Ανδρέας Τερέντης ν. Πηνελόπη (Πόπη) Χαραλάμπους κ.α., Αγωγή Αρ.: 4492/11, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 4492/11 Μεταξύ: Ανδρέας Τερέντης, Αγαμέμνονος 1, Παραλίμνι Ενάγοντας - και -
- Πηνελόπη (Πόπη) Χαραλάμπους, Τέρια 84, Κάτω Πολεμίδια
- Κωνσταντίνος Καλαφάτης, Ουμ Χαράμ 63, Λάρνακα Εναγόμενοι ---------------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2018 Eμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος Σ. Χαραλάμπους Για την Εναγόμενη 1: κα Ρ. Χατζηπαντελή για Π.Ι. Σωτηρίου & Συνεργάτες Για τον Εναγόμενο 2: κος Χρ. Μούσκος για Κ. Χρ. Μούσκο Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας «αξιώνει από τους Εναγόμενους: Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας είναι ο νόμιμος δικαιούχος για την επ' ονόματι του εγγραφή του [ακίνητου με αριθμό εγγραφής 3341, τεμ. 70, Φ/Σχ. XLYII (47/11), τοποθεσία «Γερμανός» στις Κάτω Πλάτρες, στη Λεμεσό (στο εξής «το ακίνητο»)]. Β) Ακύρωση της μεταβίβασης του ως άνω ακίνητου, ημερ. 8.4.96, που έγινε στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, επ' ονόματι του Εναγόμενου
- Γ) Εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας του ως άνω ακινήτου επ' ονόματι του Ενάγοντα στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού εντός 30 ημερών ή σε χρόνο που θα καθορίσει το Δικαστήριο. Δ) Διαζευκτικά των Α), Β), και Γ), το ποσό των €2.905 «ως επιστροφή και/ή ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως». Κρίνεται σκόπιμο, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης και για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια, όπως στο σημείο αυτό παρατεθούν συνοπτικά οι δικογραφημένες εκδοχές των διάδικων, αφού οι ισχυρισμοί που προβάλλει έκαστος από αυτούς διαφέρουν ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρει ότι περί τις αρχές του 1994, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, αγόρασε από την Εναγόμενη 1 το επίδικο ακίνητο για το ποσό των ΛΚ 1.700 (€2.905), πληρώνοντας ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσό με την υπογραφή της συμφωνίας, ενώ η μεταβίβαση επ' ονόματι του Ενάγοντα θα γινόταν από την Εναγόμενη 1 σε μεταγενέστερο χρόνο. Αμέσως μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας και πριν τη μεταβίβαση του ακίνητου επ' ονόματί του, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι πούλησε, μεταξύ άλλων, το ακίνητο στον Εναγόμενο 2, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερ. 27.7.94, για το ποσό των ΛΚ 8.200, (€14.011), μια μοτοσυκλέτα και μια βάρκα. Με την υπογραφή της συμφωνίας αυτής, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 τον πλήρωσε το ποσό των ΛΚ 2.000 (€3.417) ως προκαταβολή και του παρέδωσε τις συμφωνηθείσες μοτοσυκλέτα και βάρκα, ενώ το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ 6.200 (€10.593) συμφωνήθηκε ότι θα καταβαλλόταν από τον Εναγόμενο 2 στον Ενάγοντα με τη μεταβίβασή τους επ' ονόματι του. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ενώ ο Ενάγοντας ανέμενε τη μεταβίβαση του ακίνητου επ' ονόματί του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη συζυγική του κατοικία και τα δύο προαναφερόμενα συμφωνητικά έγγραφα παρέμειναν εκεί μέχρι και το 2008, οπόταν και του επιστράφηκαν. Κατά ή περί τις αρχές του 2009, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, πληροφορήθηκε ότι το ακίνητο είχε μεταβιβαστεί από την Εναγόμενη 1 στον Εναγόμενο 2 αρκετά χρόνια πριν, κάτι το οποίο η Εναγόμενη 1 ουδέποτε του αποκάλυψε. Μετά από έρευνα που διενήργησε στο Κτηματολόγιο διαπίστωσε ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του Εναγόμενου 2 στις 8.4.96 «και εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένο στο όνομά του μέχρι σήμερα» (παρ. 12). Η Εναγόμενη 1 στην Υπεράσπισή της, αν και αναφέρει ότι αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένου και του ισχυρισμού περί της ύπαρξης γραπτής συμφωνίας μεταξύ τους, ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με τον Ενάγοντα την πώληση του επίδικου ακίνητου για το ποσό των ΛΚ 1.700 (€2.905). Ο Ενάγοντας όμως, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1, δεν της πλήρωσε ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσό, αλλά μόνο το ποσό των ΛΚ 700 (€1.197) ως προκαταβολή, ενώ το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ 1.000 (€1.708) θα της το κατέβαλλε με τη μεταβίβαση του ακίνητου μετά από μερικές μέρες (παρ. 3). Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Εναγόμενης 1 ότι, όταν πληροφορήθηκε ότι το ακίνητο πουλήθηκε από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο 2, η ίδια επέστρεψε στον Ενάγοντα το ποσό της προκαταβολής, δηλαδή ΛΚ 700 (€1.197) και ο τελευταίος της επέστρεψε τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακίνητου «και ως εκ τούτου η συμφωνηθείσα πράξη εθεωρήθη ως ακυρωθείσα και/ή ως μη γενόμενη» (παρ. 7 και 10). Στη συνέχεια, η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2 τηλεφωνικώς σε αριθμό που της έδωσε ο υιός του τελευταίου και συμφώνησε μαζί του να του πουλήσει το ακίνητο για το ποσό των ΛΚ 1.700 (€2.905). Σύμφωνα με την Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1, «κατόπιν ερεύνης στο κτηματολόγιο ευρέθη ότι το κτήμα επί τη βάσει ειδικού πληρεξουσίου το οποίον φέρεται ότι υπέγραψε η ίδια και την ύπαρξιν του οποίου αγνοεί και/ή δεν είναι δυνατόν να ενθυμείται λόγω χρόνου και συνεπώς αρνείται, χωρίς πρόνοιαν ποσού, φέρεται ότι μεταβιβάσθη χωρίς την παρουσία της για το ποσό των ΛΚ 1.500 και όχι για το ποσό των ΛΚ 1.700 που στην πραγματικότητα το επώλησε η ίδια στο κτήμα της» (παρ. 9). Ο Εναγόμενος 2, στη δική του Υπεράσπιση, προβάλλει μια διαφορετική εκδοχή, τόσο σε σχέση με την εκδοχή που προβάλλει ο Ενάγοντας όσο και σε σχέση με την εκδοχή που προβάλλει η Εναγόμενη
- Παραδέχεται την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας, ημερ. 27.7.94, μεταξύ του ίδιου και του Ενάγοντα με την οποία συμφώνησε «να αγοράσει το επίδικο στην παρούσα αγωγή ακίνητο και ένα άλλο ακίνητο που ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του Ενάγοντα» (παρ. 8), όπως και ότι πλήρωσε στον Ενάγοντα το ποσό των ΛΚ 2.000 (€3.417) ως προκαταβολή και ότι του παρέδωσε τις συμφωνηθείσες μοτοσυκλέτα και βάρκα. Ισχυρίζεται όμως ότι ο Ενάγοντας «παρέδωσε στον Εναγόμενο 2 πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο τον εφοδίασε η Εναγόμενη 1 και με βάση τούτο θα μπορούσε να μεταβιβάσει και να εγγράψει το ακίνητο στο όνομα του, ως επίσης τον εφοδίασε και με δικό του πληρεξούσιο για να μεταβιβάσει και εγγράψει και το άλλο ακίνητο στο όνομα του» (παρ. 8). Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 2, «η Εναγόμενη 1 όταν πληροφορήθηκε την τιμή πώλησης του ακινήτου της από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο, που ήταν για το ποσό των ΛΚ 4.200 (€7,176), ακύρωσε το πληρεξούσιο έγγραφο της που ήταν στο όνομα του Εναγόμενου 2» (παρ. 10) και τότε, ο ίδιος και ο Ενάγοντας συμφώνησαν όπως η αρχική τους συμφωνία περιοριστεί σε ένα ακίνητο, όχι το επίδικο, και ότι η αντιπαροχή που είχε μέχρι τότε δοθεί θα λογιζόταν ως το τίμημα πώλησης του ακινήτου που παρέμεινε, το οποίο και μεταβιβάστηκε από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο
- Όσον αφορά το επίδικο ακίνητο αναφέρεται στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 ότι «η συμφωνία του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, για την πώληση του επίδικου ακίνητου, ακυρώθηκε και ο ίδιος επέστρεψε στον Ενάγοντα το ποσό των ΛΚ 1.700 (€2.905), που ήταν το ποσό που κατέβαλε τούτος στην Εναγόμενη 1 για την αγορά τούτου και τότε η Εναγόμενη 1 του μεταβίβασε και ενέγραψε το ακίνητο στο όνομά του χωρίς ο Ενάγων να έχει καμία παρελθούσα ή μελλοντική απαίτηση» (παρ. 11). Το εν λόγω ακίνητο, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι στη συνέχεια και σε χρόνο προγενέστερο της αγωγής, το μεταβίβασε στον υιό του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα, κλήθηκαν δύο μάρτυρες, ο Ενάγοντας (ΜΕ1) και ο Ανδρέας Παμπόρης (ΜΕ2). Για την πλευρά της Εναγόμενης 1 κλήθηκαν η Εναγόμενη 1 (ΜΥ1) και η Νίκη Ανδρέου (ΜΥ2) και για την πλευρά του Εναγόμενου 2 κλήθηκε ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ3). Συνοψίζω την προσαχθείσα μαρτυρία: Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, το 1994, αυτός και η Εναγόμενη 1 συμφώνησαν γραπτώς όπως ο πρώτος αγοράσει από την τελευταία το επίδικο ακίνητο για το ποσό των ΛΚ 1.700 (€ 2.905), το οποίο πληρώθηκε ολόκληρο τοις μετρητοίς με την υπογραφή της συμφωνίας. Ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο ένα τυποποιημένο έγγραφο με τίτλο «Πωλητήριον Έγγραφον», χωρίς ημερομηνία και στο οποίο αναγράφεται ότι πρόκειται για συμφωνία που γίνεται μεταξύ της «Πόπης από τις Κάτο Πλάτρες» ως πωλήτριας (η ορθογραφία έχει διατηρηθεί) και του «Ανδρέα Τερέντη, εκ Λάρνακος, Βουκεφαλιάς Νο 6, Αριθμός Ταυτότητας 413507» ως αγοραστή (Τεκμήριο 1). Ακολούθως, σύμφωνα με τον μάρτυρα, στις 27.7.94, ο ίδιος συμφώνησε γραπτώς με τον Εναγόμενο 2 όπως ο πρώτος πουλήσει στον τελευταίο τρία ακίνητα, ήτοι το επίδικο ακίνητο και δύο άλλα ακίνητα, για το συνολικό ποσό των ΛΚ 8.200 (€14.011), μια μοτοσυκλέτα και μια βάρκα. Δύο αντίγραφα της εν λόγω χειρόγραφης συμφωνίας με τίτλο «ΣΥΜΦΟΝΙΤΙΚΟΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ» (η ορθογραφία έχει διατηρηθεί) κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 2Α και 2Β, στα οποία δεν γίνεται διαχωρισμός των ποσών σε σχέση με κάθε ακίνητο. Μάρτυρες της εν λόγω συμφωνίας φέρονται να ήταν ο Ανδρέας Παμπόρης (ΜΕ2) και η σύζυγός του. Ο Ενάγοντας κατέθεσε στο Δικαστήριο βεβαίωση, ημερ. 31.1.11, με την οποία ο Ανδρέας Παμπόρης βεβαιώνει ότι ήταν μάρτυρας στην εν λόγω συμφωνία (Τεκμήριο 3). Με την υπογραφή της συμφωνίας αυτής, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2, αφού του πλήρωσε το ποσό των ΛΚ 2.000 (€3.417) ως προκαταβολή και του παρέδωσε τη μοτοσυκλέτα και τη βάρκα, έλαβε την κατοχή των τριών ακινήτων. Το υπόλοιπο ποσό, ήτοι ΛΚ 6.200 (€ 10.593), ανέφερε ο μάρτυρας, θα του πληρωνόταν με τη μεταβίβαση του επίδικου ακίνητου, το οποίο ήταν τότε εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγόμενης
- Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι παρέδωσε στον Εναγόμενο 2 ως ασφάλεια ένα πληρεξούσιο έγγραφο, με το οποίο η Εναγόμενη 1 εξουσιοδοτούσε τον Ενάγοντα να μεταβιβάσει το ακίνητο στον ίδιο ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και, όσον αφορά το τι επακολούθησε, η εκδοχή του Ενάγοντα κατά τη μαρτυρία του ήταν η εξής: Λίγο μετά που υπόγραψε τις δύο προαναφερόμενες συμφωνίες (Τεκμήρια 1, 2Α και 2Β), εγκατέλειψε την οικία του, λόγω διάστασης με τη σύζυγό του, αφήνοντας στο σπίτι του τα δύο πωλητήρια έγγραφα. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, δηλαδή το 2008, παρέλαβε τα έγγραφα από τη σύζυγό του και επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2, ζητώντας του την άμεση εξόφληση του επίδικου ακίνητου και τη μεταβίβασή του επ' ονόματί του. Ο Εναγόμενος 2 του ζήτησε χρόνο για να μπορέσει να βρει τα χρήματα και τότε αποφάσισε να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στο όνομά του, μέχρι ο πρώτος να ξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Η Εναγόμενη 1, αρχές του 2009, συμφώνησε να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, στον Ενάγοντα, ωστόσο προφασιζόταν δικαιολογίες ώστε να μην μεταβεί στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση. Τότε, μετέβηκε ο ίδιος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και πληροφορήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 είχε μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στον Εναγόμενο 2 στις 8.4.96 για το ποσό των ΛΚ 1.500, δυνάμει ειδικού πληρεξούσιου, ημερ. 29.7.94, με το οποίο η Εναγόμενη 1 εξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο 2 για τη μεταβίβαση. Ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο Δήλωση Μεταβίβασης Ακίνητου, ημερ. 8.4.96, στην οποία επισυνάπτεται το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, ημερ. 29.7.94 (Τεκμήριο 4). Κατέθεσε επίσης Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας, ημερ. 11.8.11 (Τεκμήριο 5) στο οποίο διαφαίνεται η εν λόγω μεταβίβαση. Το 2011 πληροφορήθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 πλήρωσε στην Εναγόμενη 1 το ποσό των ΛΚ 1.000 (€1.708,60) και η τελευταία μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο επ' ονόματί του. Αρνήθηκε ότι η τιμή πώλησης του επίδικου ακίνητου ήταν για το ποσό των ΛΚ 4.200 (€7.176) και ότι το πληρεξούσιο έγγραφο που του έδωσε η Εναγόμενη 1 εξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο 2, αφού, όπως ισχυρίστηκε, ο τελευταίος δεν είχε καμιά σχέση τότε με το επίδικο ακίνητο, αλλά εξουσιοδοτούσε τον ίδιο. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ήταν ένας εκ των μαρτύρων στη συμφωνία που έγινε μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 2, ημερ. 27.7.94 (Τεκμήρια 2Α και Β) και, προς βεβαίωση τούτου, υπόγραψε το Τεκμήριο
- Ως δεύτερος μάρτυρας στην εν λόγω συμφωνία, ανέφερε ο μάρτυρας, υπόγραψε η σύζυγός του. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι δεν γνωρίζει τα γεγονότα μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, εκτός των όσων του έχει αναφέρει ο ίδιος ο Ενάγοντας. Η Εναγόμενη ανέφερε ότι συμφώνησε με τον Ενάγοντα την πώληση του ακίνητου για το ποσό των €2.905 (ΛΚ 1.700), αρνήθηκε όμως ότι η συμφωνία τους αυτή ήταν γραπτή. Αρνήθηκε επίσης ότι ο Ενάγοντας προέβη στην εξόφληση του συμφωνηθέντος ποσού και ανέφερε ότι, αντ' αυτού, πλήρωσε μόνο το ποσό των ΛΚ 700 (€1.197) ως προκαταβολή και η Εναγόμενη 1 του παρέδωσε τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακίνητου. Στη συνέχεια συμφώνησαν, ως ανέφερε η μάρτυρας, ότι μετά από μερικές μέρες θα μετέβαιναν στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση και την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού. Μετά από λίγες μέρες, ισχυρίστηκε η μάρτυρας, κατά παράκληση του Ενάγοντα, υπόγραψε ένα έντυπο, το οποίο ήταν άγνωστο για την ίδια και το οποίο, όπως της εξήγησε ο Ενάγοντας, λέγοντάς της ότι την επόμενη μέρα θα πήγαιναν μαζί στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του ακίνητου και την εξόφληση του υπόλοιπου ποσού, αφορούσε τα διαδικαστικά της μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο. Επειδή δεν επανήλθε ο Ενάγοντας, η Εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε ότι έδωσε οδηγίες σε ανώτερο υπάλληλο του Κτηματολογίου, να μην επιτραπεί καμία πράξη για το επίδικο ακίνητο, χωρίς να την ειδοποιήσουν προσωπικά. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ανέφερε ότι εν τέλει έμαθε ότι το έντυπο που υπόγραψε ήταν το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερ. 29.7.94 (Τεκμήριο 4), με το οποίο εξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο 2 να μεταβιβάσει το ακίνητο σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Όταν η Εναγόμενη 1 πληροφορήθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 αγόρασε το επίδικο ακίνητο από τον Ενάγοντα, η ίδια επέστρεψε στον Ενάγοντα το ποσό των ΛΚ 700 (€1.197) -το οποίο είχε δοθεί ως προκαταβολή- και τότε ο Ενάγοντας της επέστρεψε τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακίνητου και η μεταξύ τους συμφωνία θεωρήθηκε ακυρωθείσα. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι, όταν επέστρεψε το ποσό αυτό στον Ενάγοντα, ο τελευταίος της υπόγραψε ένα έγγραφο στο οποίο αναγραφόταν: «Εγώ ο κύριος Τερέντης παραδέχομαι ότι πήρα τις ΛΚ 700 από την κυρία Πόπη. Δεν έχω παράπονο». Η Εναγόμενη 1 δεν γνωρίζει που βρίσκεται το έγγραφο αυτό. Η μάρτυρας ανέφερε ότι στη συνέχεια επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2, ο οποίος την ενημέρωσε ότι σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών που έδωσε στον Ενάγοντα για την αγορά του ακίνητου. Έτσι, οι δύο τους συμφώνησαν όπως η Εναγόμενη 1 πουλήσει στον Εναγόμενο 2 το ακίνητο για το ποσό των ΛΚ 1.700 (€2.905), το οποίο πληρώθηκε με δύο επιταγές του. Το ακίνητο μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 2, στην απουσία της ίδιας, βάσει του ειδικού πληρεξούσιου, ημερ. 29.7.94 (Τεκμήριο 4), την ύπαρξη του οποίου όμως η ίδια αγνοούσε ή δεν θυμόταν ότι υπόγραψε. Παρά το ότι στο Κτηματολόγιο φαίνεται ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε για το ποσό των ΛΚ 1.500, εντούτοις στην πραγματικότητα πούλησε το ακίνητο για ΛΚ 1.700 (€2.905). Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση κατά πόσον γνωρίζει αν ο Εναγόμενος 2 επέστρεψε στον Ενάγοντα το ποσό των ΛΚ 1.700 (€ 2.905) για να ακυρωθεί η συμφωνία που είχε με την ίδια, απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι ουδέποτε της ανέφερε κάτι τέτοιο ο Εναγόμενος
- Η ΜΥ2, συνάδελφος, φίλη και γειτόνισσα της Εναγόμενης 1, ανέφερε ότι το 1994, η τελευταία τής είχε αναφέρει ότι την επόμενη ημέρα θα ερχόταν κάποιος κύριος να του επιστρέψει ένα χρηματικό ποσό που της είχε δώσει. Αυτό ήταν κάτι, που σύμφωνα με τη μάρτυρα, έλεγε συχνά η Εναγόμενη
