← Κύπρος

Icetol Enterprises Ltd ν. Imperium Nominees Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3491/2017, 28/3/2018

Icetol Enterprises Ltd ν. Imperium Nominees Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3491/2017, 28/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3491/2017 Μεταξύ: Icetol Enterprises Ltd Ενάγουσας και

  1. Imperium Nominees Limited
  2. Rodby Services Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.12.17 υπό ενάγουσας - αιτήτριας Για διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2018 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Αλέξανδρος Τσιρίδης Για εναγόμενες - καθ' ων η αίτηση: κα Μαρία Κωμοδρόμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, επιζητούνται διατάγματα αποκάλυψης αναφορικά με τους εγγεγραμμένους μετόχους, τους τελικούς δικαιούχους και τα πρόσωπα που ήταν εξουσιοδοτημένα να δίνουν εντολές αναφορικά με την εταιρεία Cardiff Investments Ltd. Επιζητούνται επίσης λεπτομέρειες ως προς το ποιος έδωσε οδηγίες στην εναγομένη 2 να εκτελέσει συγκεκριμένες συμφωνίες, τις οποίες η ενάγουσα θεωρεί ότι έγιναν παράνομα και ως αποτέλεσμα αδικοπραξιών με σκοπό την απόσπαση ενός οικοπέδου 115 εκταρίων (το Οικόπεδο) στην περιοχή της Μόσχας. Η εναγομένη 1, Imperium Nominees Limited είναι Κυπριακή εταιρεία που παρέχει εταιρικές και καταπιστευματικές υπηρεσίες και εναγομένη 2 Rodby Services Ltd είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI). Η εναγομένη 1 είναι διευθυντής και μέτοχος στην εναγομένη
  3. Σύμφωνα με την ενάγουσα, η αγωγή τρέφεται κατά των εναγομένων 1 και 2 αφού, ως παροχείς υπηρεσιών, υποβοήθησαν ή διευκόλυναν με τις υπηρεσίες που παρείχαν, την διάπραξη των πιο πάνω αδικοπραξιών από τρίτα πρόσωπα σε βάρος της ενάγουσας. Η αίτηση Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα καταχώρησε δια κλήσεως την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Επιζητά συγκεκριμένα τα πιο κάτω:
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 όπως, εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος αυτού, προβούν σε ένορκη δήλωση, την οποία να ορκίζεται οποιοσδήποτε εκ των διευθυντών τους, και παραδώσουν αυτήν στους δικηγόρους των Αιτητών, στην οποία ένορκη δήλωση να αποκαλύπτουν και/ή αναφέρουν, κατόπιν πλήρους και κατάλληλης έρευνας για τα ακόλουθα και να επισυνάπτουν σε αυτήν ως τεκμήρια όλα τα έγγραφα και/ή αλληλογραφία και/ή αρχεία, είτε είναι σε γραπτή ή ηλεκτρονική μορφή, και τα οποία σχετίζονται και/ή αφορούν τα ακόλουθα ζητήματα: 1.
  5. Ποιος ήταν ο εγγεγραμμένος μέτοχος της Cardif Investments Limited, (συσταθείσα βάσει των νόμων των Βρετανικών Παρθένων Νήσων (BVI) με ημερομηνία ενσωμάτωσης 17 Δεκεμβρίου 2008 και αριθμό εγγραφής 1513821 (στο εξής καλούμενη ως η 'Εταιρεία') για την περίοδο μεταξύ 4 Ιανουαρίου 2009 και 16 Απριλίου 2015, 1.
  6. Ποιος ή ποιοι ήταν οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owner(s)) της Εταιρείας για την περίοδο μεταξύ 4 Ιανουαρίου 2009 και 16 Απριλίου 2015, 1.
  7. Ποιο ήταν το πρόσωπο ή πρόσωπα τα οποία ήταν εξουσιοδοτημένα να δίνουν οδηγίες στην Rodby Services Limited εκ μέρους του τελικού ή τελικών δικαιούχων (ultimate beneficial owner(s)) της Εταιρείας, 1.
  8. Ποιος έδωσε οδηγίες στην Rodby Services Limited να εκτελεί (execute) τις ακόλουθες συμφωνίες εκ μέρους της Εταιρείας: 1.4.1.Συμφωνία ημερομηνίας 27 Ιανουαρίου 2012 μεταξύ της Cardif ως αγοραστή και του κ. Gomshiashvily ως Πωλητή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom, 1.4.2.Συμφωνία ημερομηνίας 17 Αυγούστου 2012 μεταξύ της Cardif ως πωλητή και της Privacy Provider Ltd ως αγοραστή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom, 1.4.3.Συμφωνία ημερομηνίας 14 Απριλίου 2009 μεταξύ της Cardif ως αγοραστή και της κ.Chugunova ως πωλητή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom, 1.4.4.Συμφωνία ημερομηνίας 1 Ιουνίου 2012 μεταξύ της Cardif ως πωλητή και του Roman Pashkovskiy ως αγοραστή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom. 1.
  9. Σε ποιες ημερομηνίες η Rodby Services Limited έλαβε οδηγίες για να εκτελέσει τις ακόλουθες συμφωνίες εκ μέρους της Εταιρείας: 1.5.1.Συμφωνία ημερομηνίας 27 Ιανουαρίου 2012 μεταξύ της Cardif ως αγοραστή και του κ. Gomshiashvily ως Πωλητή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom, 1.5.2.Συμφωνία ημερομηνίας 17 Αυγούστου 2012 μεταξύ της Cardif ως πωλητή και της Privacy Provider Ltd ως αγοραστή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom, 1.5.3.Συμφωνία ημερομηνίας 14 Απριλίου 2009 μεταξύ της Cardif ως αγοραστή και της κ.Chugunova ως πωλητή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom, 1.5.4.Συμφωνία ημερομηνίας 1 Ιουνίου 2012 μεταξύ της Cardif ως πωλητή και του Roman Pashkovskiy ως αγοραστή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom. 1.
  10. Ποιά είναι η Cheryl Questelles και ποια είναι η σχέση της με την Εταιρεία, 1.
  11. Υπό ποια ιδιότητα η Cheryl Questelles υπέγραψε τις ακόλουθες συμφωνίες εκ μέρους της Εταιρείας: 1.7.1.Συμφωνία ημερομηνίας 17 Αυγούστου 2012 μεταξύ της Cardif ως πωλητή και της Privacy Provider Ltd ως αγοραστή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom, 1.7.2.Συμφωνία ημερομηνίας 14 Απριλίου 2009 μεταξύ της Cardif ως αγοραστή και της κ.Chugunova ως πωλητή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom, 1.7.3.Συμφωνία ημερομηνίας 1 Ιουνίου 2012 μεταξύ της Cardif ως πωλητή και του Roman Pashkovskiy ως αγοραστή για 10.000 μετοχές (100%) στην ZAO Torricom. 1.
  12. Μήπως η Rodby Services Limited, υπό την ιδιότητα της ως διευθυντής και/ή μέτοχος της Εταιρείας, έχει εκδώσει οποιαδήποτε Πληρεξούσια (powers of attorney) σε οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους της Εταιρείας, κι αν ναι σε ποιους. 1.
  13. Μήπως η Rodby Services Limited, υπό την ιδιότητα της ως διευθυντής και/ή μέτοχος της Εταιρείας προέβη στη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας ή στην εκτέλεση οποιωνδήποτε ενεργειών ή υπέγραψε οποιαδήποτε έγγραφα ώστε με οποιοδήποτε τρόπο να εγκρίνει ή διευκολύνει την πώληση, χρέωση (charging), επιβάρυνση, μεταφορά, εκχώρηση ή αποξένωση των μετοχών της Εταιρείας με οποιοδήποτε τρόπο. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Φωτεινής Τσιρίδου, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επισυνάπτεται άλλη ένορκη δήλωση του Διευθυντή της ενάγουσας Bertrand Philippe Coste στα αγγλικά (τεκμ. Α) με ταυτόχρονη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, (τεκμ. Β). Η εκδοχή της ενάγουσας όπως πηγάζει από τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις είναι ως ακολούθως: Η ενάγουσα Icetol ανήκει στην Spinel Developments Limited (η 'Spinel') από το
  14. Η Icetol κατείχε το 100% μείον 1 μετοχή στην ZAO Torricom (η Torricom), μία Ρωσική εταιρεία, η οποία κατέχει η ίδια το 100% μίας άλλης Ρωσικής εταιρείας της OOO Logistik Plus (η Logistic Plus), η οποία κατέχει ένα Οικόπεδο (Site) 115 εκταρίων (το Οικόπεδο) στην περιοχή της Μόσχας. Η Spinel είναι όχημα ειδικού σκοπού (SPV), η οποία δημιουργήθηκε για να αγοράσει και να αναπτύξει το οικόπεδο (Site) κοντά στο αεροδρόμιο Sheremetievo, στη Μόσχα. Το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση ολόκληρης της δομής Icetol/Torricom/Logistic Plus από την Spinel είναι $31,811,589 ενώ η τρέχουσα αξία του οικοπέδου (Site) είναι πέραν των $70 εκατομμυρίων. Την Spinel διαχειρίζεται η Clerville Investment Management LLP, μία ιδιωτική διαχειρίστρια επενδύσεων, που εξουσιοδοτείται και ρυθμίζεται από την Αρχή Χρηματοοικονομικών της Μεγάλης Βρετανίας (U.K. Financial Conduct Authority - FCA). Ο κ. Bertrand είναι ο διευθυντής της Spinel και έχει τον έλεγχο του πιο πάνω έργου από την αρχή. Το έργο έχει σταματήσει από τον Μάρτιο 2009 λόγω διάφορων αποπειρών εγκληματικής επιδρομής για απόσπαση της επιχειρηματικής δομής των πιο πάνω εταιρειών. Έχουν συγκεκριμένα σημειωθεί τρεις αποτυχημένες προσπάθειες, συμπεριλαμβανομένης της υφιστάμενης για την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Οι πιο πάνω απόπειρες έγιναν στην Ρωσία το 2010 με 2013 με στόχο την ανάληψη ελέγχου των Torricom & Logistic Plus και κατά συνέπεια, του οικοπέδου. Περιλάμβαναν απόπειρες μείωσης της αξίας των μετοχών της Logistic Plus που ανήκαν στην Torricom, αναδιοργάνωση της Torricom μέσω συγχώνευσης με μεταγενέστερη εκκαθάριση, αντικατάσταση του Γενικού Διευθυντή της Torricom και εκκαθάριση της Torricom. Όλες οι πιο πάνω προσπάθειες απέτυχαν και τα πρόσωπα που ευθύνονταν για αυτές, έχασαν όλες τις αστικές και ποινικές υποθέσεις και καταδικάστηκαν στη Ρωσία σε ποινές φυλάκισης. Η νέα παράνομη επιδρομή είχε ως επικεφαλής τον κ. Andrey Pashkovskiy, ο οποίος χρησιμοποίησε με την ομάδα του, ένα σχέδιο που περιλάμβανε μία εταιρεία του BVI, την Cardif Investment Limited (η 'Cardif'). Από τον Ιανουάριο 2009 έως τις 16 Απριλίου 2015, η εναγομένη 2 ενήργησε ως ο μόνος ονομαστικός μέτοχος και διευθυντής της Cardif. Το συγκεκριμένο αυτό σχέδιο περιλάμβανε τους ψευδείς ισχυρισμούς ότι η Cardif αγόρασε δήθεν τις 10.000 μετοχές (100%) της Torricom από τον κ. Gomshiashvily στις 27 Ιανουαρίου 2012 και τις πώλησε στη συνέχεια στις 17 Αυγούστου 2012 στην Privacy Provider Ltd. Ως αποτέλεσμα άνοιξαν τρεις ποινικές υποθέσεις από την Εξεταστική Επιτροπή της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Οι δύο πρώτες υποθέσεις κατέληξαν σε καταδίκη ορισμένων από τους συνεργάτες του κ. Pashkovskiy. Η τρίτη υπόθεση άρχισε εναντίον του κ. Pashkovskiy, μετά που οι κατηγορούμενοι συνεργάτες του, ομολόγησαν ότι ήταν ο επικεφαλής αυτής της παράνομης επιδρομής. Ο κ. Pashkovskiy βρίσκεται προς το παρόν υπό προφυλάκιση (pre-trial detention) στη Ρωσία και περιμένει την ετυμηγορία του Δικαστηρίου Προτού συλληφθεί ο κ. Pashkovskiy, εμφανίστηκε μία νέα δέσμη πλαστών (forged) εγγράφων, σύμφωνα με τα οποία Cardif αγόρασε όλες τις 10.000 μετοχές της Torricom από την κα. Chugunova στις 14 Απριλίου
  15. Η Cardif στη συνέχεια πώλησε όλες τις μετοχές της Torricom την 1η Ιουνίου 2012 στον υιό του κου. Pashkovskiy - τον Roman, ο οποίος τις πώλησε περαιτέρω στην εταιρεία του Pashkovskiy, την Shedar Investment Ltd. Ο Roman Pashkovskiy κρύβεται προς το παρόν και είναι στην λίστα καταζητούμενων προσώπων στη Ρωσία. Όλες οι πιο πάνω ψευδείς συμβάσεις έχουν κατ' ισχυρισμό υπογραφεί από την Cardif, την οποία κατά τον χρόνο εκείνο διαχειριζόταν η εναγομένη 2 και κατ' επέκταση η εναγομένη
  16. Μετά τις καταδίκες στις πιο πάνω ποινικές υποθέσεις, δύο από τους συνεργάτες του Pashkovskiy μεταξύ των οποίων και ο δικηγόρος του Arkadiy Bulgakov, αποφάσισαν να συνεργαστούν με την Spinel. Έτσι, ο κ. Bulgakov, ο οποίος ήταν ο τελικός δικαιούχος (UBO) της Cardif, συμφώνησε να μεταβιβάσει τον έλεγχο επί της Cardif, καθώς και όλων των άλλων υπεράκτιων εταιρειών που εμπλέκονται στις επιθέσεις επιδρομέων, στον κ. Zvyagintsev που είναι πρόσωπο το οποίο εργάζεται για την Spinel και τους μετόχους της Τον Ιούλιο 2015, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη συνήψαν συμφωνία διευθέτησης, που επιβεβαιώθηκε στις 10 Ιουλίου 2015 με Δικαστική απόφαση, όπου η Icetol αναγνωρίστηκε από όλους τους συμμετέχοντες ως ο μέτοχος πλειοψηφίας της Torricom και ότι ανήκουν σε αυτήν 9.999 μετοχές, οι οποίες ανέρχονται στο 99.99% του εγκεκριμένου κεφαλαίου της Torricom. Η Destiny Ventures Limited διατηρεί εγγεγραμμένη νόμιμη ιδιοκτησία του Οικοπέδου (Site) των 115 εκταρίων και η ίδια η εταιρεία αναγνωρίζεται ότι είναι υπό τον έλεγχο της Icetol. Ωστόσο, δυνάμει της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας μεταξύ της Cardif ως αγοραστή και της κας Chugunova ως πωλητή ημερομηνίας 14 Απριλίου 2009 και της μεταγενέστερης μεταπώλησης της από την Cardif στον Roman Pashkovskyi , η ως άνω αναφερθείσα δικαστική απόφαση της 10ης Ιουλίου 2015 έχει αμφισβητηθεί από τους δικηγόρους του Pashkovskyi. Ως αποτέλεσμα της αμφισβήτησης, η δικαστική απόφαση ακυρώθηκε στις 26 Ιανουαρίου
  17. Η ακύρωση έχει εφεσιβληθεί από την Icetol και την ZAO "Torricom" και η υπόθεση εκκρεμεί ακόμα. Περαιτέρω, βάσει της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας που αναφέρθηκε ανωτέρω μεταξύ της Cardif και των δικηγόρων της κας Chugunova Pashkovskyi, έχουν κατατεθεί 27 αστικές υποθέσεις στη Ρωσία, με σκοπό τα Ρωσικά Δικαστήρια να επιβεβαιώσουν ότι η Torricom τους ανήκει τώρα νόμιμα και να ακυρώσουν όλη την ιδιοκτησία των Icetol / Torricom / Logistic Plus και τις διάφορες άλλες αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων. Κατά την ενόρκως δηλούσα είναι φανερό από τα ως άνω, ότι συνεχίζεται η παράνομη απόπειρα αλλαγής της εταιρικής δομής και απόσπασης του επίδικου οικοπέδου. Είναι ως εκ τούτου τώρα επιτακτική ανάγκη να αποφασιστεί ποιος άλλος είναι πίσω από αυτή την παράνομη απόπειρα, για να μπορέσει η Icetol να λάβει όλα τα αναγκαία νομικά διαβήματα εναντίον των προσώπων που είναι πίσω από αυτό το παράνομο σχέδιο. Είναι επίσης αναγκαίο να ληφθούν τα αιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες για να παρουσιαστεί η μαρτυρία αυτή ενώπιον του Εφετείου της Ρωσίας, ώστε να μπορέσει η Icetol να καταδείξει ότι οι συμφωνίες στις οποίες βασίζεται ο κ. Pashkovskiy δεν μπορεί να είναι έγκυρες. Οι δικηγόροι της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση, ζήτησαν από τον κ. Bulgakov, ο οποίος ήταν ο UBO της Cardif, να επιβεβαιώσει ότι δεν έδωσε ποτέ οδηγίες στις εναγόμενες να υπογράψουν οποιανδήποτε από τις 4 συμφωνίες που δήθεν υπογράφηκαν από την Cardif. Ο κ. Bulgakov επιβεβαίωσε ότι ήταν ο UBO της Cardif μέχρι που αυτή πωλήθηκε στον κ. Zvyagintsev. Επιβεβαίωσε επίσης ότι οι πάροχοι υπηρεσιών που χρησιμοποίησε ήταν οι εναγόμενες Imperium και Rodby και περαιτέρω ότι η Cardif δεν έδωσε ποτέ οποιεσδήποτε οδηγίες να συνάψει οποιανδήποτε από τις ακόλουθες 4 συμφωνίες: • συμφωνία ημερομηνίας 27 Ιανουαρίου 2012 μεταξύ της Cardif ως αγοραστή και του κου. Gomshiashvily ως πωλητή για 10.000 μετοχές (100%) της ZAO Torricom, συμφωνία ημερομηνίας 17 Αυγούστου 2012 μεταξύ της Cardif ως πωλητή και της Privacy Provider Ltd ως αγοραστή για 10.000 μετοχές (100%) της ZAO Torricom, • συμφωνία ημερομηνίας 14 Απριλίου 2009 μεταξύ της Cardif ως αγοραστή και της κας. Chugunova ως Πωλητή για 10.000 μετοχές (100%) της ZAO Torricom, • συμφωνία ημερομηνίας 1 Ιουνίου 2012 μεταξύ της Cardif ως πωλητή και του Roman Pashkovskiy ως αγοραστή για 10.000 μετοχές (100%) της ZAO Torricom. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν γνωρίζει κανένα πρόσωπο που ονομάζεται Cheryl Questelles, η οποία υπέγραψε δήθεν 3 από τις 4 συμφωνίες που περιγράφηκαν ανωτέρω εκ μέρους της Cardif. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, οι εναγόμενες έχουν προσφέρει υπηρεσίες στην Cardif μέχρι το καλοκαίρι του
  18. Ως εκ τούτου, έχουν εμπλακεί στο δόλιο σχέδιο εναντίον της Icetol και του ομίλου εταιρειών στον οποίον ανήκει. Η εναγομένη 2 κατείχε τις μετοχές της Cardif εκ μέρους του κ. Bulgakov κατά τη διάρκεια της περιόδου που ο κ. Bulgakov ήταν μέρος του δόλιου σχεδίου που διέπραξε ο κ. Pashkovskiy. Επιπλέον, οι εναγόμενες επέτρεψαν σε άλλα πρόσωπα που ήταν αυτουργοί να κρυφτούν πίσω από την ανωνυμία και την εμπιστευτικότητα που τους παρείχαν οι εναγόμενες για να επιτεθούν στην Icetol και να αμφισβητήσουν την ιδιοκτησία της επί της Torricom. Περαιτέρω, ως εταιρικοί διαχειριστές της Cardif, επέτρεψαν στους αδικοπραγούντες και τους διευκόλυναν να συνάψουν 4 ψευδείς συμφωνίες για να αμφισβητήσουν την ιδιοκτησία της Torricom. Σύμφωνα με την ομνύουσα, οι εναγόμενες, είναι οι μόνες που μπορούν να παράσχουν πληροφορίες για τα πιο κάτω: • σχετικά με το ποιο ήταν το πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να δίδει οδηγίες στην Rodby υπό την ιδιότητα του ως μετόχου και διευθυντή στην Cardif. σχετικά με το ποιο ήταν το πρόσωπο που τους έδωσε οδηγίες να εκτελέσουν τις 4 ψεύτικες συμφωνίες εκ μέρους της Cardif ή εάν οι 4 συμφωνίες είναι όλες μαζί πλαστές. • σχετικά με το ποια είναι η Cheryl Questelles και ποια είναι η σχέση της με την Cardif και τις εναγόμενες. • σχετικά με τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες της Cardif και αυτό θα καταδείξει εάν η Cardif κατέβαλε και έλαβε, ανάλογα με την περίπτωση, την αντιπαροχή που αναφέρεται στις 4 συμφωνίες και εάν το έπραξε ποιος ήταν ο παραλήπτης και ο αποστολέας των κεφαλαίων, ανάλογα με την περίπτωση. Η ενάγουσα έχει ήδη πλησιάσει τις εναγόμενες για να λάβει τις αναγκαίες πληροφορίες, αλλά αυτές αρνήθηκαν να παράσχουν οτιδήποτε προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι υπόκεινται σε καθήκον εμπιστευτικότητας, το οποίο δεν μπορούν να παραβούν χωρίς δικαστικό διάταγμα. Η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα έχει καταδείξει καλή και συζητήσιμη υπόθεση και ορατές προοπτικές επιτυχίας της αγωγής. Η Icetol ήταν και είναι ο κατάλληλος ιδιοκτήτης της Torricom με βάση τις συμφωνίες που υπογράφηκαν το 2005 και οι οποίες έχουν εκτεθεί ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενες 1 και 2 είναι οι μόνες που μπορούν να παράσχουν πληροφορίες. Παρόλο που ο κ. Zvyagintsev αγόρασε την Cardif το 2015, δεν του δόθηκαν πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες της εταιρείας πριν από το
  19. Οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για τους ακόλουθους λόγους: • Για να μπορέσει η Icetol να εντοπίσει ποιος άλλος ενεπλέκετο στο δόλιο σχέδιο για να στερήσει την Icetol από τη μετοχική συμμετοχή της στην Torricom. • Για να μπορέσει η Icetol να δικογραφήσει ορθά την απαίτηση της εναντίον των αδικοπραγούντων, οι οποίοι δεν έχουν εντοπιστεί ακόμη, αλλά οι οποίοι μπορούν να αποκαλυφθούν μετά τις πληροφορίες που θα παρασχεθούν από τις εναγόμενες. Για να μπορέσει η Icetol να υπερασπιστεί ορθά τις απαιτήσεις που καταχωρήθηκαν στην Ρωσία, οι οποίες βασίζονται στις ψευδείς συμφωνίες που υπεγράφησαν από την Cardif και να παρουσιάσει την αποκαλυφθείσα μαρτυρία ενώπιον του Εφετείου της Ρωσίας. Κατά την ομνύουσα, χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αδύνατον για την Icetol να εντοπίσει όλους τους αδικοπραγούντες σε αυτό το δόλιο σχέδιο. Είναι επίσης αδύνατον να δικογραφήσει ορθά την υπόθεση της εναντίον των αδικοπραγούντων χωρίς να γνωρίζει πότε και από ποιον έχουν υπογραφεί οι 4 ψευδείς συμφωνίες ή εάν αυτές είναι πλήρεις πλαστογραφίες για τις οποίες οι εναγόμενες δεν εξουσιοδότησαν ποτέ την υπογραφή τους. Είναι επίσης φανερό κατά την ομνύουσα ότι οι εναγόμενες είχαν άμεση εμπλοκή σε αυτό το παράνομο σχέδιο με την παροχή υπηρεσιών εντολοδόχων και την διαχείριση της Cardif κατά τη διάρκεια των παράνομων δραστηριοτήτων της. Επιπλέον, είναι οι μόνες που κατέχουν τις πληροφορίες αυτές και δεν υπάρχει άλλος τρόπος απόκτησης των αναγκαίων πληροφοριών. Ήταν τέλος η θέσης της ενόρκως δηλούσας ότι η ενάγουσα αναλαμβάνει να καλύψει όλα τα δικηγορικά και άλλα διοικητικά έξοδα των εναγομένων, οι οποίες έχουν κατά πάσα πιθανότητα εμπλακεί αθώα σε αυτό το δόλιο σχέδιο. Η ένσταση Οι εναγόμενες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στους λόγους ένστασης αναφέρουν ότι δεν ικανοποιούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 ως και της της σχετικής νομολογίας, για την έγκριση του αιτήματος. Επιπλέον, δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις ως αυτές διαμορφώνονται από την εφαρμογή του δικαίου της επιείκειας, σύμφωνα με τις οποίες δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραξία ή που κατέχει πληροφορίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματα του. Αυτό γιατί μεταξύ άλλων, οι πληροφορίες που η ενάγουσα ζητά να αποκαλύψουν οι εναγόμενες, μπορούσαν να εξασφαλιστούν από άλλες πηγές και ως εκ τούτου η ενάγουσα προβαίνει σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι οι εναγόμενες κατέχουν πληροφορίες σχετικές με τις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες και τα αγώγιμα δικαιώματα της ενάγουσας εναντίον τρίτων προσώπων που δεν αποτελούν διάδικα μέρη στην παρούσα διαδικασία. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι οι εναγόμενες δεσμεύονται δυνάμει της αρχής της εμπιστευτικότητας να μην αποκαλύψουν τις αιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα γιατί οτιδήποτε ζητείται από την ενάγουσα, περιήλθε σε κατοχή ή γνώση τους υπό την ιδιότητα τους ως επαγγελματιών παροχέων υπηρεσιών και αξιωματούχων εταιρειών και ως εκ τούτου εμπεριέχουν εμπιστευτικά έγγραφα και επικοινωνίες. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Περικλέους, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Σε αυτή, επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην σχέση εμπιστευτικότητας των εναγομένων που απαγορεύει την αποκάλυψη οιωνδήποτε επικοινωνιών και η οποία απορρέει από σχετικούς εφαρμοστέους στην περίπτωση αυτή νόμους, το κοινοδίκαιο καθώς επίσης και από σχετικές συμφωνίες εμπιστευτικότητας. Κατά την ομνύουσα, το Δικαστήριο δεν πρέπει να υποτιμήσει την βλάβη που υπόκειται ένας παροχέας υπηρεσιών σε διάφορα επίπεδα, όταν διαταχθεί να παραδώσει εμπιστευτικά έγγραφα που έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της επαγγελματικής του σχέσης. Ακόμα και στην περίπτωση που ο παροχέας αναγκαστεί μέσω δικαστικού διατάγματος να προβεί σε αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, είναι αναμενόμενο ότι μέσω της αποκάλυψης θα υπάρξει κάποιο πλήγμα στην εμπορική σχέση, και κάποια υπονόμευση της εμπιστοσύνης με τους πελάτες του. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι ενόψει του ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν προβάλλεται ούτε και αποδεικνύεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για εμπλοκή των εναγόμενων στις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες. Η ομνύουσα αναφέρει τέλος ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, θα πρέπει να διατάξει παράλληλα την ενάγουσα να καλύψει το κόστος συμμόρφωσης των εναγομένων. Αυτό το κόστος θα εξαρτηθεί από την έκταση της αποκάλυψης που θα διαταχθεί. Υπό τις περιστάσεις, η ομνύουσα ζητά όπως όπως το διάταγμα να είναι για εύλογα έξοδα, τα οποία αν δεν συμφωνηθούν μεταξύ των μερών να υπολογιστούν από το Δικαστήριο. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της ενάγουσας, αγόρευσε από γραπτό κείμενο το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Σε αυτό, προβαίνει σε εκτενή αναφορά στην νομολογία που καθορίζει το δικαίωμα του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal εναντίον ατόμων, ακόμη και αν αυτά δεν έχουν διαπράξει καμία αδικοπραξία. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε με παραπομπή στην πιο πάνω νομολογία ότι τα Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, ζητούνται και στις περιπτώσεις όπου η ταυτότητα του αδικοπραγούντα είναι γνωστή. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αδικοπραγήσαντες είναι μεν γνωστά πρόσωπα αλλά υπάρχουν και άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα τα οποία είναι αναγκαίο όπως εντοπιστούν. Ο εντοπισμός τους για να κινηθούν νομικές διαδικασίες εναντίον τους, είναι εφικτός μόνο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών και εγγράφων από τους εναγόμενους. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι πέραν των προϋποθέσεων της νομολογίας, έχουν αποδειχθεί και οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60αφού η παρούσα συνιστά αίτημα για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Από τα γεγονότα που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, καταδεικνύεται κατά τον συνήγορο καλή και συζητήσιμη υπόθεση και ορατές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγή. Η ενάγουσα απέδειξε ότι ήταν και είναι ο κατάλληλος ιδιοκτήτης της Torricom με βάση τις συμφωνίες που υπογράφηκαν το 2005 και οι οποίες έχουν εκτεθεί ως τεκμήρια στην ΕΔ Τσιρίδου και ΕΔ Bertrand. Ο συνήγορος επανέλαβε επιπλέον τους ισχυρισμούς για παράνομη προσπάθεια αλλαγής των επίδικων εταιρικών δομών με απώτερο στόχο την δόλια απόσπαση από την ενάγουσα του υπό κρίση οικοπέδου στην Μόσχα. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι αδύνατο για την ενάγουσα να εντοπίσει όλους τους αδικοπραγούντες. Είναι επίσης αδύνατο να δικογραφήσει ορθά την υπόθεση της χωρίς να γνωρίζει πότε και από ποιον έχουν υπογραφεί οι 4 ψευδείς συμφωνίες ή εάν οι 4 συμφωνίες είναι πλήρεις πλαστογραφίες για τις οποίες οι εναγόμενες δεν εξουσιοδότησαν ποτέ την υπογραφή τους. Επιπλέον, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων. Είναι σαφές κατά τον συνήγορο ότι σε περίπτωση που εκδοθούν τα διατάγματα, καμία ζημιά δεν θα υποστούν οι εναγόμενοι. Σε αντίθετη περίπτωση, η ενάγουσα είναι αυτή που θα υποστεί μεγάλη ζημιά καθώς δεν θα μπορεί να εντοπίσει τους αδικοπραγούντες ούτε να προωθήσει την αγωγή της εναντίον τους με αποτέλεσμα να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ο συνήγορος απέρριψε τους ισχυρισμούς της ένστασης για καθήκον εμπιστευτικότητας αναφορικά με τις αιτούμενες πληροφορίες. Με παραπομπή σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι η απονομή της δικαιοσύνης στην οποία αποσκοπούν τα αιτούμενα διατάγματα, υπερέχει των όποιων συμβατικών υποχρεώσεων περί εμπιστευτικότητας. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφέρει ότι το δημόσιο συμφέρον υπερτερεί οποιασδήποτε εμπιστευτικής σχέσης πελάτη - παροχέα υπηρεσιών και των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων, ειδικά όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών που έχουν να κάνουν με δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές, όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Τέλος ο συνήγορος ανέφερε ότι η ενάγουσα αναλαμβάνει να καλύψει όλα τα δικηγορικά και άλλα διοικητικά έξοδα των εναγομένων, οι οποίες έχουν κατά πάσα πιθανότητα εμπλακεί αθώα σε αυτό το δόλιο σχέδιο. Επιπλέον, αναλαμβάνει να μην χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που θα λάβει από τα αιτούμενα διατάγματα σε οποιανδήποτε ποινική διαδικασία. Η συνήγορος για τις εναγόμενες στην δική της αγόρευση, περιορίστηκε στην υιοθέτηση τω λόγων ένστασης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, θα πρέπει να διατάξει παράλληλα την ενάγουσα να καλύψει το κόστος συμμόρφωσης των εναγομένων. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση αφορά την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης που εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και τα οποία έχουν καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise

(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R. 1274. Η πιο πάνω αγγλική νομολογία έχει υιοθετηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσον και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης (βλ. μεταξύ άλλων Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403. Οι προϋποθέσεις για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 είναι: • Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, • Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και • Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, (βλ. μεταξύ άλλων Πουρνουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και δεν καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. Στην Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α
(2009)1Α Α.Α.Δ 317, λέχθηκε ότι: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια". Αναφορικά με την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal στην υπόθεση Avila Management (ανωτέρω), γίνεται λεπτομερής αναφορά στην φιλοσοφία πίσω από την αναγκαιότητα διάπλασης και συνεχούς εξέλιξης του δικαίου, μέσα από τις αρχές της επιείκειας, για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της ραγδαία αναπτυσσόμενης επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας, τόσον τοπικώς αλλά και διεθνώς. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση που περιέχει αναλυτική σύνοψη των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων: « Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366).» Στην πιο πάνω απόφαση, γίνεται επίσης αναφορά στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, όπου η εν λόγω αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο που κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Στην συνέχεια στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, (2005 3 All ER 511), συνοψίστηκαν οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal ως ακολούθως: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» 21 Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι για να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal θα πρέπει να τηρούνται οι πιο κάτω τρεις προϋποθέσεις: • να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, • να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και • το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος. Υπενθυμίζεται όμως στην υπόθεση Avila Management (ανωτέρω) ότι η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος, τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Στην υπόθεση Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd [2002] 4 All ER 193, λέχθηκε ότι η αρχή επεκτείνεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ακόμη και αναφορικά με την αποκάλυψη της πηγής δημοσιογράφου, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « For the purposes of the disclosure jurisdiction, there was no requirement that the person against whom the proceedings had been brought should be an actual wrongdoer who had committed a tort or breached a contract or committed some other civil or criminal wrongful act. Rather, it was sufficient that he had become involved in the wrongdoing. If he had become so involved, it did not matter that he was innocent and in ignorance of the wrongdoing by the person whose identity it was hoped to establish. Similarly, there was no requirement that the disclosure jurisdiction could be exercised only for the purpose of enabling civil proceedings to be brought against the wrongdoer. It followed in the instant case that there had been jurisdiction to make the order against the publisher» Η νομική αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω), αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, Τέτοια αγωγή στρέφεται εναντίον των προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη (βλ. British Steel Corp. v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417 & Harrington v. North Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666). Συμπεράσματα Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου έχω ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Χωρίς να αποφασίζεται στο στάδιο αυτό η ουσία της αγωγής, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προ εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Υπενθυμίζεται ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον των εναγομένων 1 και 2 με τον ισχυρισμό ότι ως παροχείς υπηρεσιών, υποβοήθησαν και διευκόλυναν με τις υπηρεσίες που παρείχαν, την διάπραξη των υπό κρίση αδικοπραξιών από τρίτα πρόσωπα σε βάρος της ενάγουσας. Έχει επίσης αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 αφού οι εν λόγω πληροφορίες κρίνονται ως απολύτως αναγκαίες στο παρόν στάδιο, προκειμένου η ενάγουσα να λάβει όλα τα αναγκαία νομικά διαβήματα εναντίον των προσώπων που κατά τους ισχυρισμούς της, προέβησαν στις υπό κρίση παράνομες πράξεις. Κρίνω επί του προκειμένου ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να προσκομίσει στα νομικά μέτρα που θα λάβει, όλα τα απαραίτητα στοιχεία που χρειάζεται για να καταδείξει τις κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις και συνομωσία εναντίον της. Επιπλέον, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Θεωρώ από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι η ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα από την απόρριψη του αιτήματος θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ταλαιπωρία που επικαλούνται ότι θα υποστούν οι εναγόμενες στην περίπτωση έγκρισης του αιτήματος. Όσον αφορά τις τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί στο σύνολο τους. Συγκεκριμένα: • Έχουν κατ' ισχυρισμό λάβει χώραν αδικοπραξίες εναντίον της ενάγουσας με την προσπάθεια αλλαγής των επίδικων εταιρικών δομών και τελικό στόχο, την παράνομη απόσπαση περιουσίας της στην Ρωσία. • Έχει αποδειχθεί η ανάγκη για την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων, προκειμένου η ενάγουσα να λάβει νομικά μέτρα εναντίον των προσώπων που κατά τους ισχυρισμούς της προέβησαν στις υπό κρίση παράνομες πράξεις. • Οι εναγόμενες εναντίον των οποίων επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης, έχουν αναμειχθεί κατά τρόπο που έχει διευκολύνει τις κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις, δεδομένου ότι συμμετείχαν στην διαχείριση της Cardif κατά τη διάρκεια των πιο πάνω κατ' ισχυρισμό παράνομων δραστηριοτήτων της. Για τον ίδιο λόγο, οι εναγόμενες είναι οι μόνες που κατέχουν τις πληροφορίες αυτές και δεν υπάρχει άλλος τρόπος απόκτησης των αναγκαίων πληροφοριών. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η θέση που προβλήθηκε με την ένσταση των εναγομένων για καθήκον εμπιστευτικότητας δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, σε διατάγματα αυτής της φύσης υπερισχύσει η αναγκαιότητα αποκάλυψης που αποσκοπεί στην ανίχνευση παράνομων και δόλιων συμπεριφορών, έναντι οποιασδήποτε εμπιστευτικής σχέσης πελάτη - παροχέα υπηρεσιών και των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Ακόμη και στην περίπτωση των πηγών δημοσιογράφου μπορεί σε εξαιρετικές συνθήκες σύμφωνα με την υπόθεση Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd (ανωτέρω), να δοθεί διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Αλλά ούτε και το παραδεκτό από την ενάγουσα γεγονός ότι οι εναγόμενες λόγω της ιδιότητας τους ως παροχείς υπηρεσιών, έχουν αθώα εμπλακεί στις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες, αποτελεί λόγο για απόρριψη του αιτήματος. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία δεν είναι αναγκαίο για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, οι καθ' ων η αίτηση να συμμετείχαν ενεργά στις παράνομες πράξεις. Αρκεί να τις έχουν διευκολύνει με κάποιο τρόπο και να κατέχουν τις υπό κρίση πληροφορίες, οι οποίες να είναι αναγκαίες για την λήψη νομικών μέτρων εναντίον των ουσιαστικών αδικοπραγήσαντων. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αλλά και η προαναφερθείσα νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου, εκδίδω τα αιτούμενα διατάγματα ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Σε σχέση με τα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη την προαναφερθείσα νομολογία και την αναφορά του συνηγόρου της ενάγουσας ότι η ενάγουσα αναλαμβάνει να καλύψει όλα τα δικηγορικά και άλλα διοικητικά έξοδα των εναγομένων που θα προκύψουν από την συμμόρφωση με τα διατάγματα σε συνδυασμό με την κατ' ισχυρισμό αθώα εμπλοκή των εναγομένων όπως αυτή παρουσιάζεται από την πλευρά της ενάγουσας στις κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις, τα εκδοθέντα διατάγματα εκδίδονται υπό τους ακόλουθους όρους:
  2. Η ενάγουσα να πληρώσει όλα τα δικηγορικά έξοδα των εναγομένων στην παρούσα καθώς και όποια άλλα εύλογα διοικητικά έξοδα των εναγομένων θα προκύψουν από την συμμόρφωση με τα εκδοθέντα διατάγματα. Τα εν λόγω έξοδα να υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, εκτός αν συμφωνηθούν από τους διαδίκους.
  3. Η ενάγουσα να μην χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε έγγραφα και/ή πληροφορίες ήθελαν αποκαλυφθεί στα πλαίσια των εν λόγω διαταγμάτων για οποιονδήποτε άλλο σκοπό εκτός από τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρούσα αίτηση και ειδικότερα να μην χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που θα λάβει από τα εκδοθέντα διατάγματα σε οποιανδήποτε ποινική διαδικασία. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.