρώ σημαντικό να αναφέρω ότι κάποια ζητήματα προκύπτει μέσα από την μαρτυρία που παρουσιάσθηκε από αμφότερες τις πλευρές να μην έχουν αμφισβητηθεί με αποτέλεσμα να προκύπτουν αναντίλεκτα στοιχεία. Σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκαν οι πορείες αμφότερων των ενεχόμενων οδηγών αλλά και το είδος και επικινδυνότητα της στροφής. Αποτελεί αναντίλεκτο και κοινά αποδεκτό γεγονός ότι κατά την 04/04/2010, ο ενάγων οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής KMD 021 στον κύριο δρόμο Πελενδρίου - Τριμίκληνης ενώ ταυτόχρονα ο εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής ENE 985 στην αντίθετη πορεία. Αμφότερα τα οχήματα και οι οδηγοί εισήλθαν σε κλειστή στροφή με περιορισμένη και για τους δύο ορατότητα. Η επικινδυνότητα της στροφής αναφέρθηκε από μάρτυρες αμφότερων των πλευρών και δεν αμφισβητήθηκε με αναφορά τόσο στην σχετική σήμανση επί του δρόμου όσο και στον περιορισμό της ορατότητας. Μέσα στην κλειστή αυτή στροφή, αριστερή για τον ενάγοντα και δεξιά αντίστοιχα για τον εναγόμενο τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν πλευρικά. Συγκεκριμένα η μοτοσικλέτα του ενάγοντα συγκρούστηκε στο δεξί μέρος του οχήματος του εναγόμενου σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα με πλευρικό κτύπημα, ο ενάγων ανατράπηκε στην άσφαλτο και συνέχισε πορεία στο έδαφος μέχρι την άκρη του αντίθετου ρεύματος. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω προχωρώ στην ουσία της υπόθεσης με αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας της οποίας ουσιώδης περίληψη θα δοθεί με γνώμονα πάντα τα επίδικα ζητήματα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ: Η Μ.Ε.1, Άννα Στυλιανού είναι Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 πιστό αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 30/4/2013 που αφορούσε την υπόθεση 6966/11, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μεταξύ των Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον του Ηρόδοτου Ροτσίδη (ενάγοντα στην παρούσα αγωγή). Ως τεκμήριο 2 κατέθεσε την αίτηση επιστροφής τεκμηρίων που καταχωρήθηκε στην πιο πάνω ποινική υπόθεση από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Η εν λόγω μάρτυρας δεν έτυχε αντεξέτασης. Η εν λόγω απόφαση αφορά την ποινική δίωξη που εγέρθηκε εναντίον του ενάγοντα με αναφορά στο επίδικο δυστύχημα με κατηγορία αυτή της αμελούς οδήγησης και της παράλειψης για τήρηση του οχήματος του κατά το δυνατό πλησιέστερα προς την αριστερή άκρη του δρόμου ως όφειλε και για τις οποίες ο ενάγοντας ως κατηγορούμενος μετά από ακροαματική διαδικασία αθωώθηκε και απαλλάγηκε. Η μαρτυρία της ΜΕ1 ήταν στο σύνολο της τυπική και ουδέν εκ των αναφερθέντων υπ' αυτής αμφισβητήθηκε αντίθετα το σύνολο της μαρτυρίας της παρέμεινε αναντίλεκτο. Από την μαρτυρία αυτή προκύπτει ότι για το επίδικο δυστύχημα ο ενάγοντας κατηγορήθηκε για τις αναφερόμενες κατηγορίες και με βάση απόφαση Δικαστηρίου αθωώθηκε, Το πώς αυτή η ποινική υπόθεση επηρεάζει και αν δύναται να επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την παρούσα αστική διαδικασία θα εξεταστεί κατωτέρω. Συνεπακόλουθα αποδέχομαι στο σύνολο της την μαρτυρία της ΜΕ
  3. Ο ΜΕ2 Αστυφ. 2218 κ. Γεώργιος Γεωργίου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Λάνιας ενώ από το 1997 είναι μέλος της αστυνομικής δύναμης Κύπρου. Έλαβε βασική εκπαίδευση στην διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων και έλαβε μέρος σε διάφορα σχετικά συνέδρια. Από το 2004 μέχρι και την μαρτυρία του ασχολείται μεταξύ άλλων και με την διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Στην κατοχή του είχε το φάκελο της υπόθεσης που αφορά το επίδικο δυστύχημα στον δρόμο Πελενδρίου - Τριμήκληνης. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την κατάθεση του για το εν λόγω δυστύχημα. Στην κατάθεση του αναφέρεται στο επίδικο δυστύχημα και την άφιξη του στην σκηνή. Στους ενεχόμενους οδηγούς και στα οχήματα τους αλλά και στις δικές του ενέργειες για την διερεύνηση. Από τον ενάγοντα έλαβε ανακριτική κατάθεση αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης στην οποία και του ανάφερε ότι ενώ οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του στον πιο πάνω δρόμο με κατεύθυνση την Τριμήκληνη και ενώ μπροστά του υπήρχε μια κοφτή αριστερή στροφή με αποτέλεσμα να μην έχει ορατότητα ως προς τα αυτοκίνητα που έρχονταν από απέναντι και ενώ βρισκόταν στα μέσα της στροφής είδε ένα άσπρο αυτοκίνητο να έρχεται από απέναντι του με βόρεια κατεύθυνση και το οποίο βρισκόταν μέσα στην δική του πορεία κυκλοφορίας. Τότε προσπάθησε να το αποφύγει αλλά αυτό ήταν αδύνατο γιατί βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από αυτόν με αποτέλεσμα να συγκρουστεί πλευρικά με το όχημα και να ανατραπεί. Ο ενάγοντας του ανάφερε επίσης για τον φίλο του Ελληνίδη ο οποίος είχε εγκατεστημένη στην μοτοσικλέτα του με την οποία τον ακολουθούσε κάμερα. Στις 9/4/2010 έλαβε ανακριτική κατάθεση και από τον εναγόμενο όπου του ανάφερε ότι ο ίδιος οδηγούσε με κατεύθυνση το Πελένδρι σε μια δεξιά στροφή και ενώ βρισκόταν στην λωρίδα κυκλοφορίας του αντιλήφθηκε μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού να έρχεται ακυβέρνητη προς τα πάνω του με αποτέλεσμα να κτυπήσει στην δεξιά πλευρά του οχήματος του. Κατάθεση λήφθηκε και από τον Ελληνίδη ο οποίος έκανε αναφορά στην βιντεοκάμερα επί της μοτοσικλέτας του και στην καταγραφή της πορείας τους μέχρι και την σύγκρουση. Σύμφωνα με τον ΜΕ2 ο Ελληνίδης του ανάφερε ότι στον δρόμο Τριμίκληνης - Πελενδρίου με κατεύθυνση την Τριμίκληνη σε πολύ μικρή απόσταση βρισκόταν ο ενάγων. Πάνω σε μια αριστερή στροφή τον είδε να κατεβάζει το αριστερό του πόδι στο έδαφος και κατάλαβε ότι κάτι συνέβαινε. Πριν να καταλάβει τι ήταν αυτό είδε τον ενάγοντα να συγκρούετε με ένα άσπρο όχημα να ανατρέπετε και να πέφτει στο έδαφος. Η κάρτα μνήμης της βιντεοκάμερας του παραδόθηκε από τον Ελληνίδη. Από την μαρτυρία του ενάγοντα κατάλαβε ότι ο τελευταίος πριν την στροφή δεν είχε ορατότητα. Το εναγόμενο τον κατηγόρησε για τα αδικήματα της αμελούς οδήγησης και την οδήγησης χωρίς ασφάλεια. Η ύπαρξη του βίντεο ενίσχυσε κατά τον ΜΕ2 την άποψη του για την ευθύνη του δυστυχήματος. Με αναφορά στις θέσεις του εναγόμενου ότι κρατούσε την δική του κατεύθυνση και είδε την μοτοσικλέτα να έρχεται ακυβέρνητη σε συνδυασμό με την απεικόνιση του βίντεο ο ΜΕ2 ανάφερε ότι το βίντεο απεικονίζει ότι έγινε κατά την στιγμή του δυστυχήματος και όχι σε ποια πλευρά του δρόμου οδηγούσε ο εναγόμενος πριν την στροφή. Όταν η μοτοσικλέτα πλησίασε πολύ κοντά το όχημα και κατά την ώρα της σύγκρουσης το όχημα πατούσε επί της άσπρης διαχωριστικής γραμμής και μικρό μέρος αυτού βρισκόταν επί της αντίθετης λωρίδα κυκλοφορίας που χρησιμοποιείτο από τον ενάγοντα. Το βίντεο το κατέθεσε ως τεκμήριο 4 ως αυτό ετοιμάστηκε σε ψηφιακό δίσκο από ειδικούς στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Από το τεκμήριο 4 εκτύπωσε απεικονίσεις σε φωτογραφίες και τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. Η πρώτη φωτογραφία δείχνει τον ενάγοντα να κατεβάζει το αριστερό του πόδι αι την μοτοσικλέτα να βρίσκεται πλησίον του παγκέτου της αριστερής λωρίδας του δρόμου. Δεν φαίνεται εάν το πόδι του πατά στο έδαφος αλλά είναι εκτός της διαχωριστικής γραμμής εντός του παγκέτου. Φαίνεται επίσης να είναι αναμμένο το πισινό φανάρι του στοπ που σημαίνει ότι πατά τα φρένα την στιγμή εκείνη. Η δεύτερη φωτογραφία επί του τεκμηρίου 5 δείχνει από ότι μπορεί να καταλάβει ότι το άσπρο όχημα πατά τουλάχιστον την διαχωριστική γραμμή του δρόμου και βρίσκεται εντός της αντίθετης λωρίδας κατεύθυνσης. Δεν μπορεί να αναφέρει πόσο πατά την γραμμή αλλά φαίνεται η γραμμή να είναι κάτω από το όχημα. Η μοτοσικλέτα φαίνεται να βρίσκεται κοντά στο κέντρο της λωρίδας κυκλοφορίας της. Η 3η φωτογραφία δείχνει το σημείο μετά την σύγκρουση των οχημάτων χωρίς να μπορεί να διακριβώσει το ακριβές σημείο του αυτοκινήτου όμως διαπιστώνει ότι ακόμα και μετά την σύγκρουση η μοτοσικλέτα συνεχίζει να βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της. Η διαχωριστική άσπρη γραμμή είναι συνεχής δηλαδή απαγορεύεται το προσπέρασμα και διαχωρίζει τις δυο λωρίδες κυκλοφορίας. Ο ίδιος είναι κάτοχος υπηρεσιακής άδειας οδηγού για όλα τα είδη μοτοσικλετών από το
  5. Το πόδι ένας μοτοσικλετιστής το κατεβάζει όταν θέλει να σταματήσει και όταν αντιλαμβάνεται κάποιον κίνδυνο. Ερωτώμενος για την άποψη του με βάση του βίντεο σε σχέση με την κίνηση του ενάγοντα να κατεβάσει το πόδι του ο ΜΕ2 ανάφερε ότι σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα είδε το όχημα και ενήργησε λόγω του κινδύνου. Από το βίντεο δεν φαίνεται εάν έτσι είναι όμως μπορεί να πιστέψει ότι το κατέβασε όταν διαπίστωσε κάποιο κίνδυνο. Το κατέβασμα του ποδιού και ταυτόχρονα το άναμμα του stop - light δείχνει ότι ο ενάγοντας βλέποντας τον κίνδυνο έκανε 2 κινήσεις να κατεβάσει το πόδι του και να πατήσει φρένα. Με αναφορά στο βίντεο το οποίο προβλήθηκε κατά την μαρτυρία του ΜΕ2 και στο ερώτημα γιατί το φως ανάβει λίγο μετά που το πόδι κατέβηκε ο ΜΕ2 απάντησε με βάση την εμπειρία του ως οδηγού μοτοσικλέτας ότι από την στιγμή που πατάς με το πόδι φρένο ή με το χέρι και μέχρι να ανάψει το stop - light χρειάζεται κάποιος χρόνος καθότι δεν μπορεί πριν πατηθεί τελείως να ανάψει το φως. Σε σχέση με την πεποίθηση του ότι ο ενάγων λέει αλήθεια σε σχέση με την εκδοχή του ο ΜΕ2 ανάφερε ότι δεν φαίνεται από το βίντεο τι έβλεπε ο ενάγων αλλά δεν έχει οιοδήποτε τεκμήριο ή μαρτυρία που να δείχνει ότι ψεύδεται και ο μόνος που έβλεπε τι γινόταν μετά την στροφή ήταν ο ενάγων. Με την ταχύτητα που φαίνεται να κινείτο ο ενάγων και έχοντας και ο ίδιος μεταβεί ως μοτοσικλετιστής στο σημείο δεν βρίσκει κανένα λόγο ο ενάγων να είχε κατεβάσει το πόδι του και να πάτησε φρένο πέραν του ότι είχε διαπιστώσει κάποιο κίνδυνο. Αναφέρθηκε δε στο ότι είναι γνώστης του σημείου εκείνου από το οποίο περνά καθημερινά για να πάει στον σταθμό που σταθμεύει. Περαιτέρω κατέθεσε ως τεκμήρια 6Α και 6Β αντίστοιχα το συμμετρικό και πρόχειρο αντίστοιχα σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Με αναφορά στα σημεία σύγκρουσης ανάφερε ότι υπάρχουν διαφορετικά. Το Χ1 υποδείχθηκε από τον εναγόμενο και βρίσκεται πάνω στην διαχωριστική γραμμή ενώ το Χ2 υποδείχθηκε από τον ενάγοντα και βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος δεν προέκυψαν ευρήματα της αστυνομίας όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης όμως μετά που είδε το βίντεο πιστεύει ότι το Χ2 είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Με αναφορά στο βίντεο ο ΜΕ2 ανάφερε ότι από αυτό φαίνεται ότι ο μοτοσικλετιστής που είχε τοποθετημένη την κάμερα σταμάτησε αμέσως μετά την σύγκρουση και στάθμευσε το όχημα του. Από αυτό προκύπτει ότι η ταχύτητα του ήταν χαμηλή παρόλο ότι δεν μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα. Υποθέτει όμως ότι από την απόσταση που κάλυψε για να σταματήσει η απόσταση δεν ήταν υψηλή. Δεν ακούστηκαν φρένα στο βίντεο άρα δεν χρησιμοποιήθηκαν απότομα. Ο ΜΕ1 κατέθεσε περαιτέρω τα τεκμήρια 7 και 8 ως τις καταθέσεις που έδωσαν ο εναγόμενος και ο Ελληνίδης και ως τεκμήρια 9 Α - Β - Γ τις καταθέσεις του ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 ανάφερε ότι στον σταθμό που υπηρετεί έχουν «εδαφική δικαιοδοσία» στην διερεύνηση δυστυχημάτων και στους επαρχιακούς σταθμούς τα δυστυχήματα που διερευνώνται είναι λιγότερα από ότι στις πόλεις. Ο ίδιος ανάφερε δεν έχει την πείρα που έχει ένας συνάδελφος του που υπηρετεί στην πόλη. Δεν μπορεί να θυμάται πόσα δυστυχήματα ερεύνησε το 2010 αλλά ένα από αυτά ήταν το επίδικο. Δεν δέχτηκε επιπλέον την υποβολή περί έλλειψης εμπειρίας. Έμαθε ότι ο ενάγων είναι συνάδελφος του την ημέρα του δυστυχήματος δεν υπηρέτησε κάπου με τον ίδιο μαζί και δεν έχουν φιλικές σχέσεις πέρα από συναδελφικές. Στην σκηνή μετέβηκε και ο Α/Αστυφ. Κοφτερός ο οποίος ετοίμασε και το πρόχειρο αλλά και το συμμετρικό σχεδιάγραμμα της σκηνής. Απαντώντας στην υποβολή ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τον συνάδελφο του ο ΜΕ2 ανάφερε ότι η ιδιότητα του ενάγοντα ως αστυνομικού λειτούργησε με τρόπο ώστε ο ίδιος να είναι διπλά τυπικός και αμερόληπτος για να μην κατηγορηθεί ότι ενήργησε υπέρ του συναδέλφου του. Απ' ότι γνωρίζει και οι δύο διάδικοι αθωώθηκαν στις ποινικές διαδικασίες για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Μπορεί να εξηγήσει το σχεδιάγραμμα και έχει αυτή την τεχνογνωσία αλλά δεν το ετοίμασε ο ίδιος. Απ' ότι θυμάται αριστερά σε σχέση με την πορεία του εναγόμενου υπήρχε γκρεμνός και σιδερένιο κιγκλίδωμα στην άκρη του δρόμου. Ο ΜΕ2 αναφέρθηκε στην πείρα του ως οδηγός μοτοσυκλέτας τόσο στην αστυνομία όσο και στην προσωπική και ιδιωτική του ζωή τονίζοντας ότι για τις αντιδράσεις του οδηγού της μοτοσικλέτας εξέφρασε τις απόψεις του ως οδηγός και ο ίδιος και ειδικότερα εξέφρασε την γνώμη του. Δεν θυμάται τι κυβισμού ήταν η μοτοσικλέτα του ενάγοντα αλλά ήταν μεγάλου κυβισμού. Ανάφερε περαιτέρω ότι κατά την κυρίως εξέταση σε σχέση με την αντίδραση του ενάγοντα ως φαίνεται στο βίντεο ανάφερε τι του είχε λεχθεί από τον ενάγοντα σε σχέση με τον ισχυριζόμενο κίνδυνο. Ειδικότερα σε σχέση το κατέβασμα του ποδιού του ενάγοντα ανάφερε ότι η αναφορά του αφορούσε την απάντηση που του έδωσε ο ενάγων όταν το ρώτησε γιατί κατέβασε το πόδι του ενώ απάντησε και στο πότε ο ίδιος κατεβάζει το πόδι του και συγκεκριμένα για να σταθμεύσει ή από πανικό και φόβο. Ο μάρτυρας ανάφερε επιπλέον ότι είδε πολλές φορές το βίντεο και ο ενάγων δεν κατέβασε ξανά το πόδι του σε στροφή παρά μόνο στην στροφή που έγινε το δυστύχημα. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν μπορεί να πει αν ο ενάγων πήρε όση κλίση ήταν απαραίτητη. Δεν είχε δε καμία μαρτυρία τι έβλεπε ο ενάγων όταν κατέβασε το πόδι του και έπιασε φρένα ούτε τι ενήργησε πρώτα και τι μετά. Ο ίδιος ως οδηγός δεν βρέθηκε σε τέτοια κατάστασης. Επειδή ο ενάγων είναι αστυνομικός ο φάκελος αποστέλλεται στο Αρχηγείο Αστυνομίας από όπου ο ίδιος έλαβε οδηγίες να τον κατηγορήσει γραπτώς. Οι οδηγίες για ποινική δίωξη αμφότερων των οδηγών δόθηκαν με κυριότερο λόγο ότι αμφότεροι δεν κρατούσαν την αριστερή πλευρά του δρόμου ως όφειλαν. Το σημείο Χ2 επί του σχεδιαγράμματος υποδείχθηκε ως τον ενάγοντα στον ίδιο μετά το δυστύχημα και όχι στην σκηνή. Από τον ενάγοντα λήφθηκε και 3η κατάθεση με διευκρινιστικές ερωτήσεις που ζητήθηκαν από το Αρχηγείο. Ειδικότερα ερωτήθηκε για την ταχύτητα που εκ παραδρομής δεν ρώτησε στις άλλες καταθέσεις. Η ταχύτητα δε ήταν βασικό στοιχείο ανάφερε. Πριν την επίδικη στροφή υπήρχε προειδοποιητική πινακίδα για το όριο ταχύτητας στα 30 χιλιόμετρα ανά ώρα η οποία φαίνεται και στο βίντεο. Η στροφή στο σημείο εκείνο κρίθηκε επικίνδυνη. Δεν θυμάται να εξέτασε ίχνη τροχοπέδησης και θυμάται ότι δεν υπήρχαν. Στο σημείο 15:04 του βίντεο δεν φαίνεται να υπάρχει αυτοκίνητο στην αντίθετη από τον ενάγοντα κατεύθυνση αλλά ο ίδιος κατεβάζει το πόδι του καθότι ως ισχυρίστηκε είδε από απέναντι όχημα στην λωρίδα του. Στο 15:05 που εμφανίζεται το όχημα του εναγόμενου το βλέπει να είναι στην μέση του δρόμου ενώ η άκρη της δεξιάς πλευράς του οχήματος βρίσκεται επί της διαχωριστικής άσπρη γραμμής. Ο ίδιος ο ΜΕ2 βλέπει το όχημα του εναγόμενου να βρίσκεται μέσα στην λωρίδα κυκλοφορίας του όμως λόγω του ότι δεν μπορεί να δει την δει λέει ότι είναι πάνω στην γραμμή το όχημα. Η σύγκρουση δεν ήταν μετωπική αλλά πλευρική. Το όχημα του εναγόμενου κτύπησε με τον ενάγοντα στην πίσω δεξιά πόρτα. Δεν μπορεί να αναφέρει την ταχύτητα του ενάγοντα αλλά συμφωνεί ότι στο 14:48 του βίντεο ακούει μια μοτοσικλέτα να αναπτύσσει ταχύτητα αλλά δεν μπορεί να ξέρει από ποιάν εκ των δύο προέρχεται ο θόρυβος. Το ότι ο οδηγός με την κάμερα σταμάτησε αμέσως μετά την σύγκρουση σε πολύ κοντινή απόσταση οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η ταχύτητα του ήταν χαμηλή. Παρακολουθώντας το βίντεο στο σημείο αυτί 15:00 συμφώνησε ότι η μοτοσικλέτα αυτή προχώρησε 15 - 20 μέτρα, ελάττωσε ταχύτητα και μετά σταμάτησε στο δεξί παγκέτο. Δεν μπορεί να απαντήσει πως ο άλλος οδηγός με την κάμερα μπόρεσε να ελαττώσει ταχύτητα και να κινηθεί με ασφάλεια δεξιά. Στην υποβολή ότι ο ενάγων κατέβασε το πόδι του πριν την στροφή επειδή δεν υπολόγισε σωστά την επικινδυνότητα της κατωφέρειας και της στροφής ο ΜΕ2 ανάφερε ότι δεν μπορεί να απαντήσει και μόνο ο ίδιος ο οδηγός μπορεί να πράξει αυτό. Ο ίδιος δεν έχει μαρτυρία που να δείχνει με ασφάλεια την ταχύτητα του ενάγοντα. Ως Μ3 προσήλθε ο ίδιος ο ενάγων ο οποίος υιοθέτησε και κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση συμφώνως του Νόμου Περί Αποδείξεως. Στο έγγραφο Α που αποτελεί την γραπτή του αυτή δήλωση ο ενάγων αναφέρεται στην δική του εκδοχή και θέσεις. Είναι οδηγός μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού για 24 χρόνια. Την επίδικη ημερομηνία ξεκίνησε με 6 φίλους του για να μεταβούν στο χωριό Αγρίθκια. Στην επιστροφή και ενώ οδηγούσε στον κύριο δρόμο Πελενδρίου - Τριμίκληνης με νότια κατεύθυνση είχε χρήση της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας όπου σε κάποιο σημείο υπήρχε μια κλειστή αριστερόστροφη στροφή η οποία δεν ήταν η πρώτη στην διαδρομή του. Εισήλθε στην στροφή έχοντας μειωμένη ορατότητα ως προς τα εξ' αντιθέτου οχήματα κρατώντας την αριστερή άκρη - πλευρά του δρόμου. Η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 30 χαω λόγω της κατωφέρειας και της επικινδυνότητας της στροφής. Στο μέσο της στροφής αντιλήφθηκε ξαφνικά ένα όχημα με βόρεια κατεύθυνση σε απόσταση μερικών μέτρων (10 - 12 μέτρα) ενώ μέρος του οχήματος αυτού (περίπου το μισό) βρισκόταν στην δική του λωρίδα. Πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα χρησιμοποιώντας τα φρένα του και κατεβάζοντας το πόδι του στην άσφαλτο για να αποφύγει το όχημα. Η μοτοσικλέτα του κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου και συγκρούστηκε με το εν λόγω όχημα πλευρικά κοντά στο κέντρο του δρόμου καθαρά όμως στην δική του λωρίδα. Αναφέρει ο ενάγων ότι σε διάστημα λιγότερο των 2 δευτερολέπτων αντιλήφθηκε το όχημα μέρος του οποίου ήταν στην δική του λωρίδα και την έφραζε, υπήρξε η σύγκρουση και μετά η μοτοσικλέτα του ακυβέρνητη κατέληξε στην άσφαλτο και τελικά στην άκρη της αντίθετη λωρίδας κυκλοφορίας. Ο ενάγων αναφέρθηκε και στην οδηγητική συμπεριφορά ενός οδηγού μοτοσικλέτας αναφέροντας ότι όταν πλησιάζει στροφή και για να «πάρεις», ως χαρακτηριστικά ανάφερε, την στροφή πρέπει να χρησιμοποιήσεις σε κάποιο στάδιο και το μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας σου και αν είναι απότομη αυτή η στροφή χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις και το δεξιό μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του δηλαδή να κινηθείς στο κέντρο του δρόμου. Το μέρος αυτό που χρειαζόταν ο ίδιος για να «πάρει» την στροφή ήταν αυτό που καταλάμβανε το όχημα με αποτέλεσμα ο ίδιος να πανικοβληθεί καθότι δεν είχε τα απαραίτητα μέτρα για να την σταματήσει εντελώς. Επεξήγησε ακολούθως με αναφορά και σε διάφορα στάδια του βίντεο ότι οι ενέργειες του και πριν την επίδικη στροφή δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο έστριβε στις στροφές και ότι για να «πάρει» την στροφή έπρεπε να ανοίξει την γραμμή του και να κινηθεί στο κέντρο του δρόμου εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Επιμένει δε ότι στο 15:03 του βίντεο και ενώ ο ίδιος ευρισκόταν στην αριστερή άκρη του δρόμου και ενώ γνωρίζει ότι θα χρειαστεί το δεξιό μέρος της πλευράς του για να στρίψει, βλέπει το όχημα του εναγόμενου (στο 15:04) για πρώτη φορά και το οποίο καταλαμβάνει το μέρος του δρόμου που ο ίδιος χρειάζεται με αποτέλεσμα να πανικοβληθεί. Παραπέμπει δε και στο σημείο 14:35 του βίντεο όπου παρουσιάζεται πάλι μια παρόμοια κλειστή αριστερόστροφη στροφή. Στο βίντεο σημειώνει δεν φαίνεται αυτό που ο ίδιος αντίκρισε ήτοι τον εναγόμενο να καταλαμβάνει μέρος της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Με αναφορά στο σημείο 14:57 του βίντεο αποδέχεται ότι πράγματι ανέπτυξε ταχύτητα ανοίγοντας ελαφρά το γκάζι για 2 λόγους. Πρώτα γιατί στο 14:47 μέχρι και 14:56 ελάττωσε πάρα πολύ και η ταχύτητα ήταν επικίνδυνα χαμηλή για να πάρει την στροφή και κατά δεύτερο την ώρα που κινείσαι σε στροφή και παίρνεις κλίση για να μείνει η μηχανή όρθια θα πρέπει να έχει μια ταχύτητα όχι πολύ χαμηλή. Στο 15:00 όμως ελαττώνει και πάλι την ταχύτητα του εισερχόμενος στην στροφή. Ο ενάγων αναφέρθηκε και στην αθώωση του από το Ποινικό Δικαστήριο στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης αλλά και για πράξεις και παραλείψεις κατά την οδήγηση. Πέραν των συνθηκών του δυστυχήματος και των θέσεων του ενάγοντα που συνιστούν την δική του εκδοχή ο ίδιος έδωσε μαρτυρία σε σχέση με τους τραυματισμούς του. Ως ανάφερε τραυματίστηκε πολύ σοβαρά, ταλαιπωρήθηκε και συνεχίζει να ταλαιπωρείται μέχρι και σήμερα. Ανάφερε δε τους τραυματισμούς του οποίους υπέστη υπό στοιχεία (α) μέχρι και (μ) της γραπτής του δήλωσης ενώ επίσης ανάφερε με λεπτομέρεια την θεραπεία που ακολούθησε υπό στοιχεία (α) μέχρι και (ο) ενώ αναφέρθηκε και στις συνέπειες του τραυματισμού του υπό στοιχεία (α) μέχρι και (η). Αναφέρω βεβαίως ότι το ζήτημα των τραυματισμών και των αποζημιώσεως θα τύχει εξέτασης σε άλλο κεφάλαιο της παρούσας απόφασης ανεξάρτητα από το ζήτημα της ευθύνης. Ο ενάγων κατέθεσε σωρεία ιατρικών πιστοποιητικών, τιμολογίων, αποδείξεων, εκθέσεων γιατρών που αναφέρονται στην σελίδα 13 της γραπτής του δήλωσης και συγκεκριμένα τα τεκμήρια 10 μέχρι και
  6. Από το σύνολο των εγγράφων αναφέρει ο ενάγων κατάβαλε έξοδα ύψους €10.635,55σ ενώ αναμένεται να υποβληθεί σε μελλοντικές επεμβάσεις ολικής αρθροπλαστικής ύψους €12.000=. Κατέθεσε δε εκτίμηση για την μοτοσικλέτα του για την οποία κατέβαλε ποσό ύψους €80= ενώ το συνολικό κόστος για την επιδιόρθωση της μοτοσικλέτας ανήλθε στα €2.345,00=. Αναφέρθηκε επιπλέον στον τρόπο πληρωμής του με τα επιδόματα και τις βάρδιες και τις απώλειες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Λόγω των τραυματισμών του δεν ανανέωσε την άδεια κυνηγιού. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ3 ανάφερε ότι σταμάτησε να οδηγεί μοτοσικλέτα από το δυστύχημα και μετά καθότι υπέστη ζημιές. Η μοτοσικλέτα ήταν το χόμπι του αλλά την χρησιμοποιούσε και για να μεταβαίνει στην εργασία του. Από το σημείο του δυστυχήματος έτυχε να περάσει αρκετές φορές. Ο δρόμος της επιστροφής στο σημείο εκείνο είναι κατωφέρεια. Ο ενάγων ανάφερε ότι προπορευόταν της ομάδας των μοτοσικλετιστών με ταχύτητα πριν την επίδικη στροφή περί τα 40χαω μετά όμως έκλεισε το γκάζι με ελάττωσε περίπου στα 30χαω. Σε σχέση με την αναφορά του στην ανακριτική του κατάθεση σε «κοφτή» στροφή ο ενάγων ανάφερε ότι εννοούσε ότι η ορατότητα του ήταν περιορισμένη καθότι στην στροφή υπήρχε το βουνό στα αριστερά του. Την ορατότητα του πάνω στην στροφή την υπολογίζει σε 10 με 15 μέτρα. Όταν είδε για πρώτη φορά το όχημα του εναγόμενου να κρατά χώρο από την δική του λωρίδα η απόσταση μεταξύ τους ήταν γύρω στα 10 - 12 μέτρα. Στην υποβολή ότι η ορατότητα του ήταν πέραν των 25 μέτρων στο επίδικο σημείο ο ενάγων ανάφερε ότι υπό το κράτος του πανικού τόσο την υπολόγισε. Αρνήθηκε δε ότι ο εναγόμενος ουδέποτε κρατούσε μέρος της λωρίδας του. Επεξήγησε ότι όταν είδε το όχημα του εναγόμενου να βρίσκεται το μισό σχεδόν στην δική του λωρίδα δεν κατευθυνόταν κατά πάνω του αλλά κρατούσε μέρος της λωρίδας του εντός δε δύο δευτερολέπτων επήλθε η σύγκρουση. Διαφώνησε περαιτέρω ο ενάγων ότι το δυστύχημα προκλήθηκε επειδή ο ίδιος δεν «πήρε» σωστά την στροφή. Ο ενάγων επανέλαβε ότι οδηγούσε κρατώντας το κέντρο της λωρίδας, κινήθηκε λίγο δεξιότερα στην πορεία του κέντρου και πλησιάζοντας προς την στροφή «έπιασε κλειστά» γιατί γνώριζε ότι για να μπορεί να στρίψει έπρεπε να ταξιδέψει στο κέντρο της διαχωριστικής γραμμής. Για να μπορούσε δε ανάφερε να παραμείνει στην αριστερή πλευρά θα έπρεπε να ρίξει την ταχύτητα του στα 10 - 15χαω ή να σταματήσει τη μοτοσικλέτα να τη σπρώχνει. Στο ερώτημα για ποίο λόγο δεν κατάφερε να χρησιμοποιήσει τα 4 περίπου μέτρα της λωρίδας του για να περάσει με ασφάλεια τη στροφή ο ενάγων απάντησε ότι για την μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού τα 75 περίπου εκατοστά που κρατούσε ο εναγόμενος από τη δική του λωρίδα ήταν απαραίτητα για να στρίψει. Επανέλαβε, δε ότι πανικοβλήθηκε και σοκαρίστηκε και δεν ήταν ο εαυτός του. Επέμεινε όμως ότι η ταχύτητα των 30χαω δεν ήταν επικίνδυνη αλλά η κατάλληλη για να διέλθει της στροφής εάν δε ο εναγόμενος δεν καταλάμβανε 75 εκατοστά από την δική του λωρίδα θα εξερχόταν της στροφής με ασφάλεια. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ανάφερε ότι εάν πήγαινε με πιο χαμηλή ταχύτητα ίσως να μπορούσε να περάσει αλλά και η ταχύτητα των 30χαω ήταν χαμηλή. Επανέλαβε δε ότι όταν είδε το όχημα του εναγόμενου στην πορεία του πανικοβλήθηκε ταυτόχρονα πάτησε φρένα και κατέβασε το πόδι του και θεώρησε ότι η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη και θεώρησε επίσης ότι με το πόδι κάτω θα μπορούσε να σταματήσει τη μοτοσικλέτα ή να μειώσει ταχύτητα και να μειώσει τη σφοδρότητα της σύγκρουσης. Αρνήθηκε επίσης ότι τη στιγμή που κατέβασε το πόδι του κανένα κίνδυνο δεν εντόπισε στον δρόμο. Στην ερώτηση γιατί δεν μπορούσε να στρίψει αριστερά πριν τη σύγκρουση και να περάσει με ασφάλεια τη στροφή ο ενάγων απάντησε ότι ήταν σε κατάσταση σοκ αντιλαμβάνεται ότι ήταν λάθος να πατήσει φρένο σε στροφή κίνηση που δείχνει ότι ήταν σε σοκ. Αρνήθηκε επίσης ότι δεν υπολόγισε σωστά την στροφή και έχασε την ισορροπία του. Αρνήθηκε τέλος ότι το δυστύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε δική του αμέλεια. Ο ενάγων αντεξετάστηκε και επί των σωματικών βλαβών και αξιώσεων του επί γενικών και ειδικών αποζημιώσεων. Αναφέρω κάτωθι το μέρος αυτός της μαρτυρίας του που όπως ανωτέρω ανάφερα θα εξεταστεί σε ξεχωριστό κεφάλαιο της παρούσας απόφασης. Ο ενάγων ανάφερε ότι από το δυστύχημα υπέστη ακρωτηριασμό του δεξιού μέγα δακτύλου του δεξιού ποδιού καθότι αποκόπηκε το μέρος που είναι το νύχι ενώ είχε κάταγμα δεξιάς κνήμης και κτύπημα στο δεξί γόνατο. Για τον ακρωτηριασμό διευκρίνισε ότι λείπει η ονυχοφόρος φάλαγγα. Χειρουργήθηκε από τον Δρ. Αλκιβιάδη, ο οποίος τον είδε και πρόσφατα για τον ακρωτηριασμό και τον εξέτασε και ο Δρ. Ιωσηφίδης. Εξετάστηκε και από τον Δρ. Κοντοζή εκ μέρους του εναγόμενου 2 φορές. Από τον Δρ. Αλκιβιάδη μπορεί να εξετάστηκε πριν κάποια χρόνια τελευταία φορά. Επέμεινε ότι υποβλήθηκε σε τέσσερις χειρουργικές επεμβάσεις, μία για συγκόλληση του δεξιού μέγα δαχτύλου, στις 19/04/2010 για αφαίρεση νεκρωμένου ιστού, στις 27/08/2010 για αφαίρεση μέρους του όνυχος και στις 15/10/2010 για αφαίρεση της μήτρας του όνυχος. Ανέφερε τις μέρες που νοσηλεύτηκε στην πολυκλινική Υγεία και στις πληρωμές των ιατρικών του εξόδων από την ασφαλιστική του εταιρεία. Ερωτήθηκε για τις αποδείξεις για τα ποσά που κατέβαλε και ποια έξοδα κατέβαλε ο ίδιος προσωπικά. Τον Δρ. Ιωσηφίδη τον επισκέφθηκε δύο-τρεις φορές, η τελευταία πριν δύο εβδομάδες. Μεταξύ του 2010 και του 2016 δεν τον επισκέφθηκε. Αναφέρθηκε στην απουσία από την εργασία του και στον λόγο που επισκέφθηκε λίγες μέρες πριν τον Δρ. Ιωσηφίδη, επιμένοντας ότι μέχρι και σήμερα αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω των τραυματισμών του στο δάχτυλο, στην κνήμη και στο γόνατο του. Αναφέρθηκε στις ενοχλήσεις που έχει από την ορθοστασία, την αλλαγή του καιρού, οι οποίες τον αναγκάζουν να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ανέφερε ότι εάν κουραστεί παρουσιάζει ενοχλήσεις στο δάχτυλο του, στην κνήμη του και στο δεξί γόνατο. Αρνήθηκε ότι οι ενοχλήσεις διάρκεσαν δύο με τρεις μήνες μετά το δυστύχημα και επέμενε στις θέσεις του. Οι ενοχλήσεις ήταν έντονες κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, σήμερα δε είναι ελαφριές. Εργάζεται σήμερα στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού στον ΟΥΛΑΜΟ Άμεσης Επέμβασης από τα τέλη Νοεμβρίου του
  7. Τα καθήκοντα του περιλαμβάνουν περιπολίες στον δρόμο με όχημα. Ερωτηθείς εάν αυτά τα χρόνια εκτελούσε τα καθήκοντα του φυσιολογικά και ομαλά, απάντησε ότι σωματικά δεν είναι εντελώς καλά, αλλά συνεχίζει να βρίσκεται στο πόστο αυτό γιατί λαμβάνει επίδομα απαραίτητο για τον ίδιο και την οικογένεια του. Η διαφορά στον μισθό του στη θέση αυτή είναι περίπου €500,
  8. Διαφώνησε περαιτέρω ότι εργάζεται στον ΟΥΛΑΜΟ χωρίς κανένα πρόβλημα. Σε πολλά σημεία δε, ερωτηθείς για συγκεκριμένα ιατρικά ζητήματα παρέπεμψε στη μαρτυρία που προτίθενται να δώσουν οι ιατροί του. Ο ΜΕ4, Ευσταθίου Βάσος, κατέθεσε γραπτή δήλωση για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του. Αναφέρθηκε στην εμπειρία του ως οδηγός μηχανών μεγάλου κυβισμού για 30 χρόνια, ενώ τα τελευταία πέντε χρόνια είναι μέλος στον σύνδεσμο μοτοσικλετιστών EGOPHOBIA. Αναφέρθηκε στη συμμετοχή του συνδέσμου σε εκδηλώσεις σε συνεργασία με την Αστυνομία Λεμεσού με θέμα την οδική ασφάλεια. Είναι επίσης πρόεδρος του EGOPHOBIA JUNIOR που αφορά νεαρούς οδηγούς. Παρακολούθησε μαθήματα οδήγησης μοτοσυκλέτας το
  9. Ανέφερε ότι του ζητήθηκε να δει το βίντεο της σκηνής του δυστυχήματος και να αναφέρει τη γνώμη του, με αναφορά στις ενέργειες του ενάγοντα. Έχει την άποψη ότι οι ενέργειες του μοτοσικλετιστή είναι καθόλα φυσιολογικές και σωστές. Όταν ταξιδεύεις με μοτοσικλέτα σε στροφή και κινείσαι με ταχύτητα εντός του ορίου και όχι πολύ χαμηλή, είσαι αναγκασμένος να χρησιμοποιείς ολόκληρο και ή σχεδόν ολόκληρο το οδόστρωμα της δικής σου λωρίδας. Ανάλογα με το πόσο κλειστή είναι η στροφή και ποιο το πλάτος του δρόμου. Για να μπορέσεις, συνέχισε, να χρησιμοποιήσεις ολόκληρο το οδόστρωμα και να μην εισέλθεις στο αντίθετο ρεύμα, χρειάζεται αμέσως πριν τη στροφή, εάν είναι αριστερή, δεξιότερα προς το κέντρο του δρόμου και αρχίζοντας να παίρνεις τη στροφή να κινηθείς προς την αριστερή πλευρά του δρόμου και βγαίνοντας ξανά δεξιότερα προς το κέντρο. Αυτό φαίνεται να κάνει και ο ενάγοντας στην προηγούμενη της επίδικης στροφής, παραπέμποντας στα δευτερόλεπτα από 14:34 μέχρι 14:
  10. Το ίδιο φαίνεται να προσπαθεί να κάνει και ο μοτοσικλετιστής και στην επίδικη στροφή, χωρίς να προλάβει να το ολοκληρώσει. Φαίνεται όμως να εφαρμόζει τα φρένα και να κατεβάζει το αριστερό πόδι. Τα φρένα δεν εφαρμόζονται ποτέ σε μία στροφή. Μόνο στην περίπτωση που αντιμετωπίζει κίνδυνο σύγκρουσης εφαρμόζει φρένα. Εάν αντιμετωπίσει κίνδυνο πτώσης, θα ανοίξει ελαφρώς το γκάζι για να βρει η μοτοσικλέτα μεγαλύτερο πρόσφυση στο οδόστρωμα. Ανέφερε ότι είναι ξεκάθαρο ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα να κατεβάσει το πόδι και να κατεβάσει φρένα, δείχνει ότι βιώνει έντονη την αγωνία σύγκρουσης και προσπαθεί να μειώσει ή να σταματήσει τη μοτοσικλέτα. Βλέποντας στο βίντεο ένα δευτερόλεπτο μετά το κατέβασμα του ποδιού να εμφανίζεται από απέναντι ένα όχημα, εν μέρη στο ρεύμα πορείας του ενάγοντα, ο κίνδυνος σύγκρουσης ήταν πολύ πιθανό αυτό το αυτοκίνητο. Οι ενέργειες του ενάγοντα να κατεβάσει το πόδι του και να πατήσει φρένα, δείχνουν την αγωνία της σύγκρουσης, ενώ κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τον τρόπο αντίδρασης υπό συνθήκες πανικού. Συνεχίζοντας προφορικά τη μαρτυρία του, ο μάρτυρας αναφέρθηκε και κατέθεσε έγγραφα που δείχνουν την εκπαίδευση του. Ενώ ανέφερε ότι είδε το βίντεο πρώτη φορά, τρεις βδομάδες πριν. Η γνώμη του, ανέφερε, βασίζεται στην πολύχρονη οδηγητική του πείρα τα τελευταία 30 χρόνια, χωρίς να εμπλακεί σε δυστύχημα. Ανέφερε ότι δεν θεωρεί και δεν έθεσε τον εαυτό του ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονα, αλλά ως οδηγό μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού τα τελευταία 29 χρόνια. Ως μεγάλου κυβισμού, αναφέρεται στις μοτοσικλέτες με κυβισμό άνω των 600cc. Θεωρεί τον εαυτό του ικανό να ερμηνεύσει τις ενέργειες του ενάγοντα, ως αυτές φαίνονται μέσα από το βίντεο. Το επίδικο σημείο που έγινε το δυστύχημα το πέρασε αρκετές φορές. Αρνήθηκε ότι η γνώμη του βασίζεται σε θεωρητικές θέσεις και παρέπεμψε στο βίντεο. Αναφερόμενος στην επίδικη στροφή, την χαρακτηρίζει διαχειρίσιμη, εννοώντας ότι οι ενέργειες του ενάγοντα ήταν ορθές μέχρι τη στιγμή του πανικού. Αρνήθηκε ότι προσήλθε με σκοπό να βοηθήσει τον ενάγοντα. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει τον όρο ανοιχτή ή κλειστή στροφή και δεν μπορεί να γνωρίζει τι εννοούσε ο ενάγων που χαρακτήρισε τη στροφή αυτή ως κλειστή. Ερωτηθείς γιατί αναφέρετε στη γραπτή του μαρτυρία στον όρο κλειστή στροφή, εξήγησε ότι είναι ένας ευρέος γνωστός όρος, κατανοητός από τον κόσμο και το Δικαστήριο. Επέμεινε δε ότι οι ενέργειες του ενάγοντα στην επίδικη στροφή ήταν ορθές και ήταν οι ίδιες όπως στην προηγούμενη αριστερή στροφή που φαίνεται στο βίντεο, οι οποίες τον έβγαλαν από τη στροφή με απόλυτη ασφάλεια. Αναφερόμενος στις προηγούμενες στροφές σε σχέση με την επίδικη ανέφερε ότι ήταν διαφορετικές με πολλά ίδια χαρακτηριστικά. Δέχτηκε όμως ότι δεν υπήρχε κατωφέρεια, προειδοποιητική πινακίδα και ορατότητα. Αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη χρήσης ολόκληρου του οδοστρώματος, επεξηγώντας ότι το σύστημα διεύθυνσης της μοτοσικλέτας για να λειτουργήσει χρειάζεται μετατόπιση βάρους, κλήση στη μοτοσικλέτα και ταυτόχρονα αλλαγή πορείας. Χρειάζεσαι επομένως διάδρομο μέσα στον οποίο θα πετύχεις είσοδο και έξοδο από τη στροφή. Το πιο σωστό σημείο εξόδου από τη στροφή είναι η κορυφή της, για παράδειγμα σε μια αριστερόστροφη στροφή το πιο κοντινό σημείο στην αριστερή πλευρά της δικής μας πορείας. Ο ΜΕ4 ανέφερε ότι υπολογίζει το πλάτος του δρόμου στα 3,5-4 μέτρα βασιζόμενος και στο πλάτος του οχήματος που βλέπει στο βίντεο. Από ότι νομίζει, στη μεριά του ενάγοντα υπήρχε και ασφάλτινο παγκέτο του οποίου δεν γνωρίζει το πλάτος. Δεν θεώρησε ότι υπάρχει λόγος να λάβει υπόψη του το πλάτος του παγκέτου, καθότι δεν αποτελεί μέρος του δρόμου, πιθανόν όμως να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποφευχθεί κάποιος κίνδυνος. Επέμενε ότι ένας μοτοσικλετιστής δεν μπορεί να συνεχίσει να βρίσκεται πλησίον του αριστερού σημείου στο μέσο της στροφής, λόγω της φυγόκεντρου δύναμης. Συμφώνησε ότι ένας οδηγός οφείλει να λαμβάνει προληπτικά μέτρα, όπως η ρύθμιση της ταχύτητας, όταν εισέρχεται σε μία στροφή. Τη γνώμη ότι ο ενάγοντας βρισκόταν σε πανικό την αποδίδει στις λανθασμένες ενέργειες στις οποίες προέβη την ώρα που αντιμετώπισε το όχημα εντός της δικής του πορείας. Αναφέρθηκε εκ νέου στο βίντεο και στα δευτερόλεπτα που προηγήθηκαν της εμφάνισης του οχήματος του εναγόμενου. Δεν θεωρεί ότι ο ενάγον έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και γι' αυτό ενήργησε κατεβάζοντας το πόδι και τα φρένα του, καθότι οι προηγούμενες ενέργειες του ήταν ορθές και βρισκόταν σε σωστή θέση εξόδου προς τη στροφή. Επίσης, η ταχύτητα του ήταν η ορθή. Αιτία σύγκρουσης, κατά τον ίδιο, δεν είναι η ταχύτητα του ενάγοντα. Από ότι θυμάται από το βίντεο, ο ενάγων κατέβασε πρώτα το πόδι του και μετά χρησιμοποίησε φρένο. Συμφώνησε δε, ότι σε φυσιολογικές συνθήκες το πόδι δεν κατεβαίνει σε στροφή. Αμφισβήτησε δε έντονα τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο λόγος που ο ενάγων κτύπησε στο όχημα του εναγόμενου ήταν ότι απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ4, επεξήγησε και το βίντεο το οποίο και προβλήθηκε. Με αναφορά στο σημείο 14:00 μέχρι 14:29 ανέφερε ότι δεν μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, ενώ τη στροφή που φαίνεται στο 14:29 τη χαρακτηρίζει σαν μια ανοικτή στροφή. Στο 15:03 μέχρι 15:04 που φαίνεται ο ενάγων να κατεβάζει το πόδι του, υπολογίζει ότι ο ενάγων είχε δει το όχημα στη δική του λωρίδα και είναι σε κατάσταση πανικού. Στο 15:04 που το πόδι φαίνεται να είναι τελείως στο έδαφος, δεν φαίνεται το όχημα ακόμη. Στο ερώτημα τι εμπόδιζε τον ενάγοντα να συνεχίσει την πορεία του παράλληλα με την αριστερή άσπρη γραμμή του παγκέτου, αναφέρθηκε στον τρόπο οδήγησης μιας μοτοσικλέτας που δεν επιτρέπει αυτή την κίνηση. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Ο ΜΕ5, Δρ Αλκιβιάδους είναι χειρούργος ορθοπεδικός, εργάζεται στην Κύπρο τα τελευταία 20 χρόνια και πριν βρισκόταν στο εξωτερικό για άλλα εφτά. Τον ενάγοντα τον γνωρίζει, αναγνώρισε το τεκμήριο 29 του οποίου υιοθέτησε το περιεχόμενο, ενώ ανέφερε ότι το ποσό που φαίνεται στο τεκμήριο 29 έχει καταβληθεί στον ίδιο. Στην αναφορά του για επαναγγείωση του δαχτύλου ανέφερε ότι το δάχτυλο δεν είχε αιμάτωση και διοχέτευσε αίμα με βοήθεια αρτηρίας. Αυτή ήταν η πρώτη χειρουργική επέμβαση. Στις 19/04/2010 έγινε δεύτερη χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του νεκρωμένου ιστού (χειρουργικός καθαρισμός), λόγω της σύνθλιψης του δαχτύλου. Στις 04/04/2010 ο ενάγων εισήχθη έχοντας αρκετό οίδημα στο γόνατο. Όταν έγινε μαγνητική τομογραφία διαπιστώθηκε ρήξη χιαστού και στις 05/06/2010 τον παρέπεμψε στον Δρ. Ιωσηφίδη καθότι ο ίδιος δεν ασχολείται με γόνατα και ισχία αλλά με μικροχειρουργική. Στις 27/08/2010 έγινε τρίτη επέμβαση καθότι ο ενάγων παρουσίασε στοιχεία φλεγμονής και έγινε αφαίρεση της όνυχος. Στις 12/10/2010 παρουσιάστηκε νέα φλεγμονή, έγινε νέο χειρουργείο για ολική αφαίρεση της μήτρας της όνυχος, δηλαδή λείπει από το δάχτυλο του ενάγοντα όλη η τελική φάλαγγα. Ανέφερε ότι λείπει το 50% δηλαδή το κομμάτι που έχει το νύχι. Αναγνώρισε το τεκμήριο 12 και με αναφορά στο ποσό των €3.588,00 ανέφερε ότι έγινε η χρέωση αλλά δεν θυμάται αν καταβλήθηκε ή ακόμα οφείλεται. Τα τεκμήρια 23 και 25 είναι δικά του και αναγνωρίστηκαν από αυτόν. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των ιατρικών γνωματεύσεων του, στο σύνολο των τραυμάτων του ενάγοντα και στην πρώτη άδεια ασθενείας που χορήγησε από τις 04/04/2010 μέχρι και τις 04/06/
  11. Μετά το χειρουργείο 15/10/2010, ο ενάγων παρουσίαζε προβλήματα με την πληγή για έξι μήνες. Ανέφερε δε ότι υπάρχουν προβλήματα με την αλλαγή του καιρού, όπως επίσης και με τη βάδιση για μεγάλη απόσταση η οποία θα του προκαλεί πόνο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ5, αναφέρθηκε στο τεκμήριο 29 για τη σύνταξη του οποίου βασίστηκε στην κλινική εικόνα του ενάγοντα. Για τα κατάγματα βασίστηκε σε ακτινογραφίες. Με αναφορά στο τεκμήριο 41, ακτινογραφίες, αναγνώρισε το κάταγμα του έξω σφυρού που αφορά την ποδοκνημική άρθρωση έξω και έσω σφυρών. Με αναφορά στο τεκμήριο 27 του Δρ. Ιωσηφίδη και συγκεκριμένα στο ότι διεγνώσθη κάταγμα έξω σφυρού και όχι έσω, συμφώνησε, αλλά ανέφερε ότι ο Δρ. Ιωσηφίδης παρέλειψε να αναφέρει το έσω σφυρού. Παρέπεμψε δε εκ νέου στο τεκμήριο
  12. Όσον αφορά τη ρήξη του πρόσθιου χιαστού, ως ανέφερε είναι εύρημα της μαγνητικής τομογραφίας, αφορά το γόνατο και γι' αυτό τον παρέπεμψε σε ειδικό. Το τεκμήριο 36 είναι η έκθεση της μαγνητικής τομογραφίας γονάτου στην οποία δεν αναφέρεται η ρήξη του πρόσθιου χιαστού. Για το θέμα αυτό παρέπεμψε στον Δρ. Ιωσηφίδη καθότι ο ίδιος, ως ανέφερε, δεν είναι ειδικός. Ο ίδιος το αναφέρει στην έκθεση του, βάσει του κλινικού ελέγχου. Στο πόδι τοποθετήθηκε νάρθηκας, ο οποίος αφαιρέθηκε σε έξι βδομάδες. Τον ενάγοντα τον έβλεπε συχνά καθότι παρουσίαζε φλεγμονές στο μεγάλο δάχτυλο. Στις 15/10/2010 έληξε το πρόβλημα με τις φλεγμονές. Πριν τις 15/10/2010 τον επισκεπτόταν κάθε Τρίτη και Πέμπτη απόγευμα. Ο ενάγων μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου σταμάτησε να έχει προβλήματα, ενώ έκτοτε επισκεπτόταν τον ΜΕ5 και διαμαρτυρόταν για πόνους. Γνωρίζει ότι τον επόμενο μήνα του δυστυχήματος ξεκίνησε εργασία, ο ίδιος δε του συνέστησε ελαφριά καθήκοντα. Ως ΜΕ6 παρουσιάστηκε ο Δρ, Ιωσηφίδης, ορθοπεδικός χειρούργος τραυματολόγος. Αναγνώρισε το τεκμήριο 27 ως την ιατρική του αναφορά για τον ενάγοντα, όπως επίσης και το τεκμήριο
