← Κύπρος

Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Γ. Κ. Αθηνάκης & Υιός Επιχειρήσεις Λίμιτεδ κ.α., Αγωγή Αρ. 1240/2016, 30/3/2018

Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Γ. Κ. Αθηνάκης & Υιός Επιχειρήσεις Λίμιτεδ κ.α., Αγωγή Αρ. 1240/2016, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A124 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1240/2016 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας -και- Γ. Κ. Αθηνάκης & Υιός Επιχειρήσεις Λίμιτεδ, από τη Λεμεσό

  1. Γιαννάκης Κωνσταντίνου Αθηνάκης, από τη Λεμεσό
  2. Μάρω (Μαρούλλα) Κωνσταντίνου, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ----------------------------- Aίτηση ημερ. 31.8.2017 Ημερ.: 30.3.2018 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Ε. Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 & 2 - Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Σπύρου για Χριστιάνα Ζαντή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 5.5.2016 με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Με αυτή η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων το ποσό των €3.147.475,97 πλέον τόκους προς 8,25% ετησίως επί του ποσού των €3.103.392,06 από 3.3.2016 του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως η πρωτοφειλέτιδα δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 15.3.2013 για το ποσό των €2.540.000 και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές των υποχρεώσεων της δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως ημερ. 12.3.
  3. Με την αγωγή αξιώνεται και η εκποίηση επτά υποθηκών που, όπως αναφέρεται στην Απαίτηση, η Εταιρεία δήλωσε ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της προς την Τράπεζα. Κατά τους χρόνους που δηλώθηκαν οι υποθήκες εξασφάλιζαν ποσά μέχρι €3.441.981,
  4. Περαιτέρω, η Εταιρεία με ομόλογα επιβάρυνσης ημερ. 3.6.2004 και 26.10.2006 επιβάρυνε την περιουσία της για ποσά €34.172,03 και €85.430,07 αντίστοιχα. Σε σχέση με τα ομόλογα η Τράπεζα έχει επιφυλάξει τα δικαιώματα της. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης την 13.5.2016 και Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης την 6.12.
  5. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε την 18.1.
  6. Ακολούθησε το στάδιο των οδηγιών και την 6.6.2017 η αγωγή ορίστηκε γι' ακρόαση την 28.2.
  7. Την 31.8.2017 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Τράπεζα εξαιτείται διάταγμα που να απαγορεύει στην Εταιρεία να αποξενώσει ή και επιβαρύνει 13 τεμάχια στην επαρχία Λεμεσού των οποίων είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ή μεριδίου σε αυτά. Περαιτέρω διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 να αποξενώσει ή και επιβαρύνει τεμάχιο στην επαρχία Λεμεσού το οποίο του ανήκει κατά ¼ μερίδιο. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 31.8.2017 του Μιχάλη Στυλιανού υπαλλήλου της Τράπεζας. Όπως αναφέρεται, ο λόγος για τον οποίο ζητούνται τα διατάγματα είναι γιατί συνεπεία της οικονομικής κρίσης και της πτώσης στις τιμές των ακινήτων οι υποθήκες δεν εξασφαλίζουν πλήρως τη συνολική οφειλή. Παρουσιάζονται σχετικές εκτιμήσεις των «Markaris Chartered Surveyors» ημερ. 4.4.2017 και «Roussos & Angelides» ημερ. 29.3.2017 σύμφωνα με τις οποίες η καταναγκαστική αξία των ενυπόθηκων ακινήτων ανέρχεται σε €1.940.000 και η μέση συνολική αγοραία αξία τους σε €2.750.
  8. Μετά την καταχώριση της αγωγής έγιναν τρεις πληρωμές που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €193.
  9. Ως εκ τούτου κατά την 21.8.2017 η συνολική οφειλή των Εναγόμενων ανερχόταν στα €3.182.889,53 πλέον τόκους προς 8,25% ετησίως επί του ποσού των €3.144.694,59 από 21.8.2017, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Καταλήγει ο ομνύοντας ότι ποσό €1.242.000,00 παραμένει ανεξασφάλιστο. Αναφέρεται ακόμα ότι η Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές της οφείλουν στην Τράπεζα το περαιτέρω ποσό των €1.033.638,62 πλέον τόκους, δυνάμει άλλου λογαριασμού δανείου, και για το οποίο εκκρεμεί η αγωγή αρ. 1241/2016 Ε.Δ Λεμεσού. Επισημαίνεται πως τα 13 επίδικα τεμάχια της Εναγόμενης 1 είναι βεβαρημένα με επιβαρύνσεις προς όφελος τρίτων προσώπων. Αναφέρεται ότι η αξία των επιβαρύνσεων δεν υπερβαίνει «τη συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης 1». Προφανώς εννοείται της αξίας των 13 τεμαχίων. Έτσι ανησυχεί η Τράπεζα ότι αν εξοφληθούν οι υποχρεώσεις και αρθούν οι επιβαρύνσεις θα είναι δυνατή η αποξένωση των 13 τεμαχίων. Αναφέρεται ακόμη ότι «η συνολική αγοραία αξία της ακίνητης περιουσίας που υπάρχει δυνατότητα να απελευθερωθεί από επιβαρύνσεις, ακόμα και με βάση την εκτίμηση του Κτηματολογίου, οι αξίες των οποίων είναι κατά 30% υψηλότερες από τις σημερινές, δεν υπερβαίνει το σύνολο της μη εξασφαλισμένης οφειλής της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες». Δηλαδή τα 13 τεμάχια χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση δεν ξεπερνούν σε αξία το ποσό των €1.242.000,00 που κατά την Τράπεζα παραμένει ανεξασφάλιστο. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 36 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 3.10.2017 του Εναγόμενου
  10. Υποστηρίζει ο Εναγόμενος 2 ότι τα εξαιτούμενα διατάγματα θα προκαλέσουν τεράστια και ανεπανόρθωτη απώλεια και ζημιά στους Εναγόμενους. Είναι η θέση του ότι οι αξίες του Κτηματολογίου όπως καθορίστηκαν για την 1.1.2013 δεν είναι ψηλότερες των πραγματικών και πως έκτοτε οι τιμές των ακινήτων έχουν περαιτέρω αυξηθεί. Υποστηρίζει ότι η αξία των υποθηκευμένων ακινήτων είναι €3.347.400 που καλύπτει την αξίωση που σε κάθε περίπτωση χαρακτηρίζει ανυπόστατη. Αναφέρει ο Εναγόμενος 2 ότι η Τράπεζα απέκρυψε περαιτέρω εκτιμήσεις που έχει εξασφαλίσει από τους εκτιμητές «Rois Nicolaides - Talanttinis - Ph. Christodoulou» που αναφέρουν κατά πολύ ψηλότερες αξίες σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις των «Markaris Chartered Surveyors» και «Roussos & Angelides» που η Τράπεζα επέλεξε να παρουσιάσει. Αναφέρει ακόμα ο Εναγόμενος 2 ότι κατά τις διαπραγματεύσεις η Τράπεζα είχε μειώσει την απαίτηση της κατά «€1.000.000 ή περισσότερα» και το επιτόκιο στο 4% με περίοδο αποπληρωμής τέσσερα χρόνια. Επειδή δεν ολοκληρώθηκε η διευθέτηση η Τράπεζα εκδικητικά απαιτεί περισσότερα και καταχώρισε και την υπό κρίση Αίτηση. Στο υπόλοιπο μέρος της Ένορκης του Δήλωσης ο Εναγόμενος 2 επιχειρηματολογεί. Με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 20.11.2017 επιτράπηκε στην Τράπεζα και καταχωρίστηκε την 23.11.2017 Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Στυλιανού. Εξηγώντας ο Στυλιανού γιατί η Αίτηση δεν καταχωρίστηκε νωρίτερα αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 2016 άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών με σκοπό την εξεύρεση εξώδικου διακανονισμού και μετά από αρκετές συναντήσεις τέλη Ιουνίου του 2017 ξεκίνησε η σύνταξη εγγράφου διευθέτησης που οι Εναγόμενοι θα υπόγραφαν και θα υποβαλλόταν στη Διοίκηση της Τράπεζας προς έγκριση. Ο διακανονισμός ανατράπηκε κατόπιν επιστολής του δικηγόρου των Εναγόμενων ημερ. 25.7.2017 και εφόσον οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν σε επιστολή της Τράπεζας ημερ. 10.8.2017, η Τράπεζα έδωσε οδηγίες για την καταχώριση της Αίτησης. Όσον αφορά την έκθεση των «Rois Nicolaides - Talattinis - Ph Christodoulou» που διορίστηκαν από τους Εναγόμενους αναφέρει ότι η έκθεση είχε γίνει για χρήση των τελευταίων και δεν διέφερε ουσιαστικά από τις εκτιμήσεις της Τράπεζας. Καθόσον αφορά την προκαταρκτική διευθέτηση αρνείται ότι η Τράπεζα είχε μειώσει την απαίτηση της κατά €1.000.000 ή το αξιούμενο επιτόκιο σε 4%, όπως διατείνεται ο Εναγόμενος
  11. Η έκπτωση που θα παραχωρούσε η Τράπεζα δεν είχε καθοριστεί καθότι εκκρεμούσε η εκτίμηση της αξίας των ακινήτων που η Εταιρεία θα μεταβίβαζε στην Τράπεζα και θα ήταν υπό την αίρεση πλήρους συμμόρφωσης με τους υπόλοιπους όρους αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρεται ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δηλαδή απαίτηση της Τράπεζας εδραζόμενη σε συμφωνία δανείου και συμφωνίες εγγύησης. Περαιτέρω στη βάση των όσων εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση Στυλιανού καταδεικνύεται ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης της Τράπεζας. Ο Εναγόμενος 2 επισυνάπτει την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην παρούσα και υιοθετεί, όπως αναφέρει, τις προβαλλόμενες εκεί υπερασπίσεις με βασική τη θέση ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι εικονική, ανεφάρμοστη, άκυρη ή ακυρώσιμη και κατά συνέπεια και οι συμφωνίες εγγύησης. Όμως, δεν είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο να αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί. Το ζήτημα προσεγγίζεται όπως πιο πάνω, με αναφορά στη νομολογία, έχει υποδειχθεί. Παρατηρείται ότι ενώ το ισχυριζόμενο δάνειο έχει ημερ. 15.3.2013 οι πέντε από τις επτά υποθήκες είχαν δηλωθεί μεταξύ των ετών 2004 - 2012, ενώ τα ομόλογα είχαν παραχωρηθεί το 2004 και το 2006. Καμιά εξήγηση για τη διάσταση του χρόνου δεν προσφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Ωστόσο, προκύπτει από θέσεις που εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου 2 πως κατά το χρόνο σύναψης του επίδικου δανείου υφίστατο οφειλή προς την Τράπεζα που με το επίδικο δάνειο είχε πληρωθεί. Πρόδηλα οι πέντε πρώτες υποθήκες και τα ομόλογα είχαν παραχωρηθεί σε σχέση με τις προηγούμενες υποχρεώσεις που εξοφλήθηκαν με το επίδικο δάνειο. Στη βάση των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του, το Δικαστήριο αποδέχεται πως στην περίπτωση που ήθελε εκδοθεί απόφαση υπέρ της Τράπεζας για το ποσό που απαιτεί, η εκποίηση των υποθηκευμένων ακινήτων δεν θα ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Η θέση των Εναγομένων ότι η αξία των υποθηκευμένων ακινήτων είναι €3.347.400 δεν έχει τεκμηριωθεί και ο Εναγόμενος 2 επέλεξε να μην παρουσιάσει τις εκτιμήσεις που επικαλέστηκε και ούτε ανάφερε τα ποσά των εκτιμήσεων αυτών. Περαιτέρω από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η δέσμευση όλων των περιουσιών που αναφέρονται στο αιτητικό δεν θα είναι επαρκής για να ικανοποιήσει το μέρος της τυχόν απόφασης που θα παραμείνει ανικανοποίητο μετά την εκποίηση των υποθηκών. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, 1316-1320 πως ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας. Μνημονεύεται απόσπασμα από την C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Επομένως η θέση του Εναγόμενου 2 ότι τα εξαιτούμενα διατάγματα είναι αδικαιολόγητα εφόσον οι Εναγόμενοι ουδεμία πρόθεση είχαν ή έχουν να αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία τους δε έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι εάν τυχόν αποξενωθούν τότε η απόφαση που μπορεί να λάβει η Τράπεζα θα παραμείνει μερικώς ανικανοποίητη. Ούτε το γεγονός ότι οι περιουσίες είναι επιβαρυμένες αποκλείει τον κίνδυνο αποξένωσης (βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, 1245). Από το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην αγωγή 1241/2016, που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου 2 προκύπτει ότι οι τέσσερις πιο πρόσφατες από τις επτά υποθήκες που αφορούν την παρούσα αγωγή αφορούν και την 1241/2016, που αφορά δάνειο €740.000 που κατ' ισχυρισμό χορηγήθηκε την ίδια ημέρα όπως και το επίδικο προς τον νυν Εναγόμενο 2 με εγγύηση των νυν Εναγομένων 1 και
  1. Υπάρχουν προεκτάσεις στο επίδικο ζήτημα εφόσον οι ίδιες εξασφαλίσεις καλύπτουν και άλλο από το επίδικο χρέος. Το γεγονός θα επίτεινε την ανησυχία της Τράπεζας ως προς την προοπτική ικανοποίησης τυχόν απόφασης στην παρούσα αγωγή στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση και στην αγωγή 1241/
  2. Ωστόσο, η Τράπεζα δεν προώθησε αυτή την παράμετρο του ζητήματος. Το άρθρο 32 παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. Ότι μια αίτηση για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος για αποξένωση περιουσίας καταχωρείται σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της καταχώρισης της αγωγής, δεν την καθιστά απαράδεκτη. Είναι ενδεχόμενο η ανάγκη έκδοσης τέτοιου διατάγματος να καθίσταται επιτακτική στη συνέχεια. Αλλά και όταν ο ενάγοντας γνωρίζει ότι τυχόν απόφαση που θα ήθελε εκδοθεί υπέρ του θα παραμείνει ανικανοποίητη εάν περιουσία του εναγόμενου αποξενωθεί, το γεγονός ότι δεν προσφεύγει άμεσα στο Δικαστήριο αλλά επιδιώκει τη συνδιαλλαγή ή επιδεικνύει κατανόηση, δεν θα πρέπει να προσμετρά εναντίον του και ως εμπόδιο στην προσπάθεια διαφύλαξης των δικαιωμάτων του όταν η προσπάθεια για συμβιβασμό αποτυγχάνει. Η «καθυστέρηση» έχει ουσιαστική σημασία όταν ο ενάγοντας επικαλείται το στοιχείο του κατεπείγοντος αιτούμενος θεραπεία στην απουσία της άλλης πλευράς, κάτι που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Η ύπαρξη ομολόγου επιβάρυνσης επί της περιουσίας εναγόμενης εταιρείας, που δεν ενεργοποιείται ώστε ο δανειστής να διορίσει διαχειριστή- παραλήπτη της περιουσίας της, μπορεί να έχει καταλυτικές συνέπειες και να οδηγήσει στην απόρριψη αίτησης για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για την μη αποξένωση της περιουσίας της εταιρείας. Γιατί ο δανειστής έχει την ευχέρεια να διασφαλίσει με αυτό τον τρόπο την μη αποξένωση της περιουσίας και επιλέγει να μη χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα που έχει. Στην προκειμένη περίπτωση τα ομόλογα είναι για ποσά πολύ μικρότερα του ισχυριζόμενου χρέους και του χρέους που δεν καλύπτεται από τις υποθήκες. Επομένως ο διορισμός διαχειριστή-παραλήπτη θα ήταν αποτελεσματικός μόνο πρόσκαιρα στο να θέσει την περιουσία της Εταιρείας που η Αίτηση αφορά κάτω από τον έλεγχο του μέχρι την εξασφάλιση των ποσών που αναφέρονται στα ομόλογα. Περαιτέρω, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης του διατάγματος. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και η Τράπεζα επιτύχει στην αξίωση της θα έχει ζημιωθεί γιατί κατά την εκτέλεση της απόφασης ενδέχεται οι επίδικες στην Αίτηση περιουσίες να μην είναι διαθέσιμες. Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και η αξίωση της Τράπεζας αποτύχει ή έστω επιτύχει για μικρότερο ποσό που να καλύπτεται από την αξία των υποθηκών, οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα είναι ελεύθεροι στην απόλαυση των επιδίκων περιουσιών, απλά θα έχουν στερηθεί της ευχέρειας αποξένωσης ή περαιτέρω επιβάρυνσης τους για το χρονικό διάστημα από την έκδοση του διατάγματος μέχρι και την αποπεράτωση της αγωγής και η ζημιά που θα έχουν τυχόν υποστεί θα μπορεί να ανακτηθεί από την Τράπεζα. Άλλωστε, όπως υποστήριξε ο Εναγόμενος 2 οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν και δεν έχουν διάθεση αποξένωσης της περιουσίας τους. Αφορμής δοθείσης και παρενθετικά το Δικαστήριο σημειώνει ότι ενδεχομένως να υφίστανται ζητήματα δημόσιας πολιτικής στο κατά πόσο ενδείκνυται χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που δανείζουν χρήματα ή παρέχουν χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις και που έχουν την εμπειρία και την ικανότητα να προνοούν για την εξασφάλιση του λαβείν τους, να καταφεύγουν σε αιτήσεις για δέσμευση περαιτέρω περιουσιακών στοιχείων των πρωτοφειλετών ή των εγγυητών τους όταν τους εναγάγουν. Η νομοθεσία δεν αφήνει περιθώρια για διάκριση και εναπόκειται στην νομοθετική εξουσία να χαράξει πολιτική επί του ζητήματος νομοθετώντας. Υπάρχει ο κίνδυνος, εάν επικρατήσει τέτοια πρακτική, τα Δικαστήρια να κατακλυστούν από αιτήσεις του είδους. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση εγκρίνεται ως οι παράγραφοι Α και Β αυτής και εκδίδονται τα εξαιτούμενα σε αυτές διατάγματα. Η νομολογία δεν είναι σαφής ως προς το ζήτημα της εγγύησης σε περιπτώσεις όπου εκδίδεται διάταγμα σε αίτηση δια κλήσεως. Το γεγονός ότι με το άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 καθίσταται, στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος χωρίς ειδοποίηση, επιτακτική η ανάληψη υποχρέωσης για να εξασφαλιστεί υποχρέωση για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα, δεν εμποδίζει, στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων, να ζητηθεί τέτοια ανάληψη υποχρέωσης ακόμα και μετά την έκδοση διατάγματος σε αίτηση με κλήση (βλ. Ερωτοκρίτου Γ και Αρτέμης Π, «Διατάγματα Injunctions»
(2016)σελ. 193). Εφόσον αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με κλήση εκδικάζεται, όπως και στην περίπτωση αίτησης χωρίς κλήση, σε επίπεδο ισχυρισμών και τα ζητήματα δεν ρυθμίζονται τελεσίδικα υφίστανται οι ανάλογοι κίνδυνοι για ζημιά στον καθ' ου η αίτηση από την έκδοση του διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση ενδείκνυται η διασφάλιση των Εναγομένων από τέτοιες ζημιές. Επομένως, η Ενάγουσα να υπογράψει εγγύηση ύψους €200.000 για τυχόν ζημιές που θα ήθελαν προκληθεί από την έκδοση των εκδοθέντων διαταγμάτων άνευ ευλόγου αιτίας. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.