← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. FLORIN PICIOR LUNG, Αρ. Υπόθεσης: 14279/15, 29/3/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. FLORIN PICIOR LUNG, Αρ. Υπόθεσης: 14279/15, 29/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14279/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον FLORIN PICIOR LUNG Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/3/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Μάριος Κουτσόφτας Για τον κατηγορούμενο: κα Κάτια Πιερούδη Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό εξέταση υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής, κατά παράβαση του άρθρου 306 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ 13 Αυγούστου 2014 και 1 Σεπτεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, αποδέχτηκε περιουσία, δηλαδή το αυτοκίνητο με πραγματικό αριθμό πλαισίου όπως αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και το οποίο αποτελεί περιουσία της ασφαλιστικής εταιρείας που αναγράφεται στις λεπτομερειες του αδικήματος, γνωρίζοντας ότι αυτή η περιουσία ήταν κλοπιμαία. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (β) και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, με σκοπό την καταδολίευση, αλλοίωσε έγγραφο, δηλαδή αλλοίωσε τον αριθμό πλαισίου που υπήρχε στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ηνωμένου Βασιλείου όπως φαίνεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και με πραγματικό αριθμό πλαισίου με αυτόν που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του πρώτου αδικήματος, χωρίς εξουσία, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλε τις συνέπειες του εγγράφου. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, ο κατηγορούμενος εν γνώση του και δολίως, έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το πιστοποιητικό που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία. Η τέταρτη κατηγορία αφορά αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων δύο, 3,4

(1)(iii)
(2)και 5
(1)του περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμου 188
(1)/2007 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το πιο πάνω αναφερόμενο αυτοκίνητο αξίας €40.000 αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω αυτοκίνητο. Η πέμπτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απάτης, κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 22 Νοεμβρίου 2013 και 28 Νοεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, με δόλιο τέχνασμα, απέκτησε το αυτοκίνητο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος αξίας €40.000, δηλαδή ενώ γνώριζε ότι το αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο και έφερε παραποιημένο αριθμό πλαισίου, μετέφερε αυτό στην Δημοκρατία και το ενέγραψε, παρουσιάζοντας πλαστό αριθμό εγγραφής. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και δυο πλευρές περιορίστηκαν στην κατάθεση εγγράφων, αποδεχόμενες και οι δύο πλευρές την αλήθεια του περιεχομένου τους, προσθέτοντας συγκεκριμένες αναφορές και το Δικαστήριο ενέκρινε τα παραδεκτά έγγραφα και γεγονότα και συνεπώς δεν διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία με την προσκόμιση προφορικές μαρτυρίες. Με την παράθεση των παραδεκτών εγγράφων και των δηλώσεων που τα συνόδευαν, η πλευρά της υπεράσπισης προεβαλε την εισήγηση ότι δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και οι δύο πλευρές αγόρευσαν για να υποστηρίξουν τις αντίθετες εισηγήσεις τους. Το τεκμήριο 1 αφορά την κατάθεση του αρχιαστυφύλακα 1954 κυρίου Θεμιστοκλέους, ο οποίος αναφέρει ότι στις 1 Σεπτεμβρίου 2014, λήφθηκε πληροφορία ότι την ίδια ημέρα αφίχθηκε στο λιμάνι Λεμεσού το αυτοκίνητο που αναγράφεται στην κατάθεση και το οποίο κατέφθασε με συγκεκριμένο εμπορικό πλοίο για λογαριασμό του κατηγορουμένου. Κατά την διαδικασία τελωνισμού του οχήματος, ηγέρθησαν υπόνοιες ότι τα στοιχεία του πιθανόν να είναι παραποιημένα και να πρόκειται για κλοπιμαίο όχημα, διότι από έλεγχο που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός πλαισίου στο κάτω μέρος του οχήματός ήταν ξισμένος. Την επόμενη μέρα παρέλαβε από συγκεκριμένη συνάδελφο του 7 έγγραφα, όπως τα περιγράφει και που αφορούν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο και την επόμενη ημέρα της παραλαβής των εγγράφων, παρέδωσε συγκεκριμένο πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου σε συνάδελφο του που κατονομάζει για να το μεταφέρει στο εργαστήριο εντύπων της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2014, μετέβηκε στο λιμάνι Λεμεσού, όπου παρέλαβε το αυτοκίνητο δυνάμει διατάγματος κατακρατήσεως από συγκεκριμένο τελωνειακό λειτουργό και την ίδια μέρα, στην παρουσία του στο μηχανουργείο της αστυνομικής διεύθυνσης Λεμεσού, συγκεκριμένος αστυφύλακας της ΥΠ.ΕΓ.Ε εξέτασε το όχημα και διαπίστωσε ότι ο αριθμός πλαισίου ήταν παραποιημένος. Την ίδια ημέρα και ώρα 13:00, μετά το πέρας της εξέτασης, παρέλαβε από τον αστυφύλακα που κατονομάζει, δύο μικρά αυτοκόλλητα, τα οποία κάλυπταν τον πραγματικό αριθμό πλαισίου επί του ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και στα αυτοκόλλητα αναγραφόταν συγκεκριμένος αριθμός. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2014 και ώρα 13:50, μετά από γραπτές οδηγίες της νομικής υπηρεσίας, παρέδωσε το αυτοκίνητο σε συγκεκριμένη τελωνειακή λειτουργό στο νέο λιμάνι Λεμεσού και στις 28 Ιανουαρίου 2015, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για συγκεκριμένα αδικήματα και ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή. Το τεκμήριο 2 αφορά την κατάθεση της λοχία 176 Ε. Μιχαήλ, η οποία αναφέρει ότι στις 3 Σεπτεμβρίου 2014, παρέλαβε από συγκεκριμένο αστυφύλακα το πιστοποιητικό εγγραφής το οχήματος, το οποίο την ίδια ημέρα, το παρέδωσε σε συγκεκριμένη γυναίκα αστυφύλακα του εργαστηρίου εντύπων και εκτύπωσεων Ασφαλείας της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Το τεκμήριο 3 αφορά την κατάθεση της αρχιαστυφύλακα 4782 Ν. Παπανικολάου η οποία αναφέρει ότι στις 2 Σεπτεμβρίου 2014, παρέλαβε από τον τελωνειακό λειτουργό Παναγιώτη Χαραλάμπους στο νέο λιμάνι Λεμεσού συγκεκριμένα έγγραφα που αναγράφονται στην κατάθεση και τα οποία παρέδωσε την ίδια μέρα στον αρχιαστυφύλακα 1954 Χ. Θεμιστοκλέους. Το τεκμήριο 4 αφορά έκθεση του δικανικού εργαστηρίου της ΥΠ.ΕΓ.Ε και πιο συγκεκριμένα του αστυφύλακα 2556 Γαβριήλ Κωνσταντίνου, ο οποίος αναφέρει ότι στις 5 Σεπτεμβρίου 2014 εξέτασε για επανεμφάνιση του αριθμό πλαισίου του επίδικου αυτοκινήτου και η εξέταση έγινε στην παρουσία του αστυφύλακα 1954 Χάρη Θεμιστοκλέους. Μετά από εξέταση του οχήματος, διαπίστωσε ότι ο αρχικός αριθμός πλαισίου ήταν απαλειμένος με μηχανική επέμβαση και μετά από χημική επεξεργασία, επανεμφάνισε συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου και στην αριστερή κάτω γωνιά του μπροστινού ανεμοθώρακα, υπήρχαν τοποθετημένες δύο μη αυθεντικές αυτοκόλλητες μαύρες ετικέτες, στις οποίες ήταν εκτυπωμένος συγκεκριμένος αριθμός πλαισίου και μετά την αφαίρεση των πιο πάνω, εμφανίστηκε άλλη αυθεντική ετικέτα, στην οποία ήταν εκτυπωμένος άλλος αριθμός πλαισίου, δηλαδή ο ίδιος που εμφανίστηκε μετά την χημική επεξεργασία που έγινε στο αυτοκίνητο και επανεμφανίστηκε ο πραγματικός αριθμός πλαισίου. Το τεκμήριο 5 αφορά επίσης έκθεση πραγματογνωμοσύνης από την ίδια υπηρεσία που συνέταξε το τεκμήριο 4 και η οποία προέρχεται από την αστυφύλακα 2635 Σοφία Ηλιάδου και η οποία στην έκθεση της, αναφέρει ότι στις 3 Σεπτεμβρίου 2014, υποβλήθηκε για εξέταση από την λοχία 176 Ε. Μιχαήλ το πιστοποιητικό εγγραφής οχήματος, δηλαδή του επίδικου και κατά πόσο αυτό ήταν γνήσιο και μετά από εξέταση του πιο πάνω εντύπου και αφού έγινε σύγκριση με δειγματικό υλικό που υπάρχει στο εργαστήριο, διαπιστώθηκε ότι το υπό αμφισβήτηση έντυπο δεν περικλειει τα απαραίτητα στοιχεία/δικλείδες ασφαλείας και κατά την άποψη της πρόκειται για εξολοκλήρου πλαστό έντυπο. Το τεκμήριο 6 αφορά την κατάθεση του Παναγιώτη Χαραλάμπους, τελωνειακού λειτουργού, ο οποίος αναφέρει ότι στις 1 Σεπτεμβρίου 2014, το επίδικο όχημα αφίχθηκε στο λιμάνι Λεμεσού με συγκεκριμένο πλοίο και μετά από οδηγίες που έλαβε από τον προϊστάμενο του, ήταν παρών σε έρευνα της αστυνομίας που θα διενεργούσε στο πιο πάνω όχημα και το οποίο μεταφέρθηκε με την συνοδεία αστυνομία και του ίδιου, από το πλοίο στην αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης της αρχής λιμένων. Εκεί η αστυνομία διενήργησε έλεγχο στο όχημα και διαπιστώθηκε ότι σε ένα μέρος του οχήματος και συγκεκριμένα πίσω από το δεξιό μπροστινό τροχό στο κάτω μέρος του οχήματος ήταν ξισμένος ο αριθμός πλαισίου και αυτός ήταν ο λόγος που δημιουργήθηκαν υποψίες ότι πρόκειται για παραποιημένο όχημα και μετά από οδηγίες που έλαβε από τον προϊστάμενο του, προχώρησε σε κατακράτηση του οχήματος και εξέδωσε συγκεκριμένο έντυπο, το οποίο είναι απόδειξη εμπορευμάτων που κατακρατήθηκαν και που παραδόθηκε την προηγούμενη μέρα στον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι ο παραλήπτης του οχήματος και με βάση συγκεκριμένα έγγραφα, ο κατηγορούμενος είναι πελάτης συγκεκριμένης εταιρείας. Το συγκεκριμένο όχημα φορτώθηκε από το Λαύριο και τη συγκεκριμένη διαδικασία την διεκπεραίωσε συγκεκριμένη εταιρεία και ο κατηγορούμενος, ως ο φερόμενος ιδιοκτήτης, προσήλθε στο τελωνείο μαζί με έγγραφα για τον τελωνισμό του οχήματος, όπου ο κατηγορούμενος προσκόμισε το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος και το οποίο πολύ πιθανόν να είναι πλαστό. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος προσκόμισε σχετικό τιμολόγιο αγοράς του οχήματος για το ποσόν των £32.000 και επειδή υπήρχαν υπόνοιες κατόπιν του ελέγχου που είχε κάνει προηγουμένως η αστυνομία ότι το αυτοκίνητο ήταν παραποιημένο, αυτό δεν παραδόθηκε στον κατηγορούμενο και του δόθηκε συγκεκριμένη απόδειξη για κατακράτηση το οχήματος και κατόπιν αυτού, το όχημα μεταφέρθηκε με τη συνοδεία του από τον εκτελωνιστή Κρις Παναγιώτου στην αποθήκη που αναγράφεται και που είναι στο τελωνείο Λεμεσού όπου φυλάσσεται, αναφέροντας ταυτόχρονα στην κατάθεση του ότι παραδίδει συγκεκριμένα έγγραφα στον αστυνομικό που του έλαβε την κατάθεση. Το τεκμήριο 7 αφορά την κατάθεση του κατηγορουμένου, στην οποία αναφέρει το ιστορικό όπου ενδιαφέρθηκε να αγοράσει συγκεκριμένο αυτοκίνητο μέσω συγκεκριμένης ιστοσελίδας. Όταν κατέληξε σε συγκεκριμένο αυτοκίνητο της αρεσκείας του, επικοινώνησε με συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου και στο όνομα Μάριος, όπου επικοινώνησε με το άτομο αυτό και του ανέφερε ότι το συγκεκριμένο όχημα είχε πουληθεί, πλην όμως του ανέφερε ότι έχει άλλο αυτοκίνητο παρόμοιο στην Αγγλία και ο κατηγορούμενος είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον και του ανέφερε ότι έχει προβεί σε διευθέτηση εισιτηρίων για να μεταβεί οικογενειακώς για διακοπές στην Αγγλία. Ο κατηγορούμενος πρότεινε στο άτομο αυτό ότι αν ήθελε να έρθει μαζί του για να του δείξει το αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος ήταν πρόθυμος να του πληρώσει τα έξοδα μετάβασης και διαμονής του στην Αγγλία και τότε ο Μάριος συμφώνησε και έτσι στις 12 Αυγούστου 2014 αναχώρησαν για το Λονδίνο. Όταν έφτασαν στην Αγγλία, ο Μάριος του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο για το οποίο του είχε πει είχε πουληθεί και του είπε ακόμα ότι θα του έφερνε ένα άλλο για να το δει και μετά από μία μέρα, ο Μάριος του τηλεφώνησε και του είπε ότι έχει ένα Range Rover να του το φέρει και να το δει και πράγματι ο Μάριος ήρθε στο αυτοκίνητο και έφερε το επίδικο όχημα χρώματος ασημί και το οποίο έφεραν στο ξενοδοχείο δύο άγνωστα άτομα Άγγλοι λευκοί, ενώ ο Μάριος ήρθε στο μέρος 5 λεπτά νωρίτερα με άλλο αυτοκίνητο και άλλο άτομο Άγγλο επίσης ως οδηγό. Ο κατηγορούμενος είδε το αυτοκίνητο και του άρεσε και έτσι συμφώνησαν να το αγοράσει για 32.000 αγγλικές στερλίνες και η διαπραγμάτευση για την αγορά του οχήματος την έκανε ο κατηγορούμενος με τον Μάριο. Τα δύο άτομα που έφεραν το αυτοκίνητο έφυγαν και εκεί με τον Μάριο έμεινε το άτομο που συστήθηκε ως ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου. Ο Μάριος μπήκε μαζί του στο ξενοδοχείο και εκεί στον υπολογιστή έλεγξαν μέσω του συστήματος ΗΡΙ ότι το αυτοκίνητο αυτό με συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου, το οποίο αντιστοιχούσε σε αυτό που ήταν στο αυτοκίνητο και δεν φαινόταν να είναι κλοπιμαίο και γενικά να έχει οποιοδήποτε πρόβλημα ή περιορισμό. Τότε ο κατηγορούμενος έδωσε τα χρήματα σε μετρητά στον Μάριο, ο οποίος πήγε έξω και του έφερε το πιστοποιητικό εγγραφής, το τιμολόγιο αγοράς και ένα κλειδί. Ο ίδιος υπέγραψε ως αγοραστής και η πράξη αυτή έγινε αργά το απόγευμα στις 13 Αυγούστου 2014. Το άτομο που παρουσιάστηκε ως ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δεν του ανέφερε το όνομα του και περιγράφεται ως ύψος 1,70 εκατοστά, πάνω από 50 χρονών μέχρι 55 με μαλιά κοντά μαύρα, μέτριας σωματικής διάπλασης, χωρίς οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό. Αφού βεβαιώθηκε ότι είναι το αυτοκίνητο, ρώτησε ξανά τον Μάριο αν είναι εντάξει το αυτοκίνητο, διότι ο κατηγορούμενος πρώτη φορά έκανε τέτοια αγορά και ήθελε να είναι σίγουρος και τότε ο Μάριος του εγγυήθηκε και τον διαβεβαίωνε ότι όλα είναι εντάξει. Πήρε ο κατηγορούμενος το κλειδί και στις 15 Αυγούστου 2014 αναχώρησε οδικώς με το αυτοκίνητο και έφτασε στην Ελλάδα 12 μέρες αργότερα μετά από διάφορες στάσεις που έκανε στην Ευρώπη. Το αυτοκίνητο ήρθε στη Λεμεσό με πλοίο και ο ίδιος επέστρεψε αεροπορικώς. Στις 1 Σεπτεμβρίου 2014 πήγε στο λιμάνι για να το παραλάβει μέσω εκτελωνιστή που διόρισε και αυτός τον έχει ενημερώσει ότι το τελωνείο το έχει κατάσχει, επειδή υπήρχε υποψία ότι το πιστοποιητικό εγγραφής του είναι πλαστό. Ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ενήργησε ως αγοραστής με καλή πίστη και αγόρασε το αυτοκίνητο στην πραγματική του αξία. Αν αυτό είναι κλοπιμαίο ή παραποιημένο δεν το γνωρίζει. Αναγνώρισε τον Μάριο Πολύβιο ως το άτομο που ήταν στα γραφεία της αστυνομίας και ο οποίος του ανέφερε ότι αναλαμβάνει να φέρνει αυτοκίνητα από την Αγγλία και ο κατηγορούμενος έχει παράπονο σε περίπτωση που το αυτοκίνητο του είναι κλεμμένο. Το τεκμήριο 8 προέρχεται επίσης από τον κατηγορούμενο, ο οποίος αναφέρει ότι παραλαμβάνοντας το αυτοκίνητο από την αστυνομία αφού αποπερατώθηκαν οι εξετάσεις της αστυνομίας, παραιτείται από οποιοδήποτε δικαίωμα ή αξίωση από την Κυπριακή Δημοκρατία Και ότι γνωρίζει ότι ενημερώθηκαν οι αγγλικές αρχές και εάν διαπιστωθεί ότι το επίδικο αυτοκίνητο είναι κλοπιμαίο, τότε φυσικά θα μπορεί οποιοσδήποτε δικαιούχος να το διεκδικήσει μέσω των πολιτικών Δικαστηρίων και ο ίδιος δεν έχει πρόθεση να το αποξενώσει και έχει πρόθεση να πληρώσει όλους τους απαιτούμενους δασμούς του αυτοκινήτου στο τμήμα τελωνείων. Το τεκμήριο 9 αφορά την απαγγελία των κατηγοριών στον κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε ενοχή. Το τεκμήριο 10 αφορά e-mail από τον Μάριο Πολυβίου προς τον κατηγορούμενο ημερομηνίας 10 Αυγούστου 2014 και γίνεται αναφορά για το ενδιαφέρον του κατηγορουμένου για συγκεκριμένο αυτοκίνητο, το τεκμήριο 11 αφορά αντίγραφο του αεροπορικού εισιτηρίου του Μάριου Πολυβίου από την Λάρνακα στο αεροδρόμιο Heathrow του Λονδίνου ημερομηνίας 12 Αυγούστου. Το τεκμήριο 12 αφορά την έρευνα που έκανε ο κατηγορούμενος για το επίδικο όχημα με συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου και το αποτέλεσμα της έρευνας είναι ότι αυτό το όχημα με το συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου δεν έχει οποιαδήποτε αναφορά από την αστυνομία ότι είναι κλοπιμαίο, είτε από ασφαλιστές ότι είναι κλοπιμαίο, ούτε ότι υπάρχει οποιοδήποτε εκκρεμές υπόλοιπο και γενικά ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα με αυτό. Το τεκμήριο 13 αφορά καλυπτικό σημείωμα για το επίδικο αυτοκίνητο για συγκεκριμένη περίοδο, το τεκμήριο 14 αφορά εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου προς συγκεκριμένους εκτελωνιστές της Αθήνας. Το τεκμήριο 15 αφορά delivery order προς όφελος του κατηγορουμένου, το τεκμήριο 16 αφορά βεβαίωση, με βάση την οποία μετά από εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι το επίδικο αυτοκίνητο εισήχθηκε στην Κύπρο από το Ηνωμένο Βασίλειο όπου και εγγράφηκε για πρώτη φορά στις 1 Ιανουαρίου 2012, για την υπόθεση σχηματίστηκε συγκεκριμένος φάκελος, ο οποίος προωθήθηκε στην νομική υπηρεσία της Δημοκρατίας και μετά από γραπτές οδηγίες που δόθηκαν, το επίδικο αυτοκίνητο επιστράφηκε στο τμήμα τελωνείων με σκοπό να πληρωθούν οι δασμοί από τον εισαγωγέα και ότι για την υπόθεση δεν προέκυψε μαρτυρία για ποινική δίωξη οποιουδήποτε προσώπου. Το τεκμήριο 17 αφορά επιστολή ημερομηνίας 10 Νοεμβρίου 2014 και προέρχεται από τον κατηγορούμενο και απευθύνεται στον αναπληρωτή διευθυντή τμήματος τελωνείων, όπου ο κατηγορούμενος κάνει αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας, δηλαδή την κατακράτηση του οχήματος για έρευνες και ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας ακολούθως έδωσε οδηγίες όπως το όχημα να επιστραφεί στον εισαγωγέα και αυτός είναι υπόχρεος όπως πληρώσει τον φόρο του οχήματος, αφού προηγουμένως υπογράψει γραπτή διαβεβαίωση ότι αν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης το όχημα αναζητηθεί από ιδιοκτήτες δεν θα διεκδικήσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Γίνεται αναφορά για συγκεκριμένα έγγραφα που έχει στην κατοχή του, όπου φαίνονται τα χαρακτηριστικά του οχήματος και ότι γράφτηκε στην Αγγλία την 1 Ιανουαρίου 2012 και εισήλθε στην Κύπρο από την Αγγλία και παρακαλεί ο κατηγορούμενος όπως βεβαιωθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας του αυτοκινήτου, έτσι ώστε να καταβάλει μειωμένο συντελεστή φόρου κατανάλωσης. Το τεκμήριο 18 προέρχεται επίσης από τον κατηγορούμενο και φέρει ημερομηνία 11 Νοεμβρίου 2014 και με την οποία αφισβητεί την κατακράτηση του αυτοκινήτου και ζητεί την επιστροφή του το συντομότερο δυνατό. Το τεκμήριο 19 προέρχεται από την ιδιοκτήτρια του επίδικου οχήματος και που αναγράφεται στην λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, στην οποία φαίνεται η διευθέτηση που γίνεται ότι ο κατηγορούμενος θα καταβάλει σε αυτήν την εταιρεία το ποσό των £4000 για πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης και ακολούθησε το τεκμήριο 20 που αφορά συγκεκριμένο πιστοποιητικό που έχει εσωκλείσει η συγκεκριμένη εταιρία. Το τεκμήριο 21 αφορά απόδειξη είσπραξης για το ποσό των €11.480,63 και το τεκμήριο 22 τον τίτλο γραφής του επίδικου οχήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, νομική βάση αυτής αποτελεί το άρθρο 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων΄΄ Στην υπόθεση Μιχάλης Ψύλλας - ν - Αστυνομίας 2011 2 ΑΑΔ σελ. 466, αποφασίστηκε ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η γνώση της κλοπιμαίας προέλευσης. Επίσης αποφασίστηκε ότι η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης και συνακολούθως ενοχής. Εκτός αν δοθεί εξήγηση που οδηγεί προς άλλη κατεύθυνση την οποία το Δικαστήριο αξιολογεί, με συνέπεια την αθώωση αν τη δεχτεί ή αν δεν είναι διατεθειμένο να την αποκλείσει. [Βλ. Antonis Ioannou Christofides v. The Police
(1965)2 C.L.R. 69, Efstathios Charalambous Paspalli v. The Police
(1968)2 C.L.R. 108, και Ioannis Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75.] Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, σχετικές είναι οι πρόνοιες των άρθρων 331 και 333(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπου προνοούνται τα ακόλουθα: ΄΄
  1. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.
  2. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου ΄΄ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
  3. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου
  4. Με σκοπό καταδολίευσης. Επίπρόσθετα, στην επίδικη κατηγορία, θα πρέπει να αποδειχθεί επιπρόσθετα ότι ο κατηγορούμενος: Αλλοίωσε το έγγραφο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και Η αλλοίωση έγινε χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Αναφορικά με το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος>>. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν π.χ. είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Ως προς το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, σχετικές είναι οι ορολογίες που καθορίζονται στο άρθρο 2 του περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188
(1)/2007, καθώς επίσης και οι ορόνοιες των άρθρων 3, 4
(1)(ιιι)
(2)και 5
(1)του πιο πάνω νόμου, τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: «έσοδο» σημαίνει οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος, που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και περιλαμβάνει κάθε μεταγενέστερη επανεπένδυση ή μετατροπή άμεσων προϊόντων και κάθε σημαντικό όφελος· "περιουσία" σημαίνει κινητή και ακίνητη περιουσία, είτε αυτή βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό καθώς και νομικά έγγραφα που πιστοποιούν τίτλο ή δικαίωμα επί της εν λόγω περιουσίας˙ 3. Ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται σε σχέση με αδικήματα που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία για σκοπούς του Νόμου αυτού θα καλούνται καθορισμένα αδικήματα: (α) Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙ (β) γενεσιουργά αδικήματα. 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία˙ διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) Δεν έχει καμιά σημασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκημα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων· (β) τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις.
  1. Γενεσιουργά αδικήματα είναι: (α) Τα ποινικά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει το ένα έτος, ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όπως ορίζεται στο άρθρο
  2. Ως προς το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας, έχει νομοθετικό έρεισμα στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Άρθρο 300:- Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων >>. Επίσης μέσα από το λεκτικό του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) Να υπάρχει δόλιο τέχνασμα ή επινόημα Β) Να υπάρχει απόκτηση από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή να υπάρχει υποκίνηση σε άλλον να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΥ ΥΠΟΒΑΘΡΟΥ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΥΠΑΓΩΓΗ ΑΥΤΩΝ ΣΤΗΝ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό της δίκης, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Μέσα από το μαρτυρικό υπόβαθρο το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτουν αβίαστα τα πιο κάτω συμπεράσματα: Το επίδικο αυτοκίνητο αποτέλεσε προϊόν κλοπής, διότι ο δικαιούχος αυτού του οχήματος, ήταν η εταιρεία Esure Insurance, όπως φαίνεται και μέσα από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 19 και
  2. Ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι το επίδικο αυτοκίνητο αποτελούσε προϊόν κλοπής, διότι όπως διαφάνηκε μέσα από το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου, καθώς επίσης και μέσα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12, ο κατηγορούμενος δεν στηρίχθηκε μόνο στα λεγόμενα του Μάριου Πολυβίου, αλλά προέβηκε και σε έρευνα μέσω του συστήματος ΗΡΙ, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν ότι το αυτοκίνητο που του παρουσιάστηκε και τα στοιχεία του, δεν αποτελούσε προϊόν κλοπής και γενικά δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με αυτό. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το επίδικο όχημα αποτελεί προϊόν κλοπής, καθώς επίσης δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος αλλοίωσε τον αριθμό πλαισίου του επίδικου οχήματος, ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ήταν το άτομο που τοποθέτησε τις δύο ετικέτες που αναγραφόταν ως αριθμός πλαισίου ο SALLSAAG5DA776020 και που κάλυπταν τον πραγματικό αριθμό πλαισίου που ήταν ο SALLSAAG5CA
  3. Ο πραγματικός αριθμός πλαισίου του επίδικου οχήματος ήταν ο SALLSAAG5CA731217 και το αυτοκίνητο ήταν μάρκας RANGE ROVER SPORT χρώματος γκρίζου. Ο πραγματικός αριθμός πλαισίου ήταν παραποιημένος και πιο συγκεκριμένα ξισμένος. Στην κάτω αριστερή γωνία του μπροστινού ανεμοθώρακα του επίδικου αυτοκινήτου υπήρχαν τοποθετημένες δύο μη αυθεντικές αυτοκόλλητες μάυρες ετικέτες, στις οποίες ήταν εκτυπωμένος ως αριθμός πλαισίου ο SALLSAAG5DA776020 και μετά την αφαίρεση των πιο πάνω, εμφανίστηκε άλλη, αυθεντική ετικέττα στην οποία ήταν εκτυπωμένος ο αριθμός πλαισίου SALLSAAG5CA
  4. Το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος ήταν πλαστό, λόγω της μη συμβατότητας του αριθμού πλαισίου που αναγραφόταν σε αυτό με τον πραγματικό αριθμό πλαισίου, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος, δεν καταρτίστηκε από τον κατηγορούμενο, διότι δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία περί τούτου, αλλά η μόνη μαρτυρία που υπάρχει είναι ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το παρέλαβε και που δεν καταδεικνύουν γνώση ότι αυτό ήταν πλαστό. Το πιστοποιητικό εγγραφής έτυχε κυκλοφορίας από τον κατηγορούμενο, πλην όμως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η κυκλοφορία έγινε με δόλιο τρόπο και με πρόθεση καταδολίευσης, αλλά διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος έδωσε πίστη στο πιστοποιητικό εγγραφής και τα στοιχεία του αριθμού πλαισίου που αυτό έφερε, λόγω των ερευνών που έκανε μέσω του συστήματος ΗΡΙ και των χαρακτηριστικών που αυτό έφερε και που του παρουσιάστηκαν από τον Μάριο Πολυβίου. Ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιανδήποτε πρόθεση καταδολίευσης, διότι όχι μόνο δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία περί τούτου, αλλά και επειδή έδωσε πίστη στα λεγόμενα του Μάριου Πολυβίου και στα χαρακτηριστικά που το επίδικο όχημα είχε. Ο κατηγορούμενος δεν είχε γνώση ότι ο αριθμός πλαισίου ήταν αλλοιωμένος, ούτε είχε γνώση ότι το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος ήταν πλαστό, καθ΄ ότι δεν γνώριζε ο κατηγορούμενος τον πραγματικό αριθμό πλαισίου του επίδικου οχήματος και έδωσε πίστη στα χαρακτηριστικά του οχήματος, ως αυτά φαίνονταν μέσα από το πιστοποιητικό εγγραφής του και στον αριθμό πλαισίου που αυτό έφερε, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και ο οποίος δεν ήταν ο πραγματικός και ο κατηγορούμενος αγνοούσε τον πραγματικό αριθμό πλαισίου του επίδικου αυτοκινήτου. Ο κατηγορούμενος δεν αλλοίωσε το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος. Για την αγορά του επίδικου οχήματος ο κατηγορούμενος διαβουλευόταν με τον Μάριο Πολυβίου, στον οποίο έδωσε 30,000 Αγγλικές στερλίνες σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος, λόγω της άγνοιας του ότι το επίδικο αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο, λόγω της άγνοιας του ως προς την παραποίηση του αριθμού πλαισίου που έφερε το επίδικο αυτοκίνητο, καθώς επίσης και της άγνοιας του ως προς την γνησιότητα των εγγράφων που το συνοδεύουν και των στοιχείων του επίδικου αυτοκινήτου, εξ΄ αντικειμένου δεν ήταν δυνατόν να έχει πρόθεση να εξαπατήσει τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε να καταδολιεύσει για να το εγγράψει παρουσιάζοντας πλαστό αριθμό εγγραφής και συνεπώς δεν υπήρχε οποιοδήποτε δόλιο τέχνασμα ή επινόημα. Συνεπώς, δεν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει το συστατικό στοιχείο της πρώτης κατηγορίας ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το επίδικο αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο, δεν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3 ότι ο κατηγορούμενος κατάρτησε πλαστό έγγραφο και ότι αυτό ήταν εις γνώση του ότι υπήρξε η παραποίηση του αριθμού πλαισίου, ούτε υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος ήταν το άτομο που τοποθέτησε τις ετικέττες που αναγραφόταν πλαστός αριθμός πλαισίου και που κάλυπταν τον πραγματικό, ούτε υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι ετικέττες ήταν πλαστές. ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος αλλοίωσε τον αριθμό πλαισίου του επίδικου αυτοκινήτου, ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τον πραγματικό αριθμό πλαισίου του εν λόγω αυτοκινήτου, ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση καταδολίευσης ή εξαπάτησης, ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα προσπάθησε να εγγράψει το επίδικο όχημα στην Κυπριακή Δημοκρατία, έτσι ώστε να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία της πέμπτης κατηγορίας. Συνεπώς, δεν υπάρχει μαρτυρία που με αντικειμενική θεώρηση καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3 και 5 και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται από αυτές τις κατηγορίες. Αναγκαία συνέπεια είναι και η αθώωση του κατηγορουμένου στην κατηγορία 4, λόγω ακριβώς της άγνοιας του κατηγορουμένου ως προς το ότι το επίδικο αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο, καθώς επίσης και της άγνοιας του ως προς τις αλλοιώσεις που έγιναν σε αυτό και της άγνοιας του ως προς τον πραγματικό αριθμό πλαισίου αυτού, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ο κατηγορούμενος αθωώνεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κλεπταποδοχή, πλαστογραφία, κυκλοφορία, απάτη, νομιμοποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.