← Κύπρος

ANTHIMOS C. NIKOLAOU CO LTD ν. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΑΝΤΩΝΗ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, Αρ. Αγωγής: 912/2011, 30/3/2018

ANTHIMOS C. NIKOLAOU CO LTD ν. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΑΝΤΩΝΗ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, Αρ. Αγωγής: 912/2011, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 912/2011 ANTHIMOS C. NIKOLAOU CO LTD εκ Λεμεσού Ενάγουσα -V- ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΑΝΤΩΝΗ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ εκ Παραλιμνίου Εναγόμενος --------------------------------------------- Ημερομηνία 30 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα. Μ. Γιατρού Για Εναγόμενο: κ. Α. Λάντος ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα εταιρεία, η οποία έχει την έδρα της στη Λεμεσό και δραστηριοποιείται με κατασκευές αλουμινίων, μεταλλικές κατασκευές και άλλες συναφείς εργασίες, αξιώνει από τον εναγόμενο, €36.240 πλέον 9% τόκο «...δυνάμει συμφωνίας παραγγελίας και/ή εκτέλεσης εργασιών...». Είναι συγκεκριμένα η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας, θέση την οποία υποστήριξε με τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο διευθυντής της, Μ. Νικολάου (ΜΕ1), ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε στη διαδικασία, ότι μεταξύ 12/09/07 και 26/02/09, κατόπιν συμφωνίας με τον εναγόμενο, η ενάγουσα εκτέλεσε για λογαριασμό του τελευταίου, διάφορες εργασίες μεταλλικών και αλουμινίων σε διάφορους χώρους στο Παραλίμνι, συνολικής αξίας €226.294,

  1. Το εν λόγω ποσό δεν έχει πλήρως εξοφληθεί. Εκκρεμεί, σύμφωνα με την Ε/Α, προς εξόφληση το ποσό των €36.
  2. Η υπεράσπιση που καταχώρησε ο εναγόμενος ήταν λιτή. Περιστράφηκε δε, γύρω από τους εξής άξονες: Α. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται κατά τόπο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση ένεκα του ότι ο εναγόμενος διαμένει στο Παραλίμνι όπου και παραδόθηκαν οι επίδικες εκτελεσθείσες εργασίες. Β. Ο εναγόμενος ουδέποτε συμφώνησε γραπτώς ή άλλως πώς προσωπικά με την ενάγουσα για την εκτέλεση των επίδικων εργασιών και ισχυρίζεται ότι «... η Ενάγουσα εκτελούσε εργασίες και/ή κατασκεύασε αλουμίνια για την εταιρεία ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ Α. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ και για την Εταιρεία L & A POLYCARPOU BROTHERS LTD» των οποίων ο ίδιος είναι διευθυντής. Γ. Η ενάγουσα δεν εκτέλεσε δεόντως τα συμφωνηθέντα με τις αμέσως πιο πάνω αναφερόμενες εταιρείες και μέχρι την ημέρα που εκτέλεσε εργασίες είχε εξοφληθεί πλήρως την αμοιβή της. Ως ανέφερα ανωτέρω, ο ΜΕ1 ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο, εφόσον η πλευρά του εναγόμενου δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να καλέσει και δεν κάλεσε μάρτυρες για σκοπούς υπεράσπισης. Συνοψίζω τη μαρτυρία του ΜΕ
  3. Περί τις αρχές του 2007 στη Λεμεσό, ο εναγόμενος, ο οποίος να σημειωθεί είναι αδερφός του πεθερού του ΜΕ1, ένεκα και της πολύχρονης οικογενειακής σχέσης μεταξύ των δύο, ζήτησε από το τελευταίο να του υποβάλει προσφορά για την εκτέλεση μεταλλικών και άλλων παρεμφερών εργασιών σε διάφορους χώρους στο Παραλίμνι όπου ανεγείρονταν κατασκευές από τον εναγόμενο. Για το σκοπό αυτό, ανέφερε ο ΜΕ1, ο εναγόμενος του έστειλε και σχετικό αρχιτεκτονικό σχέδιο στη βάση του οποίου θα έπρεπε να γίνει η προσφορά για τις ζητούμενες εργασίες και του υπέδειξε επίσης επιτόπου, τι ακριβώς είναι που ζητούσε από την ενάγουσα. Την εν λόγω προσφορά της ενάγουσας (βλ. Τεκ.2, 2Α και 2Β), η οποία αφορούσε εργασίες ύψους ΛΚ 54.940 (€93.178) πλέον ΦΠΑ, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι την ετοίμασε περί τις 12/09/07 και την απήυθηνε στον ίδιο τον εναγόμενο προσωπικά, εφόσον ήταν αυτός που τη ζήτησε και εφόσον ουδέποτε ο τελευταίος του ανέφερε ότι οι εργασίες θα γίνονταν για λογαριασμό οποιασδήποτε εταιρείας ή άλλου προσώπου. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι παρέδωσε την προσφορά δια χειρός στον εναγόμενο προσωπικά καθώς επίσης και ότι του την έστειλε και με φαξ στις 20/12/07, σε αριθμό που του έδωσε ο εναγόμενος, ο οποίος και ουδέποτε παραπονέθηκε για την έκδοση της προσφοράς στο όνομα του προσωπικά. Ενόψει του ότι ήταν σε συχνή επικοινωνία με τον εναγόμενο για τις ζητηθείσες εργασίες και μεταξύ των δύο, έλαβαν χώρα διάφορες συναντήσεις τόσο στο Παραλίμνι όσο και στη Λεμεσό, καθώς επίσης και λόγω της οικογενειακής τους σχέσης, ο ΜΕ1 θεώρησε, όπως ισχυρίστηκε, «ντροπή» να ζητήσει από τον εναγόμενο να υπογράψει την προσφορά. Ξεκίνησε τις εργασίες μόλις ο εναγόμενος έδωσε την έγκριση του. Στην πορεία των πραγμάτων, σύμφωνα πάντα με το ΜΕ1, ο εναγόμενος ζήτησε όπως γίνουν επιπρόσθετες εργασίες τόσο στους ίδιους χώρους όσο και σε άλλους χώρους του στο Παραλίμνι, εργασίες τις οποίες η ενάγουσα εκτέλεσε για επιπρόσθετο κόστος, με τη σύμφωνο γνώμη του εναγόμενου, του κόστους υπολογιζομένου στη βάση των τιμών της προσφοράς του
  4. Συνολικά, ανέφερε ο μάρτυρας, η ενάγουσα εκτέλεσε κατόπιν παραγγελίας του εναγόμενου, εργασίες ύψους €226.294,00 πλέον ΦΠΑ ήτοι €260.240,
  5. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών, η ενάγουσα εξέδιδε κατά καιρούς διάφορα τιμολόγια στο όνομα του εναγόμενου προσωπικά και ότι ο τελευταίος τα πλήρωνε χωρίς ποτέ να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Μάλιστα δε, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, μέχρι και την 12/01/09, η ενάγουσα έλαβε από τον εναγόμενο προς εξόφληση των σχετικών τιμολογίων, συνολικά €174.
  6. Για τις εν λόγω πληρωμές, εκδόθηκαν, σύμφωνα με το ΜΕ1, σχετικές αποδείξεις είσπραξης στο όνομα του εναγόμενου οι οποίες και του παραδόθηκαν. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ΜΕ1, ότι μετά τις 03/07/09, ο εναγόμενος του ζήτησε όπως για δικούς του φορολογικούς και λογιστικούς σκοπούς, τα τιμολόγια που θα εξέδιδε η ενάγουσα για τις εκτελεσθείσες εργασίες, να ήταν στο όνομα L&A Polykarpou Brothers Ltd, μια εταιρείας του εναγόμενου αντί τον ίδιο προσωπικά. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η ενάγουσα δεν είχε πρόβλημα να ικανοποιήσει το αίτημα του εναγόμενου, αφού την ίδια δεν την ενδιέφερε σε ποιου το όνομα θα εκδίδονταν τα τιμολόγια εφόσον θα πληρώνετο για τις εργασίες που εκτέλεσε. Εξ' άλλου, ανέφερε ο ΜΕ1, το θέμα αφορούσε καθαρά τους φορολογικούς/λογιστικούς σκοπούς του εναγόμενου και κανένα λόγο είχε η ενάγουσα να μην προχωρήσει ως της ζητήθηκε. Συνολικά, ανέφερε ο ΜΕ1, στο όνομα της εν λόγω εταιρείας, εκδόθηκαν ακόμη πέντε τιμολόγια σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες, συνολικού ύψους €50.000, ποσό το οποίο πληρώθηκε από τον εναγόμενο με τον ίδιο τρόπο και με την είσπραξη του, εκδόθηκαν ανάλογες αποδείξεις στο όνομα της εταιρείας. Μετά και τις εν λόγω πληρωμές, ανέφερε ο ΜΕ1, παρέμεινε, μέχρι και τις 13/4/10, οφειλόμενο υπόλοιπο για τις εκτελεσθείσες εργασίες, ύψους €36.240, το οποίο υπόλοιπο όμως ο εναγόμενος, παρά τις εκκλήσεις της ενάγουσας εξακολουθεί να το οφείλει μέχρι και σήμερα. Αναφορικά