← Κύπρος

Αίτηση των εταιρειών E.TOURIST DEVELOPMENTS LTD και CHRIMA DEVELOPMENTS ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ MAGIA OLD PEOPLE'S HOME, Αίτηση Αρ.: 250/2016, 20/

Αίτηση των εταιρειών E.TOURIST DEVELOPMENTS LTD και CHRIMA DEVELOPMENTS ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ MAGIA OLD PEOPLE'S HOME, Αίτηση Αρ.: 250/2016, 20/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 250/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ MAGIA OLD PEOPLE'S HOME από τη Λεμεσό ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ.113 Αίτηση των εταιρειών E.TOURIST DEVELOPMENTS LTD και CHRIMA DEVELOPMENTS, από τη Λεμεσό --------------------------------------------- Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ Λ. Κολατσής για Λάμπρος Κολατσής & Συνεργάτες Για Καθ'ης η Αίτηση: κα. Μ. Τζιουτ για Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: Καμία Εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση που καταχώρησαν στις 13/5/16, οι πιο πάνω αναφερόμενοι Αιτητές, αιτούνται την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της καθ'ης η αίτηση εταιρείας (εφ' εξής η Εταιρεία), στη βάση, μεταξύ άλλων, των αρ. 203, 209, 211(ε) και (στ), 212(α), (γ) και (δ), 213, 214, 301 και 333 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 καθώς και των σχετικών Κανονισμών. Αν και η αίτηση επιδόθηκε τόσο στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη όσο και στην Εταιρεία, και δημοσιεύτηκε δεόντως κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, εντούτοις μόνο από πλευράς Εταιρείας καταχωρήθηκε ένσταση στις 16/01/17. Σημειώνω ότι πέραν των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, αμφότερες οι πλευρές, κατόπιν κοινού αιτήματος που υπέβαλαν, έλαβαν την άδεια του Δικαστηρίου και καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη των αντίστοιχων ισχυρισμών τους. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων κάνω πιο κάτω. Σ' αυτό το στάδιο όμως, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω, την εξής παραδοξότητα. Αιτητές και Εταιρεία συνιστούν αντισυμβαλλόμενα μέρη σε γραπτή συμφωνία ενοικίασης που έγινε μεταξύ τους την 24/03/03 στη Λεμεσό, με την οποία συμφωνία, οι πρώτοι ενοικίασαν στην τελευταία έναντι μηνιαίου ενοικίου, συγκεκριμένο ακίνητο στη Λεμεσό για περίοδο είκοσι δύο ετών. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε όταν η Εταιρεία, σε κάποιο στάδιο της ενοικίασης, η οποία να σημειωθεί συνεχίζει να υφίσταται μέχρι και σήμερα, άρχισε να μην καταβάλλει, σύμφωνα με τους αιτητές, ολόκληρο το συμφωνηθέν ενοίκιο οπόταν και «διαπιστώθηκε» η ανικανότητα της να πληρώσει τα χρέη της. Αναφορικά με αυτά τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ενοίκια όμως δεν έχει προηγηθεί οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ούτε και έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε διαδικασία ανάκτησης κατοχής του ακινήτου. Η επισημαινόμενη παραδοξότητα της υπόθεσης, προκύπτει από τα δικαιώματα που δημιουργούνται προς όφελος ενός δικαιούχου ακινήτου που είναι μισθωμένο σε εταιρεία και τις συνέπειες, που τυχόν εκκαθάριση της εν λόγω εταιρείας θα συνεπάγεται για τα δικαιώματα του δικαιούχου. Ο δικαιούχος ενός ακινήτου που είναι μισθωμένο σε εταιρεία και στον οποίο οφείλονται ενοίκια, διατηρεί, όσο η εταιρεία λειτουργεί κανονικά, θέσμιο και συμβατικό δικαίωμα ανάκτησης κατοχής του υποστατικού σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των συμφωνηθέντων ενοικίων. Ένεκα αυτού του δικαιώματος, ο δικαιούχος του ακινήτου δεν θεωρείται εξασφαλισμένος πιστωτής της εταιρείας αφού, δυνάμει του αρ.300

(5)Κεφ.113 αλλά και της αγγλικής νομολογίας που αφορά στην πανομοιότυπη διάταξη του S.319 Companies Act 1949, στην περίπτωση που ο δικαιούχος ανακτήσει την κατοχή του ακινήτου μέσα σε τρεις μήνες αμέσως πριν από την ημερομηνία του διατάγματος εκκαθάρισης, τα χρέη που οφείλονται σε αυτόν, αποκτούν προτεραιότητα έναντι των υπολοίπων χρεών της εταιρείας και θα «...αποτελούν πρώτη επιβάρυνση πάνω...» στο ακίνητο. (βλ. Thomas v Patent Lionite Co
(1881)17 Ch. D.250, Re Coal Consumers' Association
(1876)4 Ch. D. 625 και Palmer's Company Law, 21st Ed, pg 765 - «A landlord is not a secured creditor because he has a power of distress». Αν όμως η κατοχή του ακινήτου δεν ανακτηθεί και τα ενοίκια δεν εισπραχθούν πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, τότε ο δικαιούχος, αφ' ενός θα παραμείνει απλά «στην ουρά» ως ένας μη εξασφαλισμένος πιστωτής της εταιρείας, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ικανοποίηση της οφειλής του και αφ' ετέρου, θα εμποδιστεί από το Δικαστήριο, από του να ασκήσει το δικαίωμα του για ανάκτηση κατοχής του ακινήτου στη βάση των ενοικίων που κατέστησαν οφειλόμενα πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, αφού το εν λόγω δικαίωμα, κατ' εφαρμογή του αρ. 217 Κεφ.113, θα θεωρείται πλέον άκυρο. Παραθέτω αυτούσιες τις αυθεντικές πρόνοιες του αρ.217 καθώς και απόσπασμα από τη σελ. 766 του Palmers ανωτέρω, το οποίο αφορά στην πανομοιότυπη με το αρ.217, διάταξη του Companies Act 1949, S.
  1. Cap.113 - « Ar.
  2. Where any company is being wound up by the Court, any attachment, sequestration, distress or execution put in force against the estate or effects of the company after the commencement of the winding up shall be void to all intents.» Palmers pg.766 - «Distress for rent due before winding up - After the commencement of a winding up by the court, a distress is, by section 228, declared to be void; and if a landlord threatens to levy or proceeds to levy a distress for rent accrued before the commencement of the winding up, the court will restrain him. He will be left, like other creditors to his right of proof (see Re Oak Pitts Colliery Co
(1882)21 Ch.D. 322 and the cases there cited).» (έμφαση δική μου). Ο λόγος βέβαια είναι διότι, κατ' εφαρμογή των προνοιών του Κεφ.113, μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, ο εκκαθαριστής λαμβάνει υπό τον έλεγχο και τη φύλαξη του όλη την ιδιοκτησία και αγώγιμα δικαιώματα που η εταιρεία δικαιούται ή φαίνεται ότι δικαιούται, και μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου μπορεί να εγερθεί οποιαδήποτε διαδικασία για ανάκτηση κατοχής ακινήτου που ενοικιάζει η εταιρεία, και αυτή όμως η άδεια, θα πρέπει να είναι αποκλειστικά για ενοίκια που κατέστησαν οφειλόμενα μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης (βλ. αρ. 220, 231 και 232 Κεφ.113, Καν.21 Περι Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών 1933 καθώς και το σχετικό απόσπασμα από τον Palmers στη σελ 766 υπό τον τίτλο «Distress for Rent accrued after winding up» όπου γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων, στο Winding Up Rule 99 που είναι πανομοιότυπος με το Κ.21). Κοντολογίς, ο δικαιούχος ενός ακινήτου το οποίο κατέχεται και ενοικιάζεται από μια εταιρεία, σε περίπτωση που η εν λόγω εταιρεία τεθεί υπό εκκαθάριση, όχι μόνο θα απωλέσει αρκετά από τα ισχυρά δικαιώματα που είχε πριν την εκκαθάριση ως δικαιούχος του ακινήτου, αλλά θα βρεθεί μάλιστα, σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση σε σχέση με τα ποσά που τυχόν του οφείλονται. Στην παρούσα περίπτωση, αν και το ακίνητο εξακολουθεί να κατέχεται από την καθ'ης η αίτηση ενοικιάστρια εταιρεία και οι αιτητές δικαιούχοι του ισχυρίζονται ότι ήδη τους οφείλονται ενοίκια, αυτοί παραδόξως, επέλεξαν, αντί να εγείρουν διαδικασίες για ανάκτηση τόσο των οφειλόμενων ενοικίων όσο και του ακινήτου, να προχωρήσουν απ' ευθείας με εκκαθάριση της εταιρείας και πιθανότατα να θέσουν έτσι τον εαυτό τους, αν επιτύχουν, σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που ισχυρίζονται ότι ήδη βρίσκονται. Στα πλαίσια εξέτασης του σκοπού για τον οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, τα πιο πάνω επισημάνθηκαν στον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών πριν την ακρόαση, όπως επισημάνθηκε και το γεγονός ότι στην παρούσα διαδικασία, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε διάγνωση δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων των μερών, ούτε και δύναται να διατάξει την οποιαδήποτε πληρωμή των ποσών που κατ' ισχυρισμό οφείλονται οπόταν και ο συνήγορος ανέφερε ότι οι πελάτες του, επέλεξαν να εγείρουν και να προωθήσουν την παρούσα διαδικασία, γνωρίζοντας πλήρως τις συνέπειες που τυχόν επιτυχία της αίτησης τους συνεπάγεται. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω προχωρώ να παραθέσω τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Υπενθυμίζω ότι προς υποστήριξη της αίτησης καταχωρήθηκαν δύο Ε/Δ από το Γ. Μεταξά, ένα εκ των συμβούλων των αιτητών, στις 13/5/16 (1η Ε/Δ Μεταξά) και 10/01/18 (2η Ε/Δ Μεταξά) αντίστοιχα, ενώ προς υποστήριξη της ένστασης της εταιρείας, καταχωρήθηκαν δύο Ε/Δ της διευθύντριας της Ε. Καραμήτα, στις 16/01/17 και 5/12/17 αντίστοιχα (εφ' εξής 1η και 2η Ε/Δ Καραμήτα). Σημειώνω κατ' αρχή τα πιο κάτω γεγονότα που συνιστούν κοινό και παραδεκτό έδαφος μεταξύ των εμπλεκομένων. Στις 24/03/03, υπεγράφη μεταξύ των μερών γραπτή συμφωνία ενοικίασης, με βάση την οποία οι αιτητές, ενοικίασαν στην εταιρεία συγκεκριμένο ακίνητο στη Λεμεσό για περίοδο είκοσι δύο ετών, έναντι προκαταβαλλόμενου μηνιαίου ενοικίου, το ύψος του οποίου θα αναδιαμορφωνόταν με την πάροδο του χρόνου, σύμφωνα με τον τρόπο που αναφέρεται στο Δεύτερο Πίνακα της Συμφωνίας. (βλ. 1η Ε/Δ Μεταξά Τεκ.1). Σε σχέση με την ουσιώδη για την παρούσα αίτηση περίοδο ενοικίασης (Δεκέμβριο 2012 - 13 Μαίου 2016 που καταχωρήθηκε η αίτηση), το ενοίκιο που η συμφωνία της 24/03/03 προνοούσε ότι θα έπρεπε να καταβάλλεται στους αιτητές από την εταιρεία, καθορίζετο ως εξής: α) Από 01/06/05 - 31/05/08 - €4000 μηνιαίως β) Από 01/06/08 - 31/05/13 - €7.566 μηνιαίως γ) Από 01/06/13 - 31/05/18 - €8216 μηνιαίως Από την αρχή της ενοικίασης μέχρι και τον Νοέμβριο 2012, η εταιρεία κατέβαλλε κανονικά και ανελλιπώς το συμφωνηθέν ενοίκιο. Από την αρχή της ενοικίασης μέχρι και σήμερα, η εταιρεία εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο ως ενοικιαστής και η συμφωνία των μερών ουδέποτε τερματίστηκε. Μέχρι και την 31/3/2016, η εταιρεία όφειλε δεδουλευμένα ενοίκια, ύψους τουλάχιστο €19.302 (βλ. 1η Ε/Δ Μεταξά Τεκ.7, παρ.11 1η Ε/Δ Καραμήτα). Από την 31/3/16 μέχρι και την 16/01/17, η εταιρεία κατέβαλε διάφορες πληρωμές έναντι των μηνιαίων ενοικίων, μεταξύ των οποίων και €10.000 στις 22/12/16, €4300 στις 13/01/17 και €300 στις 16/01/
  1. (βλ. 1η Ε/Δ Μεταξά Τεκ.2, 2η Ε/Δ Μεταξά Τεκ.1, 1η Ε/Δ Καραμήτα παρ.11 και Τεκ. 1-3 και 2η Ε/Δ Καραμήτα Τεκ.13). Οι αιτητές απέστειλαν συστημένες επιστολές στην εταιρεία στις 10/3/14, 15/05/15 και 30/01/16, αξιώνοντας μεταξύ άλλων, οφειλόμενα ενοίκια κατά την ημερομηνία της κάθε επιστολής, ύψους €49.028, €78.846 και €90.214 αντίστοιχα, πλέον τόκους. (βλ. 1η Ε/Δ Μεταξά Τεκ. 4-6) Στις πρώτες δύο επιστολές των αιτητών η εταιρεία δεν απάντησε, απάντησε όμως μέσω των δικηγόρων της στις 15/03/16, μετά δηλαδή που απεστάλη η τρίτη επιστολή των αιτητών και ισχυρίστηκε ότι τα μόνα ενοίκια που οφείλει, ανέρχονται στο ποσό των €19.
  2. Τον εν λόγω ισχυρισμό οι αιτητές τον απέρριψαν μέσω απαντητική επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 24/03/16 (βλ. 1η Ε/Δ Μεταξά Τεκ. 7 και 8) Στις 04/04/16, οι Αιτητές επέδωσαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, γραπτή απαίτηση πληρωμής του ποσού των €100.646,00 εντός 21 ημερών, επικαλούμενοι τα αρ. 211 και 212 Κεφ.
  3. Μέχρι και τη λήξη της προθεσμίας όμως, η εταιρεία δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, ούτε και ανταποκρίθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στην απαίτηση (βλ. 1η Ε/Δ Μεταξά Τεκ.9). ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΑΙΤΗΤΩΝ Η θέση των αιτητών είναι ότι μέχρι και τις 13/5/16 που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, η εταιρεία τους όφειλε, δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 24/03/03, δεδουλευμένα ενοίκια ύψους €100.646,00, οφειλή για την οποία, ένεκα της φύσης της αλλά και της παραμονής της εταιρείας στο ακίνητο, καμία νόμιμη δικαιολογία ή καλόπιστη υπεράσπιση δύναται να προβληθεί από μέρους της. Προς επίρρωση των ισχυρισμών τους, οι αιτητές προσκόμισαν με την 1η Ε/Δ Μεταξά, αναλυτική κατάσταση των χρεώσεων και των πληρωμών της εταιρείας από την 01/12/12 μέχρι και την 31/3/2016, η οποία κατάσταση, ετοιμάστηκε και υπογράφτηκε από τους εγκεκριμένους λογιστές των αιτητών, M.T. Michaelides Co Ltd - Chartered Certified Accountants. Με τη 2η Ε/Δ Μεταξά, κατατέθηκε επικαιροποιημένη «κατάσταση λογαριασμού» της εταιρείας μέχρι και την 09/01/18 (βλ. Τεκ.3 και Τεκ.1 αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις πιο πάνω καταστάσεις: Α) Από 01/12/12 - 31/5/13, που το ενοίκιο, σύμφωνα με τη συμφωνία της 24/03/03, ανέρχετο τις €7566 μηνιαίως, η εταιρεία δεν είχε καταβάλει ενοίκια δύο μηνών ήτοι το συνολικό ποσό των €15.132,
  4. Β) Από 1/06/13 - 31/03/16, περίοδο κατά την οποία το ενοίκιο, σύμφωνα με τη συμφωνία της 24/03/03, αυξήθηκε σε €8216 μηνιαίως και στην οποία αναφέρετο η γραπτή απαίτηση που επιδόθηκε στην εταιρεία, η οφειλή της τελευταίας, μετά και από διάφορες πληρωμές που έκαμε, ανέρχετο στις €100.646,
  5. Γ) Από 01/04/16 - 13/05/16 που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση και το ενοίκιο ήταν, σύμφωνα με τη συμφωνία της 24/03/03, €8216 μηνιαίως, η οφειλή της εταιρείας, μετά και από περαιτέρω πληρωμές που έγιναν, ανέρχετο στις €105.078,
  6. Δ) Από 14/05/16 - 09/01/18, με το ενοίκιο να εξακολουθεί να ανέρχεται, σύμφωνα με τη συμφωνία της 24/03/03, στο ποσό των €8216 μηνιαίως, η οφειλή της εταιρείας, μετά και από περαιτέρω πληρωμές που έγιναν, ανέρχετο στις €195.648,
  7. Πρόσθετα των πιο πάνω, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η εταιρεία τους οφείλει επίσης περί τις €68.000 αναφορικά με διάφορες άλλες υποχρεώσεις της απέναντι τους, όπως οι εν λόγω υποχρεώσεις πηγάζουν από τη μεταξύ των μερών συμφωνία. Το εν λόγω ποσό αν και δεν απαιτήθηκε με την γραπτή απαίτηση που επιδόθηκε στην εταιρεία, εντούτοις απαιτήθηκε με τις επιστολές που έστειλαν οι δικηγόροι των αιτητών στην τελευταία. Είναι η θέση των αιτητών ότι τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της τόσο στη βάση του νομοθετικού τεκμηρίου του αρ. 212(α), ήτοι λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με γραπτή απαίτηση πληρωμής, όσο και στη βάση του balance sheet της εταιρείας, ήτοι ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της, η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα (αρ. 212(γ)) και η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της, είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της (αρ. 212(δ) - balance sheet liquidation. Επιπλέον οι αιτητές ισχυρίζονται ότι είναι εύλογο και δίκαιο με βάση το δίκαιο της επιείκειας να εκκαθαριστεί η εταιρεία, δυνάμει του αρ. 211(στ). ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Η Εταιρεία, μέσω των δύο Ε/Δ Καραμήτα, δέχεται ότι κατά το χρόνο που της επιδόθηκε η επιστολή απαίτησης όφειλε ενοίκια στους αιτητές και ότι τα εν λόγω ενοίκια μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης δεν είχαν καταβληθεί. Ισχυρίζεται όμως ότι, το ποσό που όφειλε τότε στους αιτητές, δεν ήταν €100.644 ως αυτοί ισχυρίζονται αλλά πολύ χαμηλότερο, ήτοι €19.302 (βλ. 1η Ε/Δ Καραμήτα παρ.11). Τη θέση της αυτή η εταιρεία τη βασίζει στο ότι, αν και όντως η συμφωνία της 24/03/03 προνοούσε ότι από την 01/06/2013 η εταιρεία θα έπρεπε να καταβάλλει το ποσό των €8216 ως μηνιαίο ενοίκιο εντούτοις «...η Καθ'ης η Αίτηση και οι Αιτήτριες, κατά ή περί την 01/06/13, συμφώνησαν ότι από την 1/11/13 μέχρι νεωτέρας, η Καθ'ης η Αίτηση θα κατέβαλλε προς τις Αιτήτριες το ποσό των €6000 ως μηνιαίο μίσθωμα ... λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης που ταλανίζει την Κύπρο, αλλά και της πρακτικής αδυναμίας της Καθ'ης η αίτηση να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό πάνω από €6000 ως μηνιαίο μίσθωμα» (βλ. 1η Ε/Δ Καραμήτα παρ.5). Είναι η θέση της εταιρείας ότι, αν και από πλευράς της τηρήθηκε αυτή η τροποποιητική συμφωνία και καταβάλλετο κανονικά το ενοίκιο των €6000 μηνιαίως, οι αιτητές υπαναχώρησαν από τα συμφωνηθέντα και διεκδικούν το αρχικό συμφωνηθέν ενοίκιο, γεγονός που θέτει πλέον υπό αμφισβήτηση το ύψος της ισχυριζόμενης οφειλής επί της οποίας εδράζεται η παρούσα αίτηση. Αναφορικά με το ποσό των €19.302 που η εταιρεία παραδέχεται ότι ήταν οφειλόμενο κατά την 31/03/16, η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ποσό αποπληρώθηκε μερικώς μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και συγκεκριμένα με τις πληρωμές των €10.000, €4300 και €300 που έγιναν στις 22/12/16, στις 13/01/17 και στις 16/01/17 αντίστοιχα. Συνεπεία αυτών των πληρωμών, ισχυρίζεται η εταιρεία, το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η ένσταση, ανέρχετο στις €4702 ήτοι κάτω από το όριο των €5000 που θέτει το Κεφ.113 ως προϋπόθεση για να δημιουργηθεί το τεκμήριο της ανικανότητας πληρωμής χρεών δυνάμει του αρ.212(α) - (βλ 1η Ε/Δ Καραμήτα παρ. 11). Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών της, η εταιρεία προσκόμισε αποδείξεις τραπεζικών εμβασμάτων αναφορικά με τις πιο πάνω πληρωμές (βλ. 1η Ε/Δ Καραμήτα Τεκ. 1-3) καθώς και σχετική κατάσταση που τηρεί, αναφορικά με τις πληρωμές ενοικίων που γίνονταν από 02/01/12 - 31/12/16 (βλ. 2η Ε/Δ Καραμήτα Τεκ. 13). Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των αιτητών περί ανικανότητας της να ανταποκριθεί στα χρέη της λόγω της εικόνας που παρουσιάζει το balance sheet της, η εταιρεία παρουσίασε διάφορες βεβαιώσεις και αποδείξεις, για να καταδείξει ότι «...πέραν των αιτητών δεν έχει άλλους παραπονεμένους πιστωτές» (βλ. 2η Ε/Δ Καραμήτα παρ. 11 και Τεκ. 5-12). Τέλος, αναφορικά με τη θέση των αιτητών ότι είναι εύλογο και δίκαιο όπως εκκαθαριστεί η εταιρεία, η τελευταία ισχυρίζεται ότι ένεκα της φύσης της δραστηριότητας της επιχείρησης της, ήτοι Οίκος Ευγηρίας εγγεγραμμένος ως Ίδρυμα, τυχόν εκκαθάριση της, «...θα έχει ως αποτέλεσμα τα άτομα που φιλοξενούνται στο υποστατικό (πέραν των 40) να βρεθούν, κυριολεκτικά, στο δρόμο και τα άτομα που εργοδοτούνται (πέραν των 10) να μείνουν χωρίς δουλειά...» (βλ. 1η Ε/Δ Καραμήτα παρ.18 και 2η Ε/Δ Καραμήτα Τεκ. 1-4). Θα ήταν επομένως, σύμφωνα με την εταιρεία, αντίθετο με το δίκαιο της επιείκειας να εκκαθαριστεί η εταιρεία. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Τις αντίστοιχες θέσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, υποστήριξαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Ενόψει του ότι η αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας εδράζεται σε δύο ξεχωριστές και ανεξάρτητες βάσεις, ήτοι λόγω ανικανότητας πληρωμής χρεών από τη μια και ότι είναι εύλογο και δίκαιο από την άλλη, θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση κατ' ανάλογο τρόπο. Αυτό διότι, τυχόν επιτυχία οποιασδήποτε βάσης για οποιοδήποτε από τους λόγους που προβάλλονται σχετικά, θα συνεπάγεται αυτόματα την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας χωρίς να παρίσταται ανάγκη όπως να εξεταστούν οποιαδήποτε άλλα θέματα. (βλ. Pan-Aman Hotels Limited ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 ΑΑΔ 1796 και GIP Constructions ν. Κοιν. Ασφαλίσεων
(1991)1 ΑΑΔ 14). Θεωρό ορθό όπως ασχοληθώ πρώτα με τον ισχυρισμό ανικανότητας πληρωμής των χρεών της εταιρείας λόγω παράλειψης συμμόρφωσης της με την επιστολή απαίτησης που της επιδόθηκε στις 04/04/16 και αυτό διότι, «...στην περίπτωση που αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 212, το Δικαστήριο δεν κέκτηται διακριτικής ευχέρειας να αποστεί της διάλυσης της εταιρείας, ενώ σε περίπτωση που ικανοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 211 το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια ...», κατά πόσο θα προχωρήσει στην έκδοση να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 212, νοουμένου βέβαια ότι πιστοποιήται αφερεγγυότητα της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(ε) (βλ. AΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 177/11, 15/5/2017, Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. C J Kyprianou Promotions Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 991 και τις αυθεντίες στις οποίες οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν) ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΧΡΕΩΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡ. 212(α) Σύμφωνα με τις πρόνοιες του υπό κρίση άρθρου και τη σχετική νομολογία, αν: Α) Πιστωτής της εταιρείας Β) Για ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) Γ) Επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και Δ) Η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή, τότε δημιουργείται νομοθετικό τεκμήριο ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και εκτός αν «... υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του...», η εταιρεία θα τεθεί υπό εκκαθάριση (βλ. μεταξύ άλλων Moulettaris M Machinery Co. Ltd ν. Μιχάλη Ζήνωνος
(2001)1 ΑΑΔ 1649 και Χατζηγιάννης ανωτέρω καθώς και τις αυθεντίες στις οποίες η τελευταία παραπέμπει και Palmer's Company Law, 21st Ed, pg 738 και Pennington's Company Law, 4th ed. pg.679). Βεβαίως, ο γενικός κανόνας που διέπει μια αίτηση εκκαθάρισης στη βάση ανικανότητας πληρωμής χρεών είναι ότι, «...η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. (Βέβαια).... δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος ... Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης» (βλ. Χατζηγιάννη και Σπανού ανωτέρω καθώς επίσης και In the Matter of Claybridge Shipping Company S.A. [1981] Com LR 107, Re a Company No. 0012209 of 1991 [1992] 1 WLR 351 και Re JN 2 Ltd [1978] 1 WLR 183 , at p. 187H ) Με τον εν λόγω κανόνα κατά νου, η ακρόαση αίτησης εκκαθάρισης γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί (βλ. Κασπαρής Σάββας Ιωάννη
(2013)1 ΑΑΔ 2476, Εταιρική Αίτηση 259/89 Επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.5.1990 και Αρ. αίτησης 552/07, αναφορικά με την εταιρεία ALKΙS HADJIKYRIAKOS (FROU FROU BISCUITS) PUBLIC LTD, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, 13/2/2009. ) Αν και υπάρχει το περιθώριο προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας και αυτό αποκλειστικά στα πλαίσια αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, εντούτοις, αυτή η πρακτική θα πρέπει να ασκείται με περισσή φειδώ εφόσον ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται μια αίτηση εκκαθάρισης, αν και προσομοιάζει με τη διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης στη βάση της Δ.18, δεν υποκαθιστά και ούτε αποσκοπεί στην ίδια κατάληξη με την εν λόγω Διάταξη, ήτοι στην έκδοση απόφασης επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. (βλ. Re a Company No. 0012209 of 1991 reported in [1992] 1 WLR 351 υπό Hoffmann J . at p. 354 και Re a Company No. 006685 of 1996 υπό Chadwick J: «But if, as in this case, it appears that the defence has a prospect of success and the company is solvent, then I think that the court should give the company the benefit of the doubt and not do anything which would encourage the use of the Companies Court as an alternative to the R.S.C., Ord. 14 procedure.» (Re a Company No. 0012209) «I do not find, in that passage, any suggestion that the court, on an application of this nature, is not obliged to consider whether on the evidence before it there is indeed a dispute on substantial grounds; even if, in performing that task, it may be engaged in much the same exercise as that which would be required of a court faced with an application for summary judgment under O.14 (Re a Company No. 006685) Όπως και με τη Δ.18 όμως (βλ. Λαζάρου Eυάγγελος και Άλλη ν. Γιάννη Π. Mακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817), έτσι και σε μια αίτηση εκκαθάρισης, η ανάγκη για αντεξέταση μαρτύρων, λόγω διαπίστωσης ύπαρξης, πληθώρας, καλόπιστα (bona fide) αμφισβητούμενων γεγονότων, η ορθότητα των οποίων, μόνο μέσω αντεξέτασης και συναφούς ενδελεχούς αξιολόγησης μπορεί να εξακριβωθεί, αποτελεί ένδειξη ότι η διαδικασία επιχειρείται να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας, κάτι που σφραγίζει και την τύχη της αίτησης. (βλ. Σπανού Έφη M ν. GIP Constructions Limited
(1999)1 ΑΑΔ 315 ανωτέρω και τις προαναφερόμενες αγγλικές αυθεντίες) Αυτή η «συνοπτική φύση» που διέπει τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης, οφείλεται κυρίως στις «δικονομικές ελλείψεις και περιορισμούς» του Δικαστηρίου που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία η άσκηση της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά, στους εταιρικούς/πτωχευτικούς κανόνες και πρακτική, κατά τρόπο όμοιο με τη δικαιοδοσία που ασκείται από τα αγγλικά Company και Bankruptcy Courts. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Re UOC Corp. Alipour v Ary [1997] B.C.C. 377, τo Δικαστήριο που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία (Company Court), δεν είναι κατάλληλα, δικονομικά εξοπλισμένο, για να επιλύει διαφορές επί γεγονότων (disputes of fact) και να προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα ούτε και η δικαιοδοσία του είναι τόσο ευρεία όσο η δικαιοδοσία που έχει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της συνήθους πολιτικής του δικαιοδοσίας, ως Δικαστήριο γεγονότων (Trier/Court of facts). Οι δικονομικές πρόνοιες που διέπουν τη διαδικασία στο «εταιρικό» Δικαστήριο, δεν εκτείνονται στο βαθμό των προνοιών που έχει στη διάθεση του το Δικαστήριο που εκδικάζει αγωγές. Δικόγραφα, εν τη αυστηρή έννοια του όρου, δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν ούτε πρόνοιες για ανταλλαγή και επιθεώρηση εγγράφων. Η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας δε, συνήθως δεν είναι ανεκτή, και τα «επίδικα» θέματα, αποφασίζονται κατά κανόνα, στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίζεται, στα πλαίσια μιας συνοπτικής ουσιαστικά διαδικασίας. Όμως, όπως αναφέρει και ο Chadwick J στην Re a Company No. 006685 of 1996, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης εκκαθάρισης, θα χρειαστεί να προχωρήσει να εξετάσει και ίσως αποφασίσει, επί της διαφοράς των μερών, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται και καθήκον επίλυσης της διαφοράς των μερών, κάτι που μόνο στα πλαίσια κανονικής αγωγής μπορεί να γίνει, όπου οι μάρτυρες αντεξετάζονται και αξιολογούνται. Κάτι τέτοιο, θα ήταν εκτός των δικονομικών ορίων και παραμέτρων της συνοπτικής φύσης που χαρακτηρίζει τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης. Την ίδια στιγμή όμως δεν θα πρέπει να αγνοούνται και τα όσα αναφέρθηκαν υπό Oliver J στην Re Claybridge Shipping Company SA [1981] Com LR 107 ήτοι ότι είναι εύκολο για μια οφειλέτιδα εταιρεία να επιχειρήσει να «θολώσει το τοπίο» εγείροντας με την ένορκη δήλωση της ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits) ούτως ώστε να ισχυριστεί ότι υπάρχει ανάγκη για αντεξέταση και άρα η αίτηση εκκαθάρισης θα πρέπει να απορριφθεί αφού τα «αμφισβητούμενα» θέματα θα πρέπει να επιλυθούν σε διαδικασία αγωγής. Τέτοια προσπάθεια όμως δεν δύναται να επιτραπεί. (βλ. Χατζηγιάννη ανωτέρω). .. Στη βάση των πιο πάνω, συνάγεται ότι, η ορθή διαδικαστική προσέγγιση μιας αίτησης εκκαθάρισης, είναι, όπως αναφέρει ο Λόρδος Hodge στις παρ. 6 -10 της Macplant Services Ltd v. Contract Lifting Services (Scotland) Ltd [2008] ScotCS CSOH_158 (12 November 2008), όπου υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν υπό Chadwick J στην Re a Company No. 006685 of 1996, απόφαση η οποία υιοθετήθηκε από την μεταγενέστερη αγγλική και σκωτσέζικη νομολογία (βλ., Citigate Dewe Rogerson Ltd v Artaban Public Affairs SPRL [2009] EWHC 1689 (Ch) (30 June 2009) και YELL.COM v. Internet Business Centres Ltd [2002] ScotSC 203 (29 October 2002) και συνάδει με την κυπριακή νομολογία, η εξής: Η αίτηση αποφασίζεται στη βάση των γεγονότων που αποκαλύπτουν οι αντίστοιχα καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις. Αν η μαρτυρία του αιτητή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 211, 212 και 213 Κεφ.213, το θέμα λήγει εκεί. Αν όμως, αίτηση και ένορκη δήλωση, αποκαλύπτουν επαρκή μαρτυρία για να εγκριθεί η αίτηση, τότε το «βάρος», ουσιαστικά μετατίθεται στην εταιρεία, να αποδείξει εύλογη και καλόπιστη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους (bona fide dispute of the debt). Αν η εταιρεία εγείρει με την ένσταση της, ισχυρισμούς για να αμφισβητήσει το χρέος, το Δικαστήριο, στα πλαίσια του καθήκοντος του να εξετάσει κατά πόσο όντως πρόκειται για «γνήσια αμφισβήτηση», δεν εμποδίζεται ούτε και μπορεί να αρνηθεί να αποφασίσει το ερώτημα κατά πόσο όντως υπάρχουν ουσιώδεις (substantial) λόγοι για την αμφισβήτηση. Μάλιστα δε, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε έκφραση δικαστικής κρίσης ως προς το κατά πόσο, με βάση τη προσκομισθείσα μαρτυρία, όντως υπάρχει βάσιμη αμφισβήτηση του χρέους. Αυτό όμως που δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να πράξει το Δικαστήριο, έστω και αν η «διαχωριστική» γραμμή είναι λεπτή, είναι να διαγνώσει τα επίδικα θέματα και κατ' επέκταση τα ουσιαστικά δικαιώματα των μερών. Αν η έγγραφη μαρτυρία της εταιρείας, δεν αποκαλύπτει τέτοια βάσιμη αμφισβήτηση, τότε καμία περαιτέρω διερεύνηση απαιτείται. Η αντεξέταση μαρτύρων, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αν όμως, οι αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, παρουσιάζονται να είναι το ίδιο αξιόπιστες και ικανοποιούν, «εκ πρώτης όψεως», το αντίστοιχο βάρος που η κάθε πλευρά έχει, το Δικαστήριο μπορεί, σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιτρέψει περιορισμένη αντεξέταση επί των συγκεκριμένων θεμάτων που προκύπτουν και αυτό υπό την επιφύλαξη πάντοτε, του κανόνα ότι, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως βάσιμης και καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους που ενδεχομένως να δημιουργεί την ανάγκη αντεξέτασης, οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης εκκαθάρισης. Αν πάλι, κατόπιν εξέτασης και κατανόησης της γραπτής μαρτυρίας, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι, η μαρτυρία της μιας πλευράς «...is simply incredible...», τότε το θέμα δεν χρίζει περαιτέρω εξέτασης ή διαδικασίας. Είναι γι' αυτό το λόγο, που η καταχώρηση μιας αίτησης εκκαθάρισης στη βάση γεγονότων και δη πολύπλοκων και εκτενών, τα οποία δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί με προηγούμενη απόφαση Δικαστηρίου ή που δεν συνιστούν γεγονότα που κατ' εφαρμογή νομοθετικών προνοιών ή νομολογιακών αρχών, συνήθως δεν επιδέχονται αμφισβήτησης (π.χ ακάλυπτη επιταγή, γραμμάτιο συνήθους τύπου, γραπτή αναγνώριση χρέους κλπ), μεγιστοποιεί το ενδεχόμενο να διαπιστωθεί εύλογη και γνήσια αμφισβήτηση σε περίπτωση καταχώρησης ένστασης και κατ' επέκταση να απορριφθεί η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, προχωρώ να εξετάσω τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από αμφότερες τις πλευρές: Όπως εύστοχα επισημαίνει η ευπαίδευτη συνήγορος της εταιρείας στην αγόρευση της: Α) «Όσον αφορά την προϋπόθεση της ιδιότητας των Αιτητριών ως Πιστωτή της Καθ' ης η αίτηση, η τελευταία δεν αμφισβητεί την ύπαρξη της Συμφωνίας Ενοικίασης και το γεγονός ότι κάθε μήνα οφείλει να καταβάλει ενοίκιο στις Αιτήτριες. Αυτό που αμφισβητεί είναι το ύψος αυτού του ενοικίου...» Β) «...Είναι υπόψη μας η νομολογία η οποία καθιερώνει ότι όταν αμφισβητείται μόνο το ύψος της οφειλής και όχι η ίδια η οφειλή στο σύνολό της τότε αιτητής σε αίτηση εκκαθάρισης διατηρεί την ιδιότητα του πιστωτή ... επομένως εν προκειμένω δεν αμφισβητείται η ιδιότητα των Αιτητριών ως πιστωτών της καθ' ης η αίτηση κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης εκκαθάρισης.» (βλ επίσης Re Tweeds Garages Ltd [1962] Ch 406) Γ) «Όσον αφορά την προϋπόθεση επίδοσης γραπτής απαίτησης, πράγματι, οι Αιτήτριες επέδωσαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η αίτηση, Γραπτή Απαίτηση, επομένως, ούτε και αυτή η προϋπόθεση αμφισβητείται από την Καθ' ης η αίτηση» Δ) «...η Γραπτή αυτή η Απαίτηση παρέμεινε αναπάντητη και χωρίς ανταπόκριση...» Παρά το ότι οι πιο πάνω παραδεκτές θέσεις φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ικανοποιούν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του αρ. 212(α) από πλευράς Αιτητών, η θέση της εταιρείας είναι ότι η αίτηση, στο βαθμό που εδράζεται στις πρόνοιες του αρ.212, θα πρέπει να απορριφθεί, εφόσον, όχι μόνο δεν έχει ενεργοποιηθεί το νομοθετικό τεκμήριο περί ανικανότητας της να εξοφλήσει τις οφειλές της, αλλά εγείρεται και από μέρους της, καλόπιστη και ουσιαστική υπεράσπιση στις αξιώσεις των Αιτητών. Τις θέσεις τις αυτές, η ειαταιρεία τις εδράζει στους εξής ισχυρισμούς: Α) Κατά ή περί την 01/06/13, λόγω πρακτικής οικονομικής αδυναμίας της εταιρείας να καταβάλλει το ενοίκιο που προνοούσε η συμφωνία ενοικίασης, αυτή τροποποιήθηκε προφορικά και το ενοίκιο μειώθηκε από την 1/11/13 μέχρι νεωτέρας, στις €
  1. Β) Το εν λόγω τροποποιημένο ενοίκιο, πλην κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων, η εταιρεία το κατέβαλλε ανελλιπώς στους Αιτητές μέχρι και την 31/3/16, με αποτέλεσμα να οφείλονται, μέχρι τότε, μόνο €19.302 και όχι €100.644 που ισχυρίστηκαν οι Αιτητές κατά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Γ) Ο λόγος που δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάντηση ή ανταπόκριση στην γραπτή απαίτηση των αιτητών, είναι επειδή τις πιο πάνω θέσεις της, η εταιρεία τις είχε ήδη εκφράσει με την επιστολή των δικηγόρων της στις 15/3/16 και δεν θεώρησε αναγκαίο να τις επαναλάβει. Δ) Μέχρι και την καταχώρηση της ένστασης της εταιρείας στις 16/01/17, η τελευταία, με πληρωμές που είχε κάμει μετά την καταχώρηση της αίτησης, εξόφλησε πλήρως το ποσό των €19.302 που θεωρούσε ότι όφειλε ή τουλάχιστο το μείωσε κάτω από €5000, με αποτέλεσμα οι Αιτητές να μην μπορούν να θεωρούνται πλέον ως Πιστωτές της εταιρείας εν τη εννοία του αρ.212(α). Τα δε ενοίκια που προέκυψαν μέχρι τότε, η εταιρεία τα έχει επίσης καταβάλει στο ακέραιο τους, στη μειωμένη τους όμως τιμή, ως είχε προηγουμένως προφορικά συμφωνηθεί. Ε) Αν και τα πλείστα ενοίκια του 2017 παραμένουν πλέον οφειλόμενα, αυτό οφείλεται στη καταχρηστική στάση που τήρησαν οι Αιτητές, ήτοι με το να υπαναχωρήσουν από την προφορική τροποποιητική συμφωνία, να ζητήσουν το αρχικά συμφωνηθέν ενοίκιο και να καταχωρήσουν την παρούσα όταν δεν ικανοποιήθηκε η εν λόγω απαίτηση τους. Αυτό ήταν και που οδήγησε την εταιρεία να σταματήσει να καταβάλλει πλέον ενοίκια στους αιτητές, τουλάχιστο μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα. Η εταιρεία «...παραδέχεται ότι οφείλει ποσό ύψους €64.300,00 μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου
  2. Σε καμία περίπτωση όμως η Καθ' ης η Αίτηση δεν οφείλει €195.648,00 στις Αιτήτριες» (βλ. σελ.13 Γ/Α συνηγόρου εταιρείας). Τους πιο πάνω ισχυρισμούς, η εταιρεία τους προβάλλει ως τους γνήσιους και καλόπιστους λόγους που έχει για να αμφισβητεί το κατ' ισχυρισμό χρέος της. Παρατηρώ τα εξής σχετικά: Α) Ο βασικότερος άξονας της ένστασης της εταιρείας είναι ο ισχυρισμός της ότι την 01/06/13, επήλθε προφορική τροποποίηση της συμφωνίας ενοικίασης με αποτέλεσμα το μηνιαίο ενοίκιο να μειωθεί. Ο υπό εξέταση ισχυρισμός όμως, παρά τη σπουδαιότητα που παρουσιάζεται να έχει για την υπόθεση της εταιρείας, εντούτοις προβάλλεται, κατά παράδοξο τρόπο, λιτά και κάπως αόριστα αφού περιορίζεται ουσιαστικά σε μια απλή αναφορά ότι, «...η Καθ'ης η Αίτηση και οι Αιτήτριες, κατά ή περί την 01/06/13, συμφώνησαν ότι από την 1/11/13 μέχρι νεωτέρας, η Καθ'ης η Αίτηση θα κατέβαλλε προς τις Αιτήτριες το ποσό των €6000 ως μηνιαίο μίσθωμα». Αυτή την απλή αναφορά της όμως, η εταιρεία την επαναλαμβάνει συνεχώς στη μαρτυρία της, χωρίς όμως να δίνει οποιαδήποτε περαιτέρω λεπτομέρεια προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού της και αυτό, παρά το ότι της κατέστη ξεκάθαρο από τις 24/03/16, όταν οι δικηγόροι των Αιτητών απάντησαν στους δικούς της δικηγόρους ότι οι Αιτητές, ούτε αναγνωρίζουν, ούτε και πρόκειται να αναγνωρίσουν οποιαδήποτε μείωση του ενοικίου και αξιώνουν το πλήρες αυξημένο ενοίκιο που αναφέρεται στη συμφωνία ενοικίασης. Το λιγότερο που θα ανέμενε κάποιος ως αντίδραση από έναν που γνήσια και καλόπιστα πιστεύει ότι «αδικείται» λόγω υπαναχώρησης από τα συμφωνηθέντα, ως ισχυρίζεται η εταιρεία ότι είναι η περίπτωση της, ήταν να προσφέρει κάτι παραπάνω από μια απλή αναφορά ότι «...η Καθ'ης η Αίτηση και οι Αιτήτριες, κατά ή περί την 01/06/13, συμφώνησαν ότι από την 1/11/13 μέχρι νεωτέρας...». Αντιθέτως η εταιρεία, όχι μόνο δεν έδωσε οποιαδήποτε λεπτομέρεια, έστω ως προς τα πρόσωπα που φέρεται να συμφώνησαν εκ μέρους των δύο αντισυμβαλλομένων να τροποποιήσουν την αρχική συμφωνία ή τουλάχιστο ως προς το τι σήμαινε χρονικά, η επίσης γενική και αόριστη αναφορά σε μείωση ενοικίου «μέχρι νεωτέρας», δεν παρείχε ούτε και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία που να προσδίδει κάποιο πραγματικό έρεισμα στον εν λόγω ισχυρισμό της. Τα πιο πάνω προσλαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι, η θέση της εταιρείας είναι ότι είχε αντιληφθεί ότι οι Αιτητές είχαν «υπαναχωρήσει» από τα συμφωνηθέντα, τρία περίπου χρόνια πριν την καταχώρηση της ένστασης της, ήτοι στις 10/3/14, που οι Αιτητές αξίωσαν, μέσω δικηγόρου μάλιστα, το αρχικό ενοίκιο. Τότε μάλιστα, η εταιρεία δεν αντέδρασε καθόλου στις αξιώσεις των Αιτητών όπως και δεν αντέδρασε ούτε και τη δεύτερη φορά που οι αιτητές επανέλαβαν γραπτώς τις αξιώσεις τους στις 15/05/
  3. Η πρώτη της δε αντίδραση, έλαβε χώρα μετά πάροδο δύο σχεδόν μηνών από την ημέρα που έλαβε και τρίτη επιστολή από τους δικηγόρους των αιτητών ήτοι στις 30/01/
  4. Ακόμη όμως και όταν αποφάσισε να απαντήσει στους Αιτητές μέσω των δικηγόρων της στις 15/3/16, η εταιρεία και πάλι χρησιμοποίησε την ίδια λιτή και αόριστη αναφορά που προβάλλει τώρα στην ένσταση της, ότι δηλαδή, η συμφωνία τροποποιήθηκε προφορικά την 1/6/13, «μέχρι νεωτέρας». Ούτε όμως και το ότι η εταιρεία ουδόλως αντέδρασε και ουδόλως ανταποκρίθηκε όταν της επιδόθηκε η «δραστική» γραπτή απαίτηση πληρωμής των Αιτητών, δύναται εύλογα να εξηγηθεί υπό τις περιστάσεις που ισχυρίζεται η εταιρεία. Προφανώς οι αιτητές δεν είχαν πειστεί από τους δικηγόρους της για το «εσφαλμένο» των αξιώσεων τους και τα πράγματα είχαν σοβαρέψει, αφού απειλείτο πλέον, η ίδια η υπόσταση της. Η δικαιολογία που προβλήθηκε από την εταιρεία ως προς το ότι δεν αντέδρασε γιατί δεν έκρινε αναγκαίο να επαναλάβει εαυτόν, δε βρίσκει έρεισμα στη λογική (βλ. παρ.25 Γ/Α συνηγόρου εταιρείας). Σημειώνω τέλος ότι παρά την ισχυριζόμενη παραβίαση των συμφωνηθέντων από πλευράς αιτητών, η εταιρεία εξακολουθεί να παραμένει και να κατέχει το υποστατικό ως ενοικιάστρια του. Στη βάση όλων των πιο πάνω επομένως, το γνήσιο και καλόπιστο των επί του προκειμένων ισχυρισμών που προβάλλει στην ένσταση της η καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν μπορεί παρά να τεθεί εν αμφιβόλω. Β) Πρόσθετα των πιο πάνω, η κατ' ισχυρισμό «υπεράσπιση» της εταιρείας στη βάση προφορικής τροποποίησης της συμφωνίας ενοικίασης των μερών, φαίνεται να στερείται και νομικού ερείσματος. Συνεπεία των προνοιών του αρ.77
(1)του Κεφ.149 και της σχετικής νομολογίας, η οποιαδήποτε τροποποίηση σύμβασης μίσθωσης γης που αφορά σε περίοδο πέραν του ενός έτους, για να μπορεί να είναι έγκυρη και εκτελεστή, έστω και αν αφορά μόνο στο ύψος του ενοικίου, θα πρέπει να γίνει γραπτώς και να υπογράφεται από δύο μάρτυρες, (βλ. Petrolina Ltd ν. Athinodoros Vassiliades
(1975)1 CLR 289). Στην παρούσα περίπτωση, η σύμβαση ενοικίασης ήταν γραπτή και αφορούσε περίοδο 22 ετών. Επομένως, η οποιαδήποτε προφορική τροποποίηση της, αν έγινε, ως η εταιρεία ισχυρίζεται, δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ούτε έγκυρη αλλά ούτε και εκτελεστή. Συνεπώς και επί αυτής τους πτυχής, οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της εταιρείας καταρρίπτονται. Γ) Στρέφομαι τώρα στην κατ' ισχυρισμό εξόφληση του μοναδικού ποσού που κατά την εταιρεία οφείλετο μέχρι και την καταχώρηση της ένστασης ήτοι του ποσού των €19.132. Αυτό το κατ' ισχυρισμό παραδεκτό οφειλόμενο ποσό, όντως υπερέβαινε κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησης της αίτησης το νομοθετικό όριο των €5000 και επομένως, δικαιολογημένα οι αιτητές απέστειλαν γραπτή απαίτηση και καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στη βάση του αρ. 212(α). Το ερώτημα που προκύπτει, είναι το κατά πόσο, σε περίπτωση που πριν την εκδίκαση της αίτησης η απαίτηση μειωθεί κάτω από €5000, αυτό θα πρέπει να οδηγήσει αυτόματα και στην απόρριψη της αίτησης. Οι απόψεις των Αγγλικών και των Σκωτσέζικων Δικαστηρίων επί αυτού του θέματος, διίστανται. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην YELL.COM ανωτέρω: «Although the English courts would not grant an order on the unsupported petition of a creditor for less than £750 in the absence of special circumstances (see Palmer's Company Law 25th ed. para 15.213) there was authority for the view that the courts in Scotland would not adopt a similar position: J Speirs & Co v The Central Building Co, 1911 SC 331...» Την πιο πάνω διαφορετική θέση των δικαστηρίων της Σκωτίας, την επιβεβαίωσε και ο Λόρδος Hodge στην Macplant Services Ltd ανωτέρω: «A dispute about part of a debt is not a defence to a winding up application if the undisputed part of the debt is sufficient to justify the presentation of the petition (Re Tweeds Garages Ltd ). The Companies Court in England treats the £750 required for a sec 123
(1)(a) demand as the minimum debt unless there are special circumstances which make the not inexpensive remedy of winding up appropriate. I am content to follow that approach as a guide to the exercise of the court's discretion in most circumstances having regard to the cost of the winding up process. But where a creditor has an unsatisfied decree or an expired charge against the company for a smaller sum a winding up order may be the appropriate remedy and in some circumstances it may be the only effective remedy; Speirs & Co v Central Building Co Ltd is such a case» Πέραν του ότι όπως έχω αναφέρει ανωτέρω δεν έχω πειστεί για το γνήσιο και καλόπιστο των ισχυρισμών της αιτήτριας περί συμφωνηθείσας μείωσης του ενοικίου οι οποίοι αποτελούν και τη βάση για το ύψος της κατ' ισχυρισμό παραδεκτής οφειλής της, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, κρίνω ότι δεν παρίσταται ανάγκη να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα στην παρούσα υπόθεση. Η εταιρεία ισχυρίστηκε στην παρ.11 της 1ης Ε/Δ Καραμήτα, ότι από την 1/12/12 μέχρι και την 31/3/2016, όφειλε δεδουλευμένα ενοίκια, ύψους €19.302 και ότι το εν λόγω ποσό, το κατέβαλε μερικώς με τις πληρωμές των €10.000, €4300 και €300 που έκαμε στις 22/12/16, στις 13/01/17 και στις 16/01/17 αντίστοιχα. Ο εν λόγω ισχυρισμός όμως κατ' αρχή δεν συνάδει με τον ισχυρισμό που προέβαλαν οι δικηγόροι της εταιρείας στην επιστολή τους ημερ. 15/3/16 στην οποία ανέφεραν ότι το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό αφορά στην περίοδο μέχρι και την 01/01/16 και όχι μέχρι την 31/3/16 (βλ. 1η Ε/Δ Μεταξά Τεκ.7). Η εν λόγω διάσταση βέβαια, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο αν το προαναφερόμενο ποσό των €19.132 είχε προκύψει οφειλόμενο πριν την 01/01/16 και τα ενοίκια των μηνών που μεσολάβησαν μέχρι και την 15/3/16 που συνέταξαν την επιστολή τους οι δικηγόροι της εταιρείας, είχαν πλήρως καταβληθεί. Κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει ούτε από την κατάσταση λογαριασμού που προσκόμισε η ίδια η εταιρεία ως Τεκ. 13 στην 2η Ε/Δ Καραμήτα, η οποία κατάσταση, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της εταιρείας αλλά μάλλον τους καταρρίπτει. Απλή ανάγνωση του εν λόγω Τεκμηρίου καταδεικνύει ότι, από 31/12/15 μέχρι 28/04/16 που έγινε η πρώτη πληρωμή εντός του 2016, καμία πληρωμή έγινε είτε έναντι των ενοικίων που ήταν οφειλόμενα πριν την 31/12/15, είτε έναντι των ενοικίων που μέχρι την 28/4/16 κατέστησαν οφειλόμενα, ήτοι τα ενοίκια των πρώτων τεσσάρων μηνών του 2016 (Ιαν.16, Φεβ.16, Μαρ.16 και Απρ.16). Μάλιστα δε, σύμφωνα με την εν λόγω κατάσταση, η πρώτη πληρωμή που γίνεται εντός του 2016, ήτοι στις 28/4/16, καταλογίζεται ρητά από την εταιρεία στο ενοίκιο του Ιανουαρίου 2016 ενώ όλες οι μεταγενέστερες πληρωμές που καταγράφονται να γίνονται μέχρι και την 31/12/16, καταλογίζονται ρητά στους μήνες του 2016 μόνο (βλ. αναφορά σε Rent */2016). Επομένως, αν ευσταθούν τα όσα ισχυρίστηκαν οι δικηγόροι της εταιρείας στην επιστολή τους ημερ. 15/3/14 και η οφειλή των €19.132 είχε προκύψει πριν την 01/01/16, αυτό σημαίνει ότι καμία μεταγενέστερη πληρωμή της εταιρείας δεν καταβλήθηκε έναντι του ποσού αυτού αλλά καταλογίστηκε από την ίδια την εταιρεία στα τρέχοντα ενοίκια μόνο. Οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της εταιρείας περί εξόφλησης της οφειλής της αυτής δεν ευσταθούν. Το ίδιο όμως ισχύει και αν ευσταθούν τα όσα ισχυρίστηκε η Καραμήτα στην 1η Ε/Δ της ήτοι ότι, η οφειλή των €19.132 αφορά στην περίοδο που λήγει την 31/3/
  1. Κατ' αρχή, η θέση της ότι η ισχυριζόμενη οφειλή των €19.132 αποπληρώθηκε με τις πληρωμές που έγιναν στις 22/12/16, στις 13/01/17 και στις 16/01/17 καταρρίπτεται από το ίδιο της το Τεκ.13 όπου η πληρωμή των €10.000 τουλάχιστο, η οποία έγινε στις 22/12/16, καταλογίζεται από την εταιρεία ρητά στο ενοίκιο Αυγούστου 2016 και σε μέρος του ενοικίου του Σεπτεμβρίου 2016 και όχι σε προηγούμενες οφειλές. Επομένως ακόμα και μετά από αυτή την πληρωμή, το κατ' ισχυρισμό παραδεκτό οφειλόμενο υπόλοιπο και πάλι θα ξεπερνούσε το όριο του αρ.210(α) Κεφ.
  2. Κατά δεύτερο, αν ευσταθεί η θέση της Καραμήτα ότι η πληρωμή των €10.000 στις 22/12/16, αφορούσε την οφειλή των €19.132 και όχι το ενοίκιο του Αυγούστου 2016 και μέρος του ενοικίου του Σεπ.2016, στα οποία ενοίκια το Τεκ.13 καταλογίζει ρητά την εν λόγω πληρωμή, τότε αυτό σημαίνει ότι το ενοίκιο των εν λόγω μηνών ουδέποτε καταβλήθηκε και ότι όλες οι μεταγενέστερες πληρωμές της εταιρείας μέχρι και την εκδίκαση της αίτησης είναι, κατά €10.000 τουλάχιστο, ελλιπείς. Επομένως και πάλι θα ικανοποιείται το νομοθετικό Τεκμήριο του αρ.212(α). Υπενθυμίζω ότι, σε μια αίτηση εκκαθάρισης στη βάση γραπτής απαίτησης (letter of demand), αυτό που απασχολεί το Δικαστήριο ως προς το ύψος της οφειλής, είναι μόνο το αν υπερβαίνει το όριο που θέτει ο Νόμος και όχι το ακριβές οφειλόμενο ποσό, κάτι που άλλωστε δεν εμπίπτει στην εμβέλεια της παρούσας διαδικασίας (Re Tweeds Garages Ltd [1962] Ch 406). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελ. 738 του Palmer's ανωτέρω - «.where there is no doubt that the company owes the creditor a debt entitling him to a winding up order and only the precise amount of the debt is disputed, the court will make a winding up order without requiring the creditor to quantify his debt precisely» Στη βάση όλων των πιο πάνω επομένως, δεν μπορώ παρά να θεωρήσω και τις δύο Ε/Δ Καραμήτα που υποστηρίζουν την ένσταση της εταιρείας ως απλά αναξιόπιστες - «simply incredible», τουλάχιστο ως προς την ουσιώδη πτυχή τους περί ύπαρξης γνήσιων και καλόπιστων λόγων αμφισβήτησης του χρέους της εταιρείας προς τους αιτητές (βλ. Re a Company No. 006685 of 1996 ανωτέρω) και ως προσπάθεια να «θολώσει το τοπίο» με ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits) Re Claybridge Shipping Company SA [1981] Com LR
  3. Κρίνω συνεπώς ότι το νομοθετικό τεκμήριο της ανικανότητας της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της έχει δεόντως ενεργοποιηθεί. Δεν θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο ότι ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, διατηρώ διακριτική ευχέρεια αν θα εκδώσω το αιτούμενο Διάταγμα εκκαθάρισης, εφόσον τα λεχθέντα στις Moulettaris και Χατζηγιάννης ανωτέρω, καθιστούν ξεκάθαρο ότι δεν έχω τέτοια εξουσία. Σε κάθε περίπτωση όμως, θα υπενθυμίσω ότι η ίδια η θέση της εταιρείας είναι ότι, έστω και αν έχει καταφέρει να ανταποκριθεί στις άλλες της οικονομικές υποχρεώσεις, της είναι οικονομικά και πρακτικά αδύνατο να ανταποκριθεί και στην παρούσα υποχρέωση της απέναντι στους αιτητές εφόσον δεν μπορεί να καταβάλλει ολόκληρο το ενοίκιο που προνοεί η μεταξύ τους συμφωνία. Αυτό όμως είναι και που συνιστά τον ορισμό της «ανικανότητας πληρωμής χρεών» μιας εταιρείας, η οποία ανικανότητα, εκτείνεται και αφορά στο σύνολο των οικονομικών υποχρεώσεων μιας εταιρείας. Αν η εταιρεία κριθεί ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε κάθε μια χωριστά οικονομική υποχρέωση της, αυτό την καθιστά ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της (βλ. μεταξύ άλλων Re a Company No. 0012209 of 1991 reported in [1992] 1 WLR 351 και σελ. 738 Palmer's - «.it is futile for the company to say "We are able to pay our debts, but we do not choose to pay this particular debt"»). Η πιο πάνω κατάληξη μου αναπόφευκτα οδηγεί σε επιτυχία της αίτησης χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστεί η αίτηση υπό το φως και των υπόλοιπων νομικών υποβάθρων επί των οποίων εδράζεται. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση εταιρείας MAGIA OLD PEOPLE'S HOME (ΗΕ 27885) και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται εκκαθαριστής της περιουσίας της. Οι πιστωτές - αιτητές να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του άρθρου 219 του Κεφ. 113 και να παραδώσουν αμέσως και εν πάση περιπτώσει όχι αργότερα από τρεις
(3)εργάσιμες ημέρες από σήμερα, αντίγραφο του διατάγματος εκκαθάρισης στον Επίσημο Παραλήπτη και στον Έφορο Εταιρειών, καθώς και στα υπόλοιπα πρόσωπα που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Τα έξοδα της αίτησης, πλέον Φ.Π.Α., όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών - αιτητών και εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Final Αναφορά: Αίτηση Εκκαθάρισης - Ανικανότητα Πληρωμής χρεών - Letter of demand cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.