← Κύπρος

Δρα Ανδρέα Στυλιανίδη ν. Πολυκλινική Υγεία Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2930/2017, 21/3/2018

Δρα Ανδρέα Στυλιανίδη ν. Πολυκλινική Υγεία Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2930/2017, 21/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A101 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2930/2017 Μεταξύ: Δρα Ανδρέα Στυλιανίδη Ενάγοντα και

  1. Πολυκλινική Υγεία Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ
  2. Πολυκλινική Υγεία Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 21 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: Ο κ. Κ. Καρατσής για N. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC Για Εναγομένους - Καθ' ων η αίτηση: Η κα Τ. Γρηγορίου για CHR. DEMETRIADES & CO. LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση ημερ. 18.01.2018 για παραχώρηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) Ο αιτητής επιδιώκει με την παρούσα αίτηση του την έκδοση διατάγματος με το οποίο να του παρασχεθεί η άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση στα πλαίσια αίτησης η οποία καταχωρίστηκε μονομερώς και εξασφαλίστηκε διάταγμα και στην οποία η πλευρά των καθ' ων η αίτηση στη συνέχεια, όταν τους επιδόθηκε τόσο η αίτηση όσο και το εκδοθέν διάταγμα καταχώρησαν ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, Θ. 1 - 3 και 4

(2), στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται από τον αιτητή Δρα Ανδρέα Στυλιανίδη, ο οποίος στην ένορκη δήλωση του, πέραν της ιδιότητας του, της προσωπικής γνώσης που έχει των γεγονότων της υπόθεσης και της μέχρι σήμερα πορείας της αγωγής του και της αίτησης, υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις των κ.κ. Αναστάσιου Μπόκαρη και Ευάγγελου Σιβιτανίδη οι οποίοι υποστηρίζουν την ένσταση των καθ' ων η αίτηση χρήζουν απάντησης και διευκρίνισης μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ούτως ώστε αφενός το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση και αφετέρου να αποφευχθεί η παραπλάνηση του και αυτό καθώς του καταλογίζουν εσκεμμένα ότι δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με «καθαρά χέρια». Ο Δρ Α. Στυλιανίδης συγκεκριμενοποιεί τους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση που χρήζουν τέτοιας απάντησης και διευκρίνισης στους ακόλουθους: « i. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Εναγομένων περί εξ ολοκλήρου οικονομικής φύσης των αξιώσεων του Ενάγοντα και περί φερεγγυότητας τους να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που ήθελε εκδοθεί προς όφελος του Ενάγοντα στην αγωγή (βλ. 9ο Λόγο Ένστασης και παρ. 30 Ε/Δ Μπόκαρη). ii. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο ασθενής κ. Παπαδήμας αντιμετώπιζε υψηλού βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό και ότι μετά την χορήγηση ατροπίνης παρουσίασε σημάδια βελτίωσης (βλ. παρ. 14 Ε/Δ. Μπόκαρη). iii. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι κατά την άποψη του Δρα Παναγή θα μπορούσε να τοποθετηθεί προσωρινός διαφλέβιος βηματοδότης για υποστήριξη του ασθενή κ. Παπαδήμα μέχρι το επόμενο πρωί όπου θα εμφυτεύετο μόνιμος βηματοδότης με την βοήθεια του Δρα Ε. Σιβιτανίδη (βλ. παρ. 14 Ε/Δ. Μπόκαρη). iv. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Δρ Παναγή ζήτησε από τον Ενάγοντα να του δώσει λίγα λεπτά για να οργανώσει την τοποθέτηση μόνιμου βηματοδότη άμεσα (βλ. παρ. 14 Ε/Δ. Μπόκαρη). v. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο ασθενής κ. Παπαδήμας δεν μεταφέρθηκε στην Πολυκλινική ως ασθενής του Ενάγοντα (βλ. παρ. 18(α) Ε/Δ. Μπόκαρη). vi. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας είχε εξ αρχής ενδοιασμούς και επιθυμία για μεταφορά του κ. Παπαδήμα σε άλλο νοσηλευτικό κέντρο πριν αφιχθεί στην Πολυκλινική ο επεμβατικός καρδιολόγος (βλ. παρ. 18(β) Ε/Δ. Μπόκαρη). vii. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Δρ Παναγή ουδέποτε ανέφερε στον Ενάγοντα ότι δεν μπορεί να τοποθετήσει μόνιμο βηματοδότη για τον λόγο ότι τα πήρε όλα μαζί του ο Δρ Kalani φεύγοντας από την Πολυκλινική (βλ. παρ. 18(δ) Ε/Δ. Μπόκαρη). viii. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας επικοινώνησε με τον Δρ. Kalani για να αποφασίσει την διαχείριση της κατάστασης, ότι απαγορεύεται συνεργάτης ιατρός να επικουρείται από πρόσωπα τα οποία δεν είναι εγκεκριμένα ως συνεργάτες χωρίς την γραπτή έγκριση της διοίκησης της Πολυκλινικής και ότι το γεγονός ότι ο Δρ Kalani εισήλθε στην μονάδα και μελέτησε το ηλεκτροκαρδιογράφημα συνιστά παράβαση των Κανονισμών (βλ. παρ. 18(ε) Ε/Δ. Μπόκαρη). ix. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας δεν ενημέρωσε επαρκώς τους συγγενείς του ασθενή κ. Παπαδήμα (βλ. παρ. 18 (στ) Ε/Δ. Μπόκαρη). x. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από το Mediterranean Hospital να τον εφοδιάσει με μόνιμο βηματοδότη ώστε να καταστεί δυνατή η άμεση τοποθέτηση στον κ. Παπαδήμα (βλ. παρ. 18(η) Ε/Δ. Μπόκαρη). xi. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας παρότρυνε και επέτρεψε την μεταφορά ασθενή από την Πολυκλινική σε άλλο ιατρικό κέντρο χωρίς την σύμφωνη γνώμη του ιατρικού διευθυντή ή της διεύθυνσης (βλ. παρ. 22 Ε/Δ. Μπόκαρη). xii. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι παρακάμφθηκαν από τον Ενάγοντα οι διαδικασίες εισαγωγής ασθενούς στην Πολυκλινική (βλ. παρ. 34 Ε/Δ. Μπόκαρη). xiii. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας θα μπορούσε να προτείνει στον εντατικολόγο Δρα Παπαδόπουλο να χορηγήσει στον ασθενή ισοπρεναλίνη για να γεφυρώσει τον χρόνο μέχρι την άφιξη του Δρος Στυλιανίδη στην Πολυκλινική (βλ. παρ. 3(α) Ε/Δ. Σιβιτανίδη). xiv. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι κανένα ιδιωτικό ιατρικό κέντρο δεν διαθέτει αποθέματα μόνιμων βηματοδοτών (βλ. παρ. 3(β) Ε/Δ. Σιβιτανίδη). xv. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Δρ Σιβιτανίδης τοποθέτησε μεγάλο αριθμό βηματοδοτών τόσο σε νοσοκομεία της Γερμανίας όσο και της Θεσσαλονίκης και ότι στην Κύπρο τους τελευταίους 14 μήνες έχει ήδη τοποθετήσει 3 μόνιμους βηματοδότες (βλ. παρ. 3(γ) Ε/Δ. Σιβιτανίδη). xvi. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι εάν κριθεί αναγκαία η μεταφορά ασθενών από χώρο σε χώρο τότε θα πρέπει να ενημερώνονται για τους κινδύνους που εγκυμονεί τέτοια μεταφορά (βλ. παρ. 3(ε) Ε/Δ Σιβιτανίδη).» Στη συνέχεια προβάλλει διάφορους άλλους λόγους οι οποίοι ουσιαστικά αφορούν μεταγενέστερα γεγονότα που άπτονται της αρχόμενης στο μεταξύ πειθαρχικής διαδικασίας και αυτό για να καταδειχθεί όπως διατείνεται η κακοπιστία και εκδικητικότητα που επέδειξαν και επιδεικνύουν οι καθ' ων η αίτηση προς το πρόσωπο του αιτητή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι υπάρχει καλός λόγος και ότι θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να του επιτραπεί να καταχωρήσει τη συμπληρωματική δήλωση. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία έχει την ίδια νομική βάση όπως και η αίτηση στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι για τους οποίους εισηγούνται ότι δεν θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση « 1. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. 2. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική καθώς επίσης γενική και/ή αόριστη. 3. Ο Αιτητής παραλείπει και/ή δεν επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίσης αίτησης αντίγραφο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιδιώκει να καταχωρήσει ως η ορθή πρακτική και νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβάλλει και/ή ο λόγος που επικαλείται για την παράλειψη του αυτή είναι εκ των υστέρων επινοηθείς και/ή κατασκευασθείς και/ή άσχετος και/ή ανεπαρκής να παρακάμψει και/ή θεραπεύσει την παρατυπία αυτή. 4. Ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει το περιεχόμενο των απαντήσεων και των εξηγήσεων και/ή διευκρινήσεων που επιθυμεί να προσφέρει με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, επιδιώκοντας κατ' αυτό τον τρόπο να καταλάβει εξαπίνης και/ή να αιφνιδιάσει τους Καθ' ων η Αίτηση. 5. Δεδομένου ότι στις 16/10/2017 έχει εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ιδίας ημερομηνίας, η προσαγωγή από τον Αιτητή πρόσθετης μαρτυρίας στο στάδιο αυτό δεν είναι επιτρεπτή. 6. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.48, Θ. 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφ' ης στιγμής δεν αποκαλύπτεται «καλός λόγος», σαφής, επαρκής και συγκεκριμένος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  1. Ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος που φέρει αναφορικά με την ύπαρξη καλού λόγου και/ή επαρκούς λόγου για την καταχώρηση της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εφόσον απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία πειστικά ως προς το ότι το αίτημα του υποβάλλεται και/ή υπαγορεύεται από καλό λόγο.
  2. Ο Αιτητής επιχειρεί να εξασφαλίσει άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, παραπλανώντας το προς την ύπαρξη καλού και/ή επαρκούς λόγου, ενώ στην ουσία επιδιώκει να επωφεληθεί της ευκαιρίας να διορθώσει παραλείψεις και/ή αδυναμίες και/ή κενά της μονομερούς αίτησης και/ή της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει.
  3. Ο Αιτητής επιδιώκει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, παραβλέποντας και/ή καταστρατηγώντας το σκοπό για το οποίο είναι δυνατό να γίνει επίκληση και/ή χρήση της δικονομικής δυνατότητας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δυνάμει της Δ.48 Θ. 4
(2).
  1. Κανένας νέος και/ή μη γνωστός εκ των προτέρων στον Αιτητή ισχυρισμός δεν τέθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση μέσω των ενόρκων δηλώσεων των κ.κ. Μπόκαρη και Σιβιτανίδη, για τον οποίο να απαιτείται άδεια για υποβολή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τα γεγονότα που επιχειρεί ο Αιτητής να θέσει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ήταν εις γνώση του πριν λάβει μονομερώς δικαστικά μέτρα με την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος και/ή όσα δεν ήταν εις γνώση του ενόψει του ότι έλαβαν χώρα μεταγενέστερα είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα που αφορούν στο παρόν στάδιο την αναθεώρηση του προσωρινού μονομερούς διατάγματος ημερ. 16/10/
  2. Τα όσα ο Αιτητής επιδιώκει να προσθέσει μέσω της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τίποτα και/ή τίποτα ουσιαστικό δεν προσθέτουν και/ή σε τίποτα δεν διαφοροποιούν την υφιστάμενη εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα καταχώρησης της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκδοχή η οποία εν πάση περιπτώσει έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η τύχη της οποίας βρίσκεται πλέον στην κρίση του Δικαστηρίου.
  3. Η Αίτηση του Αιτητή είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή σκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος και ως εκ τούτου συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  4. Δεν εξυπηρετείται ο σκοπός της ορθής απονομής της δικαιοσύνης ενώ τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προσθέσει στην διαδικασία αχρείαστη επιχειρηματολογία, επανάληψη υφιστάμενων ισχυρισμών, σπατάλη πολύτιμου χρόνου, θα περιπλέξει και καταστήσει πολύπλοκη την διαδικασία κατά τρόπο που το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του γεγονότα άσχετα και αχρείαστα να εξεταστούν στο παρόν στάδιο αφού θα αναγκάσουν αυτό να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Αναστάσιου Μπόκαρη ο οποίος δηλώνει γενικός διευθυντής των καθ' ων η αίτηση και ο οποίος πέραν της ιδιότητας του και της προσωπικής γνώσης του των γεγονότων της υπόθεσης και της εξουσιοδότησης που έχει από τους καθ' ων η αίτηση να προβεί εκ μέρους τους στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των λόγων ένστασης, δηλώνει ότι στο βαθμό που η ένορκη δήλωση του εμπεριέχει πληροφόρηση από τρίτα πρόσωπα ότι αναφέρει ρητά την σχετική πηγή της πληροφόρησης του. Απορρίπτει στην ολότητα τους, τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης του. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης στο βαθμό που δεν γίνονται παραδεκτοί με την ένορκη δήλωση του. Περαιτέρω όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση, ο αιτητής όφειλε να επισυνάψει ως είθισται την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κατά τρόπο ώστε το περιεχόμενο αυτής να καταστεί γνωστό σε αυτούς αλλά και κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να δύναται να συνάγει κατά πόσο συντρέχει σοβαρός λόγος για να επιτρέψει την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αντ' αυτού, ο αιτητής αρκέστηκε στην καταγραφή μόνο των παραγράφων που επιθυμεί να απαντήσει χωρίς περαιτέρω εξήγηση και παράθεση του περιεχόμενου της απάντησης. Στην συνέχεια ο αιτητής αρκείται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί της ανάγκης απάντησης για αποκρυστάλλωση της πραγματικής εικόνας των γεγονότων. Περαιτέρω, απ' ότι καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει, και με βάση τα όσα τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση, ο αιτητής δεν αναφέρει καν περιληπτικά ως είναι επιθυμητό από τη νομολογία, τα γεγονότα που ζητεί να συμπεριληφθούν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αλλά αντιθέτως καταφεύγει σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, οι οποίοι ούτε επεξηγούνται αλλά ούτε και δικαιολογούνται για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Δεν αποκαλύπτεται πουθενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση το περιεχόμενο των απαντήσεων και εξηγήσεων που επιθυμεί ο αιτητής να προσφέρει, κάτι το οποίο απ' ότι καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει είναι καθιερωμένη πρακτική. Περαιτέρω, στην παράγραφο 12 και 13 της ένορκης δήλωσης του αιτητή, αναφέρεται σε γενικές γραμμές ότι ο λόγος για τον οποίο ο αιτητής δεν επισύναψε την ένορκη δήλωση που επιχειρεί να καταχωρήσει είναι η στενότητα του χρόνου αφού μόλις στις 12.01.2018 ενημερώθηκε για τη μη ευόδωση των προσπαθειών για διευθέτηση. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο ίδιος ο αιτητής, ο οποίος στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης αναφέρει ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα να ετοιμάσει τις απαντήσεις του και να συντάξει το πρότυπο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με πολυσέλιδη επιστολή του ημερομηνίας 14.01.2018 (18 σελίδων με επισυνημμένα σειρά τεκμηρίων), την οποία κοινοποίησε σε σωρεία προσώπων, απαντά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση και παραθέτει την θέση του και τους ισχυρισμούς του. Ως συνάγεται από τα ανωτέρω, η μη συμπερίληψη της ένορκης δήλωσης που προτίθεται να καταχωρήσει με την παρούσα αίτηση, δεν οφείλεται στην έλλειψη χρόνου αλλά στην γενικότερη κακόπιστη στάση που τηρεί ο αιτητής ο οποίος επιχειρεί να καταλάβει εξαπίνης τους καθ' ων η αίτηση και να τους αιφνιδιάσει. Επί της ουσίας των λόγων ένστασης δηλώνει τα ακόλουθα: « (α) Η πλευρά του αιτητή όφειλε, σύμφωνα με νομική συμβουλή που έχει, να είχε αποκαλύψει στο Δικαστήριο το σύνολο των γεγονότων που στηρίζουν το αίτημα του και σπάνια έως ποτέ τα Δικαστήρια επιτρέπουν την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, οι οποίες στην πράξη επιχειρούν να διορθώσουν αδυναμίες, λάθη ή εσκεμμένες παραλείψεις στις οποίες προέβη οι πλευρά του αιτητή στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει το σχετικό διάταγμα. (β) Όπως και πάλι τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση, ο αιτητής δεν έχει αποκαλύψει «καλό λόγο» όπως προνοείται από τη σχετική διάταξη Δ.
  5. Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για τον οποίο θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει την αιτούμενη συμπληρωματική δήλωση. Απλή αντίκρουση και απάντηση των ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καλός λόγος για να του παραχωρηθεί η σχετική άδεια. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του αιτητή, περιέχονται γενικοί, ασαφείς και αόριστοι λόγοι προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης, χωρίς να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου πειστικά στοιχεία ως προ το αίτημα που υποβάλλεται. Άμεση επιδίωξη του αιτητή σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, συνιστά η διόρθωση παραλείψεων και αδυναμιών καθώς και κενών που παρουσιάζει η αρχική του ένορκη δήλωση που συνόδευσε την μονομερή αίτηση του για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα αξιοπιστίας επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, ούτε και να αποφανθεί για το ποια από τις δύο αντικρουόμενες μεταξύ τους εκδοχές θ' αποδεχθεί τελικά. Αυτό που επιζητείται από το Δικαστήριο με την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι η παγοποίηση μιας κατάστασης και η παροχή προσωρινής προστασίας μέχρι την τελική εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. (γ) Απ' ότι καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει το Δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο θα πρέπει να περιοριστεί στην εξέταση των θεμάτων που άπτονται της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και για το λόγο αυτό δεν απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας προς αντίκρουση των ισχυρισμών που προβάλλει η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση, επί ζητημάτων ουσίας διότι δεν θ' αποφασιστούν από το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο. Περαιτέρω, απ' ότι καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει, στο στάδιο αυτό, δηλαδή, της εξέτασης του κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα θα οριστικοποιηθεί ή όχι, δεν θα ήταν ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ν' αποφασιστούν αμφισβητούμενες εκδοχές και θέματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν και ν' αποφασιστούν κατά το τελικό στάδιο της υπόθεσης, ούτε και το Δικαστήριο θα ήταν ορθό να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες Ένορκες Δηλώσεις για ν' αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης της κάθε πλευράς. Είναι ακόμα θέση των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, ότι κανένας νέος ή μη γνωστός εκ των προτέρων στον Αιτητή ισχυρισμός δεν τέθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση τόσο με την δική του ένορκη δήλωση όσο και με την ένορκη δήλωση του Δρα Σιβιτανίδη που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 14.12.2018 για τον οποίον να απαιτείται η καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης. Τα όσα αναφέρονται στις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις, αφορούν γεγονότα και τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων στα όσα ο Ενάγοντας ανέφερε με την Αίτηση του ημερ. 16/10/2017 σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Τυχόν αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, το οποίο δεν θα εξυπηρετηθεί με κανένα τρόπο με την παράθεση περαιτέρω γεγονότων ενώπιον του και αχρείαστων απαντήσεων που στόχο έχουν να περιπλέξουν τη διαδικασία. (δ) Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που θέλει να εισάγει ο Αιτητής/Ενάγοντα σε σχέση με την διαδικασία του Πειθαρχικού Συμβουλίου και αυτοί είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα που αφορούν στο παρόν στάδιο την αναθεώρηση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 16/10/2017 καθώς και την μη έκδοση των λοιπών θεραπειών που αιτείται με την αίτηση του ημερομηνίας 16/10/2017 καθώς επίσης και άσχετη με την αγωγή. Συγκεκριμένα, με το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχώρησε ο Αιτητής, αιτείται δηλώσεων και διαταγμάτων που σχετίζονται με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων ημερομηνίας 09/10/2017 δια της οποίας αναστάληκε προσωρινά η ιδιότητα του ως Συνεργάτη Ιατρού μέχρι την ολοκλήρωση της πειθαρχικής έρευνας. Η παρούσα αγωγή δεν αφορά, την διαδικασία που ακολουθείται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, ούτε τυχόν απόφαση αυτού, αφού κάτι τέτοιο δεν συνιστούσε αγώγιμο δικαίωμα κατά τον χρόνο έγερσης της. Για την αμφισβήτηση της διαδικασίας αυτής και τυχόν απόφαση του Συμβουλίου θα απαιτείται να εγερθεί άλλη αγωγή. Ως εκ τούτου τα όσα επιχειρεί να εισαγάγει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι άσχετα με τα επίδικα και κάθε άλλο παρά θα βοηθήσουν την διαδικασία και το έργο του Δικαστηρίου, αντίθετα θα περιπλέξουν αυτό και θα θέσουν ενώπιον του άσχετα ζητήματα. (ε) Τα όσα επιχειρεί να προσθέσει ο Αιτητής μέσω της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τίποτα ουσιαστικό δεν προσθέτουν και σε τίποτα δεν διαφοροποιούν την υφιστάμενη εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα καταχώρησης της αίτησης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκδοχή η οποία έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η τύχη της οποίας βρίσκεται στην κρίση του Δικαστηρίου. (στ) Απ' ότι καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει, στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, υπάρχει πλήρης έλλειψη αναφοράς σε γεγονότα τα οποία τείνουν να καταδείξουν την επίδραση που μπορεί να υπάρξει στην πτυχή της κύριας διαδικασίας που είναι η οριστικοποίηση ή μη του εκδοθέντος μονομερούς διατάγματος καθώς και η έκδοση των λοιπών διαταγμάτων, από την καταχώρηση της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. (ζ) Τέλος, με βάση τα όσα τον έχουν συμβουλεύσει οι Δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων, με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα εξυπηρετηθεί ο σκοπός της ορθής απονομής της δικαιοσύνης αφού θα προστεθεί στην διαδικασία αχρείαστη επιχειρηματολογία, επανάληψη υφιστάμενων ισχυρισμών, σπατάλη πολύτιμου χρόνου, θα περιπλέξει και καταστήσει πολύπλοκη την διαδικασία κατά τρόπο που το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του γεγονότα άσχετα και αχρείαστα να εξεταστούν στο παρόν στάδιο αφού θα το αναγκάσουν να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητά όπως η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του αιτητή. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη να μου προσκομίσουν γραπτές αγορεύσεις με εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία τόσο σε σχέση τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και από νομικής άποψης και στις οποίες εξηγούν πως αντικρίζουν το κάθε επί μέρους ζήτημα που τους απασχόλησε. Τις έχω διεξέλθει με προσοχή και τις λαμβάνω υπόψη και ομολογουμένως μου στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές κατά τη μελέτη της αίτησης και την εξαγωγή των δικών μου συμπερασμάτων. Όπου κριθεί αναγκαίο θα επανέλθω σε αναφορές στις γραπτές αγορεύσεις με σχετικά σχόλια στην ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Το αίτημα του Αιτητή εδράζεται στην Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Διαταγή 39.» Τα συμπεράσματα τα οποία δύνανται με ευκολία να εξαχθούν από την γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω Διάταξης είναι τα εξής: i. Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν μια αίτηση ή μια ειδοποίηση ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. ii. Αίτημα για παροχή άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να γίνει είτε γραπτώς με αίτηση είτε προφορικώς με ανάλογο αίτημα προς το Δικαστήριο. iii. Οι λέξεις «μπορεί . να επιτρέψει» αφ' εαυτών υποδηλώνουν ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (βλ. Αναφορικά με την αίτηση Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510). iv. Για να παραχωρήσει άδεια το Δικαστήριο για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που τη ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα πρέπει να του επιτραπεί. v. Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν επιτρέπεται χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Η έννοια του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στην σχετική Διάταξη των Θεσμών και ως εκ τούτου το τι συνιστά «καλό λόγο» θα εξαρτηθεί από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, με το βάρος ότι υφίσταται τέτοιος λόγος να βρίσκεται επί των ώμων του αιτητή ο οποίος θα πρέπει να τον καταδείξει με θετικό τρόπο προτού ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημερ. 03.11.2016, επισημάνθηκε ότι: «καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Στην απόφαση A. Messios & Sons Ltd. κ.α. ν. Λεωνίδα (αρ.1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, η οποία να σημειωθεί ότι αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της και δεν αφορούσε εφαρμογή του Άρθρου 32 του Ν.14/60 όπως στην προκειμένη περίπτωση, τονίστηκαν όμως τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε περίπτωση αιτήματος για παροχή άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Επειδή το κατά πόσον υφίσταται ή όχι «καλός λόγος» για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης όπως και από την φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας μιας και η παρούσα διαδικασία αφορά διαδικασία αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος ημερομ. 16.10.2017 (στο εξής το «Διάταγμα») το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Στο πιο πάνω δεδομένο εστιάζονται και οι λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση (5ος και 8ος λόγος ένστασης και παρ. 3(β) και (στ) της Ε/Δ Μπόκαρη). Στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1976,1981 είναι γεγονός ότι λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Όπως προκύπτει από την πιο πάνω αρχή εκείνο που όντως τυγχάνει καθολικής εφαρμογής είναι η επανόρθωση ηθελημένων κενών στην εικόνα που δόθηκε με την αρχική ένορκη δήλωση και όχι καθολική απαγόρευση καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε διαδικασία στην οποία εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα. Η κα Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Λάρνακας σε πρόσφατη ενδιάμεση απόφαση της στην αγωγή AYRAT ISKHAKOV κ.α. ν. LEXBROOK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 964/2017, ημερ. 21.12.2017, εξηγεί με σαφήνεια την νομική αρχή που προκύπτει από τη νομολογία μας και η οποία θα πρέπει να δίδει καθοδήγηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιας φύσης αιτήματα: «Σαφώς δεν είναι εκ προοιμίου ανεπίτρεπτη η παραχώρηση αδείας για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος. Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση εξεδόθη προσωρινό διάταγμα στη βάση μονομερούς Αίτησης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο καταχώρησης από τον Αιτητή συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εις απάντηση της Ένορκης Δήλωσης που κατεχωρήθη προς υποστήριξη της Ένστασης, νοουμένου ότι δεν επιδιώκεται μέσω της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης η προσθήκη γεγονότων και δεδομένων που να αιτιολογούν εκ των υστέρων την έκδοση του Διατάγματος, αλλά η απόσειση του βάρους απόδειξης που ο Αιτητής φέρει για να πείσει το Δικαστήριο ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Όπως είναι νομολογημένο η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς δεν μεταθέτει το βάρος απόδειξης κατά την ακρόαση και, επομένως, ο Αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παραμέτροι: • Ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και • Ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον Καθ' ου η Αίτηση. Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης.» Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα παρατίθενται κατωτέρω επί του θέματος από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην αγωγή του Ε. Δ. Λευκωσίας Mathew Shaw κ.ά. ν Depha Investment Bank Ltd υπ' αρ. 8869/05, ημερ. 28/02/2007 : «Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Τέλος, ενδιαφέρουν και τα όσα αναφέρθηκαν από την κα Έφη Παπαδοπούλου Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε στην απόφαση της στην αγωγή με αρ.2596/02, Ε.Δ. Λεμεσού, μεταξύ Σωτήρη Πίττα ν. Ανδρέα Νεοκλέους κ.α., ημερ.5.11.2002, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Εκείνο που εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση η συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του Αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση ισχυρισμών τους οποίους ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει.» Επομένως στη βάση των αρχών που αναδύονται από τη νομολογία μας θα πρέπει να εξετασθούν τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και αν δικαιολογείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι επιδιώκει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την ολοκληρωμένη εικόνα, απαντώντας και/ή αντικρούοντας τους διαστρεβλωμένους και παραπλανητικούς, κατ' αυτόν, ισχυρισμούς που προέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση και γενικώς να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ούτως ώστε να επιτύχει την συνέχιση της ισχύς του Διατάγματος και όχι να «μπαλώσει» ή να καλύψει κενά των αρχικών του ισχυρισμών. Έχω διεξέλθει με προσοχή τους ισχυρισμούς του αιτητή σε αντιπαραβολή όσων ισχυρίζονται οι ενόρκως δηλούντες που υποστηρίζουν την ένσταση από πλευράς των καθ' ων η αίτηση και σημαντικό κατά την άποψη μου είναι το περιεχόμενο των παραγράφων 4 i. - xvi. της ένορκης δήλωσης του αιτητή η οποία συνόδευσε την αίτηση, από τις οποίες σαφώς προκύπτει αφενός μεν ότι οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση που θέλει να απαντήσει ο αιτητής δεν ήταν αναμενόμενοι και τούτο διότι οι καθ' ων η αίτηση «διαστρέβλωσαν» κατά τον αιτητή, προσδίδουν κατά τη δική μου αντίληψη διαφορετική διάσταση στα πραγματικά γεγονότα ούτως ώστε να υποβαθμίσουν την κρισιμότητα του περιστατικού που οδήγησε στη μεταξύ των διαδίκων διαφορά και ούτε συνιστά κατά την κρίση μου προσπάθεια συμπλήρωσης ηθελημένων κενών και αλλοίωσης της εικόνας που αρχικά δόθηκε στο Δικαστήριο. Θα διαφωνήσω όμως με τον ευπαίδευτο συνήγορο του αιτητή ότι για την κρίση της αίτησης είναι επάναγκες, όπως εισηγείται και ο αιτητής στην ένορκη δήλωση του παρ. 7 έως και 10 αλλά και σε άλλες παραγράφους της ένορκης δήλωσης του όπως για παράδειγμα την 15 να παρατεθούν γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση και μάλιστα αυτά της πειθαρχικής διαδικασίας που ασκήθηκε εναντίον του αιτητή από το πειθαρχικό συμβούλιο των καθ' ων η αίτηση. Εξάλλου για αυτά τα ζητήματα ο αιτητής εξασφάλισε μονομερώς ήδη άλλο διάταγμα την 22.02.2018 η εκδίκαση του οποίου εκκρεμεί. Επομένως δεν κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσει περαιτέρω το ζήτημα κατά πόσο θα επιτρέψω ή όχι την εισαγωγή ισχυρισμών που άπτονται της πειθαρχικής διαδικασίας καθώς κατά την άποψη μου δεν θα πρέπει να επιτραπεί κάτι τέτοιο εφόσον είναι δεδομένο ότι θα παρεκτρεπόταν η διαδικασία καθώς δεν είναι της παρούσας να αξιολογηθεί η όποια μεταγενέστερη συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια εξέτασης της οριστικοποίησης του προσωρινά εκδοθέντος διατάγματος. Θα εξετάσω όμως στη συνέχεια έναν προς έναν τους λόγους ένστασης και θα αποφαίνομαι επ' αυτών ταυτόχρονα, όπου δε αυτοί ταυτίζονται επί της ουσίας τους θα τους εξετάσω μαζί. Ο 1ος λόγος ένστασης - νομική και ουσιαστική αβασιμότητα της Αίτησης Ο λόγος αυτός ένστασης δεν έχει εξειδικευτεί κατάλληλα από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Με βάση τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, άρθρο 2, «ειδοποίηση ένστασης θα πρέπει να εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης.». Σχετική επί του θέματος τούτου είναι η απόφαση στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά
(2002)1 ΑΑΔ 92, ημερμ. 28.1.2002, στην οποία τονίσθηκε ο επιτακτικός χαρακτήρας της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό στο σώμα της ένστασης των λόγων που την υποστηρίζουν ως και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύει. Στην σελ. 3 της πιο πάνω απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «.τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό στο σώμα της γραπτής ένστασης των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιούς ακριβώς λόγους έγκειται η ένστασή του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο Δικαστήριο». Επομένως στη βάση των πιο πάνω δεν βρίσκω έρεισμα στον 1ο λόγο ένστασης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ο 2ος, 3ος και 4ος λόγος έντασης - παράλειψη επισύναψης της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Οι λόγοι αυτοί αφορούν την παράλειψη του Αιτητή να επισυνάψει στην ένορκη δήλωση που συνόδευσε την αίτηση το κείμενο της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κάτι που κατά τους συνηγόρους των καθ' ων η αίτηση καθιστά την αίτηση παράτυπη και αντίθετη προς την ορθή πρακτική και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι στη Δ.48 Θ.4
(2)δεν αναφέρεται οτιδήποτε περί υποχρέωσης επισύναψης της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ούτως ώστε αίτημα προς τούτο να δύναται να επιτύχει. Άλλωστε ας μην λησμονείτε ότι με βάση την εν λόγω Διαταγή αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να υποβληθεί στο Δικαστήριο είτε γραπτώς μέσω αίτησης είτε και με προφορικό αίτημα οπότε σε μια τέτοια περίπτωση τίθεται το ερώτημα πως θα αναγκαζόταν ο αιτητής να καταχωρήσει δείγμα της προτιθέμενης να καταχωρηθεί ένορκης δήλωσης. Στην υπόθεση Παπακόκκινου και άλλη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (Αρ. 1),
(2012)1 Α.Α.Δ. 643 λέχθηκε ότι θα έπρεπε να είχε επισυναφθεί η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτως ώστε το Εφετείο να μην υποθέτει το περιεχόμενο της. Η αναφορά αυτή όμως του Εφετείου δεν αποτέλεσε το ratio decidendi[1] της απόφασης αλλά obiter dicta[2]. Σε σχέση με την πιο πάνω αναφορά στην υπόθεση Βερεγγάρια (ανωτέρω) στην απόφαση μου στα πλαίσια της αίτησης υπ' αρ. 5/2016 στο Ε.Δ. Λάρνακας μεταξύ Ζωής Κρητικού κ.α. ν. Μαρίας Ανδρέα Μεθοδίου κ.α., στην οποία με απασχόλησε το ζήτημα, είχα αποφασίσει τα ακόλουθα στη βάση της γνωστής νομολογίας τα οποία ισχύουν απόλυτα και στην παρούσα υπόθεση. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση αυτούσιο: «Επομένως σε σχέση με αυτό το ζήτημα καταλήγω ότι δεν ήταν απαραίτητο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στο σύνολό του να επισυναφθεί υπό μορφή δείγματος της ένορκης δήλωσης η οποία να επισυναπτόταν στην αίτηση αρκεί οι αναφορές στο τι επιδιώκεται να εισαχθεί να είναι σαφείς και ξεκάθαρες. Το Δικαστήριο με το να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ελλείψει παρουσίασης επακριβώς του περιεχομένου της, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αποδέχεται και το περιεχόμενο της ή ότι το περιεχόμενο της έχει περισσότερη ή λιγότερη αποδεικτική αξία από τις υπόλοιπες ένορκες δηλώσεις, αλλά θα την αξιολογήσει συμφώνως των κανόνων απόδειξης και της πειστικής της αξίας όπως και τις υπόλοιπες. Το σημαντικό είναι στο στάδιο του αιτήματος, να έχει το Δικαστήριο σαφή εικόνα για το τι επιχειρείται να προσαχθούν ως ισχυρισμοί με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το καίριο ερώτημα είναι συνεπώς αν το Δικαστήριο από την ενώπιον του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για παραχώρηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι ικανό, να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τους ισχυρισμούς που η πλευρά των αιτητών σκοπεύει να παραθέσει στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή δεν είναι ικανό επειδή θα πρέπει να υποθέσει το περιεχόμενο της λόγω μη ικανοποιητικών στοιχείων που έχουν παρατεθεί στην ένορκη δήλωση (όπως αναφέρεται στη Βερεγγάρια). Το Δικαστήριο θα πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς επιζητούν να προβάλουν οι αιτητές με την αίτηση τους για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως των καθ' ων η αίτηση, ότι αυτοί έχουν αντιληφθεί το περιεχόμενο των ισχυρισμών που επιχειρεί να εισαγάγουν οι αιτητές, αφού οι απαντήσεις τους είναι συγκεκριμένες, αναφέροντας ότι δεν έχει αποδειχθεί το κριτήριο του «καλού λόγου» και έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του πρώτου σκέλους της παραγράφου 11 της ενόρκου δηλώσεως τους, ότι δήθεν δεν έχουν εξειδικευτεί οι ισχυρισμοί των αιτητών. Αόριστοι και μη εξειδικευμένοι ισχυρισμοί θα ήταν αν οι αιτητές απλώς έκαμναν αναφορά ότι επιθυμούν να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των καθ' ων ή αίτηση χωρίς να αναφέρουν σε ποια σημεία της ενόρκου δηλώσεως των καθ' ων η αίτηση και χωρίς να αναφέρουν το λόγο ή τους λόγους που επιθυμούν να το πράξουν. Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση της ένορκης δήλωσης των αιτητών όπου υποδεικνύεται συγκεκριμένα ποιους ισχυρισμούς επιθυμούν να προβάλουν εις απάντηση αυτών των καθ' ων η αίτηση. Επομένως κατά την αντίληψη μου παρέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα επαρκώς και είναι αυτά σαφή και δεν είναι τέτοια που θα καταλάβουν εξ απροόπτου τους καθ΄ων η αίτηση ή θα τους θέσουν σε δυσμενή θέση σε σχέση με τους αιτητές.» Το πιο πάνω απόσπασμα καθιστά την ένσταση των καθ' ων η αίτηση περί μη επισύναψης της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνόδευσε την αίτηση και κατ' επέκταση τα περί γενικότητας και αοριστίας χωρίς έρεισμα εφόσον στην ένορκη δήλωση εξειδικεύονται οι παράγραφοι στις οποίες κρίνουν σκόπιμο να καταχωρήσουν την δική τους εκδοχή και δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει εκ των προτέρων τι θα επικαλούνταν οι καθ' ων η αίτηση για να τα συμπεριλάβουν στην ένορκη δήλωση τους. Επομένως, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν απόλυτα με όσα λέχθηκαν στην πιο πάνω απόφαση μου και επομένως καθιστούν τους ως άνω λόγους ένστασης άνευ αντικειμένου. Σημειώνω ότι ο αιτητής αναφέρει ξεκάθαρα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αφενός σε ποιους ακριβώς ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση θέλει να απαντήσει (βλ. παρ. 4 i. έως xvi). Σε σχέση δε με το υπόλοιπο μέρος του αιτήματος που έχει συμπεριληφθεί στην παρ. 9 i. έως iv. της Ε/Δ της Αίτησης) ήδη έχω αποφασίσει ότι δεν θα επιτρέψω να εισαχθεί υπό μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κατά την αντίληψη μου τα πιο πάνω και υπό τον περιορισμό που έχω θέσει, τα οποία επιχειρούνται να εισαχθούν υπό μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, τεκμηριώνουν «καλό λόγο» για τον οποίο θα επέτρεπα την αίτηση μερικώς. Στο ίδιο ζήτημα όμως θα επανέλθω και στη συνέχεια κατά την εξέταση άλλων λόγων ένστασης. Πέραν αυτών δεν διαπιστώνω να προκαλείται οποιαδήποτε βλάβη ή αδικία στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση ή παραβίαση των κανόνων δικαίου εάν προσκομιστεί η εν λόγω μαρτυρία. Το περιεχόμενο τους θα δώσει την ευκαιρία να φωτιστούν καλύτερα οι συγκεκριμένες πτυχές της υπόθεσης η οποία ασφαλώς και θα συνεκτιμηθεί με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία περιλαμβανομένης και αυτής η οποία έχει προσφερθεί από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Ο 5ος, 8ος και 10ος λόγος ένστασης - καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μετά την έκδοση του Διατάγματος μονομερώς Έχω ήδη καταγράψει πιο πάνω τη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα. Θα πρέπει επομένως στα πλαίσια της παρούσας να εξετάσω τα ακόλουθα: (α) Κατά πόσον ο αιτητής επιδιώκει να συμπληρώσει ηθελημένα κενά στην ένορκη δήλωση που συνόδευσε την αίτηση του για την έκδοση του Διατάγματος ούτως ώστε να τροποποιήσει ή αλλοιώσει την εικόνα που αρχικά έδωσε στο Δικαστήριο. (β) Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική, κατά πόσον ο αιτητής εκείνο που επιδιώκει είναι να απαντήσει σε ισχυρισμούς που προέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση, τους οποίους δεν μπορούσε να προβλέψει και (γ) Κατά πόσον ο αιτητής επιδιώκει την απόσειση του βάρους απόδειξης που φέρει στους ώμους του για να πείσει το Δικαστήριο ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Δεν διέκρινα ότι ο αιτητής επιδιώκει να συμπληρώσει κενά του στην αρχική εικόνα που έδωσε στο Δικαστήριο ούτως ώστε να αναλάβει το Δικαστήριο δικαιοδοσία μονομερώς και να εκδώσει το Διάταγμα. Άλλωστε κάτι τέτοιο θα ενίσχυε την θέση των καθ' ων η αίτηση ότι δήθεν ο αιτητής παραβίασε το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν το κατεπείγον το οποίο αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς. Συνακόλουθα οι καθ' ων η αίτηση, αποδέχονται ότι τα όσα ο αιτητής ανέφερε με την αρχική του ένορκη δήλωση ήταν επείγουσας φύσεως ούτως ώστε το Δικαστήριο να αναλάβει δικαιοδοσία μονομερώς. Επομένως δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση ότι ο αιτητής προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Είναι φανερό από το περιεχόμενο των παραγράφων 4 i. έως xvi. της Ε/Δ της Αίτησης ότι εκείνο που επιδιώκει ο αιτητής είναι να απαντήσει σε ισχυρισμούς (τους οποίους συγκεκριμενοποιεί) που προέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση στις ένορκες δηλώσεις που συνόδευσαν την ένσταση τους, τους οποίους δεν ανέμενε ότι οι καθ' ων η αίτηση θα προέβαλλαν με τον τρόπο που αυτοί ήθελαν. Ο 6ος, 7ος και 9ος λόγος ένστασης - «καλός λόγος» Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης που προέβαλαν οι Καθ' ων η Αίτηση άπτονται της ουσιαστικής προϋπόθεσης για την επιτυχία της Αίτησης, ήτοι του κριτηρίου του «καλού λόγου» που θέτει η Δ.48 Θ.4
(2)ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παραχώρησης άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πέραν από τα όσα έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω για το ίδιο θέμα, η έννοια του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2)και ως εκ τούτου το τι συνιστά «καλό λόγο» θα εξαρτηθεί από τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και κατά πόσο αυτά τα οποία επιχειρείται να εισαχθούν καταδεικνύουν «καλό λόγο». Βάσει της Νομολογίας που παρατίθεται ανωτέρω, η ύπαρξη ανάγκης, με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης[3], για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να υφίσταται π.χ. όταν: (α) οι θέσεις που ο αιτητής επιθυμεί να εισαγάγει ως μαρτυρία στην ενδιάμεση διαδικασία σχετίζονται με τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση που προβλήθηκαν στην ένσταση τους. (β) ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται από τους καθ' ων η αίτηση για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς ούτως ώστε ο αιτητής να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει για να πείσει το Δικαστήριο ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. (γ) επιδιώκεται από τον αιτητή η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης του ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. (δ) ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. (ε) όταν το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος. (στ) ο αιτητής επιδιώκει να απαντήσει σε ισχυρισμούς τους οποίους δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία ένεκα της φύσης της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτητής αιτείται την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ούτως ώστε να απαντήσει σε συγκεκριμένος ισχυρισμούς που προέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση αναφορικά με το περιστατικό της 8ης Οκτωβρίου 2017, ισχυρισμούς που πρέπει οπωσδήποτε να απαντηθούν ούτως ώστε το Δικαστήριο να αντιληφθεί την κρισιμότητα αλλά και επικινδυνότητα, ως προς την ίδια την ζωή του ασθενούς, περιστατικού και να αντιληφθεί γιατί ο αιτητής έδωσε προτεραιότητα, ως όφειλε άλλωστε βάσει της ιατρικής δεοντολογίας, στην ζωή του ασθενούς έναντι των τυπολατρικών διαδικαστικών που οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι παραβίασε. Περαιτέρω, επειδή οι καθ' ων η Αίτηση αμφισβήτησαν την 3η προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, η οποία σαφώς και είναι εκ των προαπαιτούμενων της συνέχισης του Διατάγματος ο αιτητής επιθυμεί να αντικρούσει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό ούτως ώστε να επιτύχει στην αίτηση του για την οριστικοποίηση του Διατάγματος (βλ. παρ. 4 i. της Ε/Δ της Αίτησης). Οι πιο πάνω περιστάσεις κρίνω ότι τεκμηριώνουν «καλό λόγο» γιατί θα πρέπει να παραχωρηθεί στον αιτητή άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ο 11ος και 13ος λόγος ένστασης - αχρείαστη επιχειρηματολογία και επανάληψη υφιστάμενων ισχυρισμών Συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο του αιτητή ότι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης τίθενται από τους καθ' ων η αίτηση σε πλήρη αντίθεση με τους λόγους ένστασης 2, 3 και 4 αφού αφενός ισχυρίζονται ότι ένεκα της μη επισύναψης της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την ένορκη δήλωση που συνόδευσε την αίτηση καθιστά την τελευταία αόριστη, γενική και ότι θα τους προκαταλάβει εξ απροόπτου και αφετέρου με τους πιο πάνω λόγους ένστασης ισχυρίζονται ότι εκείνα που επιδιώκει ο αιτητής να εισαγάγει ως μαρτυρία στην διαδικασία «. τίποτα ουσιαστικό δεν προσθέτουν και/ή σε τίποτα δεν διαφοροποιούν την υφιστάμενη εκδοχή του .» αιτητή και ότι «. τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προσθέσει στην διαδικασία αχρείαστη επιχειρηματολογία, επανάληψη υφιστάμενων ισχυρισμών, ., θα περιπλέξει και καταστήσει πολύπλοκη την διαδικασία.» Σε κάθε περίπτωση, τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω ως προς την ύπαρξη «καλού λόγου» για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος απαντούν και αντικρούουν πλήρως τον 11ο και 13ο λόγο ένστασης. Ο 12ος λόγος ένστασης - πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ο αιτητής για να δικαιολογήσει τη χρονική στιγμή που καταχώρησε την παρούσα αίτηση ισχυρίζεται ότι τι έκανε μετά την αρνητική απάντηση των καθ' ων η αίτηση την 12.01.2018 στον προτεινόμενο συνολικό συμβιβασμό της παρούσας υπόθεσης. Μετά από αυτό προχώρησε με κάθε δυνατή σπουδή στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης στις 18.01.2018. Επομένως δικαιολογείται η όποια καθυστέρηση και αυτή δεν με οδηγεί στην εξαγωγή συμπεράσματος ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή παρελκυστική τακτική εκ μέρους του αιτητή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Ενόψει των όσων έχω προσπαθήσει να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι δεν υπήρξε τέτοια καθυστέρηση στο να υποβληθεί η αίτηση έτσι που θα απέβαινε σε κατάχρηση της διαδικασίας ή παρελκυστική τακτική εκ μέρους του αιτητή. Η αίτηση εγκρίνεται όπως εξήγησα πιο πάνω μερικώς και επομένως εγκρίνω την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για τους ισχυρισμούς όπως αυτοί συγκεκριμενοποιούνται στην παρ. 4 i - xvi της ένορκης δήλωσης του αιτητή που υποστηρίζει την αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Ακολούθως εάν επιθυμεί η πλευρά των καθ' ων η αίτηση να καταχωρήσουν σε αυτή απαντητική ένορκη δήλωση τότε αυτό να γίνει εντός άλλων 15 ημερών από της επίδοσης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από μέρους του αιτητή. Η διαταγή ως προς τα έξοδα είναι ανάλογη με την επιτυχία της αίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα στο ½ όπως αυτά θα εγκριθούν. (Υπογρ.)............... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης [1] Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 5th Edition, 2009, Volume 11 (Civil Procedure), το Δικαστικό Προηγούμενο (ratio decidendi), στην σελίδα 102, Παράγραφος 91, 2η Υποπαράγραφος, διατυπώνεται η αρχή πως «.but it is the abstract ratio decidendi, as ascertained on a consideration of the judgement in relation to the subject matter of the decision, which alone has the force of law and which, when it is clear what it was, is binding; but, if it is not clear, it is not part of the tribunal's duty to spell out with difficulty a ratio decidendi in order to be bound by it, and it is always dangerous to take one or two observations out a long judgement and treat them as if they gave the ratio decidendi of the case.» [2] Περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα ως πιο πάνω, Παράγραφος 92, 1η Υποπαράγραφος, αναφέρονται, για το obiter dicta, τα ακόλουθα: «Statements which are not necessary to the decision, which go beyond the occasion and lay down a rule that is unnecessary for the purpose in hand are generally termed 'dicta'. They have no binding authority on another court, although they may have some persuasive efficacy. Mere passing remarks of a judge are known as 'obiter dicta', whilst considered enunciations of the judge's opinion on a point not arising for decision, and so not part of the ratio decidendi, have been termed judicial dicta.» [3] Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημερ. 3/11/16 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.