με το εναπομείναν ποσό των €36.240, αντικείμενο της παρούσας αγωγής, αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η ενάγουσα, δεν έχει εκδώσει μέχρι σήμερα σχετικό τιμολόγιο, διότι με την έκδοση του τιμολογίου, υποχρεούται να καταβάλει ανάλογο ποσό στο ΦΠΑ και η οικονομική της κατάσταση δεν της επέτρεπε να έχει και το τιμολόγιο απλήρωτο και να πληρώσει και ΦΠΑ. Παρά τη μη έκδοση τιμολογίου όμως, ο ΜΕ1, παραπέμποντας σε κατάσταση αναφορικά με τις εργασίες που εκτελέσθηκαν και πληρωμές που έγιναν έναντι, κατάσταση την οποία ισχυρίστηκε ότι έστειλε στον εναγόμενο ο οποίος την παρέλαβε και ουδέποτε παραπονέθηκε, ισχυρίστηκε ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο τελευταίος ήταν πλήρως ενήμερος για το υπόλοιπο της οφειλής του. Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο ΜΕ1 κατέθεσε την προαναφερθείσα κατάσταση ως Τεκμήριο 3 καθώς και δέσμη τιμολογίων και αποδείξεων που εκδόθηκαν σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες, ως Τεκμήριο
  7. Η εν λόγω δέσμη αποτελείται από 9 τιμολόγια συνολικού ύψους €204.000 και 10 αποδείξεις είσπραξης συνολικού ύψους €224.
  8. Υπεβλήθη στο ΜΕ1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ότι, αντιπαραβάλλοντας το συνολικό ποσό των τιμολογίων και των αποδείξεων που κατατέθηκαν, προκύπτει ότι η ενάγουσα έλαβε ένα επιπλέον ποσό της τάξης των €20.000 και επομένως αν υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή, αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις €16.
  9. Τη θέση αυτή ο μάρτυρας την απέρριψε, αναφέροντας ότι προφανώς δεν προσκομίστηκε το τιμολόγιο της χρέωσης των €20.000 που αντιστοιχεί στην ανάλογη απόδειξη είσπραξης το οποίο και θα αναζητούσε στο λογιστήριο της ενάγουσας. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε τέλος στις προσπάθειες που έκαμε για να ανακτήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο από τον εναγόμενο, συμπεριλαμβανομένης και επιστολής που απέστειλε η δικηγόρος του στις 08/11/10, με την οποία επιστολή, η τελευταία απαίτησε εκ μέρους των πελατών της, την καταβολή του οφειλόμενου ποσού εντός 7 ημερών. Η εν λόγω επιστολή της δικηγόρου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Υποδεικνύοντας στον ΜΕ1 ότι η επιστολή της δικηγόρου της ενάγουσας με την οποία απαιτείτο η οφειλή, δεν απευθύνετο προς τον εναγόμενο αλλά προς την εταιρεία Πολύκαρπος Α. Πολυκάρπου Λτδ, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου, υπέβαλε στο ΜΕ1 ότι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, όλες οι πληρωμές που έκαμε ο εναγόμενος ήταν υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εν λόγω εταιρείας και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα. Και αυτή τη θέση, ο μάρτυρας απέρριψε, επαναλαμβάνοντας την αρχική του θέση ότι ουδέποτε ο εναγόμενος του ανέφερε ότι ενεργούσε εκ μέρους οποιασδήποτε εταιρείας και υπέδειξε με τη σειρά του ότι, αν τα πράγματα είχαν ως εισηγήθηκε ο συνήγορος, τότε ποιος ο λόγος να εκδοθούν, κατά παράκληση του εναγόμενου, τιμολόγια στο όνομα της L&A Polykarpou Brothers Ltd και όχι στο όνομα της Πολύκαρπος Α. Πολυκάρπου Λτδ. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του ΜΕ1 και εφόσον η υπεράσπιση δήλωσε ότι δεν θα είχε οποιοδήποτε μάρτυρα, οι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με τις τελικές γραπτές τους αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω. Η θέση της κας Γιατρού ήταν ουσιαστικά ότι με την μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, η ενάγουσα απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό όλους τους ισχυρισμούς της και επομένως δικαιούται πλήρως σε απόφαση υπέρ της, ως η απαίτηση της. Θα πρέπει εδώ να σημειώσω ότι η αγόρευση της συνηγόρου, για άγνωστο λόγο επεκτάθηκε και σε θέματα ισχυριζόμενων «κακοτεχνιών», θέματα όμως που ούτε στα δικόγραφα αλλά ούτε και στην ακρόαση ηγέρθηκαν από πλευράς υπεράσπισης. Η μόνη αναφορά που γίνεται στην υπεράσπιση και αυτή δεν αφορά σε θέματα κακοτεχνιών, είναι απλά ένας ισχυρισμός ότι η ενάγουσα δεν εκτέλεσε δεόντως τα συμφωνηθέντα, χωρίς όμως να δίνεται οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια περί τούτου. Ακόμη όμως και αυτός ο δικογραφημένος ισχυρισμός της υπεράσπισης, δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση, όπως άλλωστε και η ίδια η συνήγορος επισημαίνει στην αρχή της αγόρευσης της, και επομένως ουδείς λόγος υπήρχε για να σχολιαστεί οποιοδήποτε θέμα «κακοτεχνιών». Οι επί του προκειμένου εισηγήσεις της συνηγόρου επομένως, θα αγνοηθούν. Ομοίως, για τους πιο κάτω λόγους, θα πρέπει να αγνοηθούν και «οι εξηγήσεις» που δίνει η συνήγορος στην αγόρευση της, αναφορικά με τους λόγους που δεν προσκομίσθηκε το τιμολόγιο που αντιστοιχεί στην απόδειξη των €20.000, ήτοι ότι «...απλά είχε χαθεί το σχετικό τιμολόγιο» καθώς και σε σχέση με το λόγο που αυτή απέστειλε επιστολή στην εταιρεία Πολύκαρπος Α. Πολυκάρπου Λτδ και όχι στον εναγόμενο προσωπικά (βλ. Τεκ. 5), ήτοι ότι «...στην πραγματικότητα απευθύνεται σε ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και αυτό προφανώς λόγω της σύγχυσης που δημιούργησε ο ίδιος ο Εναγόμενος εκ των υστέρων, με σκοπό να παραπλανήσει την Ενάγουσα για την ορθότητα του Εναγόμενου». Για το τελευταίο αυτό θέμα μάλιστα, η συνήγορος αναφέρει στην αγόρευση της ότι «Η ενάγουσα είχε να αντιμετωπίσει το νομικό δίλημμα ποιο να βάλει εναγόμενο, τον εναγόμενο προς τον οποίο απευθύνεται η προσφορά, ή και τους τρεις Εναγόμενους όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπερασπίσεως του». Κατά πρώτο δεν εντοπίζονται πουθενά στη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία ήταν και η μόνη μαρτυρία που προσκομίσθηκε κατά την ακρόαση, οι πιο πάνω «εξηγήσεις» της συνηγόρου ή το νομικό δίλημμα που αναφέρει ότι είχε κατά την καταχώρηση της αγωγής. Ως είναι πάγια νομολογημένο, η αγόρευση δικηγόρου δεν προσφέρεται για την παράθεση ή τη διεύρυνση του πλαισίου των γεγονότων (βλ. Federal Bank of Lebanon v. Shiakolas

(2002)1 Α.Α.Δ.223) και όποια μορφή και αν έχει, «... γραπτή ή προφορική, δεν συνιστά ούτε δικόγραφο ούτε αποδεικτικό μέσο. Η ισχύς της συναρτάται με την πειστικότητα της επιχειρηματολογίας η οποία προβάλλεται. ... (και) δεν συνιστά μέσο προσαγωγής μαρτυρίας....» (βλ. Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου κ.ά.,
(1995)4 Α.Α.Δ. 1275 και Επενδυτικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ ν. Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού και Άλλης,
(2002)4 Α.Α.Δ. 996). Τα όσα επομένως επιχειρεί να «εισάξει» ως πρόσθετη ή συμπληρωματική μαρτυρία με την τελική της αγόρευση η συνήγορος, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Κατά δεύτερο, οι πιο πάνω θέσεις της συνηγόρου, ουδόλως δικαιολογούνται από τα όσα κατέθεσε ο ΜΕ1, η μαρτυρία του οποίου είναι και η μόνη μαρτυρία επί της οποίας θα εξεταστεί η υπόθεση της ενάγουσας. Ο ΜΕ1 όχι μόνο δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι χάθηκε το τιμολόγιο των €20.000 αλλά μάλιστα ισχυρίστηκε το ακριβώς αντίθετο, ήτοι ότι «υπάρχουν τιμολόγια και αποδείξεις» και ότι το εν λόγω τιμολόγιο «πρέπει να υπάρχει», κάτι που επανέλαβε και κατά την επανεξέταση του σε συγκεκριμένη ερώτηση της κας Γιατρού. Το ίδιο όμως ισχύει και σε σχέση με την αποστολή της επιστολής Τ.5 στην εταιρεία του εναγόμενου αντί στον ίδιο προσωπικά καθώς και σε σχέση με το «νομικό δίλημμα» που η συνήγορος αναφέρει ότι είχε η ενάγουσα κατά την καταχώρηση της αγωγής συνεπεία της εκ των υστέρων παραπλάνησης του εναγόμενου. Πέραν του ότι συντάκτης του Τ.5 είναι η ίδια η συνήγορος και επομένως αν επιθυμούσε να δώσει μαρτυρία για το θέμα αυτό, θα έπρεπε να το πράξει με τον ενδεδειγμένο τρόπο και όχι μέσω της αγόρευσης της, ο ΜΕ1 ήταν κατηγορηματικός ως προς το ότι η αγωγή στράφηκε εναντίον του εναγόμενου προσωπικά, γιατί είναι με τον ίδιο που συναλλάχτηκε η ενάγουσα και όχι με οποιαδήποτε εταιρεία του. Αυτό άλλωστε συνιστά και δικογραφημένο ισχυρισμό της ενάγουσας (βλ. παρ.4 και 5 Απάντησης). Κανένα επομένως δίλημμα δεν φαίνεται να είχε η ενάγουσα όταν καταχωρούσε την αγωγή, πόσο μάλλον κάποιο νομικό δίλημμα, το οποίο μάλιστα η συνήγορος παρουσιάζει να προέκυψε από γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την αποστολή του Τ.5 και μετά την καταχώρηση της αγωγής - «εκ των υστέρων». Στην αντίπερα όχθη η αγόρευση του κ. Λάντου επικεντρώθηκε σε τρία σημεία. Τα συνοψίζω: Α. Η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω παρανομίας Σύμφωνα με το συνήγορο, «Ο (ΜΕ1) παραδέχθηκε ότι ήταν καθήκον του να εκδώσει τιμολόγιο μόλις τελειώσει τη δουλεία, αλλά δεν το έπραξε, γιατί δεν ήθελε να πληρώσει το ΦΠΑ και να υπάρχει περίπτωση να μην πληρωθεί το τιμολόγιο και έτσι να ζημιώσει. Γνώριζε ότι είναι παράνομο, αλλά δεν τον ενδιέφερε ... Το θέμα καλύπτεται από το άρθρο 30 του Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμοι του 1978 μέχρι 1995 ... (και τους) περί Φόρων Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών ... Η μη έκδοση τιμολογίων και αποδείξεων είναι ποινικό αδίκημα ... και για λόγους Δημόσιας Πολιτικής ... δεν μπορεί η Ενάγουσα να επιβραβευθεί για την παρανομία της και την αδιαφορία της να τηρήσει τις φορολογικές της υποχρεώσεις ... (και) ... σε περίπτωση μιας παράνομης συμφωνίας τα μέρη δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση εκατέρωθεν απαιτήσεων βασιζομένων στη συμφωνία αυτή ... (αφού) ... όπου υπάρχει παρανομία ή συναφή οποιαδήποτε Συμφωνία που απορρέει από την παρανομία είναι άκυρη σύμφωνα με το 23 και 24 του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.149 ... (και) ... σύμφωνα με τη νομολογία ... έκδηλη παρανομία ... εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο ανεξάρτητα από τη δικογραφία ... με τον ίδιο τρόπο που αυτεπάγγελτα (το Δικαστήριο) επιλαμβάνεται έλλειψη δικαιοδοσίας...». Β. Εσφαλμένα η αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον του εναγόμενου αφού ο ορθός διάδικος έπρεπε να ήταν η εταιρεία Πολύκαρπος Α. Πολυκάρπου Λτδ. Γ. Αν αποδείχτηκε οποιαδήποτε οφειλή προς την ενάγουσα αυτή μπορεί να είναι μόνο για το ποσό των €14.121,74 ήτοι θα πρέπει να αφαιρεθούν από την αξίωση της ενάγουσας το ποσό των €20.000 και το ανάλογο ποσοστό ΦΠΑ. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου τόσο εγγράφως όσο και προφορικά, έχοντας παρακολουθήσει και το μάρτυρα ενώ κατέθετε. Έλαβα επίσης υπόψη μου τα όσα υποστήριξαν οι συνήγοροι κατά την επιχειρηματολογία τους. Θα πρέπει κατ' αρχή να σημειώσω ότι κατά τη μαρτυρία του ΜΕ1, ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο προς αναγνώριση «Χ», έγγραφο χωρίς ημερομηνία, το οποίο ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για βεβαίωση που εξέδωσε ο πολιτικός μηχανικός Π. Καραμαλλής και με το οποίο ο τελευταίος φέρεται να πιστοποιεί την ορθότητα των ποσοτήτων «...που αναφέρονται στην γραπτή κατάθεση του Μιχάλη Νικολάου». Το εν λόγω έγγραφο όμως παρέμεινε μέχρι και το τέλος της ακρόασης ως τεκμήριο για αναγνώριση και ουδέποτε κατέστη κανονικό τεκμήριο. Ως εκ τούτου θα αγνοηθεί.(βλ. Lefkaritis Bros Ltd v. Tanya Shipping Office
(1987)1 C.L.R. 47, Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82 και Κυπριακή Δημοκρατία ν Epco Cyprus Ltd και Άλλης,
(2007)1 Α.Α.Δ. 883). Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του ΜΕ1. Ως μάρτυρας ο ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζετο από ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό και σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν κλονίστηκε. Πρόσθετα της πιο πάνω καλής εικόνας που μου άφησε ο ΜΕ1, σημειώνω και το ότι τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκε ο μάρτυρας κατά τη μαρτυρία του, ήτοι ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η ενάγουσα συναλλάσετο με τον εναγόμενο προσωπικά, ότι ο τελευταίος παρουσιάστηκε να ζητούσε προσωπικά τις επίδικες εργασίες και ουδέποτε ανέφερε ότι ενεργούσε για λογαριασμό κάποιας εταιρείας, ότι μετά που υπεβλήθη η αρχική προσφορά, ο εναγόμενος ζήτησε να γίνουν επιπρόσθετες εργασίες, ότι όλες οι ζητηθείσες εργασίες όντως έγιναν ως καταγράφονται στο Τεκ.3 χωρίς να προβληθεί οποιοδήποτε παράπονο, ότι τα τιμολόγια που εξέδιδε η ενάγουσα επ' ονόματι του εναγόμενου ήταν πλήρως αποδεκτά από τον εναγόμενο και ως τέτοια πληρώθηκαν από τον τελευταίο, ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν στο όνομα της L&A Polykarpou Brothers Ltd ήταν κατά παράκληση του ιδίου του εναγόμενου, αποκλειστικά για δικούς του φορολογικούς/λογιστικούς σκοπούς και ότι ο εναγόμενος ενημερώθηκε πλήρως για την κατάσταση των εργασιών και των οφειλών του και ουδέποτε παραπονέθηκε, δεν αντικρούστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από πλευράς εναγόμενου. Επισημαίνω ότι οι όποιες περί του αντιθέτου υποβολές έγιναν στο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του, περιλαμβανομένης και της υποβολής ότι η ενάγουσα στην πραγματικότητα συναλλάσετο με την εταιρεία Πολυκάρπου Λτδ και όχι με τον εναγόμενο προσωπικά, δεν προωθήθηκαν με θετική μαρτυρία από πλευράς του τελευταίου και παρέμειναν απλές υποβολές. Στη βάση των πιο πάνω και σε συνδυασμό με το ότι, τα όσα ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, επιβεβαιώνονται και από τη πραγματική μαρτυρία που κατατέθηκε στη δίκη, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, κρίνω τη μαρτυρία του ΜΕ1 αξιόπιστη στην ολότητα της και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Στη βάση των εν λόγω ευρημάτων μου, προχωρώ να εξετάσω τις εισηγήσεις της υπεράσπισης έχοντας κατά νου και το σχετικό βάρος απόδειξης που φέρουν οι διάδικοι σε πολιτική υπόθεση (βλ. Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665) Αν και τελικά η προδικαστική ένσταση της υπεράσπισης περί έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου δεν προωθήθηκε ούτε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αλλά ούτε και κατά την αγόρευση του συνηγόρου του εναγόμενου, θεωρώ ορθό να αναφέρω τα εξής. Λαμβάνοντας υπόψη την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 και τα σχετικά ευρήματα μου, ήτοι ότι, έστω και αν οι επίδικες εργασίες έγιναν στο Παραλίμνι, αυτές ζητήθηκαν στη Λεμεσό όπου εδρεύει και δραστηριοποιείται η ενάγουσα, ότι οι συναντήσεις μεταξύ ΜΕ1 και εναγόμενου για οριστικοποίηση της επίδικης συμφωνίας έγιναν τόσο στη Λεμεσό όσο και στο Παραλίμνι και ότι πουθενά δεν καθορίζεται ποιος θα ήταν ο τόπος πληρωμής της αμοιβής της ενάγουσας, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται, κατά την κρίση μου, κατά τόπο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση (βλ. Theofanous v. Georgiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou v. Pirgotis
(1975)1 C.L.R. 100 και Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). Ως εκ τούτου η επί του προκειμένου προδικαστική ένσταση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Αναφορικά με την εισήγηση της υπεράσπισης για απόρριψη της αγωγής λόγω παρανομίας σημειώνω τα εξής. Όλη η νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Λάντος, αφορά στην πάγια αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν αναγνωρίζουν τη στοιχειοθέτηση αγώγιμου δικαιώματος από παράνομη συναλλαγή ή στη βάση παράνομης συμφωνίας, η οποία εν πάσει περιπτώσει θεωρείται άκυρη με βάση το Κεφ.149 (βλ. Chr. Mavrikios Constructions Ltd ν. Mιχάλη Xατζηκωνσταντά,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1093 και Iωάννου ν. Mουσκάλλη και Άλλου
(1997)1 ΑΑΔ 1595 που με παρέπεμψε ο συνήγορος καθώς και τη νομολογία στην οποία οι εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν). Στην παρούσα υπόθεση όμως, η επίδικη συμφωνία των μερών δεν ήταν παράνομη ούτε και αφορούσε παράνομο σκοπό. Ούτε όμως και επιχειρήθηκε με την επίδικη συμφωνία να καταστρατηγούν ή να παρακαμφθούν οι φορολογικές υποχρεώσεις της ενάγουσας και ούτε πρόκειται για αγωγή με την οποία αξιώνονται «μαύρα» χρήματα. Η παρούσα υπόθεση αφορά σε μια συνηθισμένη και καθ' όλα νόμιμη συμφωνία παροχής υπηρεσιών έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, όπου ενώ το ένα μέρος εκτέλεσε τις επίδικες εργασίες εκπληρώνοντας έτσι τις συμβατικές του υποχρεώσεις, το άλλο, παραλείποντας να πληρώσει τα συμφωνηθέντα, παρέβηκε τη σύμβαση. Δεν είναι η έκδοση τιμολογίου υποκείμενου στο ΦΠΑ που συνιστά ή που καθορίζει τη νομιμότητα της σύμβασης ή του σκοπού της, αλλά το τι είναι που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Σίγουρα η ενάγουσα οφείλει να συμμορφωθεί με τις φορολογικές της υποχρεώσεις και αν δεν το πράξει, τότε πολύ πιθανό να είναι ποινικά υπεύθυνη για την παράλειψη της αυτή, όπως επίσης και η διοίκηση της. Σε καμία όμως περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη η επίδικη συμφωνία εκτέλεσης μεταλλικών κατασκευών και αλουμινίων, απλά επειδή η ενάγουσα δεν εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο υποκείμενο στο ΦΠΑ. Στη βάση των πιο πάνω, η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στη δεύτερη εισήγηση της υπεράσπισης περί εσφαλμένου εναγόμενου. Ενόψει των ευρημάτων στα οποία κατέληξα ανωτέρω και ιδιαίτερα ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η ενάγουσα συναλλάσσετο με τον εναγόμενο προσωπικά, ο οποίος είχε ζητήσει προσωπικά τις επίδικες εργασίες χωρίς να αναφέρει ποτέ ότι ενεργούσε για λογαριασμό κάποιας εταιρείας και ο οποίος αποδέχετο και πλήρωνε προσωπικά τα τιμολόγια που στη συνέχεια εκδίδονταν από την ενάγουσα στο όνομα του, κρίνω την επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης ανυπόστατη. Άλλωστε, καμία περί του αντιθέτου μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς εναγόμενου, ο οποίος επέλεξε να μη προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, ούτε έστω για να θέσει εν αμφιβόλω τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του ΜΕ1 (βλ. επίσης Γεωργιάδης Iάκωβος ν. The Bernoulli Trading Co. Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 629). Το ότι η συνήγορος της ενάγουσας απέστειλε επιστολή σε κάποια εταιρεία του εναγόμενου αντί στον ίδιο προσωπικά, γεγονός επί του οποίου βασίστηκε αποκλειστικά η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης, από μόνο του δεν αρκεί για να διαφοροποιήσει την εν λόγω κατάληξη μου. Εξ' άλλου, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία αφού κρίθηκε αξιόπιστη έγινε αποδεκτή στο σύνολο της, το μόνο «υπεύθυνο» που γνώριζε η ενάγουσα, ήταν τον εναγόμενο προσωπικά. Και αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης συνεπώς απορρίπτεται Προχωρώ τέλος να εξετάσω την τελευταία εισήγηση της υπεράσπισης και συγκεκριμένα ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία μόνο μέρος της αξίωσης έχει αποδειχθεί, ήτοι μόνο το ποσό των €14.121,
  1. Η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης βασίζεται στο ότι ενώ προσκομίστηκαν 9 τιμολόγια συνολικού ύψους €204.000 εντούτοις προσκομίστηκαν 10 αποδείξεις είσπραξης συνολικού ύψους €224.000, γεγονός που σύμφωνα με την υπεράσπιση, υποδηλοί ότι η ενάγουσα ήδη εισέπραξε επιπλέον €20.000, ποσό το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί από την αξίωση της. Με κάθε σεβασμό προς την υπεράσπιση, η εισήγηση αυτή συνιστά παρανόηση της ορθής διάστασης των γεγονότων της υπόθεσης. Υπενθυμίζω κατ' αρχή ότι δεν έχει αντικρουσθεί από πλευράς εναγόμενου ότι όντως έγιναν οι επίδικες εργασίες και ότι το κόστος τους υπολογίστηκε στο συνολικό ποσό των €260.240,
  2. Ούτε όμως και ότι πληρώθηκαν συνολικά €224.000,00 έχει αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο. Η αξίωση της ενάγουσας εδράζεται στο ότι μετά από αυτές τις πληρωμές, παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €36.240,00 και αυτό είναι που ισχυρίστηκε και ο ΜΕ1, η μαρτυρία του οποίου παρέμεινε αναντίλεκτη και κρίθηκε αξιόπιστη από το Δικαστήριο. Αφ' ης στιγμής δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενου, το συνολικό κόστος των εργασιών καθώς και το σύνολο των πληρωμών που έγιναν έναντι, ήτοι δεν πρόκειται για περίπτωση όπου ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι στην πραγματικότητα οι εργασίες κόστισαν €240.240,00 ή ότι οι πληρωμές ανέρχονταν στις €244.000,00, η προσκόμιση των τιμολογίων που εξοφλήθηκαν, στην ουσία καθίσταται άνευ σημασίας. Έπρεπε να πληρωθούν €260.240,00, πληρώθηκαν €224.000,00, οφείλονται €36.240,
  3. Τίποτα λιγότερο και τίποτε περισσότερο. Εξ' άλλου, τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται ως τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας και συνιστούν ένα τρόπο απόδειξης της απαίτησης, όχι όμως και το μοναδικό. (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462, Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) A.A.Δ.962 και ΚΩΣΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. TROODOS ELECTRIC CABLES LTD, ECLI:CY:AD:2015:A303, Πολιτική Έφεση Αρ. 301/2010, 5/5/2015). Επομένως και αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα απέδειξε πλήρως και στον απαιτούμενο βαθμό, ολόκληρη την αξίωση της εναντίον του εναγομένου. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €36.240,00 (συμπ. ΦΠΑ), πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλεον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Εκτελεσθείσες Εργασίες - Οφειλόμενο Υπόλοιπο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.