← Κύπρος

ΣΧΟΛΗ ΟΔΗΓΩΝ «ΚΙΜΩΝ» ΛΤΔ ν. ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1644/2016, 20/3/2018

ΣΧΟΛΗ ΟΔΗΓΩΝ «ΚΙΜΩΝ» ΛΤΔ ν. ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1644/2016, 20/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1644/2016 ΣΧΟΛΗ ΟΔΗΓΩΝ «ΚΙΜΩΝ» ΛΤΔ Ενάγουσα -V- ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγόμενος --------------------------------------------- Ημερομηνία 20 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Σ. Στυλιανού Για Εναγόμενο: κ. Φ. Αποστολίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται ως σχολή εκπαίδευσης οδηγών, αξιώνει από τον εναγόμενο, €1709 πλέον 5.5.% τόκο ετησίως από 4/9/13, ως «...ποσό οφειλόμενο από προσφορά υπηρεσιών και/ή εκπαίδευσης για οδήγηση». Συγκεκριμένα, η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίζεται στην Ε/Α της ότι περί τον Σεπτέμβριο 2012, συμφώνησε με τον εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους του στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της, όπως εκπαιδεύσει τη θυγατέρα του (εφ' εξής η Ελπίδα), με σκοπό την απόκτηση άδειας οδηγού. Σύμφωνα με την Ε/Α, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, τηρείτο σχετική κατάσταση λογαριασμού στην οποία καταγράφονταν τόσο τα μαθήματα που γίνονταν στην Ελπίδα όσο και οι σχετικές χρεοπιστώσεις και ότι την εν λόγω κατάσταση, η Ελπίδα την υπέγραφε κατά τακτά χρονικά διαστήματα, δηλώνοντας έτσι αποδοχή των όσων εκεί καταγράφονταν. Είναι τέλος η θέση της ενάγουσας ότι, παρά την επιτυχή ολοκλήρωση της εκπαίδευσης της Ελπίδας, εντούτοις, κατά ή περί την 4/9/13, η σχετική κατάσταση λογαριασμού παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο €1709, υπόλοιπο το οποίο, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις προς τον εναγόμενο να το εξοφλήσει, μέχρι και σήμερα παραμένει οφειλόμενο. Επί του εν λόγω ποσού, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είχε επίσης συμφωνηθεί με τον εναγόμενο όπως χρεώνεται νόμιμος τόκος μέχρι εξόφλησης, τόκος ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ανέρχετο σε 5.5% ετησίως. Στην αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος αρνείται ότι συμφώνησε ποτέ με την ενάγουσα για την παροχή των επίδικων υπηρεσιών όπως αρνείται και ότι ζήτησε ποτέ να παρασχεθούν οι εν λόγω υπηρεσίες στην Ελπίδα ή ότι ανέλαβε αυτός προσωπικά να τις πληρώσει. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σε κάθε περίπτωση, εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ελπίδα ήταν ενήλικη, τυγχάνει πλήρους εφαρμογής η αρχή του «privity of contract» και επομένως καμία συμβατική ευθύνη έχει ο ίδιος προσωπικά απέναντι στην ενάγουσα. Η υπόθεση, το επίδικο ποσό της οποίας δεν υπερβαίνει τις €3.000,00, εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης υπόθεση» δυνάμει της «νέας» Δ.30, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση μαρτυρίας υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων. Από πλευράς ενάγουσας κατατέθηκαν ένορκες δηλώσεις από τους Κ. Βαρδάκη διευθυντή της ενάγουσας (ΜΕ1) και την Α. Ιωάννου, σύζυγο του εναγόμενου και μητέρα της Ελπίδας (ΜΕ2). Από πλευράς εναγομένου, κατατέθηκε ένορκη δήλωση μόνο από τον ίδιο. Αφού οι διάδικοι εξάσκησαν το δικαίωμα που τους παρέχεται από τη Δ.30 και ζήτησαν όπως αντεξετάσουν τους αντίδικους ενόρκους δηλούντες επί συγκεκριμένων προβαλλόμενων ισχυρισμών τους, σχετικά διατάγματα εκδόθηκαν από το Δικαστήριο για αντεξέταση τόσο του ΜΕ1 και του εναγόμενου, όσο και της Ιωάννου. Κατά την ακρόαση, αν και αμφότεροι Βαρδάκης και εναγόμενος προσήλθαν στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκαν από τους αντίδικους συνηγόρους, η Α. Ιωάννου δεν εμφανίστηκε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, η πλευρά της οποίας προσκόμισε προς υποστήριξη των θέσεων της τη γραπτή μαρτυρία της Ιωάννου, δήλωσε ότι η τελευταία, αν και ειδοποιήθηκε δεόντως να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για αντεξέταση, ανέφερε στους πελάτες του ότι για τους δικούς της προσωπικούς λόγους, δεν επιθυμούσε πλέον να δώσει μαρτυρία στην υπόθεση. Ως εκ τούτου και με πλήρη επίγνωση των συνεπειών που η μη εμφάνιση της Ιωάννου για αντεξέταση συνεπάγεται για τη μαρτυρία της αλλά και για την υπόθεση της ενάγουσας γενικότερα, ο συνήγορος δήλωσε ότι η μάρτυς δεν θα προσέρχετο τελικά για αντεξέταση. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στη σχέση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ του ιδίου, της ενάγουσας και του εναγόμενου από πολύ παλιά, όταν η ενάγουσα είχε ενοικιάσει τα υποστατικά του εναγόμενου για να ασκεί την επιχείρηση της. Σύμφωνα με το ΜΕ1, ο εναγόμενος, διατηρούσε με τη σύζυγο του και τα παιδιά τους, διαμέρισμα πάνω από τα ενοικιαζόμενα υποστατικά και αρχικά οι σχέσεις τους ήταν καλές. Στην πορεία όμως οι σχέσεις αυτές διαταράχθηκαν όταν η ενοικίαση διακόπηκε και τα μέρη ενεπλάκησαν σε δικαστικές διαμάχες. Τόσο στη γραπτή του μαρτυρία όσο και κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στην Ε/Α ήτοι ότι περί τον Σεπτέμβριο 2012, ο εναγόμενος αποτάθηκε κοντά του και του ζήτησε να παράσχει στην Ελπίδα, η οποία είχε τότε ενηλικιωθεί, μαθήματα οδήγησης με σκοπό την απόκτηση άδειας οδηγού. Σύμφωνα με το ΜΕ1, αφού εξηγήθηκε στον εναγόμενο ο τρόπος διεξαγωγής των μαθημάτων και ο τελευταίος συμφώνησε με την αμοιβή της ενάγουσας ήτοι €25 το μάθημα, άρχισε η εκπαίδευση της Ελπίδας η οποία και ολοκληρώθηκε περί τον Ιούνιο 2013 όταν και η τελευταία πέτυχε να αποκτήσει άδεια οδηγού. Σύμφωνα με το ΜΕ1, ο εναγόμενος τον είχε προσεγγίσει και παλαιότερα για να εκπαιδεύσει το γιο του όμως τότε, η αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί με τα δικαιώματα του εναγόμενου που προέκυπταν από την ενοικίαση όπως και έγινε. Ήταν η θέση του ΜΕ1, ο οποίος παρουσίασε ως Τεκμήριο Β τη σχετική «κάρτα μαθημάτων» που τηρείτο για τα μαθήματα της Ελπίδας και τις ανάλογες χρεοπιστώσεις που γίνονταν, ότι επειδή η Ελπίδα αντιμετώπιζε δυσκολίες και χρειάστηκε να παρακαθίσει πέραν της μίας φοράς την τελική εξέταση προτού επιτύχει να αποκτήσει άδεια οδηγού, της έγιναν συνολικά περί τα 73 μαθήματα οδήγησης. Μετά από κάθε μάθημα, σύμφωνα με το ΜΕ1, είτε αυτός είτε η γραμματέας του, προέβαινε σε σχετική καταχώρηση στην κάρτα της Ελπίδας και χρέωνε ανάλογα το λογαριασμό και η τελευταία υπέγραφε την καταχώρηση, δηλώνοντας έτσι την αποδοχή της τόσο με την χρέωση όσο και με το εκάστοτε υπόλοιπο. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι όταν η Ελπίδα έτυχε να μην υπογράψει κατά την καταχώρηση κάποιου μαθήματος της ζητήθηκε να υπογράψει σε μεταγενέστερο στάδιο όπως και έγινε σε διάφορες περιπτώσεις ενώ στο τέλος των μαθημάτων, της ζήτησε να ελέγξει την κάρτα και να υπογράψει ότι αποδέχεται όλες τις καταχωρήσεις και η τελευταία το έπραξε. Κατά παρόμοιο τρόπο, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, καταγράφονταν και οι πιστώσεις που γίνονταν στο λογαριασμό όταν καταβάλλονταν πληρωμές έναντι, με τη μόνη διαφορά ότι την κάρτα, την υπέγραφε το πρόσωπο που κατέβαλλε την πληρωμή. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ο μάρτυρας, η Ελπίδα υπέγραψε για την πληρωμή που έγινε στις 07/09/12 (€70), η Α.Ιωάννου για τις πληρωμές που έγιναν στις 03/10/12 (€130), 16/4/13 (€100), 03/06/13 (€200) και 04/09/13 (€100), ενώ για τις πληρωμές που έγιναν στις 12/11/12 (€200), 05/03/13 (€150) και 06/03/13 (€50), δεν υπάρχει υπογραφή διότι τα εν λόγω χρήματα τα κατέβαλε ο εναγόμενος στον μάρτυρα όταν ο τελευταίος τον επισκέφθηκε για να ζητήσει την πληρωμή του. Είναι γι' αυτό το λόγο, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, που στην πληρωμή των €200 της 12/11/12, καταγράφηκε το δικό του όνομα αντί του εναγόμενου, διότι ήταν αυτός που έφερε τα λεφτά στο γραφείο. Συνολικά, εξήγησε ο ΜΕ1, μέχρι τις 4/9/13, για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στην Ελπίδα χρεώθηκε το ποσό των €2809 (συμπ. ΦΠΑ) ενώ πληρώθηκαν έναντι €1100 αφήνοντας μέχρι σήμερα οφειλόμενο υπόλοιπο €1709 πλέον νόμιμο τόκο. Για να υποστηρίξει τη θέση του ότι η επίδικη συμφωνία έγινε με τον εναγόμενο ο οποίος και γνώριζε αλλά και αποδέχετο την όλη κατάσταση, ο ΜΕ1 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ο εναγόμενος «...κατέβαλε σε εμάς τόσο προσωπικά όσο και μέσω της πρώην συζύγου του Ανδρούλας Ιωάννου, το ποσό των €130:-την 03/10/2012, €200:- την 12/11/2012, €150:- την 05/03/2013, €50:- την 06/03/2013, €100:-...». Αντεξεταζόμενος ως προς το πώς γνωρίζει ότι οι πληρωμές που έγιναν από την Α. Ιωάννου προέρχονταν από τον εναγόμενο, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι « εγώ εζήτουν λεφτά και από τους δύο (εναγόμενο και Α. Ιωάννου) και η Άντρη στο τέλος έρχετουν και έφερνε μου τα και λεπτομέρειες εν εζήτουν. Αρκούσε μου να παίρνω τα λεφτά»... «τώρα αν τα έπιανε που κοντά του ή έφερνε τα μόνη της εν ξέρω». Στη δική της Ε/Δ, η Ιωάννου ισχυρίστηκε ότι τα μαθήματα της Ελπίδας ξεκίνησαν κατόπιν προφορικής συμφωνίας του εναγόμενου πρώην συζύγου της με το ΜΕ1 και ότι: «κατόπιν οδηγιών του πρώην συζύγου μου, εγώ επισκεπτόμουνα το γραφείο και σχολή οδηγών ... και προέβαινα σε πληρωμές ... Συγκεκριμένα αναφέρω ότι έχω πληρώσει εκ μέρους του πρώην συζύγου μου, το ποσό των €130:-την 03/10/2012, €100:- την 16/04/13, €200:- την 03/06/2013, €100:- τον Ιούνιο,2013 και €100:- την 04/09/13 ... ο πρώην σύζυγος μου πλήρωσε στην Ενάγουσα Εταιρεία και συγκεκριμένα τον κον Κίμωνα το ποσό των €200:- την 12/11/2012, €150:- την 05/03/2013 και €50:- την 06/03/2013». Κοντολογίς, η θέση της ενάγουσας ήταν ότι πλην μίας (07/09/112), όλες οι άλλες πληρωμές που έγιναν έναντι των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στην Ελπίδα, προήλθαν είτε άμεσα είτε έμμεσα από τον ίδιο τον εναγόμενο. Υπενθυμίζω ότι εδώ τελικά η Ιωάννου δεν προσήλθε να αντεξεταστεί, παρόλο που ειδοποιήθηκε δεόντως για το σχετικό διάταγμα που είχε εκδοθεί. Ως προς τις συνέπειες που η στάση αυτή της Ιωάννου και η απουσία της από το εδώλιο του μάρτυρα συνεπάγεται για τη μαρτυρία της και την υπόθεση της ενάγουσας γενικότερα, θα αναφερθώ πιο κάτω. Στη δική του μαρτυρία, ο εναγόμενος επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις που πρόβαλλε με το δικόγραφο του ήτοι ότι ουδέποτε συμφώνησε με την ενάγουσα για την εκπαίδευση της Ελπίδας και ότι ουδέποτε αποτάθηκε στην ενάγουσα ή στο ΜΕ1 για τον σκοπό αυτό. Αρνείται επίσης ο εναγόμενος ότι κατέβαλε οποιαδήποτε ποσά έναντι των μαθημάτων της Ελπίδας είτε προσωπικά είτε μέσω της πρώην συζύγου του Α. Ιωάννου, με την οποία ισχυρίζεται ότι έχει από το 2004 διακόψει κάθε επικοινωνία μαζί της Το μεταξύ τους διαζύγιο δε, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, εκδόθηκε την 15 Ιουνίου 2011 (Τεκμήριο 1 Ε/Δ εναγόμενου) και έκτοτε έχει εγκαταλείψει το συζυγικό οίκο που βρισκόταν πάνω από τα υποστατικά της ενάγουσας. Ήταν επομένως αδύνατο, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, να ευσταθούν οι ισχυρισμοί του ΜΕ1 και της ενάγουσας ότι ζήτησε από τον πρώτο να εκπαιδεύσει την Ελπίδα και έδινε λεφτά στη δεύτερη για να τα πληρώνει. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο εναγόμενος ότι όταν του ανέφερε η Ελπίδα ότι ήθελε να κάνει μαθήματα οδήγησης, αυτός της είπε ότι δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να τη βοηθήσει. Άλλωστε, ανέφερε ο εναγόμενος, η Ελπίδα, η οποία έμενε με τη μητέρα της, ήταν ενήλικη και επομένως ικανή να προβεί στις όποιες συναλλαγές ή συμφωνίες επιθυμούσε η ίδια. Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο εναγόμενος επικαλείται την απουσία οποιασδήποτε δικής του υπογραφής στην «κάρτα» της ενάγουσας, και αν και δέχεται ότι κατέβαλλε τότε κάποια χρήματα στην Ελπίδα ως pocket money, ισχυρίζεται ότι αν πρέπει κάποιος να αναλάβει συμβατική ευθύνη απέναντι στην ενάγουσα, είναι τα πρόσωπα που όντως υπέγραφαν την εν λόγω κάρτα, ήτοι η Ελπίδα και η Α. Ιωάννου. Τέλος, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί εκδικητικά εναντίον του, λόγω της αγωγής που καταχώρησε εκείνος εναντίον της ενάγουσας στις 25/2/15 (Αγωγή 730/15) αναφορικά με τη μεταξύ τους σχέση ενοικίασης. Αυτό, σύμφωνα με τον εναγόμενο, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εδώ από την ενάγουσα, αν και επιχειρήθηκε αρχικά να προβληθούν ως ανταπαίτηση στη δική του αγωγή και τελικά παραμερίστηκαν από το Δικαστήριο, εντούτοις χωρίς καμία εξήγηση, ουδέποτε προβλήθηκαν από το 2013 όταν και, κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας, έλαβαν χώρα. Με την ολοκλήρωση της αντεξέτασης των ΜΕ1 και εναγόμενου, αμφότεροι οι συνήγοροι προχώρησαν με την τελική τους επιχειρηματολογία. Υποστήριξαν και οι δύο την αξιοπιστία των θέσεων των πελατών τους έναντι της άλλης πλευράς και κάλεσαν το Δικαστήριο, ο μεν κ. Αποστολίδης όπως, αφού αγνοήσει παντελώς τη μαρτυρία της Α. Ιωάννου εφόσον αυτή δεν προσήλθε για να αντεξεταστεί, να απορρίψει την υπόθεση, ο δε κ. Στυλιανού όπως, αφού κρίνει αξιόπιστο το ΜΕ1, να εκδώσει απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου ως η απαίτηση της πρώτης. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου τόσο εγγράφως όσο και προφορικά από τους μάρτυρες που αντεξετάστηκαν, τους οποίους και παρακολούθησα ενώ κατέθεταν. Έλαβα επίσης υπόψη μου τα όσα υποστήριξαν οι συνήγοροι κατά την επιχειρηματολογία τους. Υπενθυμίζω την πάγια νομολογιακή αρχή ότι εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, ο ενάγων έχει γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής του στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν το έχει καταφέρει αυτό ο ενάγοντας, τότε το ερώτημα είναι αν ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με τη δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο. (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,

(2010)1 Α.Α.Δ. 665) Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Εκεί βέβαια που το δίκαιο της απόδειξης επιβάλλει όπως το βάρος απόδειξης συγκεκριμένων ισχυρισμών και υπερασπίσεων, είναι στους ώμους του εναγόμενου να το αποσείσει, οι ρόλοι αντιστρέφονται, νοουμένου βέβαια ότι ο ενάγοντας έχει πρωτίστως αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης της δικής του υπόθεσης. Το ερώτημα επομένως στην παρούσα υπόθεση, το οποίο συνιστά και τη βάση για την υπόθεση της ενάγουσας, είναι αν προσκομίστηκε από πλευράς τελευταίας, τέτοια αποδεκτή μαρτυρία, που στη βάση της απλής πιθανολόγησης, αρκεί για να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) ότι ο εναγόμενος φέρει προσωπική συμβατική ευθύνη έναντι της ενάγουσας, για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στην Ελπίδα. Στρέφομαι τώρα στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Σημειώνω ότι συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Ελπίδα ήταν ενήλικη και ότι στην σχετική κάρτα της ενάγουσας, μόνο αυτή και η μητέρα της, Α. Ιωάννου, υπέγραψαν ότι αποδέχονται τα όσα εκεί καταγράφονται. Κοινό έδαφος μεταξύ των μερών συνιστά επίσης ότι στην εν λόγω κάρτα, καμία υπογραφή του ίδιου του εναγόμενου υπάρχει και ότι στις 07/09/12 η Ελπίδα και στις 03/10/2012, 16/04/13, 03/06/2013 και 04/09/13 η Α. Ιωάννου, κατέβαλαν έναντι της αμοιβής της ενάγουσας, συνολικά €700 και για το σκοπό αυτό, υπέγραψαν τη σχετική κάρτα. Για τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα Θεωρώ ορθό όπως ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία της Α. Ιωάννου και το γεγονός ότι αυτή, παρά το ότι είχε δεόντως ειδοποιηθεί για το σχετικό διάταγμα, επέλεξε να μην προσέλθει στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί επί των ισχυρισμών που πρόβαλε στην ένορκη γραπτή της μαρτυρία. Υπενθυμίζω ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία της Ιωάννου, προσκομίστηκε για να δώσει πραγματικό έρεισμα στους ισχυρισμούς της ενάγουσας και του ΜΕ1 ότι ο εναγόμενος, αναγνώρισε τόσο την επίδικη συμφωνία όσο και την προσωπική του ευθύνη απέναντι στην ενάγουσα, αφού «...κατέβαλε σε εμάς τόσο προσωπικά όσο και μέσω της πρώην συζύγου του Ανδρούλας Ιωάννου, το ποσό των €130:-την 03/10/2012, €200:- την 12/11/2012, €150:- την 05/03/2013, €50:- την 06/03/2013, €100:-...». Άλλωστε, όπως ο ίδιος ο ΜΕ1 ανέφερε, εκείνου του ήταν άγνωστο αν τα χρήματα που έφερνε η Ιωάννου προέρχοντο από τον εναγόμενο ή την ίδια και τον επί του προκειμένου ισχυρισμό της ενάγουσας, είναι στα λεγόμενα της Ιωάννου που τον βασίζει. Ως είναι νομολογημένο, η πρωτογενής μαρτυρία αναφορικά με κάποιο ισχυρισμό, «προσφέρει στο Δικαστήριο τη μοναδική ευκαιρία να την κρίνει υπό το φως της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα από την εξέταση και αντεξέταση όπου οι μάρτυρες δοκιμάζονται ως προς την αλήθεια των λόγων τους...»(βλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ ν. XIAODAN LIU, Έφεση Αρ. 13/2015, 5/10/2016). Εκεί όπου κάποιος μάρτυρας δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο για να ολοκληρωθεί η μαρτυρία του και δη για να αντεξεταστεί επί μαρτυρίας που ήδη προσκόμισε κατά την ακρόαση, ο κανόνας είναι ότι η μαρτυρία του θα αγνοηθεί. Ο κανόνας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όταν η μαρτυρία του μάρτυρα περιέχεται σε ένορκη δήλωση η οποία προσκομίστηκε για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του μέρους που βασίζεται στον εν λόγω μάρτυρα. Η παλιά αγγλική Διαταγή O.37, αντίστοιχη της δικής μας Δ.35 (Evidence in General), περιείχε πρόνοιες αναφορικά με την εκδίκαση υποθέσεων στη βάση ενόρκων δηλώσεων, διαδικασία όμοια με αυτή που προνοείται πλέον στη νέα Δ.30 για τις ταχείας εκδίκασης υποθέσεις. Παραθέτω τη σχετική περικοπή από το Annual Practice 1959 όπου στη σελ. 888, γίνεται αναφορά στην αντεξέταση ενόρκων δηλούντων: Cross-examination upon Affidavit.—When an affidavit bas once been filed by any party, the opposite party is entitled to use statements therein as admissions by deponent and subject to section 5, Evidence Act, 1938, to cross-examine the deponent- (except that on interlocutory applications there is a discretion, see (n.) (infra), whether a party or a mere witness, and whether the affidavit has been withdrawn without· being used or not. (Re. Cohen, infra ; Clarke v. Law, 2 K. & J. 28; Re Quartz Hill, etc., Co.. 21 Cb. D. 642). . The. Court may refuse to act on an affidavit where the deponent cannot be crossexamined (Shea v. Green, 2 T. L . R. 533; and see The Parisian, 13 P. D. 16); and if the deponent does not appear for cross-examination where notice, to cross-examine has been given, the affidavit, cannot be read in his absence. . Affidavits Filed on Interlocutory Applications. - There is a discretion as to ordering cross-examination in such cases. See O.38, r.1) (έμφαση δική μου) Η πιο πάνω περικοπή, από την οποία προκύπτει ξεκάθαρα πώς προσεγγίζεται το θέμα αναλόγως του αν πρόκειται για εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς όπως στην παρούσα περίπτωση ή για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, σχολιάστηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση AEACUS HOLDING LTD κ.α. ν. BORIS DEHTOR, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε84/2013, 26/6/2014, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είχε εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης του Εναγόμενου 1, Αιτητή ενώπιόν του, και αυτός δεν προσήλθε για αντεξέταση, ούτε την πρώτη φορά στην οποία εδόθη η αιτιολογία ότι του είχε συμβεί κάτι, ούτε τη δεύτερη φορά που ανεβλήθη λόγω και πάλι της απουσίας του. ... η σημασία της νομολογίας είναι σαφώς ως προς την αποτελεσματικότητα της ένορκης δήλωσης.... Η ουσία είναι ότι το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να ενεργήσει επί ενόρκου δηλώσεως όπου ο ενόρκως δηλών δεν εμφανίζεται όταν του έχει δοθεί ειδοποίηση για αντεξέταση. Παρά την παρατήρηση που υπάρχει ότι μπορεί να διαφέρει η δικονομική πρακτική στην Κύπρο, εν πάση περιπτώσει το ελάχιστο που μπορεί να λεχθεί, όπως αναφέρεται και στο εν λόγω απόσπασμα, είναι ότι η ένορκη δήλωση σε τέτοιες περιπτώσεις μειώνεται δραστικά όσον αφορά τη σημασία της. ... σαφώς αυτή ήταν περίπτωση όπου η ένορκη δήλωση δεν έπρεπε να έχει την παραμικρή σημασία εφόσον δεν είχε προσέλθει ο Εφεσίβλητος για αντεξέταση, παρακάμπτοντας το διάταγμα του Δικαστηρίου. Ποιο θα ήταν το νόημα του διατάγματος εξάλλου, αν το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο είτε προσέρχετο είτε δεν προσέρχετο; ...Εν πάση περιπτώσει, η κατάληξή μας επί του θέματος αυτού είναι ότι η απουσία του Εφεσίβλητου κατά την αντεξέταση τού στερούσε το έρεισμα το οποίο παρείχε η ένορκη δήλωση, ...». (έμφαση δική μου) Τα πιο πάνω, αφορούν τις συνέπειες που η απουσία της Ιωάννου από το εδώλιο του μάρτυρα συνεπάγεται για τη μαρτυρία της, μαρτυρία η οποία υπενθυμίζω, ουσιαστικά περιορίστηκε, σε «κυρίως εξέτασης» μαρτυρία. Ως προς τις συνέπειες που η απουσία της εν λόγω μάρτυρος συνεπάγεται στην υπόθεση της ενάγουσας γενικότερα, στην υπόθεση Panayides Α. Contracting Ltd ν. Νίκου Σταύρου Χαραλάμπους,
(2004)1 Α.Α.Δ. 416, η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφού αναφέρθηκε στη νομολογία του ΕΔΑΔ, παρέπεμψε στην υπόθεση Unterpertinger v. Austria [1991] 13 E.H.R.R. 175 ως παράδειγμα του είδους των "εξαιρετικών περιστάσεων" στη βάση των οποίων το ΕΔΑΔ προχώρησε και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6
(3)(δ) σε συνάρτηση με το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης οφειλόμενη στην παράλειψη κλήσεως μαρτύρων προς αντεξέταση. Σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου, στην Unterpertinger, «...το εθνικό δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο στηριζόμενο στις γραπτές καταθέσεις μαρτύρων επειδή αυτοί δεν παρουσιάστηκαν για να μαρτυρήσουν λόγω του ότι ήσαν μέλη της οικογένειας του κατηγορούμενου. Το ΕΔΑΔ παρατήρησε ότι, γενικά, η χρήση τέτοιων γραπτών καταθέσεων δεν θα παραβίαζε σε κάθε υπόθεση το άρθρο 6
(3)(δ). Στη συγκεκριμένη, όμως, υπόθεση, επειδή η κατηγορούσα Αρχή στηρίχθηκε στις γραπτές καταθέσεις των μαρτύρων για να αποδείξει "κεντρικά στοιχεία" της υπόθεσής της κατά του κατηγορούμενου, το γεγονός ότι η μαρτυρία τους δεν μπορούσε να υποβληθεί στη βάσανο της αντεξέτασης, κατά το συνήθη τρόπο, παρέβλαψε τα δικαιώματα της υπεράσπισης σε έκταση που απέληξε σε παραβίαση του άρθρου 6
(1)της Σύμβασης σε συνάρτηση με το άρθρο 6
(3)(δ). Το ΕΔΑΔ ακολούθησε παρόμοια γραμμή στην Windisch v. Austria [1991] 13 E.H.R.R. 281, όπου ... Υιοθετώντας την παλαιότερή του απόφαση στην Kostovski v. Netherlands [1990] 12 E.H.R.R. 434, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι ... το ίδιο το εθνικό δικαστήριο είχε στερηθεί της ευκαιρίας να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά των δύο μαρτύρων στην αντεξέταση ώστε να μπορεί να διαμορφώσει τη δική του εκτίμηση ως προς την αξιοπιστία τους... Κατέληξε τέλος το Ανώτατο Δικαστήριο ότι: «...όλες οι υποθέσεις ενώπιον του ΕΔΑΔ, στις οποίες έχουμε αναφερθεί, ήσαν ποινικές. Δεν εντοπίσαμε ούτε μία πολιτική υπόθεση στην οποία να είχε εγερθεί το ζήτημα το οποίο εξετάζουμε. Στις πολιτικές υποθέσεις θα ανέμενε κανείς μεγαλύτερη ελαστικότητα από το ΕΔΑΔ. (Βλ. Law of the European Convention on Human Rights, Harris, O'Boyle, Warbrick, 1995, p.211, Note 18). Από τη νομολογία του ΕΔΑΔ στην οποία έχουμε αναφερθεί, προκύπτουν τα ακόλουθα:
(1)Ουδέποτε το ΕΔΑΔ αποφάσισε, γενικά και αφηρημένα (in abstracto), ότι η περί Αποδείξεως Νομοθεσία ή Νομολογία του άλφα ή βήτα Κράτους-Μέλους, σύμφωνα με την οποία οι γραπτές καταθέσεις προσώπων μπορούσαν να παρουσιαστούν ως μαρτυρία, χωρίς την προσέλευση των προσώπων αυτών για να μαρτυρήσουν και αντεξεταστούν από την υπεράσπιση, παραβίαζε το άρθρο 6
(3)(δ) της Σύμβασης λαμβανόμενο είτε αυτοτελώς είτε σε συνάρτηση με το άρθρο 6
(1).
(2)Σε συγκεκριμένες υποθέσεις το ΕΔΑΔ αποφάσισε, ειδικά και συγκεκριμένα (in concreto), ότι η παρουσίαση των γραπτών καταθέσεων προσώπων ως μαρτυρίας, χωρίς την προσέλευση των προσώπων αυτών για να μαρτυρήσουν και αντεξεταστούν από την υπεράσπιση, παραβίαζε ή δεν παραβίαζε το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης λαμβανόμενο σε συνάρτηση με το άρθρο 6
(3)(δ), ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, (α) σε συγκεκριμένες υποθέσεις, όπου οι γραπτές καταθέσεις προσώπων τα οποία δεν προσήλθαν για να μαρτυρήσουν και αντεξεταστούν από την υπεράσπιση αποτελούσαν τη "μοναδική" ή την "κύρια" μαρτυρία επί της οποίας στηρίχθηκε η καταδίκη, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης λαμβανόμενο σε συνάρτηση με το άρθρο 6
(3)(δ), (β) σε άλλες συγκεκριμένες υποθέσεις, όπου οι γραπτές καταθέσεις προσώπων τα οποία δεν προσήλθαν για να μαρτυρήσουν και αντεξεταστούν από την υπεράσπιση δεν αποτελούσαν τη "μοναδική" ή την "κύρια" μαρτυρία επί της οποίας στηρίχθηκε η καταδίκη, ή τα πρόσωπα αυτά δεν προσήλθαν επειδή, κάτι τέτοιο, ήταν εξ αντικειμένου αδύνατο, ή, αν και προσήλθαν, αντεξετάσθηκαν μερικώς, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης λαμβανόμενο σε συνάρτηση με το άρθρο 6
(3)(δ). ...Έχοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένα τα Άρθρα 30.2, 30.3(γ) και 12.5(δ) του Συντάγματος, αφενός, και τη νομολογία του ΕΔΑΔ, σύμφωνα με την οποία το ζήτημα κατά πόσο, με την παρουσίαση γραπτών καταθέσεων ως μαρτυρίας, παραβιάστηκε ή δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6
(3)(δ) της Σύμβασης, δεν εξετάζεται ούτε αποφασίζεται in abstracto, αλλά εξετάζεται και αποφασίζεται in concreto, ανάλογα, δηλαδή, με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όπως εξηγήσαμε, και πάντοτε σε συνάρτηση με το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, αφετέρου,... (Δηλαδή)...εάν, βάσει των περιστατικών της, μπορεί να λεχθεί ότι, ως εκ της μη αντεξέτασης των εν λόγω προσώπων, στη γραπτή κατάθεση των οποίων στηρίχθηκε το δικαστήριο, ο αντίδικος ή ο κατηγορούμενος δεν έτυχε, τελικά, δίκαιης δίκης. Εάν, βάσει των περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης, κάτι τέτοιο δεν μπορεί, τελικά, να λεχθεί, η μη αντεξέταση των εν λόγω προσώπων, όπως και η στήριξη του δικαστηρίου στη γραπτή τους κατάθεση, έστω και αν αυτά ταξινομηθούν ως "μάρτυρες στη δίκη" (βλ. Kostovski, Delta), δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι στέρησε τα δικαιώματα αντεξέτασης του αντιδίκου ή του κατηγορουμένου βάσει των Άρθρων 30.3(γ) και/ή 12.5(δ) του Συντάγματος λαμβανομένων αυτοτελώς.» (έμφαση δική μου) Στη βάση όλων των πιο πάνω και ενόψει του ότι αποτελούσε από την αρχή ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία της Ιωάννου, ήταν «κατασκευασμένη» και προϊόν αθέμιτου επηρεασμού από το ΜΕ1, δεν μπορεί παρά να μη δοθεί οποιαδήποτε σημασία στην Ε/Δ Ιωάννου και τα όσα εκεί αναφέρονται να αγνοηθούν. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία είναι και η μόνη πλέον μαρτυρία που στηρίζει την υπόθεση της ενάγουσας. Υπενθυμίζω ότι προς απόδειξη των αξιώσεων της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου προσωπικά, ο ΜΕ1 παρουσίασε τη σχετική κάρτα - κατάσταση λογαριασμού, που τηρούσε η ενάγουσα - Τεκμήριο Β Ε/Δ Βαρδάκη - η οποία σύμφωνα με το ΜΕ1, αποτυπώνει εγγράφως την υλοποίηση της συμφωνίας που έγινε με τον εναγόμενο. Εν τη απουσία όμως οποιασδήποτε υπογραφής του εναγόμενου στην εν λόγω κάρτα και κατ' επέκταση προσωπικής γραπτής δέσμευσης του απέναντι στην ενάγουσα, αντίθετα με τις Ελπίδα και Α. Ιωάννου που όντως έθεσαν τις υπογραφές τους κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι οι πληρωμές που έγιναν από την Ιωάννου και η υπογεγραμμένη αποδοχή της των όσων καταγράφονταν στην κάρτα, ήταν ουσιαστικά εκ μέρους και για λογαριασμό του εναγομένου. Η πιο πάνω θέση του ΜΕ1 όμως, στην οποία επιχειρήθηκε, ανεπιτυχώς για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, να δοθεί πραγματικό έρεισμα με τη μαρτυρία της Α. Ιωάννου, καταρρίπτεται και από τον ίδιο το ΜΕ1 αλλά και από το περιεχόμενο της ίδιας της κάρτας. Κατά πρώτο, όπως ο ίδιος ο ΜΕ1 διευκρίνισε κατά την αντεξέταση, του ήταν άγνωστο και αδιάφορο αν οι πληρωμές που έκανε η Ιωάννου προέρχονταν από τον εναγόμενο ή την ίδια, αφού τον ικανοποιούσε μόνο το ότι εισέπραττε χρήματα και «λεπτομέρειες εν εζήτουν». Κατά δεύτερο, στην ίδια την κάρτα που προσκόμισε ο ΜΕ1, καταγράφονται μεταξύ άλλων οι εξής σημειώσεις: « 13/11/13 Η Κ. ΑΝΤΡΗ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΜΕΧΡΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΘΕΛΕΙ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΓΙΑ ΝΑ ΞΑΝΑΡΧΗΣΕΙ ΝΑ ΔΙΑ. 14/10/14 - θα αρχίσει να δίνει συνέχεια από το Φεβράρη» Έχοντας κατά νου ότι ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι προέβη σε οχλήσεις τόσο προς τον εναγόμενο όσο και προς την Ιωάννου για αποπληρωμή της αμοιβής της ενάγουσας, οι πιο πάνω σημειώσεις καταδεικνύουν ότι μόνο από πλευράς Ιωάννου αναγνωρίστηκε η οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής χρημάτων έναντι των μαθημάτων της Ελπίδας. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι ελλείπει, για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, η οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Ιωάννου, που να υποστηρίζει ότι αν και επρόκειτο για ενήλικα με ξεχωριστή δικαιοπρακτική ικανότητα, εντούτοις, η από μέρους της αναγνώριση των οφειλών προς την ενάγουσα, στην πραγματικότητα γινόταν εκ μέρους του εναγόμενου, καθιστά τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του ΜΕ1 και της ενάγουσας, άνευ πραγματικού ερείσματος. Η πιο πάνω κατάληξη ενισχύεται και από το γεγονός ότι στην εν λόγω κάρτα, τα μόνα στοιχεία που καταγράφονται είναι αυτά της Ελπίδας και της Α. Ιωάννου και καμία αναφορά γίνεται στον εναγόμενο. Αφ' η στιγμής η συμφωνία έγινε, σύμφωνα με το ΜΕ1, με τον ίδιο τον εναγόμενο προσωπικά και κατά το χρόνο που δημιουργήθηκε η κάρτα, οι σχέσεις μεταξύ των δύο ήταν καλές, το λιγότερο που θα αναμένετο, ήταν όπως στην κάρτα καταγράφονται τα στοιχεία του εναγόμενου αντί της Α. Ιωάννου. Ούτε όμως πείθει η θέση του ΜΕ1 ότι οι ανυπόγραφες πληρωμές που καταγράφονται για τα ποσά των €200 την 12/11/2012, €150 την 05/03/2013 και €50 την 06/03/2013, στην πραγματικότητα προέρχονται από τον εναγόμενο. Αν και πρόκειται για τρεις ξεχωριστές πληρωμές, οι οποίες, σύμφωνα με το ΜΕ1, εισπράχθηκαν από τον ίδιο κατά τον ίδιο τρόπο, ήτοι κατόπιν που επισκέφθηκε προσωπικά τον εναγόμενο, εντούτοις, για άγνωστους λόγους, δεν φαίνεται να ακολουθήθηκε η ίδια πρακτική κατά την καταγραφή τους. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι στις 12/11/2012, επειδή έπρεπε να σημειωθεί στην κάρτα «ποιος έπιασε» τα λεφτά «για να ξέρουμε», καταγράφηκε το δικό του όνομα, εφόσον ήταν αυτός που έφερε τα λεφτά από τον εναγόμενο. Πέραν του ότι καμία λογική εξήγηση δόθηκε γιατί, αφού ήταν θέμα ορθής τήρησης αρχείου, δεν καταγράφηκε και το όνομα του εναγόμενου ως το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό του ΜΕ1 όντως πλήρωσε τα συγκεκριμένα χρήματα, την ίδια στιγμή, καμία εξήγηση δόθηκε, γιατί δεν έγινε παρόμοια καταγραφή, έστω του προσώπου που εισέπραξε, σε σχέση με τις πληρωμές τις 05/03/13 και 06/3/13. Κοντολογίς, τίποτα από τη μαρτυρία που προσκόμισε ο ΜΕ1 φανερώνει οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή του εναγόμενου στην επίδικη συμφωνία ως αντίθετα ισχυρίστηκε ο μάρτυρας. Την εκδοχή του ΜΕ1 επομένως, δεν μπορώ να τη δεχτώ και την απορρίπτω. Την εκδοχή του εναγόμενου από την άλλη, ήτοι ότι αυτός καμία συμβατική σχέση είχε με την ενάγουσα και ότι η οποιαδήποτε τυχόν συμβατική ευθύνη υπάρχει απέναντι στην τελευταία για τα μαθήματα της Ελπίδας, τέτοια ευθύνη μπορεί μόνο να καταλογιστεί στην Ελπίδα ή στην Ιωάννου, οι οποίες και ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενήλικες με δικαιοπρακτική ικανότητα και οι οποίες, με την υπογραφή τους δέσμευσαν τους εαυτούς τους, στη βάση των όσων αναφέρω ανωτέρω αναφορικά με το περιεχόμενο της επίδικης κάρτας αλλά και τα γεγονότα που συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, την αποδέχομαι ως «εκδοχή που είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not)». Άλλωστε, η επί του προκειμένου εκδοχή του εναγόμενου συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία που προσκομίστηκε από την ίδια την ενάγουσα. Επισημαίνω εδώ ότι τις ανωτέρω θέσεις του, ο εναγόμενος τις προέβαλε τόσο στην Υπεράσπιση του όσο και κατά την αντεξέταση του και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν παρέκκλινε της θέσης του αυτής. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας επομένως και έχοντας κατά νου ότι για να μπορέσει να αποδοθεί συμβατική ευθύνη σε σχέση με σύμβαση που αποσκοπεί στην παροχή υπηρεσιών σε τρίτο πρόσωπο, απαιτείται να καταδειχθεί, στον απαιτούμενο βέβαια βαθμό, ρητή προσωπική συμβατική δέσμευση του προσώπου που ενάγεται, κρίνω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του εναγόμενου. Η αγωγή συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόμενου και εναντίον ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Final Αναφορά: Προφορική συμφωνία παροχής υπηρεσιών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.