ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της MOUSTAKAS SHIPPING AGENCIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 521/2011, 15/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A92 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 521/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- MOUSTAKAS SHIPPING AGENCIES LTD
- Μαρίνος Μουστάκας
- Μιχάλης Μουστάκας
- Κυριακή (Κούλλα) Μιχαήλ Μουστάκα Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 18/11/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- Επίσημος Παραλήπτης ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της MOUSTAKAS SHIPPING AGENCIES LTD
- Μαρίνος Μουστάκας
- Μιχάλης Μουστάκας
- Κυριακή (Κούλλα) Μιχαήλ Μουστάκα Εναγομένων Ημερομηνία: 15 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: Η κα Χ. Αγαπίου και η κα T. Γρηγορίου για Χρύσης Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για εναγόμενους: Ο κ. Φ. Τ. Αποστολίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ποσό οφειλόμενο για τραπεζικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκε από τους πρώτους στην εναγόμενη 1 εταιρεία MOUSTAKAS SHIPPING AGENCIES LTD (στη συνέχεια η «Εταιρεία»), η οποία σήμερα τελεί υπό εκκαθάριση με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης Διάλυσης με αρ. 327/2014 και σε σχέση με την οποία δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 16.01.2015 ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της, με τη μορφή δανείου τακτής προθεσμίας (στο εξής αναφερόμενο ως το «Δάνειο») με βάση τους όρους συμφωνίας ημερομηνίας 08.10.1996 (στο εξής αναφερόμενη ως η «Γενική Συμφωνία») και συμφώνως της γραπτής απόφασης των εναγόντων ημερομηνίας 10.10.
- Οι εναγόμενοι 2, 3, 4 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές της Εταιρείας και/ή πάροχοι εξασφαλίσεων. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, με βάση πάντοτε την θέση των εναγόντων, με συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 08.10.1996 (στο εξής αναφερόμενη ως η «Συμφωνία Εγγύησης») εγγυήθηκαν εγγράφως αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για απεριόριστο ποσό όλες τις υποχρεώσεις της Εταιρείας είτε αυτές ήταν παρούσες ή μελλοντικές είτε ήταν ή θα γίνονταν απαιτητές. Περαιτέρω οι ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση διαταγμάτων τα οποία να διατάσσουν την εκποίηση των υποθηκών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αριθμό εγγραφής Υ263/1994 και Υ2190/1980 που παραχώρησε η εναγόμενη 4, προς εξασφάλιση των πιο πάνω υποχρεώσεων της Εταιρείας καθώς και της υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αριθμό εγγραφής Υ5782/1996 που παραχώρησε ο εναγόμενος 2 προς εξασφάλιση των πιο πάνω υποχρεώσεων της Εταιρείας και τη με δημόσιο πλειστηριασμό πώληση των ακινήτων που καλύπτονται απ' αυτές και τη διάθεση του προϊόντος αυτών προς ικανοποίηση και/ή έναντι των ως άνω αξιώσεων των εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να επιστραφεί στους εναγομένους 2 και
- Η υπόθεση των εναγόντων βασίζεται κυρίως σε γραπτά έγγραφα, που έχουν μάλιστα δεόντως υπογραφεί από τους εναγομένους και που κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι εναγόμενοι, με δηλώσεις τους, παραδέχθηκαν ότι υπέγραψαν χωρίς να αμφισβητήσουν τις υπογραφές τους και/ή την αλήθεια των γεγονότων και/ή περιστατικών που αφορούσαν και/ή οι τελευταίοι απέτυχαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου κατά τρόπο που αυτά έχουν καταστεί αναντίλεκτα, η σημασία των οποίων εν πάση περιπτώσει θα αναλυθεί στη συνέχεια και στο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. Όπως πολύ ορθά συνόψισε η ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων τα επίδικα ζητήματα που θα πρέπει να εξετασθούν στα πλαίσια της παρούσας, οι ενάγοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων:- Α. Τη σύναψη της επίδικης Γενικής Συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και της Εταιρείας, Β. Την παραχώρηση της τραπεζικής διευκόλυνσης του Δανείου στην Εταιρεία συμφώνως της απόφασης τους ημερομηνίας 10.10.1997, Γ. Την υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης από τους εναγομένους 2, 3 και 4 προς εξασφάλιση μεταξύ άλλων και του Δανείου, Δ. Την παραχώρηση/ εκτέλεση των Υποθηκών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ263/1994 και Υ2190/1980 από την εναγόμενη 4 και της Υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ5782/1996 από τον εναγόμενο 2 προς εξασφάλιση μεταξύ άλλων και του Δανείου, Ε. Το ύψος του ποσού που αξιώνεται από τους ενάγοντες, και Στ. Ότι το ποσό που αξιώνεται από τους ενάγοντες κατέστη πληρωτέο και απαιτητό από την Εταιρεία και τους εναγομένους 2, 3 και 4 ως εγγυητές της και/ή ως παρόχους εξασφαλίσεων. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τους διαδίκους στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους έκαναν αναφορά τόσο στην προσφερθείσα μαρτυρία όσο και στη νομική πτυχή που διέπει τα διάφορα επί μέρους ζητήματα τα οποία απασχόλησαν και τα οποία κατά την αντίληψη τους συνηγορούν υπέρ των θέσεων τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόντων εισηγούνται ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία τόσο προφορική όσο και πραγματική, δια των σχετικών τεκμηρίων που κατέθεσαν, απέδειξαν την υπόθεση τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Από την άλλη η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων αφού κάνει και αυτός αναδρομή στις συναφθείσες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων και τη διαδρομή τους εισηγείται στη βάση της μαρτυρίας όπως η πλευρά των εναγομένων την εκλαμβάνει και κυρίως στην ερμηνεία που προσδίδουν στο Τεκμ. 17 και τη νομική του σημασία, ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την οφειλή των εναγομένων και ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των εναγόντων ως αβάσιμη, ένεκα δεδικασμένου, ως ενοχλητικής, εκδικητικής και κωφής και καθώς δεν έχουν αποδείξει στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτηση τους. Αντίθετα, εισηγούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα στην ανταξίωση των εναγομένων. Για όλα τα ζητήματα που απασχόλησαν τους ευπαίδευτους συνηγόρους, παρέπεμψαν το Δικαστήριο τόσο σε νομοθετικές διατάξεις όσο και σε νομολογία και αυθεντίες. Είχα την ευκαιρία να διεξέλθω τις εισηγήσεις τους όπως και σε ό,τι με παρέπεμψαν με προσοχή και τις λαμβάνω υπ' όψιν μου. Όπου στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα γίνει χρειαστεί θα κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΝΑΛΥΣΗ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Προς απόδειξη των ανωτέρω, οι ενάγοντες προσκόμισαν στο Δικαστήριο, πέρα από την πραγματική μαρτυρία, ήτοι τα διάφορα έγγραφα - τεκμήρια που κατατέθηκαν, τη μαρτυρία του κ. Δαμιανού Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), ενός εκ των προϊσταμένων της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων στη Λεμεσό και ενός εκ των λειτουργών που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Η πλήρης γνώση του Μ.Ε.1 προκύπτει από τη θέση του και τα καθήκοντα του, καθώς και από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Περαιτέρω, οι ενάγοντες προσκόμισαν στο Δικαστήριο και την μαρτυρία του κ. Αλέξη Γιαλλουρίδη (Μ.Ε.2), ενός εκ των προϊσταμένων της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων στην Λεμεσό για την περίοδο από τον Μάϊο του 1991 μέχρι τον Αύγουστο του 2008 και ενός εκ των λειτουργών που χειρίστηκαν την παρούσα υπόθεση, η υπογραφή του οποίου προκύπτει σε έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια από τους ενάγοντες. Ομοίως η πλήρης και προσωπική γνώση του Μ.Ε.2 προκύπτει από τη θέση του και τα καθήκοντα του, καθώς και από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Στη συνέχεια θα προχωρήσω στην ανάλυση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου με σκοπό την εξέταση των πιο πάνω καθοριζομένων επιδίκων θεμάτων. Η ανάλυση θα συμπεριλαμβάνει και την αξιολόγηση των μαρτύρων και των θέσεων τους όπως και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων μου. Α. Σύναψη της Συμφωνίας Δανείου: Ο κ. Δαμιανός Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα ουσιώδη γεγονότα προς υποστήριξη της αξίωσης των εναγόντων απορρέουσα από την σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Η μαρτυρία του έγινε υπό μορφή τόσο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), όσο και προφορικής μαρτυρίας και στο πλαίσιο της μαρτυρίας του κατατέθηκαν σαν τεκμήρια αριθμός εγγράφων. Σύμφωνα με την παρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης, ήταν ισχυρισμός των εναγόντων ότι στις 08.10.1996 οι ενάγοντες και η Εταιρεία υπέγραψαν συμφωνία δυνάμει της οποίας μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες θα παρέχουν και/ή θα συνεχίσουν να παρέχουν στην Εταιρεία δάνειο σε τρεχούμενο ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή δίνουν πίστωση ή παρέχουν τραπεζικές διευκολύνσεις για τόση περίοδο όση οι ενάγοντες ήθελαν αποφασίσει κάθε φορά κατά την κρίση τους. Κατάθεσε τη Γενική Συμφωνία ως Τεκμ.
- Στην παρ. 4 του Εγγράφου Α γίνεται αναφορά στα πρόσωπα που έχουν υπογράψει το Τεκμ. 4 για λογαριασμό της Εταιρείας καθώς και για λογαριασμό των εναγόντων. Γίνεται επίσης αναφορά στα πρόσωπα τα οποία έχουν υπογράψει ως μάρτυρες υπογραφών. Στη βάση της Γενικής Συμφωνίας (Τεκμ. 4), και συμφώνως των όρων της απόφασης τους ημερομηνίας 10.10.1997 που έχει κατατεθεί ως Τεκμ. 5, οι ενάγοντες παραχώρησαν στην Εταιρεία, την τραπεζική διευκόλυνση του δανείου ύψους ₤171.000,
- Αυτά δηλώνει και ο μάρτυς στην παρ. 5 της δήλωσης του (Έγγραφο Α). Ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμ. 6, τα πρακτικά/απόφαση της Εταιρείας ημερομηνίας 24.10.1997 σε σχέση με την απόφαση της Εταιρείας να αποδεχθεί μεταξύ άλλων την επίδικη διευκόλυνση του Δανείου. Σε σχέση με την φύση της Γενικής Συμφωνίας (Τεκμ. 4), ο κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), κάνει αναφορά στην παρ. 29(α) της δήλωσης του (Έγγραφο Α). Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η Γενική Συμφωνία «είναι αυτό που ονομάζουμε στην Τράπεζα γενική συμφωνία, με βάση την οποία, με επιμέρους επιστολές κοινοποίησης και ή χωρίς επιστολές κοινοποίησης, η Τράπεζα παραχωρεί στους εκάστοτε πελάτες της μετά από αίτημα τους, διαφόρων μορφών τραπεζικές διευκολύνσεις». Συνεχίζοντας, στην ίδια παράγραφο της γραπτής του δήλωσης αναφέρει ότι πέρα από το επίδικο Δάνειο «με βάση την συμφωνία Τεκμήριο 4, στην αγωγή 4634/2003 παραχωρήθηκε το Δάνειο σε Τρεχούμενο Λογαριασμό με όριο ₤60.000,00». Προχωρώντας στο σημείο 26(γ) της δήλωσης του Εγγράφου Α, αναφέρει ότι με βάση την Γενική Συμφωνία (Τεκμ. 4), παραχωρήθηκε η επίδικη διευκόλυνση του Δανείου, ο Τρεχούμενος Λογαριασμός που καλύπτεται από την αγωγή 4634/2003, ήτοι με αριθμό 0336-11-012115 (στο εξής αναφερόμενος ως ο «Τρεχούμενος Λογαριασμός») καθώς και Δάνειο με αριθμό 0336-13-010608 για το ποσό των ₤40.000,00 (αυτό όπως ανέφερε ο μάρτυς κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1) φαίνεται και στο Τεκμ. 13). Το Δάνειο ύψους ₤40.000,00 με βάση τα όσα και πάλι ανέφερε ο ίδιος μάρτυς και το οποίο όπως προέκυψε από την δοθείσα μαρτυρία δόθηκε στις 08.10.1996, εξοφλήθηκε στις 06.11.
- Σε σχέση με την φύση της Γενικής Συμφωνίας, ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των εναγομένων. Συγκεκριμένα, σε ερώτηση αν κάθε Γενική Συμφωνία συνδέεται με κάποιο λογαριασμό, ανέφερε ότι συμφωνίες ως η επίδικη μπορεί να συνδέονται με περισσότερους από ένα λογαριασμούς. Στην συνέχεια ερωτηθείς με ποιούς λογαριασμούς συνδέεται η Γενική Συμφωνία, ο μάρτυς ανέφερε ότι αυτή συνδέεται με τον επίδικο λογαριασμό, ήτοι το Δάνειο καθώς επίσης και με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό ο οποίος εκδικάστηκε στα πλαίσια της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 4634/2003 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Αυτά συνάδουν και με όσα κατέγραψε στη γραπτή του δήλωση. Σε σχέση με την υπογραφή και αποδοχή του Τεκμ. 5, ήτοι της απόφασης της Τράπεζας να εγκρίνει το αίτημα της Εταιρείας για παραχώρηση μεταξύ άλλων της τραπεζικής διευκόλυνσης του επίδικου Δανείου, ο μάρτυς κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), ανέφερε ότι αυτή έγινε αποδεκτή δια της υπογραφής του Τεκμ. 5 από τον Μιχάλη Μουστάκα, το πρόσωπο το οποίο είχε εξουσιοδοτηθεί από την Εταιρεία με βάση την απόφαση της Τεκμ. 6, να υπογράψει παν αναγκαίο έγγραφο σε σχέση με την παραχώρηση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης. Παρόλο ότι δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγομένων ρητή άρνηση σε σχέση με την Γενική Συμφωνία, καθώς και την απόφαση των εναγόντων ημερομηνίας 10.10.1997, οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να αντικρούσουν και/ή να πλήξουν τα όσα ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1) ανέφερε σε σχέση με την υπογραφή των σχετικών εγγράφων και/ή συμφωνιών. Συγκεκριμένα: (α) Σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή της Γενικής Συμφωνίας. Εκείνο για το οποίο ζητήθηκαν διευκρινήσεις, ήταν σε σχέση με την φύση της συμφωνίας αυτής και κατά πόσο δύναται να διέπει περισσότερες της μιας τραπεζικές διευκολύνσεις. Ως εκ τούτου σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης του κ. Δ. Τσαγγάρη (ΜΕ1), είτε με ερωτήσεις είτε με υποβολές που του έγιναν, δεν αμφισβητήθηκε η κατάρτιση της επίδικης Γενικής Συμφωνίας. (β) Από την παρ. 5 της γραπτής δήλωσης ( Έγγραφο Δ) του κ. Μαρίνου Μουστάκα (Μ.Υ.2), συνάγεται η αποδοχή της παραχώρησης του επίδικου Δανείου με σχετική παραπομπή στα Τεκμ. 6 και 7 που κατατέθηκαν από τον κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1). (γ) Σε σχέση με την Γενική Συμφωνία, Τεκμ.4, ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), αναφέρθηκε στα ονόματα των λειτουργών που την υπέγραψαν καθώς και αυτών που υπέγραψαν ως μάρτυρες υπογραφών. Εντούτοις οι εναγόμενοι, αν και είχαν σχετικό δικαίωμα με βάση το άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, δεν ζήτησαν την κλήτευση των προσώπων αυτών για επανεξέταση. Με βάση λοιπόν τη γραπτή δήλωση του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) (Τεκμ. Α), μαρτυρία που όπως κρίνω δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί επί της ουσίας της, τα Τεκμ. 4, 5 και 6, αλλά και την ίδια τη μαρτυρία του κ. Μ. Μουστάκα (Μ.Υ.2), βρίσκω ότι η κατάρτιση της επίδικης Γενικής Συμφωνίας, καθώς και η αποδοχή της απόφασης των εναγόντων (Τεκμ. 5) στην βάση της οποίας παρασχέθηκε η επίδικη διευκόλυνση, έχουν αποδειχθεί στο βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζεται αυτόν του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Οι εναγόμενοι προέβαλαν τη θέση ότι ο εναγόμενος 3 δεν είχε τη δυνατότητα ή την εξουσία να υπογράψει έγγραφα για την παραχώρηση του επίδικου δανείου, το Τεκμ. 5 όμως μιλά αφ' εαυτού και εν πάση περιπτώσει με βάση την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 10838, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας v. NICOSIA PALACE HOTEL CO LTD, ημερομηνίας 30.05.2003, υιοθετήθηκε η απόφαση Royal British Bank v. Turquand [1856] E and B 327 [1843-1860] All E.R. Rep. 435, με βάση την οποία όταν «ένας διευθυντής ή αξιωματούχος μιας εταιρείας που διορίζεται νόμιμα ενεργεί καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχονται, η εταιρεία δεσμεύεται από τις πράξεις του». Περαιτέρω με βάση τα όσα λέχθηκαν από το Δικαστή Lord Simons στην υπόθεση Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586
(592), «πρόσωπα που συμβάλλονται με μια εταιρεία που ενεργούν με καλή πίστη μπορούν να υποθέσουν ότι πράξεις που τυγχάνουν εξουσιοδότησης από τους κανονισμούς και τις εξουσίες της εταιρείας έχουν εκτελεσθεί σωστά και δεν είναι υπόχρεοι να εξετάσουν κατά πόσο πράξεις εσωτερικής διοίκησης είναι κανονικές». Επομένως βρίσκω ότι η επίδικη συμφωνία έχει καταρτιστεί έγκυρα και νομότυπα. Β. Παραχώρηση της τραπεζικής διευκόλυνσης από τους ενάγοντες: Σε σχέση με το ως άνω ζήτημα κατά πόσο δηλαδή οι ενάγοντες παραχώρησαν πράγματι την ως άνω αναφερόμενη τραπεζική διευκόλυνση του Δανείου σχετική είναι η ακόλουθη μαρτυρία: (α) Οι ενάγοντες άνοιξαν στις 24.10.1997 τον λογαριασμό δανείου με αρ. 0336-13-011833 μετέπειτα 0330-22-027838 μετέπειτα 0384-22-001538 (στο εξής αναφερόμενος ως ο «Λογαριασμός Δανείου») επ' ονόματι της Εταιρείας. Αυτά ανέφερε στη γραπτή του δήλωση στην παρ. 5 ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Έγγραφο Α). Ο ισχυρισμός αυτός, αποδεικνύεται με το Τεκμ. 15 και συγκεκριμένα, στις επισυνημμένες επί του Πιστοποιητικού καταστάσεις λογαριασμού του Δανείου. Στις καταστάσεις αυτές, από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού στις 24.10.1997 μέχρι και την 31.12.2015 φαίνονται όλες οι συναλλαγές με τις οποίες αντίστοιχα χρεώθηκε ή πιστώθηκε ο Λογαριασμός Δανείου. (β) Στις 24.10.1997, το ποσό του Δανείου, ήτοι οι ₤171.000,00, εκταμιεύθηκε από τον Λογαριασμό Δανείου, με υπογραφή του σχετικού εντάλματος πληρωμής από τον κ. Μιχάλη Μουστάκα για λογαριασμό της Εταιρείας, σύμφωνα με το Τεκμ.
- Οι ενάγοντες κατάθεσαν σχετικά το ένταλμα πληρωμής του ποσού (Τεκμ. 7). Επί του σχετικού Τεκμ., στο κάτω δεξιά μέρος, στο σημείο «έλαβα το πιο πάνω ποσό», μπορεί να διακριθεί η υπογραφή του εναγομένου 3 (όπως αυτή συνάγεται σε συνδυασμό με το Τεκμ. 6 - δίπλα από το όνομα Μιχάλης Μουστάκας στην απόφαση της Εταιρείας ημερ. 24.10.1997). Περαιτέρω, οι ενάγοντες κατέθεσαν ως Τεκμ. 8, το παραστατικό κατάθεσης του εκταμιευθέντος ποσού στον λογαριασμό της Εταιρείας με αριθμό 0336-11-012115, ημερομηνίας 24.10.
- Κατά την αντεξέταση του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), υποβλήθηκε στο μάρτυρα από τον συνήγορο των εναγομένων ότι δεν έχει καταθέσει οποιοδήποτε έγγραφο που να φαίνεται ότι ανοίχθηκε ο λογαριασμός. Ο Μ.Ε.1 απαντώντας στον συνήγορο παρέπεμψε τόσο στο Τεκμ. 7 (ήτοι το ένταλμα πληρωμής) όσο και στο Τεκμ. 15 που είναι οι επισυνημμένες επί του πιστοποιητικού καταστάσεις λογαριασμού. Υποβλήθηκε στον ίδιο μάρτυρα (Μ.Ε.1) ότι ο εναγόμενος 3, δεν είχε εξουσία να προβεί στη σχετική ανάληψη, ο μάρτυς αντίκρουσε την υποβολή παραπέμποντας στο Τεκμ. 6 που αφορά την απόφαση της Εταιρείας και με βάση την οποία δίνεται εξουσιοδότηση στον εναγόμενο 3, να υπογράψει «παν έγγραφο των εναγόντων προς το σκοπό παραχώρησης της επίδικης διευκόλυνσης». Ως εκ τούτου αλλά και για τους λόγους που αναλύθηκαν και πιο πάνω βρίσκω ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων παρέμειναν μετέωροι, ατεκμηρίωτοι και άνευ σημασίας. (γ) Στη γραπτή δήλωση του ο κ. Μ. Μουστάκας (Μ.Υ.2) (Έγγραφο Δ), στις παραγράφους 5, 6 και 7 προβαίνει σε ρητή παραδοχή του ανοίγματος του επίδικου λογαριασμού, της ανάληψης του ποσού Δανείου και της κατάθεσης αυτού στον Τρεχούμενο Λογαριασμό της Εταιρείας, ήτοι υιοθετεί πλήρως την θέση των εναγόντων. Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω δηλαδή τη μαρτυρία του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), μαρτυρία που παρέμεινε αναντίλεκτη και την οποία αποδέχομαι, τα Τεκμ. 7, 8 και 15, αλλά και την ίδια τη μαρτυρία του κ. Μ. Μουστάκα (Μ.Υ.2) και τις ρητές παραδοχές του στη δήλωση του (Έγγραφο Δ), βρίσκω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την παραχώρηση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης του Δανείου και ότι η ανάληψη του σχετικού ποσού έχει αποδειχθεί στο βαθμό και στο επίπεδο που επιβάλλεται, αυτόν του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Γ. Την υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης από τους εναγομένους 2, 3 και 4 και το κατά πόσο η Συμφωνία Εγγύησης καλύπτει και την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση του Δανείου:- Σε σχέση με την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Εγγύησης σχετική είναι η ακόλουθη μαρτυρία: (α) Ο κ. Μ. Μουστάκας, κατέθεσε ως Τεκμ. 9 τη Συμφωνία Εγγύησης ημερομηνίας 08.10.1996 και στην παρ. 3 της δήλωσης του (Έγγραφο Δ) αναγνωρίζει την υπογραφή της εγγύησης από μέρους του. (β) Κατά την αντεξέταση του κ. Δ. Τσαγγάρη από τον συνήγορο των εναγομένων και ενώ σε σχέση με τις επίδικες υποθήκες αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι συνιστούν εξασφάλιση της επίδικης διευκόλυνσης, σε σχέση με την επίδικη Συμφωνία Εγγύησης δεν υποβλήθηκε σχετική θέση αλλά ούτε τέθηκε ισχυρισμός περί μη υπογραφής της ή περί μη συμπερίληψης της στις εξασφαλίσεις του επίδικου Δανείου. (γ) Με βάση την παρ. 2 του Τεκμ. 9, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 με την Συμφωνία Εγγύησης εγγυήθηκαν «για όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι [.]» και ανέλαβαν «δε να πληρώσουν την Τράπεζα μόλις αυτό ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε αυτήν σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών εξόδων και άλλων εξόδων». (δ) Χρονικά η υπογραφή του Τεκμ. 9, ήτοι της Συμφωνίας Εγγύησης συμπίπτει με την υπογραφή του Τεκμ. 4, ήτοι της Γενικής Συμφωνίας στη βάση της οποίας παραχωρήθηκε η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση του Δανείου. (ε) Με βάση το Τεκμ. 5, ήτοι την απόφαση των εναγόντων ημερομηνίας 10.10.1997 μεταξύ άλλων, για παραχώρηση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης του Δανείου, αναφέρεται στο σημείο «Β. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ: Κατεχόμενες εξασφαλίσεις / εγγυήσεις». Η Συμφωνία Εγγύησης, ως συνάγεται χρονικά, ήταν κατεχόμενη εξασφάλιση η οποία θα συνέχιζε να εξασφαλίζει και την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση του Δανείου. (στ) Όπως αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία του ο κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), στη βάση της Γενικής Συμφωνίας παραχωρήθηκε σε προγενέστερο στάδιο και η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση του Τρεχούμενου Λογαριασμού καθώς και Δάνειο ύψους ₤40.000,00 το οποίο εξοφλήθηκε στις 06.11.2000 (παρ. 29(γ) του Εγγράφου Α). (ζ) Κατά την αντεξέταση του ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1) και κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, ανέφερε ότι ο Τρεχούμενος Λογαριασμός, ο οποίος τερματίστηκε με βάση τα όσα ανέφερε στις 07.01.1999, από την ημερομηνία ανοίγματος του επίδικου Λογαριασμού Δανείου ήτοι στις 24.10.1997 και μέχρι τον τερματισμό του λειτουργούσε παράλληλα με τον επίδικο Λογαριασμό Δανείου. Ως εκ τούτου, κατά το χρόνο παραχώρησης της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης του Δανείου, η Συμφωνία Εγγύησης η οποία κάλυπτε και τον Τρεχούμενο Λογαριασμό, συγκαταλεγόταν στις εξασφαλίσεις που είχαν παράσχει οι εναγόμενοι. Η Συμφωνία Εγγύησης στην παρούσα υπόθεση, διαφοροποιείται από τα όσα υιοθετήθηκαν στην Πολιτική Έφεση αρ. 11485, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v.
- T.G. & SONS IMPORTING LTD κ.α., ημερ. 23.01.
- Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, με βάση τους όρους 2 και 3 του Τεκμ. 9, η Συμφωνία Εγγύησης πρέπει να θεωρηθεί ως μια συνεχής εγγύηση. Με βάση τα όσα αναφέρονται στην απόφαση T.G. & SONS IMPORTING LTD ανωτέρω, υιοθετήθηκε ότι: «το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (Hefffield v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599)». Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση οι Εφεσείοντες παραχώρησαν στις 10.04.1992 τραπεζική διευκόλυνση τρεχούμενου λογαριασμού στην Εφεσίβλητη Εταιρεία. Οι Εφεσίβλητοι 2, 3 και 4 ήταν εγγυητές του τρεχούμενου λογαριασμού δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγύησης ημερ. 13.04.
- Στις 24.05.1996 υπεγράφη μεταξύ των Εφεσειόντων και της Εφεσίβλητης Εταιρείας συμφωνία δανείου. Μέρος του εν λόγω δανείου χρησιμοποιήθηκε για εξόφληση του υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού. Το θέμα που εγέρθηκε ήταν κατά πόσο η συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 13.04.1992 κάλυπτε και την νέα συμφωνία δανείου. Το Δικαστήριο προχωρώντας πέρα από το κείμενο της επίδικης συμφωνίας εγγύησης έκρινε ότι οι συνθήκες δεν δικαιολογούσαν την ισχύ της επίδικης εγγύησης και για την νέα διευκόλυνση κυρίως για το λόγο ότι όταν οι Εφεσίβλητοι υπέγραφαν την συμφωνία εγγύησης είχαν κατά νου την διευκόλυνση του τρεχούμενου λογαριασμού και ο τρεχούμενος λογαριασμός με την παραχώρηση του δανείου εξοφλήθηκε. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι από το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής δεν συνάγεται πρόθεση των διαδίκων η εγγύηση να καλύπτει και άλλες συμφωνίες ή δοσοληψίες των διαδίκων. Είναι η εισήγηση των Εναγόντων με την οποία συμφωνώ ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από τα δεδομένα της πιο πάνω υπόθεσης. Συγκεκριμένα, η Συμφωνία Εγγύησης υπογράφηκε κατά τον ίδιο χρόνο υπογραφής της Γενικής Συμφωνίας. Με την Γενική Συμφωνία, είναι προφανές ότι δεν παραχωρήθηκε και δεν θα παραχωρείτο μονάχα μια τραπεζική διευκόλυνση. Αντίθετα, τυχόν διευκολύνσεις που θα παραχωρούνταν είτε κατά τον χρόνο υπογραφής της Γενικής Συμφωνίας είτε μεταγενέστερα, θα διέπονταν από τους όρους της Γενικής Συμφωνίας. Το επίδικο Δάνειο δεν δόθηκε για να εξοφληθεί άλλη διευκόλυνση που εξασφαλιζόταν από την Συμφωνία Εγγύησης, ούτε ο Τρεχούμενος Λογαριασμός. Τυχόν κατάθεση του ποσού στον Τρεχούμενο Λογαριασμό δεν έγινε για εξόφληση του αλλά ενδεχομένως για να υφίσταται κεφάλαιο κίνησης και/ή για να κινείται αυτός εντός των ορίων του. Το γεγονός ότι ο Τρεχούμενος Λογαριασμός δεν εξοφλήθηκε κατά τον χρόνο παραχώρησης της επίδικης διευκόλυνσης διαφαίνεται και από το Τεκμ. 20 αλλά και το Τεκμ. 21, ήτοι την αγωγή που καταχωρήθηκε έχοντας τον ως βάση, καθώς και την απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της. Ως εκ τούτου κατά τον χρόνο παραχώρησης της επίδικης διευκόλυνσης του Δανείου και συνακόλουθα της υπογραφής του Τεκμ. 5, η Συμφωνία Εγγύησης συγκαταλεγόταν στις υφιστάμενες - κατεχόμενες εξασφαλίσεις/εγγυήσεις και άρα ήταν σε ισχύ και κάλυπτε και την επίδικη διευκόλυνση. Συνοψίζοντας τα ανωτέρω βρίσκω, συμφωνώντας με την πλευρά των εναγόντων, ότι η παραχώρηση της συγκεκριμένης εξασφάλισης, ήτοι η υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης από μέρους των εναγομένων 2, 3 και 4, έχει αποδειχθεί στο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων καθώς επίσης και το γεγονός ότι συγκαταλέγεται στις εξασφαλίσεις της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης του Δανείου. Τα πιο πάνω προς τεκμηρίωση της θέσης των εναγόντων παρόλο ότι σχετικός ισχυρισμός δεν εγέρθηκε με την Υπεράσπιση των εναγομένων και άρα τελεί εκτός των δικογράφων. Δ. Η εκτέλεση των Υποθηκών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ263/1994 και Υ2190/1980 από την Εναγόμενη 4 και της Υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ5782/1996 από τον εναγόμενο 2 προς εξασφάλιση μεταξύ άλλων και του επίδικου Δανείου:- Σε σχέση με το κατά πόσο οι εναγόμενοι 2 και 4 εκτέλεσαν πράγματι τις πιο πάνω αναφερόμενες υποθήκες και κατά πόσο αυτές εξασφαλίζουν και την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση του Δανείου σχετική υπήρξε η μαρτυρία του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), ο οποίος στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) κάνει αναφορά στις παρ. 7 και 8 και κατάθεσε και τα σχετικά τεκμήρια. Η υποθήκη με αρ. Υ263/1994 ημερομηνίας 18.01.1994 που εκτελέστηκε/ παραχωρήθηκε από την εναγομένη 4 κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Η υποθήκη με αρ. Υ2191/1980 ημερομηνίας 22.07.1980 που εκτελέστηκε/παραχωρήθηκε ομοίως από την εναγομένη 4 κατατέθηκε ως Τεκμ. 11 και η υποθήκη με αρ. Υ5782/1996 ημερομηνίας 06.09.1996 που εκτελέστηκε/ παραχωρήθηκε από τον εναγόμενο 2, κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε. 1), αναφέρθηκε σε όλα τα σχετικά με τις ως άνω υποθήκες και το πως αυτές συνδέονται με την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση. Προς τούτο κατέθεσε το Τεκμ. 5 το οποίο αναφέρεται σε υφιστάμενες εξασφαλίσεις προς εξασφάλιση και της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης. Από τη μαρτυρία που τέθηκε σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα συνάγεται ότι δεν αμφισβητήθηκε κατ' αρχήν η υπογραφή των επίδικων υποθηκών, αλλά το κατά πόσον αυτές εξασφαλίζουν την επίδικη διευκόλυνση του Δανείου. Με σκοπό να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι κάθε μια ξεχωριστά από τις ως άνω υποθήκες εξασφαλίζουν το επίδικο Δάνειο αυτές θα αναλυθούν ξεχωριστά και σύμφωνα με αποδεχτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Προχωρώ με την καταγραφή των συνθηκών της παραχώρησης τους: Σε σχέση με την Υποθήκη Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ263/1994 ημερομηνίας 18/01/1994 (στο εξής αναφερόμενη ως η «Υποθήκη Α») εκτελεσθείσα/ παραχωρηθείσα εκ μέρους της εναγομένης 4:- Υποβλήθηκε στον κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) κατά την αντεξέταση του ότι η Υποθήκη Α δεν παραχωρήθηκε για το επίδικο Δάνειο. Ο μάρτυς ανέφερε ότι: «η υποθήκη εγγράφηκε στις 18/01/1994 και εξακολουθούσε να ήταν σε ισχύ και κατά την χορήγηση του επίδικου δανείου. Με τη συμφωνία, Τεκμήριο 5, τα δυο μέρη, συμφωνούν όπως η εν λόγω υποθήκη εξασφαλίζει και το επίδικο Δάνειο. Όταν χορηγήθηκε (εννοεί το Δάνειο) αυτή προϋπήρχε και δια υπογραφής τους αποδέχθηκαν ότι θα εξασφαλίζει και αυτό». Συνεχίζοντας ανέφερε ότι: «οι Εναγόμενοι κατά καιρούς αποτείνονταν στην Τράπεζα για διευκολύνσεις και έγγραφαν υποθήκες, στα πλαίσια της προσπάθειας να μην επανεγγραφούν υποθήκες και να επωμίζονται τα υποθηκευτικά, αποδέχονταν να είναι ως υφιστάμενες εξασφαλίσεις». Ο ως άνω μάρτυς κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ερωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να συνδέσει την Υποθήκη Α με την διευκόλυνση για την οποία ενεγράφη εξ αρχής, ανέφερε ότι δεν είχε ενώπιον του το φάκελο της υπόθεσης για άλλες διευκολύνσεις. Το ως άνω ζήτημα ο μάρτυς το διευκρίνισε πλήρως κατά το στάδιο της επανεξέτασης του. Συγκεκριμένα ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1) ανέφερε ότι «το Τεκμήριο 10 που είναι η υποθήκη Υ263/1994 αποτελεί επανεγγραφή της υποθήκης Υ5897/1991 ημερομηνίας 08/10/1991 για το ποσό των ₤180.000,00». Η ως άνω αναφορά εξάλλου αναγράφεται στο πάνω μέρος του εγγράφου αυτού (Τεκμ. 10), κατά τρόπο που καθιστά τη μαρτυρία αναμφισβήτητη. Ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1) όμως συνέχισε αναφέροντας και επεξηγώντας ότι αυτή η υποθήκη, ήτοι η αρχική Υ5897/1991 «συνδέεται με το δάνειο 03330-13-048-571 ύψους ₤90.000,00 που χορηγήθηκε στην Εναγομένη 4 το οποίο υφίσταται μέχρι σήμερα και είναι αυτό που εκδικάστηκε στην αγωγή 4229/
- Άρα κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 5 το εν λόγω δάνειο της Εναγόμενης 4 υφίστατο και ως εκ τούτου η υποθήκη Τεκμήριο 10 ενέπιπτε στις κατεχόμενες εξασφαλίσεις/εγγυήσεις που αναφέρει το Τεκμήριο 5». Η υποθήκη με αρ. Υ5857/1991 της οποίας συνιστά επανεγγραφή, η Υποθήκη Α κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 23.10.1991 που αφορά το δάνειο της εναγομένης 4 κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Ο μάρτυς σε σχέση με όλες τις υποθήκες άρα και την Υποθήκη Α, ανέφερε ότι οι διευκολύνσεις για τις οποίες παραχωρήθηκαν αρχικά, κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 5, δεν είχαν εξοφληθεί και επομένως ενέπιπταν στις κατεχόμενες εξασφαλίσεις. Η θέση αυτή του μάρτυρος δεν αντικρούστηκε με την προσκόμιση οποιασδήποτε περαιτέρω μαρτυρίας από μέρους των εναγομένων ή με την κατάθεση στοιχείων κατά την δική τους μαρτυρία που να αποδεικνύουν ότι κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 5 και χορήγησης του επίδικου Δανείου η Υποθήκη Α είχε εξαλειφθεί και/ή ότι η διευκόλυνση για την οποία εκτελέστηκε αρχικά είχε εξοφληθεί. Επομένως, στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας των εναγόντων την οποία αποδέχομαι βρίσκω ότι η θέση της πλευράς των εναγομένων ότι Υποθήκη Α δεν εμπίπτει στις εξασφαλίσεις του επίδικου Δανείου δεν έχει έρεισμα στη μαρτυρία και απορρίπτεται. Σε σχέση τώρα με την Υποθήκη του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ2190/1980 ημερομηνίας 22.07.1980 (στο εξής αναφερόμενη ως η «Υποθήκη Β») εκτελεσθείσα/ παραχωρηθείσα εκ μέρους της εναγομένης 4 έχουν προκύψει από τη μαρτυρία τα ακόλουθα:- Κατά την επανεξέταση του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) και ενόψει του γεγονότος ότι κατά την αντεξέταση προωθήθηκε θέση από μέρους των εναγομένων, ότι οι επίδικες υποθήκες δεν συνιστούσαν εξασφάλιση και για το επίδικο Δάνειο, ο μάρτυς προέβη σε σχετική διευκρίνιση, καταθέτοντας μάλιστα έγγραφα για τεκμηρίωση της θέσης του. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι: «Το Τεκμήριο 11, που είναι η Υποθήκη Υ2190/1980 αφορά υποθήκη που εκτέλεσε η κα Κυριακή Μουστάκα το 1980 για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων στην Εταιρεία για δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους ₤2.000,00 με εγγύηση των διευθυντών της Εταιρείας και υποθήκευση της κατοικίας της κας Μουστάκα». Προς τεκμηρίωση της θέσης του κατέθεσε ως Τεκμ. 26 την αίτηση για χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 14.04.1980 της Εταιρείας. Επειδή στην εν λόγω αίτηση, Τεκμ. 26, γίνεται αναφορά και σε διευκόλυνση ορίου σε τρεχούμενο, ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), διευκρίνισε ότι πρόκειται για τον Τρεχούμενο Λογαριασμό που εκδικάστηκε στα πλαίσια της αγωγής 4634/2003 (Τεκμ. 20) για την οποία εκδόθηκε απόφαση (Τεκμ. 21). Η σχετική συμφωνία για το δάνειο ύψους ₤2.000,00, κατατέθηκε ως Τεκμ. 27 και τα πρακτικά της Εταιρείας σε σχέση με την αποδοχή των τραπεζικών διευκολύνσεων και τον καθορισμό των εξασφαλίσεων κατατέθηκαν ως Τεκμ.
- Ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), ανέφερε ότι σε σχέση με όλες τις υποθήκες άρα και την Υποθήκη Β οι διευκολύνσεις για τις οποίες παραχωρήθηκαν αρχικά, κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 5 δεν είχαν εξοφληθεί και επομένως ενέπιπταν στις κατεχόμενες εξασφαλίσεις. Αποδεχόμενος την πιο πάνω μαρτυρία του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) επί του πιο πάνω ζητήματος, η οποία και δεν αντικρούστηκε με την προσκόμιση οποιασδήποτε άλλης διαφορετικής μαρτυρίας από μέρους των εναγομένων ή με στοιχεία κατά την δική τους αντίληψη των γεγονότων που να αποδεικνύουν ότι κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 5 και χορήγησης του επίδικου Δανείου, η Υποθήκη Β είχε εξαλειφθεί και/ή ότι οι διευκολύνσεις για τις οποίες εκτελέστηκε αρχικά είχαν εξοφληθεί, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η θέση των εναγομένων ότι η Υποθήκη Β δεν εμπίπτει στις εξασφαλίσεις του επίδικου Δανείου δεν έχει έρεισμα σε παραδεκτή και στη μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και επομένως απορρίπτεται. Σε σχέση τώρα με Υποθήκη Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ5782/1996 ημερομηνίας 06.09.1996 (στο εξής αναφερόμενη ως η «Υποθήκη Γ») εκτελεσθείσα εκ μέρους του εναγομένου 2 δόθηκε η ακόλουθη μαρτυρία:- Κατά την αντεξέταση του κ. Δ. Τσαγγάρη (ΜΕ1), από τον συνήγορο των εναγομένων, αμφισβητήθηκε το κατά πόσο η Υποθήκη Γ παραχωρήθηκε για το επίδικο Δάνειο. Ο μάρτυς ανέφερε ότι η Υποθήκη Γ «εξασφαλίζει τόσο τον Μαρίνο Μουστάκα αλλά και την Εταιρεία». Συνεχίζοντας την αντεξέταση ο συνήγορος των εναγομένων υπέδειξε στο μάρτυρα το γεγονός ότι το επίδικο Δάνειο είναι για ποσό ₤171.000,00 ενώ το Τεκμ. 12, ήτοι η Υποθήκη Γ, για ποσό ₤40.000,00 και ζήτησε σχετική εξήγηση από μέρους του μάρτυρος. Ο μάρτυς ανέφερε ότι «οι υποθήκες δεν είναι ανάγκη να εγγραφούν στο ύψος του δανείου. Μπορεί να είναι για μεγαλύτερο ποσό, μπορεί και για μικρότερο. Η Υποθήκη, Τεκμ. 12, εξασφαλίζει το επίδικο Δάνειο. Δεν υπάρχει κανόνας να λέει ότι πρέπει η υποθήκη να εγγράφεται για το ύψος του δανείου. Το επίδικο Δάνειο εξασφαλιζόταν με 3 υποθήκες, τα Τεκμ. 10, 11 και 12». Ενόψει του γεγονότος ότι ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ρωτήθηκε περαιτέρω να αναφέρει το συγκεκριμένο λογαριασμό για τον οποίο εκτελέστηκε αρχικά το Τεκμ. 12, κατά το στάδιο της επανεξέτασης του διευκρίνισε πλήρως το ζήτημα. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η Υποθήκη Γ, Τεκμ. 12, «συνδέεται με την επανέγκριση του Τρεχούμενου Λογαριασμού της Εταιρείας που εκδικάστηκε στην αγωγή 4643/2003 (Τεκμ. 20 και η σχετική απόφαση Τεκμ. 21) καθώς και με δάνειο ύψους ₤40.000,00 που χορηγήθηκε στην Εταιρεία με αριθμό λογαριασμού 0330-13-062-957 το οποίο καλυπτόταν από την Γενική Συμφωνία (Τεκμ. 4)». Σχετικά ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), κατέθεσε ως Τεκμ. 31 αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης ημερομηνίας 03.10.1996 στην οποία φαίνεται η παραχώρηση των εν λόγω διευκολύνσεων με εξασφάλιση την Υποθήκη Γ (Τεκμ. 12). Συνοψίζοντας ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), ανέφερε ότι «τόσο ο Τρεχούμενος Λογαριασμός όσο και το δάνειο που αναφέρονται στο Τεκμ. 31 υφίσταντο και δεν ήταν εξοφλημένα κατά την υπογραφή του Τεκμ. 5 δηλαδή στις 24.10.1997 και ως εκ τούτου η Υποθήκη Υ5782/1996 (Τεκμ. 12) ενέπιπτε στις κατεχόμενες/υφιστάμενες εξασφαλίσεις που αναφέρει το Τεκμ. 5». Τέλος, ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), ανέφερε ότι σε σχέση με όλες τις υποθήκες άρα και την Υποθήκη Γ, οι διευκολύνσεις για τις οποίες παραχωρήθηκαν αρχικά, κατά το χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 5 δεν είχαν εξοφληθεί και επομένως ενέπιπταν στις κατεχόμενες εξασφαλίσεις. Επομένως όπως και για τις υπόλοιπες υποθήκες, η πιο πάνω θέση του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), δεν αντικρούστηκε με την προσκόμιση οποιασδήποτε περαιτέρω μαρτυρίας από μέρους των εναγομένων ή με στοιχεία που κατά την δική τους μαρτυρία να αποδεικνύουν ότι κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 5 και χορήγησης του επίδικου Δανείου η Υποθήκη Γ είχε εξαλειφθεί και/ή ότι οι διευκολύνσεις για τις οποίες εκτελέστηκαν αρχικά είχαν εξοφληθεί. Καταλήγω ότι και σε σχέση με αυτή την υποθήκη η θέση των εναγομένων ότι η Υποθήκη Γ δεν εμπίπτει στις εξασφαλίσεις του επίδικου Δανείου δεν έχει αντίκρισμα και απορρίπτεται. Εξετάζοντας στο σύνολο της τη μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με τις Υποθήκες Α,Β και Γ και αν αυτές εξασφάλιζαν και το επίδικο Δάνειο, καταλήγω ότι και για τις τρεις εκτελεσθείσες υποθήκες η μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων παρέμεινε ακλόνητη και αυτή της Υπεράσπισης δεν κατάφερε να θέση υπό αμφισβήτηση την εκτέλεση των Υποθηκών και την εγκυρότητα τους. Καταλήγω ότι με βάση τα όσα έχουν τεθεί από τους ενάγοντες υπόψη μου και τα οποία κρίνω ότι είναι αρκούντως ικανοποιητική και αποδεκτή μαρτυρία μέσω του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), συνάγεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι οι Υποθήκες Α, Β και Γ Τεκμ. 10, 11 και 12) αντίστοιχα ότι εμπίπτουν στις υφιστάμενες/κατεχόμενες εξασφαλίσεις που αναφέρει το Τεκμ. 5 αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 5 αλλά και της χορήγησης του επίδικου Δανείου, ήτοι στις 24.10.1997 οι λογαριασμοί και/ή οι υποχρεώσεις για τις οποίες εκτελέστηκαν οι εν λόγω Υποθήκες παρουσίαζαν υπόλοιπο και/ή δεν είχαν εξοφληθεί και ως εκ τούτου οι Υποθήκες δεν είχαν ακυρωθεί και επομένως συνιστούσαν υφιστάμενες/κατεχόμενες εξασφαλίσεις οι οποίες συνεχίζουν να εξασφαλίζουν και το επίδικο Δάνειο. Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω υπάρχει ακόμα ένα ζήτημα που συνηγορεί υπέρ της θέσης των εναγόντων ότι οι Υποθήκες Α, Β και Γ ήταν υφιστάμενες και δεν είχαν με οποιοδήποτε τρόπο ακυρωθεί και/ή παύσει να ισχύουν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 5 και/ή χορήγησης του επίδικου Δανείου. Πρόκειται για το ίδιο το Τεκμ. 17, βασικό τεκμήριο με βάση την Υπεράσπιση των εναγομένων, στο οποίο στηρίζεται η όλη «τυχόν υπεράσπιση» των εναγομένων και το περιεχόμενο του οποίου είναι αποδεκτό από τους εναγομένους ως «συμφωνία» με τους ενάγοντες και στο οποίο στο σημείο (β)(β) της πρώτης σελίδας του Τεκμ. 17, καταγράφονται οι Υποθήκες Α, Β και Γ, ήτοι οι επίδικες Υποθήκες, ως υφιστάμενες Υποθήκες. Ως εκ τούτου εάν οι επίδικες υποθήκες ήταν υφιστάμενες κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 17 ήτοι στις 03.10.2001 πόσο μάλλον ήταν υφιστάμενες και κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 5, ήτοι στις 24.10.1997 που προηγείται χρονικά του Τεκμ. 17 και επομένως εμπίπτουν στις κατεχόμενες/υφιστάμενες εξασφαλίσεις που αναφέρει το Τεκμ. 5 ως εξασφαλίσεις και του επίδικου Δανείου που χορηγήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία. Είναι σημαντικό δε να επισημανθεί ότι με την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι, εκείνο που αμφισβητούν σε σχέση με τις επίδικες υποθήκες είναι το κατά πόσο υπάρχει δεδικασμένο, ενόψει του γεγονότος ότι στα πλαίσια της αγωγής 4634/2003 (Τεκμ. 20), εκδόθηκε απόφαση το Τεκμ. 21 η οποία περιλαμβάνει και διατάγματα εκποίησης των επίδικων υποθηκών. Το ζήτημα του δεδικασμένου θα με απασχολήσει σε άλλο σημείο της απόφασης μου στη συνέχεια. Σε καμία περίπτωση με την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν το κύρος των επίδικων υποθηκών και/ή δεν εγείρουν σχετικό ισχυρισμό σε σχέση με το κατά πόσο οι επίδικες υποθήκες συνιστούν εξασφάλιση και για το επίδικο Δάνειο. Ως εκ τούτου η σχετική υπεράσπιση και/ή θέση η οποία προωθήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του κ Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), είναι προφανώς εκτός δικογράφων και δεν μπορεί να εξετασθεί σύμφωνα με τη νομολογία μας από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης μου (σχετική νομολογία θα παρατεθεί σε άλλο σημείο της απόφασης μου). Καταλήγω επομένως ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει όπως αναφέρεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το γεγονός ότι οι επίδικες υποθήκες αποτελούν εξασφάλιση και για το επίδικο Δάνειο. Ε. Το ύψος του ποσού που αξιώνεται από τους Ενάγοντες: Θα με απασχολήσει στη συνέχεια το ύψος του ποσού που αξιώνουν οι ενάγοντες. Σύμφωνα με την μαρτυρία του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), οι ενάγοντες τηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται για το τραπεζικό βιβλίο με ηλεκτρονική μορφή, φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των εναγόντων συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου Λογαριασμού Δανείου. Το εν λόγω βιβλίο, ήταν από το άνοιγμα του επίδικου Λογαριασμού Δανείου μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο, συμπεριλαμβανόμενων και αυτών για τον επίδικο Λογαριασμό Δανείου, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων. Το εν λόγω βιβλίο κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις των εναγόντων και υπό τον έλεγχο τους. Κατόπιν δικής του εντολής, παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή που είναι συνδεδεμένος με το τραπεζικό βιβλίο, όλες οι καταστάσεις του Λογαριασμού Δανείου, οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο. Οι εν λόγω καταστάσεις συγκρίθηκαν από τον κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ο οποίος διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Ο ίδιος μάρτυς κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμ. 15, Πιστοποιητικό υπογραμμένο από τον ίδιο, σύμφωνα με το Άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, στο οποίο είναι συνημμένες όλες οι καταστάσεις του Λογαριασμού Δανείου από το άνοιγμα του στις 24.10.1997 μέχρι και τις 31.12.2015, οι οποίες και αποτελούν μέρος του αρχείου των εναγόντων. Όπως ανέφερε, επειδή για λογαριασμούς δανείου, μετά τον τερματισμό οι τόκοι χρεώνονταν κάθε εξαμηνία γι' αυτό και οι τελευταίες καταστάσεις λογαριασμού που είναι επισυνημμένες στο Τεκμ. 15, φέρουν ημερομηνία 31.12.
- Όπως ομοίως ανέφερε ο μάρτυς (Μ.Ε.1), από τις 01.01.2016 και μετέπειτα, δεν έγινε οποιαδήποτε πίστωση στον επίδικο λογαριασμό. Το υπόλοιπο οφειλόμενο στις 31.12.2015 για τον Λογαριασμό Δανείου σύμφωνα με το Τεκμ. 15, είναι €683.290,21 πλέον τόκους προς 9% επί του ίδιου ποσού από 31.12.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), προέβη κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του σε περαιτέρω εξήγηση σε σχέση με τις μεταβολές που παρουσίασε ο επίδικος λογαριασμός ως προς τον αριθμό του, είτε λόγω της τακτικής που ακολουθούσαν οι ενάγοντες, είτε σε περιπτώσεις αλλαγής καταστήματος ή του λογισμικού συστήματος, για να καταλήξει ότι η λειτουργία του λογαριασμού συνεχίζεται κανονικά με μοναδική διαφορά την αλλαγή αριθμού. Ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμ. 16 αναδομημένη κατάσταση για τον Λογαριασμό Δανείου, την οποία ετοίμασε λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στις καταστάσεις του Λογαριασμού Δανείου που επισύναψε στο Πιστοποιητικό. Προέβη μάλιστα με τη μαρτυρία του, σε εξήγηση των στηλών που περιέχονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Στην εν λόγω αναδομημένη κατάσταση, αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις τις οποίες οι ενάγοντες δεν αξιώνουν και το οφειλόμενο ποσό σε σχέση με τον Λογαριασμό Δανείου είναι €375.242,50σ. πλέον τόκοι προς 8% επί του ποσού των €174.279,21σ. από 01.01.2016 μέχρι εξοφλήσεως, με μέγιστο ποσό πληρωμής το ποσό των €466.450,05σ. Ως προς το επιτόκιο με βάση το οποίο χρεώθηκε ο Λογαριασμός Δανείου σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, από το άνοιγμα του στις 24.10.1997 μέχρι και τον τερματισμό του στις 12.12.1998 ανήρχετο σε 8%, ενώ από τον τερματισμό μέχρι και τις 31.12.2015 που σταματά η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ο επίδικος λογαριασμός συνέχισε να χρεώνεται με επιτόκιο προς 8%, παρά τη σχετική κοινοποίηση αλλαγής του επιτοκίου σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, με την επιστολή τερματισμού. Περαιτέρω, σε σχέση με τον περιορισμό του ποσού που τελικά αξιώνεται, ο μάρτυς (Μ.Ε.1) εξήγησε ότι επειδή ο τερματισμός του επίδικου Λογαριασμού Δανείου έγινε πριν την θέση σε ισχύ του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου, με βάση την συμβουλή που δόθηκε στους ενάγοντες, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν να αξιώνουν ποσό πέραν του αρχικού κεφαλαίου. Ως εκ τούτου περιόρισαν τη σχετική αξίωση τους στο ποσό των €466.450,05σ. Επομένως στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν θέση ενώπιον μου ικανοποιητική μαρτυρία τόσο προφορική όσο και πραγματική δια των σχετικών τεκμηρίων που κατέθεσαν, προς απόδειξη του οφειλόμενου ποσού και το ακριβές ύψους αυτού. Η πιο πάνω μαρτυρία των Εναγόντων παρέμεινε αναντίλεκτη καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, (α) Σε κανένα σημείο της Υπεράσπισης δεν υπάρχει ισχυρισμός για χρεώσεις και/ή επιτόκια τα οποία να θέτουν υπό αμφισβήτηση το ποσό που αξιώνεται. Παρά την απουσία τέτοια θέσης, οι ενάγοντες ετοίμασαν σχετική αναδομημένη κατάσταση (Τεκμ. 16), με βάση την οποία έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις που δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν και με βάση την οποία περιορίζουν την αξίωση τους στο ποσό που φαίνεται σε αυτήν. (β) Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) δεν αμφισβητήθηκε η σχετική κατάσταση και/ή το υπόλοιπο που παρουσιάζει. Το μοναδικό σημείο για το οποίο ζητήθηκε διευκρίνηση από τον Μ.Ε.1, ήταν σε σχέση με τον περιορισμό της αξίωσης των εναγόντων στο διπλάσιο, κάτι για το οποίο ο Μ.Ε.1 επανέλαβε ότι ενόψει του γεγονότος ότι η επίδικη διευκόλυνση διεπόταν από τον περί Τόκου Νόμου και ο τερματισμός αυτής έλαβε χώρα ενόσω σε ισχύ ήταν ο σχετικός Νόμος, με βάση την συμβουλή που έλαβαν οι ενάγοντες, νομιμοποιούνται να αξιώνουν τόκους ίσους με το αρχικό κεφάλαιο. (γ) Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, δεν του υποβλήθηκε και δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία και/ή στην συνέχεια οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 δεν έθεσαν ενώπιον μου μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει εξόφληση του επίδικου λογαριασμού και/ή αρκέστηκαν σε γενικές και αόριστες ερμηνείες του εγγράφου Τεκμ.
- (δ) Σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν ως τεκμήρια από τους ενάγοντες, κατά τρόπο ώστε να δηλωθεί ή να φανεί ότι οι εναγόμενοι προέβηκαν σε άλλες πληρωμές, εκτός από αυτές που παρουσιάζονται τόσο στο Τεκμ. 15, όσο και στο Τεκμ. 16, που στην ουσία αντικατοπτρίζουν πλήρως τις πιστώσεις που περιέχονται στο ηλεκτρονικό αρχείο (Τεκμ. 15) των εναγόντων. Συνοψίζοντας την παραδεχτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου για το ως άνω ζήτημα βρίσκω ότι:- (α) Δεν υπήρξαν οποιεσδήποτε άλλες πληρωμές από μέρους των εναγομένων, εκτός από αυτές που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 15) και στην αναδομημένη κατάσταση (Τεκμ. 17). (β) Οι εναγόμενοι δεν έχουν εξοφλήσει το χρέος τους (γ) Οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν οποιοδήποτε διαφοροποιημένο οφειλόμενο ποσό ή εξόφληση (σε σχέση με την ερμηνεία του Τεκμ. 17 θα ακολουθήσει εκτενής ανάλυση κατωτέρω). Λαμβάνοντας υπόψη, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμ. 16), από μέρους των εναγομένων, τόσο κατά το στάδιο της αντεξέτασης του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), αλλά και στο στάδιο της μαρτυρίας των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, οι ενάγοντες έχουν αποδείξει το υπόλοιπο που οφείλεται σε σχέση με την παρασχεθείσα τραπεζική διευκόλυνση το οποίο διαφαίνεται στο Τεκμ.
- ΣΤ. Εξέταση της μαρτυρίας που αφορά το κατά πόσο το ποσό που αξιώνεται από τους ενάγοντες κατέστη πληρωτέο και απαιτητό από τους εναγομένους: Σε σχέση με τον τερματισμό της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης του Δανείου έτσι που καθιστούσε το ποσό που αξιώνεται από τους ενάγοντες πληρωτέο και απαιτητό κατατέθηκε από πλευράς των εναγόντων η ακόλουθη μαρτυρία: Η τραπεζική διευκόλυνση του Δανείου, παραχωρήθηκε έχοντας σαν βάση την Γενική Συμφωνία ημερομηνίας 08.10.1996 που οι ενάγοντες έχουν καταθέσει ως Τεκμ. 4 και η οποία δεν έχει σε καμία περίπτωση αμφισβητηθεί από τους εναγομένους. Η όποια αντεξέταση την αφορούσε εστιάστηκε κυρίως σε διευκρινήσεις σε σχέση με την φύση αυτής σε μια προσπάθεια να προωθηθεί η θέση των εναγομένων ότι καλύπτεται από δεδικασμένο ενόψει της αγωγής 4634/2003 (Τεκμ. 20) (όπως αναφέρεται ανωτέρω σε σχέση με το δεδικασμένο θα γίνει εκτενής αναφορά κατωτέρω). Ο όρος 3 της ως άνω αναφερόμενης Γενικής Συμφωνίας, προέβλεπε τα ακόλουθα (Τεκμ. 4):- «Η Τράπεζα δικαιούται όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητή οποιαδήποτε διευκόλυνση που παραχωρήθηκε ή που θα παραχωρηθεί στον πελάτη και να ζητήσει από τον πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα χρεώσεις και δαπάνες» Ο όρος 14 της ως άνω αναφερόμενης Γενικής Συμφωνίας, προέβλεπε τα ακόλουθα (Τεκμ. 4):- «Κάθε κοινοποίηση/ειδοποίηση βάσει του παρόντος εγγράφου μπορεί να δοθεί στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή στο χέρι στη διεύθυνση που είναι δηλωμένη εδώ ή σ' οποιαδήποτε διεύθυνση τυχόν δώσει ο πελάτης στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.» Στη Γενική Συμφωνία (Τεκμ. 9), ως διεύθυνση της Εταιρείας δηλώθηκε η οδός Φραγκλίνου Ρούσβελτ 132Γ, 3011 Λεμεσός. Στον όρο 2 της Συμφωνίας Εγγύησης ημερομηνίας 08.10.1996 των εναγομένων 2, 3 και 4 προνοούνται τα ακόλουθα:- «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων». Περαιτέρω, στον όρο 5 της Συμφωνίας Εγγύησης προνοούνται τα εξής:- «Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης: (α) να τερματίζει και/ή ελαττώνει και/ή αυξάνει και/ή τροποποιεί τις χρηματοδοτήσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παρέχει προς τον Πρωτοφειλέτη, (β) [......]» Τέλος, στην ίδια Συμφωνία Εγγύησης στον όρο 10 αναφέρονται τα εξής: «Γραπτή ζήτηση βάσει της παρούσας θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου αν δοθεί με επιστολή που θα έχει σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω και θα έχει πλήρη ισχύ παρά την τυχόν αλλαγή στη διεύθυνση μου και κοινοποίηση της αλλαγής αυτής προς την Τράπεζα, και τέτοια ζήτηση θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της, και θα είναι ισχυρή αν υπογραφεί από οποιοδήποτε υπάλληλο της Τράπεζας, και για απόδειξη της ταχυδρόμησης θα είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ρίφθηκε ο φάκελος που περιέχει τη ζήτηση στο ταχυδρομείο, νοουμένου ότι ο φάκελος έφερε τη σωστή διεύθυνση.» Στην Συμφωνία Εγγύησης ως διεύθυνση του εναγομένου 2 δηλώνεται η «Μαρίνου Γερολάνου, ERIMOUDIS COURT 4, flat 22D, 3077 Λεμεσός». Ως διεύθυνση του εναγομένου 3, η «Φραγκλίνου Ρούσβελτ 132, 3011 Λεμεσός» και σε σχέση με την εναγόμενη 4, η «Φραγκλίνου Ρούσβελτ 132, 3011 Λεμεσός». Σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο της Γενικής Συμφωνίας οι ενάγοντες απέστειλαν στην Εταιρεία επιστολές ημερομηνίας 11.12.1998, τις οποίες κοινοποίησαν και στους εναγομένους 2, 3 και 4 και με τις οποίες τους γνωστοποιούσαν, μεταξύ άλλων, τον τερματισμό της λειτουργίας του Λογαριασμού Δανείου (Τεκμ. 13) και τους καλούσαν να εξοφλήσουν εντός 15 ημερών το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε τότε. Οι ενάγοντες επίσης απέστειλαν στους εναγομένους 2, 3 και 4 και στην Εταιρεία δια των δικηγόρων τους επιστολές ημερομηνίας 17.04.2003, με τις οποίες τους καλούσαν να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο Λογαριασμός Δανείου (Τεκμ. 14). Οι επιστολές αυτές υπογράφονται από τη δικηγόρο των εναγόντων που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση την κα Χάρις Αγαπίου. Ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), στη Δήλωση του (Έγγραφο Α), αναφέρει για την αποστολή των επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 11.12.1998 (Τεκμ. 13) με σύνηθες ταχυδρομείο σε σχέση με την Εταιρεία στην τελευταία γνωστή διεύθυνση ενώ στους εναγομένους 2, 3 και 4 οι επιστολές ημερομηνίας 11.12.1998 στις διευθύνσεις που αναγράφονται στη Συμφωνία Εγγύησης (Τεκμ. 9), ήτοι συμφώνως με τους όρους της Γενικής Συμφωνίας (Τεκμ. 4) και της Συμφωνίας Εγγύησης (Τεκμ. 9). Ο μάρτυς (Μ.Ε.1) ανέφερε περαιτέρω, ότι από έλεγχο που διενήργησε στο φάκελο της υπόθεσης διαπίστωσε πως οι πιο πάνω επιστολές δεν επιστράφηκαν στους ενάγοντες μετά την ταχυδρόμηση τους προς τους εναγομένους 2, 3 και 4 και την Εταιρεία. Το πιο πάνω γεγονός δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του μάρτυρος αλλά ούτε κατά την μαρτυρία των Μ.Υ.1 και
- Σε σχέση με τις επιστολές που κατατέθηκαν ως Τεκμ. 14, με βάση και πάλι την μαρτυρία του Μ.Ε.1, στάλθηκαν με σύνηθες ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγομένων. Με βάση την ίδια μαρτυρία και τις πληροφορίες που ο Μ.Ε.1 έλαβε από τη δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση ούτε οι επιστολές αυτές έχουν επιστραφεί. Ομοίως το πιο πάνω γεγονός δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε. 1 και ούτε με την μαρτυρία των Μ.Υ.1 και
- Σύμφωνα επομένως με την πιο πάνω μαρτυρία την οποία και αποδέχομαι, βρίσκω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν ότι με την αποστολή των πιο πάνω τεκμηρίων στους εναγομένους, το ποσό το οποίο αξιώνουν κατέστη απαιτητό και πληρωτέο. Θα προχωρήσω στη συνέχεια της απόφασης μου στην εξέταση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους εναγομένους στην Υπεράσπιση τους και στην ανταπαίτηση όπως αυτοί έχουν προωθηθεί και στην ακροαματική διαδικασία και οι οποίοι δεν έχουν τύχει εξέτασης πιο πάνω.
- Τερματισμός Τρεχούμενου Λογαριασμού με αρ. 0336-11-012115 ως αυτός εκδικάστηκε στα πλαίσια της Αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αρ. 4634/2003 (Τεκμ. 20): Ως διαφάνηκε, τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) όσο και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, η Γενική Συμφωνία (Τεκμ. 4), προνοούσε τη λειτουργία περισσότερων της μίας τραπεζικών διευκολύνσεων. Συγκεκριμένα όπως ομοίως διαφάνηκε, πέρα από τον επίδικο Λογαριασμό Δανείου, η Γενική Συμφωνία αφορούσε και τη λειτουργία του Τρεχούμενου Λογαριασμού. Για τον εν λόγω λογαριασμό, οι ενάγοντες καταχώρησαν την Αγωγή (Τεκμ. 20) στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε Απόφαση στις 19.06.2007 (Τεκμ. 21). Κατά την αντεξέταση του ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1) από τον συνήγορο των εναγομένων, παραπέμφθηκε στην παράγραφο 8 του Τεκμ. 20 που αφορά τον τερματισμό του Τρεχούμενου Λογαριασμού. Στη συνέχεια ο μάρτυς παραπέμφθηκε στο Τεκμ. 13 που αποτελεί τις επιστολές τερματισμού, μεταξύ άλλων και του επίδικου Λογαριασμού Δανείου και του ζητήθηκε να εξηγήσει το γεγονός του «δεύτερου τερματισμού» του Τρεχούμενου Λογαριασμού. Κατά την επανεξέταση του ο μάρτυς (Μ.Ε.1), κατόπιν σχετικής διευκρινιστικής ερώτησης, ανέφερε ότι ανέτρεξε στο αρχείο της Τράπεζας και εντόπισε την επιστολή ημερομηνίας 07.01.1999, η οποία δικογραφείται στην παράγραφο 8 του Τεκμ.
- Η σχετική επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Περαιτέρω, ομοίως κατά την επανεξέταση του ο μάρτυς αναφέρθηκε στις συνθήκες έκδοσης απόφασης στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 4634/2003, δηλαδή της έκδοσης του Τεκμ.
- Με βάση τα όσα δήλωσε ενώπιον μου και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τους μάρτυρες της Υπεράσπισης, εντόπισε στο αρχείο της Τράπεζας σχετικά πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.02.2007 τα οποία κατέθεσε ως Τεκμ.
- Όπως προκύπτει από το Τεκμ. 25, κατά την πιο πάνω ημερομηνία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των οποίων και ο τερματισμός του Τρεχούμενου Λογαριασμού και παρέμεινε προς εκδίκαση το ποσό που αξιωνόταν και οι τόκοι. Αναφερόμενος στη σχέση των Τεκμ. 13 και 24, ο μάρτυς (Μ.Ε.1), δήλωσε χαρακτηριστικά: «Το Τεκμήριο 24 είναι μία επιστολή ημερομηνίας 07/01/1999 που είναι μετέπειτα της επιστολής τερματισμού Τεκμήριο
- Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω το λόγο που εστάλη η επιστολή Τεκμήριο
- Είμαι σε θέση να γνωρίζω, ότι οι λογαριασμοί τερματίζονται μία φορά και ο τερματισμός του επίδικου Δανείου έγινε με επιστολή ημερομηνίας 11/12/1998 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 24 κατατέθηκε στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 4634/2003 και έγινε παραδεκτό γεγονός ενώ δεν αμφισβητήθηκε ο τερματισμός εκείνου του λογαριασμού. Ανατρέχοντας στο αρχείο δεν έχω βρει οποιαδήποτε άλλη επιστολή τερματισμού. Άρα ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε βάση του Τεκμηρίου 13 στις 11/12/1998.» Στην πιο πάνω απάντηση αντικατοπτρίζεται πλήρως η θέση των εναγόντων ότι ο τερματισμός της επίδικης διευκόλυνσης έγινε στις 11.12.1998 με το Τεκμ. 13 και είναι το μοναδικό γεγονός που έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση ενώ ο τερματισμός οποιασδήποτε άλλης διευκόλυνσης μη επίδικης, καμία σημασία και επίδραση δεν έχει και δεν πρέπει να έχει στην παρούσα υπόθεση.
- Δεδικασμένο: κατά πόσο η παρούσα αγωγή αποτελεί δεδικασμένο ενόψει της ύπαρξης τελεσίδικης απόφασης στα πλαίσια της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην υπόθεση με αρ. 4634/2003: Όπως προκύπτει από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγομένων, οι τελευταίοι επικαλούνται δεδικασμένο της παρούσας αγωγής σε σχέση με την αγωγή 4634/2003 (στο εξής αναφερόμενη ως η «Αγωγή») ισχυριζόμενοι: (α) ταύτιση των διαδίκων της παρούσας αγωγής με τους διαδίκους της Αγωγής και ταύτιση της ιδιότητας αυτών, (β) ταύτιση επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής και της Αγωγής και (γ) τελεσιδικία της απόφασης στην Αγωγή. Θα συμφωνήσω με τη θέση των εναγόντων ότι κανένα δεδικασμένο δεν υφίσταται σε σχέση με την παρούσα αγωγή και ως εκ τούτου η σχετική Υπεράσπιση των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα: Με βάση το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της απόδειξης: Δικονομικές και ουσιαστικές πτυχές», Hippasus Publishing Ltd, 2014, «Κώλυμα λόγω δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα». Το δεδικασμένο μπορεί να πάρει την μορφή του κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής ή του κωλύματος που αφορά επίδικο θέμα. Στην πρώτη περίπτωση, ο διάδικος λόγω αμέλειας, απροσεξίας, ατυχήματος ή άλλως πως παραλείπει να προβάλει είτε με τα δικόγραφα είτε με την παρουσίαση μαρτυρίας οτιδήποτε θα μπορούσε να υποστηρίξει τις εισηγήσεις του, ως εκ τούτου κωλύεται κατά κανόνα από το να προβάλει μετέπειτα το ίδιο θέμα σε μία νέα δικαστική διαδικασία. Στη δεύτερη περίπτωση του κωλύματος που αφορά επίδικο θέμα, ενόψει του ότι μία βάση αγωγής μπορεί να εμπεριέχει πολλά επίδικα θέματα που πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο για να αποφασίσει εάν θα την αποδεχθεί ή εάν θα την απορρίψει η έκδοση απόφασης στο επίδικο ζήτημα, εμποδίζει τους διαδίκους από το να το επαναφέρουν προς εξέταση. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών όρων: (α) Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη, (β) πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, (γ) πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων, (δ) πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Οι όροι αυτοί πρέπει να συντρέχουν άλλως δεν μπορεί να υπάρξει δεδικασμένο. Ποια είναι όμως τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και πως μπορούν να συσχετιστούν με τις πιο πάνω προϋποθέσεις για να διαπιστωθεί τυχόν δεδικασμένο. Θα κάνω αναφορά στα ακόλουθα όπως αυτά προκύπτουν από αναμφισβήτητη μαρτυρία: (α) Η απόφαση στην Αγωγή, Τεκμ. 21, πράγματι κατέστη τελεσίδικη αφού παρήλθε και η προθεσμία για άσκηση του δικαιώματος έφεσης χωρίς αυτή να εφεσιβληθεί. Ως εκ τούτου η πρώτη προϋπόθεση φαίνεται να συντρέχει. (β) Η αρχή του δεδικασμένου εφαρμόζεται μόνο όταν οι διάδικοι και στις δύο διαδικασίες είναι οι ίδιοι. Πράγματι φαίνεται ότι και η δεύτερη αυτή προϋπόθεση συντρέχει αφού οι εναγόμενοι στην Αγωγή, Τεκμ. 20, είναι οι ίδιοι με τους εναγόμενους στην παρούσα αγωγή ενώ ως ενάγοντες και στις δύο αγωγές παρουσιάζεται η Τράπεζα. (γ) Η δέσμευση που μπορεί να προκύψει από την προηγούμενη διαδικασία, καλύπτει τους διαδίκους και τους διαδόχους τους. Και η προϋπόθεση αυτή φαίνεται να πληρείται αφού οι διάδικοι και στις δύο διαδικασίες είναι οι ίδιοι. Εντούτοις, ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων στις δύο αγωγές για τους λόγους που θα αναλυθούν πιο κάτω μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ιδιότητα των διαδίκων δεν ταυτίζεται απόλυτα. Τα διάδικα πρόσωπα δεν εντάσσονται απλώς στις έννοιες του «Πρωτοφειλέτη» και των «παρόχων εξασφαλίσεων και/ή εγγυήσεων» αλλά συνιστούν η μεν Εταιρεία Πρωτοφειλέτη σε διαφορετικές τραπεζικές διευκολύνσεις, οι δε πάροχοι εξασφαλίσεων εγγυητές και/ή ενυπόθηκους οφειλέτες σε διαφορετικές τραπεζικές διευκολύνσεις. (δ) Ως προς την τέταρτη και βασική προϋπόθεση για το δεδικασμένο που αφορά την ταύτιση επίδικων θεμάτων, ο γενικός κανόνας αυτής προβλέπει ότι η αρχή του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής εάν το επίδικο θέμα στη δεύτερη διαδικασία είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στη πρώτη διαδικασία. Το θέμα προσεγγίζεται με αναφορά στα δικόγραφα, στις αγορεύσεις, στο αιτιολογικό της απόφασης των δύο (ή περισσότερων) διαδικασιών και στις περιστάσεις της περίπτωσης. Στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων καθώς και στην παράγραφο 9 οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων της Αγωγής με την παρούσα αγωγή και ότι οι ενάγοντες αξιώνουν το ίδιο δάνειο το οποίο παραχώρησαν στην Εταιρεία με την Γενική Συμφωνία. Προκύπτει όμως αβίαστα από την μαρτυρία του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) καθώς και από τα σχετικά τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ότι καμία ταυτότητα επίδικων θεμάτων δεν προκύπτει στην παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα: (α) Όπως ο Μ.Ε.1 ανέφερε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης του, το Τεκμ. 4, αποτελεί αυτό που στην Τράπεζα αποκαλείται ως Γενική Συμφωνία και στη βάση της οποίας μπορούν να παραχωρηθούν περισσότερες της μίας τραπεζικές διευκολύνσεις κατά καιρούς ανάλογα με τα αιτήματα του μέρους μιας τέτοιας συμφωνίας. (β) Ο Μ.Ε.1 ανέφερε επίσης στη μαρτυρία του ότι στη βάση του Τεκμ. 4 παραχωρήθηκαν στην Εταιρεία τρεις διευκολύνσεις. Το επίδικο Δάνειο, ο Τρεχούμενος Λογαριασμός που εκδικάστηκε στα πλαίσια της Αγωγής και Δάνειο με αρ. λογαριασμού 0336-13-010608 μετέπειτα 0330-20-027846 για το ποσό των £40.000,00 το οποίο εξοφλήθηκε στις 06.11.
- (γ) Ήταν η προσπάθεια της Υπεράσπισης κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Ε.1, να παρουσιαστεί ότι η διευκόλυνση που αφορούσε η Αγωγή είναι η ίδια με τη διευκόλυνση που αφορά η παρούσα αγωγή. Η θέση αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τεκμηριωθεί. Με βάση την παράγραφο 3, 4 και 12 του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος των εναγόντων ημερομηνίας 08.12.2015 προκύπτει ότι επίδικη στη παρούσα αγωγή είναι η τραπεζική διευκόλυνση του Δανείου ύψους £171.000,00 που παραχωρήθηκε στην Εταιρεία και για την οποία άνοιξε επ' ονόματι της Εταιρείας ο λογαριασμός με αρ. 0336-13-011833 πρώην 0330-22-027838 νυν 0384-22-
- Ανατρέχοντας κανείς στο Τεκμ. 20 δηλαδή το Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής 4634/2003 και συγκεκριμένα στις παραγράφους 2 και 9 του τεκμηρίου προκύπτει ότι επίδικη στην Αγωγή ήταν η τραπεζική διευκόλυνση του Τρεχούμενου Λογαριασμού που παραχωρήθηκε στην Εταιρεία και για την οποία άνοιξε επ' ονόματι της Εταιρείας ο λογαριασμός με αρ. 0336-11-012115 μετέπειτα 0330-22-027811 και μετέπειτα 0384-22-
- Ως συνάγεται από τα ανωτέρω άλλη διευκόλυνση αφορά η παρούσα αγωγή και άλλη η Αγωγή με αρ. 4634/
- (δ) Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγομένων γίνεται αναφορά και σε ταύτιση των εξασφαλίσεων. Πράγματι εξασφάλιση στην Αγωγή ως προκύπτει από την παράγραφο 5 του Τεκμ. 20 ήταν η Συμφωνία Εγγύησης. Ομοίως εξασφάλιση στην παρούσα αγωγή με βάση την παράγραφο 6 του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος των εναγόντων είναι η Συμφωνία Εγγύησης. Περαιτέρω, με βάση την παράγραφο 6 του Τεκμ. 20 προς εξασφάλιση της τραπεζικής διευκόλυνσης του Τρεχούμενου Λογαριασμού εκτελέστηκε από τον εναγόμενο, Μαρίνο Μουστάκα, η Υποθήκη του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ5782/1996 και από την εναγομένη Κούλλα Μουστάκα, οι Υποθήκες του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ263/1994 και Υ2190/
- Ομοίως με βάση τις παραγράφους 7, 8 και 9 του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής προς εξασφάλιση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης του Δανείου εκτελέστηκε από τον εναγόμενο Μαρίνο Μουστάκα η Υποθήκη του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ5782/1996 και από την εναγομένη Κούλλα Μουστάκα, οι Υποθήκες του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αρ. Υ263/1994 και Υ2190/
- Η «ταύτιση» των πιο πάνω εξασφαλίσεων μόνο φαινομενική μπορεί να χαρακτηριστεί. Εκείνο που γίνεται στην πράξη σε σχέση με τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρούνται από πιστωτικά ιδρύματα είναι να λαμβάνουν κοινές εξασφαλίσεις για διαφορετικές διευκολύνσεις που παραχωρούν όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Στην παρούσα περίπτωση η Συμφωνία Εγγύησης καθώς και οι Υποθήκες Α, Β και Γ κάλυπταν και/ή εξασφάλιζαν τόσο την τραπεζική διευκόλυνση του Τρεχούμενου Λογαριασμού όσο και την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση. Κάτι τέτοιο δεν εμποδίζεται να συμβεί ούτε από νόμο αλλά ούτε και από δεδικασμένο. Η Συμφωνία Εγγύησης αφορούσε με βάση τους όρους της απεριόριστο ποσό και κάλυπτε υποχρεώσεις της Εταιρείας παρούσες ή μελλοντικές κ.τ.λ. (σύμφωνα με τον όρο 2 του Τεκμ. 9). Οι Υποθήκες Α, Β και Γ με βάση τους δικούς τους όρους, τους όρους του Τεκμ. 5 και τα όσα τέθηκαν κατά την επανεξέταση του Μ.Ε.1 κάλυπταν ομοίως και τις δύο πιο πάνω διευκολύνσεις. (ε) Η απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής, Τεκμ. 21, αφορούσε τα οφειλόμενα σε σχέση με την τραπεζική διευκόλυνση του Τρεχούμενου Λογαριασμού. Η εξ' αποφάσεως υποχρέωση των εναγομένων 2, 3 και 4 στην Αγωγή (Τεκμ. 20), προέκυπτε από τη Συμφωνία Εγγύησης και τις Υποθήκες Α, Β και Γ σε σχέση με την τραπεζική διευκόλυνση του Τρεχούμενου Λογαριασμού. Με την παρούσα αγωγή αξιώνονται από την Εταιρεία τα οφειλόμενα σε σχέση με τον Λογαριασμό Δανείου και τυχόν εκδοθείσα απόφαση εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4, θα προκύπτει μεν από τη Συμφωνία Εγγύησης και τις Υποθήκες Α, Β και Γ θα αφορά εντούτοις την τραπεζική διευκόλυνση του Δανείου. (στ) Είναι θέση των εναγόντων, με την οποία συμφωνώ, ότι το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να εκδώσει απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων και συγκεκριμένα εναντίον της Εταιρείας ως Πρωτοφειλέτη και εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 ως Εγγυητών στη βάση της Συμφωνίας Εγγύησης και ως ενυπόθηκων οφειλετών στη βάση των Υποθηκών Α, Β και Γ σε σχέση με το Λογαριασμό Δανείου. Καμία ταύτιση επίδικων θεμάτων δεν έχει προκύψει από τα ανωτέρω. Τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διατάγματα εκποίησης των Υποθηκών Α, Β και Γ και επομένως δεν υπάρχει κανένα κώλυμα να εκδοθούν και στα πλαίσια της παρούσας αγωγής παρόμοια διατάγματα εφόσον οι Υποθήκες Α, Β και Γ συνιστούν εξασφάλιση και για την επίδικη διευκόλυνση του Δανείου και τυχόν υπόλοιπο που θα προκύψει από την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων στη βάση του διατάγματος που εκδόθηκε με το Τεκμ. 21, δεν θα επιστραφεί στους ενυπόθηκους οφειλέτες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αλλά θα λογιστεί και έναντι των υποχρεώσεων της παρούσας υπόθεσης. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η Υπεράσπιση του κωλύματος του δεδικασμένου. Προς ενίσχυση της πιο πάνω κατάληξης, σχετικά είναι τα όσα το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(2005)1 Α.Α.Δ.
- Στην εν λόγω υπόθεση εγέρθηκε ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου λόγω έγερσης τριών αγωγών μεταξύ των ιδίων διαδίκων οι οποίες αφορούσαν σε τρία διαφορετικά δάνεια που χορηγήθηκαν από την Εφεσίβλητη στον Εφεσείοντα. Το Ανώτατο αποφάνθηκε ότι οι τρεις διαφορετικοί λογαριασμοί συνιστούσαν ξεχωριστές αιτίες αγωγής και έτσι οι Εφεσίβλητοι ήταν ελεύθεροι να εγείρουν τρεις διαφορετικές αγωγές για κάθε λογαριασμό. Η θέση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μη ύπαρξης δεδικασμένου, βρήκε απόλυτα σύμφωνο το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο σε σχέση με το θέμα του δεδικασμένου αποδέχθηκε τα όσα συνοψίζονται στο πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου v. Ηλία Μιχαήλ Τσιακλίδη, Αγωγή 1196/1998, ημερομηνίας 31/01/2002, σελ. 16: «Με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις η αρχή του δεδικασμένου καλύπτει όχι μόνο θέματα που συμπεριλήφθηκαν και αποφασίσθηκαν στην προηγούμενη αγωγή αλλά επίσης και θέματα που μπορούσαν κατάλληλα να συμπεριληφθούν, αν βέβαια αυτά αποτελούσαν μέρος της διαφοράς (part of the contest) και/ή ήσαν σημεία τα οποία κανονικά ανήκαν στο επίδικο θέμα (points which properly belonged to the subject of litigation) και τα οποία μπορούσαν οι διάδικοι με εύλογη φροντίδα να εντοπίσουν και συμπεριλάβουν στην πρώτη αγωγή τους. Είναι δηλαδή φανερό ότι η εν λόγω αρχή δεν απαιτεί να θέσουν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου σε μια μόνο αγωγή όλες τις διαφορές τους γενικά, αλλά μόνο εκείνες που είναι μέρος του επίδικου θέματος. Επομένως ουσιώδη σημασία για το θέμα που εξετάζουμε είναι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στο σύγγραμμα PHIPSON ON EVIDENCE, 12η έκδοση, σελ. 543 §1343 κάτω από τον τίτλο «Whole case» μεταξύ άλλων διαβάζουμε: "But plaintiffs are not bound, nor estopped if they fail to join dinstict causes of action though arising in respect of the same transaction."» Αποδεχόμενος τα πιο πάνω και όπως έχει κριθεί το ζήτημα από τη νομολογία μας την οποία παρέθεσα πιο πάνω ο ισχυρισμός των εναγομένων για ύπαρξη δεδικασμένου δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται.
- Θα εξετάσω σε αυτό το σημείο τη σημασία του Τεκμ. 17 ως συμφωνία διευθέτησης των υποχρεώσεων των εναγομένων προς τους ενάγοντες και κατά πόσο επιδρά στην αξίωση της Τράπεζας: Όπως αναφέρεται στην Υπεράσπιση των εναγομένων κατά ή περί τις 03.10.2001 οι διάδικοι κατέληξαν σε συμφωνία για συνολική διευθέτηση των υποχρεώσεων των εναγομένων. Προς τούτο οι ενάγοντες αποτύπωσαν τον τρόπο υλοποίησης της διευθέτησης στην επιστολή τους ίδιας ημερομηνίας η οποία κατατέθηκε ως Τεκμ.17 (στο εξής αναφερόμενη ως η «Συμφωνία Διευθέτησης»). Το εν λόγω τεκμήριο βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου που είναι και το μόνο αρμόδιο να κρίνει επί των όρων του, να το ερμηνεύσει και να αποφανθεί σχετικά. Την εν λόγω Συμφωνία Διευθέτησης για λογαριασμό της Τράπεζας υπογράφει ο λειτουργός κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε. 2). Με βάση τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Ε.1 προς το σκοπό εξήγησης της Συμφωνίας Διευθέτησης, η τελευταία αποτελεί επιστολή κοινοποίησης των εναγόντων τόσο προς την Εταιρεία όσο και προς τους εναγόμενους 2, 3 και 4 καθώς και στην Μαρία Μουστάκα και στους Moustakas Travel Ltd. Στο θέμα της Συμφωνίας Διευθέτησης γίνεται αναφορά στο σύνολο των οφειλών των πιο πάνω προσώπων προς τους ενάγοντες και στη συνέχεια καταγράφεται η έγκριση του αιτήματος των πιο πάνω προς το σκοπό διευθέτησης των υποχρεώσεων τους προς τους ενάγοντες. Με τη Συμφωνία Διευθέτησης, οι ενάγοντες ενημέρωναν τα πιο πάνω πρόσωπα ότι με την παραχώρηση των νέων τραπεζικών διευκολύνσεων που αναφέρονταν στο Τεκμ. 17 και συγκεκριμένα με την παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό και δύο δανείων τακτής προθεσμίας και στη συνέχεια με την μεταβίβαση επ' ονόματι των εναγόντων δύο ακινήτων ιδιοκτησίας του εναγομένου 2 για το ποσό των £100.000,00 οι υποχρεώσεις των πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων, όπως καθορίζονταν στο θέμα του Τεκμ. 17 με εξαίρεση τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τους λογαριασμούς με αρ. 0330-22-027811 επ' ονόματι της Εταιρείας, το υπόλοιπο του οποίου θα μειωνόταν στις £100.000= και με εξαίρεση τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εγγυητική επιστολή με αρ. L/G 33026348 για £25.000,00 με ημερομηνία λήξης 30.09.1998 σε όφελος της Ε. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΛΤΔ και ΑΡΙΣΤΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ και την εγγυητική επιστολή αρ. L/G 336-00015141 για £12.000,00 σε όφελος του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού με ημερομηνία λήξης 31.12.2001, θα εξοφλούντο. Όσον αφορά τα ακίνητα, η Συμφωνία Διευθέτησης ανέφερε ότι οι ενάγοντες θα αγόραζαν τα οικόπεδα για £100.000=, ποσό το οποίο θα πιστωνόταν έναντι των υποχρεώσεων των πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων. Περαιτέρω, παρεχόταν η δυνατότητα στα πρόσωπα αυτά να εξεύρουν μέχρι τις 02.04.2002 αγοραστή για αγορά των δύο οικοπέδων έναντι ποσού μεγαλύτερου των £100.000= και η διαφορά αυτή θα πιστωνόταν ομοίως των υποχρεώσεων τους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, πράγματι περί τον Οκτώβριο του 2001 και συγκεκριμένα στις 03.10.2001 ο εναγόμενος 2 προχώρησε σε μεταβίβαση επ' ονόματι των εναγόντων των δύο οικοπέδων. Προς τούτο κατατέθηκε σχετικά το Τεκμ.
- Οι ενάγοντες συμμορφούμενοι με τους όρους της Συμφωνίας Διευθέτησης, στις 16.10.2001 πίστωσαν στον επίδικο λογαριασμό το ποσό των Λ.Κ.100.000=. Το σχετικό παραστατικό κατατέθηκε ως Τεκμ. 18 και δεν αμφισβητήθηκε. Ομοίως στο Τεκμ. 16 που αποτελεί τις αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού φαίνεται η σχετική πίστωση δίπλα από την ημερομηνία 16.10.
- Σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Εταιρείας κατά τον χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας Διευθέτησης, ο Μ.Ε.1 αναφέρεται λεπτομερώς στην παράγραφο 29 (vi) του Εγγράφου Α. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω καθώς και από ανάγνωση του Τεκμ. 17, αλλά και την μαρτυρία του Μ.Ε.1 και αποτελεί θέση των εναγόντων σύμφωνα με την αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, για την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο θέμα της Συμφωνίας Διευθέτησης, οι ενάγοντες θα παραχωρούσαν τρεις νέες τραπεζικές διευκολύνσεις και στη συνέχεια αφού τα νέα δάνεια που θα παραχωρούνταν στην Εταιρεία εξοφλούντο κανονικά χωρίς καθυστερήσεις και με βάση το πρόγραμμα αποπληρωμής που προβλέπει το Τεκμ. 17 καθώς επίσης δεν υποβάλλονταν απαιτήσεις πληρωμής στη βάση των εγγυητικών επιστολών που καθορίζονται στο Τεκμ. 17, τότε οι ενάγοντες θα προέβαιναν σε διαγραφή ολόκληρου του υπολοίπου εκ ποσού £100.000= πλέον τόκους του λογαριασμού με αρ. 0330-22-
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων μετά την έγκριση της διευθέτησης και την αποδοχή του αιτήματος της Εταιρείας για παραχώρηση των νέων τραπεζικών διευκολύνσεων, οι ενάγοντες ανέμεναν την Εταιρεία να προσέλθει για υπογραφή των νέων συμφωνιών. Ο εναγόμενος 3 αρνήθηκε να προχωρήσει στην ολοκλήρωση των συμφωνιών για το λόγο ότι διαφωνούσε σε σχέση με τον χρόνο διαγραφής του υπολοίπου από τον λογαριασμό με αρ. 0330-22-
- Ο εναγόμενος 3 ζητούσε όπως το υπόλοιπο του πιο πάνω λογαριασμού διαγραφεί άμεσα και όχι εάν και εφόσον η Εταιρεία εξοφλούσε πλήρως τις νέες εγκριθείσες διευκολύνσεις. Εν' όψει των ανωτέρω οι εγκριθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις δεν παραχωρήθηκαν αφού ουδέποτε υπογράφηκαν τα σχετικά έγγραφα από την Εταιρεία. Ως εκ τούτου τα χρεωστικά υπόλοιπα που φαίνονται στο θέμα της Συμφωνίας Διευθέτησης συνέχισαν να υπάρχουν με εξαίρεση την μείωση των υποχρεώσεων της Εταιρείας μετά την πίστωση των £100.000=. Κατά την αντεξέταση του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), αμφισβητήθηκε το κατά πόσο ο ίδιος ήταν πρόσωπο αρμόδιο να ερμηνεύσει το Τεκμ. 17 ενόψει του ότι δεν ήταν παρόν στις διαπραγματεύσεις. Ο μάρτυς όμως ανέφερε ότι τα όσα αναφέρει στο Δικαστήριο σε σχέση με το Τεκμ. 17 του τα μετέφερε ο ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2) ο οποίος μετείχε στις συζητήσεις, υπογράφει το Τεκμ. 17 και είχε πλήρη γνώση της υπόθεσης. Ο συνήγορος των εναγόμενων υπέβαλε στον κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) ότι ο εναγόμενος 2 προχώρησε στην μεταβίβαση των ακινήτων επ' ονόματι των εναγόντων για να εξοφληθούν οι δικές του υποχρεώσεις και όχι οι υποχρεώσεις της Εταιρείας και ότι με μόνη την μεταβίβαση των οικοπέδων οι υποχρεώσεις των εναγομένων έχουν διευθετηθεί. Ο μάρτυς ανέφερε χαρακτηριστικά ότι γίνεται προσπάθεια από τον συνήγορο των εναγομένων να αναγνώσει αποσπασματικά το Τεκμ. 17 και να αγνοήσει το σύνολο των όρων της Συμφωνίας Διευθέτησης. Ο μάρτυς ήταν σταθερός στη θέση του και ανέφερε ότι η διευθέτηση των υποχρεώσεων των εναγομένων δεν θα γινόταν με μόνη τη μεταβίβαση των ακινήτων αλλά τελούσε σε συνάρτηση και με την παραχώρηση των νέων διευκολύνσεων. Περαιτέρω, υποβλήθηκε στον κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), ότι με βάση το Τεκμ. 17 και τη μεταβίβαση των δύο ακινήτων στους ενάγοντες θα εξοφλούνταν οι λογαριασμοί των προσώπων που φαίνονται στο θέμα του Τεκμ. 17 πλην των υποχρεώσεων της Εταιρείας. Συνεχίζοντας ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ο εναγόμενος 2 μεταβίβασε τα δύο ακίνητα για εξόφληση των δικών του υποχρεώσεων. Απαντώντας σχετικά ο μάρτυς επανέλαβε ότι για την εξόφληση των υποχρεώσεων των προσώπων που φαίνονται στο θέμα του Τεκμ. 17 έπρεπε να εκπληρωθούν και οι δύο όροι της Συμφωνίας Διευθέτησης. Με τη μεταβίβαση των δύο ακινήτων εκπληρώθηκε μόνο ο ένας όρος, ο δεύτερος όρος δεν εκπληρώθηκε ποτέ, ως εκ τούτου παρέμειναν τα υπόλοιπα που φαίνονται στο θέμα του Τεκμ. 17 πλην των £100.000= που κατατέθηκαν έναντι του επίδικου λογαριασμού. Περαιτέρω, ο μάρτυς ανέφερε ότι πουθενά δεν αναφέρεται ότι το ποσό των £100.000= θα κατατίθετο έναντι όλων των άλλων υποχρεώσεων πλην των υποχρεώσεων της Εταιρείας. Ο μάρτυς, επιπρόσθετα, παρέπεμψε στην παρ. 8 του Τεκμ. 4 η οποία καλύπτει το δικαίωμα της Τράπεζας να μεταφέρει και καταθέτει χρήματα σε οποιοδήποτε λογαριασμό ή λογαριασμούς για εξόφληση μέρους ή όλων των υποχρεώσεων του πελάτη οποιασδήποτε φύσης χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε λογαριασμό. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αντίστοιχος όρος υπάρχει και στο Τεκμ.
- Σε σχέση με το Τεκμ. 17 σχετική μαρτυρία έδωσε ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2), ο οποίος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι αναγνώρισε την υπογραφή του επί του σχετικού τεκμηρίου. Διευκρίνισε ότι στο θέμα του Τεκμ. 17 δίπλα από το όνομα του κάθε προσώπου αναγράφεται ένα ποσό. Το ποσό αυτό αφορά κατά τον ουσιώδη χρόνο τις υποχρεώσεις του καθενός από αυτά τα πρόσωπα ως Πρωτοφειλέτη. Δεν αφορά το σύνολο των υποχρεώσεων που είχαν τα πρόσωπα αυτά έναντι των εναγόντων ως εγγυητές για υποχρεώσεις του Συγκροτήματος Μουστάκα. Ο μάρτυς (Μ.Ε.2), επανέλαβε τους όρους του Τεκμ.
- Περαιτέρω, ανατρέχοντας στο αρχείο της Τράπεζας ανέφερε ότι εντόπισε την αίτηση της Εταιρείας ημερομηνίας 09.08.2001 για την παραχώρηση των νέων τραπεζικών διευκολύνσεων η οποία υποβλήθηκε πριν την υπογραφή του Τεκμ. 17, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμ.
- Σε σχέση με τον ισχυρισμό που υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση για κατάθεση του ποσού των £100.000= έναντι των χρεωστικών υπολοίπων των προσωπικών λογαριασμών της οικογένειας Μουστάκα και όχι έναντι του Επίδικου Δανείου, ο μάρτυς ανέφερε ότι ήταν παρόν και ένας από τους λειτουργούς που συμμετείχε στην εκτέλεση της πράξης διευθέτησης και το ποσό αυτό κατατέθηκε με βάση το δικαίωμα των εναγόντων που προκύπτει από τους όρους του Τεκμ. 4 αφού οι ενάγοντες δεν είχαν καμία αντίθετη γραπτή ή προφορική εντολή από τον ιδιοκτήτη των οικοπέδων για να καταθέσουν το ποσό αυτό σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν είτε προφορικά είτε γραπτά προς τους ενάγοντες για την κατάθεση του ποσού αυτού. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης της πίστωσης του επίδικου λογαριασμού με το ποσό των £100.000= ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2) αναφέρεται στη σελίδα 5 του Εγγράφου Β αναφέρεται σχετικά και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τους ισχυρισμούς του αφού καμία επίδραση δεν έχει η σχετική «καθυστέρηση» στην αξίωση των εναγόντων. Ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2), επανέλαβε ότι για να παραχωρηθούν εγκριθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις πρέπει να υπογραφούν οι αντίστοιχες συμφωνίες και στη συνέχεια να ανοιχθούν οι αντίστοιχοι λογαριασμοί και να γίνουν οι ανάλογες εκταμιεύσεις. Ο μάρτυς ανέφερε ότι ο εναγόμενος 3 μόλις ξεκίνησε η υλοποίηση της Συμφωνίας Διευθέτησης εξέφρασε τη διαφωνία του ως προς τη διαγραφή του ποσού των £100.000= και απαιτούσε τη διαγραφή του ποσού αυτού κατά το στάδιο υπογραφής των νέων συμφωνιών κάτι που δεν γινόταν αποδεκτό από την Τράπεζα με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην προσέλθει στην Τράπεζα για υπογραφή των σχετικών συμφωνιών. Η Τράπεζα με τη σειρά της είχε προχωρήσει στην προετοιμασία του συνόλου των εγγράφων που απαιτούνταν και ανέμενε την υπογραφή τους. Προς τούτο κατέθεσε ως σχετικά δέσμη εγγράφων (Τεκμ. 33). Είναι δε σημαντικό το Τεκμ. 34 που κατέθεσε ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2), η οποία είναι επιστολή της Εταιρείας ημερομηνίας 23.10.2001 με την οποία η τελευταία εκφράζει την επιθυμία της για διαγραφή του ποσού των £100.000= εξ' αρχής. Από το τεκμήριο αυτό δεν προκύπτει οποιαδήποτε διαμαρτυρία για την κατάθεση του ποσού έναντι του επίδικου λογαριασμού ενώ γίνεται αντιληπτό ότι η διευθέτηση των υποχρεώσεων τελούσε πάντοτε σε συνάρτηση με την παραχώρηση των νέων διευκολύνσεων. Σημαντική είναι και η θέση που διατυπώνει ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2) στη παράγραφο 11 της δήλωσης του (Έγγραφο Β) με βάση την οποία ακόμα και στη περίπτωση που η θέση των εναγομένων γίνει δεκτή, κάτι το οποίο οι ενάγοντες αρνούνται, δηλαδή ότι η Τράπεζα όφειλε να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις των προσώπων που φαίνονται στο θέμα του Τεκμ. 17 και όχι να καταθέσει το ποσό έναντι της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης, η αξίωση των εναγόντων στη παρούσα υπόθεση δεν θα επηρεαζόταν καθόλου αφού επίδικες δεν είναι οι διευκολύνσεις τις οποίες οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έπρεπε να εξοφληθούν αλλά ο Λογαριασμός Δανείου της Εταιρείας ο οποίος προς όφελος των εναγομένων πιστώθηκε με το ποσό των £100.000=. Εάν η θέση των εναγομένων ευσταθούσε, τότε η αξίωση της Τράπεζας θα κάλυπτε ολόκληρο το ποσό χωρίς να πιστώνεται προς όφελος των εναγομένων η έναντι πληρωμή των £100.000=. Κατά την αντεξέταση του κ. Αλέξη Γιαλλουρίδη (Μ.Ε.2) του υποβλήθηκε επανειλημμένα ότι λανθασμένα οι ενάγοντες προχώρησαν στην πίστωση του επίδικου λογαριασμού. Ο μάρτυς επανέλαβε σταθερά και ρητά ότι εν απουσία οποιασδήποτε ρητής υπόδειξης για το που θα κατατίθεντο τα χρήματα, οι ενάγοντες άσκησαν κατά την απόλυτη κρίση τους το δικαίωμα τους να επιλέξουν οι ίδιοι έναντι ποιου λογαριασμού θα γινόταν η σχετική κατάθεση. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του μάρτυρος (Μ.Ε.2) έγινε προσπάθεια από μέρος του συνηγόρου των εναγομένων να ταυτιστεί ο επίδικος λογαριασμός με τον λογαριασμό που αναφέρεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμ. 17 για τον οποίο γίνεται ρητή αναφορά ότι δεν θα εξοφλείτο αλλά θα παρέμενε υπόλοιπο το οποίο θα μειωνόταν στις £100.000=. Ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2) επανέλαβε και πάλι ότι σε καμία παράβαση με τους όρους της Συμφωνίας Διευθέτησης δεν ευρίσκοντο με την πίστωση των £100.000= στον επίδικο λογαριασμό. Αμφισβητήθηκε ακόμα η γνώση του κ. Αλέξη Γιαλλουρίδη (Μ.Ε.2) για τα γεγονότα που περιβάλλουν το Τεκμ. 17 καθώς και η συμμετοχή του στις σχετικές διαπραγματεύσεις. Ο μάρτυς επανειλημμένα ανέφερε ότι γνώριζε πλήρως τα γεγονότα καθώς και τις συζητήσεις για διευθέτηση των υποχρεώσεων του Συγκροτήματος Μουστάκα. Με την μαρτυρία του ο εναγόμενος 3 (Μ.Υ.1), επιχείρησε να προσδώσει ένα τελείως διαφορετικό νόημα στη Συμφωνία Διευθέτησης. Επιχείρησε να παρουσιάσει ότι με μόνη την μεταβίβαση των ακινήτων επ' ονόματι των εναγόντων όλες οι υποχρεώσεις του Συγκροτήματος θα διευθετούντο και οι υποχρεώσεις της Εταιρείας θα μειώνονταν στις £100.000=. Κάτι τέτοιο όμως σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης δεν θα μπορούσε να ευσταθούσε και να είχε ισχύ. Όταν του υποδείχθηκε ότι η Συμφωνία Διευθέτησης προέβλεπε και την χορήγηση νέων διευκολύνσεων, ανέφερε ότι από την πλευρά τους οι εναγόμενοι έπραξαν ότι όφειλαν να πράξουν και οι ενάγοντες δεν παραχώρησαν τις νέες διευκολύνσεις. Για το γεγονός της μη υπογραφής των σχετικών συμφωνιών ο μάρτυς δεν έδωσε σαφή απάντηση, αρκέστηκε σε αοριστίες και γενικόλογα σε μία προσπάθεια να αποφύγει να δώσει καθαρή απάντηση. Παρόμοια αντικρίζεται και η μαρτυρία του κ. Μαρίνου Μουστάκα (Μ.Υ.2). Επιχείρησε να παρουσιάσει με τη μαρτυρία του ότι τα χρήματα έπρεπε να κατατεθούν έναντι των προσωπικών τους υποχρεώσεων, θα παρέμενε υπόλοιπο των λογαριασμών της Εταιρείας υπόλοιπο £100.000= και ότι η μη παραχώρηση των νέων διευκολύνσεων οφειλόταν στην Τράπεζα και όχι στη μη υπογραφή των συμφωνιών. Οι θέσεις του αυτές σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώ κατά το στάδιο που του υποβάλλονταν ερωτήσεις για να δώσει εξηγήσεις σχετικά, ο ίδιος επαναλάμβανε την πιο πάνω θέση του χωρίς να απαντά ευθέως στις ερωτήσεις. Στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Χ"Νεοκλέους κ.α.,
(2013)1 Α.Α.Δ. 595, το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε αναφερόμενο σε άλλες αποφάσεις ότι για την ερμηνεία σύμβασης, κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό παρέχεται η δυνατότητα να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υποβάθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Τα ίδια αναφέρθηκαν στην Θεολόγου κ.α. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407. Στην απόφαση Αλεξάνδρου v. Κωμοδρόμος κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 576, το Ανώτατο αποφάνθηκε ότι η ερμηνεία σύμβασης είναι ζήτημα νομικό και δεν ανήκει στους διαδίκους ή τους μάρτυρες τους ο προσδιορισμός της έννοιας ή της φύσης της. Σύμφωνα επομένως με τα ανωτέρω, η ερμηνεία του Τεκμ. 17 ανήκει στο Δικαστήριο. Οι προθέσεις των μερών όμως από την ανάγνωση του Τεκμ. 17 είναι ξεκάθαρες. Οι προϋποθέσεις για την υλοποίηση της «συμφωνίας» έχουν τεθεί κατά τρόπο ρητό και η θέση των εναγομένων δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε σε γραμματική ούτε σε τελολογική ερμηνεία του εγγράφου αυτού. Η μεταβίβαση και μόνο των ακινήτων επ' ονόματι και/ή προς όφελος των εναγόντων δεν θα επέφερε χωρίς την εκπλήρωση και των υπόλοιπων όρων τη διευθέτηση των υποχρεώσεων του Συγκροτήματος Μουστάκα. Με μόνη την μεταβίβαση το ποσό των £100.000= θα πιστωνόταν προς όφελος των εναγόντων σε λογαριασμό των εναγομένων αλλά δεν θα εξοφλούνταν πλήρως οι υποχρεώσεις τους. Ως προκύπτει από την μαρτυρία τόσο των εναγόντων αλλά και των εναγομένων, οι σχετικές συμφωνίες για την παραχώρηση των νέων διευκολύνσεων ουδέποτε υπογράφηκαν ως εκ τούτου δεν εκπληρώθηκε και ο άλλος όρος του Τεκμ. 17 ώστε να εξοφληθούν περαιτέρω οι υποχρεώσεις των εναγομένων και των προσώπων που φαίνονται στο θέμα του Τεκμ.
- Από το περιεχόμενο του Τεκμ. 17, δεν προκύπτει ρητή εντολή και/ή οδηγία του εναγομένου 2, για κατάθεση του ποσού σε συγκεκριμένο λογαριασμό και/ή για εξόφληση συγκεκριμένων υποχρεώσεων. Ούτε από την προσκομισθείσα μαρτυρία μπορεί να συναχθεί ότι υπήρξε σχετική υπόδειξη και/ή ότι οι ενάγοντες εσφαλμένα προχώρησαν στην κατάθεση του ποσού των £100.000= έναντι του επίδικου Λογαριασμού Δανείου. Περαιτέρω, σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα και εν απουσία οποιασδήποτε ρητής οδηγίας και/ή υπόδειξης από μέρους των εναγομένων για την πίστωση του πιο πάνω ποσού έναντι συγκεκριμένου λογαριασμού, ακόμα και εάν δεν υπήρχε σχετικό δικαίωμα στις επίδικες συμφωνίες (Τεκμ. 4 και 9), εφαρμόζονται οι διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149) άρθρα 59 -
- Με βάση το άρθρο 60 του Κεφ. 149 «Αν ο οφειλέτης δεν ορίσει το χρέος το οποίο αφορά η πληρωμή που έγινε και αυτό δεν δύναται να συναχθεί από άλλες περιστάσεις, ο πιστωτής δύναται κατά βούληση να καταλογίσει την πληρωμή αυτή σε οποιοδήποτε νόμιμο χρέος του οφειλέτη αυτού, το οποίο είναι πληρωτέο προς αυτόν και απαιτητό, ανεξάρτητα αν η ανάκτηση αυτού εμποδίζεται ή όχι από τον εκάστοτε σε ισχύ νόμο που αφορά την παραγραφή». Αυτά αναφέρθηκαν και υιοθετήθηκαν και στην Πολιτική Έφεση 274/2009, Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας APAK AGRO INDUSTRIES LTD κ.α. v. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD κ.α. ημερομηνίας 27/04/2016 καθώς και στην υπόθεση Archbold Investment v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ.
- Επομένως εφόσον εν προκειμένω οι εναγόμενοι δεν έχουν ορίσει το χρέος το οποίο αφορούσε η πληρωμή που έγινε και κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να συναχθεί από άλλες περιστάσεις. Συγκεκριμένα, από το Τεκμ. 17, δεν προκύπτει έναντι ποιού λογαριασμού θα έπρεπε να καταλογιστεί η πληρωμή. Ούτε ο ίδιος ο εναγόμενος 2, καθόρισε με οποιοδήποτε ρητό τρόπο τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Περαιτέρω, δεν πρέπει να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ο ίδιος ο εναγόμενος 2, πέρα από τις οφειλές για τις οποίες ευθυνόταν ως Πρωτοφειλέτης, ευθύνεται και ως εγγυητής και/ή ενυπόθηκος εγγυητής σε υποχρεώσεις της Εταιρείας. Με βάση τους σχετικούς όρους της Συμφωνίας Εγγύησης, ο εναγόμενος 2 με βάση την εγγύηση ευθύνεται ως αν να ήταν Πρωτοφειλέτης. Επομένως, οι ενάγοντες ασκώντας το σχετικό τους δικαίωμα κατά βούληση, πίστωσαν το ποσό των £100.000= έναντι του επίδικου λογαριασμού. Άλλωστε όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, η σχετική πίστωση αποβαίνει σε όφελος των εναγομένων στην παρούσα υπόθεση. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω συμφωνώ με τη θέση των εναγόντων ότι το Τεκμ. 17 ουδεμία επίδραση έχει στην αξίωση των εναγόντων που εγείρεται με την παρούσα αγωγή. Ακόμα και αν η θέση των εναγομένων ευσταθούσε και γινόταν δεκτή, η κατάθεση του ποσού των Λ.Κ.100.000= έναντι του επίδικου Δανείου μόνο προς όφελος των εναγομένων αποβαίνει και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο την σχετική αξίωση των εναγόντων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ: Ο κ. Δαμιανός Τσαγγάρης (Μ.Ε.1) κρίνω ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Κατάθεσε χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής και η προσπάθεια του ήταν με απλό, σταθερό και με πειστικό τρόπο πάντοτε, εφόσον παρέπεμπε σε σχετικές καταγραφές σε έγγραφα που είχε καταθέσει ως τεκμήρια, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρότητα και ακρίβεια τα γεγονότα που αφορούν την επίδικη συμφωνία ή τις σχέσεις των εναγόντων με τους εναγομένους και τις μεταξύ τους συμφωνίες και τους όρους των συμφωνιών. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του και παρά τις επίμονες και επαναλαμβανόμενες υποβολές από μέρους των εναγομένων, δεν κλονίστηκαν οι θέσεις του. Αντίθετα, ήταν πηγαίος, σαφής και επεξηγηματικός στα σημεία που του ζητήθηκε να δώσει διευκρινήσεις και σε θέση να απαντήσει με σαφήνεια και χωρίς υπεκφυγές σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2), ήταν και αυτός μάρτυρας της αλήθειας. Χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής επιχείρησε απλά και σταθερά, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρότητα και ακρίβεια την αλήθεια και τα όσα υποστήριξε σε σχέση με το Τεκμ. 17 στο οποίο κυρίως εστιάστηκε η μαρτυρία του. Υποστήριξε τις θέσεις του με αναφορά στα σχετικά τεκμήρια και με παραπομπές σε αυτά. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του και παρά τις επίμονες, επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις και υποβολές και αμφισβητήσεις ως προς τα όσα ανέφερε από μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων τις θέσεις των οποίων προσπάθησε να υποβάλει στον μάρτυρα, η μαρτυρία του και οι θέσεις του δεν κλονίστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα, ήταν πηγαίος, σαφής και επεξηγηματικός στα σημεία που του ζητήθηκε να δώσει διευκρινήσεις και σε θέση να απαντήσει με σαφήνεια και χωρίς υπεκφυγές σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν. Για όσα είχε ρωτηθεί και δεν τα γνώριζε δεν δίστασε να το παραδεχθεί με ειλικρίνεια. Αποδέχομαι για τους πιο πάνω λόγους τη μαρτυρία του. Οι κ.κ. Μιχάλης και Μαρίνος Μουστάκας (Μ.Υ.1 και 2 αντίστοιχα) παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να θέσουν την προσωπική αντίληψη που είχαν σε σχέση με τα δάνεια που είχαν εξασφαλίσει από τους ενάγοντες και τις μεταγενέστερες συμφωνίες τις οποίες συνήψαν ή έγινε προσπάθεια να συναφθούν με τους ενάγοντες. Κρίνω ότι συνειδητά προσπάθησαν να παραποιήσουν την πραγματικότητα που διείπε τις πιο πάνω σχέσεις και υποχρεώσεις τους έναντι των εναγόντων. Τα όσα ο κ. Μιχάλης Μουστάκας (Μ.Υ.1) προσπάθησε κατά την αντεξέτασή του να αποδώσει ως την κατάληξη των συζητήσεων που είχε ακόμα και με τον περιφερειακό διευθυντή των εναγόντων δεν έχουν αποτυπωθεί σε έγγραφο συμφωνία για τους λόγους τους οποίους με σαφήνεια ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2). Παρόμοια αντικρίζονται και σχετικές αναφορές του κ. Μαρίνου Μουστάκα (Μ.Υ.2) κατά την διάρκεια της αντεξέτασής του και πουθενά δεν προκύπτει από έγγραφο για το που θα κατατίθετο το ποσό των £100.000,= που ήταν και στο τέλος της ημέρας η ουσιώδης διαφορά τους με τους ενάγοντες για να καταλήξουν στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Σε πολλά σημεία της αντεξέτασης τους, φάνηκαν να αποφεύγουν συνειδητά να απαντήσουν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν όταν αντιλαμβάνονταν ότι η απάντηση τους θα αποκάλυπτε την αλήθεια και θα ήταν αντίθετη με το σενάριο το οποίο οι ίδιοι θέλησαν να παρουσιάσουν. Η ερμηνεία της Συμφωνίας Διευθέτησης, την οποία έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν προσαρμοσμένη στα προσωπικά τους συμφέροντα και κατά πως οι ίδιοι τα αντιλαμβάνονταν, θέσεις οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν συνάδουν με τα υπόλοιπα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου με τη μαρτυρία της πλευράς των εναγόντων και τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ήταν άτομα που γνώριζαν τις συμφωνίες που συνήψαν με τους ενάγοντες και πως αυτές εξελίχθηκαν, φτάνοντας σε σημείο που η δήλωση της γνώσης τους αυτής θα έφτανε σε παραδοχές επίδικων θεμάτων και/ή θα ήταν αντίθετη με την ερμηνεία που επιθυμούσαν να δώσουν σε σχέση με το Τεκμ.
- Η θέση την οποία εξέφραζαν συνεχώς δεν συνάδει με το ως άνω τεκμήριο ή και σε άλλα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου με τα οποία συγκρούεται η μαρτυρία τους. Γι' αυτούς τους λόγους δεν έχω κανένα δισταγμό να απορρίψω τη μαρτυρία τους. Η μαρτυρία που έγινε προσπάθεια να κατατεθεί εκ μέρους του Πρωτοκολλητή κ. Χαράλαμπου Σκορδή (Μ.Υ.3) τελικά ως τυπικής μορφής έλαβε την μορφή της εκ συμφώνου κατάθεσης των πρακτικών ημερ. 16.11.2005 (Τεκμ. 43) στα πλαίσια της αγωγής 4634/03 κατά την οποία είχαν δηλωθεί παραδεκτά γεγονότα, όπως και η εκ συμφώνου κατάθεση του Τεκμ. 44 που ήταν η δήλωση του κ. Αλέξη Γιαλλουρίδη στα πλαίσια της ίδιας αυτής αγωγής. Η σημασία τους έχει εξηγηθεί κατά την πιο πάνω ανάλυση και δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε οτιδήποτε άλλο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Στην υπόθεση Γεωργίου Παπαγεωργίου v. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd),
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: «οι αρχές του δικονομικού δικαίου, περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd)
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δική διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής.» Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίστηκε ότι: «Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα (βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97)» Στην υπόθεση Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου,
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, τέθηκε ότι: «Η Έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντος (βλ. Κυριακή Μαυρομιχάλη v. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1 Α.Α.Δ. 530) και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει για ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας (βλ. Βοσκού κ.α. v. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695).» Συνοψίζοντας τα ανωτέρω και προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι για τους σκοπούς της απόφασής του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δε συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. (βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Ιασωνίδη
(1970)1 Α.Α.Δ. 180, Τηλέμαχος Γεωργιάδης κ.ά. ν. Οδυσσέα Πατσαλίδη κ.ά. (1959-1960) 24 Α.Α.Δ. 275, Χριστάκης Λουκαΐδης ν. C.D. Hay & Sons
(1971)1 Α.Α.Δ. 134, Νίκος Έλληνας ν. Αθανασίας Γιαννή κ.ά.
(1958)23 Α.Α.Δ. 22, A.D. Hotel & Catering Ltd v. Τάκη Πηλαβά
(1982)1 Α.Α.Δ. 81, Federal Bank of Lebanon (SLA) v. Σιακόλα
(2011)1 Α.Α.Δ. 1422). Στην παρούσα υπόθεση, οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους εγείρουν ουσιαστικά δύο ισχυρισμούς, την Υπεράσπιση του δεδικασμένου και την μείωση των υποχρεώσεων του Συγκροτήματος Μουστάκα συνολικά στις Λ.Κ.100.000= μετά την μεταβίβαση των δύο ακινήτων στους ενάγοντες από τον εναγόμενο 2 κατ' εφαρμογή με βάση τους ισχυρισμούς τους του Τεκμ. 17. Κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και 2 από τον συνήγορο των εναγομένων, υποβλήθηκε στους μάρτυρες και προωθήθηκε η θέση ότι οι Υποθήκες Α, Β και Γ δεν εξασφαλίζουν το επίδικο Δάνειο αφού δόθηκαν για άλλες διευκολύνσεις. Πουθενά ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επ' αυτού ως εκτός των δικογράφων. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγομένων, οι τελευταίοι αναφέρονται σε «απειλές» από τους ενάγοντες για αποκάλυψη «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε από τους εναγόμενους και ούτε η θέση τους προωθήθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων αλλά και κατά την κυρίως εξέταση των μαρτύρων της Υπεράσπισης. Επομένως κρίνω ότι το αιτητικό της Ανταξίωσης «1 β» των εναγομένων δεν έχει προωθηθεί και απορρίπτεται. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), του υποβλήθηκε από τον συνήγορο των εναγομένων η θέση τους για καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Μία τέτοια θέση δεν έχει δικογραφηθεί δεόντως ώστε να δύναται το Δικαστήριο να λάβει υπ' όψιν του μία τέτοια Υπεράσπιση και τυχόν συνέπειες που μπορεί να έχει στην αξίωση των εναγόντων. Ανεξάρτητα όμως από αυτά ο μάρτυς ανέφερε, απαντώντας στο πιο πάνω ερώτημα, ότι αποτελεί συνήθη πρακτική της Τράπεζας μετά τον τερματισμό τραπεζικών διευκολύνσεων να προσπαθεί μαζί με τους Πρωτοφειλέτες και παρόχους εξασφαλίσεων να εξεύρει διευθέτηση πριν τη λήψη δικαστικών μέτρων παρόλον ότι ο ίδιος δεν μετείχε σε αυτές τις διαπραγματεύσεις. Ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2) ως πρόσωπο που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για διευθέτηση των υποχρεώσεων του Συγκροτήματος Μουστάκα, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι αυτές έλαβαν χώρα και διήρκησαν μεγάλο χρονικό διάστημα. Σχετική είναι η μαρτυρία του στις παραγράφους 12 μέχρι 21 της δήλωσης του (Έγγραφο Β), όπου κατέθεσε και σχετικά τεκμήρια. Τα όσα ο Μ.Ε. 2 ανέφερε στο Δικαστήριο δεν αντικρούστηκαν από την Υπεράσπιση και ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία από μέρους τους για απόδειξη του αντιθέτου. Καθοριστική για το υπό εξέταση θέμα είναι η υπόθεση Κυριάκου v. Αναστασίου,
(2013)1 Α.Α.Δ. 148. Στην υπό αναφορά απόφαση, το Ανώτατο έθεσε ως ακολούθως το ζήτημα: «Όσον αφορά τον ισχυρισμό για την καθυστερημένη έγερση της απαίτησης κατά τρόπο που να ενεργοποιείται η υπεράσπιση του lashes, έκρινε (εννοεί το Πρωτόδικο Δικαστήριο) ότι δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί κάτι τέτοιο, αφενός διότι ο εφεσείων δεν ισχυρίστηκε ότι είχε παραγραφεί η αξίωση για το επίδικο χρέος και αφετέρου διότι ο εφεσίβλητος δεν συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο που αν υποδήλωνε αναμφισβήτητη εγκατάλειψη του δικαιώματος του. [.] Αρχίζοντας την εξέταση των λόγων έφεσης από την υπεράσπιση του lashes, (προερχόμενη η λέξη από την Νορμανδική Γαλλική «lasches» ήτοι οκνηρία, αμέλεια), κρίνεται ότι ορθά το Δικαστήριο διέκρινε ότι η υπεράσπιση αυτή έχει εφαρμογή μόνο στο δίκαιο της επιείκειας και όχι όταν προνοείται νομοθετική περίοδος παραγραφής, αφορά δε την εγκατάλειψη δικαιώματος λόγω παρόδου υπερβολικού χρόνου διεκδίκησης αξίωσης όταν από την απραξία αυτή έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του αντιδίκου, με την απώλεια μαρτυρίας έγγραφης ή ζώσης.» Τα ίδια αναφέρονται και στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση αυτή αποσαφηνίζεται περαιτέρω «ότι η υπεράσπιση της ολιγωρίας (lashes) έχει εφαρμογή μόνο όπου επιδιώκεται θεραπεία της επιείκειας (equitable remedy), η οποία δεν καλύπτεται από τον Περί Παραγραφής Νόμο.» Στη βάση επομένως των πιο πάνω μια τέτοια υπεράσπιση δεν έχει έρεισμα στην παρούσα υπόθεση. Η Σύμβαση Εγγύησης, οι Υποθήκες Α, Β και Γ και η Γενική Συμφωνία υπάρχει, οι Εναγόμενοι δεν απώλεσαν οποιαδήποτε μαρτυρία ή δυσκολεύτηκαν να την παρουσιάσουν και η Τράπεζα ήγειρε την αξίωση της στις 03.02.2011, σε περίοδο που δεν ίσχυε οποιαδήποτε περίοδος παραγραφής, ενόψει των περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου του 1964 (Ν. 54/1964), του Περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1990 (Ν. 217/1990)και του Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 2002 (Ν. 110 (Ι)/2002). Προς το σκοπό εξέτασης μιας τέτοιας υπεράσπισης πρέπει να εξετάζεται και να εντοπίζεται απραξία και αναμφισβήτητη εγκατάλειψη δικαιώματος. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καμία τέτοια εγκατάλειψη δεν συνάγεται. Όπως ανέφερε πλήρως και εμπεριστατωμένα ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2), το γεγονός του τερματισμού δεν συνεπάγεται για την Τράπεζα την άμεση λήψη μέτρων, αλλά οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης διευθέτησης συνεχίζονται. Η κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά τις δεδομένα και γεγονότα που την περιβάλλουν. Όπως ανέφερε, ακόμα και μετά τον τερματισμό της επίδικης διευκόλυνσης και ενόψει του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι είχαν και άλλες υποχρεώσεις στους ενάγοντες, οι οποίες είχαν τερματιστεί, οι τελευταίοι είχαν με τους εναγόμενους συζητήσεις και συναντήσεις προς τον σκοπό εξεύρεσης τρόπου διευθέτησης. Οι προσπάθειες αυτές συνεχίστηκαν ακόμα και μετά την υπογραφή του Τεκμ.
- Προς τούτο ο κ. Αλέξης Γιαλλουρίδης (Μ.Ε.2) κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικές σημειώσεις του ιδίου αλλά και συναδέλφων του για συναντήσεις και συζητήσεις που έλαβαν χώρα με τους εναγόμενους σε μία προσπάθεια διευθέτησης των υποχρεώσεων τους. Σε σχέση με το ζήτημα της επιβολής τόκου και του ύψους του παραπέμπω σε σχετικές πρόνοιες του περί Τόκου Νόμος και το άρθρο 6
(1)του Νόμου αυτού (Ν. 2/1977): Το άρθρο 6
(1)του ως άνω αναφερόμενου Νόμου, αναφέρει:- «Το ποσόν το οποίο δύναται να ανακτηθεί δι' αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ό τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος» Σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι επιβεβλημένο να γίνει η διάκριση κατά πόσο πρόκειται για δάνειο ή για τρεχούμενο λογαριασμό. Στην υπόθεση Ευγενία Παπαχριστοφόρου κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A743, Πολιτική Έφεση 331/2010, ημερομηνίας 11/11/2015 το Ανώτατο Δικαστήριο, με σχετικές παραπομπές στην υπόθεση Archbold Inv. Ltd κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084, όπου αποφασίστηκε ότι το άρθρο 6
(1)του Ν. 2/77 τυγχάνει εφαρμογής όταν το κεφάλαιο είναι σταθερό, αποφάνθηκε ότι στην υπό εκδίκαση υπόθεση, επειδή ακριβώς ο επίδικος λογαριασμός ήταν λογαριασμός παρατραβήγματος και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν ήταν σταθερό, ένεκα των συνεχών χρεοπιστώσεων με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σταθερό κεφάλαιο, αποφάνθηκε ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση και οδηγώντας σε επιτυχία την αντέφεση, ότι το άρθρο 6
(1)του Ν. 2/77 επί του οποίου στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν τυγχάνει εφαρμογής. Ως συνάγεται από τα ανωτέρω και εν' όψει του γεγονότος ότι η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση συνιστά δάνειο και άρα υπάρχει σταθερό κεφάλαιο, η πιο πάνω διάταξη του Νόμου τυγχάνει εφαρμογής. Η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση τερματίστηκε όμως στις 11.12.1998 (Τεκμ. 13), ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/1999), που δημοσιεύτηκε στις 31.12.1999 και τέθηκε σε ισχύ στις 01.01.2001, ο πιο πάνω αναφερόμενος νεότερος Νόμος, ο οποίος κατάργησε οποιοδήποτε περιορισμό σε σχέση με τον τόκο που αξιώνεται, δεν τυγχάνει εφαρμογής. Επομένως οι ενάγοντες οφείλουν να περιορίσουν την απαίτηση τους στο διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Αυτός ήταν και ο λόγος που στην παράγραφο 26 της δήλωσης του κ. Δ. Τσαγγάρη (Έγγραφο Α) οι ενάγοντες περιορίζουν την αξίωση τους στο ποσό των €466.450,05σ. που αποτελεί το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Συγκεκριμένα με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 16), το υπόλοιπο οφειλόμενο του Λογαριασμού Δανείου ανέρχεται σε €375.242,50 πλέον τόκο προς 8% επί του ποσού των €174.279,21 από 01.01.2016 μέχρι εξοφλήσεως με μέγιστο ποσό πληρωμής το ποσό των €466.450,05σ. Η πιο πάνω εισήγηση υιοθετήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου, ανωτέρω, όπου ανέφερε για τραπεζική διευκόλυνση που συνομολογήθηκε και τερματίστηκε ενόσω ήταν σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος και ενώ η απόφαση εκδόθηκε το 2010, ήτοι ενόσω ήταν σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης Νόμος ότι: «Είμαστε της γνώμης ότι ο Ν. 160(Ι)/1999δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση δεδομένου ότι αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ. Η ισχύς του, αρχίζει από 01.01.2001 και συνεπώς δεν καλύπτει τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης που αφορά διαφορά του
- Υπενθυμίζουμε ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία τερματίστηκε στις 22.08.1997.» Επομένως η ρύθμιση της επίδικης συμφωνίας δεν υπάρχει αμφιβολία ότι διέπεται από τον περί Τόκου Νόμο (Ν.2/1977). Με βάση τον όρο 2 του Τεκμ. 4, η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση θα χρεωνόταν ο με τόκο προς 8,5% τον χρόνο πάνω σε ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Ο σχετικός όρος ήταν εντός των ορίων των διατάξεων του περί Τόκου Νόμου και συγκεκριμένα του Άρθρου 3 αυτού που προβλέπει ανώτατο επιτόκιο 9%. Ο ίδιος όρος της συμφωνίας προέβλεπε και το δικαίωμα της Τράπεζας για κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές τον χρόνο σε περίπτωση που το επέτρεπε η σχετική νομοθεσία. Τέλος, ο ίδιος όρος προβλέπει και το δικαίωμα της Τράπεζας «οποτεδήποτε αποφασίσει να αυξομειώνει το ποσοστό επιτοκίου που αναφέρεται πιο πάνω μέσα στα όρια του νόμιμου επιτοκίου που ισχύει κάθε φορά, με γραπτή ειδοποίηση προς τον χρεώστη [.]». Με την κατάθεση του Τεκμ. 16, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, οι ενάγοντες απέδειξαν ότι για ολόκληρη την περίοδο που φαίνεται στο σχετικό τεκμήριο, ήτοι από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού στις 24.10.1997 μέχρι και τις 31.12.2015 ότι δεν προέβηκαν σε χρέωση του επίδικου λογαριασμού δανείου με επιτόκιο πέραν του νόμιμου ανώτατου επιτρεπτού (9%) ήτοι χρέωνε τον επίδικο λογαριασμό Δανείου με επιτόκιο 8%. Αν και η Τράπεζα διατηρούσε το συμβατικό δικαίωμα να προχωρεί σε αυξήσεις του χρεωστικού επιτοκίου, πάντοτε εντός των πλαισίων της ισχύουσας νομοθεσίας εφαρμόζοντας τη συγκεκριμένη πρόνοια του όρου 2 της σύμβασης αν και με την επιστολή τερματισμού (Τεκμ. 13) οι ενάγοντες ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι ο Λογαριασμός Δανείου θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο 9%, δηλαδή άσκησε το συμβατικό της δικαίωμα για αύξηση αυτού, με το Τεκμ. 16 περιόρισε την απαίτηση της αφήνοντας το επιτόκιο ακόμα και μετά τον τερματισμό στο 8%. Καθοδηγητική είναι η απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γιώργου Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, απόφαση ημερομηνίας 17/10/
- Για το δικαίωμα της Τράπεζας να μεταβάλλει το επιτόκιο ασκώντας συμβατικό δικαίωμα ακόμα και με τον τερματισμό, παραπέμπουμε στην υπόθεση Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 194. Όσον αφορά την κεφαλαιοποίηση του τόκου, καταρχήν είναι ξεκάθαρο ότι με τον Ν. 2/1977 δεν παρεχόταν δυνατότητα στην Τράπεζα να προβαίνει σε κεφαλαιοποιήσεις του τόκου. Στην επίδικη συμφωνία, το δικαίωμα της Τράπεζας για κεφαλαιοποίηση προβλέπει ρητά ότι οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούνται την 30ην Ιουνίου και/ή την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, νοουμένου ότι η τοιαύτη κεφαλαιοποίησης δεν θα αντίκειται προς την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία. Με βάση την αναδομημένη κατάσταση που η Τράπεζα έχει καταθέσει ως Τεκμ. 16, διαφαίνεται ότι δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε κεφαλαιοποίηση. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στη βάση της πιο πάνω αποδεχτής μαρτυρίας από πλευράς των εναγόντων καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα: (α) Οι ενάγοντες απέδειξαν τόσο την κατάρτιση των επίδικων συμφωνιών αλλά και την παραχώρηση της τραπεζικής διευκόλυνσης του Δανείου. (β) Για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού (Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1466). Η προϋπόθεση εντούτοις αυτή δεν είναι ασύνδετη με τους όρους της εκάστοτε επίδικης συμφωνίας που διέπουν τις μεταξύ των μερών σχέσεις. Σχετικός επί του θέματος είναι ο όρος 11 και 14 του Τεκμ. 4 καθώς και ο όρος 10 του Τεκμ.
- Οι Ενάγοντες, απέδειξαν την αποστολή των επιστολών τερματισμού (Τεκμ. 13) καθώς και των επιστολών Τεκμ.
- (γ) Οι Ενάγοντες απέδειξαν το ύψος του ποσού που αξιώνουν με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσαν ως Τεκμ.
- Η τακτική να κατατίθενται αναδομημένοι και αναθεωρημένοι λογαριασμοί από μόνη της δεν πλήττει ούτε την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά ούτε και την υπόθεση των εναγόντων. Η τακτική αυτή ακολουθείται κατά την ακρόαση ή και την απόδειξη υπόθεσης με σκοπό να διαφανεί το πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην υπόθεση Γ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, λέχθηκαν τα εξής: «Ο εφεσείων παραπονείται ότι το δικαστήριο για να διαμορφώσει τα πιο πάνω ποσά, έλαβε υπόψη την αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 35, η οποία όχι μόνο ήταν εκτός δικογράφων, αλλά ούτε καν είχε αποδειχθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Ο Εφεσείων θεωρεί την όλη απαίτηση της Τράπεζας, όπως τελικά διαμορφώθηκε μέσα από 4 αναδομημένους λογαριασμούς, ως «αβέβαιη και ατεκμηρίωτη» και ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα αγνόησε τη συνεχή διαφοροποίηση των λογαριασμών που παρουσίασε η τράπεζα. Οι λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν. Δεν συμφωνούμε με το δικηγόρο του Εφεσείοντος, ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση ήταν εκτός δικογράφων. Εκείνο που συνέβη, ήταν ότι μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης, η τράπεζα έκρινε, μετά από αναδόμηση των λογαριασμών, ότι θα έπρεπε να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω. Δεν βλέπουμε γιατί αυτή η ενέργεια θα πρέπει να θεωρηθεί εκτός δικογράφων. Αυτός ακριβώς είναι ένας από τους σκοπούς των δικογράφων:- τα μέρη αφού αντιπαραβάλλουν τους ισχυρισμούς τους, διαμορφώνουν τις θέσεις τους με απώτερο πάντα σκοπό την επίλυση της διαφοράς. Πέραν τούτου, τα δικόγραφα δεν περιέχουν μαρτυρία και ως εκ τούτου η λεπτομέρεια των ισχυρισμών τίθεται σε κατοπινό στάδιο ενώπιον του δικαστηρίου, με μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση, τα δικόγραφα καλύπτουν πλήρως την επίδικη διαφορά. Το δικαστήριο είχε την εξουσία, ανάλογα με τη μαρτυρία που αποδέχθηκε, να διαφοροποιήσει προς τα κάτω τα ποσά για τα οποία θα εξέδιδε απόφαση. Ούτε με την καταχώρηση αναδομημένων λογαριασμών δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Δεν διαπιστώνουμε να έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε ασάφεια.» Από την όλη μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διάφανη να γίνονται χρεώσεις εις βάρος της Εταιρείας για ποσά ανύπαρκτα ή να μην πιστώνονται πληρωτέα από αυτούς ποσά. Το Τεκμ. 15 και η αναδομημένη κατάσταση (Τεκμ. 16), περιέχουν όλες, μια προς μια, τις χρεοπιστώσεις του επίδικου λογαριασμού καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του μέχρι και τις 31.12.
- Ο τρόπος ετοιμασίας του Τεκμ. 16 έχει αναλυτικά και διεξοδικά επεξηγηθεί από τον κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1). Η Τράπεζα τηρεί τραπεζικό βιβλίο τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή και στο εν λόγω βιβλίο περιέχονται όλες οι συναλλαγές και πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού. Οι πιο πάνω αναφερόμενες καταχωρήσεις έγιναν και γίνονται κατά την κανονική και συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Η αναδομημένη κατάσταση (Τεκμ. 16), δημιουργήθηκε, λαμβάνοντας και πάλιν υπ' όψιν όλες τις χρεοπιστώσεις των συναλλαγών της Εταιρείας με την Τράπεζα που περιλαμβάνονται στο Τεκμ. 15 αφού αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις ανατοκισμού, επιτόκια που δεν νομιμοποιείτο να αξιώνει η Τράπεζα και γενικά κάθε τέτοια χρέωση. (δ) Η Υπεράσπιση του δεδικασμένου των εναγομένων ομοίως δεν έχει αποδειχθεί για τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω. (ε) Τέλος, η Υπεράσπιση των εναγομένων για εξόφληση των υποχρεώσεων τους και/ή μείωση αυτών στο ποσό των Λ.Κ.100.000= στη βάση του Τεκμ. 17 και πάλι δεν έχει αποδειχθεί. Οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης παρέμειναν γενικοί, αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και μετέωροι και σε πλήρη αντίθεση και σύγκρουση με την προσαχθείσα μαρτυρία και κυρίως τα τεκμήρια που κατατέθηκαν από μέρους των εναγόντων προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Στη βάση όλων των ανωτέρω όπως προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η Υπεράσπιση των εναγομένων έχει καταρριφθεί, οι ισχυρισμοί τους δεν έχουν αποδειχθεί και ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση τους εναντίον όλων των εναγομένων με την μαρτυρία που έχουν προσκομίσει στο Δικαστήριο και επομένως δικαιούνται απόφαση σύμφωνα με την απαίτηση τους όπως την έχουν διαμορφώσει κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται απόφασης ως οι αξιώσεις τους. Εκδίδεται απόφαση και διατάγματα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ως ακολούθως: (α) €375.242,50σ. πλέον τόκοι προς 8% επί του ποσού των €174.279,21σ. από 01.01.2016 μέχρι εξοφλήσεως, με μέγιστο ποσό πληρωμής το ποσό των €466.450,05σ. (β) Διάταγμα εναντίον της εναγομένης 4 με το οποίο διατάσσεται η εκποίηση των υποθηκών Υ 263/1994 και Υ 2190/1980 και τη με δημόσιο πλειστηριασμό πώληση των ακινήτων που καλύπτονται από τις πιο πάνω υποθήκες και τη διάθεση του καθαρού προϊόντος αυτής της πώλησης προς ικανοποίηση και/ή και έναντι των ως άνω αξιώσεων των εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να επιστραφεί στην εναγομένη
- (γ) Διάταγμα εναντίον του εναγομένου 2 που να διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης Υ5782/1996 και τη με δημόσιο πλειστηριασμό πώληση των ακινήτων που καλύπτονται από την πιο πάνω υποθήκη και τη διάθεση του καθαρού προϊόντος αυτής της πώλησης προς ικανοποίηση και/ή έναντι των ως άνω αξιώσεων των εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να επιστραφεί στον εναγόμενο
- Στη βάση της πιο πάνω κατάληξης μου είναι επόμενο ότι η ανταξίωση των εναγομένων δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για τα έξοδα εν' όψει της εκδίκασης της μαζί με την αγωγή. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.) ................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Τραπεζικές Διευκολύνσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο