Χαράλαμπος Γαβριήλ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας Ε & S Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 4672/2013, 16/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A93 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4672/2013 Μεταξύ: Χαράλαμπος Γαβριήλ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα -και-
- E & S Trading Limited, από τη Λεμεσό
- ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΙΜΙΤΕΔ, άλλως Συνεργατική Εταιρεία ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΙΜΙΤΕΔ εμπορευόμενοι και ως «Ε & S HYPERMARKET» Εναγομένων ---------------------------------------- (Και όπως έχει τροποποιηθεί με διάταγμα ημερ. 18.3.2015) Μεταξύ: Χαράλαμπος Γαβριήλ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα -και-
- Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας Ε & S Trading Limited
- ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΙΜΙΤΕΔ, άλλως Συνεργατική Εταιρεία ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΙΜΙΤΕΔ εμπορευόμενοι και ως «Ε & S HYPERMARKET» Εναγομένων ---------------------------------------- (Και όπως έχει τροποποιηθεί με διάταγμα ημερ. 12.9.2017) Μεταξύ: Χαράλαμπος Γαβριήλ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα -και- Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας Ε & S Trading Limited
- Συνεργατικής Εταιρείας ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ Λίμιτεδ Εναγομένων ---------------------------------------- Ημερ.: 16.3.2018 Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Θεοφίλου για A. Chr. Theophilou LLC Για την Εναγόμενη 1: κ. Μ. Ηλία για Επίσημο Παραλήπτη Για την Εναγόμενη 1: κ. Μ. Ηλία για Ηλία & Ηλία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η A. H Δικογραφία - τα Επίδικα Ζητήματα Σύμφωνα με την αξίωση η υπό εκκαθάριση Εναγόμενη 1 Εταιρεία ήταν η ιδιοκτήτρια ή είχε την αποκλειστική διαχείριση ή κατοχή πολυκαταστήματος στην οδό Ανεξαρτησίας στη Λεμεσό που λειτουργούσε με την παραχώρηση άδειας χρήσης χώρων σε τρίτες επιχειρήσεις. Η Εναγόμενη 2 είναι η μητρική της Εταιρεία που, πάντα κατά την αξίωση, ήταν ο ουσιαστικός διαχειριστής του πολυκαταστήματος. Η αξίωση του Ενάγοντα εδράζεται σε Συμφωνία ημερ. 20.10.2011 που κατά τη θέση του συνήψε με αμφότερες τις Εναγόμενες και με την οποία του παραχωρήθηκε άδεια χρήσης μέρους του πολυκαταστήματος για τη δημιουργία και λειτουργία καφεστιατορίου. Το χρονικό εύρος της άδειας ήταν για δέκα χρόνια από 1.12.2011 μέχρι 30.11.2021 και θα μπορούσε, όπως αναφέρεται στη Συμφωνία, να ανανεωθεί για ακόμη δέκα χρόνια νοουμένου ότι ο Ενάγοντας τηρούσε τους όρους της. Το μηνιαίο δικαίωμα χρήσης ήταν €1.750 με πρόνοια για αύξηση κάθε δύο χρόνια. Η Εναγόμενη 2 ενάγεται και ως εγγυήτρια της Εναγομένης 1 για την πιστή τήρηση της Συμφωνίας, αν και δεν μπορούν να συμβαίνουν και τα δύο. Είναι βασική θέση του Ενάγοντα ότι προσχώρησε στην Συμφωνία βασιζόμενος σε δηλώσεις και διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων των Εναγομένων που δεν τηρήθηκαν. Διατείνεται ότι με τις ψευδείς τους παραστάσεις τον εξαπάτησαν ώστε να επενδύσει στο πολυκατάστημα μέχρις ότου οι Εναγόμενες εξεύρουν αγοραστή του. Σε σχέση με τις ίδιες παραστάσεις καταλογίζει στις Εναγόμενες δόλο. Ο ίδιος στηριζόμενος στις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις τους ξόδεψε €400.000 για την ανακαίνιση και βελτίωση του χώρου και αγορά εξειδικευμένου εξοπλισμού. Κατά τη θέση του αντικείμενα αξίας πέραν των €200.000 δεν μπορούσαν να μετακινηθούν. Είναι η περαιτέρω θέση του ότι η πρόνοια στη Συμφωνία ότι αυτά καθίστανται ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1, χωρίς αποζημίωση προς τον ίδιο, δεν έχει εφαρμογή, γιατί οι Εναγόμενες παραβίασαν την μεταξύ τους Συμφωνία. Οι Εναγόμενες από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι και τις αρχές του Φεβρουαρίου του 2012 διαφήμιζαν εντατικά και καθημερινά το πολυκατάστημα, στη συνέχεια όμως περιόρισαν σημαντικά τη διαφήμιση και από τον Μάϊο του 2012 σταμάτησαν εντελώς τη διαφήμιση και προώθηση του πολυκαταστήματος. Περαιτέρω, από τον Φεβρουάριο του 2012 μείωσαν τα έξοδα τους στο πολυκατάστημα με αποτέλεσμα κύριες λειτουργίες του πολυκαταστήματος να μειωθούν και να υπολειτουργούν. Οι Εναγόμενες εγκατέλειψαν το πολυκατάστημα και δεν εκτελούσαν τις υποχρεώσεις τους έναντι των χρηστών των χώρων. Δικογραφείται ακόμα ότι υπήρξε περαιτέρω συμφωνία τον Νοέμβριο του 2012 μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων με την οποία χαρίστηκαν τα δικαιώματα χρήσης που ο Ενάγοντας όφειλε μέχρι τον Ιούνιο του
- Μέχρι τότε εάν οι Εναγόμενες δεν πετύχαιναν να πωλήσουν το πολυκατάστημα θα τηρούσαν πλήρως τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της Συμφωνίας. Κατά την 31.6.2013 ο Ενάγοντας θα είχε την επιλογή να εγκαταλείψει το καφεστιατόριο και να αποζημιωθεί από τις Εναγόμενες σε σχέση με τον εξοπλισμό αξίας €200.000 που δεν θα μπορούσε να μετακινηθεί από το πολυκατάστημα και να απαιτήσει αποζημιώσεις για τις μέχρι τότε ζημιές του πλέον διαφυγόντα κέρδη. Περαιτέρω θα συνέχιζε να μη πληρώνει δικαιώματα χρήσης. O Ενάγοντας αξιώνει: - €400.000 που ήταν η δαπάνη επένδυσης στο καφεστιατόριο. - €150.000 για έξοδα προώθησης ή και διαφήμισης του καφεστιατορίου. - €850.000, δηλαδή €7.000 μηνιαία για δέκα χρόνια, ως εύλογα αναμενόμενα κέρδη του καφεστιατορίου. - €13.000 μηνιαία από τον Φεβρουάριο του 2012 ως «μισθούς προσωπικού, ρεύματα, τόκους, φαγητά, προϊόντα και άλλα έξοδα» - €5.000 μηνιαία από τον Ιούνιο του
- Δεν είναι κατανοητό σε τι αφορά το ποσό των €5.000 μηνιαία και κατά πόσο είναι επιπλέον των €13.000 που αξιώνονται από τον Φεβρουάριο του
- Γίνεται παραπομπή στην παρ.17 της Απαίτησης που ωστόσο δεν διαφωτίζει. Με την Έκθεση Υπεράσπισης γίνεται παραδεκτό ότι η Εναγόμενη 1 είχε την αποκλειστική διαχείριση και κατοχή του πολυκαταστήματος το οποίο πράγματι λειτουργούσε με τον τρόπο που αναφέρθηκε. Δεν ήταν όμως η ιδιοκτήτρια. Οι Εναγόμενες αρνούνται ότι η Εναγόμενη 2 ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην Συμφωνία ή ότι εγγυήθηκε τις όποιες υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 2 είναι η ιδιοκτήτρια του πολυκαταστήματος και κατέχει το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 1 που συμβλήθηκε με τον Ενάγοντα δεν έδωσε οιεσδήποτε διαβεβαιώσεις και το γραπτό κείμενο της Συμφωνίας εμπεριέχει εξαντλητικά τους όρους της συμφωνίας των μερών. Ούτε η Εναγόμενη 2 έδωσε οιεσδήποτε διαβεβαιώσεις. Είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι λόγω των οικονομικών εξελίξεων στην Κύπρο και του γεγονότος ότι από τον Απρίλιο του 2013 κάποιοι από τους αδειούχους στο πολυκατάστημα, μεταξύ των οποίων και ο Ενάγοντας, σταμάτησαν να πληρώνουν τα δικαιώματα χρήσης, έπρεπε να κάμνει κάποιες εξοικονομήσεις. Πέραν αυτού, διατείνεται ότι εκτελούσε όλες τις υποχρεώσεις της έναντι του Ενάγοντα. Λόγω της οικονομικής κρίσης κάποια καταστήματα στο πολυκατάστημα έκλεισαν και πράγματι μειώθηκε σε κάποιο βαθμό η προσέλευση επισκεπτών στο πολυκατάστημα. Η συμφωνία του Νοεμβρίου του 2012 δεν είναι παραδεκτή από την Εναγόμενη
- Αυτό που συμφώνησε περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2012 με τον Ενάγοντα ήταν ότι ο τελευταίος θα παρέμενε στο πολυκατάστημα με την πληρωμή του δικαιώματος χρήσης να αναστέλλεται για την περίοδο Μαρτίου 2012 μέχρι την 30.6.2013 με την προϋπόθεση ότι θα εξοφλούσε τους εκκρεμούντες λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος που είχε και θα συνέχιζε να πληρώνει τους τρέχοντες λογαριασμούς. Όμως ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε και δεν πλήρωσε τους λογαριασμούς. Η Εναγόμενη 1 με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 3.7.2013 κάλεσε τον Ενάγοντα να πληρώσει τα δικαιώματα χρήσης για τα οποία είχε εκπνεύσει η αναστολή και που είχαν ανέλθει σε €32.857,66 και τα τρέχοντα δικαιώματα χρήσης από 1.7.
- Ο Ενάγοντας απάντησε με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 15.7.
- Με νέα επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 16.9.2013 η Εναγόμενη 1 τερμάτισε την Συμφωνία και απαίτησε εξόφληση των οφειλομένων ποσών. Πέραν από τα δικαιώματα χρήσης για την περίοδο από 1.3.2012 μέχρι 30.4.2014, που κατά τις Εναγόμενες παραδόθηκε ο χώρος του καφεστιατορίου, και που ανέρχονται στο ποσό των €55.527,50 η Εναγόμενη 1 ανταπαιτούσε δικαιώματα χρήσης μέχρι την 30.11.2021 που φτάνουν τις €250.
- Όμως, με δήλωση των δικηγόρων της στην τελική τους αγόρευση, η τελευταία απαίτηση περιορίστηκε στο ποσό των €16.065 για την περίοδο μέχρι 31.10.
- Περαιτέρω, ανταπαιτούνταν δαπάνες ύψους €115.347 τις οποίες η Εναγόμενη 1 υπέστηκε για βελτιώσεις στο πολυκατάστημα. Μέρος του ποσού αυτού εγκαταλείφθηκε με δήλωση των δικηγόρων των Εναγομένων και παρέμεινε διεκδικούμενο το ποσό των €37.
- Ακόμα ανταπαιτούνται ποσά €9.565,73 για λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και €110 για λογαριασμούς νερού. Συμφωνήθηκε ότι τα δύο τελευταία ποσά ήταν οι λογαριασμοί του καφεστιατορίου για την περίοδο που το λειτουργούσε ο Ενάγοντας και θα έπρεπε να είχαν πληρωθεί από τον Ενάγοντα. Ανταξίωνε ακόμα η Εναγόμενη 1 διάταγμα εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης κατοχής του χώρου του καφεστιατορίου που έχει καταστεί άνευ αντικειμένου μετά την παράδοση από τον Ενάγοντα της κατοχής του χώρου. Με την Απάντηση του και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ο Ενάγοντας αρνείται κάθε πτυχή της Ανταπαίτησης. Β. Οι Εναγόμενες και οι Αξιωματούχοι τους Η Εναγόμενη 2 είναι Συνεργατική Εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και Συνεργατικής Ανάπτυξης (βλ. Τεκμ.22). Αυτή είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου όπου λειτουργούσε το πολυκατάστημα (βλ. Τεκμ.23). Σύμφωνα με μαρτυρία που παρέμεινε αναντίλεκτη η Εναγόμενη 2 είχε παραχωρήσει τη λειτουργία, εκμετάλλευση και διαχείριση του πολυκαταστήματος στην Εναγόμενη 1 από το
- Πρόδηλα ο Ενάγοντας θεώρησε ότι η ιδιοκτήτρια ήταν η Εναγόμενη 1 γιατί στην Συμφωνία τους (Τεκμ.2) λανθασμένα περιγραφόταν ως τέτοια. Από αριθμό επιστολών του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών (Τεκμ.9) προκύπτει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Παύλος Αριστείδου (Μ.Υ.2) ήταν ο γραμματέας της Εναγόμενης 2 της οποίας ο Χρίστος Κυριάκου ήταν πρόεδρος και οι Στέφανος Στεφάνου, Νεοκλής Τσαππής, Λένιν Ιωσήφ και Μάριος Μιχαηλίδης ήταν μέλη της Επιτροπείας της μέχρι την 1.12.
- Από ηλεκτρονική έρευνα στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμ.13) προκύπτει ότι και τα τέσσερα μέλη της Επιτροπείας ήταν διευθυντές της Εναγόμενης 1, οι πρώτοι τρεις μέχρι την 29.1.2013, ο δε Μιχαηλίδης μέχρι την 28.11.
- Διευθυντής της Εναγόμενης 1 ήταν μέχρι την 29.1.2013 και ο Πέτερ Ιωσήφ (Μ.Υ.1), υιός του Λένιν Ιωσήφ. Εκτελούσε χρέη οικονομικού διευθυντή της Εναγόμενης 1, ενώ την ίδια περίπου περίοδο ήταν και μισθωτός οικονομικός διευθυντής της Εναγόμενης
- Ο Νίκος Σουτζιής (Μ.Υ.3) ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 2 και κατείχε τη θέση του διευθυντή προσωπικού. Ο Μιχάλης Αβρααμίδης (Μ.Ε.3) ήταν ο διευθυντής του πολυκαταστήματος κατά τους ουσιώδης χρόνους. Ήταν μισθωτός της Εναγόμενης
- Ούτε ο Σουτζιής, ούτε ο Αβρααμίδης ήταν αξιωματούχοι είτε της Εναγόμενης 1, είτε της Εναγόμενης
- Γ. Η Εκδοχή του Ενάγοντα Δύο είναι οι βασικοί πυλώνες της υπόθεσης του Ενάγοντα. Ότι του δόθηκε αριθμός υποσχέσεων επί των οποίων βασίστηκε ώστε να προσχωρήσει στην επίδικη Συμφωνία που δεν τηρήθηκαν και ότι η Εναγόμενη 2 ήταν και αυτή, όπως και η Εναγόμενη 1, αντισυμβαλλόμενη του ή εγγυήτρια των υποχρεώσεων της τελευταίας. Οι υποσχέσεις που διατείνεται ότι έλαβε ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) ώστε να προσχωρήσει στη Συμφωνία ήταν ότι: - τα καταστήματα του πολυκαταστήματος είχαν ήδη διατεθεί «εξ' ολοκλήρου» σε διάφορες επιχειρήσεις. - η Εναγόμενη 1, «με την συμπαράσταση της Εναγόμενης 2» θα παρείχε τις απαραίτητες υπηρεσίες στα διάφορα καταστήματα, όπως φωτισμός, θέρμανση, κλιματισμός, εξαερισμός, καθαριότητα, «διασκευή» κοινόχρηστων χώρων, μέσα διακίνησης εντός του καταστήματος, ασφάλεια, συντήρηση χώρων, μηχανημάτων και εξοπλισμού και άλλες, στο μέγιστο βαθμό. - οι Εναγόμενες 1 και 2 είχαν πρόθεση να λειτουργήσουν το πολυκατάστημα για τουλάχιστον 10 χρόνια. - θα προωθούσαν τις διάφορες επιχειρήσεις περιλαμβανομένου του καφεστιατορίου με συνεχείς διαφημίσεις όλο το χρόνο. - του παρουσιάστηκε συγκεκριμένο σχέδιο προσέλκυσης φοιτητών που ανέρχονταν σε
- - θα διαφήμιζαν στα πολυκαταστήματα και υπεραγορές της Εναγόμενης 2 «ΕΣΕΛ», «Ε & S Mini Maxx» και «Ε & S», και - θα πρόσφεραν δωροκουπόνια εκπτώσεων του καφεστιατορίου στους πελάτες και υπαλλήλους των πιο πάνω καταστημάτων. Κατά τη θέση του, όπως προβάλλεται στη γραπτή του δήλωση οι υποσχέσεις προέρχονταν τόσο από την Εναγόμενη 1 όσο και την Εναγόμενη
- Την Εναγόμενη 1 εκπροσωπούσαν στις συζητήσεις «αντιπροσώποι» και κατονομάζει τον Αβρααμίδη ενώ την Εναγόμενη 2 ο Αριστείδου. Είναι κοινό έδαφος ότι το πρόσωπο που προσέγγισε τον Ενάγοντα για να του προτείνει να αναλάβει το καφεστιατόριο ήταν ο Αριστείδου. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι οι δύο ήταν φίλοι από τα παιδικά τους χρόνια. Ο Ενάγοντας παρουσιάζει τον Αριστείδου να ομιλεί εκ μέρους της Εναγόμενης 2, ΕΣΕΛ, και να τον προσκαλεί στα γραφεία της ΕΣΕΛ για συζήτηση του θέματος. Άλλα πρόσωπα συνάντησε αφότου συμφώνησε κατ' αρχάς με τον Αριστείδου. Ακολούθησαν τρεις - τέσσερις συναντήσεις στις οποίες του σύστησαν και τον Αβρααμίδη ως τον διευθυντή του πολυκαταστήματος. Όπως δια ζώσης ανάφερε οι υποσχέσεις του είχαν δοθεί από τον Αριστείδου και τον Λένιν Ιωσήφ. Παραπονείται ο Ενάγοντας ότι ενώ από τον Νοέμβριο του 2011 οι Εναγόμενες ξεκίνησαν εντατική και καθημερινή διαφήμιση του πολυκαταστήματος, στη συνέχεια περί το τέλος Φεβρουαρίου 2012 την περιόρισαν σημαντικά και περί τον Μάϊο του 2012 σταμάτησαν εντελώς να διαφημίζουν το πολυκατάστημα. Την ίδια περίοδο, δηλαδή περί το τέλος Φεβρουαρίου 2012 οι Εναγόμενες μείωσαν τα έξοδα τους στο πολυκατάστημα με αποτέλεσμα το προσωπικό καθαριότητας του πολυκαταστήματος να μειωθεί κατά 2/3, τα ανσανσέρ και οι κυλιόμενες σκάλες να λειτουργούν περιστασιακά μόνο, το σύστημα κλιματισμού του πολυκαταστήματος να υπολειτουργεί, ενώ σταμάτησε και η υπηρεσία ασφάλειας του πολυκαταστήματος. Η κατάσταση επιδεινωνόταν σταδιακά. Περί τον Μάϊο του 2012 πλείστα καταστήματα εντός του πολυκαταστήματος έκλεισαν και μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 σχεδόν όλα. Η προσέλευση καταναλωτών στο πολυκατάστημα μειώθηκε δραματικά με αντίκτυπο στην πελατεία του καφεστιατορίου. Παρουσίασε ο Ενάγοντας δέσμη φωτογραφιών (Τεκμ.8) που έλαβε τον Ιούλιο του 2013 στον εσωτερικό χώρο του πολυκαταστήματος. Οι φωτογραφίες απεικονίζουν καταστήματα που έχουν εκκενωθεί και παραβάν σε διαδρόμους ώστε να μην φαίνονται οι χώροι των καταστημάτων που άδειασαν και να περιορίζεται η πρόσβαση ώστε το πελατειακό κοινό να μην προσεγγίζει τους χώρους αυτούς. Εμφανίζονται και εκτεθειμένα σύρματα της ηλεκτρικής εγκατάστασης καταστημάτων που εγκαταλείφθηκαν. Η εικόνα δεν είναι ελκυστική για το καταναλωτικό κοινό. Ότι πολλοί αδειούχοι καταστηματάρχες εγκατέλειψαν τα καταστήματα τους εντός του πολυκαταστήματος δεν ήταν κάτι που οι Εναγόμενες αρνήθηκαν. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενες ενήργησαν ως ανωτέρω ώστε να αναγκάσουν τους χρήστες, τους καταστηματάρχες και τον ίδιο, να εγκαταλείψουν τους χώρους τους γιατί η Εναγόμενη 2 προσπαθούσε να πωλήσει το πολυκατάστημα. Η θέση του Ενάγοντα αναφορικά με την πώληση του πολυκαταστήματος εδράζεται σε φήμες που άκουσε ότι «η ΕΣΕΛ είναι παττισμένη» και ότι μόνο αν πωλούσε το πολυκατάστημα θα μπορούσε να σωθεί. Απέδωσε στους Λένιν και Αριστείδου ότι σε κατ' ιδία συνάντηση που είχαν μαζί του ανάφεραν «Μακάρι να το πουλήσουμε να γλυτώσουμε όλοι» και πως σε ερώτηση του «γιατί με φέρατε εδώ πάνω, αφού στόχος ήταν να το πουλήσετε;» του απάντησαν «κάναμε λάθος». Η συζήτηση είχε, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, γίνει στην παρουσία του Αβρααμίδη. Δ. Η Μαρτυρία Αριστείδου Ο Αριστείδου (γραπτή δήλωση - Τεκμ.21) αρνείται κατηγορηματικά ότι η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε την Εναγόμενη 1 σε σχέση με τη Συμφωνία της με τον Ενάγοντα ή είχε οποιαδήποτε ανάμειξη. Η εμπλοκή του στα επίδικα γεγονότα ήταν ότι το Καλοκαίρι του 2011 ο Λένιν Ιωσήφ του ανάφερε ότι η Εναγόμενη 1 ενδιαφερόταν να παραχωρήσει την καφετέρια του πολυκαταστήματος και του ανάφερε κάποια ονόματα μεταξύ των οποίων και του Ενάγοντα τον οποίο ο Αριστείδου γνώριζε από τα παιδικά του χρόνια και ήταν φίλοι. Έτσι επικοινώνησε με τον Ενάγοντα και τον ρώτησε αν ενδιαφερόταν. Ο Ενάγοντας ενδιαφερόταν και συνεννοήθηκαν να πραγματοποιηθεί συνάντηση με εκπροσώπους της Εναγόμενης 1 για να συζητήσουν το θέμα. Στην πρώτη συνάντηση του Ενάγοντα με μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 παρευρέθηκε και ο ίδιος υπό την προσωπική του ιδιότητα, ως φίλος του Ενάγοντα και όχι ως εκπρόσωπος της Εναγόμενης
- Αρνείται ότι ο ίδιος ή οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 έδωσε υπόσχεση για πρόγραμμα προσέλκυσης φοιτητών, διαφημίσεις ή έκδοση δωροκουπονιών όπως διατείνεται ο Ενάγοντας. Ούτε σε οιαδήποτε άλλη συνάντηση ή κατά την υπογραφή της Συμφωνίας, που ήταν επίσης παρών και υπόγραψε ως μάρτυρας, έγινε κάτι τέτοιο. Ε. Η Μαρτυρία Πέτερ Ο Πέτερ (γραπτή δήλωση - Τεκμ.17) μαρτύρησε ότι το επίδικο κτίριο ήταν ιδιοκτησία της Εναγόμενης 2 και τη διαχείριση του είχε η Εναγόμενη
- Αρχές του 2011 η Εναγόμενη 1 αποφάσισε να λειτουργήσει το πολυκατάστημα στη μορφή «shop in shop» και με τον νεοπροσληφθέντα διευθυντή του πολυκαταστήματος Αβρααμίδη ανέλαβαν να το θέσουν σε λειτουργία. Μέχρι το τέλος του Καλοκαιριού του 2011 είχαν διατεθεί οι περισσότεροι χώροι. Πολύ λίγοι είχαν παραμείνει αδιάθετοι όπως και ο χώρος του καφεστιατορίου. Είναι η θέση του Πέτερ ότι τις συζητήσεις με τον Ενάγοντα που είχε ενδιαφερθεί για το χώρο της καφετέριας έκαμαν εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ο Πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου Λένιν Ιωσήφ και ο Αβρααμίδης. Η πληροφόρηση του Πέτερ για το τι διαμείφθηκε στις συζητήσεις προέρχεται από τον προαναφερθέντα Λένιν Ιωσήφ που, όπως προειπώθηκε, είναι ο πατέρας του. Η κατάσταση της υγείας του, όπως ανάφερε ο Πέτερ, δεν του επέτρεπε να παρουσιαστεί ως μάρτυρας. Η πληροφόρηση του Πέτερ είναι πως σε καμιά συνάντηση δεν παρουσιάστηκε στον Ενάγοντα σχέδιο προσέλκυσης φοιτητών, ούτε δόθηκε οιαδήποτε υπόσχεση για διαφήμιση ή προσφορά εκπτωτικών κουπονιών για το καφεστιατόριο που θα λειτουργούσε. Εκ των υστέρων και σε συνεννόηση με τον Ενάγοντα διατέθηκαν από την Εναγόμενη 1 δωροκουπόνια για το καφεστιατόριο. Περαιτέρω, έγιναν διάφορες διαφημίσεις για το πολυκατάστημα, αλλά όχι για οιαδήποτε επιμέρους επιχείρηση σε αυτό. Η διαφήμιση συνεχίστηκε μέχρι και τις αρχές του
- Ακολούθησε η οικονομική κρίση στην Κύπρο, με σημείο αναφοράς το κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων τον Μάρτιο του 2013, οπόταν και πολλοί από τους χρήστες περιλαμβανομένου και του Ενάγοντα σταμάτησαν να πληρώνουν τα δικαιώματα χρήσης. Σταδιακά στη συνέχεια κάποιες από τις επιχειρήσεις έκλεισαν και εγκατέλειψαν το πολυκατάστημα. Αναφορικά με την παροχή των διαφόρων υπηρεσιών από την Εναγόμενη 1 στο πολυκατάστημα ο Πέτερ αναφέρει ότι: «Αναγκαστήκαμε όμως προς το τέλος του 2012 με αρχές του 2013, λόγω του ότι πολλοί καταστηματάρχες μεταξύ αυτών και ο Ενάγοντας δεν πλήρωναν τα δικαιώματα χρήσης των χώρων τους, αλλά και λόγω της κορύφωσης της οικονομικής κρίσης, να κάνουμε κάποιες εξοικονομήσεις» Ο Πέτερ αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι οι Εναγόμενες ήθελαν να διώξουν τους χρήστες για να πωλήσουν το πολυκατάστημα. Στ. Η Μαρτυρία Αβρααμίδη Ο Αβρααμίδης (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.12) είχε την 12.7.2013 υπογράψει δήλωση αποτελούμενη από πέντε σελίδες (Τεκμ.3) που υποστηρίζει πτυχές της υπόθεσης του Ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι υπόγραψε τη δήλωση γιατί ο Ενάγοντας με ψεύτικες υποσχέσεις και ύπουλο τρόπο είχε επενδύσει αρκετά χρήματα και είχε αδικηθεί. Ο ίδιος το ένοιωθε σαν βάρος και ήθελε να βοηθήσει. Θα ήταν πρόθυμος να βοηθήσει με τον ίδιο τρόπο και τους άλλους καταστηματάρχες του πολυκαταστήματος αν οιοσδήποτε του το ζητούσε. Από την υπεράσπιση υποβλήθηκε στον Αβραμίδη ότι προέβηκε στην πιο πάνω δήλωση εκδικητικά γιατί την 3.4.2013 απολύθηκε από την υπηρεσία της Εναγόμενης
- Η θέση του Αβρααμίδη ήταν πως δεν ήταν δυσαρεστημένος από τους εργοδότες του αφού του καταβλήθηκε αποζημίωση και εισέπραξε και χρήματα ως πλεονάζον. Ζ. Η Μαρτυρία Σουτζιή Ο Σουτζιής (γραπτή δήλωση - Τεκμ.29) μαρτύρησε πως τον Ενάγοντα γνώρισε μετά που αυτός είχε αναλάβει τη διαχείριση του καφεστιατορίου. Τον Αβρααμίδη γνώρισε μετά την εργοδότηση του στην Εναγόμενη
- Όταν τον Μάρτιο του 2013 η Εναγόμενη 1 αποφάσισε να τερματίσει την απασχόληση του Αβρααμίδη ανατέθηκε στον ίδιο να του παραδώσει τη σχετική επιστολή γιατί όπως ανάφερε «μπορούσα καλύτερα να χειριστώ το θέμα και να εξηγήσω την απόφαση που πήρε το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε & S». Ήταν η θέση του Σουτζιή πως ο Αβρααμίδης αντέδρασε με θυμό και είπε πως θα λάμβανε μέτρα και θα κατάγγελλε την Ε & S. Αρνήθηκε ο Σουτζιής ότι είπε στον Αβρααμίδη ότι θα τον βοηθούσε να εισπράξει από το Ταμείο Πλεονασμού. Η. Αξιολόγηση - Ευρήματα Ο Αβρααμίδης δεν έδωσε την εικόνα προσώπου επί της μαρτυρίας του οποίου θα μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εύρημα ότι ο Αβρααμίδης είπε ψέματα στα ζητήματα που αφορούν την υπόθεση του Ενάγοντα. Ενδέχεται να ομίλησε την αλήθεια όμως αν έτσι έχουν τα πράγματα θα μπορεί να διαπιστωθεί από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία και όχι από τον δικό του λόγο. Αναφορικά με το κείμενο του Τεκμ.3 αρχικά ανάφερε πως κάποιος το έγραψε και ο ίδιος συμφώνησε. Στη συνέχεια υποστήριξε πως ο ίδιος το συνέταξε απλά κάποιος άλλος το δακτυλογράφησε. Το κείμενο δακτυλογραφήθηκε στο γραφείο του δικηγόρου του Ενάγοντα, αλλά ο Αβρααμίδης αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι συντάχθηκε από το δικηγόρο. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο πως ο συντάκτης του Τεκμ.3 δεν είναι ο Αβρααμίδης. Το Τεκμ.3 δεν είναι ο γραπτός λόγος του μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Αβρααμίδης θα έπρεπε να είχε την ειλικρίνεια να το παραδεχτεί. Δεν είναι μεμπτό τέτοιες δηλώσεις να καταρτίζονται σε ορθή και κατανοητή γλώσσα από νομικούς, νοουμένου ότι εμπεριέχουν την αληθινή μαρτυρία του μάρτυρα και μόνον. Ο Αβρααμίδης, περιγράφοντας τα γεγονότα που προηγήθηκαν της σύναψης της επίδικης Συμφωνίας, φέρει τον εαυτό του να γνωρίζει και να αντιλαμβάνεται ότι ο Ενάγοντας παραπλανείτο εσκεμμένα ώστε να προσχωρήσει στη Συμφωνία με την προοπτική να υποστεί μεγάλη οικονομική ζημιά. Αναφέρει στη δήλωση του Τεκμ.3 (παρ.9): «Όλα αυτά γνωρίζοντας ότι ούτε η Ε & S ούτε η ΕΣΕΛ είχαν τότε τη δυνατότητα να ξοδεύουν χρήματα για τη σωστή λειτουργία του Πολυκαταστήματος αλλά ούτε την πρόθεση και διάθεση να το κάνουμε αφού σκοπεύ[α]με να βρούμε αγοραστή το συντομότερο και να πωλήσουμε το κτήριο ώστε να καλύψουμε έστω και τους τόκους» Και (παρ.13): «Όλα τα στελέχη γνωρίζαμε αυτή την απόφαση της ΕΣΕΛ να πωλήσει το κτήριο αλλά είχαμε οδηγίες να μην το αποκαλύψουμε σε οποιονδήποτε. Παρά ταύτα αυτό διέρρευσε στην κοινωνία της Λεμεσού και στους χρήστες» Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο Αβρααμίδης να προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει τον Ενάγοντα και υπό το βάρος ενοχής που ένοιωθε για τη δική του εμπλοκή, ωστόσο δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί στο λόγο προσώπου που επέδειξε τέτοια συμπεριφορά. Η μόνη πτυχή της μαρτυρίας του Αβρααμίδη επί της οποίας θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο αφορά στο ζήτημα της μεταγενέστερης «συμφωνίας». Η θέση του Αβρααμίδη δεν ευνοεί την υπόθεση του Ενάγοντα και μπορεί λογικά να εκτιμηθεί πως αν αυτό που ο Αβρααμίδης είπε δεν ήταν η πραγματικότητα δεν θα το μαρτυρούσε. Δεν θα έλεγε δηλαδή ψέματα για να επιβαρύνει την υπόθεση του Ενάγοντα. Ανάφερε πως η πρόνοια ήταν για αναστολή στην καταβολή των δικαιωμάτων χρήσης και ότι ο Ενάγοντας δεν την υπόγραψε γιατί θεωρούσε ότι τα δικαιώματα θα ήταν δώρο. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Αριστείδου το Δικαστήριο απορρίπτει την προβαλλόμενη θέση ότι παρευρέθηκε στην πρώτη συνάντηση υπό την προσωπική του ιδιότητα ως φίλος του Ενάγοντα. Προκύπτει από τη μαρτυρία πως ήταν σύνηθες, αν όχι ο κανόνας, να παρευρίσκεται στις συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1, παρά το ότι δεν ήταν μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. Παρευρέθηκε και στη συνεδρία ημερ. 12.10.2012 και στη συνεδρία ημερ. 3.11.
- Καταγράφεται στα πρακτικά η παρουσία του ως παρακαθήμενος, όπως και του Αβρααμίδη που όμως είχε θέση διευθυντή στην επιχείρηση της Εναγόμενης
- Η δικαιολογία για την παρουσία του ήταν αβάσιμη και όταν το αντιλήφθηκε διαφοροποίησε τη θέση του. Είπε: «Α. Μου έχει ζητηθεί από το συμβούλιο της E&S να παρευρεθώ σε αυτές τις συνεδριάσεις ίσως σε μία προσπάθεια να δείξουν και προς τον κύριο Χαράλαμπο Γαβριήλ την ανάγκη ότι έπρεπε να πληρώσει τουλάχιστον τα ρεύματα και τα νερά τα οποία χρησιμοποιούσε για την καφετερία. Δεν γνωρίζω τους λόγους γιατί με κάλεσαν σε αυτήν τη συνεδρία. E. Σίγουρα δεν ήταν αυτό το "ίσως" που είπατε γιατί δεν παρευρέθηκε και ο κύριος Γαβριήλ στις συνεδριάσεις αυτές, έτσι δεν είναι; A. Ναι δεν παρευρέθηκε στις συνεδριάσεις της E&S που έγιναν, αλλά εγώ παρευρέθηκα για να μεταφέρω τη θέση της ΕΣΕΛ ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ ως εκτελεστικός προς το συμβούλιο της E&S ότι θα έπρεπε να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους.» Κάτι τέτοιο δεν αποτυπώνεται στα πρακτικά. Ο ρόλος του Αριστείδου δεν ήταν αυτός που παρουσίασε. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι ο Αριστείδου αντιπροσώπευε τα συμφέροντα της Εναγόμενης 2 στη θυγατρική της Εναγόμενη 1 και ο λόγος του είχε την ισχύ που του προσέδιδε το γεγονός. Ότι ο ρόλος του ήταν δεσποτικός επιβεβαιώνεται και από το γεγονός της αποστολής του κειμένου της προτεινόμενης επιπρόσθετης συμφωνίας (Τεκμ.14) από τον Αβρααμίδη σε αυτόν αντί σε οιονδήποτε άλλο. Προσπάθησε να δικαιολογήσει το γεγονός λέγοντας πως ίσως του αποστάληκε για να ενημερώσει και καθησυχάσει την Επιτροπεία της Εναγόμενης 2 ότι ο Ενάγοντας θα πλήρωνε τους λογαριασμούς. Όμως τέσσερα από τα επτά μέλη της Επιτροπείας της Εναγόμενης 2 ήταν ταυτόχρονα και μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 και επομένως δεν χρειαζόταν ενημέρωση μέσω του η Επιτροπεία. Αυτό επιβεβαιώνει πως ήταν εντελώς άτοπη η περαιτέρω τοποθέτηση του Αριστείδου ότι παρευρέθηκε στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 για να θέσει υπόψη του τις θέσεις της Εναγόμενης
- Επομένως, ο Ενάγοντας, πέραν από τη νομική υπόσταση των πραγμάτων, που ενδεχομένως δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει, αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα ότι ο Αριστείδου είχε κύριο ρόλο στις συζητήσεις που γίνονταν και τις αποφάσεις που λαμβάνονταν για το ζήτημα του καφεστιατορίου. Όσον και αν ο Σουτζιής προσπάθησε να το αποφύγει, με τη μαρτυρία του επιβεβαίωσε τον τρόπο που οι Εναγόμενες Εταιρείες λειτουργούσαν. Ουσιαστικά η Ε & S ήταν σε σχέση με το πολυκατάστημα ένα επιχειρηματικό όχημα της ΕΣΕΛ, όπως συχνά συμβαίνει στον επιχειρηματικό κόσμο με εταιρείες που συστήνουν θυγατρικές για την ανάληψη συγκεκριμένης επιμέρους επιχειρηματικής δραστηριότητας. Όμως, το γεγονός αφ' εαυτού δεν καθιστά τη μητρική εταιρεία ούτε συνυπεύθυνη, ούτε εγγυήτρια των υποχρεώσεων της θυγατρικής. Αντίθετα, κατά κανόνα, ο σκοπός της ίδρυσης θυγατρικών εταιρειών για την ανάληψη επιμέρους δραστηριοτήτων είναι η αποφυγή της ευθύνης της μητρικής εταιρείας σε περίπτωση που ήθελε προκύψει ζημιά. Η κατ' αυτό τον τρόπο χρησιμοποίηση εταιρικών σχημάτων είναι καθόλα νομότυπη τακτική (Adams v. Cape Industries [1990] Ch. 493, [1991] 1 All E.R. 929). Διαφορετική μπορεί να είναι η αντιμετώπιση όταν το εταιρικό σχήμα χρησιμοποιείται για σκοπούς καταδολίευσης ή για την προώθηση κάποιου παράνομου σκοπού. Δεν έχει όμως καταδειχθεί ότι αυτή ήταν η υπόψη περίπτωση. Οι επί του προκειμένου εισηγήσεις των δικηγόρων του Ενάγοντα επιβεβαιώνουν ότι και η πλευρά του Ενάγοντα κατανοεί την αδυναμία των θέσεων του ότι η Εναγόμενη 2 ήταν συμβαλλόμενη με τον Ενάγοντα ή εγγυήτρια των υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα αφήνει την σαφή εικόνα πως ο Ενάγοντας είχε ξεκάθαρα στο μυαλό του και αντιλαμβανόταν πως οι Εναγόμενες Εταιρείες συνιστούσαν ξεχωριστές οντότητες. Ακόμα πως κατανοούσε πως κάθε Εταιρεία αντιπροσωπευόταν από κάποια φυσικά πρόσωπα τους οποίους κατονομάζει ως αντιπροσώπους ή διευθυντές της. Το περιεχόμενο της παρ.7 είναι χαρακτηριστικό. Ο Ενάγοντας περιγράφει συνάντηση που είχε με αντιπροσώπους της Εναγόμενης 1 και το διευθυντή της Εναγόμενης 2 και διακρίνει την εμπλοκή της κάθε Εταιρείας. Ακόμα πως κατανοούσε ότι αντισυμβαλλόμενη του ήταν η Εναγόμενη 1 (παρ.9Δ), ενώ την Εναγόμενη 2 περιγράφει ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 (παρ.4). Ωστόσο η δια ζώσης προσέγγιση του Ενάγοντα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Ανάφερε: «Κλείσαμε ραντεβού πάνω στα γραφεία της ΕΣΕΛ και όταν λέω τα γραφεία της ΕΣΕΛ μιλώ για τα γραφεία που έχουν πίσω από το παλιό νοσοκομείο, εκεί ήταν τα κεντρικά γραφεία της ΕΣΕΛ ή Συνεργατική Εταιρεία ΕΣΕΛ ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ όπως το λέει ο δικηγόρος, για μένα την ήξερα ΕΣΕΛ δεν ήξερα αν είναι οτιδήποτε άλλο. Και όταν εκάμαμε το ραντεβού και μου είπε ότι ενδιαφέρεται για την καφετέρια εγώ μιλούσα για την ΕΣΕΛ δεν ήξερα αν έχει Ε & S ή Trading ή οτιδήποτε άλλο. Εγώ ήξερα ότι μιλώ μαζί με την ΕΣΕΛ.» Είπε ακόμη: «Εγώ όλα τα ραντεβού που έκαμα δεν είχε κανένα του Ε & S Τrading και μόνο της ΕΣΕΛ, αφού μιλούσα με τον Πρόεδρο της ΕΣΕΛ, τον ταμία της ΕΣΕΛ νομίζω τον κ. Μιχαηλίδη που ήταν το όνομα του και με τον Παύλο, πώς ήταν δυνατό να μη είχαν σχέση αφού μιλούσα μαζί με την ΕΣΕΛ, πώς ήταν δυνατό να μην είχαν σχέση με την E & S. Αφού ήταν μαζί τους, δεν ήλθε κανένας να μου μιλήσει εκ μέρους της Ε & S και να μου πει ότι είμαι ξεχωριστή εταιρεία και εγώ κάμνω το management αφού είναι η ΕΣΕΛ που έκαμε το management της εταιρείας, αφού δεν μίλησα με κανένα που να μην είναι της ΕΣΕΛ. Δεν είχαν προσωπικό, δεν είχαν διευθυντές. Δεν μίλησα με κανένα.» Το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να θεωρήσει ως την εκδοχή του Ενάγοντα αυτή που υποστήριξε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του. Αυτό πρέπει να ακολουθείται όταν από στόματος του διαδίκου προβάλλεται μια ξεκάθαρη εκδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση η εκδοχή αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές από τον Ενάγοντα και τα πιο πάνω χαρακτηριστικά αποσπάσματα είναι απλά ενδεικτικά. Ο Ενάγοντας με την δια ζώσης μαρτυρία του έχει εκθεμελιώσει τη θέση που προβαλλόταν με τη γραπτή του δήλωση, που πρόδηλα δεν ήταν ποτέ η πραγματική του θέση. Υπάρχουν αρκετές εξηγήσεις γιατί ένας διάδικος μπορεί να μην μαρτυρήσει σε αρμονία με τη γραπτή του δήλωση. Δεν απαιτείται να αναζητηθούν. Η εκδοχή συνεπώς του Ενάγοντα είναι πως ήξερε και μιλούσε με την ΕΣΕΛ. Είναι ωστόσο ξεκάθαρο με ποια εταιρεία συμβλήθηκε ο Ενάγοντας. Αναγράφεται στο προοίμιο της γραπτής Συμφωνίας που υπόγραψε. Ήταν η Εναγόμενη
- Ότι και αν προηγήθηκε της υπογραφής της γραπτής Συμφωνίας εφόσον αυτή υπογράφηκε και καμιά άλλη και ούτε επίκληση άλλης προφορικής συμφωνίας γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης, συμβατικά υπόλογη έναντι του Ενάγοντα ήταν η Εναγόμενη
- Το κείμενο της γραπτής συμφωνίας δεν ετοιμάστηκε από την πλευρά του Ενάγοντα όμως προτού το υπογράψει το πήρε στο δικηγόρο του και έλαβε νομική συμβουλή. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι αντισυμβαλλόμενη του Ενάγοντα ήταν η Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 2 δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη Συμφωνία. Η θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 2 ήταν εγγυήτρια των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 δεν εδράζεται σε κάποια πρόνοια για εγγύηση στην Συμφωνία παρά μόνο στον ισχυρισμό του πως: «όταν μιλούσαμε πριν να υπογράψουμε το συμβόλαιο ο Παύλος Αριστείδου είπε έχεις την κάλυψη της ΕΣΕΛ.» Και ότι: «μου έλεγαν ότι είναι πίσω η ΕΣΕΛ να μην φοβάσαι θα σε καλύψουν». Και αυτό πριν την υπογραφή της Συμφωνίας. Η εγγύηση ως νομική έννοια προϋποθέτει μια τριμερή διάσταση. Τον δικαιούχο, τον οφειλέτη και τον εγγυητή των υποχρεώσεων του οφειλέτη. Όταν ο ίδιος ο δικαιούχος, ο Ενάγοντας στην προκειμένη περίπτωση, διατείνεται ότι αναγνώριζε απέναντι του μια και μόνο οντότητα πώς μπορεί να επικαλείται την ύπαρξη εγγύησης στη βάση όσων κατά τη θέση του ειπώθηκαν; Πώς τότε κατανόησε τη δημιουργία εγγύησης όταν απέναντι του έβλεπε μια και όχι περισσότερες οντότητες; Πώς θα μπορούσε ειλικρινά να θεωρεί την ΕΣΕΛ εγγυήτρια όταν διατείνεται ότι: «Εγώ δεν γνώριζα το 2011 ότι είναι E & S Trading, ήξερα ότι έκαμα μια συμφωνία με την ΕΣΕΛ.» Απλά στην εξέλιξη των γεγονότων και με δεδομένο πως δεν συμβλήθηκε με την ΕΣΕΛ θέλει να τη θεωρεί ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της Ε & S. Σημειώνεται πως στην επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 15.7.2013 (Τεκμ.5) προς τους δικηγόρους των Εναγομένων, ή έστω της Ε & S, δεν γίνεται αναφορά στην ΕΣΕΛ ούτε ως συμβαλλόμενο μέρος, αλλά ούτε και ως εγγυήτρια των συμβατικών υποχρεώσεων της Ε & S. Εάν ήταν η ειλικρινής πεποίθηση του Ενάγοντα ότι η ΕΣΕΛ είχε υποχρεώσεις ως εγγυήτρια της Ε & S θα αναμενόταν ότι η θέση θα εγειρόταν στην επιστολή των δικηγόρων του. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 2 δεν ήταν εγγυήτρια των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 στη Συμφωνία της με τον Ενάγοντα. Το γεγονός ότι μάρτυρες υπεράσπισης προσπάθησαν να αποκρύψουν την πραγματική διασύνδεση των δύο Εταιρειών δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Η έννοια της ψευδούς παράστασης ορίζεται στο άρθρο 18 των περί Συμβάσεων Νόμων. Το εδάφιο (α) προνοεί ότι «ψευδής παράσταση» περιλαμβάνει: «τη θετική βεβαίωση, κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές». Κεντρικός άξονας της έννοιας της ψευδούς παράστασης είναι η βεβαίωση κάποιου γεγονότος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Διακρίνεται κατ' αυτό τον τρόπο η ψευδής παράσταση από τη δήλωση μελλοντικής πρόθεσης ή συμπεριφοράς που δεν είναι παράσταση γεγονότος. Από την άλλη ψευδής δήλωση αναφορικά με την παρούσα πρόθεση προσώπου μπορεί να συνιστά ψευδή παράσταση γιατί η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης επί του παρόντος είναι ένα γεγονός (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459). Ότι τα καταστήματα του πολυκαταστήματος είχαν ουσιαστικά ήδη διατεθεί σε διάφορες επιχειρήσεις είναι δήλωση γεγονότος. Δεν έχει μαρτυρηθεί ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Η επί του προκειμένου μαρτυρία του Ενάγοντα και οι φωτογραφίες που παρουσίασε αφορούν σε χρόνους μεταγενέστερους της συνομολόγησης της Συμφωνίας. Ανάφερε ότι περί τον Μάϊο του 2012 πλείστα καταστήματα εντός του πολυκαταστήματος έκλεισαν και μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 σχεδόν όλα. Η άδεια χρήσης του χώρου του καφεστιατορίου ήταν για περίοδο 10 ετών από 1.12.2011 μέχρι 30.11.2021 Υφίστατο πρόνοια για την περίπτωση που η ιδιοκτήτρια του πολυκαταστήματος θα ήθελε να αλλάξει τη χρήση του ή να το πωλήσει. Θα είχε δικαίωμα άμεσου τερματισμού της Συμφωνίας αποζημιώνοντας τον Ενάγοντα με συγκεκριμένο ποσό ανάλογα με το πότε θα γινόταν αυτό. Ιδιοκτήτρια στη Συμφωνία αναφερόταν, όπως προειπώθηκε, η Ε & S παρά το ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν. Η θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 είχαν πρόθεση να λειτουργήσουν το πολυκατάστημα για τουλάχιστον 10 χρόνια διαφέρει και είναι κατ' ουσία ασυμβίβαστη με τη δικογραφημένη θέση (παρ. 20(Α)(
- v)της Έκθεσης Απαίτησης) ότι οι Εναγόμενες δήλωσαν ότι δεν θα προσπαθούσαν να πωλήσουν το κτίριο του πολυκαταστήματος για περίοδο τουλάχιστον τριών χρόνων από 1.12.2011. Όποια μορφή και αν είχε η δήλωση δεν θα μπορούσε να προσμετρά ως παράσταση ή διαβεβαίωση που εξώθησε τον Ενάγοντα να προσχωρήσει στη Συμφωνία. Άλλωστε με τον πιο πάνω όρο είχε ρητά επιφυλαχθεί το δικαίωμα για αλλαγή χρήσης ή πώλησης του κτιρίου. Η όποια εκδήλωση πρόθεσης για λειτουργία του πολυκαταστήματος για οποιαδήποτε περίοδο ήταν υπό την αίρεση του δικαιώματος για αλλαγή χρήσης ή πώλησης του κτιρίου. Εάν η θέση του Ενάγοντα ήταν ότι δόθηκε μια άνευ όρων δέσμευση τότε η σχετική μαρτυρία θα ήταν ανεπίτρεπτη εξωγενής μαρτυρία καθότι αντιμάχεται τον σαφή πιο πάνω όρο της γραπτής Συμφωνίας του Ενάγοντα με την Εναγόμενη 1. Τα μέρη είχαν καθορίσει τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις τους αναφορικά με τα πιο πάνω ενδεχόμενα με ξεκάθαρους όρους στη Συμφωνία. Η θέση του Ενάγοντα ότι σκοπός των Εναγομένων δεν ήταν να λειτουργήσουν το πολυκατάστημα για μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά μόνο πρόσκαιρα και στη συνέχεια να εξαναγκάσουν τους χρήστες των χώρων, τους καταστηματάρχες και τον ίδιο, να τους εγκαταλείψουν δεν υποστηρίχτηκε ως λογικό επιχειρηματικό σχέδιο. Από πλευράς Εναγομένων έγιναν σημαντικά έξοδα για τη βελτίωση του κτιρίου, την εγκατάσταση εξωτερικού ανελκυστήρα και την κατασκευή νέων αποχωρητηρίων στον τρίτο όροφο. Οι βελτιώσεις αυτές αφορούσαν κατά κύριο λόγο το καφεστιατόριο του πολυκαταστήματος. Εάν η πρόθεση ήταν να πωληθεί το κτίριο ως κάτι άλλο από πολυκατάστημα ενδεχομένως κάποια ή όλα τα έξοδα να μπορούσαν να αποφευχθούν. Εάν πάλι η πρόθεση ήταν να πωληθεί ως επιχείρηση πολυκαταστήματος η λειτουργία του ως τέτοιο με επιχειρήσεις εγκατεστημένες στους διάφορους χώρους θα προσέδιδε σε αυτό μεγαλύτερη αξία. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη 1 ή η Εναγόμενη 2 δεν είχαν πρόθεση να λειτουργήσουν το κτίριο ως πολυκατάστημα επί μακρό. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι ο Λένιν Ιωσήφ και ο Αριστείδου προέβησαν σε οποιαδήποτε παραδοχή προς τον Ενάγοντα όπως ο τελευταίος την παρουσιάζει. Το να πωληθεί το κτίριο ήταν μια προοπτική που η Εναγόμενη 1 δεν απέκρυψε. Αντίθετα περιλήφθηκε όρος στη Συμφωνία για την κατοχύρωση του Ενάγοντα σε τέτοια περίπτωση. Όμως αυτό δεν υποστηρίζει την εκδοχή του Ενάγοντα ότι ενήργησαν με κακή πίστη ή δόλο όπως τους αποδίδεται. Άλλωστε δεν διαφάνηκε πως εξυπηρετούνταν τα συμφέροντα τους να ενεργήσουν με τέτοιο τρόπο. Το επιχειρηματικό σχέδιο για λειτουργία του πολυκαταστήματος πράγματι απέτυχε και ενδεχομένως όσοι ενεπλάκησαν σε αυτό ζημίωσαν. Τέτοια αποτελέσματα συμβαίνουν στον επιχειρηματικό κόσμο, όμως δεν εξυπακούεται ότι είναι το αποτέλεσμα σκοπιμότητας ή δόλου. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι υπήρξε δόλος από πλευράς της Εναγόμενης 1 ή της Εναγόμενης 2 ώστε να εξωθήσουν τον Ενάγοντα να προσχωρήσει στη Συμφωνία. Ούτε οι υποσχέσεις που ανάφερε ο Ενάγοντας για διαφήμιση και προώθηση μπορούν να θεωρούνται ως ψευδείς παραστάσεις. Η επί του προκειμένου μαρτυρία του Ενάγοντα δεν υποστήριξε τη δικογραφημένη θέση (παρ. 20(Α) (
- i)και (
- iv)της Έκθεσης Απαίτησης) ότι οι Εναγόμενες υποσχέθηκαν: «Να διαφημίζουν σε συνεχή βάση για όλη την περίοδο της συμφωνίας, το καφεστιατόριο όπως επίσης και όλα τα άλλα καταστήματα του πολυκαταστήματος στους τοπικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, στον τύπο και με φυλλάδια .» και «Να διαφημίζουν επί συνεχούς βάσης τις υπηρεσίες του καφεστιατορίου του Ενάγοντα και των άλλων καταστημάτων του πολυκαταστήματος στους φοιτητές του ΤΕΠΑΚ.». Όταν ρωτήθηκε ο Ενάγοντας ποια ήταν η πρόταση και ποιες οι διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης 2 απάντησε: «Ότι με διάφορους τρόπους θα προωθήσουν μέσω άλλων μαγαζιών. Θα έδιδαν κουπόνια, θα έκαμναν τα meetings όλα στο πολυκατάστημα, θα έκαμναν διαφημίσεις για να βοηθήσουν το πολυκατάστημα. Τούτα όλα που έλεγαν.» Ανάφερε ο Ενάγοντας πως δόθηκαν κουπόνια αξίας €250 και χρησιμοποιήθηκαν στην καφετέρια του. Σε σχέση με τους φοιτητές ανάφερε: «Α. Και ο Παύλος Αριστείδου με τις διασυνδέσεις του που είχε μαζί με τις φοιτητικές οργανώσεις της αριστεράς ότι θα έρχονταν πάνω στο πολυκατάστημα να κάμνουν τα πάρτι τους και μου κανόνισε ο ίδιος ραντεβού και είδα τον υπεύθυνο των φοιτητικών οργανώσεων της αριστεράς και ήδη μου έκαμαν και 3 - 4 πάρτι πάνω στο πολυκατάστημα. Ε. Ποιοί; Α. Η οργάνωση της αριστεράς. Οι φοιτητικές οργανώσεις. Πώς είναι το όνομα τους δεν ξέρω. Έκαμαν διαγωνισμό πιλόττας, ταβλιού.» Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν δηλώσεις αναφορικά με γεγονότα αλλά σε σχέση με μελλοντικές ενέργειες. Γεγονός μπορούσε να αποτελέσει η διάθεση της Εναγόμενης 1 στο χρονικό εκείνο στάδιο, ότι δηλαδή παρουσίασε ως γεγονός ότι στο χρονικό εκείνο στάδιο είχε την ειλικρινή διάθεση να προβεί στο μέλλον σε διαφημίσεις. Υπό αυτή την έννοια, δεν έχει καταδειχθεί ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε αυτή τη διάθεση στο χρονικό εκείνο στάδιο. Αντίθετα η μαρτυρία είναι ότι άρχισε τη διαφήμιση και προώθηση του πολυκαταστήματος και έχουν δοθεί ικανοποιητικές εξηγήσεις γιατί σε μελλοντικό στάδιο επέλεξε να μειώσει και στη συνέχεια να σταματήσει τη διαφήμιση. Δεν είναι ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ότι το ζήτημα των διαφημίσεων αποτελούσε εξυπακουόμενο όρο της Συμφωνίας. Άλλωστε επρόκειτο για γενικές τοποθετήσεις όπου δεν καθοριζόταν ούτε πόσο συχνά θα πραγματοποιούνταν, ούτε τι εύρος θα είχαν ή ποιά ποσά θα ξοδεύονταν. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι προβλήθηκαν παραστάσεις από την Εναγόμενη 1 ή την Εναγόμενη 2 που ήταν ψευδείς ή ότι ο Ενάγοντας βασίστηκε σε τέτοιες ώστε να προσχωρήσει στη Συμφωνία. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η Εναγόμενη 1 εκδήλωσε τη διάθεση της να υποστηρίξει την εύρυθμη λειτουργία του πολυκαταστήματος, αλλά τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν δεν είχαν τη διάσταση που ο Ενάγοντας προσπαθεί να τους αποδώσει. Ούτε αποδέχεται το Δικαστήριο ότι υπήρξε δόλος επί του προκειμένου. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε είναι ότι μετά την εμπορική αποτυχία του πολυκαταστήματος ο Ενάγοντας προσπάθησε να αποδώσει άλλη από την πραγματική διάσταση στα όσα αναφέρθηκαν πριν τη Συμφωνία στην προσπάθεια του να τεκμηριώσει την απαίτηση του εναντίον των Εναγομένων. Ο Ενάγοντας προσχώρησε στην Συμφωνία χωρίς να κατοχυρώσει τα συμφέροντα του. Η επιτυχία και κερδοφορία της επιχείρησης του καφεστιατορίου που ανέλαβε δεν εξαρτιόταν μόνο από τις δικές του ενέργειες, προσπάθειες και καλή επιχειρηματικότητα. Εάν το πολυκατάστημα δεν προσέλκυε αρκετή πελατεία η επιχείρηση του θα αποτύγχανε. Ήταν ενδεχόμενο έστω και αν η Εναγόμενη 1 έκανε ότι καλύτερο μπορούσε το πολυκατάστημα να μη προσέλκυε πελατεία, οι καταστηματάρχες να εγκατέλειπαν τους χώρους και εφόσον πελάτες δεν θα εισέρχονταν στο πολυκατάστημα για να ψωνίσουν συνακόλουθα να μειωθεί δραματικά και η πελατεία του καφεστιατορίου. Δεν κατοχυρώθηκε έναντι αυτού του ενδεχομένου παρά το γεγονός ότι έλαβε νομική συμβουλή προτού υπογράψει τη Συμφωνία. Ίσως να μην εκτίμησε αυτή την προοπτική ή εκτιμώντας την να αποφάσισε να αναλάβει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Η παροχή των διαφόρων υπηρεσιών στο πολυκατάστημα ήταν ουσιώδης. Ακόμα και αν δεν είχαν γίνει τέτοιες παραστάσεις η παροχή τους από την E & S μπορεί να θεωρηθεί ως εξυπακουόμενος όρος της Συμφωνίας. Η θέση αυτή προβάλλεται, έστω και αν αυτό δεν γίνεται με σαφή ισχυρισμό για εξυπακουόμενο όρο στην επίδικη Συμφωνία, στην παρ.3 της Έκθεσης Απαίτησης. Στην Έκθεση Υπεράσπισης, παρ.5
(3)και
(5), δικογραφείται κατά τρόπο αδιευκρίνιστο μερική παραδοχή της θέσης αυτής. Δεν νοείται η εύρυθμη λειτουργία οιασδήποτε επιμέρους επιχείρησης σε ένα τέτοιου είδους πολυκατάστημα, είτε αυτή είναι εμπορικό κατάστημα, είτε καφεστιατόριο, εάν δεν συντηρούνται και λειτουργούν κανονικά οι κοινόχρηστοι χώροι πρόσβασης στις επιμέρους επιχειρήσεις. Εάν οι διάδρομοι δεν είναι καθαροί φωτιζόμενοι και κλιματιζόμενοι ανάλογα με την εποχή, δεν μπορεί να αναμένεται να εισέλθουν καταναλωτές στο χώρο και να επισκεφτούν τις επιχειρήσεις. Περαιτέρω, πέραν όσων ήταν στο ισόγειο, οι επιχειρήσεις στους ορόφους και ιδιαίτερα το καφεστιατόριο στον τρίτο όροφο βασιζόταν στη λειτουργία του ανελκυστήρα από τον δημόσιο δρόμο και πολύ περισσότερο των κυλιόμενων σκαλών εντός του πολυκαταστήματος. O Ενάγοντας υποστήριξε ότι οι εξοικονομήσεις άρχισαν από το τέλος Φεβρουαρίου του 2012 με αποτέλεσμα το προσωπικό καθαριότητας του πολυκαταστήματος να μειωθεί κατά 2/3, τα ανσανσέρ και οι κυλιόμενες σκάλες να λειτουργούν περιστασιακά μόνο, το σύστημα κλιματισμού του πολυκαταστήματος να υπολειτουργεί, ενώ σταμάτησε και η υπηρεσία ασφάλειας του πολυκαταστήματος. Ανάφερε ακόμα ότι η κατάσταση σταδιακά επιδεινωνόταν. Από πλευράς της υπεράσπισης, ενώ δικογραφείται ότι οι εξοικονομήσεις άρχισαν τον Απρίλιο του 2013, ο Πέτερ μαρτύρησε ότι αυτό έγινε τέλος του 2012 με αρχές του
- Το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση του Ενάγοντα. Άλλωστε και ο Πέτερ σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του συνέδεσε τις εξοικονομήσεις με την παράλειψη των χρηστών μεταξύ των οποίων και του Ενάγοντα να πληρώνουν τα δικαιώματα χρήσης, αναφέροντας ότι ο Ενάγοντας είχε από 1.3.2012 σταματήσει να πληρώνει. Από τη μαρτυρία του Ενάγοντα δεν προκύπτει το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι εξοικονομήσεις και η επιδείνωση της κατάστασης στο πολυκατάστημα είχε φτάσει στο βαθμό που θα συνιστούσε διάρρηξη της Συμφωνίας τέτοια που θα επέτρεπε στον Ενάγοντα να την τερματίσει. Ωστόσο, η ουσία περιορίζεται στην έκταση των εξοικονομήσεων ως παράμετρο των ζημιών που θα είχε ως αποτέλεσμα υποστεί ο Ενάγοντας. Και τούτο αφού ο Ενάγοντας δεν επέλεξε να τερματίσει τη Συμφωνία ώστε να τίθεται επιτακτικά το ερώτημα κατά πόσο νομιμοποιείτο να την τερματίσει. Θ. Η Επιπρόσθετη «Συμφωνία» Προκύπτει ότι αμφότερες οι πλευρές κατανοούσαν ότι η επιχείρηση του πολυκαταστήματος είχε αποτύχει και επεδίωξαν να ρυθμίσουν τις σχέσεις τους ενόψει των πραγματικοτήτων. Σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 ημερ. 12.10.2012 (βλ. πρακτικά Τεκμ.18) τέθηκε το ζήτημα ότι από τον Ιανουάριο του 2012 ο Ενάγοντας δεν πλήρωνε το ηλεκτρικό ρεύμα για την καφετέρια και είχε συσσωρευτεί χρεωστικό υπόλοιπο €16.
- Χρωστούσε και δικαιώματα χρήσης από τον Μάρτιο του 2012 ύψους €16.
- Στην συνεδρίαση που ακολούθησε, ημερ. 3.11.2012 (βλ. πρακτικά Τεκμ.19) ενημερώθηκε το διοικητικό συμβούλιο από τον πρόεδρο του Λένιν Ιωσήφ που είχε συνάντηση με τον Ενάγοντα ότι ο τελευταίος διατεινόταν ότι ζημίωνε και ότι θα εγκατέλειπε την 6.1.
- Κάτω από αυτές τις περιστάσεις αποφασίστηκε να του προταθεί: «(α) Για την περίοδο μέχρι 30.6.2013 να πληρώνει μόνο το ρεύμα και το νερό. Να ανασταλεί το δικαίωμα χρήσης του χώρου. Νοείται ότι θα καταβάλει άμεσα τα καθυστερημένα ποσά για το ρεύμα και το νερό. Ο τρόπος πληρωμής των δικαιωμάτων χρήσης του χώρου θα εξεταστεί στο τέλος της περιόδου. Στο τέλος της περιόδου η κατάσταση θα αξιολογείται και η Ε & Σ Τρειντινγκ επιφυλάσσει το δικαίωμα για παράταση της περιόδου για άλλους 6 μήνες. (β) Να εγκαταλείψει το χώρο και εφαρμογή του συμβολαίου.» Αναφέρει ο Πέτερ ότι ο Αβρααμίδης στον οποίο ανατέθηκε να έρθει σε επαφή με τον Ενάγοντα με ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερ. 12.11.2012 (Τεκμ.14) πληροφόρησε το διοικητικό συμβούλιο ότι κατέληξε σε συμφωνία με τον Ενάγοντα καταγράφοντας το κείμενο της προσθήκης στη Συμφωνία των μερών που θα υπογραφόταν. Το κείμενο που απέστειλε ο Αβρααμίδης ανάφερνε: «Σήμερα την 12/11/12 ο κύριος Χαράλαμπος Γαβριήλ και η Ε & S Trading έχουν συμφωνήσει να προστεθεί στην μεταξύ τους συμφωνία γινομένη την 20 Οκτώβριου 2011 τα εξής: Αναστολή του μηνιαίου ποσού που αφορά το τέλος για την άδεια χρήσης καφετέριας που του παραχωρήθηκε από την Ε & S Trading στο Highstreet για το οφειλόμενο μέχρι τώρα ποσόν, όσον και για τις μελλοντικές υποχρεώσεις του που αφορούν το τέλος για το δικαίωμα χρήσης για περίοδο έξη μηνών. Ο κύριος Χαράλαμπος Γαβριήλ έχει την υποχρέωση να τακτοποίηση όλες τις μέχρι τώρα οφειλές του που αφορούν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και νερού, και μελλοντικά είναι υποχρεωμένος να πληρώνει όλες τις υποχρεώσεις που αφορούν κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και νερού στον καθορισμένο χρόνο χωρίς καθυστερήσεις. Η πιο πάνω συμφωνία έχει ισχύ για έξη μήνες στο τέλος κάθε εξαμηνίας οι συμβαλλόμενοι θα επανεξετάζουν τα συμφωνηθέντα και θα προχωρούν ανάλογα σε αλλαγές η συνέχιση της συμφωνίας.» Ο Πέτερ είναι της εντύπωσης, όπως και ο Αβρααμίδης μαρτύρησε πως ο Ενάγοντας δεν υπόγραψε την προσθήκη στη Συμφωνία. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη 2 δεν κατέληξαν σε επιπρόσθετη συμφωνία και τέτοια ουδέποτε υπογράφηκε. Η μαρτυρία του Αβρααμίδη επί του προκειμένου είναι διαφωτιστική. Ο Ενάγοντας ήθελε να του χαριστούν τα δικαιώματα χρήσης και δεν υπόγραψε το προτεινόμενο κείμενο που σαφώς αναφερόταν σε αναστολή. Ο Ενάγοντας συνέχισε να μην καταβάλλει τα δικαιώματα χρήσης και η Εναγόμενη 1 δεν φαίνεται να πίεσε για την καταβολή τους ενδεχομένως ευελπιστώντας ότι ο Ενάγοντας θα κατέβαλλε τα οφειλόμενα για το ηλεκτρικό ρεύμα του καφεστιατορίου. Δεν έχει διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην δικογραφία τους αμφότερες οι πλευρές δικογραφούν ότι επήλθε μια συμφωνία τον Νοέμβριο ή Οκτώβριο του
- Διαφωνούν ωστόσο ως προς το περιεχόμενο της. Εάν έπρεπε το Δικαστήριο να θεωρήσει ως δεδομένο ότι υπήρξε κάποια συμφωνία και απλά να αναζητήσει το πραγματικό της περιεχόμενο θα απέρριπτε την εκδοχή του Ενάγοντα. Η ουσιαστική κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι ουδέποτε επιτεύχθηκε συμφωνία για να χαριστεί οποιοδήποτε δικαίωμα χρήσης για το καφεστιατόριο. Ι. Ο Τερματισμός της Συμφωνίας Η Εναγόμενη 1 με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 3.7.2013 (Τεκμ.4) ζήτησε όπως, εφόσον η περίοδος της αναστολής είχε εκπνεύσει, την έναρξη πληρωμής των δικαιωμάτων χρήσης από 1.7.2013 και όπως ο Ενάγοντας εξοφλήσει τα καθυστερημένα, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων της περιόδου της αναστολής. Δόθηκε περίοδος 21 ημερών και προειδοποιήθηκε ο Ενάγοντας ότι η Εναγόμενη 1 θα τερμάτιζε τη Συμφωνία. Ο Ενάγοντας απάντησε με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 15.7.2013 (Τεκμ.5) προβάλλοντας τη θέση του ότι τον είχαν με ψευδείς παραστάσεις ξεγελάσει να προσχωρήσει στη Συμφωνία την οποία και η Εναγόμενη 1 αθέτησε. Ως προς την προσθήκη στην Συμφωνία η θέση του ήταν ότι προέβλεπε ότι τα «ενοίκια» μέχρι 30.6.2013 θα του χαρίζονταν. Καλούσε την Εναγόμενη 1 σε συνάντηση για καθορισμό της αποζημίωσης που κατά τη θέση του δικαιούτο ώστε να τερματιστεί η Συμφωνία τους. Ακολούθησε επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης 1 ημερ. 16.9.2013 (Τεκμ.6) με την οποία απορρίπτονταν οι θέσεις του Ενάγοντα. Αναφέρεται ότι η Ενάγουσα δεν είχε άλλη επιλογή παρά μόνο να τερματίσει τη Συμφωνία. Καλείτο ο Ενάγοντας σε συζήτηση για επιστροφή του χώρου του καφεστιατορίου. Με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 24.9.2013 (Τεκμ.20) η Εναγόμενη 1 τερμάτισε τη συμφωνία λόγω μη πληρωμής των καθυστερημένων δικαιωμάτων χρήσης και κάλεσε τον Ενάγοντα να εκκενώσει και παραδώσει το χώρο του καφεστιατορίου. Ένα μήνα μετά, την 25.10.2013, ο Ενάγοντας καταχώρισε την παρούσα αγωγή. Κ. Η Εμπλοκή της Savvas Gavriel & Sons Μαρτύρησε ο Ενάγοντας ότι ενέγραψε εταιρεία, την Savvas Gavriel & Sons Ltd, της οποίας κατείχε 4250 από τις 5000 μετοχές, για να διεξάγει την επιχείρηση του καφεστιατορίου. Υπό την προσωπική του ιδιότητα και ως ο έχον την άδεια χρήσης του χώρου του καφεστιατορίου συμφώνησε με την Gavriel όπως: «αυτή να διευθύνει το καφεστιατόριο με αμοιβή ίση προς 25% του μηνιαίου κόστους λειτουργίας της επιχείρησης του καφεστιατορίου συν ασφαλώς το κόστος και εγώ παρέμεινα προσωπικά ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης του καφεστιατορίου.» Είναι ακατανόητο τι εννοούσε ο Ενάγοντας με το πιο πάνω απόσπασμα στη γραπτή του δήλωση. Ο Γιάννης Ιακώβου (Μ.Ε.2) είναι εγκεκριμένος λογιστής-ελεγκτής από το 1989 με δικό του γραφείο στη Λεμεσό. Είναι o ελεγκτής της Gavriel. Ανάφερε ότι η Gavriel διαχειριζόταν το καφεστιατόριο για λογαριασμό του Ενάγοντα που ήταν ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης του καφεστιατορίου. Η μεταξύ τους συμφωνία ήταν ότι ο Ενάγοντας θα κάλυπτε όλα τα λειτουργικά έξοδα της εταιρείας για τη διαχείριση του καφεστιατορίου και θα πλήρωνε ως αμοιβή στην Gavriel ποσό ίσο προς το 25% των μηνιαίων εξόδων της επιχείρησης του καφεστιατορίου και ο ίδιος θα εισέπραττε κάθε περαιτέρω κέρδος. Η αρχική τοποθέτηση του Ιακώβου ότι η Gavriel διαχειριζόταν το καφεστιατόριο για λογαριασμό του Ενάγοντα αποδείχθηκε πως ήταν μια λαϊκή έκφραση του μάρτυρα που είπε πως: «η εταιρεία και ο κύριος Γαβριήλ ήταν το ίδιο άτομο». Ξεκάθαρα σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ο Ιακώβου ανάφερε ότι ο Ενάγοντας εκχώρησε το δικαίωμα διαχείρισης του καφεστιατορίου στην Gavriel. Εξήγησε ο Ιακώβου πως το εταιρικό σχήμα επιλέγηκε για φορολογικούς σκοπούς επειδή μια εταιρεία φορολογείται με χαμηλότερους συντελεστές από ένα φυσικό πρόσωπο. Τα έσοδα από τη λειτουργία του καφεστιατορίου θα ανήκαν στην Gavriel ώστε να πληρώνεται εταιρικός φόρος εισοδήματος που έχει χαμηλό συντελεστή, και ο Ενάγοντας ως μέτοχος της Gavriel θα ελάμβανε το μέρισμα του εφόσον η Gavriel είχε κέρδη για να διαμοιράσει στους μετόχους της. Όπως ανάφερε ο Ιακώβου: «φυσικά δεν υπήρχαν κέρδη ποτέ, εφόσον ήταν ζημιές». Κατά το έτος 2012 η Gavriel είχε ζημιά €146.
- Η ζημιά των €146.912 εμφαίνεται στις Οικονομικές Καταστάσεις της Gavriel για το έτος 2013 που παρουσιάστηκαν (Τεκμ.11) και εμπεριέχουν αναφορές και το έτος
- Σε αυτές παρουσιάζεται και η ζημιά για το 2013 που ήταν €84.
- Παρά τη δραματική μείωση των πωλήσεων υπήρξε πολύ μεγαλύτερη μείωση των εξόδων γι' αυτό και μειώθηκε και η ζημιά. Αναφέρει ο Ιακώβου στη γραπτή του δήλωση ότι: «Όπως επίσης φαίνεται από τις Οικονομικές καταστάσεις 2012 οι εισπράξεις στο καφεστιατόριο αυξάνονταν συνεχώς από Δεκέμβρη 2011 μέχρι και Φεβρουάριο 2012 και άρχισαν να μειώνονται από μέσα Μαρτίου 2012 και μετά, με αποτέλεσμα μέχρι και τον Μάϊο 2012 το «λειτουργικό κέρδος» να εξαφανιστεί και από Ιούνιο 2012 και μετά να δημιουργούνται ζημιές που μεγάλωναν και κατέληξαν στο τελικό αποτέλεσμα ζημιών έτους 2012 που προανέφερα». Ήθελε ο Ιακώβου να υποστηρίξει πως μέχρι τον Φεβρουάριο του 2012 η Gavriel ήταν κερδοφόρα και πως το γεγονός ότι για το έτος 2012 κατέληξε ζημιογόνα οφείλεται στους δέκα τελευταίους μήνες η ζημιά των οποίων υπερκάλυψε το κέρδος των δύο πρώτων μηνών. Η θέση του Ενάγοντα ήταν διαφοροποιημένη. Ότι μέχρι τον Μάϊο του 2012 είχε κατορθώσει να έχει μικρό κέρδος και αισιοδοξούσε ότι το 2012 θα είχε κέρδος €50.000 και τα επόμενα χρόνια διπλάσιο κέρδος. Ωστόσο, κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε που να επιβεβαιώνει ότι υπήρχε κερδοφορία καθ' οιανδήποτε περίοδο. Οι Οικονομικές Καταστάσεις του 2012 δεν παρουσιάστηκαν, ούτε άλλη αναλυτική κατάσταση. Το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί για την ύπαρξη συγκεκριμένου ποσού κέρδους σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίοδο. Εκτός από τη σχέση εταιρείας-μετόχου, μεταξύ της Gavriel και του Ενάγοντα υφίστατο και η συμβατική σχέση που αφορούσε στην εκχώρηση της διαχείρισης του καφεστιατορίου. Ο Ιακώβου ανάφερε ότι η Gavriel ως ανταμοιβή για το έργο που θα επιτελούσε ήταν να καλύπτονται τα έξοδα από τον Ενάγοντα ο οποίος θα πλήρωνε περαιτέρω ποσοστό 25% επί των εξόδων στην Gavriel. Στη συνέχεια είπε πως εάν η Gavriel είχε €100.000 έξοδα τότε θα επέβαλε 25% στις €100.000 και θα είχε μια αμοιβή €25.000 για την εργασία που θα πρόσφερε. Εάν εννοούσε ο Ιακώβου ότι σε τέτοια περίπτωση ο Ενάγοντας θα πλήρωνε τις €100.000 πλέον τις €25.000 και τα κέρδη θα ελάμβανε η Gavriel η συμφωνία φαντάζει ετεροβαρής και παράλογη. Ούτε στις οικονομικές καταστάσεις αποτυπώνεται κάτι τέτοιο. Εάν όλα τα έξοδα έπρεπε να πληρωθούν στην Εταιρεία από τον Ενάγοντα θα έπρεπε να παρουσιαζόταν στις καταστάσεις ως οφειλή του Ενάγοντα προς την Gavriel. Δεν υπήρξε παραπομπή σε κάτι τέτοιο ούτε για το χρέος για το 25%. Ούτε παρουσιάστηκε κάποια συμφωνία. Κατά την επανεξέταση είπε: «Ο κύριος Θεοφίλου συνεχίζει: E. Δεν ρώτησα αυτό κύριε Πρόεδρε, από την επιχείρηση εάν η εταιρεία είχε κέρδος έπαιρνε τα έξοδα της, έπαιρνε και το 25% της, αλλά το καφεστιατόριο έβγαλε πολύ περισσότερο κέρδος σε ποιον θα πήγαιναν αυτά τα περισσότερα; A. Στον κύριο Χαράλαμπο Γαβριηλίδη. E. Γιατί θα πήγαιναν σ' αυτόν; Α. Γιατί εκτός από μέτοχος ήταν και η συμφωνία που είχαν μεταξύ της εταιρείας και του ιδίου.» Και στη συνέχεια σε ερώτηση που επιτράπηκε στην Υπεράσπιση: «E. Και ότι δεν είχε κέρδη‑ζημιές είναι της εταιρείας εάν έχει η εταιρεία κέρδη‑ζημιά, ανάλογα ήταν εις τους μέτοχος, έτσι; Αυτό μας είπατε; A. Ναι. Αυτό φαίνεται και από τους λογαριασμούς.» Η θέση του Ιακώβου ότι τα επιπλέον κέρδη θα πήγαιναν στον Ενάγοντα γιατί εκτός από μέτοχος ήταν και η μεταξύ του και της Gavriel συμφωνία δεν είναι ξεκάθαρη και ο ίδιος αμέσως μετά διαφοροποιήθηκε. Τα έσοδα ήταν της Gavriel, διαφορετικά δεν θα επιτυγχάνετο το φορολογικό πλεονέκτημα για το οποίο συστάθηκε η Gavriel. Κατά πόσο μετά θα μπορούσαν να διοχετευτούν στον Ενάγοντα στη μορφή μερίσματος είναι κάτι το διαφορετικό. Στη γραπτή του δήλωση ο Ενάγοντας υποστήριξε ότι ξόδεψε ποσό €400.000 για την ανακαίνιση, προετοιμασία και βελτίωση του χώρου του καφεστιατορίου και αγορά εξειδικευμένου εξοπλισμού. Διατείνεται ότι οι Εναγόμενες του ζήτησαν όπως το καφεστιατόριο είναι πολυτελείας και πως χρειάζονταν τουλάχιστον €300.000 για να γίνει έτσι. Από τα έξοδα που έκαμε αντικείμενα αξίας €200.000 έχουν παραμείνει στο χώρο γιατί δεν μπορούσαν να μετακινηθούν ή εάν μπορούσαν να μετακινηθούν δεν θα είχαν οποιαδήποτε αξία. Η θέση του Ενάγοντα ότι ξόδεψε για την ανακαίνιση κ.λ.π. ο ίδιος είναι αντίθετη με τη μαρτυρία που η πλευρά του πρόσφερε μέσω των λογιστών της Gavriel. Τα έξοδα έγιναν από την Gavriel. Εάν ο Ενάγοντας δάνεισε την Gavriel οιονδήποτε ποσό που η εταιρεία δαπάνησε είναι ξεχωριστό ζήτημα. Από τη μαρτυρία του Ιακώβου προκύπτει ότι το σύνολο των εξόδων ήταν €371.695 το οποίο ανέλυσε ως εξής: Ανακαινίσεις €233.412, έπιπλα και εξοπλισμό €135.057, διακόσμηση €1.153 και ηλεκτρονικοί υπολογιστές €2.
- Όπως περαιτέρω ανάφερε τα έξοδα αυτά εμφαίνονται στις Οικονομικές Καταστάσεις της Gavriel για το έτος
- Είναι συνεπώς έξοδα που κατέβαλε η Gavriel. Η αναφορά του Ιακώβου ότι ο Ενάγοντας «μέσω της εταιρείας» επένδυσε τα πιο πάνω ποσά συνιστά και πάλι λαϊκή έκφραση. Άλλωστε για το επιμέρους ποσό των €233.412 που παρουσιάστηκαν τιμολόγια και αποδείξεις πληρωμής (Τεκμ.16) παρατηρείται ότι όλα είχαν εκδοθεί στο όνομα της Gavriel. Ο Σοφοκλής Καλλονά (Μ.Ε.4) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.15) είναι εγκεκριμένος λογιστής-ελεγκτής. Εργάζεται στο γραφείο του Ιακώβου. Ο Καλλονά προέβη σε έλεγχο των παραστατικών για έξοδα ύψους €233.412 που αφορούσαν εργασίες, αγορές, εφαρμογές και εξοπλισμό που παρέμειναν στο καφεστιατόριο γιατί δεν ήταν δυνατό να μεταφερθούν αλλού και να έχουν κάποια αξία. Ο έλεγχος δεν έγινε με αντιπαραβολή όλων των παραστατικών με τα αντικείμενα, αλλά δειγματοληπτικά με τυχαία επιλογή. Από τα 75 παραστατικά ελέχθησαν τα 42 (Τεκμ.16). Ο έλεγχος ανάφερε έγινε στο χρόνο που τα αντικείμενα είχαν τοποθετηθεί. Δεν επισκέφθηκε το χώρο μετά. Σε ερώτηση αν τα αντικείμενα ήταν βιδωμένα στους τοίχους και αν δεν μπορούσαν να ξεβιδωθούν και να μετακινηθούν αλλού, ο Καλλονά ανάφερε ότι είχε ελέγξει ότι τα αντικείμενα ήταν «ενσωματωμένα». Ωστόσο όταν παραπέμφθηκε σε αντικείμενα που καταγράφονται στο Τεκμ.16, όπως τραπέζια και καλάθους αχρήστων, είπε πως δεν μπορούσε να απαντήσει εάν ο Ενάγοντας θα μπορούσε να τα μετακινήσει. Η επί του προκειμένου μαρτυρία δεν είναι θετική και αξιόπιστη. Δεν έχει καταδειχθεί ότι υλικά ή αντικείμενα αξίας €233.412 ή συγκεκριμένης άλλης αξίας έχουν παραμείνει στο χώρο του πολυκαταστήματος. Ότι υλικά και αντικείμενα αξίας παρέμειναν είναι κοινό έδαφος. Εκείνο που δεν μπορεί να καθοριστεί είναι η αξία τους. Επιβεβαιώθηκε ωστόσο κατά την αντεξέταση του μάρτυρα πως όλο το κόστος για εξοπλισμό και εργασίες στο καφεστιατόριο τα πλήρωσε η Gavriel. Τα έξοδα έγιναν το 2011 και κατά κύριο λόγο το
- Το ποσό των €233.412 παρουσιάζεται στις Οικονομικές Καταστάσεις της Gavriel για το έτος 2013 υπό τον τίτλο «Ανακαινίσεις Διακοσμήσεις» (σελ.17). Ρωτήθηκε ο Καλλονά γιατί δεν παρουσιάζει τις Οικονομικές Καταστάσεις για το έτος 2012 όπου θα υπήρχαν λεπτομέρειες του ποσού αυτού και ανάφερε ότι ο ίδιος είχε οδηγίες να ετοιμάσει τις καταστάσεις των ετών 2013, 2014 και
- Αυτό έγινε ένα μήνα πριν τη μαρτυρία του. Οι καταστάσεις για το 2011 και 2012 έγιναν πριν 4 χρόνια, ανάφερε, αλλά αυτό δεν είναι εξήγηση γιατί να μην παρουσιαστούν. Μαρτυρία για έξοδα προώθησης και διαφήμισης του καφεστιατορίου δεν έχει ουσιαστικά προσφερθεί και επομένως κανένα ποσό δεν θα μπορούσε, κάτω από οιεσδήποτε περιστάσεις, να επιδικαστεί. Αξιώνονταν €150.000, ενώ ο Ενάγοντας είχε καταγράψει στη γραπτή του δήλωση και επαναλάβει δια ζώσης ότι είχε προβεί σε έξοδα προώθησης και διαφήμισης του καφεστιατορίου ύψους €15.
- Ωστόσο, δεν έχει παρουσιαστεί κανένα αποδεικτικό στοιχείο, καμιά απόδειξη και κανένα τιμολόγιο, ενώ καμιά αναφορά δεν έγινε σε κάποια συγκεκριμένη ενέργεια προώθησης ή διαφήμισης ή κάποιο συγκεκριμένο ποσό που καταβλήθηκε. Η μαρτυρία του Ενάγοντα κρίνεται ως αναξιόπιστη. Πρόδηλα αναφέρθηκε σε κάποιο ποσό στην προσπάθεια του να αυξήσει το ποσό των απαιτήσεων του. Το ίδιο ισχύει και για τις διεκδικούμενες μηνιαίες αποζημιώσεις. Η μαρτυρία ήταν ότι η επιχείρηση ήταν ζημιογόνα. Αναφέρει ο Ιακώβου ότι μέχρι τον Φεβρουάριο του 2012 ήταν κερδοφόρα, αλλά κανένα στοιχείο δεν προσφέρθηκε και κανένα συγκεκριμένο ποσό κέρδους δεν μαρτυρήθηκε. Η θέση του Ενάγοντα ότι η πρόνοια στη Συμφωνία ότι αυτά καθίστανται ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1, χωρίς αποζημίωση προς τον ίδιο, δεν έχει εφαρμογή, γιατί οι Εναγόμενες παραβίασαν την μεταξύ τους Συμφωνία απορρίπτεται. Πέραν του ότι όπως έχει διαπιστωθεί επρόκειτο για αντικείμενα που ανήκαν στην Gavriel ο σχετικός όρος στη Συμφωνία είναι ξεκάθαρος και καλύπτει την περίπτωση νόμιμου τερματισμού από την Εναγόμενη 1, όπως διαπιστώθηκε ότι έγινε. Από τα ποσά που αξιώνονται με την Απαίτηση, μαρτυρία προσφέρθηκε μόνο για τις δαπάνες επένδυσης στο καφεστιατόριο. Όμως δεν επρόκειτο για δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο Ενάγοντας. Η όποια τυχόν ζημιά του Ενάγοντα θα μπορούσε να έχει άλλη μορφή. Όπως έχει διαμορφωθεί και δικογραφηθεί η επιμέρους αξίωση ο Ενάγοντας δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει οιονδήποτε ποσό. Οι δικηγόροι των Εναγομένων εισηγήθηκαν όπως η μαρτυρία που αφορά σε έξοδα που έγιναν από την Gavriel αγνοηθεί γιατί δεν καλύπτεται από τη δικογραφία. Η μαρτυρία αυτή δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη για να τεκμηριώσει τον επιδικασμό αποζημιώσεων σε μορφή που δεν καλύπτεται από την Απαίτηση. Ωστόσο, ως μαρτυρία ανατρεπτική των απαιτήσεων του Ενάγοντα ασφαλώς και λαμβάνεται υπόψη ως καθοριστική για την απόρριψη της αξίωσης του Ενάγοντα ότι αυτός υποβλήθηκε στις συγκεκριμένες δαπάνες. Επομένως πέραν από την παράμετρο που αφορά στην όποια υπαιτιότητα της Εναγόμενης 1 ή και 2 ο Ενάγοντας ουδεμία ζημιά απέδειξε ώστε να ήταν ποτέ δυνατό να του επιδικαστεί οιονδήποτε ποσό. Λ. Τα Ποσά της Ανταξίωσης O Ξάνθος Πισιάρας (Μ.Υ.4) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.30) είναι αρχιτέκτονας- πολεοδόμος από το 1986 με γραφείο στη Λεμεσό. Μαρτύρησε πως τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου 2011 με εντολή της Εναγόμενης 2 ετοίμασε σχέδια για επιδιορθώσεις, αλλαγές και βελτιώσεις στο επίδικο κτίριο τα οποία αφού υποβλήθηκαν εξασφαλίστηκε η σχετική άδεια. Ετοιμάστηκαν όροι και ζητήθηκαν προσφορές. Τα έργα κατακυρώθηκαν στην εργοληπτική εταιρεία A. Sifounas Constructions Co Ltd. Αρχές του Καλοκαιριού του 2011 άρχισε η εκτέλεση των έργων. Περί το τέλος του Καλοκαιριού του 2011 του ζητήθηκαν αλλαγές στα σχέδια ώστε να κατασκευαστεί ανελκυστήρας στην πρόσοψη του κτιρίου για ανεξάρτητη και αυτόνομη πρόσβαση από τον δημόσιο δρόμο στην καφετέρια στον 3ον όροφο, χωρίς άλλη στάση. Τα σχέδια ετοιμάστηκαν και αφού εξασφαλίστηκε η σχετική άδεια η εργοληπτική εταιρεία εκτέλεσε τις εργασίες για την τοποθέτηση του ανελκυστήρα. Στη συνέχεια, τον Νοέμβριο του 2011 ετοιμάστηκαν νέα σχέδια για ανακαίνιση των τουαλετών του χώρου του καφεστιατορίου ώστε να συνάδουν με τους κανονισμούς λειτουργίας του ΚΟΤ. Οι εργασίες αυτές έγιναν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του
- Τα είδη υγιεινής ανάφερε επιλέγηκαν από τον διακοσμητή του διαχειριστή του καφεστιατορίου. Ο Πισιάρας στη βάση των σχετικών τιμολογίων και αποδείξεων που του παρουσιάστηκαν (Τεκμ.24-27) ετοίμασε συνοπτική κατάσταση εξόδων (Τεκμ.28) που καταλήγει στο διεκδικούμενο στην ανταπαίτηση ποσό των €115.
- Η απόσυρση της αξίωσης για τα έξοδα κατασκευής εξωτερικού ανελκυστήρα για την καφετέρια δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από του να προβεί σε αρνητικό σχολιασμό που πλήττει την αξιοπιστία όσων υποστήριξαν, με σαφή πρόθεση να επαυξήσουν τις διεκδικήσεις των Εναγομένων ότι η εγκατάσταση του ήταν αξίωση του Ενάγοντα. Τόσο ο Αριστείδου (παρ.27 της γραπτής του δήλωσης) όσο και ο Πέτερ (παρ.34 της γραπτής του δήλωσης) χρησιμοποίησαν τη φράση: «Γνωρίζω ότι μέσα στα πλαίσια της εφαρμογής και υλοποίησης της Συμφωνίας». Αμφότεροι μαρτύρησαν έτσι στην προσπάθεια τους να καλύψουν την αντικειμενική δυσκολία που προέκυπτε από το γεγονός ότι ενώ η Συμφωνία υπογράφηκε την 20.10.2011, ο Πισιάρας είχε λάβει οδηγίες να ετοιμάσει τα σχέδια για τον ανελκυστήρα από περί το τέλος του Καλοκαιριού του
- Είναι η περαιτέρω θέση του Πέτερ, γνωρίζει λέει, ότι μέσα στα πλαίσια της εφαρμογής και υλοποίησης της Συμφωνίας ο Ενάγοντας αξίωσε από την Εναγόμενη 1 να ανακαινίσει και να δημιουργήσει νέα αποχωρητήρια για την καφετέρια και πως η Εναγόμενη 1 έθεσε το ζήτημα στην Εναγόμενη 2 και συμφώνησε ότι το κόστος που θα επωμιζόταν η Εναγόμενη 2 θα της το πλήρωνε μετά η Εναγόμενη
- Έτσι η Εναγόμενη 1 αξιώνει τα σχετικά έξοδα για να τα αποδώσει στην Εναγόμενη
- Την ίδια θέση υποστήριξε και ο Αριστείδου. Υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι απαίτησε την αναβάθμιση των τουαλετών λόγω της μετατροπής του καφεστιατορίου και σε εστιατόριο. Ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι υπέδειξε ότι: «δεν γίνεται να έχουμε ένα εστιατόριο κλασάτο και οι τουαλέτες να είναι του 1980» και ότι η ΕΣΕΛ ανέλαβε να τις ανακαινίσει. Η Συμφωνία προνοούσε στον όρο 1 ότι ο χώρος παραχωρείτο για τον σκοπό της χρήσης του ως «καφετέριας/εστιατορίου». Συνεπώς ήταν υποχρέωση της Εναγόμενης 1 να διατηρεί τουαλέτες που θα επέτρεπαν τη νόμιμη χρήση του χώρου και ως εστιατόριο. Κατέστη σαφές από τη μαρτυρία του Πισιάρα ότι οι υφιστάμενες τουαλέτες δεν ανταποκρίνονταν στους κανονισμούς λειτουργίας του ΚΟΤ και έπρεπε να ανακαινιστούν. Γίνεται αντιληπτό πως ο ΚΟΤ δεν θα επέτρεπε τη λειτουργία καφετερίας ή καφεστιατορίου με τις υφιστάμενες τουαλέτες οπόταν η Εναγόμενη 1 που παραχωρούσε χώρο προς χρήση ως καφετερία ή καφεστιατόριο είχε υποχρέωση να διαμορφώσει τουαλέτες σύμφωνα με τους κανονισμούς του ΚΟΤ. Όπως μαρτύρησε ο Ενάγοντας, χωρίς να αμφισβητηθεί επί του προκειμένου, οι τουαλέτες αποτελούσαν κοινόχρηστο χώρο του πολυκαταστήματος. Τα έξοδα επωμίστηκε η Εναγόμενη 2 ιδιοκτήτρια του κτιρίου και καμιά συμφωνία δεν παρουσιάστηκε που να καθιστά την Εναγόμενη 1 υπόλογη να την πληρώσει για τις δαπάνες. Είναι ο τρόπος που οι δύο Εταιρείες λειτουργούσαν. Το Δικαστήριο απορρίπτει την επί του προκειμένου θέση των Πέτερ και Αριστείδου. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο πως οι δύο σε συνεννόηση και χωρίς να ανταποκρίνεται στην αλήθεια προέβαλαν τη θέση για συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2 για να επαυξήσουν τις διεκδικούμενες κατά του Ενάγοντα αποζημιώσεις κακόπιστα και εκδικητικά, όπως άλλωστε προσπάθησαν να πράξουν και για την περίπτωση των δαπανών της εγκατάστασης του εξωτερικού ανελκυστήρα. Μαρτυρήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης 1 και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι από 1.3.2012 ο Ενάγοντας δεν κατέβαλε τα δικαιώματα χρήσης για το καφεστιατόριο. Συνεπώς κατά την 24.9.2013 που η Εναγόμενη 1 με επιστολή των δικηγόρων της τερμάτισε τη Συμφωνία, ο Ενάγοντας βρισκόταν σε παράβαση της αφού δεν κατέβαλλε τα δικαιώματα χρήσης όπως προνοούσαν οι όροι 4(α) και (δ) και 5(α) αυτής. Η Εναγόμενη 1 νομιμοποιείτο στον τερματισμό της Συμφωνίας. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι τέλος του 2013 απέστειλε επιστολή και ζήτησε και προφορικά από τον Σουτζιή ότι επιθυμούσε να εγκαταλείψει το χώρο. Υποστηρίζει ότι ο Σουτζιής του είπε να παραμείνει μέχρι τέλος του χρόνου έτσι ώστε να δουλέψουν και οι άλλοι καταστηματάρχες την περίοδο των Χριστουγέννων και μετά να φύγει. Έτσι παρέμεινε μέχρι τέλος του χρόνου και η διευθέτηση ήταν στη συνέχεια να αφήσει τα έπιπλα του στο χώρο μέχρι να βρει μέρος για να τα μετακινήσει. Ο Σουτζιής αρνείται ότι 29.10.2013 ο Ενάγοντας ειδοποίησε μέσω του τις Εναγόμενες ότι θα παραδώσει το χώρο του καφεστιατορίου ή ότι ο ίδιος του ζήτησε να παραμείνει μέχρι 31.12.
- Η εκδοχή του Σουτζιή είναι ότι λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2013 ο Ενάγοντας τον ειδοποίησε να μεταφέρει στην Εναγόμενη 1 την επιθυμία του να φύγει τέλος του Δεκεμβρίου του 2013, αφήνοντας μέρος του εξοπλισμού του, ώστε αν κάποιος ενδιαφερόταν να αναλάβει τη διαχείριση του καφεστιατορίου να του τον πωλήσει ή ενοικιάσει. Δεδομένου ότι είχε ήδη καταχωριστεί η παρούσα αγωγή ο Σουτζιής είπε στον Ενάγοντα ότι θα ενημέρωνε το δικηγόρο της Εναγόμενης 1 όπως και έπραξε. Τη θέση αυτή υποστήριξε και ο Πέτερ. Με επιστολή τους ημερ. 3.1.2014 (Τεκμ.7) οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 πληροφορούσαν τους δικηγόρους του Ενάγοντα ότι ο τελευταίος είχε πληροφορήσει την Εναγόμενη 1 ότι εγκαταλείπει την καφετέρια και ότι ζητούσε να του επιτραπεί να αφήσει μέρος του εξοπλισμού που είχε στην καφετέρια για περίοδο δύο-τριών μηνών έτσι ώστε αν κάποιο πρόσωπο ενδιαφερθεί να αναλάβει τη διαχείριση της να συζητήσει μαζί του το ενδεχόμενο να του πωλήσει, παραχωρήσει ή ενοικιάσει τον εξοπλισμό. Διαβιβάζεται προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα η θέση της Εναγόμενης 1 ότι λόγω της εκκρεμοδικίας της αγωγής η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να συζητά με τον Ενάγοντα οποιοδήποτε ζήτημα. Αναφέρεται ακόμα ότι ο Ενάγοντας είχε επικοινωνήσει με τους δικηγόρους της Εναγόμενης 1 αλλά και πάλι του εξηγήθηκε ότι δεν μπορούσε να συζητηθεί οτιδήποτε μαζί του χωρίς προηγούμενα να ενημερωθούν οι δικηγόροι του. Ζητείτο από τους δικηγόρους του Ενάγοντα να θέσουν γραπτώς τη θέση του Ενάγοντα για να τεθεί ενώπιον της Εναγόμενης
- Σημειωνόταν ακόμη ότι ο Ενάγοντας εξακολουθούσε να βρίσκεται στο υποστατικό. Δεν έχει παρουσιαστεί απαντητική ή μεταγενέστερη επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ούτε μαρτυρήθηκε ότι τέτοια αποστάληκε ή ότι υπήρξε άλλη επαφή μεταξύ των δικηγόρων των μερών. Η θέση του Ενάγοντα ότι μετά την επιστολή των δικηγόρων της Εναγομένης ημερ. 3.1.2014 συμφωνήθηκε να αφήσει τον εξοπλισμό του στο χώρο του καφεστιατορίου μέχρι το τέλος Μαΐου του 2014 και ότι η Εναγόμενη 1 συμφώνησε να μην απαιτήσει δικαιώματα χρήσης δεν γίνεται αποδεκτή. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 καταγράφουν στην επιστολή τους ξεκάθαρα την προσέγγιση της Εναγόμενης 1 στο ζήτημα. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι η Εναγόμενη 1 συμφώνησε οτιδήποτε αναφορικά με το ζήτημα χωρίς την εμπλοκή των δικηγόρων των δύο πλευρών. Μαρτυρήθηκε ότι τον Φεβρουάριο του 2014 μέχρι τον Ιούλιο του 2014 ο Ενάγοντας παρέλαβε σταδιακά μέρος του εξοπλισμού του. Όπως ανέφερε ο Πέτερ ο Ενάγοντας εγκατέλειψε το πολυκατάστημα αρχές Μαΐου του
- Μετά την 6.11.2014 που η Εναγόμενη 1 τέθηκε υπό εκκαθάριση με εντολή του Επίσημου Παραλήπτη δεν επιτράπηκε στον Ενάγοντα να πάρει άλλα πράγματα. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας παρέδωσε κατοχή του χώρου του καφεστιατορίου στην Εναγόμενη 1 αρχές Μαΐου του
- Επομένως, ο Ενάγοντας υποχρεούται στην καταβολή των δεδουλευμένων δικαιωμάτων χρήσης για την καφετέρια, δηλαδή μέχρι και την 30.4.2014, όπως ζητείται με την Ανταπαίτηση. Το διεκδικούμενο με την Ανταπαίτηση επιμέρους ποσό είναι €55.527,50 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. Η Εναγόμενη 1 με την αγόρευση των δικηγόρων της παραπέμπει στον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, άρθρο 39 και Παράρτημα 8
(1)(α) με το οποίο, όπως υποστηρίζει, τα δικαιώματα χρήσης υπόκεινται σε Φ.Π.Α., ζητώντας από το Δικαστήριο να επιδικάσει Φ.Π.Α. επί των δικαιωμάτων χρήσης που οφείλει ο Ενάγοντας. Η Συμφωνία είναι ξεκάθαρη ως προς το ποσό που ο Ενάγοντας όφειλε να καταβάλει προς την Εναγόμενη 1 ως δικαίωμα άδειας ή δικαίωμα χρήσης. Δεν συζητήθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής κατά πόσο σε αυτό περιλαμβάνεται το Φ.Π.Α. ή όχι. Στη Συμφωνία δεν υπάρχει καμιά ένδειξη. Εάν ο Ενάγοντας έχει δυνάμει της Νομοθεσίας υποχρέωση καταβολής Φ.Π.Α αυτή είναι προς το δημόσιο και όχι προς την Εναγόμενη
- Το Δικαστήριο θα επιδικάσει το ποσό του δικαιώματος χρήσης και θα δώσει οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως αντίγραφο της απόφασης κοινοποιηθεί στον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας για τις δικές του ενέργειες, εφόσον αυτός κρίνει σκόπιμο. Η Εναγόμενη 1 διεκδικεί και απώλεια δικαιωμάτων χρήσης για την περίοδο από 1.5.2014 μέχρι 31.10.
- Εγκατέλειψε την απαίτηση για τη συνέχεια αφού στις 6.11.2014 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της και όπως παραδέχεται δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία για οποιεσδήποτε ενέργειες του εκκαθαριστή για διάθεση του χώρου του καφεστιατορίου. Ούτε όμως για την διεκδικούμενη περίοδο προσφέρθηκε τέτοια μαρτυρία ώστε να καταδειχθεί ότι η Εναγόμενη 1 ενήργησε προς μετριασμό των ζημιών της. Διαφάνηκε άλλωστε πως το κτίριο δεν λειτουργούσε πλέον ως πολυκατάστημα υπό συνθήκες που θα ήταν ποτέ δυνατό να προσελκύσουν νέο χρήστη του χώρου του καφεστιατορίου. Η Εναγόμενη 1 προέβη στον Μάρτιο του 2013 στην απόλυση του Αβρααμίδη ως πλεονάζοντος. Δηλαδή οι υπηρεσίες διευθυντή του πολυκαταστήματος ήταν από τον Μάρτιο του 2013 αχρείαστες. Το γεγονός επιβεβαιώνει ότι το πολυκατάστημα δεν λειτουργούσε ή υπολειτουργούσε χωρίς διευθυντή. Επομένως η Εναγόμενη 1 δεν δικαιούται οιανδήποτε περαιτέρω αποζημίωση σε σχέση με τα δικαιώματα χρήσης του χώρου του καφεστιατορίου πέραν των δεδουλευμένων δικαιωμάτων μέχρι και την ημερομηνία που ορθά θεωρείται ότι ο Ενάγοντας εγκατέλειψε το χώρο. Η Εναγόμενη 1 δικαιούται στο ποσό των €48.000 για τα δικαιώματα χρήσης για την περίοδο 1.3.2012 μέχρι 30.4.
- Περαιτέρω δικαιούται στο ποσό των €9.565,73 για το ηλεκτρικό ρεύμα και €110 για το νερό, στο σύνολο €57.675,73 Είναι αποδεκτό από την Εναγόμενη 1 ότι κατέχει το ποσό των €10.500 ως εγγύηση σύμφωνα με τον όρο 11 της Συμφωνίας. Αφαιρουμένου του ποσού αυτού το καθαρό οφειλόμενο ποσό είναι €47.175,
- Ως εκ των ανωτέρω η Απαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενες 1 και 2 εκπροσωπούνταν από την δικηγορική εταιρεία Ηλία & Ηλία ΔΕΠΕ και είχαν καταχωρίσει κοινή Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Η Ανταπαίτηση αφορούσε μόνο την Εναγόμενη
- Μετά την τροποποίηση που διατάχθηκε την 18.3.2015, την 10.6.2015 ο Επίσημος Παραλήπτης καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης για την υπό εκκαθάριση πλέον Εναγόμενη
- Στη συνέχεια η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκε την 16.6.2015 ήταν και πάλι κοινή. Καταχωρίστηκε από την δικηγορική εταιρεία Ηλία & Ηλία ΔΕΠΕ που εμφανιζόταν και για τον Επίσημο Παραλήπτη. Ο μόνος δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση από πλευράς της υπεράσπισης ήταν ο κ. Μάριος Ηλία. Υπό τις περιστάσεις κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως οι Εναγόμενες δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. Στην Ανταπαίτηση εκδίδεται Απόφαση υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον του Ενάγοντα για το ποσό των €47.175,
- Έχοντας υπόψη την περίοδο των δικαιωμάτων χρήσης που το κύριο ποσό αφορά κρίνεται ορθό και δίκαιο να επιδικαστεί και επιδικάζεται νόμιμος τόκος. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκε μαζί με την Απαίτηση και ότι επιδικάστηκαν έξοδα στην Απαίτηση σε μεγαλύτερη κλίμακα κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να μην εκδοθεί περαιτέρω διαταγή για έξοδα στην Ανταπαίτηση. Ο Πρωτοκολλητής να κοινοποιήσει την Απόφαση στον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας για τις δικές του ενέργειες εφόσον αυτός κρίνει σκόπιμο. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Σύμβαση Άδειας Χρήσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο