P.A.K. SYNERGY LTD κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Γενικής Αίτησης:307/12, 6/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης:307/12 ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 4, ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ 22/85 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ
(1)P.A.K. SYNERGY LTD (H.E. 227714),
(2)ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΥΡΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (ΑΔΤ 563151),
(3)ΕΛΠΙΝΙΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ,
(4)ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΝΔΡΕΑ ΚΕΣΤΑ (ΑΔΤ 733781),
(5)ΧΡΙΣΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ (ΑΔΤ 746083) εκ Λεμεσού και του ΣΥΝΕΡΓΑΤΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Ημερομηνία: 6 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή κ. Χρίστο Νίκου Ευσταθίου: O κ. Χ. Δημητρίου για Χάρης Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση: Η κα Βελισσαρίου για Κώστας Π. Χ" Κωστής & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 18.11.2011 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση προς επίλυση διαφοράς που προέκυψε μεταξύ άλλων του Αιτητή και του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ («οι Καθ' ων η αίτηση»), αναφορικά με την εξόφληση δανείου το οποίο οι Καθ' ων η αίτηση παραχώρησαν το 2008 στην P.A.K. SYNERGY LTD (πρωτοφειλέτιδα) και το οποίο φέρεται ότι είχε εγγυηθεί και ο Αιτητής. Η πρωτοφειλέτιδα είχε συνάψει δάνειο με την εγγύηση πλην του Αιτητή, ο οποίος αμφισβητεί την παροχή εκ μέρους του εγγύησης και του Παναγιώτη Ανδρέα Κέστα όπως και των Δημήτρη Σταύρου Αναστασίου και Ελπινίκης Δημητράκη Ευσταθίου όπου οι δύο τελευταίοι παραχώρησαν και υποθήκη κτημάτων τους προς εξασφάλιση του δανείου. Η διαιτητική απόφαση αφορούσε όλους τους πιο πάνω εμπλεκόμενους. Με την παρούσα έφεση του ο Αιτητής επιδιώκει την ακύρωση και/ή παραμερισμό της ως άνω διαιτητικής απόφασης. Συνοπτικά, καθώς πολλοί από τους λόγους έφεσης αλληλεπικαλύπτονται και ενίοτε είναι και μεταξύ τους αντιφατικοί, οι λόγοι τους οποίους επικαλείται ο Αιτητής είναι οι ακόλουθοι: (α) ότι ο ίδιος αγνοεί και ουδέποτε εγγυήθηκε προσωπικά τις υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας P.A.K. SYNERGY LTD, αλλά το όποιο έγγραφο εγγύησης έχει παρουσιασθεί αυτό υπεγράφη εν αγνοία του, η υπογραφή του αποσπάστηκε με απάτη και/ή πλάνη και/ή δόλο και/ή με ψευδείς παραστάσεις και προς τούτο επιφυλάσσει πλήρως τα δικαιώματα του να στραφεί εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, (β) ότι δεν έγινε ορθή και νομότυπη επίδοση της ειδοποίησης για διεξαγωγή και πραγματοποίηση της διαιτησίας, (γ) ότι ο ίδιος στερήθηκε του δικαιώματος του να προβάλει την Υπεράσπιση του, (δ) ότι παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και ότι η απόφαση λήφθηκε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του διαιτητή, (ε) στο ποσό της απόφασης υπάρχουν παράνομες χρεώσεις τόκων, (στ) ότι το ισχυριζόμενο χρέος έχει παραγραφεί και τέλος (στ) ότι η απόφαση δεν είναι κατάλληλα αιτιολογημένη. Οι λόγοι έφεσης υποστηρίχθηκαν με ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή κ. Χρίστου Ευσταθίου στην οποία ουσιαστικά εκθέτει τη δική του εκδοχή σε σχέση τόσο με τις συνθήκες υπογραφής εκ μέρους του της εγγύησης όσο και της διεξαχθείσης διαιτησίας, για το πως ενημερώθηκε γι' αυτή και για το πως έλαβε γνώση της διαιτητικής απόφασης. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην οποία προβάλλουν τους ακόλουθους επτά λόγους: (α) Ότι η αίτηση είναι νομικά ή/και πραγματικά αβάσιμη ή/και ανεπίτρεπτη ή/και αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και ότι η νομική της βάση είναι λανθασμένη, (β) ότι είναι καταχρηστική και έγινε καθ' υπέρβαση των Νόμων και του Συντάγματος, (γ) ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την αίτηση, (δ) ο Αιτητής δεν παρουσίασε σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν τις θεραπείες τις οποίες ζητά με την αίτηση του, (ε) δεν έδωσε κανένα σοβαρό ή/και βάσιμο ή/και πειστικό λόγο ή/και στοιχείο που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό του ότι δεν τηρήθηκαν οι εφαρμοστέοι διαδικαστικοί κανόνες ή/και πως δεν του δόθηκε η ευκαιρία να ακουστεί κατά την διαδικασία της διαιτησίας, (στ) αναφέρεται σε γεγονότα που δεν είναι μέρος της παρούσας διαιτησίας, (ζ) η αίτηση αποσκοπεί στο να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος ως προς το να συμμορφωθεί με την απόφαση του Διαιτητή κα/ή προσπάθεια να προκαλέσει καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει εξουσιοδοτημένος προς τούτο υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση κ. Χρ. Δημητρίου ο οποίος αφού αρνείται τους λόγους έφεσης που προβάλλει ο Αιτητής και τους ισχυρισμούς του της ένορκης δήλωσης του, παρουσιάζει τα γεγονότα τόσο της σύναψης της σύμβασης εγγύησης όσο και αυτών που αφορούν τη διαδικασία της διαιτησίας με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστήριξαν αφενός μεν την Έφεση και αφετέρου δε την ένσταση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έκαναν αναφορά τόσο στα γεγονότα της υπόθεσης όσο και στη νομική πτυχή που διέπει διάφορα επί μέρους θέματα με παραπομπή σε νομολογία. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και όπου κριθεί αναγκαίο θα κάνω ειδικότερη αναφορά σε αυτές κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία ρυθμίζεται γενικά από τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4. Όταν όμως προκύψει μια διαφορά μεταξύ εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και μέλους της, πρώην μέλους, προσώπου αξιούντος μέσω μέλους καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους αναφορικά με τις εργασίες Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας εφαρμόζεται ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν.22/85)ως έχει τροποποιηθεί σε συνάρτηση με τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, ΚΔΠ 142/87, ως έχουν επίσης τροποποιηθεί. Η παρούσα Αίτηση στηρίζεται κατά βάση στο άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85, το οποίο αναφέρει ότι:- « 52.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του ηδικημένον από την απόφαση οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεσιν εις Δικαστήριον εντός είκοσι και μίας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.» Όπως έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται ακριβώς στην ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Τα Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 AAΔ 687 έχει τονιστεί ότι ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. Άλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παρ. 670, 692, 693). Στην υπόθεση Κούλλουρου ν. Σ.Π.Ε. Αθηαίνου
(2005)1 ΑΑΔ 987, κρίθηκε πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του θέσεις τις οποίες δεν είχε προωθήσει ενώπιον του διαιτητή, ήταν ουσιαστικά ορθή. Λέχθηκε περαιτέρω πως ούτε το πρωτόδικο Δικαστήριο ούτε το Εφετείο θα μπορούσαν να κρίνουν εξ υπαρχής θέματα, εκτός εάν από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του διαιτητή δεν εδικαιολογείτο η απόφαση του. Υπό το φως των αρχών της νομολογίας, έχει αποκρυσταλλωθεί ότι αυτό που χρήζει εξέτασης από το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για ακύρωση διαιτητικής απόφασης είναι το κατά πόσο ο διαιτητής αποφάσισε ορθά με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του. Εάν δηλαδή τα δεδομένα που είχε ενώπιον του δικαιολογούσαν την τελική του κατάληξη και την απόφαση του. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΕΦΕΣΗΣ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Προχωρώ με την εξέταση των λόγων έφεσης σε συσχετισμό με τους λόγους ένστασης προβαίνοντας ταυτόχρονα και στα αναγκαία συμπεράσματα μου όχι κατ' ανάγκη με τη σειρά που αυτοί προβλήθηκαν. Ο Αιτητής αμφισβητεί τη νομιμότητα της ειδοποίησης του να παραστεί κατά την διαιτητική διαδικασία. Παραδέχεται όμως ότι πληροφορήθηκε γι' αυτή και παρευρέθηκε κατά το χρόνο που είχε οριστεί η υπόθεση ενώπιον του Διαιτητή. Κατά την αντίληψη μου εάν δεν αναγνώριζε ως νομότυπη την επίδοση της γνωστοποίησης που του έγινε, τότε όφειλε να το είχε προβάλει ενώπιον του Διαιτητή και αυτός τότε θα αποφάσιζε για το ζήτημα. Η εκ των υστέρων προβολή ενός τέτοιου λόγου δεν μπορεί να έχει θετική αντίκριση. Επομένως, κάτω από τις περιστάσεις, οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ήθελε να προβάλει σε σχέση με την οφειλή ή ευθύνη του που απέρρεαν από τη σύμβαση εγγύησης είχε την δυνατότητα και την ευκαιρία να τους προβάλει ενώπιον του Διαιτητή εφόσον παρέστη στην διαδικασία. Κατά την διαδικασία που έλαβε χώρα ενώπιον του Διαιτητή και όπως προκύπτει από το σώμα της απόφασης που εκδόθηκε αλλά και δεδομένων των όσων αναφέρονται στην παρ. 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση - τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα εφόσον ο Αιτητής δεν φρόντισε να ακυρώσει το αποδεικτικό τους βάρος με τα ενδεδειγμένα διαδικαστικά διαβήματα - φαίνεται ότι κατά την ημέρα διεξαγωγής της διαιτησίας συζητήθηκαν πράγματι οι εκατέρωθεν θέσεις και μόνον όταν οι οφειλέτες συμπεριλαμβανομένου και του Αιτητή παραδέχθηκαν το χρέος τους ο Διαιτητής εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στηριζόμενος στα ενώπιον του στοιχεία. Προβάλλεται ως λόγος της Έφεσης ότι παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και ότι προσβλήθηκε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του να ακουστεί, εντούτοις ο ίδιος παραδέχεται ότι παρέστη στην διαιτητική διαδικασία και δεν δίδει πειστικές εξηγήσεις για όσα έλαβαν χώρα κατά την εν λόγω ημερομηνία τα οποία κατά την αντίληψη μου και σύμφωνα με το χειρισμό της υπόθεσης που έγινε εκ μέρους του (μη συμπερίληψη του Διαιτητή ως μέρος της διαδικασίας και αντεξέτασης του) κρίνω ότι δεν δικαιολογούν ως θα έπρεπε του σχετικούς λόγους Έφεσης του. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων κρίνω ότι τα δικαιώματα παράστασης και προβολής των θέσεων του Αιτητή, συνταγματικά κατοχυρωμένα, δεν του αποστερήθηκαν, ούτε και η απόφαση του Διαιτητή λήφθηκε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και κατά καταστρατήγηση του συμφέροντος του Αιτητή αλλά και του δημοσίου συμφέροντος τα οποία υποστηρίζει ο Αιτητής ότι παραβιάστηκαν. Με αυτά ως δεδομένα δεν κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσουν περαιτέρω τα ζητήματα αυτά και επομένως οι σχετικοί λόγοι έφεσης απορρίπτονται. Σε σχέση με τη γνωστοποίηση της ίδιας της διαιτητικής απόφασης, ο Αιτητής παραπονείται ότι δεν πληροφορήθηκε την απόφαση του Διαιτητή και αποχώρησε από το χώρο της διεξαγωγής της διαιτησίας με την εντύπωση ότι θα κλητευθεί εκ νέου για τη διεξαγωγή νέας διαιτησίας. Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση αντέταξε ότι τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ήταν εντελώς διαφορετικά από αυτά που παρουσιάζει ο Αιτητής και μάλιστα ότι η απόφαση του Διαιτητή μετά από κάποια συζήτηση που προηγήθηκε και αφού οι οφειλέτες παραδέχθηκαν το χρέος τους εκδόθηκε εκ συμφώνου, όπως αναφέρεται και στη ίδια τη διαιτητική απόφαση. Δεν αντεξετάστηκε ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση επί αυτού του ισχυρισμού του. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο Αιτητής δεν είχε φροντίσει να καταστήσει τον Διαιτητή μέρος της διαδικασίας είτε και απλώς με επίδοση της αίτησης σε αυτόν κατά τρόπο που θα μπορούσε να τον αντεξετάσει σε τυχόν καταχώρηση εκ μέρους του ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης για να αντικρούσει όσα του καταλογίζονται στην αίτηση και τα οποία θα μπορούσαν να του αποδοθούν ως επίδειξη κακής συμπεριφοράς εκ μέρους του. Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας διαιτησίας όπου επιλύθηκε μια διαφορά είναι ο περιορισμός των επίδικων θεμάτων. Γι' αυτό και ο Περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, επιτρέπει την ακύρωση μιας απόφασης ενός Διαιτητή ή ενός Διαιτητικού Δικαστηρίου για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2). Όταν ο Διαιτητής ή το Διαιτητικό Δικαστήριο έχει εκδώσει την απόφαση του, τότε μόνο βάσει του άρθρου 20
(2)μπορεί ένα Δικαστήριο να παραμερίσει μια τέτοια απόφαση (βλ. Αναφορικά με την διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιίας Βασιλικού Λτδ v. Αρχής Λιμένων
(2001)ΑΑΔ
(1)σελ. 24 στην οποία διευκρινίζεται ότι ο νόμος μας έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, βλ. και Russel on the " Law of Arbitrations 19η έκδ. στη σελ. 426 και Mustill and Boud "Commercial Arbitration in England"
(1982)σελ. 526. Σύμφωνα με το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί για συγκεκριμένους μόνο λόγους και όχι για οποιοδήποτε λόγο. Οι λόγοι αυτοί είναι οι εξής:- α) η κακή συμπεριφορά του Διαιτητή. β) ο κακός χειρισμός της υπόθεσης από το διαιτητή. γ) η παράτυπη διεξαγωγή της διαιτησίας. δ) η απόφαση του διαιτητή να εκδόθηκε παράτυπα. Στον Russell on Arbitration 19η έκδοση, εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η Έφεση δεν επιδίδεται στο διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι, όταν ο αιτητής επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή (misconduct), είτε επί τεχνικών θεμάτων είτε επί πραγματικών γεγονότων, η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται στο διαιτητή. Και ο διαιτητής σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα είτε να έχει πλήρη παρουσία στη διαδικασία, ή να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και να θέσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν το δικαστήριο, είτε βεβαίως να μην πάρει κανένα μέτρο, θεωρούμενος ότι δεν προτίθεται να κάμει τίποτε περισσότερο παρά να αποδεχθεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Η σύγχρονη αυτή αντίληψη εδράζεται στο γεγονός ότι σε κανένα του οποίου η συμπεριφορά τίθεται κάτω από κριτική, ως θέμα φυσικής δικαιοσύνη, δεν θα του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει ή να εξηγήσει. Κατά τα πιο πάνω θα έπρεπε η αίτηση τουλάχιστον να είχε επιδοθεί στον Διαιτητή. Σχετικός είναι και ο Κανονισμός 101
(2)που προνοεί επίδοση της αίτησης σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο, και σε κάθε περίπτωση ο διαιτητής δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Όταν κυρίως όπως στην παρούσα υπόθεση του καταλογίζεται με διάφορους τρόπους κακός χειρισμός κατά τη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς. Περαιτέρω ως προς το θέμα αυτό, δηλαδή ότι θα πρέπει να επιδίδεται η αίτηση στον Διαιτητή, οποτεδήποτε του αποδίδεται μομφή για ουσιαστικούς ή τεχνικούς λόγους και εδώ με τον ισχυρισμό που προβάλλει ο Αιτητής, ότι ο διαιτητής προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς την παρουσία όλων δηλαδή της πρωτοφειλέτιδας και των εγγυητών της ταυτόχρονα και ότι άλλα του είπε περί μη ολοκλήρωση της διαιτησίας ή της μη απαγγελίας της απόφασης του είναι σαφές ότι ισχυρίζεται απρεπή διαγωγή για ουσιαστικό θέμα και λόγο. Το ζήτημα το διαπραγματεύεται και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στην αγόρευση του επισημαίνοντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί κακής συμπεριφοράς εκ μέρους του Διαιτητή εισηγούμενος ότι εξ αυτού του λόγου η αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Σχετικά ως προς το θέμα αυτό είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Χρίστος Συμεωνίδης v. Ανδρέας Μενελάου Πολ. Έφεση 6/2012 , ημερ. 22/12/2016 στην οποία λέχθηκαν υπό του Τ. Οικονόμου, Δ. τα εξής: «Η νομική αρχή που διέπει το ζήτημα έχει όντως μεταβληθεί και αποτυπώνεται στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd (ανωτέρω), απ' όπου η ακόλουθη χαρακτηριστική αναφορά: «Ο δικηγόρος του μας παρέπεμψε στη 19η έκδοση του Russell on the Law of Arbitration, στην οποία υιοθετείται η θέση, αντίθετα με προηγούμενες εκδόσεις του Συγγράμματος, ότι η επίδοση αίτησης, με την οποία επιδιώκεται η απομάκρυνση διαιτητή, στον ίδιο είναι επιβεβλημένη. Σ' αυτό κατατείνει η σύγχρονη πρακτική των Αγγλικών Δικαστηρίων. Η αίτηση επιδίδεται στο διαιτητή, οποτεδήποτε αποδίδεται σ' αυτόν απρεπής διαγωγή, για ουσιαστικούς ή τεχνικούς λόγους.» Στην ίδια υπόθεση εξηγείται ότι: «Το δικαίωμα του διαιτητή να ακούεται, οποτεδήποτε του προσάπτεται μομφή για απρεπή διαγωγή, συνιστά, όπως σημειώνεται στο Russell (ανωτέρω), απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης.» Δεν βρίσκουμε ότι η διαφορά που επικαλέστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο συνιστά έγκυρο στοιχείο διαφοροποίησης της παρούσας υπόθεσης από την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου. Για να δοθεί η πλήρης διάσταση της νομολογίας, που παρά τις διακυμάνσεις είναι πλέον η κρατούσα, παραθέτουμε, από όσα μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα, στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Mustill & Boyd, Commercial Arbitration (London, 2nd ed., 1989, Butterworth), σελ. 553: «Whenever an application is made to the Court to set aside or remit an award on grounds of misconduct, "technical" or otherwise, the notice of motion should be served on the arbitrator or umpire concerned. He may then either (
- a)take an active part in the proceedings or (
- b)file an affidavit for the assistance of the court or (
- c)take no action. Στο ίδιο σύγγραμμα υποδεικνύεται, με παραπομπή στην υπόθεση Port Sudan Cotton Co v. Govindaswamy Chettiar & Sons [1977] 1 Lloyd's Rep. 166, ότι εάν οι ισχυρισμοί για απρεπή διαγωγή αποτύχουν, ο διαιτητής δικαιούται, εάν εμφανιστεί, σε έξοδα, όπως δικαιούται και στα έξοδα τυχόν ένορκης δήλωσης που θα έχει καταθέσει. Εάν οι ισχυρισμοί επιτύχουν, τότε δεν καταδικάζεται στα έξοδα, εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως είναι ο δόλος ή όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία. Τέλος αναφέρεται, με παραπομπή στην υπόθεση Bank Mellat v. GAA Development and Construction Co [1988] 2 Lloyd's Reports 44, ότι είναι σε εξαιρετικές περιστάσεις που είναι δυνατό το Δικαστήριο να επιτρέψει τη συνέχιση της αίτησης εάν αυτή δεν έχει επιδοθεί στο διαιτητή. Υπό το φως των ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση κρίνεται εσφαλμένη. Με την επίδοση της αίτησης στον εφεσίβλητο, αυτός κατέστη διάδικος με δυνατότητα να ενεργήσει ως αναφέρεται ανωτέρω, περιλαμβανομένου δικαιώματος να υπερασπιστεί τον εαυτό του καταχωρώντας ένσταση.» Καταλήγω ότι από την Έφεση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν προκύπτει οτιδήποτε το μεμπτό στην διαιτητική διαδικασία και τη διαιτητική απόφαση καθώς προβλήθηκαν αόριστοι ισχυρισμοί και κενού περιεχομένου ενόψει της ανασκευής που τους έγινε από τους Καθ' ων η αίτηση όπως ακόμα αναδύονται μέσα από τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον μου και της μη αμφισβήτησης των όσων οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκαν στην ένσταση τους και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα. Ακόμα και το γεγονός ότι όπως προκύπτει από την ίδια την παραδοχή των Καθ' ων η αίτηση ο Διαιτητής επιλήφθηκε της Διαιτησίας σε σχέση με τους άλλους οφειλέτες σε άλλη ημερομηνία, κρίνω ότι εξ αυτού του λόγου καθόλου δεν παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του Αιτητή και τουλάχιστον δεν έχει καταδειχθεί τέτοια παραβίαση. Εξάλλου, κανένας από τους υπόλοιπους οφειλέτες δεν προσέβαλε τη διαιτητική απόφαση ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον μου. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει κανένας λόγος για παρέμβαση του Δικαστηρίου για ανατροπή της διαιτητικής απόφασης σε σχέση με τον λόγο της επίδειξης κακής συμπεριφοράς από το Διαιτητή. Επιπρόσθετα στην υπόθεση Re Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699 κρίθηκε ότι η προφορική γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης ικανοποιεί πλήρως την σχετική απαίτηση του νόμου. Το εν λόγω συμπέρασμα προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα της ως άνω απόφασης:- «. Έχω εξετάσει την ενώπιον μου μαρτυρία με προσοχή. Ο αιτητής δέχθηκε ότι έλαβε την ειδοποίηση - τεκ. Α - για να παραστεί στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς. Είπε ότι ρωτήθηκε μόνο αν ήταν ο εγγυητής του δανείου. Εφόσον ήταν ο εγγυητής του δανείου και εφόσον το ποσό του δανείου αναφερόταν στην ειδοποίηση και ήταν αρκετά σημαντικό και εφόσον κλήθηκε στη διαδικασία για επίλυση της διαφοράς θα ήταν εύλογο να διερωτηθεί και να θέσει το ερώτημα στα πρόσωπα που συνάντησε "ποιό ήταν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία κλήθηκε να παραστεί". Δεν διερωτήθηκε και δεν έθεσε τέτοιο ερώτημα. Μου είναι δύσκολο να δεχθώ ότι επέδειξε τέτοια αδιαφορία έναντι των συμφερόντων και των υποχρεώσεων του και δεν δέχομαι την εκδοχή του. Από την άλλη εφόσον ο διαιτητής κάλεσε τον αιτητή να παραστεί στη διαδικασία δεν βρίσκω λόγο γιατί να μη είχε ανακοινώσει το αποτέλεσμα της στον αιτητή. Θεωρώ υπό τις περιστάσεις πιο φυσική και πειστική την εκδοχή του διαιτητή και δέχομαι τη μαρτυρία του. Βρίσκω, επομένως, ότι η διαιτητική απόφαση έχει απαγγελθεί στον αιτητή.». Επομένως στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι ούτε και αυτοί οι λόγοι της Έφεσης έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται. Ο Αιτητής χωρίς τεκμηρίωση προβάλλει ισχυρισμούς για παράνομες χρεώσεις τόκων ή και παραγραφή του χρέους χωρίς παράλληλα να αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ποιες συγκεκριμένες χρεώσεις ήταν παράνομες Πρόκειται για αόριστους ισχυρισμούς του Αιτητή στη βάση των οποίων επιδιώκει την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης οι οποίοι δεν έχουν αποδειχθεί με σχετικές αναφορές σε σχετική μαρτυρία ειδικού που να τους θεμελιώνουν όπως επιτάσσει η νομολογία μας. Στην υπόθεση Κούλλουρου Ελένη ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου,
(2005)1 Α.Α.Δ. 987, λέχθηκε ότι όπου ένας διάδικος επικαλείται έναν τέτοιο λόγο ακύρωσης θα πρέπει και πάλι ως ο γενικός κανόνας να εξειδικεύει και να συγκεκριμενοποιεί σε ποιο σημείο της απόφασης αναφέρεται και πως προέκυψε το «λάθος» του Διαιτητή. Το Δικαστήριο ανέφερε:- «.. Όμως τίθεται με τόση γενικότητα και αοριστία ότι δηλαδή η απόφαση είναι παράνομη γιατί επιβάλλει πληρωμή τόκου πέραν του επιτρεπόμενου, χωρίς οποιαδήποτε ανάπτυξη ή επεξήγηση ώστε είναι αδύνατον να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα. Αν δε συνδεθεί με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης όπου εκεί γίνεται αναφορά για ανατοκισμό της αρχικής οφειλής, για τους οποίους γίνεται και όλη η ανάπτυξη της μαρτυρίας στις ένορκες δηλώσεις της αιτήτριας και των άλλων μαρτύρων της, και πάλι δεν μπορώ να εξάξω κανένα συμπέρασμα, ότι δηλαδή υπάρχει οποιοδήποτε εμφανές λάθος στην απόφαση αλλά ούτε και εντοπίζω κάποιο λάθος.» Επομένως ούτε και ο πιο πάνω λόγος έφεσης έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτεται. Σε σχέση με τον λόγο που προβλήθηκε ότι η διαιτητική απόφαση δεν ήταν αρκούντως αιτιολογημένη παραπέμπω στην υπόθεση Παναγιώτης Κλεοβούλου v. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ) ΛΤΔ , ECLI:CY:AD:2015:A507, Πολ. Έφεση Αρ. 304/2010 ημερ. 10.07.2015 στην οποία λέχθηκε ότι η έκταση της αιτιολογίας είναι ανάλογη και συναρτάται με τα επίδικα θέματα και την ευρύτητά τους. Αρκεί λιτά αλλά περιεκτικά ο διαιτητής να αναφέρεται στα κρίσιμα ζητήματα που τον οδήγησαν στην τελική του απόφαση. Όσα ακολουθούν τα οποία προέρχονται από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις συνιστούν μια σύνοψη των γεγονότων της υπόθεσης. Σύμφωνα λοιπόν με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και το Τεκμήριο Α που τη συνοδεύει κατά ή/περί την 13.08.2008 υπογράφηκε ανάμεσα στους Εφεσίβλητους-Καθ'ων η Αίτηση και την Εταιρεία P.A.K. SYNERGY LTD έγγραφη συμφωνία δανείου για το ποσό των €480.000=. Κατά την ίδια πιο πάνω ημερομηνία και προς εξασφάλιση του εν λόγω χρέους ο Αιτητής υπέγραψε έγγραφη συμφωνία εγγύησης, δυνάμει της οποίας εγγυήθηκε προσωπικά, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα μετά της πρωτοφειλέτιδας την πιστή τήρηση των όρων της Συμφωνίας για την παραχώρηση του δανείου ή/και άλλως πως, καθώς επίσης και την πληρωμή του εν λόγω χρέους μόλις αυτό καταστεί πληρωτέο. Τις πιο πάνω υποχρεώσεις εγγυήθηκαν και οι κ.κ. Δημητράκης Σταύρου Αναστασίου, η Ελπινίκη Δημητράκη Αναστασίου και ο Παναγιώτης Ανδρέα Κέστας. Περαιτέρω προς εξασφάλιση του εν λόγω χρέους, κατά την ως άνω ημερομηνία, ήτοι κατά την 13.08.2008 ο κ. Δημητράκης Σταύρου Αναστασίου και η κα Ελπινίκη Δημητράκη Αναστασίου ενέγραψαν προς όφελος των Εφεσίβλητων - Καθ' ων η Αίτηση υποθήκη στα κτήματα με αριθμούς εγγραφής 1/38794, 2/59502, 1/38797, 1/38798, 1/38795, 2/59503 αντίστοιχα, προς εξασφάλιση του εν λόγω χρέους καθιστώντας αυτούς πέρα από εγγυητές και ενυπόθηκους εγγυητές. Επειδή όπως εξηγείται στις παρ. 5 και επόμενες της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, η πρωτοφειλέτιδα δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις που ανέλαβε, οι Καθ' ων η Αίτηση τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και κάλεσαν την πρωτοφειλέτιδα όπως εξοφλήσει το χρέος της προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Τα Τεκμήρια Β και Γ που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση είναι σχετικά. Τα ως άνω είναι ασφαλώς τα γεγονότα που είχαν τεθεί υπόψη του Διαιτητή και η απόφαση του Τεκμήριο Ε στην ένσταση είναι κατά την άποψη μου αρκούντως αιτιολογημένη στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν υπόψη του. Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του προβάλλει προς υποστήριξη σχετικών λόγων που επικαλείται στην Έφεση του ότι δεν εγγυήθηκε προσωπικά την όποια οφειλή της Εταιρείας αλλά το γεγονός ότι είναι εγγυητής το έμαθε σε ανύποπτο χρόνο όταν ειδοποιήθηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο να επισκεφθεί τα καταστήματα αυτών για θέμα το οποίο αφορούσε την Εγγύησή του. Ο ίδιος αναφέρει στην εν λόγω παράγραφο ότι τότε διαπίστωσε ή και πληροφορήθηκε πως ήταν εγγυητής. Ο εν λόγω ισχυρισμός όμως δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης καθώς δεν έχει αποδειχθεί με κανένα τρόπο αλλά και γιατί φαίνεται ανεδαφικός ο εν λόγω λόγος ενόψει του ότι θα ανέμενε κανείς ότι από το έτος 2010 όπου διαπίστωσε την ύπαρξη της εγγύησης δεν έχει προβεί ο Αιτητής σε όλα τα δέοντα διαβήματα απαλλαγής του κάτι που δεν έκανε. Το έγγραφο εγγύησης τιτλοφορείται ως τέτοιο και ο Αιτητής το υπέγραψε ως εγγυητής όπως επίσης αναφέρεται σε αυτό. Ο ίδιος υπέγραψε υπό την ίδια ιδιότητα και τα έγγραφα απαλλαγής ακινήτου στις 7.06.2012 από ενυπόθηκο δάνειο (Τεκμ. Στ) στην ένσταση. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ίδιος ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι δικηγόρος και ως δικηγόρος δεν πείθει όταν ισχυρίζεται περί πλάνης ή απάτης ή άγνοια ή ψευδών παραστάσεων που του έγιναν για το τι πράγματι υπέγραφε. Οι σχετικές αιτιάσεις του και οι σχετικοί λόγοι Έφεσης ως εκ των ως άνω απορρίπτονται. Όλοι οι ισχυρισμοί του Αιτητή οι οποίοι προβάλλονται για να δικαιολογήσουν την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης παρέμειναν μετέωροι και στερούνται απόδειξης συμπεριλαμβανομένου και του λόγου για δήθεν παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος το οποίο σημειώνω ότι δεν υποστηρίχθηκε με την αγόρευση του συνηγόρου του και φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε. Στερείται επίσης λογικής με δεδομένο ότι ο ίδιος ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου κάτι που δεν δικαιολογεί την άρνηση του για την υπογραφή συμφωνίας εγγύησης χωρίς από την άλλη οι όποιες εξηγήσεις ή αιτιάσεις που προβάλλει επιθυμώντας να αποποιηθεί των ευθυνών του να είναι πειστικές. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή θίγει ακόμα το ακατάλληλο του προσώπου που υπέγραψε την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης του κ. Χρίστου Δημητρίου υποστηρίζοντας ότι αυτός δεν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του. Όμως ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της αίτησης και ότι είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση κάτι που φανερώνει ότι τέθηκαν υπόψη του όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του. Δεν βρίσκω ότι η ένσταση δεν έχει υποστηριχθεί κατάλληλα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Συνοψίζοντας καταλήγω ότι ο Αιτητής παρότι έφερε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, απέτυχε να το πράξει εφόσον δεν έχει καταδείξει οποιονδήποτε σοβαρό και επαρκή λόγο για τον οποίο θα έπρεπε υπό τις περιστάσεις ο Διαιτητής να μην προχωρήσει στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η εκδοχή του ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης παρέμεινε μετέωρη, αόριστη και ατεκμηρίωτη. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/General Applications/Final Αναφορά: Ακύρωση ή παραμερισμός διαιτητικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο