← Κύπρος

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ υπό την ιδιότητα του Παραλήπτη δυνάμει Ομολόγου Επιβάρυνσης έναντι της εταιρείας ANDREOU P. RECYCLING WORDS LTD κ.α. ν. ANDREOU P.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ υπό την ιδιότητα του Παραλήπτη δυνάμει Ομολόγου Επιβάρυνσης έναντι της εταιρείας ANDREOU P. RECYCLING WORDS LTD κ.α. ν. ANDREOU P. RECYCLING WORKS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 52/17, 14/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 52/17 Μεταξύ:

  1. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ υπό την ιδιότητα του Παραλήπτη δυνάμει Ομολόγου Επιβάρυνσης έναντι της εταιρείας ANDREOU P. RECYCLING WORDS LTD
  2. ΣΠΥΡΟΣ ΧΟΥΤΡΗΣ (ΛΕΥΚΟΝΙΤΖΙΑΤΗΣ) ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες και
  3. ANDREOU P. RECYCLING WORKS LTD
  4. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 14.3.2018 Για Ενάγουσα 2 - Αιτήτρια: κ. Γ. Κασίμης για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Μ. Γαβριηλίδης για Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Ενάγουσα 2 (στο εξής η Αιτήτρια) ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1, ως η παράγραφος 21 της έκθεσης απαίτησης δηλ. για το ποσό των €75,079.06 περιλαμβανομένου ΦΠΑ, με τόκο 4,75% επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία υπογραφής του ομολόγου, δηλαδή από 11.11.16 μέχρι εξοφλήσεως ή/και νόμιμο τόκο, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Στην έκθεση απαίτησης ουσιαστικά προβάλλεται ότι, κατά ή περί τον Ιούνιο του 2014, η Ενάγουσα 2 εταιρεία υπέγραψε με την Εναγόμενη 1 εταιρεία, συμφωνία για πώληση προς την τελευταία, συγκεκριμένων μηχανημάτων και εξοπλισμού. Το συμφωνηθέν τίμημα ανερχόταν στο ποσό των €99,365 και θα καταβαλλόταν μέσω προκαταβολής ύψους €12,000 με την υπογραφή της συμφωνίας και το υπόλοιπο θα εξοφλείτο έναντι τιμολογίου ημερομηνίας 31.12.
  5. Τα αντικείμενα της συμφωνίας παραδόθηκαν στην Εναγόμενη
  6. Η Ενάγουσα 2 εξέδωσε και έστειλε στην Εναγόμενη 1 σχετικό τιμολόγιο και τηρούσε σχετικό λογαριασμό στον οποίο καταχωρούνταν οι διάφορες πληρωμές. Στις 22.2.16, μετά από παράκληση της Ενάγουσας 2, η Εναγόμενη 1, υπέγραψε βεβαίωση χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού, ύψους €76,079.
  7. Κατά τις 29.8.16 το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ήταν €75,079.06, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του υπολοίπου αυτού, η Εναγόμενη 1 υπέγραψε προς όφελος της Ενάγουσας 2, ομόλογο πάγιας επιβάρυνσης επί των αντικειμένων που αφορούσε η προαναφερθείσα συμφωνία. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από την Ενάγουσα 2, η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλε κανένα ποσό προς εξόφληση του ως άνω οφειλομένου. Ενόψει αυτού η Ενάγουσα 2, με βάση τους όρους του ομολόγου, διόρισε στις 22.12.16 τον Ενάγοντα 1, ως παραλήπτη και διαχειριστή της επιβαρυνθείσας περιουσίας και την επόμενη μέρα γνωστοποίησε γραπτώς το γεγονός αυτό στην Εναγόμενη
  8. Παρά ταύτα η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε και μέχρι σήμερα αρνείται και παραλείπει να παραδώσει στον Ενάγοντα 1 την επιβαρυνθείσα περιουσία και ούτε έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του ως άνω οφειλομένου. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 12.7.17 και βασίζεται στις Δ.18 Κ.1-9 και Δ.48 Κ.1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Γιάννη Χούτρη, διευθυντή της Αιτήτριας. Η Εναγόμενη 1 (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση) αντέδρασε με την καταχώρηση ένστασης στην οποία εγείρει βασικά τους ακόλουθους λόγους:
  9. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  10. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
  11. Η Καθ' ης η αίτηση έχει πολύ καλή υπεράσπιση, η οποία αποκαλύπτεται από τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση.
  12. Η Αιτήτρια αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα και προσπαθεί να παραπλανήσει.
  13. Η καταχώρηση της αγωγής κρίνεται ως κακόβουλη, εκδικητική και καταχρηστική, αντίκειται δε στα συμφωνηθέντα μεταξύ των δύο πλευρών. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, διευθυντή και μέτοχου της Καθ' ης η αίτηση. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή Η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, για το λόγο ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης. Έχει καταστεί σαφές από τη νομολογία ότι η χρήση της εξουσίας αυτής πρέπει να γίνεται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Ο σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής και η έκδοση απόφασης όταν τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι τόσο καθαρή που δεν χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα αλλά για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Ο καθοριστικός παράγοντας που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφασίζει κατά πόσο θα εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι κατά πόσο υπάρχει έστω και ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει να εκδικαστεί για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα. Εάν το Δικαστήριο εντοπίσει έστω και ένα θέμα που θα πρέπει να εκδικαστεί για τη δίκαιη επίλυση της αγωγής δεν πρέπει να προχωρήσει να εκδώσει απόφαση. Το καθήκον του Δικαστηρίου αρχίζει με τον έλεγχο της αυστηρής συμμόρφωσης του αιτητή με τις διατάξεις της Δ.18 Κ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία βασικά στηρίζεται η επίδικη αίτηση και έχει ως ακολούθως: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Σε μετάφραση: «Οπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διαταγή 2 Κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Οι προϋποθέσεις που θα πρέπει λοιπόν να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση τη εν λόγω Διαταγή είναι οι εξής:
  14. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Κ.
  15. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή.
  16. Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης (βλ. Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.

(1972)1 C.L.R. 130 και Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782). 4. Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Από το λεκτικό της Δ.18 Κ.1(α) προκύπτει ότι ο ενάγοντας θεωρείται δεδομένο ότι είναι ικανός να προβεί στην ένορκη δήλωση που απαιτείται εκ μόνου του γεγονότος ότι είναι ο ενάγοντας. Η ίδια διάταξη παρέχει την δυνατότητα η εν λόγω ένορκη δήλωση να γίνεται και από πρόσωπο άλλο από τον ενάγοντα. Όμως το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, επιβεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής. Στις ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Κ.2 αρκούν δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά ή ότι αυτά ευσταθούν από πληροφορίες που έχει. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Ο ενόρκως δηλών δυνάμει της Δ.18 Κ.1(α) θα πρέπει να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα αυτά. Η θετική γνώση είναι μια ευρύτερη έννοια από την προσωπική γνώση και δεν προϋποθέτει απαραίτητα προσωπική γνώση. Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Εκεί δε που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για όλα τα πιο πάνω (βλ. Annual Practice 1955, σελ. 174 και Stavrinides ανωτέρω). Δυνάμει της Δ.18 η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από έγγραφα εκτός εάν το επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής ή εάν η βάση της αγωγής σχετίζεται άμεσα με αυτά. Εάν και εφόσον γίνεται αναφορά σε έγγραφα στην ένορκη δήλωση τότε αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται. Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Δημητρίου ανωτέρω και The Chain Gulf Traders Ltd v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168). Εξέταση της αίτησης Στην παρούσα περίπτωση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Η Ενάγουσα 2 καταχώρησε στις 10.1.17 αγωγή με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο και οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 24.1.17. Η ένορκη δήλωση στην οποία στηρίζεται η αίτηση έγινε από τον διευθυντή της Ενάγουσας 2 εταιρείας, ο οποίος δηλώνει ότι έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εκ του ότι, κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήταν ο μοναδικός διευθυντής της Αιτήτριας, ήταν υπεύθυνος για την ετοιμασία, εποπτεία και έλεγχο ανεξόφλητων τιμολογίων αυτής καθώς και ετοιμασία σχετικών καταστάσεων λογαριασμών ενώ ήταν και υπεύθυνος για την εποπτεία, έλεγχο και φύλαξη όλων των σχετικών εγγράφων. Περαιτέρω ήταν παρών κατά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας και ήταν το πρόσωπο που είχε άμεση επαφή και συνομιλούσε με τους Εναγόμενους για όλα τα θέματα που αφορούσαν και απέρρεαν από αυτήν. Ήταν επίσης παρών κατά τη σύναψη του ομολόγου πάγιας επιβάρυνσης. Περαιτέρω παραθέτει επαρκή γεγονότα τα οποία υποστηρίζονται από συγκεκριμένα έγγραφα, με τα οποία επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας, όπως αυτό δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης. Συγκεκριμένα επισυνάπτει την επίδικη συμφωνία ημερ. 12.6.14 (τεκμήριο 1), το τιμολόγιο ημερ. 9.8.14, την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 3), την επιβεβαίωση υπολοίπου ημερ. 22.2.16 (τεκμήριο 5 - με αυτήν βεβαιώνεται ότι ο λογαρισμός στις 31.12.15 παρουσίαζε υπόλοιπο €76,079.06 και είναι υπογραμμένη από την Καθ' ης η αίτηση), την επιστολή ημερ. 5.11.16 προς την Καθ' ης η αίτηση από τους δικηγόρους της Αιτήτριας (τεκμήριο 6 - με αυτήν η Αιτήτρια απαιτεί την καταβολή του χρέους και συγκεκριμένα του προαναφερόμενου ποσού εντός 7 ημερών και προειδοποιεί με την λήψη δικαστικών μέτρων), το ομόλογο πάγιας επιβάρυνσης ημερ. 11.11.16, για το πόσο των €75,079.06 (τεκμήριο 7 - με το οποίο επιβαρύνθηκε το μηχάνημα και εξοπλισμός που αγοράσθηκε από την Καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας) καθώς και τα σχετικά με τον διορισμό του Ενάγοντα 1 ως διαχειριστή παραλήτη δυνάμει του ομολόγου (τεκμήρια 8-12). Ο ενόρκως δηλών επαληθεύει επίσης και το ποσό που οφείλεται μέχρι σήμερα, το οποίο αναφέρει ότι μετά τις διενεργηθείσες πληρωμές ανέρχεται στα €73,541.85, στο οποίο περιορίζει την αξίωση της Αιτήτριας (αντί δηλ. του αξιούμενου €75,079.06). Τέλος δηλώνει ρητά ότι, εξ όσων πιστεύει, η Καθ' ης η αίτηση καμία απολύτως υπεράσπιση έχει στην αγωγή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι πληρούνται σωρευτικά οι 3 πρώτες προυποθέσεις της Δ.18 Κ.1(α) και, ως έχει προαναφερθεί, σε τέτοια περίπτωση το βάρος μετατίθεται στην Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η αίτηση να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να της δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του ο Καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να παραθέτει λεπτομέρειες και επαρκή στοιχεία για να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο παρέχεται το σχετικό υπόβαθρο των γεγονότων και να εκτιμήσει κατά πόσο έχει καλή υπεράσπιση. Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι γενικοί και αόριστοι στερούν από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει το πιο πάνω θέμα. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 τονίστηκε και πάλιν ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας αυτής και λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο σε καθαρές περιπτώσεις όπου δηλ. είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. επίσης CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 897, Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 1, Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 και F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1230). Στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1912 λέχθηκε ότι η υπεράσπιση του εναγομένου πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια συγκεκριμένα γεγονότα με τρόπο που να εκφράζεται μια καλόπιστη και ολοκληρωμένη υπεράσπιση, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει ότι τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Το κριτήριο όμως αυτό δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Ενδεικτικό των πιο πάνω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο της δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όταν το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Από την άλλη το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αξιολογεί και να καταλήγει σε ευρήματα όσον αφορά αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων καθότι έτσι μετατρέπει την διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας κάτι που είναι ασφαλώς εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της Δ.18. Στην Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, πέραν από τα πιο πάνω λέχθηκε ότι όποτε η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Στην RCK Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074 με παραπομπή στο Annual Practice του 1967, σελ. 121, λέχθηκε μεταξύ αλλων ότι πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση. Τέλος η εξέταση αιτήσεων αυτής της φύσης θα πρέπει να γίνεται υπό το φως των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος, όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Εξετάζοντας στη συνέχεια τα πιο πάνω στα πλαίσια της παρούσας θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι, ως προκύπτει από την αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση, οι μόνοι λόγοι ένστασης που προωθούνται είναι αυτοί που αφορούν την ουσία της αίτησης και δη αναφορικά με το κατά πόσο πληρούνται οι προυποθέσεις της Δ.18, με βασική αναφορά στην θέση ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση και συναφώς πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να προβάλει αυτήν. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι οι λοιποί λόγοι ένστασης έχουν εγκαταλειφθεί και δεν θα εξετασθούν. Προς στοιχειοθέτηση της θέσης της ότι περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει τα ακόλουθα: Στις 12.6.14 η Καθ' ης η αίτηση προέβη σε συμφωνία με την Αιτήτρια να αγοράσει μηχάνημα αξίας €99,365 με όρο να εξοφληθεί μέχρι τις 31.12.
  1. Η Αιτήτρια γνώριζε ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε προβεί στην εν λόγω αγορά για την διενέργεια επιχείρησης ανακύκλωσης βάσει των νέων καινοτόμων προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη στήριξη νέων μικρο-επιχειρήσεων. Δυστυχώς η αίτηση της Καθ' ης η αίτηση για την εξασφάλιση χορηγίας από το κράτος, μέσω του Υπουργείου Εμπορίου, παρά το γεγονός ότι αρχικά εγκρίθηκε, έπειτα απορρίφθηκε λόγω της μη εξόφλησης του τιμολογίου για την αγορά του μηχανήματος απευθείας από λογαριασμό της Καθ' ης η αίτηση. Τα πιο πάνω ήταν σε γνώση της Αιτήτριας, ο διευθυντής της οποίας ανέφερε στον Εναγόμενο 2 ότι θα βοηθούσε για την εξασφάλιση της χορηγίας με την έκδοση του τιμολογίου, εντούτοις παρέλειψε να το πράξει και το Υπουργείο απέρριψε την αίτηση. Ως εκ τούτου δεν υπήρχε άλλος τρόπος εξασφάλισης των οικονομικών πόρων για την αποπληρωμή του ποσού που οφείλετο στην Αιτήτρια για την αγορά του μηχανήματος. Ενόψει των ανωτέρω η Αιτήτρια επέδειξε κατανόηση ως προς την ύπαρξη αυτή της οικονομικής δυσπραγίας της Καθ' ης η αίτηση και προχώρησαν σε προφορική συμφωνία αποπληρωμής του εναπομείναντος ποσού σε δόσεις, χωρίς να καθοριστεί το ύψος του μηνιαίου και/ή άλλως πως καταβλητέου ποσού για την εξόφληση του μηχανήματος. Έπειτα σε διάφορα χρονικά διαστήματα η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά έναντι του οφειλομένου. Συγκεκριμένα την 1.7.15 κατέβαλε ποσό €6,000, στις 19.10.15 ποσό €5,000, στις 14.12.15 ποσό €4,000, στις 18.7.16 ποσό €1,000 και στις 6.3.17 ποσό €
  2. Καθόλη τη διάρκεια των 2 ετών η Αιτήτρια ήταν γνώστης της κατάστασης στην οποία βρισκόταν η Καθ' ης η αίτηση λόγω της απόρριψης της αίτησης για την παροχή χορηγίας και έδειχνε κατανόηση. Ουδέποτε η Αιτήτρια μέσω των υπαλλήλων και/ή λειτουργών της και/ή των μετόχων και/ή των διευθυντών της απαίτησε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό αφού διαβεβαίωνε την Καθ' ης η αίτηση ότι αφού καταβάλλεται ένα σημαντικό ποσό σταδιακά, δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα και επέδειχναν εμπιστοσύνη για την αποπληρωμή του υπολοίπου. Κατά/ή περί τα τέλη Οκτωβρίου 2016 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Εναγόμενος 2 με τον Γιάννη Χούτρη, ενημερώθηκε από τον τελευταίο για την επιθυμία της Αιτήτριας να προβεί σε αίτηση δανείου ύψους €30,000 με εμπορική τράπεζα για τις ανάγκες λειτουργίας της. Λόγω του ότι όπως του είχε πει το μηχάνημα για το οποίο η Αιτήτρια είχε συνάψει την συμφωνία ημερ. 12.6.14, βρισκόταν στην κατοχή της Καθ' ης η αίτηση, για εξασφάλιση τους ήταν απαραίτητη η υπογραφή κάποιου ομολόγου. Ο Εναγόμενος 2 επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στον Χούτρη, έχοντας ως γνώμονα την άριστη επαγγελματική σχέση που είχαν μέχρι τότε και ιδιαίτερα την κατανόηση που επεδείκνυε ως προς την καθυστέρηση στην αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού, συγκατατέθηκε στην υπογραφή του ομολόγου. Έπειτα μέσω ταχυδρομείου ο Χούτρης του απέστειλε το ομόλογο σημειώνοντας του πού θα έπρεπε να υπογράψει εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Ο Χούτρης τον διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για τυπική διαδικασία για την εξασφάλιση του δανείου από την τράπεζα. Η Αιτήτρια, ως έγινε αντιληπτό εκ των υστέρων, εξαπάτησε την Καθ' ης η αίτηση με την υπογραφή του ομολόγου για αλλότρια συμφέροντα. Ουδέποτε η Καθ' ης η αίτηση έτυχε επεξήγησης ως προς την πραγματική έννοια αυτή της συμφωνίας, την σημασία της και τις συνέπειες που θα είχε στην Καθ' ης η αίτηση. Δεν γνωρίζαν τι υπέγραφαν και την έννοια του κάθε εγγράφου, ούτε αυτά τους επεξηγήθηκαν ποτέ. Εξετάζοντας τα πιο πάνω στοιχεία που παραθέτει η Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Να αναφερθεί κατ' αρχάς ότι είναι προφανές από την παράγραφο 21Α της έκθεσης απαίτησης, που αποτελεί μέρος του παρακλητικού της αγωγής και βάση της οποίας η Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι η βάση της αξίωσης της είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο από την συμφωνία πώλησης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού, η οποία συνήφθη στις 12.6.14 (η επίδικη) και όχι το ομόλογο πάγιας επιβάρυνσης, που υπογράφηκε αργότερα ως περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του εν λόγω οφειλόμενου υπολοίπου και με το οποίο επιβαρύνθηκαν τα προαναφερόμενα μηχανήματα και εξοπλισμός. Δεν μου διαφεύγει ότι στην παράγραφο 21Β της έκθεσης απαίτησης αξιώνεται τόκος 4,75% επί του αξιούμενου ποσού, από την ημερομηνία υπογραφής του ομολόγου. Αυτό όμως αξιώνεται διαζευκτικά με νόμιμο τόκο και εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια πουθενά δεν υποστηρίζει στα πλαίσια της παρούσας ότι η βάση της αξίωσης της για το συγκεκριμένο ποσό είναι το ομόλογο, το οποίο αποτελεί άλλωστε εξασφάλιση αυτού και όχι την γενεσιουργό αιτία του χρέους. Ως έχει δε αναφερθεί και στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 29.11.17, όπου εξετάσθηκε το κατά πόσο τίθεται δικονομικό κώλυμα στην προώθηση των αξιώσεων των Εναγόντων, ως εγείρονται στην παρούσα αγωγή δηλ. από την μια του διορισμένου με βάση το ομόλογο διαχειριστή παραλήπτη και από την άλλη της Αιτήτριας, οι αξιώσεις αυτών βασίζονται σε ξεχωριστές για το καθένα αιτίες αγωγής έναντι των Εναγομένων και συγκεκριμένα η αξίωση του Ενάγοντα 1 εδράζεται στα δικαιώματα και εξουσίες του δυνάμει του ομολόγου πάγιας επιβάρυνσης ενώ αυτή της Αιτήτριας - Ενάγουσας 2 στην επίδικη συμφωνία. Ως εκ των άνω κρίνω ότι στην παρούσα θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο η Καθ' ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση σε σχέση με το οφειλόμενο υπόλοιπο στην βάση της επίδικης συμφωνίας και όχι του ομολόγου. Άλλωστε δεν αποτελεί θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι το εν λόγω ομόλογο μετέβαλε ή αντικατέστησε την επίδικη συμφωνία, ούτε και ότι αποτελεί συμφωνία ως προς τον τρόπο εξόφληση της οφειλής. Αντίθετα είναι ουσιαστικά η θέση της ότι το ομόλογο δεν είναι έγκυρο καθότι εξαπατήθηκε στην υπογραφή του. Ως προς την προαναφερόμενη συμφωνία, η Καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί την σύναψη της, ούτε το τιμολόγιο που εκδόθηκε από την Αιτήτρια, ούτε την κατάσταση λογαριασμού που η Αιτήτρια διατηρούσε, ούτε το ότι η ίδια επιβεβαίωσε γραπτώς το οφειλόμενο υπόλοιπο των €76,079.06 στις 22.2.
  3. Περαιτέρω δεν αμφισβητεί ούτε ότι σήμερα εξακολουθεί να οφείλει το αξιούμενο ποσό. Αναφέρει μάλιστα ότι η αδυναμία «εξασφάλισης των οικονομικών πόρων για την αποπληρωμή του ποσού» που οφείλει στην Αιτήτρια, οφείλεται στην μη έγκριση της αίτησης της για την εξασφάλιση χορηγίας από το κράτος μέσω του Υπουργείου Εμπορίου. Σε σχέση με την θέση της ότι η Αιτήτρια γνώριζε την κατάσταση αυτή και ο διευθυντής αυτής ανέφερε ότι θα βοηθούσε για την εξασφάλιση της χορηγίας με την έκδοση του τιμολογίου αλλά παρέλειψε να το πράξει, θα πρέπει να λεχθεί ότι από την ίδια την επίδικη συμφωνία δεν προκύπτει ότι η εξασφάλιση της χορηγίας ήταν όρος αυτής αλλά ούτε και ότι υπήρξε ανάληψη υποχρέωσης από την Αιτήτρια να παράσχει σχετική βοήθεια. Σύμφωνα πάντα με την θέση της Καθ' ης η αίτηση, στην συνέχεια η Αιτήτρια επέδειξε κατανόηση για την οικονομική δυσπραγία της πρώτης και προχώρησαν σε προφορική συμφωνία αποπληρωμής του εναπομείναντος ποσού σε δόσεις. Σε σχέση όμως με την εν λόγω προφορική συμφωνία, πέραν της γενικής αναφοράς σε αυτήν, δεν δίδονται άλλες ουσιώδεις λεπτομέρειες όπως το πότε έγινε και ποιο ήταν ακριβώς το περιεχόμενο της ενώ το μόνο που εκτίθεται και αυτό εν είδει διαζευκτικών ισχυρισμών και άρα όχι θετικά, είναι ότι δεν καθορίστηκε το «ύψος του μηνιαίου και/ή άλλως πως καταβλητέου ποσού για την εξόφληση του μηχανήματος» κάτι που εν πάση περιπτώσει λαμβανομένου υπόψην του ύψους του οφειλόμενου υπολοίπου και των λοιπών περιστάσεων δεν κρίνεται αληθοφανές. Το γεγονός ότι στην συνέχεια η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε στην Αιτήτρια, 4 ποσά πριν την έγερση της αγωγής, με δεδομένες τις ακανόνιστες ημερομηνίες (1.7.15, 19.10.15, 14.12.15 και 18.7.16) και τα επίσης ακανόνιστα ποσά (€6,000, €5,000, €4,000 και €1,000) πέραν του ότι η Αιτήτρια «έδειχνε κατανόηση στην οικονομική δυσπραγία» της Καθ' ης η αίτηση, δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της προαναφερόμενης προφορικής συμφωνίας. Αποτελεί επίσης θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι ουδέποτε η Αιτήτρια, μέσω των υπαλλήλων και/ή λειτουργών της και/ή των μετόχων και/ή των διευθυντών της, απαίτησε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό αφού διαβεβαίωνε την Καθ' ης η αίτηση ότι αφού καταβάλλεται ένα σημαντικό ποσό σταδιακά, δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα και επέδειχναν εμπιστοσύνη για την αποπληρωμή του υπολοίπου. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως έχει προαναφερθεί, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, επιστολή ημερ. 5.11.16 προς την Καθ' ης η αίτηση, από τους δικηγόρους της Αιτήτριας (τεκμήριο 6) με την οποία η τελευταία απαιτεί την καταβολή του οφειλόμενου ποσού εντός 7 ημερών και προειδοποιεί με την λήψη δικαστικών μέτρων. Το γεγονός ότι η εν λόγω επιστολή έγινε από τους δικηγόρους της Αιτήτριας και όχι από κάποιον από τους αξιωματούχους ή υπαλλήλους της δεν μεταβάλλει ότι αποτελούσε απαίτηση αυτής. Άλλωστε εάν ληφθούν υπόψην τα ποσά που καταβλήθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση μέχρι τις 5.11.16 και το ύψος του υπολοίπου οφειλομένου ποσού δεν μπορεί να γίνει λόγος για σταδιακή καταβολή ενός σημαντικού ποσού ώστε, πάντα σύμφωνα με την θέση της Καθ' ης η αίτηση, η Αιτήτρια να δείχνει εμπιστοσύνη ως προς την αποπληρωμή του υπολοίπου. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η Καθ' ης η αίτηση - Εναγόμενη 1 απέτυχε να ικανοποιήσει, στα πλαίσια των αρχών που θέτει η σχετική νομολογία, ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να της δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή, στο μέτρο που αυτή αφορά την αξίωση που εγείρει εναντίον της η Αιτήτρια - Ενάγουσα
  4. Καταληκτικά κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδώσω και εκδίδω συνοπτική απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 2 και εναντίον της Εναγόμενης 1, για το ποσό των €73,541.85, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αστικά - Αγωγές - Αίτηση για συνοπτική απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.