  13. Το ποσό που αναφέρεται στο τεκμήριο 28 καταβλήθηκε. Ο ίδιος ασχολήθηκε με το γόνατο του ενάγοντα μετά που τον παρέπεμψε στον ίδιο ο ΜΕ
  14. Για πρώτη φορά είδε τον ενάγοντα στις 09/06/
  15. Το τεκμήριο 41 λήφθηκε στις 12/05/2010 και αφορούσε την ποδοκνημική και όχι το γόνατο. Με αναφορά στις ακτινογραφίες, διακρίνει εμφανές κάταγμα στην περιοχή του έξω σφυρού και ρωγμόδες κάταγμα στον έσω σφυρό. Τελευταία φορά είδε τον ενάγοντα δύο-τρεις εβδομάδες πριν τη μαρτυρία του. Η ιατρική έκθεση του Δρ. Κοντοζή, που κατατέθηκε ως τεκμήριο προς αναγνώριση Δ, δόθηκε στον ΜΕ6 για να σχολιάσει τις διαφορές. Με αναφορά στη διαφορά διαμέτρου κνήμης και μηρού, ως αναφέρεται στην έκθεση του Δρ. Κοντοζή, ανέφερε ότι αυτές μπορεί να θεωρηθούν φυσιολογικές, ενώ αν λάβουμε υπόψη ότι το «καλό» πόδι του ενάγοντα είναι το δεξί, φαίνεται ότι υπάρχει κάποια αδυναμία. Σε σχέση με την παράγραφο 5 της έκθεσης Κοντοζή, αναφέρει ότι η κινητικότητα έχει βελτιωθεί, αλλά έχουν παραμείνει σε κάποιο βαθμό οι απώλειες κινήσεων, όπως φαίνεται και στην ιατρική έκθεση του Δρ. Κοντοζή. Ο ΜΕ6 ανέφερε ότι μετά από τέτοια τραύματα παρουσιάζονται κάποιες δυσκολίες στη βάδιση, στην παρατεταμένη ορθοστασία και χρήζει φαρμακευτικής αγωγής. Αναφερόμενος περαιτέρω στην ιατρική έκθεση Κοντοζή αναφέρει ότι η ποδοκνημική έκταση στο δεξί πόδι είναι περιορισμένη κατά το 1/
  16. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ6 ανάφερε ότι τα ευρήματα του ως φαίνονται στην σελίδα 3 του τεκμηρίου 27 βασίστηκαν στις κλινικές εξετάσεις και στις μαγνητικές τομογραφίες του γόνατος. Με το δεξί πόδι και την ποδοκνημική άρθρωση δεν ασχολήθηκε παρά μόνο με το γόνατο του ενάγοντα. Ο ενάγων τον επισκέφθηκε 1η φορά στις 09/06/
  17. Με αναφορά σε οίδημα εννοεί την κάκωση του οστού όταν η εσωτερική αρχιτεκτονική του οστού διαταράσσεται ενώ η έννοια «πρήξιμο» αναφέρεται στα μαλακά μόρια. Στην προκειμένη καταστράφηκε το οστό του γόνατου δηλαδή στην έξω περιοχή του μηρού και στην έξω περιοχή της κνήμης και στην επιγονατίδα. Στην υποβολή ότι ο ενάγων υπέστη διάστρεμμα και όχι κάταγμα στο δεξί γόνατο ο ΜΕ6 απάντησε ότι βεβαίως υπέστη και διάστρεμμα που είναι ο τραυματισμός των μαλακών μορίων όμως η μαγνητική τομογραφία δείχνει και ζημιά στα οστά. Παράπεμψε δε στο τεκμήριο 36 του ακτινοδιαγνώστη με αναφορά στο "kissing bone contusions" του έξω μηριαίου και πρόσθιο έξω μηριαίου κονδύλου και ένα μικρό bone - effect , 5 χ 3 χιλιοστών στην άνω έξω επιφάνεια της επιγονατίδας. Για την αναφορά στο ίδιο τεκμ. 36 σε small bone defect δεν γνωρίζει από που προήλθε και ούτε εάν προϋπήρχε. Η τελευταία επίσκεψη του ενάγοντα στο ίδιο έγινε στις 22/6 με σκοπό να δει την πρόοδο στο γόνατο. Η κινητικότητα είχε βελτιωθεί αλλά ακόμα παρουσίαζε δυσκαμψία στην έκταση και στην κάμψη. Για την ανάγκη να υποβληθεί σε μελλοντική επέμβαση στο γόνατο απάντησε ότι είναι απομακρυσμένη η πιθανότητα ενώ συμφώνησε ότι το οστικό έλλειμα των 5 χ 3 χιλιοστών δεν επηρεάζει την άρθρωση του γόνατος. Σε μια τέτοια βλάβη στην άρθρωση ο συνήθης χρόνος να αναπτυχθεί οστεοαρθρίτιδα είναι μέχρι 2 και 3 χρόνια ενώ πολύ πιθανόν εάν ο ενάγων αναπτύξει οστεοαρθρικές αλλοιώσεις μετά τα 6/12 χρόνια πιθανόν να μην συνδέονται με τα τραύματα. Τελευταία μάρτυρας εκ μέρους του ενάγοντα προσήλθε η Στέλλα Ζησιμίδου (ΜΕ7) η οποία είναι υπεύθυνη στο τμήμα ασφαλειών της Πολυκλινική Υγείας Αναγνώρισε τα τεκμήρια 10 μέχρι και 19 ότι εκδόθηκαν από την κλινική για τον ενάγοντα. Τα τεκμήρια 10 και 11 αφορούν τις χρεώσεις του νοσοκομείου για την νοσηλεία από τις 4/4/ μέχρι και τις 12/4/
  18. Τα τεκμήρια 12 και 13 τις χρεώσεις των θεραπόντων ιατρών για την νοσηλεία. Τα τεκμήρια 14, 15, 16, 17 και 18 αφορούν άλλα 2 τιμολόγια που ο ασθενής έκανε αναλύσεις και ακτινογραφίες και πληρώθηκαν από τον ίδιο. Το τεκμήριο 19 αφορά αμοιβές ιατρών για άλλη νοσηλεία. Το τεκμήριο 33 είναι επιστολή που στάληκε στην κλινική και με την οποία ζητήθηκαν αντίγραφα των τιμολογίων που εκδόθηκαν για τον ενάγοντα. Το τεκμήριο 32 αφορά βεβαίωση που αφορά την νοσηλεία 4 - 12/4/2010 υπογεγραμμένη από τον τότε οικονομικό διευθυντή συνοδευόμενη από την κατάσταση λογαριασμού που αποστέλλεται στην ασφάλεια μαζί με όλα τα τιμολόγια. Το τεκμήριο 32 δεν περιλαμβάνει όλα τα έξοδα καθότι ο ενάγων νοσηλεύτηκε και 2η φορά στην κλινική στις 19/4 - 22/4/
  19. Κατέθεσε δε το τεκμήριο 45 για τα έξοδα αυτά και επεξήγησε ότι ο ενάγων με βάση την ασφάλεια του έπρεπε να καταβάλει ο ίδιος ποσό εκ €256=. Η 1η σελίδα του τεκμηρίου 45 είναι η κατάσταση λογαριασμού και η 2η το τιμολόγιο της κλινικής. Οι σελίδες 3 και 4 οι αμοιβές των γιατρών και οι 5 και 6 η πληρωμή που έγινε από την ασφαλιστική εταιρεία ενώ οι υπόλοιπες σελίδες είναι οι εξοφλητικές αποδείξεις. Αντεξεταζόμενη η ΜΕ7 επεξήγησε την χρέωση του τεκμηρίου 10 για την νοσηλεία των 8 ημερών σύμφωνα με τις συμφωνημένες τιμές με την ασφαλιστική εταιρεία του ενάγοντα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ Ως ΜΥ1 προσήλθε ο Αστ. Παναγιώτης Κοφτερός που κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Λάνιας. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο την κατάθεση του για το επίδικο δυστύχημα - τεκμήριο 46 (τεκμήριο προς αναγνώριση Α). Στην κατάθεση του αναφέρεται στις ενέργειες του την επίδικη ημερομηνία του δυστυχήματος, στα ενεχόμενα οχήματα, στην επίσκεψη στην σκηνή και στην ετοιμασία του πρόχειρου σχεδιαγράμματος. Το σημείο Χ το σημείωσε καθότι εκεί υπήρχαν ίχνη πλαστικού της μοτοσικλέτας. Ο εναγόμενος του υπέδειξε ως σημείο Χ1 το σημείο σύγκρουσης και το οποίο σημείωσε στην παρουσία του. Επισκέφθηκε και τον ενάγοντα στην κλινική ο οποίος υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης που ο ίδιος θεωρεί ως το σωστό και το οποίο σημείωσε ως Χ
  20. Την σκηνή επισκέφθηκε με τον Αστ. 2278, Γεωργίου και βρήκε τα δυο ενεχόμενα οχήματα τα οποία είχαν μετακινηθεί από τις τελικές του θέσεις. Ανάφερε τους οδηγούς και τα οχήματα αλλά και ότι ο ενάγων κατά την άφιξη του μεταφερόταν με ασθενοφόρο ενώ ο εναγόμενος παρέμεινε στην σκηνή. Ο δρόμος είναι ανηφορικός με κατεύθυνση από Τριμίκληνη προς Πελένδρι και κατηφορικός στην αντίθετη. Η επίδικη στροφή είναι επικίνδυνη και αρκετά κλειστή ενώ με την αναφορά αυτή εννοεί την ορατότητα. Αναφορικά με το πλάτος του δρόμου ανάφερε ότι ξεκινά να υπάρχει ασφάλτινο παγκέτο στο 1.80 και μετά μέχρι τη μέση του δρόμου στα 5.40 μέτρα και τερματίζει στα 9 μέτρα στο τέλος του δρόμου και εκ νέου 1.80 ασφάλτινο παγκέτο το οποίο βρίσκεται στην άλλη πλευρά. Αυτές οι μετρήσεις είναι οι ίδιες σε όλη την στροφή. Ο καιρός ήταν αίθριος, ήταν μεσημέρι και υπήρχε φως. Δεν υπήρξαν ίχνη τροχοπέδησης από την μοτοσικλέτα ή το αυτοκίνητο. Τα ασφάλτινα παγκέτα σε αμφότερες τις πλευρές είναι χρησιμοποιήσιμα. Το αυτοκίνητο έχει μήκος 4 μέτρα και πλάτος 1.50 ενώ η μηχανή έχει μήκος 2 μέτρα. Δεν εξέτασε εάν υπήρχαν γδαρσίματα στην άσφαλτο. Αριστερά της πορείας του εναγόμενου υπάρχει προστατευτικό κιγκλίδωμα καθότι υπάρχει γκρεμνός. Ο ίδιος αναφέρει είδε το βίντεο (Τεκμ. 4) κάποιες μέρες μετά το δυστύχημα. Η προειδοποιητική πινακίδα που αφορά την ταχύτητα καλεί τους οδηγούς να ελαττώσουν ταχύτητα σε μέγιστη αυτή των 30 χαω. Στο κατά πόσο η σύγκρουση ήταν μετωπική η πλευρική ανάφερε ότι στο αυτοκίνητο υπήρχε κτύπημα στην δεξιά του πλευρά. Η μοτοσικλέτα επειδή ήταν πεσμένη υπήρχαν αρκετά κτυπήματα, όμως η μοτοσικλέτα φαίνεται να κτύπησε στο όχημα με το δεξί πλευρό της. Αναφορικά με τα σημεία χ που υποδείχθηκαν από τους οδηγούς και την δική του άποψη ανάφερε ότι για το Χ1 δεν βρήκε οιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν ότι εκεί έγινε το κτύπημα. Το σημείο Χ2 που υποδείχθηκε από τον ενάγοντα είναι πολύ κοντά στο Χ1 που υπέδειξε ο εναγόμενος. Η απόσταση μεταξύ Χ1 και Χ2 είναι 80 εκατοστά. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανάφερε ότι η ορατότητα σε μια κλειστή στροφή είναι περιορισμένη για τους οδηγούς και των 2 κατευθύνσεων και αποτελεί και για τους δυο τον ίδιο κίνδυνο. Δεν θυμάται αν υπήρχε αντίστοιχη προειδοποιητική πινακίδα στην πλευρά του εναγόμενου. Συμφώνησε ότι για να υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης πρέπει οι τροχοί να έχουν κλειδώσει. Ανάφερε ότι κατέθεσε και σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία για τον επίδικο δυστύχημα και συγκεκριμένα στην ποινική υπόθεση εναντίον του ενάγοντα. Αποδέχτηκε δε ότι στην διαδικασία εκείνη ανάφερε ότι οι πορείες των 2 οχημάτων είναι ενδεικτικές και δεν δείχνουν το ακριβές σημείο στο οποίο βρίσκονταν με αναφορά στα «βελάκια» που φαίνονται στο σχέδιο δηλαδή αυτά δείχνουν την κατεύθυνση των ενεχόμενων οδηγών και όχι την θέση τους επί του δρόμου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στο σημείο Χ που ο ίδιος τοποθέτησε στο τεκμήριο 6Α αναφέροντας ότι αυτό τοποθετήθηκε λόγω μικρών κομματιών πλαστικών που βρέθηκαν από την μοτοσικλέτα. Για να υπήρχαν μικρά κομμάτια πλαστικού προηγήθηκε σπάσιμο μεγαλύτερων πλαστικών. Το Χ1 απέχει 1.40 από την βασική γραμμή μέτρησης και είναι ακριβώς στην μέση του δρόμου. Ο ΜΥ1 αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 47 την κατάθεση της Στέλλας Φελλάς συζύγου του εναγόμενου την οποία έλαβε ο ίδιος ερωτηθείς για την θέση της ότι είδε τον ενάγοντα να έρχεται κατά πάνω τους και τον ενημέρωσε, αυτός δεν προσπάθησε να τον αποφύγει. Με αναφορά στο βίντεο και προβαλλόμενο αυτό στην αίθουσα ανάφερε ότι στο 15:05 το αυτοκίνητο του εναγόμενου φαίνεται να πατά το όχημα την διαχωριστική γραμμή ενώ κατά τον ίδιο χρόνο και το ίδιο σημείο ο μοτοσικλετιστής δεν εισέρχεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε δεν είναι επί κλίμακας και η καμπύλη στο δρόμο είναι στο περίπου και όχι η ακριβής. Στο ΜΥ1 υποβλήθηκε ότι το σχεδιάγραμμα του είναι ελλιπές και δεν μπορεί να στηριχθεί επ' αυτού το Δικαστήριο ενώ οι μετρήσεις του είναι λανθασμένες. Ο ΜΥ1 επανεξεταζόμενος ανάφερε σε σχέση με το Τεκμ.6Α ότι έκανε την δουλειά του όπως μπορούσε. Ως ΜΥ2 προσήλθε ο Θράσος Ο' Μαχόνι, μηχανολόγος μηχανικός και ειδικός στις μελέτες και αναπαραστάσεις οδικών δυστυχημάτων. Ανάφερε τα προσόντα του και την εμπειρία του στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων από το
  21. Κατέθεσε το Τεκμήριο 48 που αφορά την έκθεση του για το επίδικο δυστύχημα. Για την ετοιμασία της έκθεσης του έλαβε υπόψη το τεκμήριο 4 (βίντεο), την έκθεση της αστυνομίας (Τεκμ.31), το σχεδιάγραμμα (Τεκμ. 6 Α και 6 Β) , τις καταθέσεις των ενάγοντα, εναγόμενου και συζύγου εναγόμενου όπως επίσης και των αστυφυλάκων και τοπογραφικά της σκηνής τα οποία ετοιμάστηκαν από ειδικό τοπογράφο. Έλαβε επίσης υπόψη του το τεκμήριο 49 που είναι έκθεση για τις ζημιές της μοτοσικλέτας και το κόστος αυτών. Με αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης του ανάφερε ότι με την έννοια κλειστή στροφή εννοεί μια στροφή με μικρή ακτίνα καμπυλότητας και η οποία συνεχίζει για περίπου 90 μοίρες. Με την αναφορά ακτίνα καταλληλότητας εννοεί την ακτίνα ενός υποθετικού κύκλου η οποία περιγράφει την στροφή. Δηλαδή το κέντρο της στροφής απέχει 45 μοίρες από την στροφή. Επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος είδε το οδόστρωμα και τα λοιπά στοιχεία του δρόμου. Η κατωφέρεια είναι 10% ποσοστό που χαρακτηρίζει ως μεγάλη κλίση. 400 μέτρα περίπου πριν την στροφή υπάρχει προειδοποιητική πινακίδα που δείχνει την κλίση της κατωφέρειας περί τα 8 - 10% ενώ περίπου 140 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης υπάρχει η προειδοποιητική πινακίδα για το όριο ταχύτητας στα 30 χαω (βλέπε φωτογραφίες 1 και 2 επί του τεκμηρίου 48). Η εγκάρσια κλίση του δρόμου ως η πορεία της μοτοσικλέτας είναι 3% περίπου και με αυτό εννοεί την κλίση που είναι κάθετη πάνω στον δρόμο και δεν έχει σχέση με την κατωφέρεια. Στην έκθεση του περιλαμβάνει και φωτογραφία από το Google Earth που δείχνει την μορφή της στροφής. Χαρακτηρίζει την στροφή αυτή ως επικίνδυνη. Αναλύοντας την στροφή σε σχέση με την ταχύτητα ο ΜΥ2 αναφέρει ότι για κάθε στροφή του δρόμου υπάρχει μια ανώτατη ασφαλής ταχύτητα η οποία ονομάζεται κρίσιμη ταχύτητα (Critical Speed) και η οποία δίδεται με μαθηματικό τύπο. Κρίσιμη ταχύτητα είναι η μέγιστη ταχύτητα με την οποία δύναται να διέλθει ένα όχημα χωρίς να εκτραπεί. Επεξήγησε τον μαθηματικό τύπο και στο πώς καθόρισε τα συγκεκριμένα δεδομένα για να καταλήξει σε αποτελέσματα. Με βάση το τοπογραφικό σχέδιο η ακτίνα καμπυλότητας είναι 45 μέτρα. Αυτή τη μέτρηση την επιβεβαίωσε και ο ίδιος κατά την επίσκεψη του στην σκηνή στις 3/2/2017 με δικές του μετρήσεις. Με αυτές αλλά και άλλες τιμές καθόρισε ακολουθώντας τον τύπο ότι η κρίσιμη ταχύτητα στην στροφή αυτή είναι τα 58 χαω. Όταν ένας οδηγός δηλαδή υπερβεί την ταχύτητα των 58 χαω στην στροφή τότε το όχημα του θα εκτραπεί από τον δρόμο. Ο ίδιος δε οδήγησε το όχημα του σε αυτή την στροφή κοντά σε αυτή την ταχύτητα και αυτό είχε αγγίξει τα όρια της εκτροπής. Αναφέρθηκε επιπλέον στην ανάλυση του στο βίντεο - τεκμ.
  22. Στην επίσκεψη του στην σκηνή διαπίστωσε ότι απέναντι από το σημείο αναφοράς 3200 (χιλιομετρητής) στο σχεδιάγραμμα της αστυνομίας (βλέπε τεκμ. 6Α) υπάρχουν άσπροι φωσφορίζοντες πάσσαλοι οι οποίοι διακρίνονται καθαρά και στο τεκμήριο
  23. Για να υπολογίσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας λίγο πριν την σύγκρουση μέτρησε την απόσταση μεταξύ αυτών των πασσάλων. Απέναντι από το σημείο 3200 η απόσταση είναι 16.8 μέτρα. Γνωρίζοντας την απόσταση μεταξύ των πασσάλων και τον χρόνο που χρειάστηκε η μοτοσικλέτα να διανύσει αυτή την απόσταση των 16.8 μέτρων είναι εφικτό να υπολογιστεί με καλή ακρίβεια η ταχύτητα της με συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο. Με ζητούμενη την ταχύτητα (v) και με δεδομένα την απόσταση μεταξύ των δύο άσπρων πασσάλων στα 16.8μέτρα (s) και τον χρόνο των 0.8 - 0.88 δευτερολέπτων που χρειάστηκε για να διανύσει αυτή την απόσταση (t) υπολογίζει ότι η μοτοσικλέτα την στιγμή της σύγκρουσης εκινείτο με ταχύτητα 68.7 - 75.6 χαω δηλαδή αρκετά πιο πάνω από την κρίσιμη ταχύτητα. Αυτή η υπέρβαση από την κρίσιμη ταχύτητα είναι και η εξήγηση για την πορεία που πήρε ο ενάγων προς το κέντρο του δρόμου και η ενστικτώδης χρησιμοποίηση του αριστερού ποδιού και των φρένων για να αποφευχθεί η σύγκρουση. Ο ΜΥ2 συμπεραίνει και αναφέρει ότι και στην απουσία του οχήματος ο ενάγοντας θα έπαιρνε αναγκαστικά αυτή την πορεία προς το κέντρο του δρόμου καθότι σε αντίθετη περίπτωση εάν ακολουθούσε την καμπύλη του δρόμου θα ανατρεπόταν. Εάν ο ενάγων οδηγούσε με πιο χαμηλή ταχύτητα (κάτω από την κρίσιμη) θα μπορούσε να βγάλει την στροφή χωρίς να συγκρουστεί. Εκτός δε αναφέρει από την λωρίδα του δρόμου πλάτους 3.60 υπάρχει και ασφάλτινο παγκέτο πλάτους 1.80 μέτρα. Με βάση τα όσα ανάλυσε ο ΜΥ2 καταλήγει και θέτει την δική του εκτίμηση ότι το δυστύχημα οφείλεται στην υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα της μοτοσικλέτας και όχι σε άλλη αιτία. Ο ΜΥ2 σημειώνω ότι κατά την ανάλυση της έκθεσης και θέσεων του πρόβαλε σε συγκεκριμένο πρόγραμμα το τεκμήριο 4 επεξηγώντας πως κατέληξε στον χρόνο που χρειάστηκε η μοτοσικλέτα να διανύσει την απόσταση μεταξύ των 2 πασσάλων. Από την στιγμή που η μοτοσικλέτα βρίσκεται στον πρώτο πάσσαλο μέχρι τον δεύτερο μεσολαβούν 21 με 22 frames (αναφερόμενος στις διακομμένες σκηνές - τρόπος προβολής του συγκεκριμένου προγράμματος) και αφού 1 δευτερόλεπτο αντιστοιχεί σε 25 frames σε 21 ή 22 αντιστοιχούν 0.8 - 0.88 δευτερόλεπτα. Οπότε χρησιμοποιώντας τα 0.8 - 0.88 δευτερόλεπτα που χρειάστηκε για να διανύσει την απόσταση των
  24. 8 μέτρων κατέληξε στην ταχύτητα των 68.7 - 75.6 χαω. Ο ΜΥ2 ανάφερε ότι αυτή η ταχύτητα τον οδήγησε να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου ενώ εάν είχε πιο χαμηλή ταχύτητα θα μπορούσε να συνεχίσει κρατώντας πιο αριστερή πορεία. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ2 σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας επί διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Στην προκειμένη αυτό που αμφισβητήθηκε είναι τα αποτελέσματα του σε σχέση με τη ταχύτητα του ενάγοντα με ειδικότερη αναφορά στην μεθοδολογία και τα frames που καταμετρήθηκαν. Ο ΜΥ2 ανάφερε ότι τα frames είναι περίπου 20 με 22 μπορεί και 21 με
  25. Συμφώνησε δε με τον συνήγορο του ενάγοντα ότι στο 1 δευτερόλεπτο αντιστοιχούν 25 frames άρα στο 1 frame αντιστοιχεί σε 1.004 δευτερόλεπτα και ως εκ τούτου 20 frames σε 0.8 δευτερόλεπτο και τα 22 σε 0.88 κλάσματα του δευτερολέπτου. Συμφώνησε δε ότι 2 frames διαφορά οδηγούν σε διαφορά 7 χιλιομέτρων και ανάφερε ότι για αυτό τον λόγο έδωσε ένα φάσμα ταχύτητας και όχι συγκεκριμένη. Ο ΜΥ2 αναφερόμενος στο σημείο που βρισκόταν η μοτοσικλέτα όταν ξεκίνησε να μετρά αυτά τα frames και συγκεκριμένα εάν ήταν ακριβώς στο πλάι του πασσάλου η λίγο πιο πίσω η πιο μπροστά ανάφερε ότι για αυτό τον λόγο έδωσε φάσμα ταχύτητας και όχι ακριβή για να μειώσει αυτό το λάθος. Ανάφερε δε ότι ακόμα και πέραν των 22 frames να καταμετρούσε είτε 23, 24 είτε 25 η ταχύτητα θα εξακολουθούσε να ήταν πέραν της κρίσιμης των 58 χαω. Αναφέρθηκε επίσης ότι οι πιο πάνω μετρήσεις καταρρίπτουν και την θέση του ενάγοντα ότι κινείτο με 30 χαω. Ανάφερε δε ότι για να μπορέσει ο ενάγων να συνεχίσει και να βγει από την στροφή κρατώντας την αριστερή πλευρά της λωρίδας του θα έπρεπε να είχε χαμηλή ταχύτητα. Ανάφερε επίσης με αναφορά στην κίνηση του ενάγοντα να κατεβάσει το πόδι του και να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου ότι όταν υπερβεί κάποιος μια ταχύτητα οι επιλογές του είναι είτε να ανατραπεί είτε να αλλάξει την πορεία του μεγαλώνοντας την ακτίνα καμπυλότητας. Αρνήθηκε ότι τα συμπεράσματα του είναι λανθασμένα λόγω λανθασμένων στοιχείων. Ως επόμενος μάρτυρας (ΜΥ3) παρουσιάστηκε ο ίδιος ο εναγόμενος ο οποίος παρουσίασε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Γ). Αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα του στον αναφερόμενο δρόμο σε σημείο ανηφορικό όπου υπήρχε δεξιά κλειστή στροφή σε σχέση με την πορεία του. Ενώ βρισκόταν στην λωρίδα κυκλοφορίας του είδε ξαφνικά μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού να έρχεται ανεξέλεγκτα κατευθείαν πάνω του και να κτυπά και να συγκρούεται στην δεξιά πλευρά του οχήματος του. Αναφέρει ότι λόγω της κλειστής στροφής δεν είχε ορατότητα να δει έγκαιρα τον ενάγοντα και τον είδε για πρώτη φορά σε λίγα μέτρα μακριά του. Η ταχύτητα του ενάγοντα ήταν μεγάλη και λόγω της κλειστής στροφής επικίνδυνη δεν είχε ικανοποιητικό χρόνο ο ίδιος να λάβει μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση και να αντιδράσει. Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 51 τον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος που οδηγούσε. Ανάφερε ότι το όχημα του έλαβε πιστοποιητικό καταλληλότητας 6 - 7 μήνες πριν το δυστύχημα και δεν διαπιστώθηκε οιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα. Ο εναγόμενος ερωτήθηκε για την κατάθεση της συζύγου του στο ότι τον ενημέρωσε να κάνει προσπάθεια να αποφύγει την μοτοσικλέτα και ανάφερε ότι η σύζυγος του, του φώναξε «πάνω μας» και τον είδε και ο ίδιος. Και ο ίδιος τον είδε και η σύζυγος του μπορεί να μην το αντιλήφθηκε αυτό. Διαφώνησε δε ότι ο λόγος που η σύζυγος του, του φώναξε ήταν επειδή ο ίδιος δεν τον είδε. Τον ενάγοντα τον είδε πρώτη φορά περίπου στα 3 - 4 μέτρα μπορεί και
  26. Στον εναγόμενο προβλήθηκε και το βίντεο περίπου στο σημείο 15:05 όπου φαίνεται το μπροστινό μέρος του οχήματος του εναγόμενου πάνω αριστερά στην οθόνη. Ανάφερε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει το σημείο που ακριβώς είδε την μοτοσικλέτα του ενάγοντα καθότι η όλη σκηνή αφορά κλάσματα δευτερολέπτων, έγινε πολύ ξαφνικά και δεν του έδωσε κανέναν περιθώριο να τον αποφύγει. Ερωτήθηκε εάν στην ποινική διαδικασία που ήταν μάρτυρας ανάφερε ότι κινήθηκε αριστερότερα για να τον αποφύγει και απάντησε ότι δεν θυμάται και δεν μπορεί να το αποκλείσει. Σε καμία περίπτωση δε μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Με αναφορά στο βίντεο και στην διαχωριστική των 2 λωρίδων γραμμή ανάφερε ότι μπορεί το αυτοκίνητο του να ήταν πάνω στην άσπρη γραμμή να έπαιρνε μέρος της αλλά δεν αποτέλεσε κίνδυνο με το όχημα του να είναι πάνω στην γραμμή ήταν κανονικά στην λωρίδα του. Αρνήθηκε δε ότι μπορούσε να δει τον ενάγοντα πριν το όχημα του φανεί στην εικόνα και δεν το έπραξε. Διευκρίνισε δε ότι το μέρος του οχήματος του που είναι πάνω στην γραμμή είναι η δεξιά πλευρά του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Τελευταίος μάρτυρας για τον εναγόμενο προσήλθε ο ιατρός που εξέτασε τον ενάγοντα εκ μέρους του εναγόμενου. Ο ΜΥ4 Δρ. Κώστας Κοντοζής ορθοπεδικός ανάφερε ότι εξέτασε πρώτη φορά τον ενάγοντα στις 3/4/2012 και ακολούθως στις 13/4/
  27. Αναγνώρισε το τεκμήριο προς αναγνώριση Δ ως την ιατρική του έκθεση και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  28. Επίσης αναγνώρισε το τεκμήριο Γ προς αναγνώριση ως τις ακτινογραφίες οι οποίες έγιναν στο δεξιό γόνατο, την δεξιά ποδοκνημική και το δεξιό μεγάλο δάκτυλο του ποδιού. Οι εν λόγω ακτινογραφίες έλαβαν αριθμό τεκμηρίου
  29. Πέραν των απεικονίσεων έλαβε υπόψη τα πιστοποιητικά του Δρ. Αλκιβιάδη, του Δρ. Ιωσηφίδη, την έκθεση της μαγνητικής τομογραφίας και τις ακτινογραφίες ημερ.4/4/2012, την μαγνητική τομογραφία 5/6/2010, όλες τις ακτινογραφίες δεξιού ποδιού, γόνατος, ποδοκνημικής και θώρακα. Από το δυστύχημα κατέληξε ότι ο ενάγων υπέστη κάταγμα έξω σφυρού δεξιάς ποδικνημικής, ακρωτηριαστικό τραύμα μεγάλου δακτύλου δεξιού ποδιού με απώλεια της ονυχοφόρου φάλαγγας, κάκωση διάστρεμμα δεξιού γόνατος με θλαστικά τραύματα, οστική θλάση του έξω μηριαίου κονδύλου και της προσθιοεξωτερικής γωνίας της κνήμης, οστικό έλλειμμα 5 χ 3 χιλιοστά στην άνω δεξιά επιφάνεια της δεξιάς επιγονατίδας και μερική ρήξη - τενοντίτιδα του τένοντα του τετρακέφαλου. Κατά την κλινική εξέταση στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα διαπιστώνει ότι βαδίζει χωρίς χωλότητα, δεν υπάρχουν οίδημα ή ύδραρθρος στο δεξιό γόνατο εμφανών ουλών ή ευαισθησίας κατά την ψηλάφηση, υπάρχει παραμόρφωση και βράχυνση μεγάλου δακτύλου δεξιού ποδός ενώ αναφέρθηκε και κατέληξε στο εύρος των κινήσεων των αρθρώσεων με αναφορά σε μοίρες τόσο για την δεξιά όσο και κατά την αριστερή πλευρά. Επίσης παρουσιάζει ελάχιστη ατροφία μυών δεξιού κάτω άκρου σε σχέση με το φυσιολογικό αριστερό. Κατά τον ακτινολογικό έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε για το δεξί γόνατο απουσία οστεοαρθρίτιδων αλλοιώσεων ή παθολογικών ευρημάτων. Σε σχέση με την δεξιά ποδοκνημική διαπίστωση ικανοποιητική θέση και πώρωση του κατάγματος του έξω σφυρού με απουσία οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων ενώ σε σχέση με το δάκτυλο του δεξιού ποδιού σημειώνει την απουσία της ονυχοφόρου φάλαγγας του μεγάλου δεξιού δακτύλου. Τα πιο πάνω αφορούν την 1η εξέταση ενώ κατά τις 13/4/2016 ο ΜΥ4 εξέτασε τον ενάγοντα όπου κατά την κλινική εξέταση δεν παρατηρείται αλλαγή στην κλινική του εικόνα. Με βάση τα συμπεράσματα του ο ενάγων υπέστη ακρωτηριαστικό τραύμα μεγάλου δακτύλου δεξιού ποδιού με απώλεια της ονυχοφόρου φάλαγγας με αποτέλεσμα την μόνιμη βράχυνση και δυσκαμψία αυτού, κάταγμα έξω σφυρού δεξιάς ποδοκνημικής με αποτέλεσμα σήμερα να παρουσιάζει ελάχιστη δυσκαμψία. Δεν παρουσιάστηκαν οστεοαρθρικές αλλοιώσεις σε 2 χρόνια από το δυστύχημα γεγονός που δείχνει ότι ούτε στο μέλλον θα εμφανισθούν. Αναφορικά με την κάκωση - διάστρεμμα στο δεξί γόνατο, το τραύμα έχει αποκατασταθεί σχεδόν πλήρως και πέραν από τον ελάχιστο περιορισμό στην κάμψη δεν αναμένεται να χρειασθεί στο μέλλον χειρουργική επέμβαση. Όσον αφορά το οστικό έλλειμμα των 5χ3 χιλιοστών αυτό δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει την επιγονατιδομηριαία άρθρωση με ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας. Με αναφορά στο τεκμήριο 36 την έκθεση της μαγνητικής τομογραφίας ημερ.5/6/10 ανάφερε ότι δεν υπάρχει κάτι με το οποίο να μην συμφωνεί. Το small bone deficiency αναφέρεται στο μικρό οστικό έλλειμμα στην περιοχή της επιγονατίδας. Έλαβε γνώση των ακτινογραφιών τεκμηρίων 39, 40, 41 και
  30. Το κάταγμα αφορά τον έξω σφυρό της δεξιάς ποδοκνημικής. Αναφορικά με το τεκμήριο 29 του Δρ. Αλκιβιάδους διαφωνεί με την θέση περί κατάγματος έσω και έξω σφυρού και επιμένει ότι το κάταγμα αφορά μόνο τον έξω σφυρό. Αυτό αναφέρει φαίνεται και από το τεκμήριο
  31. Διαφωνεί περαιτέρω με το εύρημα για ρήξη πρόσθιου χιαστού καθότι σύμφωνα με την μαγνητική τομογραφία ημερ.5/6/2010 αναφέρεται σαφώς ότι ο πρόσθιος χιαστός δεν έχει καμία βλάβη (Τεκμήριο 36). Επίσης διαφωνεί με τον ακρωτηριασμό του μεγάλου δακτύλου του δεξιού ποδιού καθότι αυτός αφορά μόνο την ονυχοφόρο φάλαγγα δηλαδή μέρος του μεγάλου δακτύλου. Σχολιάζοντας την έκθεση του Δρ. Ιωσηφίδη διαφώνησε ότι ο ενάγων δεν μπορεί να περπατά ή να στέκεται πάνω από 20 λεπτά η να ασκεί χειρωνακτικές εργασίες. Υπήρχαν αναφέρει κάποια προβλήματα τα οποία βελτιώθηκαν στην συνέχεια. Η μόνιμη βλάβη που έχει παραμείνει στον ενάγοντα είναι το δεξί μεγάλο δάκτυλο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ4 ανάφερε ότι ακόμα και αν δεχόταν ότι υπήρχε ρωγμώδες κάταγμα του έσω σφυρού, που διαφωνεί ότι υπήρχε, αυτό δεν θα είχε επίπτωση στην εξέλιξη του συγκεκριμένου κατάγματος της ποδοκνημικής. Η ονυχοφόρος φάλαγγα που λείπει συμφώνησε ότι καταλαμβάνει το μισό περίπου του δακτύλου. Θλαστικό τραύμα εννοεί τον τραυματισμό του οστού ο οποίος ουσιαστικά διατάραξε την αρχιτεκτονική με κάποια παραμόρφωση και συμπιεστικό κάταγμα ότι το μέρος του οστού που έχει πάθει βλάβη έχει εμβυθιστεί μέσα στο υποκείμενο. Η πιο πάνω περίληψη είναι το σύνολο της μαρτυρίας που αμφότερες οι πλευρές παρουσίασαν με αναφορά τόσο στο ζήτημα της ευθύνης όσο και στο ζήτημα των σωματικών βλαβών και των αποζημιώσεων που διεκδικεί ο ενάγων. Προχωρώ κατωτέρω και αξιολογώ την δοθείσα μαρτυρία έχοντας υπόψη και καθοδηγούμενη από τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την αξιολόγηση των μαρτύρων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΑΝΑΦΟΡΙΚΆ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ Ο ΜΕ2 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και προσπάθησε θεωρώ να δώσει μια εικόνα της πραγματικής εικόνας του δρόμου και των συνθηκών που επικρατούσαν και να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα παρόλα αυτά σε κάποια σημεία κρίνω ότι η μαρτυρία του διέφυγε της αναφοράς και επεξήγησης των πραγματικών στοιχείων και ευρημάτων και εισήλθε στην αναφορά προσωπικών του θέσεων και εκτιμήσεων πέραν των δεδομένων που είχε ενώπιον του ενώ σε πολλές περιπτώσεις ανάφερε την προσωπική του εκτίμηση ως οδηγός μοτοσικλέτας χωρίς όμως να μπορεί να χαρακτηριστεί εμπειρογνώμονας. Οι ενέργειες του ως προς την διερεύνηση της υπόθεσης, οι καταθέσεις που έλαβε δεν έχουν αμφισβητηθεί όπως επίσης και ο τρόπος που ήρθε στην κατοχή του του Τεκμήριο 4 - βίντεο. Αυτά τα αποδέχομαι ως αληθή γεγονότα. Επιπλέον ανάφερε τι είδε στο βίντεο και πως το ερμήνευσε ο ίδιος όντας και οδηγός μοτοσικλέτας. Σημειώνω βεβαίως ότι η εμπειρία του στην οδήγηση μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού δεν τον καθιστά και αυτόματα εμπειρογνώμονα επί της οδήγησης. Ανάφερε δε και ο ίδιος ότι δεν βρέθηκε ως οδηγός μοτοσικλέτας ποτέ σε παρόμοια κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω ότι δεν τέθηκε και τέτοιο ζήτημα. Αυτό που προσπάθησε ο ΜΕ2 να αναφέρει είναι ότι η εκδοχή του ενάγοντα δύναται να έχει υπό τις συνθήκες που βλέπει στο βίντεο ισχύ ενόψει της κίνησης του τελευταίου να κατεβάσει το πόδι του και να φρενάρει, κίνηση που κατά τον ΜΚ2 δείχνει ότι ο μοτοσικλετιστής αντιλήφθηκε κάποιο κίνδυνο. Σημειώνει παρόλα αυτά όμως ότι από το βίντεο δεν φαίνεται ο κίνδυνος, εάν είναι έτσι, όμως μπορεί να πιστέψει ότι η κίνηση αυτή οφείλεται σε κίνδυνο. Αναφέρει μάλιστα ότι από το βίντεο δεν φαίνεται ο κίνδυνος που αναφέρει ο ενάγων, ήτοι η ύπαρξη του οχήματος του εναγόμενου, όμως δεν έχει οιοδήποτε τεκμήριο η μαρτυρία που να δείχνει ότι ψεύδεται. Ο μόνος όμως που έβλεπε τι γινόταν μετά την στροφή ήταν ο ενάγων. Η θέση του αυτή ως εκφράστηκε κρίνω ότι δεν αποτελεί επαρκή μαρτυρία βασισμένη επί στοιχείων που να συνηγορούν δίχως άλλο σε αποδοχή των θέσεων του. Με βάση την κίνηση του ποδιού και των φρένων υποθέτει ότι διαπιστώθηκε κάποιος κίνδυνος έτσι με τον δικό του συλλογισμό η εκδοχή του ενάγοντα παρουσιάζει αληθοφάνεια. Ο ΜΕ2 αναφέρεται επίσης και στην ταχύτητα του ενάγοντα την οποία με βάση το τεκμήριο 4, κρίνει ότι ήταν χαμηλή και δεν αποτέλεσε τον λόγο των ενεργειών του να κατεβάσει το πόδι και να πατήσει φρένα. Ο συλλογισμός αυτός του ΜΕ2 κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ενόψει του ότι παρέμεινε αστήρικτος επί πραγματικών στοιχείων και δεδομένων. Ο ίδιος αναφέρει ότι από το τεκμήριο 4 δεν μπορεί να εξακριβωθεί η ταχύτητα αλλά φαίνεται να είναι χαμηλή αναφερόμενος μάλιστα και στο ότι ο Ελληνίδης που ακολουθούσε τον ενάγοντα μετά τη σύγκρουση σταμάτησε αμέσως. Ο συσχετισμός αυτός της ταχύτητας του Ελληνίδη με την ταχύτητα του ενάγοντα ελλείψει άλλων δεδομένων, εξετάσεων και στοιχείων καταλήγω ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποδοχή της θέσης του ΜΕ2 για την ταχύτητα. Σε κάθε περίπτωση η αναφορά του σε χαμηλή ταχύτητα είναι αόριστη και γενική. Δεν έχει επεξηγήσει και αναφέρει σε τι συνίσταται η χαμηλή ταχύτητα σε συνάρτηση με το ανώτατο όριο στον συγκεκριμένο δρόμο δεν έχει αναφερθεί ούτε και σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες συνθήκες της κλειστής αυτής στροφής. Επιπλέον αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι στο βίντεο ακούγεται μια μοτοσικλέτα να αυξάνει ταχύτητα χωρίς όμως να ξέρει ποια είναι. Αναφέρει όμως ότι η ταχύτητα αποτελεί ένα σημαντικό και κρίσιμο σημείο για την υπόθεση. Ως εκ τούτου, ουδέν εύρημα αναφορικά με την ταχύτητα του ενάγοντα μπορεί να προκύψει από τη μαρτυρία του ΜΕ
  32. Όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι, τόσο το Χ1 όσο και το Χ2 υποδείχθηκαν από τους οδηγούς και δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να ενισχύει τη μία ή την άλλη θέση. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του ΜΕ2 σε ότι αφορά τις ενέργειες του για τη διερεύνηση του δυστυχήματος, δεν μπορώ όμως να δεχτώ τα όσα συμπερασματικά ανέφερε αναφορικά με την ταχύτητα και τις ενέργειες του ενάγοντα με αναφορά στον τρόπο οδήγησης της μοτοσικλέτας. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι με βάση τη νομολογία, το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης ενός μάρτυρα, τον οποίο αξιολογεί γενικά ως αξιόπιστο και να απορρίψει άλλο. Ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ολικώς ή μερικώς και παραπέμπω στις αποφάσεις των υποθέσεων Αγάπιου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 257 και Γεώργιος Λόης κ.α ν. Χριστιάνας Παύλου
(1998)1 ΑΑΔ
  1. Ο ενάγων ως μάρτυρας αναφέρω εξ αρχής ότι προβλημάτισε σε μεγάλο βαθμό το Δικαστήριο όσον αφορά τη συγκεκριμένη εκδοχή που έθεσε. Η βασική του θέση είναι ότι κατευθύνθηκε προς το κέντρο του δρόμου και συγκρούστηκε με τον εναγόμενο μετά που απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, αφού είδε το όχημα του εναγόμενου να καταλαμβάνει μέρος της δικής του λωρίδας, ενεργώντας κάτω από πανικό πάτησε φρένα και κατέβασε το πόδι του. Αναφέρει δε ότι ο συγκεκριμένος τρόπος οδήγησης της μοτοσικλέτας αποτελεί τον ενδεδειγμένο και ορθό τρόπο οδήγησης κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις μιας κλειστής στροφής, ως η επίδικη. Έχω παρακολουθήσει τον ενάγοντα με μεγάλη προσοχή και έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο της λοιπής μαρτυρίας, πραγματικής και προφορικής και αναφέρω ότι αποδέχομαι την θέση του όσον αφορά τον τρόπο που επήλθε η σύγκρουση. Συγκεκριμένα αποδέχομαι ότι η σύγκρουση επήλθε σε μια κλειστή και επικίνδυνη στροφή, κάτι που προκύπτει και από το σχεδιάγραμμα της σκηνής αλλά και από το τεκμήριο 4 - βίντεο στοιχεία που αποτελούν πραγματική μαρτυρία, στην προσπάθεια του να εξέλθει της στροφής, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του με αποτέλεσμα να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου και να συγκρουστεί πλευρικά στο εξ΄ αντιθέτου ερχόμενο όχημα. Εκείνο που έπεται των πιο πάνω όμως και εκείνο το οποίο χρήζει ενδελεχούς αξιολόγησης είναι ο τρόπος που αυτός οδηγούσε την μοτοσικλέτα του αμέσως πριν να επέλθει η σύγκρουση. Εκείνο το οποίο ο ενάγων επιχείρησε και προσπάθησε να δείξει στο Δικαστήριο είναι ότι αυτός οδηγούσε με την ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα αλλά και τρόπο. Συγκεκριμένα ανάφερε ότι μια μοτοσικλέτα για να εισέλθει και εξέλθει μιας κλειστής στροφής με ασφάλεια θα πρέπει να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου για να αποκτήσει μεγαλύτερο διάδρομο και καμπυλότητα ώστε να εξέλθει με ασφάλεια και να μην ανατραπεί. Η θέση αυτή του ενάγοντα αλλά και του ΜΕ4, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου ακολουθεί, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και δεν μπορώ να της προσδώσω βαρύτητα για τους λόγους που θα επεξηγήσω. Η οδήγηση ενός μηχανοκίνητου οχήματος με ασφάλεια και με τον ενδεδειγμένο τρόπο προκύπτει από πολλές περιστάσεις και γεγονότα σε κάθε περίπτωση και δεν μπορεί να τίθεται κανόνας ή αρχή ότι μια μοτοσικλέτα εισερχόμενη σε μια στροφή για να εξέλθει αυτής απαιτείται αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος οδήγησης. Εκείνο το οποίο προκύπτει με βάση τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως εκ του αποτελέσματος είναι ότι προφανώς ο ενάγοντας υπό τις περιστάσεις δεν οδηγούσε με τον ενδεδειγμένο τρόπο και την ενδεδειγμένη ταχύτητα γι' αυτό και κατευθύνθηκε, στην προσπάθεια του να εξέλθει της στροφής, προς το κέντρο του δρόμου. Άλλωστε αποτέλεσε και θέση του ίδιου ότι χρειαζόταν αυτή την πορεία προς το κέντρο για να εξέλθει με ασφάλεια χωρίς να αποκλείει άλλο τρόπο με πιο χαμηλή ταχύτητα έστω και εάν αυτή θα ήταν πολύ χαμηλή ως ανέφερε. Επομένως η θέση που εκφράζει σε σχέση με την ταχύτητα που κινείτο αλλά και την κίνηση που ακολούθησε με σκοπό να εξέλθει της στροφής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όσον αφορά τη θέση που του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι το δυστύχημα ουσιαστικά αποσυναρτάται από τον τρόπο οδήγησης του εναγόμενου στο σημείο που αυτός βρισκόταν αμέσως πριν την σύγκρουση και ότι ουσιαστικά ο ενάγων απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του για λόγους που αφορούν τον ίδιο και μόνο, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στην εκδοχή του ενάγοντα περί τούτου. Συγκεκριμένα ο ενάγων ανάφερε ότι η σύγκρουση προκλήθηκε για τον λόγο ότι όταν αντίκρισε σε μια απόσταση 10 - 12 μέτρων το όχημα του εναγόμενου, εξ' αντιθέτου ερχόμενο, να κινείται προς το κέντρο του δρόμου και να καταλαμβάνει μέρος της δικής του λωρίδας και στην προσπάθεια του να αποφύγει την σύγκρουση, έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και συγκρούστηκε πλευρικά με το όχημα και τούτο το αποδέχομαι καθότι ο ενάγων ήταν σταθερός στην θέση και εκδοχή του αυτή και αυτή δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του. Περαιτέρω δεν προκύπτει από την ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία αλλά και από την λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο ενάγων είχε απολέσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του σε κάποιο προγενέστερο στάδιο ανεξάρτητα από την παρουσία ή μη του εξ'αντιθέτου ερχόμενου οχήματος του εναγόμενου. Δεν έχει προκύψει από την ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία αλλά και συγκεκριμένα από το βίντεο της σκηνής ότι την ώρα που ο ενάγων χάνει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του δεν υπήρχε ορατότητα για να αντιληφθεί το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα. Επιπλέον επί του σημείου αυτού δεν αμφισβητήθηκε και προκύπτει και ξεκάθαρα από το τεκμήριο 4 ότι ο ενάγων βρισκόταν κάποια μέτρα προπορευόμενος της μοτοσικλέτας που είχε τοποθετημένη την κάμερα και επομένως η δική του ορατότητα προφανώς είναι διαφοροποιημένη από αυτήν που υπάρχει στο σημείο που βρισκόταν η κάμερα. Επομένως θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ την εκδοχή του αυτή και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Για τους λόγους συνεπώς που έχω αναφέρει καταλήγω ότι ο ενάγων ανάφερε την αλήθεια όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του που άπτεται της αντίληψης της παρουσίας του εναγόμενου στον δρόμο και την σύνδεση αυτής με την απώλεια του ελέγχου της μοτοσικλέτας του. Παρόλα αυτά δεν μπορώ να δεχτώ το μέρος της αναφοράς του που άπτεται του τρόπου οδήγησης μιας μοτοσικλέτας σε μια τέτοια στροφή ως κανόνα οδήγησης ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι ότι ο τρόπος οδήγησης του κατά την είσοδο και προσπάθεια εξόδου από την στροφή ήταν ο μοναδικός αλλά και ο ενδεδειγμένος υπό τις περιστάσεις, τόσο σε τρόπο με αναφορά στην κίνηση όσο και στην ταχύτητα. Ο ΜΕ4 έδωσε μαρτυρία βασιζόμενος στην εμπειρία του ως οδηγός μηχανών μεγάλου κυβισμού για 30 χρόνια και μέλος συνδέσμου μοτοσικλετιστών. Αναφέρω εξ αρχής ότι ο μάρτυρας αυτός δεν αποτελεί εμπειρογνώμονα, θέση που δέχθηκε άλλωστε και ο ίδιος. Τα όσα ανέφερε προσπάθησε να τα εισαγάγει ως γενικές αρχές οδήγησης μοτοσικλέτας, θα πρέπει όμως να εξεταστεί αν μπορούν να εφαρμοστούν στην προκειμένη περίπτωση με βάση μόνο ότι ο μάρτυρας βλέποντας το Τεκμήριο 4 εφάρμοσε σε θεωρητικό επίπεδο αυτές του τις θέσεις, σημειώνω με βάση την εμπειρία του και όχι ως εμπειρογνώμονας. Η όλη μαρτυρία του ΜΕ4 αφορά τον τρόπο οδήγησης του ενάγοντα κατά την είσοδο και προσπάθεια εξόδου του στην επίδικη στροφή με αναφορά ότι αυτή ήταν η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις. Η μαρτυρία του ΜΕ4 στο σύνολο της κρίνω ότι δεν μπορεί να προσφέρει ασφαλές έδαφος και στοιχεία για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, λαμβάνοντας υπόψη μου και το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας αλλά και την αξιολόγηση των θέσεων επ' αυτού του ίδιου του ενάγοντα. Ο ΜΕ4 απέτυχε να πείσει ότι ο τρόπος που ο ενάγων ξεκίνησε να εισέρχεται εντός της στροφής ήταν ο μοναδικός και ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος οδήγησης μίας μοτοσικλέτας, ότι η ταχύτητα ήταν υπό τις περιστάσεις χαμηλή και κυρίως ότι το κομμάτι εκείνο που φαίνεται να καταλάμβανε ο εναγόμενος ήταν απαραίτητο για τον ενάγοντα. Σημειώνω ότι το κατά πόσο βέβαια το μέρος αυτό του δρόμου που φαίνεται να καταλάμβανε ο εναγόμενος ήταν απαραίτητο για τον ενάγοντα δεν μπορεί να αποκλειστεί αλλά αυτό που εξετάζεται στην προκειμένη είναι κατά πόσο σε αυτή την ανάγκη οδήγησε ο τρόπος που οδήγησε ο ίδιος ο ενάγοντας. Οι απαντήσεις του ΜΕ4 στο κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων κινείτο με χαμηλότερη ταχύτητα θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να εξέλθει με ασφάλεια από την στροφή δεν έχουν πείσει και η παρουσίαση του τρόπου οδήγησης του ενάγοντα ως του ενδεδειγμένου δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Ο ίδιος άλλωστε σε κάποιο σημείο φαίνεται να έχει αποδεχτεί ότι εάν ο ενάγων κινείτο με χαμηλότερη ταχύτητα θα μπορούσε να εξέλθει της στροφής. Είναι προφανές ότι ο ΜΕ4 προσήλθε με αποκλειστικό σκοπό να πείσει περί των θέσεων του με αναφορά στον ορθό τρόπο οδήγησης του ενάγοντα και να αποδώσει κατά την δική του γνώμη την σύγκρουση σε αιτία που αφορά αποκλειστικά τον τρόπο οδήγησης του εναγόμενου. Το έργο αυτό της κατάληξης αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου και ο ΜΕ4 απέτυχε να δώσει επαρκή, ικανοποιητικά και σαφή στοιχεία που να μπορεί επ' αυτών το Δικαστήριο να βασισθεί και να καταλήξει σε εύρημα ότι ο ενάγων οδηγούσε με τον μοναδικά ενδεδειγμένο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις τρόπο. Απέτυχε συγκεκριμένα να πείσει ότι εάν ο ενάγων κινείτο με χαμηλότερη ταχύτητα σε αυτή την κλειστή στροφή δεν θα μπορούσε να εξέλθει αυτής με ασφάλεια και συγκεκριμένα ότι δεν θα χρειαζόταν να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου. Ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ
  2. Ο ΜΥ1 ήταν ο αστυνομικός που επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε τα Τεκμήρια 6Α και 6Β. Ο μάρτυρας αυτός έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν κρίνω ότι προσήλθε με σκοπό να αναφέρει οτιδήποτε άλλο πέραν των ενεργειών του και της επεξήγησης των σχεδιαγραμμάτων. Δέχομαι ότι προσήλθε για να καταθέσει τη δική του εμπλοκή στη διερεύνηση του δυστυχήματος και την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή. Ο μάρτυρας βεβαίως αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα, έτσι ώστε το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ασφαλή συμπεράσματα (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Ομοίως βεβαίως αντιμετωπίστηκε και ο ΜΕ2, ο οποίος όμως δεν ήταν το πρόσωπο που ετοίμασε τα σχεδιαγράμματα. Το σχεδιάγραμμα της σκηνής που ετοίμασε ο μάρτυρας αυτός αποτελεί πραγματική μαρτυρία. Έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων ότι η πραγματική μαρτυρία δεν αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες που επεσυνέβη ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278). Περαιτέρω, η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267). Διαπιστώνω μελετώντας και διερχόμενη της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού ότι ο τελευταίος απέτυχε να σημειώσει συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία που να μπορέσουν να δώσουν στο Δικαστήριο βάση εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων. Ανέφερε ότι ο δρόμος είναι ανηφορικός με κατεύθυνση προς Πελένδρι και κατηφορικός στην αντίθετη κατεύθυνση, η εν λόγω στροφή είναι επικίνδυνη και αρκετά κλειστή, παραπέμποντας στην ορατότητα. Από το σχεδιάγραμμα και τις μετρήσεις που ανέφερε, προκύπτει ότι ο δρόμος αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία για κάθε κατεύθυνση, με πλάτος 3,60μ έκαστη λωρίδα. Οι δύο αντίθετες λωρίδες διαχωρίζονται από συνεχή άσπρη γραμμή ενώ υπάρχει και ασφάλτινο παγκέτου πλάτους 1,80μ και στις δύο πλευρές. Ο καιρός ως ανέφερε ήταν αίθριος και υπήρχε φως. Ανέφερε ότι το όχημα του εναγόμενου έχει μήκος 4μ και πλάτος 1,50μ ενώ η μοτοσικλέτα έχει μήκος 2μ. Οι πιο πάνω μετρήσεις δεν αμφισβητήθηκαν και αποδέχομαι αυτές ως πραγματική μαρτυρία. Αποδέχομαι επίσης ότι το όχημα του εναγόμενου είχε κτύπημα στη δεξιά του πλευρά και ως φαίνεται η μοτοσικλέτα κτύπησε στο όχημα με το δεξί πλευρό της. Σημειώνω ότι το πού προέκυψε η σύγκρουση, με αναφορά επί των οχημάτων, δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτει δε και από την πραγματική μαρτυρία του Τεκμηρίου 4 το οποίο έχει γίνει αντικείμενο εξέτασης και από το Δικαστήριο, σε συνάρτηση με τη λοιπή δοθείσα μαρτυρία. Εκείνο που προκύπτει και αποτελεί σημαντικό ζήτημα είναι το σημείο σύγκρουσης. Ο ΜΥ1 σημείωσε τρία σημεία σύγκρουσης, το Χ1 που υποδείχθηκε από τον εναγόμενο, το Χ2 που υποδείχθηκε από τον ενάγοντα και το Χ που σημείωσε ο ίδιος βασιζόμενος σε μικρά κομμάτια πλαστικού προερχόμενα από τη μοτοσικλέτα και τα οποία βρήκε στο συγκεκριμένο σημείο. Ανέφερε ότι τα σημεία Χ1 και Χ2 βρίσκονται σε πολύ κοντινή μεταξύ τους απόσταση 80 εκατοστών. Αναφέρει παράλληλα ότι το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε δεν είναι επί κλίμακας και η καμπύλη που φαίνεται είναι περίπου και όχι ακριβής. Τις μετρήσεις αυτές της διαφοράς των Χ1 και Χ2 και από τη βασική γραμμή μέτρησης, επίσης τις αποδέχομαι καθότι δεν έχουν αμφισβητηθεί. Όσον αφορά όμως το σημείο Χ που ο ίδιος τοποθέτησε, λαμβάνοντας υπόψη μου τον λόγο που τοποθετήθηκε εκεί, κρίνω ότι δεν μπορώ να το αποδεχτώ. Δέχτηκε μάλιστα ο ΜΥ1 ότι για να υπήρχαν μικρά κομμάτια πλαστικού στο σημείο Χ, θα πρέπει να προηγήθηκε σπάσιμο μεγαλύτερου κομματιού. Το υπόβαθρο επί του οποίου τοποθέτησε το σημείο Χ και ιδιαίτερα ο εντοπισμός ενός κομματιού πλαστικού, όταν μάλιστα δέχεται ότι από τη σύγκρουση μπορεί και να εκσφενδονίστηκαν κομμάτια, δεν είναι ικανοποιητικό να στηρίξει και να δικαιολογήσει το σημείο Χ. Ως εκ τούτου, από το σύνολο της μαρτυρίας του δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι το σημείο Χ απεικονίζει το πραγματικό σημείο σύγκρουσης, όπως επίσης δεν κατάφερε να δώσει στοιχεία για το κατά πόσο το ορθότερο σημείο σύγκρουσης είναι είτε το Χ1 είτε το Χ
  1. Όσον αφορά τώρα το είδος της στροφής, την οποία χαρακτήρισε ως κλειστή και με μειωμένη ορατότητα, κρίνω ότι δεν αμφισβητήθηκε και μπορώ να την κάνω αποδεκτή. Επομένως αποδέχομαι τον μάρτυρα με εξαίρεση το σημείο σύγκρουσης, από τη μαρτυρία του οποίου δεν μπορεί να προκύψει. Επίσης, σημειώνω ότι πέραν της αναφοράς του σε μειωμένη ορατότητα, ουδεμία μέτρηση έγινε ως προς την ορατότητα που είχαν οι ενεχόμενοι οδηγοί ανάλογα με το σημείο στο οποίο βρίσκονταν επί της στροφής. Παρά την επιμελή δουλεία που έκανε ο μάρτυρας αυτός αποτυπώνοντας τη σκηνή του δυστυχήματος στο σχεδιάγραμμα, δεν μπόρεσε να βοηθήσει το Δικαστήριο να προβεί στα δικά του συμπεράσματα αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης, και την ακριβή ορατότητα των ενεχόμενων οδηγών. Ο ΜΥ2 αποτέλεσε ίσως τον σημαντικότερο μάρτυρα που σχετίζεται με την ευθύνη στην πρόκληση του δυστυχήματος. Αναφέρω εξ αρχής ότι δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του ΜΥ2 στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Υπενθυμίζω, προτού προβώ στην αξιολόγηση του μάρτυρα αυτού, ότι ένας εμπειρογνώμονας έχει καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», δικονομικές και ουσιαστικές πτυχές στο κεφάλαιο 15 που αφορά τη μαρτυρία γνώμης και συγκεκριμένα στον ρόλο του πραγματογνώμονα, στη σελίδα 580 «το καθήκον των πραγματογνώμων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης». Αναφορά δε γίνεται στο ίδιο σύγγραμμα σε αποφάσεις από τα οποία προκύπτουν οι πιο πάνω αρχές. Επομένως, με βάση τις αρχές αξιολόγησης μιας τέτοιας μαρτυρίας, εκείνο που θα εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η μεθοδολογία, τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν και τα συμπεράσματα του ΜΥ2 μπορούν να γίνουν αποδεκτά και να αποτελέσουν βάση εξαγωγής συμπερασμάτων με αναφορά στην οδηγητική συμπεριφορά του ενάγοντα και συνεπακόλουθα την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος. Η θέση του ΜΥ2 και η κατάληξη του, η γνώμη του που βασίζεται στην πραγματογνωμοσύνη του, έχει τεθεί ξεκάθαρα μέσα από την έκθεση του, Τεκμήριο
  2. Αυτό που ουσιαστικά αποτελεί την κατάληξη του ΜΥ2 είναι ότι ο ενάγοντας οδηγώντας με ταχύτητα πέραν της κρίσιμης επί του κέντρου της κλειστή αριστερής στροφής κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου έχοντας χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του εναγόμενου. Η ύπαρξη του οχήματος του εναγόμενου στο σημείο εκείνο του κέντρου του δρόμου δεν αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης. Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντα σε ένα μεγάλος μέρος της αγόρευσης του ήταν ότι η εμπειρογνωμοσύνη και τα προσόντα του ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκαν αλλά οι θέσεις του αυτές περιέχουν στην προκειμένη εξόφθαλμες παραλείψεις και ενέργειες που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάγει δικά του ασφαλή συμπεράσματα από αυτές. Αναφέρω σε σχέση με την κατάσταση του οδικού δικτύου ότι έγινε εισήγηση από πλευράς συνηγόρου του ενάγοντα ότι ο ΜΥ2 δεν έλαβε υπόψη του την κατάσταση του οδοστρώματος κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά 7 χρόνια μετά το δυστύχημα. Η θέση αυτή του συνηγόρου δεν μπορεί με όλο τον σεβασμό να γίνει αποδεκτή. Πέραν του ότι ουδεμία θέση υποβλήθηκε περί του ότι οι συνθήκες του δρόμου έχουν αλλάξει αγνοείται το πολύ σημαντικό στοιχείο της ύπαρξης του τεκμηρίου 4 το οποίο δείχνει την επιτόπου κατάσταση κατά την ημέρα και ώρα του δυστυχήματος. Ουδέν τέθηκε από οιοδήποτε από τις πλευρές ότι το οδόστρωμα, οι σημάνσεις, τα μήκη και πλάτη του δρόμου και των παγκέτων άλλαξαν στην πάροδο αυτή των 7 ετών. Σημειώνω περαιτέρω ότι στο τεκμήριο 48 ο ΜΥ2 αναφέρει το πλάτος κάθε λωρίδας και των παγκέτων και οι μετρήσεις είναι ταυτόσημες με αυτές που οι μάρτυρες ΜΕ2 και ΜΥ1 ανέφεραν. Επίσης οι αναφορές του σε πινακίδες προειδοποιητικές για την κλίση της στροφής την επικινδυνότητα και το όριο ταχύτητας εντοπίζονται από τον ΜΥ2 στον δρόμο όπως φαίνονται και στο τεκμήριο 4 και σημειώνονται και από τους αστυφύλακες που ενώπιον μου κατέθεσαν. Πέραν όμως των πιο πάνω σημειώνω ότι έχω διεξέλθει και έλαβα υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΥ2 τόσο μέσα από την έκθεση του όσο και μέσα από την προφορική του μαρτυρία. Εκείνο που ουσιαστικά προκύπτει είναι ότι επιχειρεί να δείξει στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων υπό τις περιστάσεις δεν οδηγούσε με ενδεδειγμένη ταχύτητα. Λαμβάνοντας διάφορα δεδομένα και στοιχεία από την σκηνή και από το τεκμήριο 4 προχώρησε και εφάρμοσε συγκεκριμένους μαθηματικούς τύπους για να δείξει την ταχύτητα του μοτοσικλετιστή κατά τον ουσιώδη χρόνο καταλήγοντας σε ένα εύρος ταχύτητας. Εκείνο το οποίο ο μάρτυρας αυτός επιχείρησε να πει στο Δικαστήριο είναι ότι η μοτοσικλέτα για να μπορεί να διέλθει και εξέλθει της στροφής χωρίς να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου θα έπρεπε να είχε ταχύτητα κάτω από 58 χαω. Σε αντίθετη περίπτωση για να επιτύχει ο ενάγων να εξέλθει της στροφής χωρίς να ανατραπεί όφειλε να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου. Την θέση αυτή που εκφράζει ο ΜΥ2 στο Δικαστήριο θεωρώ ότι μπορώ να την αποδεχτώ και τούτο διότι έχει εξηγήσει πλήρως τα δεδομένα τα οποία έλαβε υπόψη του, τον μαθηματικό τύπο που χρησιμοποίησε και δεν έχει σε κανένα στάδιο κλονιστεί η αξιοπιστία του. Κρίνω ότι ο ΜΥ2 έδωσε στο Δικαστήριο εκείνα τα εχέγγυα έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να βασισθεί επί της μαρτυρίας του και να εξαγάγει τα δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Η ουσία της μαρτυρίας του είναι ότι ο λόγος που ο ενάγοντας κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου ήταν η υπερβολική ή η μη ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ή αποτέλεσε θέση του ότι σε περίπτωση που δεν βρισκόταν στο σημείο το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα θα προκαλείτο δυστύχημα ήτοι ο ενάγων θα προχωρούσε κατευθείαν στο κιγκλίδωμα ή θα είχε χάσει τον έλεγχο και σε κάθε περίπτωση θα είχε ανατραπεί. Εκείνο το οποίο επιχείρησε να καταδείξει και να δικαιολογήσει ήταν την αιτία που ο ενάγοντας κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου που δεν ήταν άλλη από την μη ενδεδειγμένη ή υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα. Σημειώνω ότι το φάσμα τιμών που δίνει για την ταχύτητα του ενάγοντα δεν μπορεί να αποτελέσει κατά την κρίση μου ασφαλές σημείο εξαγωγής συμπερασμάτων. Το εύρος αυτό είναι μεγάλο και προέκυψε από μετρήσεις που άπτονται από στοιχεία που λήφθηκαν από το βίντεο. Τα όσα ο ίδιος ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει μέσα από την τελική του αγόρευση με αναφορά σε ανάγκη διεξαγωγής πράξεων κρίνω ότι δεν εμπίπτουν στην νοητική ή άλλη εργασία που το Δικαστήριο καλείται να πράξει. Η μαρτυρία έκαστου μάρτυρα δεν κρίνεται μικροσκοπικά αλλά από αυτήν λαμβάνεται η ουσία και κύρια θέση που στην προκειμένη είναι ότι ο ενάγων οδηγώντας με ταχύτητα υπό τις περιστάσεις υπερβολική αναγκάστηκε να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου με σκοπό να μεγαλώσει την καμπύλη που θα χρησιμοποιούσε για να εξέλθει της στροφής. Θέση που άλλωστε δεν αμφισβήτησε και ο ίδιος ο ενάγων αλλά και ο ΜΕ4, οι οποίοι ανάφεραν ότι για να μπορούσε η μοτοσικλέτα να παρέμενε αριστερότερα στην πορεία της θα έπρεπε να κινείται με χαμηλότερη ταχύτητα. Αμφότεροι αναφέρθηκαν σε ανάγκη χρήσης του κέντρου του δρόμου ως παράγοντα ασφάλειας εξόδου από την στροφή και αναγκαία πορεία. Όσον αφορά την θέση του και το συμπέρασμα του με το οποίο καταλήγει ότι το δυστύχημα οφείλεται στην υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα του μοτοσικλετιστή και σε καμία άλλη αιτία δεν θα προσδώσω οιαδήποτε βαρύτητα. Αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στο Δικαστήριο η κατάληξη σε αιτία και όχι ζήτημα μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα. Το ουσιαστικό στοιχείο από την μαρτυρία του ΜΥ2, πέραν από το ότι επιχείρησε να καταδείξει την αιτία που ο ενάγων οδήγησε την μοτοσικλέτα του προς το κέντρο του δρόμου, ήταν η υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, κάτι το οποίο για τους λόγους που επεξήγησα αποδέχομαι. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι η μοτοσικλέτα του ενάγοντα άρχισε να ανατρέπεται η οδηγείτο ανεξέλεγκτα πριν από την σύγκρουση. Εκείνο που είπε ήταν ότι κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου για να εξέλθει της στροφής. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η σύγκρουση ήταν πλευρική στο όχημα του εναγόμενου κοντά στο κέντρο του δρόμου κάτι το οποίο καταδεικνύει ότι σε περίπτωση της μη παρουσίας του οχήματος του εναγόμενου στο σημείο εκείνο ο ενάγων θα συνέχιζε την πορεία του και θα εξερχόταν της στροφής. Επαναλαμβάνω ότι παρά την αναφορά του ΜΥ2 στην έκθεση του ότι αποκλειστική αιτία του δυστυχήματος ήταν η υπερβολική ταχύτητα του ενάγοντα και όχι άλλη αιτία, δεν μπορώ να αποδεχτώ και προσδώσω βαρύτητα στην θέση αυτή καθότι ο ίδιος ο ΜΥ2 σε κανένα σημείο ανάφερε ότι εάν ο εναγόμενος δεν βρισκόταν σε αυτή τη θέση πάλι θα προκαλείτο δυστύχημα. Ενόψει των όσων έχω αναφέρει καταλήγω ότι μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία του ΜΥ2 με αναφορά στην ταχύτητα του ενάγοντα και ειδικότερα ότι αυτή ήταν υπερβολική υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αιτία που τον οδήγησε στην ανάγκη να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου. Οι αναφορές του σε επακριβή ταχύτητα και αιτία δεν γίνονται αποδεχτές. Επίσης δεν μπορώ να αποδεχτώ την θέση περί του ότι η παρουσία του εναγόμενου στο σημείο του δρόμου ουδόλως συνδέεται με το ατύχημα. Ο εναγόμενος ως μάρτυρας έθεσε τις θέσεις που ανωτέρω φαίνονται και καταγράφονται. Οφείλω να αναφέρω ότι ο εναγόμενος επέμεινε ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος με ιδιαίτερη αναφορά ότι ο ίδιος κινείτο στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας όταν είδε τον ενάγοντα να κινείται κατά πάνω του και λόγω της κοντινής απόστασης δεν κατάφερε να τον αποφύγει. Καταρχήν αναφέρω ότι η μαρτυρία του εναγόμενου ήταν σύντομη και μέσα από αυτή παρουσιάστηκε η εκδοχή του ως ανωτέρω. Από αυτήν φαίνεται να προκύπτουν κάποια κοινά στοιχεία με την θέση του ενάγοντα. Ως αναφέρθηκε από τον ενάγοντα, θέση που αποδέχθηκα, είδε για πρώτη φορά τον εναγόμενο σε απόσταση 10 - 12 μέτρων. Και ο εναγόμενος αναφέρει ότι όταν είδε τον ενάγοντα η απόσταση ήταν πολύ κοντινή. Οι θέσεις αυτές των οδηγών σε συσχετισμό με την θέση των αστυνομικών ότι πρόκειται για κλειστή στροφή και η ορατότητα είναι περιορισμένη στον ίδιο βαθμό για αμφότερες τις κατευθύνσεις μπορεί να οδηγήσει σε αποδοχή της θέσης αυτής του εναγόμενου που σημειώνω ξανά συνάδει με την θέση του ενάγοντα. Υπενθυμίζω ότι όλη η διαδικασία από την ώρα που ο ενάγων κατεβάζει το πόδι του και κινείται προς το κέντρο του δρόμου μέχρι και την σύγκρουση διήρκησε μόλις 2- 3 δευτερόλεπτα και αυτό προκύπτει αναμφίβολα και από το τεκμήριο 4 - βίντεο. Εκείνο όμως που δεν μπορώ να αποδεχτώ από την εναγόμενο είναι την θέση του ότι κινείτο κανονικά στην δική του λωρίδα. Η θέση του αυτή κατά την κυρίως εξέταση του κλονίστηκε κατά την αντεξέταση όπου ξεκάθαρα και με αναφορά στο τεκμήριο 4 δέχτηκε ότι το όχημα του, τουλάχιστον μέρος αυτού και συγκεκριμένα οι τροχοί βρίσκονταν επί της άσπρης γραμμής. Λαμβάνοντας υπόψη μου και τα όσα προκύπτουν από το βίντεο προκύπτει ότι ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε μέρος της λωρίδας του ενάγοντα. Η θέση του δε ότι κινείτο στην δική του λωρίδα δεν συνάδει και με το σημείο χ που ο ίδιος υπέδειξε και το οποίο φαίνεται να είναι επί της διαχωριστικής άσπρης γραμμής. Σημειώνω ότι ανάφερε ότι κινήθηκε πιο αριστερά για να αποφύγει την σύγκρουση παρόλα αυτά όμως συνεχίζει την στιγμή της σύγκρουσης να βρίσκεται στην άσπρη γραμμή. Από την θέση του αυτή δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι κατά την ώρα που ο ενάγοντας τον είδε για πρώτη φορά μεγαλύτερο μέρος του οχήματος του βρισκόταν στην λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντα. Τούτων λεχθέντων καταλήγω ότι πέραν των μη αμφισβητούμενων και κοινά αποδεχτών θέσεων δεν μπορώ να αποδεχτώ τις θέσεις του εναγόμενου ως προς το σημείο στο οποίο ο ίδιος οδηγούσε το όχημα του. Βεβαίως σημειώνω ότι τα όσα ανάφερε για την πορεία της μοτοσικλέτας προς το κέντρο του δρόμου και προς τα πάνω του, ως είπε, δεν αμφισβητούνται καθότι δεν είναι επίδικο εάν ο ενάγων έχασε τον έλεγχο. Ο ενάγων προφανώς έχασε τον έλεγχο και επίσης δέχεται ότι κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου. Εκείνο που εξετάζεται είναι η αιτία. Για αυτήν ουδεμία μαρτυρία δόθηκε από τον εναγόμενο ως μάρτυρα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω ότι τα αληθή και πραγματικά γεγονότα που περικλείουν την υπόθεση με αναφορά στις συνθήκες που επεσυνέβη το δυστύχημα και αποτελούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Στις 4/4/2010 ο ενάγων οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής KMD 021 στον δρόμο Πελενδρίου - Τριμίκληνης ενώ ο εναγόμενος κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούσε στον ίδιο δρόμο με αντίθετη κατεύθυνση το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΕΝΕ
  3. Στο κάποιο σημείο του δρόμου υπάρχει αριστερή με βάση την πορεία του ενάγοντα και δεξιά με βάση την πορεία του εναγόμενου κλειστή στροφή. Η στροφή αυτή με βάση πινακίδα τοποθετημένη επί του σημείου, στην κατεύθυνση που κινείτο ο ενάγων, έχει κλίση 8 - 10 μοίρες (κατωφέρεια) ενώ το όριο ταχύτητας καθορίζεται σε 30 χαω. Ο ενάγοντας εισήλθε στην στροφή τηρώντας την αριστερή πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας και με τέτοια ταχύτητα που για να εξέλθει της στροφής έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου. Ο εναγόμενος ερχόμενος εξ' αντιθέτου και εισερχόμενος στην στροφή οδηγούσε στο κέντρο του δρόμου και ενώ το όχημα του βρισκόταν πάνω στην διαχωριστική άσπρη συνεχή γραμμή καταλαμβάνοντας αυτήν στο σημείο της σύγκρουσης. Ο ενάγων στην προσπάθεια του να κινηθεί στο κέντρο του δρόμου και έχοντας δει τον εναγόμενο στην πιο πάνω θέση απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και κτύπησε πλευρικά επί του οχήματος του εναγόμενου και αφού ανατράπηκε συνέχισε την πορεία του επί του οδοστρώματος μέχρι την άκρη του δρόμου στην αντίθετη από την πορεία του πλευρά. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται κοντά στο κέντρο του δρόμου. Ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο είναι πλάτους 3.60 μέτρα έκαστη λωρίδα και αμφότερες οι λωρίδες έχουν ασφάλτινο παγκέτο πλάτους 1.80 μέτρα έκαστη. Το πλάτος του οχήματος του εναγόμενου είναι περίπου 1.50 μέτρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ Η αιτία αγωγής του ενάγοντα είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 κωδικοποιεί το κοινοδίκαιο (βλ. Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562 και Υuen Kunyew v. A.G. of Hong Kong
(1987)2 ALL ER 705) αναφορικά με το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αλλά όπως έχει νομολογηθεί, όχι εξαντλητικά. Το άρθρο 51
(1)(α) ορίζει ως αμέλεια την τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής. Περαιτέρω, για να τύχει αποζημίωσης το θύμα πρέπει ο υπαίτιος της αμέλειας να υπέχει υποχρέωση έναντι του. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, λέχθηκε ότι η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σε υποθέσεις οδικών δυστυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλέπε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), o δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή (βλέπε Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1(Γ) 1861). Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Το ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο εναγόμενος είναι ένοχος αμέλειας και ευθύνεται για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τις συνθήκες πρόκλησης του εν λόγω δυστυχήματος κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια και φέρει ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Εισερχόμενος σε μια δεξιά με βάση την πορεία του κλειστή στροφή παρέλειψε να οδηγεί το όχημα του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να βρεθεί στο κέντρο του δρόμου επί της άσπρης διαχωριστικής γραμμής. Σημαντική στο σημείο αυτό αποτελεί και η απόφαση στην υπόθεση Κωστή Μαρίνου ν. Σταύρου Σοφοκλέους, ECLI:CY:AD:2016:A192, Πολιτική Έφεση 151/11, ημερ.12/4/2016 όπου η σύγκρουση επήλθε στο κέντρο του δρόμου σε μια κλειστή στροφή και στην οποία αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Τέλος, σ΄ ότι αφορά τον καταμερισμό ευθύνης (70%-30%), είναι αρκετό να παρατηρήσουμε πως ναι μεν γίνεται κάποια νύξη στο εισαγωγικό μέρος του εφετηρίου, αλλά δεν αποτέλεσε και ξεχωριστό λόγο έφεσης για διαφοροποίηση του στη βάση ότι με την αποδοχή της εκδοχής του εφεσίβλητου θα έπρεπε να ήταν διαφορετικός. Αντί τούτου, η έφεση προωθήθηκε αποκλειστικά με άξονα τη θέση ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε στον εφεσείοντα ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, ενώ εάν προωθείτο και στη βάση ότι αμφότεροι οι ενεχόμενοι οδηγοί, προσεγγίζοντας κλειστή στροφή, όφειλαν να ελαττώσουν ταχύτητα και να τηρούν όσο ήταν δυνατό την αριστερή πλευρά του δρόμου - ως είχαν καθήκον - ενδεχομένως η επέμβαση του Εφετείου στο υπό αναφορά ζήτημα να ήταν υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη». (ο τονισμός και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Από την πιο πάνω πρόσφατη απόφαση προκύπτει ότι οδηγός που προσεγγίζει κλειστή στροφή οφείλει να ελαττώσει ταχύτητα και να τηρεί όσο ήταν δυνατό την αριστερή πλευρά του δρόμου. Εφαρμόζοντας τα γεγονότα της παρούσης με βάση τα ευρήματα ως καταγράφηκαν πιο πάνω προκύπτει ότι ο εναγόμενος μπορούσε να τηρεί αριστερότερη πορεία, κάτι που παρέλειψε να πράξει με αποτέλεσμα να βρίσκεται επί της διαχωριστικής άσπρης γραμμής στο κέντρο του δρόμου. Η αμέλεια του συνίσταται στο ότι όφειλε, εφόσον είχε και την δυνατότητα λαμβάνοντας υπόψη μου το πλάτος της λωρίδας στα 3.60, το ασφάλτινο παγκέτο στο 1.80 και το πλάτος του οχήματος του στο 1.50, να τηρεί αριστερότερη πορεία και να μην κινείται στο κέντρο του δρόμου εισερχόμενος σε μια κλειστή στροφή και προσεγγίζοντας αυτή. Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι ο εναγόμενος δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση του οχήματος του με αποτέλεσμα να κινείται στο κέντρο του δρόμου και να πατά επί της διαχωριστικής άσπρης γραμμής με αποτέλεσμα να αποτελεί κίνδυνο και να καταστεί εμπόδιο στην διέλευση του ενάγοντα ο οποίος και συγκρούστηκε πλευρικά με αυτόν περίπου στο κέντρο του δρόμου. ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΣΑ ΑΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Συνεπακόλουθα των πιο πάνω και εφόσον έχει προκύψει κατάληξη περί της απόδειξης αμέλειας του εναγόμενου το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια και του ενάγοντα. Η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντα ήταν ότι το Δικαστήριο κωλύεται από του να εξετάσει ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας καθότι αυτή δεν δικογραφείται αντίθετα υπάρχει επίκληση αποκλειστικής αμέλειας και ευθύνης του ενάγοντα. Επικαλούμενος τόσο τα δικόγραφα όσο και την σχετική νομολογία ο κ. Ιωάννου αναφέρει ότι η παράλειψη δικογράφησης συντρέχουσας αμέλειας ή έστω αμέλειας γενικά συνιστά κώλυμα αναφερόμενος στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης του εναγόμενου. Προτού παραθέσω το μέρος της υπεράσπισης που αφορά το πιο πάνω ζήτημα αναφέρω τα κάτωθι που προκύπτουν από την νομολογία σε σχέση με το ζήτημα της δικογράφησης της συντρέχουσας αμέλειας αλλά και την έννοια της. Στην απόφαση Αντωνίτσας Φιλίππου κ.α ν. Νίκου Παναγή κ.α, Πολιτική Έφεση αρ.10194, 18/7/2000 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο οδηγός αυτοκινήτου έχει καθήκον να μεριμνά για την ασφάλεια παντός άλλου προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο και να λαμβάνει προφυλάξεις, προς αποτροπή προβλεπτών κινδύνων. Ανάλογο καθήκον έχει ο οδηγός για την προστασία της ασφάλειας του ιδίου και της περιουσίας του έναντι προβλεπτών κινδύνων. Παραλείψεις για την προστασία της ασφάλειας τρίτου καθιστούν τον οδηγό ένοχο αμέλειας και παραλείψεις για την ασφάλεια του ιδίου τον καθιστούν ένοχο συντρέχουσας αμέλειας. Αμέλεια και συντρέχουσα αμέλεια των οδηγών οχημάτων, που συγκρούονται, προσμετρούν στον καθορισμό της ευθύνης, ανάλογα με το βαθμό που οι παραλείψεις εκατέρου συμβάλλουν στην πρόκληση της ζημίας. Και στις δύο περιπτώσεις, το κριτήριο για την απόδοση ευθύνης είναι το προβλεπτό του κινδύνου και παραλείψεις για τη λήψη προστατευτικών μέτρων για την αποφυγή του.» (ο τονισμός και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω και με βάση το σύγγραμμα Charlesworth & Perry on Negligence, 7η έκδ. σελ. 146 - 147, παρα. 3 - 11, το βάρος απόδειξης της συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο εναγόμενος και δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να το αποσείσει εκ προοιμίου. Στην απόφαση Γεώργιος Τιτώνη ν. Χαρ. Πηλακούτας Λτδ
(2001), 1 ΑΑΔ, 479 η απόδοση συντρέχουσας αμέλειας ακυρώθηκε κατ' έφεση επειδή το στοιχείο αμέλειας που απέδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο στον εφεσείοντα δεν είχε δικογραφηθεί ούτε θιγεί στην πρωτόδικη διαδικασία. Μάλιστα στο κείμενο της απόφασης αναφέρονται τα κάτωθι: «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε συντρέχουσα αμέλεια στον εφεσείοντα γιατί παρέλειψε - ως όφειλε - να καθοδηγήσει και προειδοποιήσει τον βοηθό του ΜΕ1 αναφορικά με την κίνηση του παλάγκου. Υπεδείξαμε στον κ. Αραούζο, ο οποίος εμφανίσθηκε για την εφεσίβλητη, ότι στην έκθεση υπεράσπισης - λεπτομέρειες αμέλειας - δεν υπάρχει η λεπτομέρεια αμέλειας που απέδωσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο στον εφεσείοντα. Ο κ. Αραούζος ομολόγησε ότι αυστηρώς ομιλούντες δεν υπάρχει η συγκεκριμένη λεπτομέρεια αμέλειας. Υπέβαλε ωστόσο ότι η συγκεκριμένη αμέλεια καλύπτεται από τις παραγ. 6 (ε), (στ) και (ζ) της υπεράσπισης. Δεν συμφωνούμε. Η έκθεση υπεράσπισης δεν καλύπτει την συγκεκριμένη παράλειψη του εφεσείοντα. Η μη έγερση του θέματος στην πρωτόδικη διαδικασία, προφανώς λόγω μη περίληψης του στα δικόγραφα, έχει στερήσει από τον εφεσείοντα την ευκαιρία να προβάλει τη θέση του. Θεωρούμε λοιπόν ότι εσφαλμένα ο εφεσείων κρίθηκε υπεύθυνος για συντρέχουσα αμέλεια σε σχέση με στοιχείο της αμέλειας ή παράλειψη η οποία δεν είχε θιγεί κατά την πρωτόδικη διαδικασία και η οποία δεν είχε δικογραφηθεί» Εισερχόμενη τώρα στην υπεράσπιση του εναγόμενου παρατηρώ ότι παρατίθεται μεγάλος μέρος σε αυτήν λεπτομερειών αμέλειας και/ή παράβασης νόμιμων καθηκόντων του εναγόμενου η δε παράγραφος 2 της υπεράσπισης του εναγόμενου έχει ως ακολούθως: «2) Πλην του γεγονότος ότι την ή περί την 4/4/2010 στο κύριο δρόμο Πελενδρίου - Τριμίκληνης επεσυνέβη δυστύχημα μεταξύ της μοτοσυκλέτας με αριθμό εγγραφής KMD 021 την οποία οδηγούσε ο Ενάγοντας και του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΕΝΕ 985 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος, ο Εναγόμενος αρνείται ότι ανέκοψε τη πορεία του ενάγοντα ή ότι το επίδικο δυστύχημα και/ή σύγκρουση και οι ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες και/ή ζημιές και η απώλειες οφείλονται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Ενάγοντα. (ο τονισμός και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ» Από την σύνταξη και λεκτικό της παραγράφου 2 της υπεράσπισης προκύπτει ότι ο εναγόμενος «αρνείται ότι ανέκοψε την πορεία του ενάγοντα ...και ή ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του ενάγοντα..». Προκύπτει ξεκάθαρα από την διατύπωση και σύνταξη της πρότασης ότι η ορθή αναφορά θα ήταν στο τέλος της παραγράφου 2 «του εναγόμενου» και όχι του ενάγοντα. Αυτό κρίνω ότι δεν αποτελεί μια αυθαίρετη ερμηνεία του Δικαστηρίου αλλά την ερμηνεία που προκύπτει από την συντακτική ανάλυση που προκύπτει από την ίδια την υπό αναφορά πρόταση, ερμηνεία που κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει. Επομένως δεν υπάρχει αναφορά ότι ο εναγόμενος επικαλείται αποκλειστική αμέλεια και ευθύνη του ενάγοντα και προς τούτο μάλιστα στις λεπτομέρειες που δίνονται δεν γίνεται οιαδήποτε αναφορά σε «αποκλειστική ευθύνη και αμέλεια». Η παράλειψη βεβαίως αναφοράς της λέξης «συντρέχουσα» αμέλεια ως και ο ίδιος ο συνήγορος του Ενάγοντα αποδέχεται δεν συνιστά κώλυμα για εξέταση του ζητήματος αυτού όταν μάλιστα από το περιεχόμενο της υπεράσπισης προβάλλεται σωρεία λεπτομερειών ισχυριζόμενης αμέλειας από πλευράς ενάγοντα. Η θέση του συνηγόρου ότι κατά την δίκη και σε μια υποβολή υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι αυτός ευθύνεται αποκλειστικά για το δυστύχημα κρίνω ότι δεν αποτελεί κώλυμα για την εξέταση του ζητήματος αυτού όταν ταυτόχρονα παρατίθενται και σωρεία λεπτομερειών αναφορικά με την ισχυριζόμενη αμέλεια του ενάγοντα. Ουδεμία εισήγηση έγινε άλλωστε ότι οι υποβολές της υπεράσπισης αναφορικά με την ισχυριζόμενη αμέλεια του ενάγοντα δεν είναι δικογραφημένες. Τόσο η ταχύτητα, όσο και ο τρόπος οδήγησης αποτελούν μέρος της δικογράφησης των λεπτομερειών που δίδονται. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρω ότι άσχετα με το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας ως νομικό και ως πραγματικό ζήτημα ενόψει γεγονότων αυτό που εξετάζει το Δικαστήριο είναι πέραν των πιο πάνω και το κατά πόσο ο ενάγων, έχων και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του και της θέσης του για αποκλειστική αμέλεια του εναγόμενου, κατάφερε να αποδείξει και εάν ναι σε ποιο βαθμό την υπόθεση του με αναφορά σε ευθύνη του εναγόμενου. Συνεπώς έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω και με δεδομένο το εύρημα για ύπαρξη ευθύνης από πλευράς εναγόμενου προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει και συντρέχουσα ευθύνη από πλευράς ενάγοντα, καθότι κρίνω ότι δύναμαι να πράξω τούτο. Με βάση τα γεγονότα που προέκυψαν από την αξιολόγηση των μαρτύρων αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης προκύπτει ότι ο ενάγων κατευθυνόμενος σε μια επικίνδυνη αριστερή με βάση την πορεία του κλειστή στροφή, εισήλθε με τέτοια ταχύτητα που υπό τις περιστάσεις τον ανάγκαζε για να εξέλθει αυτής με ασφάλεια να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι ο ενάγων ανάφερε και αποτέλεσε ξεκάθαρη θέση του ότι ο λόγος που κατέβασε το πόδι του και πάτησε φρένα ήταν γιατί είδε το αυτοκίνητο του εναγόμενου να καταλαμβάνει το μέρος του δρόμου στο οποίο προτίθετο να κινηθεί και το οποίο του ήταν απαραίτητο για να εξέλθει με ασφάλεια την στροφή. Ο ίδιος δηλαδή αναφέρει ότι θα κινείτο προς το κέντρο του δρόμου. Με βάση την απόφαση Κωστή Μαρίνου (ανωτέρω) αμφότεροι οι οδηγοί που προσεγγίζουν μια κλειστή στροφή οφείλουν να τηρούν όσο κατά το δυνατό την αριστερότερη πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας τους. Ο ενάγων στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εισήλθε στην στροφή με τέτοια υπό τις περιστάσεις ταχύτητα η οποία δεν του επέτρεπε να κινηθεί στην αριστερή πλευρά της πορείας του και να προχωρήσει με ασφάλεια ενώ παράλληλα δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει πιθανό κίνδυνο που θα εκδηλωνόταν στην πορεία του. Εισερχόμενος με ταχύτητα μεγάλη υπό τις περιστάσεις της κλειστής στροφής, παρέλειψε να ελαττώσει ταχύτητα με αποτέλεσμα να χρειαστεί να αρχίσει να μεγαλώνει την ακτίνα καμπυλότητας του προς το κέντρο του δρόμου με αποτέλεσμα όταν είδε τον εναγόμενο να βρίσκεται εντός του κέντρου του δρόμου να απολέσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και να συγκρουστεί με το όχημα του εναγόμενου, πλευρικά. Η πάνω οδηγητική συμπεριφορά που επέδειξε ο ενάγοντας καταλήγω ότι συνιστά αμέλεια και μπορώ να αποδώσω σε αυτόν συντρέχουσα αμέλεια λαμβάνοντας υπόψη μου ότι ενέργησε υπό τις περιστάσεις λανθασμένα και οδήγησε με ακατάλληλη υπό τις συνθήκες ταχύτητα αναγκαζόμενος να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου και αγνοώντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο εις τον οποίο έθετε τον εαυτό του κινούμενος σε μια κλειστή στροφή με μειωμένη ορατότητα. Ως ανάφερα ανωτέρω το κριτήριο της συντρέχουσας αμέλειας σύμφωνα με τη νομολογία είναι γενικά το ίδιο με εκείνο της αμέλειας. Η διαφορά έγκειται στην παράλειψη του ενάγοντα να λάβει προφυλακτικά μέτρα για τη δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του ( βλ. Χαραλάμπους κ.α. v. Kασάπης
(1988)1 Α.Α.Δ. 25, Ιωακείμ v. Σωτηριάδης
(1984)1 Α.Α.Δ. 175 και Παρμαξή v. Kαστιόλα
(1985)1 Α.Α.Δ. 633). Το κριτήριο για την απόδοση ευθύνης στον ίδιο τον ενάγοντα για τη βλάβη την οποία υπέστη συναρτάται με το λογικά προβλεπτό του κινδύνου έναντι του οποίου παρέλειψε να πάρει λογικές προφυλάξεις. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Lord Denning στην Jones v. Livox Quarries Ltd
(1952)2 Q.B. 608, σελ. 615: "Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless." Με βάση τα ανωτέρω που προσπάθησα να εξηγήσω εκείνο που όφειλε να πράξει ο ενάγοντας, υπό τις περιστάσεις, είναι ότι θα έπρεπε να προχωρήσει και να εισέλθει στην επίδικη κλειστή στροφή πιο προσεκτικά και με την ανάλογη ταχύτητα η οποία και θα του επέτρεπε να κινηθεί αριστερότερα στην πορεία του με δεδομένη και την μειωμένη ορατότητα ως είχε καθήκον να πράξει. Η ευθύνη του ενάγοντα έγκειται στο ότι παρά την μειωμένη ορατότητα λόγω της φύσης της στροφής εισήλθε σε αυτήν με τέτοια ταχύτητα η οποία του επέβαλλε να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου και να συγκρουστεί με το όχημα του εναγόμενου πλευρικά. Παράλληλα όταν είδε τον εναγόμενο σε απόσταση 10 - 12 μέτρων μακριά του απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας. Παρέλειψε δηλαδή όχι μόνο να οδηγεί με την ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα αλλά και να τηρεί ως όφειλε, εισερχόμενος σε κλειστή στροφή, την αριστερή πλευρά του δρόμου. Έχω λάβει υπόψη μου και τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε στην αγόρευση του με αναφορά στο ότι ο ενάγοντας ευρισκόμενος σε ξαφνικό δίλημμα από την στιγμή που είδε τον εναγόμενο σε τόσο κοντινή απόσταση δεν μπορούσε να αντιδράσει καθοιονδήποτε τρόπο και ενήργησε κάτω από την αγωνία της στιγμής. Έχω εξετάσει την εισήγηση αυτή του συνηγόρου αλλά κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις εκείνο που αποδίδεται στον ενάγοντα είναι η αμέλεια στην οδηγητική συμπεριφορά από το στάδιο εισόδου στην στροφή με βάση τα ευρήματα με ταχύτητα μη ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις αλλά και παράλειψη τήρησης της αριστερής πλευράς. Με βάση αυτό το στοιχείο προκύπτει ότι στο σημείο που είδε τον εναγόμενο και έχοντας ήδη μια ταχύτητα που του επέβαλλε κίνηση προς το κέντρο του δρόμου για να μην ανατραπεί κατέβασε το πόδι του και πάτησε φρένο. Η ευθύνη του ενάγοντα προκύπτει από το ότι ο ίδιος παράλειψε να ενεργήσει ως όφειλε σε μια επικίνδυνη κλειστή στροφή, να εισέλθει με τέτοια ταχύτητα που να του επιτρέπει να κινείται αριστερά στην πορεία του. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι πιο πάνω παραλείψεις του δικαιολογούν την απόδοση σε αυτόν κάποιου ποσοστού ευθύνης για το επίδικο ατύχημα ή ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ενέργησε κάτω από την αγωνία της στιγμής και ως εκ τούτου αυτό τον απαλλάσσει από οποιαδήποτε ευθύνη. Στην Νικολαϊδη και άλλος v. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422 λέχθηκε ότι οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του (βλ. επίσης Αdamis and another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και Κυριάκου v. Φιλίππου
(1992)1Α Α.Α.Δ. 642). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και εξαρτάται από τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ναι μεν την πολύ κοντινή απόσταση που για πρώτη φορά ο ενάγοντας είδε το όχημα του εναγομένου αλλά η οδηγητική συμπεριφορά του ενάγοντα, που κρίνω ότι αποτελεί παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεων του, σημειώθηκε σε στάδιο ενωρίτερα της διαπίστωσης του εναγόμενου στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου. Ο ενάγοντας είχε ήδη εισέλθει στην στροφή με μη ενδεδειγμένη ταχύτητα με πρόθεση να οδηγήσει προς το κέντρο του δρόμου και αρχόμενη η ενέργεια του αυτή. Στο σημείο αυτό ουδεμία επαφή είχε με το όχημα του εναγόμενου. Η αντίδραση του μετά την διαπίστωση του εναγόμενου αποτέλεσε επακόλουθο και της δικής του οδηγητικής συμπεριφοράς. Δεδομένων των πιο πάνω κρίνω ότι και ο ενάγοντας ευθύνεται για το επίδικο δυστύχημα. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα και με αναφορά στις λεπτομέρειες αμέλειας έκαστου εκ των διαδίκων, κρίνω ως ορθό να καταμερίσω την ευθύνη σε ποσοστό 40% για τον εναγόμενο και 60% για τον ενάγοντα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ - ΕΙΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Έχοντας καταλήξει στο ζήτημα της ευθύνης έπεται η εξέταση του ζητήματος των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων. Η μαρτυρία που δόθηκε αναφορικά με τα τραύματα που υπέστη ο ενάγων αποτελείται από την μαρτυρία των θεράποντων ιατρών του και του ιατρού που έχει εξετάσει αυτόν εκ μέρους του εναγόμενου. Σημειώνω ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει επί ευρημάτων σωματικών βλαβών θα πρέπει να αξιολογήσει την σχετική με αυτές μαρτυρία που δεν είναι άλλη από την μαρτυρία των ιατρών που κατέθεσαν από αμφότερες τις πλευρές. Αντικείμενο αξιολόγησης βεβαίως για το ζήτημα αυτό θα αποτελέσει και η μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με τις αναφορές του στις σωματικές βλάβες και επιπτώσεις αυτών επί της καθημερινότητας του. Αναφέρω ότι ουδεμία εκ των πλευρών αμφισβήτησε ότι οι γιατροί που ενώπιον μου κατέθεσαν είναι εμπειρογνώμονες

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.