- Την επόμενη ημέρα, ανέφερε η μάρτυρας, ενώ αυτή βρισκόταν στο σπίτι της Εναγόμενης 1 με ακόμα μια συνάδελφό τους, ήρθε μια γυναίκα και ο σύζυγός της και η Εναγόμενη 1 τού έδωσε ένα χρηματικό ποσό σε μετρητά. Στη συνέχεια ο κύριος αυτός υπόγραψε κάτι και έφυγε. Αντεξεταζόμενη αν γνώριζε τι αφορούσε το εν λόγω περιστατικό, η μάρτυρας ανέφερε ότι, από ότι της έλεγε συχνά η Εναγόμενη 1, ο κύριος αυτός της είχε δώσει ΛΚ 700 (€1.197) για να αγοράσει ένα χωράφι της και ενώ της είχε πει ότι θα πήγαιναν μαζί στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση, αυτός δεν πήγε. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, αυτά η Εναγόμενη 1 τα έλεγε συνέχεια τόσο στην ίδια, όσο και στην υπόλοιπη γειτονιά. Ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι στις 27.7.94 υπόγραψε με τον Ενάγοντα τη συμφωνία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 2Α και 2Β). Μετά από κάποιες μέρες, ανέφερε ο μάρτυρας, ο Ενάγοντας του έδωσε ένα ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερ. 29.7.94, με το οποίο η Εναγόμενη 1 εξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο 2 να μεταβιβάσει το ακίνητο σε οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου, ως εγγύηση. Το εν λόγω ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ο μάρτυρας το αναγνώρισε ως το έγγραφο που κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου
- Ταυτόχρονα, ο Εναγόμενος 2 παρέδωσε στον Ενάγοντα μεταχρονολογημένες επιταγές για την εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης. Όταν υπογράφτηκε η συμφωνία, ημερ. 27.7.94 (Τεκμήρια 2Α και 2Β) και παραλήφθηκε το πληρεξούσιο έγγραφο, ημερ. 29.7.94 (Τεκμήριο 4), ο ίδιος και η Εναγόμενη 1 δεν γνωρίζονταν. Η εκδοχή του Εναγόμενου 2 στο Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα που ακολούθησαν την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας έχει ως ακολούθως: όταν η Εναγόμενη 1 έμαθε ότι αυτός αγόρασε το επίδικο ακίνητο από τον Ενάγοντα, τον πληροφόρησε ότι ακύρωσε τη συμφωνία της με τον τελευταίο, οπόταν και αυτός σταμάτησε την πληρωμή των μεταχρονολογημένων επιταγών που είχε δώσει στον Ενάγοντα. Στις 17.9.94, αυτός συμφώνησε με την Εναγόμενη 1 να του πουλήσει το ακίνητο και να χρησιμοποιήσει το ειδικό πληρεξούσιο, ημερ. 29.7.94, που είχε ήδη στην κατοχή του, για να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματί του (Τεκμήριο 4). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έδωσε στην Εναγόμενη 1 δύο επιταγές, ημερ. 17.9.94 και 20.10.94 αντίστοιχα, και προς τούτο κατατέθηκε στο Δικαστήριο βιβλιάριο επιταγών του ίδιου στο οποίο, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, περιέχονται τα αποκόμματα των εν λόγω επιταγών (Τεκμήριο 6). Στις 8.4.96, με τη συγκατάθεση της Εναγόμενης 1, αυτός χρησιμοποίησε το ειδικό πληρεξούσιο, ημερ. 29.7.94 (Τεκμήριο 4), για να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματί του. Από την ημερομηνία που σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών που έδωσε στον Ενάγοντα μέχρι και το 2011, ο Ενάγοντας ουδέποτε τον ενόχλησε ή απαίτησε από τον ίδιο οτιδήποτε σε σχέση με το ακίνητο. Αναγνώρισε την επιταγή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς αναγνώριση ΙΙ (Τεκμήριο 7), και ανέφερε ότι η επιταγή αυτή, παρόλο που δεν έχει σχέση με τα επίδικα ακίνητα, δείχνει ότι ο Ενάγοντας όφειλε χρήματα στον ίδιο, και όχι το αντίστροφο. Το ακίνητο μεταβιβάστηκε από τον Εναγόμενο 2 στον υιό του στις 26.3.09 (Τεκμήριο 8). Κατά τη μαρτυρία του, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι θυμήθηκε ότι τελικά ήταν η Εναγόμενη 1, και όχι ο ίδιος, που επέστρεψε στον Ενάγοντα το ποσό της προκαταβολής που είχε δώσει ο τελευταίος στην Εναγόμενη 1, και ισχυρίστηκε ότι μετά παρέλευση τόσων χρόνων και λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει «δεν μπορεί να θυμηθεί πολλές λεπτομέρειες ούτε και ημερομηνίες». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχοντας πάντοτε υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όσον αφορά τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, κρίνω, για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω, ότι οι διάδικοι, ως οι κύριοι εμπλεκόμενοι, δεν κατέθεσαν την πλήρη και ολοκληρωμένη αλήθεια του τι πραγματικά έλαβε χώρα μεταξύ τους. Και εξηγώ. Η μαρτυρία του Ενάγοντα και ιδιαίτερα οι απαντήσεις του ήταν γενικές και αόριστες. Την ίδια στιγμή, σε ουσιώδη σημεία της, η παλινδρόμηση στις θέσεις του ήταν έκδηλη. Η δε εκδοχή που προέβαλε, πέραν του ότι επεκτάθηκε σε ισχυρισμούς που δεν περιέχονταν στο δικόγραφό του, στερείτο και κάθε λογικού ερείσματος. Παραθέτω ενδεικτικά κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα: Η όλη εκδοχή του Ενάγοντα βασίστηκε στην κατ' ισχυρισμό γραπτή συμφωνία του ίδιου με την Εναγόμενη
- Το ζήτημα αυτό κατέστη επίδικο όταν η τελευταία ρητά αρνήθηκε από την αρχή την ύπαρξη τέτοιας γραπτής συμφωνίας, οπόταν ο Ενάγοντας, ο οποίος αναμενόταν ότι θα τεκμηρίωνε τον ισχυρισμό του, προσκόμισε το Τεκμήριο
- Σε σχέση με τον εν λόγω τεκμήριο, παρατηρώ τα εξής: Πρόκειται για ένα τυποποιημένο έγγραφο με τίτλο «Πωλητήριον Έγγραφον», χωρίς ημερομηνία, στο οποίο αναγράφεται χειρόγραφα ότι πρόκειται για συμφωνία μεταξύ κάποιας «Πόπης από τις Κάτο Πλάτρες» και του «Ανδρέα Τερέντη, εκ Λάρνακος, Βουκεφαλιάς Νο 6, Αριθμός Ταυτότητας 413507» (η ορθογραφία έχει διατηρηθεί). Αντεξεταζόμενος ως προς την γενική και αόριστη αναφορά στην «Πόπη από τις Κάτο Πλάτρες» ως φερόμενης πωλήτριας, σε αντιδιαστολή με το γεγονός ότι τα δικά του στοιχεία ως φερόμενου αγοραστή παρατίθενται πλήρως, ο Ενάγοντας περιορίστηκε να αναφέρει απλά ότι πρόκειται περί λάθους, χωρίς να δίδει οποιαδήποτε πειστική απάντηση επί τούτου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η Εναγόμενη 1 του παρέδωσε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο τον εξουσιοδοτούσε να μεταβιβάσει το ακίνητο στο όνομά του ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Παρατηρώ όμως τα εξής σχετικά: Κατά πρώτον, ο εν λόγω ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος και ατεκμηρίωτος εφόσον το κατ' ισχυρισμό πληρεξούσιο έγγραφο της Εναγόμενης 1 ουδέποτε κατατέθηκε στο Δικαστήριο, και αυτό παρά το ότι η ύπαρξή του αμφισβητήθηκε ρητά από την τελευταία. Η δε εξήγηση που έδωσε ο Ενάγοντας ως προς το γιατί δεν παρουσίασε αυτό το έγγραφο στο Δικαστήριο, ήτοι δεν ήταν στην κατοχή του διότι το είχε δώσει στον Εναγόμενο 2 για ασφάλεια όταν υπόγραψαν τη συμφωνία για αγοραπωλησία του επίδικου ακίνητου, ουδόλως πείθει. Πέραν τούτου όμως, ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφεί ένα εκ διαμέτρου αντίθετο ισχυρισμό, ήτοι ότι «η μεταβίβαση και/ή η εγγραφή του τίτλου του ακίνητου επ' ονόματί του Ενάγοντα θα γινόταν από την Εναγόμενη 1 σε χρόνο που θα αποφάσιζαν και οι δύο πλευρές ή/και όποτε αυτό θα καθίστατο αναγκαίο» (παρ. 3 της Έκθεσης Απαίτησης - η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Επομένως, και αυτός ο ισχυρισμός του Ενάγοντα κρίνεται ανυπόστατος και απορρίπτεται. Σε κάθε περίπτωση όμως, η αντίθεση του εν λόγω ισχυρισμού του Ενάγοντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ως αναφέρεται ανωτέρω, όχι μόνο καθιστά τον ισχυρισμό αυτό έκθετο σε απόρριψη (Σχίζα ν. Αδάμου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 7/11, ημερ. 3.11.2016), αλλά επηρεάζει και την ίδια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 217/2008, ημερ. 21.2.2017). Ούτε όμως η εκδοχή του Ενάγοντα ως προς το πότε έμαθε ο ίδιος ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 2, μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστη. Ήταν η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, ότι αυτό το πληροφορήθηκε από τρίτα πρόσωπα περί τις αρχές του 2009 (παρ. 10) και το επιβεβαίωσε μετά από έρευνα στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού (παρ. 12), στην κυρίως εξέτασή του όμως, ανέφερε ότι το πληροφορήθηκε το 2011, ως αναγράφεται και στο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 4). Κατά την αντεξέτασή του, η εικόνα έγινε ακόμα πιο θολή. Όταν αντεξεταζόταν από την ευπαίδευτη δικηγόρο της Εναγόμενης 1, ανέφερε αρχικά ότι δεν θυμάται πότε έμαθε το γεγονός αυτό, προσθέτοντας ότι το έμαθε κάποια χρόνια μετά από τη μεταβίβαση επ' ονόματι του Εναγόμενου 2, ενώ αμέσως μετά απάντησε ότι μπορεί να το έμαθε μετά από ένα χρόνο από τη μεταβίβαση, ήτοι το
- Όταν αντεξεταζόταν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Εναγόμενου 2, ανέφερε αρχικά ότι το έμαθε λίγο καιρό μετά τη μεταβίβαση από λειτουργό του Κτηματολογίου και αφού του υποδείχθηκε η διάσταση των ισχυρισμών του ως προς το θέμα αυτό, απάντησε ότι μπορεί να το έμαθε το 2011 και ότι δεν θυμάται. Οι συνεχείς παλινδρομήσεις του Ενάγοντα ως προς το ουσιαστικό αυτό θέμα είναι καθοριστικής σημασίας για την αξιοπιστία του, και αυτό σε συνδυασμό πάντοτε με την υπόλοιπη εικόνα του μάρτυρα, ως αυτή σκιαγραφείται στην παρούσα. Αναφορικά με το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερ. 29.7.94 (Τεκμήριο 4), με το οποίο η Εναγόμενη 1 εξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο 2 να μεταβιβάσει το ακίνητο, είτε στο όνομά του, είτε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, και με το οποίο έγινε η μεταβίβαση του επίδικου ακίνητου επ' ονόματι του τελευταίου στις 8.4.96, ο Ενάγοντας, κατά την αντεξέτασή του, αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν αυτός που έδωσε το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο στον Εναγόμενο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν γνωρίζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όταν όμως του υποδείχθηκε ότι το ειδικό πληρεξούσιο, ημερ. 29.7.94, υπογράφτηκε μόλις δύο μέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου 2, ημερ. 27.7.94, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 2 επικοινώνησε με την Εναγόμενη 1 με βάση τις πληροφορίες που γράφονταν στο πληρεξούσιο έγγραφο που του έδωσε εκείνου η Εναγόμενη
- Ερωτηθείς για ποιο λόγο έγινε αυτό, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 το έκαναν για να γλιτώσουν ΛΚ 4.000, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε. Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε για πρώτη φορά από τον μάρτυρα και καμία περαιτέρω εξήγηση έδωσε περί τούτου. Ούτε όμως και οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Ενάγοντας ως δικαιολογία σε σχέση με τον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ των συμφωνιών του Ενάγοντα και των Εναγόμενων 1 και 2 το 1994 και της έγερσης της παρούσας αγωγής το 2011, βρίσκουν έρεισμα στη λογική. Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι από το 1994 μέχρι και το 2008, τα έγγραφα αυτά βρίσκονταν στη συζυγική του οικία, από την οποία αναγκάστηκε να φύγει λόγω προβλημάτων που είχε με τη σύζυγό του. Αυτός ήταν και ο λόγος, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε αντεξεταζόμενος, που από το 1994 μέχρι και το 2009 δεν αξίωσε οτιδήποτε από τον Εναγόμενο
- Την ίδια στιγμή όμως ισχυρίστηκε ότι στην πραγματικότητα δεν χρειαζόταν τα έγγραφα αυτά για να απαιτήσει τα χρήματά του από τον Εναγόμενο 2, αφήνοντας έτσι μετέωρες τις επί του προκειμένου θέσεις του. Πέραν των πιο πάνω, η φτωχή εικόνα που παρουσίασε η μαρτυρία του Ενάγοντα αναδύεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία του αφού είτε απαντούσε αόριστα σε ερωτήσεις που του τίθονταν, είτε απόφευγε να απαντήσει ευθέως και ξεκάθαρα σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν όπως π.χ. όταν κατά την αντεξέτασή του ρωτήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο για την Εναγόμενη 1 για ποιο λόγο έπρεπε να αναμένει να του μεταβιβάσει το ακίνητο η τελευταία προσωπικά ως ισχυρίστηκε, αφού σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς αυτός είχε στην κατοχή του πληρεξούσιο έγγραφο από την Εναγόμενη 1 για τη μεταβίβαση του ακίνητου από το
- Ενώ αρχικά απάντησε ότι «κάποιο λάθος πρέπει να υπάρχει», στη συνέχεια ανέφερε ότι αναγκάστηκε να ζητήσει από την Εναγόμενη 1 αρχές του 2009 να του μεταβιβάσει το ακίνητο επειδή για χρόνια, ως ανέφερε, ο Εναγόμενος 2 κρατούσε τα πληρεξούσια έγγραφα. Αργότερα όμως ισχυρίστηκε ότι τελικά δεν έχει κανένα πρόβλημα με την Εναγόμενη 1, αλλά με τον Εναγόμενο 2 στη βάση της συμφωνίας που είχε μαζί του. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι «άδικα έφερε την Εναγόμενη 1 στο Δικαστήριο» ο Ενάγοντας ήταν κατηγορηματικός: «Την ξόφλησα χίλιες εφτακόσιες λίρες cash και μου βούλωσε το χωράφι», ισχυρισμός ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά στην υπόθεση. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την προβολή μη δικογραφημένων ισχυρισμών, ως πιο πάνω αναφέρεται, καθιστούν πλήρως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Ενάγοντα και συνεπώς ακροσφαλή για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Η μαρτυρία του επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Η μαρτυρία της Εναγόμενης 1 ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα επίσης κρίνεται ως μη αξιόπιστη, για τους ακόλουθους λόγους: Η εκδοχή της Εναγόμενης 1, ως προς τα επίδικα θέματα, στηρίζεται στην κατ' ισχυρισμό ακύρωση της συμφωνίας μεταξύ της ίδιας και του Ενάγοντα με την επιστροφή της προκαταβολής στον Ενάγοντα, ήτοι του ποσού των ΛΚ 700 (€ 1.197). Ο εν λόγω ισχυρισμός αναφέρεται τόσο στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 (παρ. 7 και 10), όσο και στη Γραπτή Δήλωσή της (παρ. 6 και 9), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής της. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι, όταν επέστρεψε το ποσό της προκαταβολής στον Ενάγοντα, ο Ενάγοντας τής υπόγραψε ένα έγγραφο στο οποίο αναγράφονταν τα ακόλουθα: «Εγώ ο κύριος Τερέντης παραδέχομαι ότι πήρα τις ΛΚ 700 από την κυρία Πόπη. Δεν έχω παράπονο». Τέτοιος ισχυρισμός όμως, ήτοι ότι μεταξύ της ίδιας και του Ενάγοντα υπογράφτηκε έγγραφο ακυρωτικό της συμφωνίας, ούτε στο δικόγραφό της, ούτε στη Γραπτή Δήλωσή της περιέχεται και για πρώτη φορά προβλήθηκε κατά την αντεξέτασή της. Ούτε όμως η Εναγόμενη 1 κατάφερε να τεκμηριώσει τον εν λόγω ισχυρισμό της, αφού το κατ' ισχυρισμό ακυρωτικό έγγραφο ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, δημιουργώντας έτσι σοβαρά ερωτηματικά ως προς το αξιόπιστο τόσο του εν λόγω ισχυρισμού, αλλά και της εκδοχής της γενικότερα. Ερωτηματικά όμως εγείρονται και σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1 αναφορικά με το πληρεξούσιο έγγραφο, ημερ. 29.7.94 (Τεκμήριο 4), το οποίο η τελευταία ισχυρίστηκε ότι υπόγραψε, χωρίς όμως να γνωρίζει το περιεχόμενό του. Τόσο η μόρφωση της Εναγόμενης 1, απόφοιτος Γυμνασίου, όσο και η μακρόχρονη επαγγελματική της κατάρτιση, νοσοκόμα για 35 χρόνια, καθιστούν τη θέση της αυτή άνευ πειστικότητας. Ούτε όμως η εξήγηση που έδωσε ως προς το γιατί δεν κατέστη δυνατό να αντιληφθεί τι υπόγραφε, ήτοι γιατί ήταν κουρασμένη δύναται να θεωρηθεί ως πειστική. Πέραν του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε για πρώτη φορά όταν κατά την αντεξέτασή της τής υποδείχθηκε το ασύμβατο των θέσεών της, το επίμαχο έγγραφο είναι ένα απλό μονοσέλιδο έγγραφο που ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ως δυσνόητο για μια νοσοκόμα με 35χρονη πείρα. Στη βάση των πιο πάνω, η Εναγόμενη 1 δεν μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστη μάρτυρας και η εκδοχή της, η οποία παρέμεινε μετέωρη και χωρίς πραγματικό υπόβαθρο, απορρίπτεται. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, ενδεικτικό της κακής εντύπωσης που μου έκανε ο μάρτυρας ήταν οι αντιφάσεις που προέκυψαν μεταξύ των δικογραφημένων του ισχυρισμών και της δια ζώσης μαρτυρίας του. Παραθέτω ενδεικτικά κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα από τη μαρτυρία του: Πρώτον, διαπιστώνεται διάσταση μεταξύ των δικογραφημένων ισχυρισμών του και της μαρτυρίας του σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό επιστροφή του ποσού των ΛΚ 1.700 (€ 2.905), το οποίο είχε πληρώσει ο Ενάγοντας στην Εναγόμενη 1 για τη μεταξύ τους συμφωνία. Η δικογραφημένη εκδοχή του Εναγόμενου 2, όπως αυτή εκτίθεται στην Υπεράσπισή του, είναι ότι «η συμφωνία του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, για την πώληση του επίδικου ακίνητου, ακυρώθηκε και ο ίδιος [σ.σ. εννοεί ο Εναγόμενος 2] επέστρεψε στον Ενάγοντα το ποσό των ΛΚ 1.700 (€ 2.905) που ήταν το ποσό που κατέβαλε τούτος στην Εναγόμενη 1 για την αγορά τούτου.» (παρ. 10 - η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Στην κυρίως εξέτασή του, ο Εναγόμενος 2 αυτοαναιρέθηκε και παραπέμποντας στη μαρτυρία της Εναγόμενης 1 που ακούστηκε προηγουμένως, ανέφερε ότι «πιθανόν να έχει διαφύγει της μνήμης μου το γεγονός ότι εγώ επέστρεψα στον κ. Τερέντη το ποσό των ΛΚ 1.700, ενώ η πραγματικότητα να είναι αυτό που έχει πει η κα Πόπη, ότι δηλαδή εκείνη επέστρεψε στον κ. Τερέντη το ποσό της προκαταβολής που της είχε δώσει» (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι ο περί του αντιθέτου δικογραφημένος ισχυρισμός του γράφτηκε εκ παραδρομής και από λάθος σύνταξης και δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια, εμμένοντας στη δια ζώσης μαρτυρία του. Η προσπάθειά του να ξεφύγει από το δικόγραφό του και να ανακατασκευάσει προς το συμφέρον του την εκδοχή του ώστε να συνάδει με τη μαρτυρία που ήδη είχε δοθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Εναγόμενη 1 είναι εμφανής. Αυτό πλήττει και την αξιοπιστία του (Παπά (ανωτέρω)). Δεύτερο, όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2, η εκδοχή του βασίζεται στην ύπαρξη μόνο ενός πληρεξούσιο εγγράφου (Τεκμήριο 4). Η δικογραφημένη όμως εκδοχή του Εναγόμενου 2 στην Υπεράσπισή του, ήτοι ότι η Εναγόμενη 1, όταν πληροφορήθηκε την τιμή πώλησης του ακινήτου της από τον Ενάγοντα στον ίδιο, «ακύρωσε το πληρεξούσιο έγγραφό της που ήταν στο όνομα του Εναγόμενου [1]» (παρ. 10) και στη συνέχεια «η Εναγόμενη 1 του μεταβίβασε και ενέγραψε το ακίνητο στο όνομά του [Εναγόμενου 2]» (παρ. 11), αντιφάσκει πλήρως με τη δια ζώσης μαρτυρία του, όπου ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 1 συμφώνησε μαζί του να αγοράσει ο ίδιος το επίδικο ακίνητο «και να χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο που είχε στην κατοχή του και να μεταβιβάσει και εγγράψει το κτήμα στο όνομά του [.]. Το 1996 στις 8 Απριλίου, χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο έγγραφο, πάντα με τη συγκατάθεση της κας Πόπης, μεταβίβασε και ενέγραψε το κτήμα στο όνομά του» (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Η πιο πάνω διάσταση των θέσεων του Εναγόμενου 2 με το δικόγραφό του είναι τέτοιας ουσιαστικής έκτασης και βαθμού που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ισχυρίστηκε τέλος, ο Εναγόμενος 2, στη δια ζώσης μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι, δυνάμει της γραπτής συμφωνίας, ημερ. 27.7.94, μεταξύ του ίδιου και του Ενάγοντα (Τεκμήρια 2Α και 2Β), αυτοί συμφώνησαν όπως ο πρώτος αγοράσει από τον τελευταίο τρία ακίνητα, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Στην Υπεράσπισή του όμως ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω συμφωνία προνοούσε μόνο για δύο ακίνητα, ήτοι ότι «συμφώνησε με τον Ενάγοντα να αγοράσει το επίδικο στην παρούσα αγωγή ακίνητο και ένα άλλο ακίνητο που ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του Ενάγοντα» (παρ. 8) (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Ο ισχυρισμός αυτός για αγοραπωλησία δύο ακινήτων επαναλαμβάνεται στην παρ. 10 της Υπεράσπισης και συνιστά ακόμα μια ουσιαστική διάσταση μεταξύ των δικογραφημένων ισχυρισμών του Εναγόμενου 2 και της δια ζώσης μαρτυρίας του. Οι πιο πάνω αντιφάσεις του Εναγόμενου 2, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς του, κατά την αντεξέτασή του, ότι, λόγω προβλημάτων υγείας, δεν μπορεί να θυμάται ημερομηνίες και αριθμούς, και ότι θυμάται μόνο όσα είδε και άκουσε στο Δικαστήριο, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του και ότι οποιοδήποτε εύρημα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων στη βάση της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2 θα ήταν ακροσφαλής. Συνεπώς, η μαρτυρία του απορρίπτεται ως μη αξιόπιστη. Αναφορικά με τον ΜΕ2, αν και δεν θεωρώ ότι ο μάρτυρας δεν κατέθεσε την αλήθεια αναφορικά με τα όσα ο ίδιος βίωσε, ήτοι ότι υπέγραψε ως μάρτυρας στη συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου 2 (Τεκμήρια 2Α και 2Β), εντούτοις η μαρτυρία του καμία ουσιαστική συνεισφορά είχε στην υπόθεση αφού η συμφωνία Ενάγοντα- Εναγόμενου 2 είναι παραδεκτή και ο μάρτυρας καμιά προσωπική γνώση είχε σε σχέση με τα γεγονότα που επακολούθησαν την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τη μαρτυρία της ΜΥ2 η οποία δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς τα επίδικα γεγονότα και αποσκοπούσε μόνο στην ενίσχυση της αξιοπιστίας της εκδοχής της Εναγόμενης
- Τα όσα η μάρτυρας ανέφερε σε σχέση με τη συνάντηση στο σπίτι της Εναγόμενης 1 στην οποία συνάντηση αυτή ήταν παρούσα αφορούσαν απλά τη θέση της ότι κάποια μέρα είδε ένα κύριο και τη σύζυγό του που έλαβαν ένα χρηματικό ποσό από την Εναγόμενη 1 και που υπόγραψαν κάποιο έγγραφο και τίποτα περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Τα όσα άλλα ανέφερε στη μαρτυρία της η μάρτυρας, η ίδια ανέφερε ότι δεν τα γνωρίζει προσωπικά αλλά προέρχονται από τα όσα έλεγε συχνά η Εναγόμενη 1 στην ίδια και στην υπόλοιπη γειτονιά. Συνεπώς και αυτής της μάρτυρας η μαρτυρία είναι περιορισμένης σημασίας και ανάλογη είναι και η βαρύτητα που της δίνω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Από τις δικογραφημένες θέσεις, τη μαρτυρία και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα ακόλουθα προκύπτουν να αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διάδικων, και συνεπώς καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου:
- Η Εναγόμενη 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακίνητου.
- Το 1994, ο Ενάγοντας συμφώνησε να αγοράσει το επίδικο ακίνητο από την Εναγόμενη 1 για το ποσό των € 2.905 (ΛΚ 1.700).
- Σε μεταγενέστερο στάδιο, στις 27.7.94, ο Ενάγοντας, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, συμφώνησε να πωλήσει, μεταξύ άλλων, το επίδικο ακίνητο, στον Εναγόμενο 2 για το συνολικό ποσό των € 14.011 (ΛΚ 8.200), μια μοτοσυκλέτα και μια βάρκα, χωρίς να καθορίζεται συγκεκριμένο ποσό πώλησης για το επίδικο ακίνητο. Με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, ο Εναγόμενος 2 πλήρωσε στον Ενάγοντα ως προκαταβολή το ποσό των € 3.417 (ΛΚ 2.000) και παρέδωσε στον τελευταίο τη μοτοσυκλέτα και τη βάρκα. Το υπόλοιπο ποσό, ήτοι το ποσό των € 10.593 (ΛΚ 6.200), θα πληρωνόταν στον Ενάγοντα με τη μεταβίβαση των ακίνητων.
- Στις 8.4.96 το επίδικο ακίνητο, το οποίο μέχρι εκείνη την ημερομηνία ήταν επ' ονόματι της Εναγόμενης 1, μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του Εναγόμενου 2 δυνάμει ειδικού πληρεξούσιου εγγράφου, ημερ. 29.7.94, με το οποίο η Εναγόμενη 1 εξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο 2 να μεταβιβάσει το ακίνητο, είτε στο όνομά του, είτε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
- Το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε από τον Εναγόμενο 2 σε τρίτο πρόσωπο στις 26.3.
- Σε υποθέσεις αστικής φύσης, το γενικό βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του εκάστοτε Ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αποδείξει με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά όχι (Χρύσανθου ν. Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295, Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858). Σύμφωνα με πάγια νομολογιακή αρχή, η υποχρέωση του Ενάγοντα να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει κατ' αρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Και αυτό διότι µόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Kades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212, σελ. 216). Στην υπό εξέταση περίπτωση, έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, ως αυτή αναφέρεται πιο πάνω, λόγω της απουσίας αξιόπιστης μαρτυρίας ως προς τα αμφισβητούμενα ουσιώδη γεγονότα, και ειδικότερα στην απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας από την πλευρά του Ενάγοντα ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, κρίνεται ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι η εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά όχι, αφήνοντας έτσι την απαίτησή του αβάσιμη και ατεκμηρίωτη. Δεν παραγνωρίζω ότι η Εναγόμενη 1 δέχεται στο δικόγραφό της ότι είχε όντως προβεί σε κάποια συμφωνία αγοραπωλησίας του επίδικου ακίνητου με τον Ενάγοντα, όχι όμως αυτή που ισχυρίζεται ο τελευταίος. Από τη στιγμή όμως που ο Ενάγοντας βασίζει την αγωγή του στη γραπτή συμφωνία που προσκόμισε, εναπόκειται στον ίδιο εναπόκειται στον ίδιο να αποδείξει την ύπαρξή της, και όχι στην Εναγόμενη 1 να αποδείξει το αντίθετο. Θα αναμενόταν επομένως από τον Ενάγοντα να προσκομίσει μια γραπτή συμφωνία που θα συνδεόταν επαρκώς με την Εναγόμενη 1, καθώς και μαρτυρία αναφορικά με το ότι η συμφωνία αυτή εκτελέστηκε δεόντως από την Εναγόμενη 1, ότι δηλαδή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων προερχόταν από την Εναγόμενη 1 (Χαρούς ν. Χαρούς
(2010)1 Α.Α.Δ. 267). Ο Ενάγοντας απέτυχε να το πράξει, αφού ούτε καν το πρόσωπο το οποίο φέρεται να έθεσε την υπογραφή του μάρτυρας στη φερόμενη γραπτή συμφωνία δεν κάλεσε στο Δικαστήριο να καταθέσει. Περιορίστηκε απλά να αναφέρει ότι πρόκειται για κάποια Αναστασία, η οποία σήμερα είναι ηγούμενη σε μοναστήρι. Κοντολογίς, ο Ενάγοντας απέτυχε να θεμελιώσει το γνήσιο του Τεκμηρίου 1 είτε με απευθείας μαρτυρία από άτομο που είδε την Εναγόμενη 1 να υπογράφει, είτε με κάποια άλλη οδό, όπως η συγκριτική γραφολογία ή από πρόσωπο που γνώριζε την υπογραφή της Εναγόμενης 1 (Cross and Tapper on Evidence, 10η έκδ., σελ. 710-712). Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, η υπόθεση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ενόψει των δυσαναπλήρωτων κενών που προκύπτουν σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα από την έλλειψη αξιόπιστης μαρτυρίας από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων ως προς το τι πραγματικά διημείφθη μεταξύ τους, τόσο πριν όσο και μετά τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και της συμφωνίας, ημερ. 27.7.94 (Τεκμήρια 2Α και 2Β). Σε κάθε περίπτωση όμως, για σκοπούς πληρότητας σημειώνονται τα ακόλουθα σε σχέση με τις αξιώσεις του Ενάγοντα: Ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 και 2 Δήλωση του Δικαστηρίου ότι είναι ο νόμιμος δικαιούχος για την εγγραφή του επίδικου ακίνητου επ' ονόματί του, την ακύρωση της μεταβίβασης επ' ονόματι του Εναγόμενου 2 του ακίνητου που έγινε στις 8.4.96, και την εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματί του. Η διαπίστωση ότι ο Ενάγοντας έχει αδικαιολόγητα καθυστερήσει να διεκδικήσει τις εν λόγω θεραπείες είναι ένας σημαντικός παράγοντας γιατί το Δικαστήριο δεν θα ήταν πρόθυμο να τις χορηγήσει, ειδικότερα όσον αφορά τη θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με το πρωτότυπο Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 18), το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί από κανένα εκ των διάδικων, έχει μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο στις 26.3.09, δηλαδή πριν την έγερση της παρούσας αγωγής, και το οποίο πρόσωπο δεν αποτελεί μέρος στην αγωγή, είναι από μόνο του αρκετό για να σφραγίσει την τύχη αυτής της αξίωσης του Ενάγοντα. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, ο Ενάγοντας αξιώνει διαζευκτικά το ποσό των €2.905 ως επιστροφή και/ή ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. Καμία εξήγηση δόθηκε από πλευράς του Ενάγοντα ως προς το πώς προκύπτει το εν λόγω ποσό ή από ποιον από τους δύο διάδικους το διεκδικεί. Υπενθυμίζεται ότι αποτελεί κοινή θέση του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 2 ότι στη μεταξύ τους συμφωνία, ημερ. 27.7.94, δεν καθορίζεται συγκεκριμένο ποσό πώλησης για το επίδικο ακίνητο, πέραν του συνολικού ποσού των € 14.011 (ΛΚ 8.200) το οποίο αφορούσε όλα τα ακίνητα που ήταν αντικείμενο της συμφωνίας εκείνης. Η παράλειψη του Ενάγοντα επομένως να καθορίσει με ακρίβεια την αξιούμενη απόδοση του ποσού αυτού, σε συνδυασμό με την απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας ως προς τα ακριβή γεγονότα που το περιβάλλουν, οδηγούν και αυτή την αξίωση σε απόρριψη. Σημειώνεται τέλος ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα στην τελική αγόρευσή του ανέφερε ότι: «Γενικά είναι η θέση μας ότι ο Ενάγοντας.έχει ξεγελασθεί από τους δύο Εναγόμενους οι οποίοι με δόλιο τρόπο, ειδικά η Εναγόμενη 1 του πώλησαν το κτήμα το οποίο και της ξόφλησε πίσω από την πλάτη του Ενάγοντα το πούλησε για δεύτερη φορά στον Εναγόμενο 2, τον οποίο και θεωρούμε εγκέφαλο της απάτης» (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Πουθενά όμως στην Έκθεση Απαίτησης δεν υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός δόλου, ο οποίος θα έπρεπε να ήταν ρητός και με πλήρεις λεπτομέρειες (Exalco S.A. ν. Αλουμινέξ Λτδ κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 991). Επί του θέματος αυτού, δεν προτίθεμαι να επεκταθώ ενόψει και της ανωτέρω κατάληξής μου ως προς το αναξιόπιστο των θέσεων του Ενάγοντα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει, η αγωγή απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος για παρέκκλιση από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Ειδική εκτέλεση - αδικαιολόγητος πλουτισμός - σύμβαση πώλησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο