Magot Incorporation Ltd ν. Desimanco Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1195/2016, 20/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1195/2016 Μεταξύ: Magot Incorporation Ltd, από την Λεμεσό Ενάγουσας και
- Desimanco Ltd, από την Λεμεσό
- Nabi Shadiev, από το Ουζμπεκιστάν Εναγομένων Αίτηση ημερ. 2.6.17 υπό εναγομένου 2 - αιτητή για ασφάλεια εξόδων Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2018 Για εναγόμενο 2 - αιτητή: κα Αγγελίνα Φωκά Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Έλενα Πεύκου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα εγείρει την παρούσα για λογαριασμό της ιδίας αλλά και της εναγομένης 1 εταιρείας υπό την μορφή παράγωγης αγωγής (derivative action). Αιτείται μεταξύ άλλων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον του εναγομένου 2 για απάτη και δόλο με σκοπό την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 1 στην οποία η ενάγουσα είναι μέτοχος σε ποσοστό 50%. Αιτείται επίσης ακύρωση του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 28/12/2009 το οποίο εκδόθηκε από την εναγομένη 1 προς τον εναγόμενο 2 καθώς διατάγματα για παροχή πληροφοριών αναφορικά με την πώληση 10.000 μετοχών της εταιρείας «Poligrafinvest», που συστάθηκε στην Ρωσική Ομοσπονδία και οι οποίες ανήκαν στην εναγομένη
- Η αίτηση Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο εναγόμενος 2 αιτείται διάταγμα που να διατάσσει την ενάγουσα να καταβάλει το ποσό των €25.000,00 με πληρωμή στο Δικαστήριο (Payment in to Court) ως ασφάλεια για τα έξοδα της παρούσας αγωγής. Αιτείται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή κάθε περαιτέρω διαδικασίας στην αγωγή μέχρι την καταβολή της πιο πάνω ασφάλειας και σε περίπτωση που δεν καταβληθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου που το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει, όπως η αγωγή απορριφθεί αυτομάτως με έξοδα υπέρ του αιτητή. Η αίτηση στηρίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο (ΚΕΦ. 113), άρθρα 382 και 212(α) και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.60, Δ.48 θ. 1, 2
(1). Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Ειρήνης Ηλία, συνεργάτιδας των δικηγόρων του αιτητή. Ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 2 - αιτητής που κατάγεται από το Ουζμπεκιστάν και διαμένει στην Ρωσία, αδυνατούσε να προσέλθει στην Κύπρο προκειμένου να ορκιστεί. Εν πάση περιπτώσει, τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα αίτηση είναι αμιγώς νομικά και η ίδια είναι επαρκώς καταρτισμένη να παρουσιάσει και επεξηγήσει. Αναφέρει στην συνέχεια ότι στα πλαίσια της διαιτησίας υπ' αρ. LCIA Arbitration no. 122213, το Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (London Court of International Arbitration (LCIA)) εξέδωσε απόφαση στις 23/5/2014, η οποία ακολούθως διορθώθηκε και τροποποιήθηκε με μνημόνιο ημ. 23/6/
- Με την εν λόγω διαιτητική απόφαση, το Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου καταδίκασε την ενάγουσα, Magot Incorporation Limited να πληρώσει στον αιτητή, κ. Shadiev, νομικά και άλλα έξοδα ύψους US $561.065,86 (τεκμ. 1 & 2). Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της δυνάμει της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης. Ως αποτέλεσμα, ο αιτητής καταχώρησε στις 23/07/2015 την Γενική Αίτηση υπ' αρ. 8/2015 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία ζητούσε την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 17/02/2017, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε απόφαση με την οποία διέτασσε την εγγραφή στην Κυπριακή Δημοκρατία και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης υπέρ του αιτητή και εναντίον της ενάγουσας για το ποσό των US $561.065,
- Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού προνοούσε ότι το εν λόγω ποσό θα έφερε νόμιμο τόκο, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ανέρχεται σε 3,5%, από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και/ή απόφασης του Δικαστηρίου, μέχρι πλήρους εξόφλησης του. Περαιτέρω, καταδίκασε τον αιτητή στα έξοδα της πιο πάνω αίτησης (τεκμ. 3). Η ενάγουσα όμως δεν συμμορφώθηκε με την πιο πάνω απόφαση και δεν πλήρωσε κανένα ποσόν. Επιπλέον, δεν έχει καταχωρήσει έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να προβούν σε διαβήματα εκτέλεσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης και ειδικότερα να ενεργοποιήσουν την διαδικασία εκκαθάρισης της ενάγουσας εταιρείας. Καταχωρήθηκε στην συνέχεια στις 20/4/2017 εκ μέρους αιτητή, η αίτηση εκκαθάρισης της ενάγουσας εταιρείας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 223/2017 (τεκμ. 5). Είχε προηγηθεί επίδοση ειδοποίησης απαίτησης δυνάμει του άρθρου 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), χωρίς να υπάρξει και πάλι συμμόρφωση της ενάγουσας. Κατά την ομνύουσα, η όλη συμπεριφορά της ενάγουσας- καθ' ης η αίτηση ως προς τις οφειλές της στον αιτητή, υποδηλώνει ανικανότητα πληρωμής των όποιων εξόδων προκύψουν από την δικαστική διαδικασία που προωθεί με την παρούσα αγωγή. Καταδεικνύει επίσης ένδειξη αφερεγγυότητας της ενάγουσας που γεννά εύλογη υπόνοια και ανησυχία στον αιτητή ότι δεν θα αποζημιωθεί για τη δικαστική δαπάνη και έξοδα που θα υποστεί στην παρούσα διαδικασία. Πέραν της παράλειψης της ενάγουσας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της έναντι του εναγομένου 2, ήταν η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η συνολική κατάσταση της λαμβάνοντας υπ' όψη όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις της, καταδεικνύει ότι στερείται περιουσιακών στοιχείων και είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Η ενάγουσα κατά την ομνύουσα δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη επ' ονόματι της και γενικότερα στερείται οποιασδήποτε περιουσία στην Κύπρο. Κατ' επέκταση δεν υπάρχει διαθέσιμη περιουσία προς εκτέλεση τυχόν απόφασης που ενδέχεται να εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής υπέρ του αιτητή - εναγομένου
- Εντούτοις αφού έχει την οικονομική δυνατότητα να κινήσει την παρούσα διαδικασία, προφανώς διαθέτει τα μέσα για να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια και εγγύηση. Συνεπώς, η παροχή της αιτούμενης ασφάλειας για τα έξοδα δεν θα επηρεάσει ή θα φέρει σε δυσμενέστερη θέση την ενάγουσα ούτε θα της στερήσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της για πρόσβαση στο Δικαστήριο. Κατά την ομνύουσα, ο προϋπολογισμός των αναγκαίων εξόδων που θα επωμιστεί ο αιτητής για σκοπούς υπεράσπισης του στην παρούσα, έγινε με βάση τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και ανέρχεται περίπου στο ποσό των €25.000,
- Στην ένορκη δήλωση της αίτησης επισυνάπτεται ως τεκμήριο 6, προκαταρκτικός κατάλογος εξόδων, στον οποίο καταγράφονται τα έξοδα που έχει ήδη επωμισθεί ο αιτητής καθώς επίσης και τα έξοδα που αναμένεται να επωμισθεί για σκοπούς υπεράσπισης του στην παρούσα αγωγή. Στην συνέχεια, η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή, είναι παντελώς αβάσιμη. Παρέθεσε την εκδοχή του εναγομένου 2 για τα γεγονότα της υπόθεσης και ισχυρίστηκε ότι οι θέσεις που προωθεί η ενάγουσα είναι ανυπόστατες και κατά συνέπεια, η παρούσα αγωγή δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται εγκαίρως και πριν δημιουργηθούν έξοδα στην αγωγή. Ειδικότερα, σημειώνει ότι μέχρι σήμερα από πλευράς του, ο αιτητής έχει καταχωρήσει μόνο σημείωμα εμφάνισης στις 30/1/2017 και η ενάγουσα έχει καταχωρήσει την έκθεση απαίτησης της μόλις την 17/5/
- Η ένσταση Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, κατεχώρησε ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα για ασφάλεια εξόδων. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι πρόωρη και εν πάση περιπτώσει δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Αναφέρεται επίσης ότι η ενάγουσα είναι αξιόχρεη και έχει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής, όλα έξοδα που τυχόν θα επιδικαστούν υπέρ του εναγομένου 2 - αιτητή. Ως εκ τούτου, η ανησυχία του εναγομένου 2 - αιτητή αναφορικά με τυχόν δικαστικά έξοδα δεν είναι εύλογη. Αντιθέτως, το υπό κρίση αίτημα, είναι καταχρηστικό, κακόπιστο και κακόβουλο και η αίτηση προωθείται για αλλότριους σκοπούς, με σκοπό την άσκηση πίεσης στην ενάγουσα. Επιπλέον, η πραγματική πρόθεση του αιτητή, συνίσταται στην ουσιαστική εξουδετέρωση της αγωγής. Στους λόγους ένστασης γίνεται επίσης αναφορά στην ιδιαίτερη φύση της αγωγής ως παράγωγης, γεγονός που επιμετρά υπέρ της απόρριψης του του αιτήματος. Αναφέρεται επίσης ότι τυχόν οικονομική αδυναμία της ενάγουσας δεν αποτελεί αφ' εαυτής, λόγο προς εξασφάλιση ασφάλειας εξόδων του εναγομένου 2 ώστε απολήγει εν τέλει σε αποστέρηση του δικαιώματος της ενάγουσας να προσφύγει στο Δικαστήριο σε μια αγωγή όπως στην παρούσα όπου έχει πολύ καλή υπόθεση. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση του Αντώνη Βαφέα δικηγόρου και διευθυντή της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση διευκρινίζεται ότι η παρούσα αγωγή σχετίζεται με αγωγή 4252/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία είναι επίσης παράγωγη και ηγέρθη για λογαριασμό της εναγομένης 1 εταιρείας. Με αυτήν, αξιώνεται η ακύρωση της μεταβίβασης του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής εταιρείας Poligrafinvest, το οποίο ήταν το μόνο περιουσιακό στοιχείο της εναγομένης
- Ενώ η εν λόγω αγωγή ηγέρθη και εναντίον του εναγομένου 2 - αιτητή στην παρούσα, δεν κατέστη εφικτή η επίδοσή της σε αυτόν με αποτέλεσμα να εκπνεύσει η ισχύς του κλητηρίου αυτού εντάλματος. Εξ' ου και καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον του εναγομένου 2, η οποία είναι επίσης παράγωγη. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών παρουσιάζει την εκδοχή της ενάγουσας για τα γεγονότα της υπόθεσης. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην κατ' ισχυρισμό παράνομη αποξένωση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της εναγομένης 1 που αντιστοιχούσε στο 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής εταιρείας Poligrafinvest. Ειδικότερα, κατά ή περί το 2009, η ενάγουσα απέκτησε το 50% του συνολικά εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 1 δυνάμει συμφωνίας πώλησης (shares sale agreement) μεταξύ της εταιρείας Vebeca Holdings Limited (εφεξής «Vebeca») ως πωλητή, της ενάγουσας ως αγοραστή και του εναγομένου 2 Nabi Shadiev, ως εγγυητή των υποχρεώσεων της Vebeca. Το υπόλοιπο 50% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 1, εξακολουθεί να κατέχεται από τη Vebeca. Στην συνέχεια όμως, διαπιστώθηκε παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων της Vebeca με την πώληση των μοναδικών περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 2 που αντιστοιχούσε στο 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης Poligrafinvest. Ως αποτέλεσμα, καταχωρήθηκε από μέρους της ενάγουσας η αίτηση με αρ. 1222213 ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Λονδίνο (LCIA) προς επίλυση της διαφοράς. Η παραπομπή έγινε δυνάμει ρήτρας εμπορικής διεθνούς διαιτησίας, η οποία εμπεριέχεται στη συμφωνία μετόχων ημερ. 28/9/2009, με συμβαλλόμενα μέρη την ενάγουσα, την εταιρεία Vebeca και την εναγομένη 1 στην παρούσα αγωγή. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας το διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε τελική απόφαση επί της διαφοράς των μερών, όπως αυτή τροποποιήθηκε βάσει μνημονίου, ημερ. 23/6/2014 (τεκμ. 1Α και 1Β). Όντως η διαιτητική απόφαση απέρριψε την απαίτηση εναντίον του εναγομένου 2 στην παρούσα Nabi Shadiev λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και του επεδίκασε έξοδα ύψους US$561.065,
- Ο αιτητής επικαλείται αυτήν την απόφαση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης του για ασφάλεια εξόδων. Ωστόσο παραλείπει να αναφερθεί ρητά στο σημαντικό όφελος που η ενάγουσα έχει να λαμβάνει δυνάμει αυτής της διαιτητικής απόφασης. Συγκεκριμένα, το διαιτητικό Δικαστήριο αποφάσισε όπως η εταιρεία Vebeca καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των US $1.892.250,00 πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα ύψους US $656.760,00 πλέον £146.175,95 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α, αναφορικά με τα έξοδα της Διαιτησίας πριν την 1η Ιουλίου 2013 και £38.632,38 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. για τα έξοδα της Διαιτησίας από την 1η Ιουλίου 2013 και μετέπειτα. Η μόνη οφειλή που διατάχθηκε να πληρώσει η ενάγουσα ήταν το ποσόν των US $561.065,86 προς τον εναγόμενο 2 στην παρούσα Nabi Shadiev, ως έξοδα λόγω του ότι κρίθηκε ότι το διαιτητικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία σε αυτόν. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ' αριθμόν 8/2015 εξέδωσε στις 17/2/2017 διάταγμα δυνάμει του οποίου διατάσσεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (τεκμ.2) που δικαίωσε την ενάγουσα. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ο αιτητής τυγχάνει εξασφάλισης λόγω του πιο πάνω σεβαστού ποσού αποζημιώσεων που επιδικάστηκε υπέρ της ενάγουσας και το οποίο είναι εκτελεστό στην Κύπρο μετά την εγγραφή της απόφασης. Κατ' επέκταση, ο η ενάγουσα δύναται να ικανοποιήσει τυχόν έξοδα που θα επιδικασθούν υπέρ του αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισής του. Το συμφέρον που έχει να λαμβάνει η ενάγουσα κατά τον ενόρκως δηλούντα, είναι ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο. Στα πλαίσια αυτά, η ενάγουσα καταχώρησε την αίτηση εκκαθάρισης 463/2017 εναντίον της εταιρείας Vebeca στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού κατόπιν επίδοσης σχετικής ειδοποίησης απαίτησης. Επιπλέον του πιο πάνω ποσού, η ενάγουσα έχει να λαμβάνει διάφορα άλλα ποσά που επιδικάστηκαν υπέρ της ως δικηγορικά έξοδα στην υπόθεση 4252/2012 του Ε.Δ. Λεμεσού που σχετίζεται με την παρούσα. Τα εν λόγω έξοδα αφορούν ενδιάμεσες αιτήσεις που απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο, όπως αιτήσεις για ακύρωση του κλητηρίου αλλά και για ασφάλεια εξόδων όπως η παρούσα. Ως εκ τούτου, ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει οικονομική αδυναμία της ενάγουσας ή αφερεγγυότητα της ώστε να αιτιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ούτε η μη αποπληρωμή του ποσού που επικαλείται ο αιτητής ισοδυναμεί από μόνη της με αφερεγγυότητα της ενάγουσας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην συνέχεια ότι ακόμη και αν αποδειχθεί ότι η ενάγουσα στερείται οικονομικών πόρων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης, προκειμένου να διασφαλίσει το θεμελιώδες δικαίωμα της ενάγουσας να προσφύγει στο Δικαστήριο. Ένα δικαίωμα που υπερτερεί έναντι της εξασφάλισης των εξόδων του εναγομένου
- Πέραν τούτων, ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η ενάγουσα έχει καλή υπόθεση, παράγοντας τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη. Στο γεγονός αυτό, συνηγορεί και η απόφαση ημερ. 23/5/2014 του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Λονδίνο, με την οποία επιδικάστηκαν αποζημιώσεις υπέρ της ενάγουσας. Όσον αφορά την αίτηση εκκαθάρισης της ενάγουσας με αρ. 223/2017 που καταχώρησε ο εναγόμενος 2, ο ενόρκως δηλών ανέφερε ότι εκκρεμεί ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ζητείται η ανατολή της διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής καθώς και της αγωγής 4252/2012 που καταχώρησε η ενάγουσα. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της. Τέλος, εισηγήθηκε ότι ο επισυναπτόμενος κατάλογος εξόδων, φαίνεται υπερβολικός και εσφαλμένος με αποτέλεσμα να παραπλανείται το Δικαστήριο ως προς την πραγματική αξία των εξόδων. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.60 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί γενικά για παροχή ασφάλειας εξόδων από κάτοικο του εξωτερικού και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας είναι το άρθρο 382 των Περί Εταιρειών Νόμων, Κεφ.113 στο οποίο επίσης στηρίζεται η αίτηση και το οποίο προνοεί τα εξής: «Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.» Παρόλα αυτά, η νομολογία που ερμηνεύει την Δ.60 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας είναι καθοδηγητική και ως προς της ερμηνεία του άρθρου 382 του Κεφ. 113, στον βαθμό που και οι δύο διατάξεις προβλέπουν την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα. Η παροχή ασφάλειας εξόδων δυνάμει του άρθρου 382 του Κεφ. 113, συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ)
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314, 1318 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανόν βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια.» Ως προς το ύψος της ασφάλειας, έχει νομολογηθεί ότι η καταχώρηση καταλόγου εξόδων με την αίτηση είναι υποβοηθητική ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται να υπολογίσει το ύψος της ασφάλειας. Παρόλα αυτά, παράλειψη καταχώρησης καταλόγου δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης. Σε σχέση με αυτό το θέμα, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Γραμμές Στρίνζη ν. Always Travel
(1992)1 A.A.Δ 995): "Η προσαγωγή καταλόγου εξόδων είναι επιθυμητή αλλά όχι απαραίτητη για την άσκηση των εξουσιών του δικαστηρίου. Επομένως η αίτηση δεν καταρρίπτεται λόγω της παράλειψης των αιτητών να επισυνάψουν κατάλογο εξόδων." Στην υπόθεση Continental Ins. Co. of Hampshire v. O'Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, αποφασίστηκε ότι η ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Υποδείχθηκε ότι η ασφάλεια για τα έξοδα παρέχεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι οποίες κατοχυρώνουν την πρόσβαση του ατόμου στο Δικαστήριο ως θεμελιώδες δικαίωμά του. Συναρτάται, έτσι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με τη δυνατότητα του διαδίκου ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Conway v. Elia
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653, 1656-7 & Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698, 1700. Στην Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ν. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1(B) A.A.Δ. 1446, 1455-7 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπεί την εύλογη ανησυχία διαδίκου για τα έξοδα του, με το δικαίωμα του αντιδίκου του να προσφύγει στο Δικαστήριο. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής : «Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση η οικονομική αδυναμία των εφεσειόντων αποτελούσε το έρεισμα του αιτήματος των εφεσιβλήτων για ασφάλεια εξόδων. Προβλέπεται, όπως προαναφέραμε, από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια. Πρέπει όμως να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Χρειάζεται ισορροπία» Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην πιο πρόσφατη υπόθεση Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A47, Π.Ε. 66/13 ημερ. 30.1.2015 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το ζήτημα εξετάστηκε σε βάθος στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεν. Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 1446 με αναφορά στα άρθρα 30.2 του Συντάγματος και 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, ως και με την ανασκόπηση της μέχρι τότε διαμορφωθείσας κυπριακής, αγγλικής και ευρωπαϊκής νομολογίας. Ό,τι προκύπτει σχετικά είναι ότι ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων εναντίον αφερέγγυας εταιρείας, αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδά του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η οικονομική αδυναμία της ενάγουσας, που είναι το γεγονός επί του οποίου εδράζεται το αίτημα για ασφάλεια εξόδων, συνιστά ταυτόχρονα παράμετρο υπεράσπισης με την έννοια ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην εκτίμηση του ενδεχομένου να αποβεί διάταγμα για την παροχή τέτοιας ασφάλειας ανυπέρβλητο εμπόδιο για την ενάγουσα, της οποίας η αξίωση θα απορριφθεί και έτσι να στερηθεί ουσιαστικά, πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Ως προς τον χρόνο καταχώρησης του αιτήματος, η Δ.60, Θ.1 αναφέρει ρητά ότι η διαταγή για ασφάλεια εξόδων μπορεί να διαταχθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, ενώ το άρθρο 382 του Κεφ.113 δεν καθορίζει χρόνο. Έχει εντούτοις νομολογηθεί ότι στην εξέταση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τυχόν καθυστέρηση στην έγερση του αιτήματος Στην υπόθεση Union de cooperatives agricoles de cereales de semences v. Apak agro industries Ltd κ.α.
(1992)1 CLR 1170) υιοθετήθηκε, η Αγγλική απόφαση Sir Lindsay Parkinson Ltd ν. Triplan Ltd
(1973)2 All E.R. 273, στην οποία αναφέρθηκε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, είναι δυνατό να προσανατολίσει το Δικαστήριο στην απόρριψη τέτοιου αιτήματος. Στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1314, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος» Στην υπόθεση Sir Lindsay Parkinson (ανωτέρω) λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι όταν το επίδικο θέμα της αγωγής αφορά αξίωση σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας εταιρείας και η θέση είναι ότι οι εναγόμενοι αδικοπράγησαν και στέρησαν την εταιρεία από όλη ή σχεδόν όλη της την περιουσία, αυτό συνιστά λόγο ώστε να μη διαταχθεί η εταιρεία να καταβάλει ασφάλεια εξόδων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ισχυριζόμενη αδικοπραξία, που μόνο κατά την Δίκη θα διαφανεί αν είναι βάσιμη, συνδέεται ή και προκαλεί την αδυναμία της ενάγουσας εταιρείας να ανταποκριθεί στην καταβολή εγγύησης για τα έξοδα. Επίσης στην σελίδα 286 της πιο πάνω απόφασης Sir Lindsay Parkinson λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής από τον CAIRNS LJ: «There were special circumstances which I think might have led to the view that, quite apart from the offer that was made by Parkinson, there should be no order for security here at all. Those circumstances include the fact that the application for security, for one reason and another, was made only a day or two before the date that had been fixed for the hearing of the arbitration; the fact that the probable inability of the claimant to meet an order for costs was likely to be dependent on the very failure to recover the sums that were being claimed in this very arbitration, together with another parallel legal proceeding; and the fact that the result of an order for security in this case might well result in the claimants being unable to proceed at all with the claim which admittedly is a bona fide claim.» Τις αρχές της υπόθεσης Sir Lindsay Parkinson υιοθέτησε η απόφαση του High Court της Ιρλανδίας McAteer & Beechfinch Limited v. Lismore [2000] NICh 53 (8th November, 2000), στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος της ενάγουσας. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: « Relevant considerations will be whether the claim is bona fide, whether the plaintiff has a reasonably good prospect of success, whether there is any admission, whether the application for security is being used oppressively so as to stifle a genuine claim and whether the company's want of means had been brought about by any conduct on the part of the defendant such as delay in payment (see Sir Lindsay Parkinson and Co Ltd v Triplan Limited [1973] QB 273).» Συμπεράσματα Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο υιοθετώντας με παραπομπή σε νομολογία, τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως πηγάζουν από την αίτηση και ένσταση αλλά και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Στο παρόν στάδιο δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ αναλυτικά στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Ειδική μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται στην συνέχεια κατά την παράθεση των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα. Όμως από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου δεν εντοπίζεται στην προκειμένη περίπτωση καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης για ασφάλεια εξόδων. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26.4.16 και ο εναγόμενος 2 έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης μόλις στις 30/1/
- Στην συνέχεια η ενάγουσα καταχώρησε έκθεση απαίτησης στις 17/5/2017 και πριν την λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου που θα συνεπαγόταν την δημιουργία εξόδων, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση στις 02/06/
- Υπό τας περιστάσεις δεν εντοπίζεται μεγάλη καθυστέρηση που να δικαιολογεί χωρίς άλλο την απόρριψη της αίτησης για μόνον αυτό τον λόγο. Εξετάζοντας την ουσία της αίτησης και έχοντας υπόψη το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος. Αποτελεί γεγονός ότι οι επίδικες μετοχές ήταν το μόνο περιουσιακό στοιχείο της εναγόμενης 1 και όπως φαίνεται η ενάγουσα δεν έχει επιχειρηματικές δραστηριότητες είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό. Αντιθέτως, ο μοναδικός της σκοπός ήταν η κατοχή του 50% της εναγόμενης
- Είναι δε παραδεκτό ότι σήμερα η ενάγουσα δεν κατέχει καμία περιουσία μετά την μεταβίβαση των πιο πάνω μετοχών στην εταιρεία Vebeca. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει έλλειψη οικονομικών πόρων της ενάγουσας, τουλάχιστον κατά την παρούσα χρονική περίοδο. Όμως, η ενάγουσα επιρρίπτει για την παρούσα οικονομική κατάσταση της, ευθύνη στον αιτητή - εναγόμενο 2 αλλά και την εταιρεία Vebeca. Εφαρμόζοντας τις αρχές της υπόθεσης Sir Lindsay Parkinson (ανωτέρω), κρίνω ότι δεν θα μπορούσε να διαταχθεί ασφάλεια εξόδων αφού η θέση της ενάγουσας είναι ότι ο εναγόμενος 2 της στέρησε μαζί με την εταιρεία Vebeca, όλη την περιουσία της. Οι ισχυρισμοί αυτοί που η βασιμότητα τους θα διαφανεί μόνο κατά την Δίκη, είναι που προκαλούν κατά την ενάγουσα, την οικονομική αδυναμία της στο παρόν στάδιο. Υπό τας περιστάσεις δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση δυνάμει της πιο πάνω νομολογίας, η έκδοση διατάγματος ασφάλειας για τα έξοδα. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά σε παράβαση του δικαιώματος της ενάγουσας να προσφύγει στο Δικαστήριο και να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τα πρόσωπα που κατά τους ισχυρισμούς της, της αφαίρεσαν παράνομα, το σύνολο της περιουσίας της. Συνυπολογίζοντας όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας ότι το δικαίωμα πρόσβασης της ενάγουσας στο Δικαστήριο, υπερτερεί της ανησυχίας του εναγομένου 2 ως προς τα έξοδα του. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί κατά την άποψη μου και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είναι πλήρως αναξιόχρεη. Μπορεί στο παρόν στάδιο να μην έχει οιανδήποτε περιουσία, όμως από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι δικαιούται σε ένα σημαντικό ποσόν χρημάτων που επιδικάστηκε υπέρ της σε διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου. Η απόφαση αυτή ενεγράφη στην Κυπριακή Δημοκρατία για σκοπούς εκτέλεσης. Υφίσταται ως εκ τούτου η προοπτική ότι θα ικανοποιηθούν τα έξοδα που μπορεί να επιδικαστούν εναντίον της ενάγουσας σε περίπτωση απόρριψης της παρούσας αγωγής. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του εναγομένου 2 - αιτητή και υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο