ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΟΥ ν. ADBOARD MEDIA LTD, Αρ. Αγωγής: 4361/12, 20/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A155 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4361/12 Μεταξύ: ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΟΥ Ενάγοντας -και- ADBOARD MEDIA LTD Εναγόμενοι Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα. Ε Χαραλάμπους για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Α. Πετρίδης για Πολύκαρπος Πετρίδης & Σια Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Έγγραφες Προτάσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο Ενάγων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν και είναι ο ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος σε εγγραφή του ακινήτου, με αριθμό εγγραφής 0/15350, Φ/ΣΧ 55/34, Τμήμα: 0, Τεμάχιο:
- (Στο εξής το ακίνητο). Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι, εταιρεία νομίμως συσταθείσα στην Κύπρο, η οποία ασχολείται με την τοποθέτηση και ενοικίαση διαφημιστικών πινακίδων, εισήλθαν παράνομα, χωρίς την άδεια και εξουσιοδότηση του στο ακίνητο του και από δική τους αμέλεια και λανθασμένη εκτίμηση τοποθέτησαν διαφημιστική πινακίδα τεραστίων διαστάσεων. Στις λεπτομέρειες αμέλειας των εναγόμενων, ο Ενάγων αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι τοποθέτησαν τη διαφημιστική πινακίδα στο ακίνητο του ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν έχουν δικαίωμα να το πράξουν χωρίς την άδεια του και χωρίς να φροντίσουν προηγουμένως να εξασφαλίσουν την εξουσιοδότηση του κατόχου και/ή πραγματικού ιδιοκτήτη. Ο Ενάγοντας θέτει περαιτέρω ότι η τοποθέτηση της διαφημιστικής πινακίδας στο ακίνητο του ήταν παράνομη, συνιστούσε παράνομη επέμβαση, για την οποία δικαιούται να αξιώνει αποζημιώσεις ονομαστικές και συμβολικές. Ο Ενάγων αντιλήφθηκε την παράνομη επέμβαση των εναγόμενων στο ακίνητο του στις 3.04.12, ζητώντας δια μέσου του δικηγόρου του, την άρση της παράνομης επέμβασης και την απομάκρυνση της διαφημιστικής πινακίδας από αυτό. Κατά την ίδια μέρα, συμφωνα με τον Ενάγονταοι Εναγόμενοι εισήλθαν παράνομα στο ακίνητο και απομάκρυναν τη διαφημιστική πινακίδα. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου για τη χρήση όμοια με τη χρήση που έκαναν παράνομα οι Εναγόμενοι σ' αυτό, δηλαδή την τοποθέτηση της διαφημιστικής πινακίδας, είναι 2000 ετησίως, ποσό το οποίο αξιώνει στο τετραπλάσιο, ισχυριζόμενος ότι η παράνομη χρήση του ακινήτου διήρκησε για 4 χρόνια. Οι Εναγόμενοι αντέδρασαν με την καταχώρηση έκθεσης Υπεράσπισης. Με την Υπεράσπιση τους απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και εξηγούν ότι η διαφημιστική πινακίδα τοποθετήθηκε μετά από υπόδειξη του ιδιοκτήτη του γειτονικού επίδικου τεμαχίου, κύριου Ανδρέα Κωνσταντίνου, ο οποίος υπέδειξε σε αυτούς το ακριβές σημείο για να την τοποθετήσουν. Ισχυρίζονται ότι με την έγερση της αγωγής, ο Ενάγων προσπαθεί να εκμεταλλευτεί ένα περιστατικό, για το οποίο οι Εναγόμενοι ουδεμία ευθύνη έχουν. Εξηγούν δε, ότι οι ίδιοι τοποθέτησαν την πινακίδα τους, θεωρώντας ότι αυτή τοποθετείται στο ακίνητο 712, ιδιοκτησίας του Ανδρέα Κωνσταντίνου, με τον οποίο είχαν προβεί σε έγγραφη συμφωνία για τον σκοπό αυτόν. Σε σχέση με την αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι με επιστολή τους δια των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 5.04.12, πληροφόρησαν τον Ενάγοντα ότι καμιά διαφημιστική πινακίδα εντός του ακινήτου του δεν υπάρχει, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς για επέμβαση, ως αυτοί τέθησαν από τον Ενάγοντα. Στην κατακλείδα τους εκφράζουν την πεποίθηση ότι ο Ενάγων δεν δικαιούται τις αιτούμενες αξιώσεις, θέτοντας θέμα κακοπιστίας έγερσης της αγωγής, απορρίπτοντας την ως νομικά αβάσιμη. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν με την καταχώρηση απάντησης στην Υπεράσπιση, η οποία υιοθετεί τους ισχυρισμούς της εκθέσεως απαιτήσεως και απορρίπτει αντίστοιχα τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης ως άσχετους με τα επίδικα θέματα. Η Ακροαματική Διαδικασία Η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Μ.Ε.1.- Ο Ενάγων Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε με τη μαρτυρία του Ενάγοντα, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση και αντεξετάστηκε. Ο Ενάγων ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου που περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης, το οποίο εγγράφηκε επ' ονόματι του στις 7.03.
- Εξήγησε ότι η κατοχή του ακινήτου περιήλθε στον ίδιο πολλές δεκαετίες προηγουμένως και συγκεκριμένα από το 1961 και ότι στην πορεία μεταβιβάστηκε και ενεγράφηκε επ' ονόματι του το
- Διευκρίνισε ότι το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της αποβιώσασας συζύγου του, η οποία κοιμήθηκε στις 4.09.
- Εξήγησε ότι τόσο όσο ζούσε η γυναίκα του, όσο και μετά τον θάνατο της και μέχρι τη μεταβίβαση του στο όνομα του ιδίου ως κληρονομιά, κάτοχος του ακινήτου ήταν ο ίδιος, το οποίο μάλιστα πριν επηρεαστεί από τον δρόμο, το έσπερνε με σιτάρι και κριθάρι. Εξήγησε ότι στις 8.05.08 και ενώ το ακίνητο ήταν στην απόλυτη κατοχή του, οι Εναγόμενοι εισήλθαν παράνομα χωρίς εξουσιοδότηση και χωρίς άδεια και μετά από δική τους αμέλεια και λανθασμένη εκτίμηση, τοποθέτησαν πινακίδα τεραστίων διαστάσεων, η οποία ήταν ορατή από μεγάλη απόσταση. Ο Ενάγων ανέφερε ότι η τοποθέτηση της διαφημιστικής πινακίδας στο ακίνητο του είναι παράνομη και συνιστά παράνομη επέμβαση, για την οποία εξέφρασε την πεποίθηση ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις. Ανέφερε ότι στις αρχές του Απριλίου του 2012, αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι οι Eναγόμενοι παρενέβηκαν στο ακίνητο του. Εξήγησε δε ότι γνώριζε τον ιδιοκτήτη του όμορου με αυτό τεμάχιο και συγκεκριμένα τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου 712, τον οποίο και ρώτησε αν γνώριζε οτιδήποτε για την τοποθέτηση της διαφημιστικής πινακίδας στο ακίνητο του. Ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης του όμορου ακινήτου, κύριος Ανδρέας Κωνσταντίνου, πληροφόρησε τον ίδιο ότι στις 8.05.08 υπέγραψε συμφωνία με τους Εναγόμενους για τοποθέτηση διαφημιστικής πινακίδας στο δικό του ακίνητο για περίοδο 3 ετών, με δικαίωμα ανανέωσης από έτος σε έτος. Του εξήγησε δε μάλιστα ότι οι Εναγόμενοι του ζήτησαν τοπογραφικό σχέδιο πριν τοποθετήσουν την πινακίδα στο ακίνητο του, για να είναι βέβαιοι ότι τοποθετείται η πινακίδα τους στο σωστό ακίνητο. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι αντί οι Εναγόμενοι να τοποθετήσουν τη διαφημιστική πινακίδα στο ακίνητο του κυρίου Κωνσταντίνου, τοποθέτησαν την πινακίδα στο δικό του ακίνητο. Ο μάρτυρας δε, κατέθεσε στο σύνολο του 6 Τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1 κατέθεσε τον τίτλο ιδιοκτησίας σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, ως Τεκμήριο 2 , αντίγραφο της συμφωνίας του κυρίου Ανδρέα Κωνσταντίνου με τους Εναγόμενους, ως Τεκμήριο 3, δέσμη φωτογραφιών, στις οποίες φαίνεται διαφημιστική πινακίδα, ως Τεκμήριο 4, επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα, Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ, ως Τεκμήριο 5, απάντηση της επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντα από τους δικηγόρους των εναγόμενων Πολύκαρπος Πετρίδης και Σία, ημερομηνίας 5.04.12 και ως Τεκμήριο 6, επιστολή της Αργεντούλας Ιωάννου, ημερομηνίας 11.4.
- Κατά την αντεξέταση ζητήθηκε από τον μάρτυρας να εξηγήσει σε σχέση με τη δέσμη φωτογραφιών, Τεκμηρίο 3, που κατέθεσε, που βρίσκονται τα σύνορα του ακινήτου του. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι δεν μπορεί να ξεχωρίσει πού αρχίζει και πού τελειώνει το ακίνητο του, ενώ όταν του υποβλήθηκε ότι το ακίνητο δεν ήταν ποτέ στην ιδιοκτησία του, η θέση του ήταν ότι αυτό ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της συζύγου του, η οποία απεβίωσε στις 4.04.
- Σε σχέση δε με τις αναφορές του περί κατοχής του ακινήτου, σε ερώτηση του ευπαίδευτου Συνηγόρου των εναγόμενων, ο μάρτυρας διαφοροποίησε τη θέση του ως αυτή εκφράστηκε κατά την κυρίως εξέταση, λέγοντας ότι από το 2008 και εντεύθεν το ακίνητο δεν σπερνόταν από τον ίδιο, αφού ήταν μια λωρίδα στο πλευρό του αυτοκινητόδρομου. Χαρακτηριστικά δε ανέφερε ότι μια φορά προσπαθώντας να το εντοπίσει με τη σύζυγο του, δεν τα κατάφερε, εξηγώντας ότι η κατασκευή του αυτοκινητόδρομου το αχρήστεψε. Κατά την αντεξέταση δε, αποδέχτηκε ότι το 2008 το ακίνητο ήταν στην κατοχή της συζύγου του. Επί τούτου εξήγησε ότι τα έτη 2008 ‑ 2012 δεν ήταν μεν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου που αυτό ανήκε στη σύζυγο του, ωστόσο μετά τον θάνατο της στις 4.04.09 ξεκίνησε τη διαδικασία για μεταβίβαση αυτού επ' ονόματι του ιδίου, διαδικασία που διήρκησε περίπου 15 μέρες. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση, ο Ενάγων αποδέχτηκε ότι γνώριζε πολύ πριν την καταχώρηση της αγωγής για την ύπαρξη της πινακίδας, αλλά ουδέν έπραξε. Περαιτέρω παραδέχτηκε ότι ενώ είχε δει την ταμπέλα στο ακίνητο του από το 2008, ωστόσο δεν προέβη σε καμιά ενέργεια λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε η νύμφη του, τα οποία εν τέλει οδήγησαν και στον θάνατο της και ως εκ τούτου ο ίδιος έθεσε ως προτεραιότητα του τη στήριξη του παιδιού του και όχι το ακίνητο. Μ.Ε.2 - Ανδρέας Κωνσταντίνου Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε ο κύριος Ανδρέας Κωνσταντίνου, ο οποίος ανέφερε ότι στις 8.05.08 σύναψε συμφωνία με τους Εναγόμενους για την ενοικίαση ενός ακινήτου, σε σχέση με την τοποθέτηση μιας διαφημιστικής πινακίδας σ' αυτό. Αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο 2 ως το έγγραφο που υπέγραψε με τους Εναγόμενους, δήλωσε ότι υπέδειξε σε αυτούς το ακίνητο του, χωρίς εν τελεί να γνωρίζει πού οι ίδιοι τοποθέτησαν τη διαφημιστική πινακίδα. Κατά την αντεξέταση παραδέχτηκε ότι δεν γνωρίζει τα όρια του ακινήτου του. Η πλευρά των εναγόμενων δεν προσκόμισε καμιά μαρτυρία και αφού εκδικάστηκαν δύο ενδιάμεσες αιτήσεις, η υπόθεση οδηγήθηκε σε αγορεύσεις. Αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους στο Δικαστήριο, με αναφορά στα επί μέρους ζητήματα της υπόθεσης, μέσα από τη δική του σκοπιά, καταλήγοντας αναπόφευκτα σε εκ διαμέτρου αντίθετα αποτελέσματα. Για την πλευρά του Ενάγοντα, οι ευπαίδευτοι Συνήγοροι του, θεωρούν ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί είναι αληθής και αξιόπιστη και θέτουν ευθέως ότι η αντεξέταση ήταν παθητική χωρίς να αμφισβητηθεί κανένα επί της ουσίας θέμα. Αναφέρουν δε, ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα, του κύριου μάρτυρα δηλαδή της υπόθεσης, όχι μόνο δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση, αλλά ούτε και αντικρούστηκε από οποιανδήποτε μαρτυρία εκ μέρους των εναγόμενων, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο η μαρτυρία του έμεινε αναντίλεκτη. Ιδιαίτερη μνεία δε, γίνεται στην επιλογή των εναγόμενων να μην προσκομίσουν αντίθετη μαρτυρία με αυτήν του Ενάγοντα. Είναι η θέση των ευπαίδευτων Συνηγόρων του Ενάγοντα ότι η ενέργεια τους αυτή στέρησε στο Δικαστήριο το δικαίωμα της αντίθετης άποψης, αλλά άφησε και τις θέσεις του ανυποστήρικτες και μετέωρες, αφού το μόνο που έχει αυτήν τη στιγμή το Δικαστήριο ενώπιον του είναι τα όσα προέκυψαν από την αντεξέταση, τα οποία όμως κατά τη θέση των Συνηγόρων σε καμιά περίπτωση δεν είναι αρκετά για να καταστρέψουν την αξιοπιστία από την προσκομισθείσα εκ μέρους του Ενάγοντα μαρτυρία και όσα προέκυψαν από αυτήν. Περαιτέρω, οι ευπαίδευτοι Συνήγοροι αναφέρουν ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιανδήποτε μαρτυρία για να αποσείσουν το «αποδεικτικό βάρος απόδειξης», όπως το ονομάζουν, στους οποίους μεταφέρθηκε από το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ως προς την παράνομη επέμβαση αυτών στο ακίνητο του Ενάγοντα. Συμπέρασμα, το οποίο εισηγούνται ότι εξάγεται αβίαστα τόσο από την έκθεση απαίτησης, όσο και από τη μαρτυρία του Ενάγοντα. Θέτουν δε ότι από την έκθεση Υπεράσπισης γίνεται παραδοχή εκ μέρους των Εναγομένων ότι η διαφημιστική πινακίδα τοποθετήθηκε στο ακίνητο του Ενάγοντα, κατόπιν υπόδειξης του χώρου από τρίτο πρόσωπο. Σε σχέση με τη νομική πτυχή του ζητήματος, οι ευπαίδευτοι Συνήγοροι του Ενάγοντα, με αναφορά στη νομολογία, θεωρούν ότι ο Ενάγων νομιμοποιείται την έγερση της αγωγής, αφού ξεκαθαρίζουν ότι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης στρέφεται κατά της κατοχής και όχι της ιδιοκτησίας, υποδεικνύοντας τη θέση του Ενάγοντα ότι από το 1961 ήταν κάτοχος του ακινήτου και το έσπερνε με κριθάρι. Θέτουν δε περαιτέρω ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε στον Ενάγοντα το 2012, ενώ ο ίδιος κατέστη νόμιμος δικαιούχος αυτού, βάσει κληρονομικής διαδοχής και εν δυνάμει ιδιοκτήτης του πολύ πιο πριν. Εξηγεί δε το γεγονός ότι η εγγραφή επ' ονόματι του Ενάγοντα έλαβε χώρα το 2012, αυτή είναι λόγω προσωπικών κωλυμάτων και ευτελούς σημασίας. Σε σχέση δε με το ζήτημα των αποζημιώσεων, με αναφορά στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου -ν- Αρχής Λιμένων
(1992)1AAΔ 882, θεωρούν ότι το μέτρο της αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο κάτοχος από τη χρήση γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Στον αντίποδα με την αγόρευση των ευπαίδευτων Συνηγόρων των εναγόμενων, θέτουν ευθέως ότι ο Ενάγων δεν δικαιούται να αξιώνει ως η απαίτηση του, αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ιδιοκτήτης, αλλά ούτε και κάτοχος του ακινήτου για το οποίο ζητά αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, παραπέμποντας στις απαντήσεις και θέσεις του Ενάγοντα κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Με αυτήν την εισήγηση η πλευρά των εναγόμενων θέτει ευθέως ότι ακόμα και αν ήθελε να αποδειχθεί η υπόθεση του Ενάγοντα επί της ουσίας, ο ίδιος δεν δικαιούται στη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Η πλευρά των εναγόμενων δε, κάνει λόγο και σε σχέση με την κακοπιστία του Ενάγοντα στην έγερση της υπό εξέταση υπόθεσης, αναφέρει ότι το Τεκμήριο 6, που ο ίδιος ο Ενάγων κατέθεσε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του στο Δικαστήριο, επιστολή των δικηγόρων του ιδίου, απλή ανάγνωση της οποίας κατά τον ευπαίδευτο Συνήγορο των εναγόμενων, καταδεικνύει την κακοπιστία του Ενάγοντα. Επί τούτου του σημείου στέκεται σε 2 αναφορές. Η πρώτη αφορά την παράγραφο 2 της επιστολής, στην οποία γίνεται αναφορά περί απομάκρυνσης της πινακίδας στις 3.04.12., υποδεικνύοντας ότι η αγωγή καταχωρήθηκε 6 και πλέον μήνες μετά την κατ' ομολογία απομάκρυνση της πινακίδας. Η δεύτερη επισήμανση από τον ευπαίδευτο Συνήγορο των Εναγομένων γίνεται με αναφορά στην παράγραφο 4 της επιστολής, με την οποία ως θέτουν οι Συνήγοροι των εναγόμενων, τέθηκε εκβιαστικά από τον Ενάγοντα η καταχώρηση της υπό εξέταση υπόθεσης. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτοι Συνήγορος των Εναγομένων θέτει ότι σε σχέση με το ύψος των αποζημιώσεων, όπως αυτές διεκδικούνται από τον Ενάγοντα, ουδεμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί από πλευράς του και η απλή τοποθέτηση του ιδίου που αφορά προσωπική γνώση του, όπως αυτή τέθηκε κατά τη μαρτυρία του, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στα συμπεράσματα, τα οποία ο Ενάγων ζητά. Νομική πτυχή Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 43 του Κεφαλαίου 148, είναι αδίκημα που μπορεί να διαπραχθεί με διάφορους τρόπους, ένας εξ αυτών είναι η παράνομη είσοδος, η παράνομη πρόκληση ζημιάς και η παράνομη παρέμβαση. Το ακριβές λεκτικό του Άρθρου 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 έχει ως εξής: «Παρανομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Η Παράνομη επέμβαση , είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου και όχι της κυριότητας του. Σχετικά, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38 στην παράγραφο 1194, αναφέρεται, ότι, επέμβαση , συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση και ενόχληση της κατοχής περιουσίας, αντίθετα με την βούληση του κατόχου. Ο γενικός κανόνας είναι ότι το συγκεκριμένο αδίκημα είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται να στοιχειοθετηθεί απόδειξη ζημιάς. Καθοριστική επί του θέματος είναι η υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974), 1 CLR, 100. Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι επί της ουσίας αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974), 1 CLR, 100 έστω και o μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον Ενάγοντα να εγείρει την αγωγή εναντίον του επεμβασία. Ως εκ τούτου, ένας ένοικος ακίνητης ιδιοκτησίας, που έχει την κατοχή της, μπορεί να ενάγει για παράνομη επέμβαση σε σχέση με αυτήν, ενώ ο ιδιοκτήτης της, που δεν την κατέχει, δεν μπορεί, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου η ακίνητη ιδιοκτησία του ζημιώνεται κατά τρόπο μη ανατρέψιμο. Γενικά ομιλούντες, κατοχή, σημαίνει κατάληψη ή φυσικός έλεγχος ακίνητης ιδιοκτησίας. Αυτός όμως ο έλεγχος ή η φυσική κατοχή συναρτάται πάντα με το είδος της ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο για σκοπούς εξέτασης περιπτώσεων παράνομης επέμβασης είναι μείζονος σημασίας. Αν δηλαδή πρόκειται για τεμάχιο γης κενό, περίκλειστο ή προσβάσιμο, που καλλιεργείται ή δεν καλλιεργείται, ή αν πρόκειται για κάποιο κτήριο ή που κατοικείται ή είναι ακατοίκητο. Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί, ότι, αποτελεί αρχή δικαίου, ότι, η ακίνητη ιδιοκτησία, μπορεί να διαχωριστεί κατακόρυφα και κλιμακωτά (όπως π. χ. σε έδαφος, υπέδαφος και υπερκατασκευές, ή όπως είναι η περίπτωση διαμερισμάτων, σε ξεχωριστές μονάδες) και να κατέχεται από διαφορετικά πρόσωπα. Σε μια τέτοια περίπτωση, έκαστο από αυτά τα πρόσωπα έχει δικαίωμα να ενάγει - σε ότι αφορά το συγκεκριμένο αντικείμενο της κατοχής του -, έχοντας ως βάση για την αξίωση του, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης . Ως νομικός όρος, κατοχή, μπορεί να είναι δύο ειδών. Πραγματική κατοχή (possession in fact), ή νόμιμη κατοχή (possession in law). Η πραγματική κατοχή, δεν ενέχει την ίδια νομική προστασία, όσο ενέχει η νομική κατοχή. Αν και, πραγματική κατοχή, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη, νομικής κατοχής, αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί, καθότι, η ύπαρξη νομικής κατοχής απαιτεί κάτι περισσότερο. (βλ. Margarita Ikosi v Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R. 189 ), Συναφώς, στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, «κάτοχος», αναφέρεται ότι σημαίνει, «πρόσωπo τo oπoίo δικαιoύται έvαvτι τoυ κυρίoυ ακίvητης ιδιoκτησίας vα κατέχει ή χρησιμoπoιεί αυτή, και ελλείψει τέτoιoυ πρoσώπoυ τov κύριo της ιδιoκτησίας αυτής». Ως προς το τι συνιστά κατοχή ακινήτου,το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα "Clerk & Lindsell on Torts", 13η έκδοση, παράγραφος. 1318 είναι σχετικό: "Possession means the occupation or physical control of land. The degree of physical control necessary to constitute possession may vary from one case to another, for 'by possession is meant possession of that character of which the thing is capable.' Βλ. Lord Advocate v. Young [1887] 12 App. Cas. 544." Σε περίπτωση που ο Ενάγων επιτύχει να αποδείξει την παράνομη επέμβαση εκ μέρους του Εναγομένου, στο ακίνητο του πρώτου το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις υπό μορφή διαφυγόντος κέρδους, το οποίο απώλεσε ο Ενάγων λόγω της στέρησης της κατοχής του ακινήτου ή στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ή σε αμφότερες τις θεραπείες. Στην υπόθεση Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1923 στη σελίδα 1937 αναφέρονται τα ακόλουθα: «.. Έχει νομολογηθεί ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Ο Ενάγων βαρύνεται με την υποχρέωση να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδικές ζημιές. ..» Η ζημία, σε περιπτώσεις στέρησης κατοχής του ακινήτου, προσλαμβάνει τη μορφή διαφυγόντος κέρδους (mense profits), το οποίο εξισούται στην πράξη με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου (βλ., μεταξύ άλλων, "Clerk & Lindsell on Torts", 16η έκδοση, παράγραφος 13-43). Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ 882, 897, λέχθηκε ότι το μέτρο της αποζημίωσης για την παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Τουτέστιν το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Αυτό καθορίστηκε στην Whitwham v. Westminster Brymbo Coat and Coce Company
(1896)2 Gh. D.538, Swordheath Properties v. Tabet
(1979)1 All ER 240, Wrotham Park Estate v. Parkside Homes
(1974)2 All ER 321 και Denarth Rock Company v. Pounds 1 Lioyd?s Rep.359 parts, 1963 Vol. 1, 359. Στον προσδιορισμό της ενοικιαστικής αξίας δεν λαμβάνονται υπόψη βελτιώσεις στο κτήμα που επέφερε ο Εναγόμενος (βλ. McGregor on Damages 14th ed., P. 1135). Περαιτέρω προκύπτει από την Αγγλική νομολογία ότι πρόσωπο που επεμβαίνει παράνομα σε ακίνητη ιδιοκτησία και το χρησιμοποιεί για δικούς του σκοπούς, πρέπει να καταβάλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει (βλ. Strand Electric and Engineering Co Ltd v. Brisford Ltd
(1952)1 All ER 796). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στις ακόλουθες υποθέσεις: Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου(ανωτέρω) ,Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. BAHCHECIOGLOU κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 426, Ελένη Σάββα Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας
(1998)1 ΑΑΔ 1059, ADRIAN HOLDINGS LTD v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1836, Παναγιώτης Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 1077. Στην υπόθεση Αντρίκκου Νίκου Χρίστου κ.ά. ν. Γεώργιου Γεωργίου
(1999)1 ΑΑΔ 940, λέχθηκε ότι η ενοικιαστική αξία του ακινήτου μπορεί να αποδειχθεί με τη μαρτυρία κτηματομεσίτη, ικανού να καταθέσει για την ενοικιαστική αξία διαμερισμάτων στην περιοχή που ευρίσκεται το επίδικο. Η αποδοχή του ως μάρτυρα ικανού να καταθέσει για την ενοικιαστική αξία του κτήματος, είναι ορθή, εφόσον γίνεται, κατά κανόνα, δεκτή μαρτυρία προσώπων, που είναι ενήμερα της αγοράς, να διαφωτίσουν το Δικαστήριo επί του θέματος - (βλ. "Phipson on Evidence", 18η έκδοση παράγραφος 33-72). Στο σύγγραμμα "Clerk & Lindsell On Torts", 20η έκδοση, στη σελίδα 1255, αναφέρεται ότι υπάρχει άποψη ότι ο υπολογισμός του ποσού της ονομαστικής αποζημίωσης πρέπει να είναι για ένα ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό που ο Ενάγοντας θα μπορούσε ευλόγως να χρεώσει τον Εναγόμενο για να διαπράξει την επέμβαση με την άδεια του, λαμβανόμενου υπ' όψιν και του βαθμού του συμφέροντος του Ενάγοντα στην ακίνητη ιδιοκτησία. Σε περιπτώσεις δε όπου δεν αποδεικνύεται ζημιά από παράνομη επέμβαση και αποδίδονται ως θεραπεία μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις, είναι πιθανόν στον Ενάγοντα να μην επιδικαστούν τα έξοδα της αγωγής του ή ακόμη και να διαταχθεί να πληρώσει τα έξοδα της δίκης, (βλ. σχ. Μαρούλλα Παπακοκκίνου και άλλοι ν. Μιχαήλ Θεοδοσίου
(1991), 1 Α.Α.Δ 379.) ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Οι μάρτυρες κρίνονται από τη συμπεριφορά και το λόγο που εκφέρουν στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο για την αξιολόγησή τους εφαρμόζει τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές αξιολόγησης (βλ. Mohamed ν. Δημοκρατία
(2010)2 ΑΑΔ 266, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012, Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ο Λόρδος Bingham σε άρθρο του "The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues" (εκδόθηκε στο "The Business of Judging", Oxford 2000[1]), έθεσε τις εξής κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων (σελ. 6 - 7): ''The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred;
(2)the internal consistency of the witness's evidence;
(3)consistency with what the witness has said or deposed on other occasions;
(4)the credit of the witness in relation to matters not germane to the litigation;
(5)the demeanour of the witness. The first three of these tests may in general be regarded as giving a useful where the truth lies. If a witness's evidence conflicts with what is clearly shown to have occurred, or is internally self-contradictory, or conflicts with what the witness has previously said, it may usually be regarded as suspect. It may only be unreliable, and not dishonest, but the nature of the case may effectively rule out that possibility. The fourth test is perhaps more arguable....... Cross examination as to credit is often, no doubt, a valuable and revealing exercise, but the fruits of even a successful cross- examination need to be appraised with some care. And so to demeanour, an important subject because it is the trial judge's opportunity to observe the demeanour of the witness and from that to judge his or her credibility, which is traditionally relied on to give the judge's findings of fact their rare degree of inviolability....." Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο. Στην Mohamed ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο Δ. Κληρίδης ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 278): «Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168).» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» Ο Ενάγοντας-ΜΕ1 Η μαρτυρία του Ενάγοντα βριθεί αντιφάσεων. Ο Ενάγων, κατά την κρίση μου, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο αντίθετη με τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς. Το πρώτο σημείο που ελέγχεται η μαρτυρία του Ενάγοντα είναι το θέμα της κατοχής του επίδικου ακινήτου. Τόσο στους δικογραφημένους του ισχυρισμούς, όσο και κατά την κατά την κυρίως εξέταση του ενώπιων του Δικαστηρίου προέβαλε τη θέση ότι αυτός ήταν ο κάτοχος και ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, λέγοντας μάλιστα ότι από το 1961 έσπερνε το ακίνητο, το οποίο συνέχισε να είναι στην κατοχή του μέχρι το 2008, όταν κατά τον ίδιο εισήλθαν παράνομα οι Εναγόμενοι εντός του ακινήτου του. Αυτή η θέση του όμως διαφοροποιήθηκε κατά την αντεξέταση, αναφέροντας ότι από το 2008 όταν και άρχισε κατασκευή του αυτοκινητόδρομου, χωρίς συγκεκριμένα να προσδιορίσει επακριβή χρόνο, το ακίνητο δεν ήταν στην κατοχή του. Μάλιστα σε κάποιο σημείο ο ίδιος ανέφερε ότι δεν μπορούσε σε μία βόλτα που είχε πραγματοποιήσει με τη σύζυγο του να το εντοπίσει το ακίνητο, αφού ως εύστοχα το έθεσε «το έφαε ο δρόμος». Προέκυψε επίσης κατά την αντεξέταση ότι το επίδικο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της συζύγου του, η οποία απεβίωσε στις 04/04/
- Εδώ ελέγχεται ακόμα ένα σημείο της μαρτυρίας του Ενάγοντα, αφού στη γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι όταν απεβίωσε η σύζυγος του ξεκίνησε τη διαδικασία για μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του ιδίου, διαδικασία που διάρκεσε περί των 15 μερών, παρουσιάζοντας όμως στο Δικαστήριο τίτλο ιδιοκτησίας που φαίνεται ότι το ακίνητο ενεγράφη επ' ονόματι του στις 07/03/
- Συνεπώς η παράγραφος 1 της έκθεσης απαίτησης σε ό, τι αφορά τον ουσιώδη, προς την παρούσα αγωγή, χρόνο όχι μόνο δεν έχει αποδειχθεί από πλευράς του Ενάγοντα αλλά τουναντίον εξουδετερώθηκε από την μαρτυρία του. Το δεύτερο σημείο που ελέγχεται η μαρτυρία του Ενάγοντα αφορά την τοποθέτηση του κατά την κυρίως εξέταση ότι η πινακίδα των Εναγομένων τοποθετήθηκε στο κέντρο του ακινήτου του (παράγραφος 13 της Γραπτής του Δήλωσης) και προς τον σκοπό αυτό κατέθεσε και το Τεκμήριο 3 , δέσμη φωτογραφιών για να δείξει την τοποθέτηση της πινακίδας των Εναγομένων στο ακίνητό του. Η απόλυτη και σίγουρη τοποθέτηση του Ενάγοντα ανατράπηκε κατά την αντεξέταση όταν ζητήθηκε από τον ίδιο να υποδείξει τα σύνορα του ακινήτου του στις φωτογραφίες με τον μάρτυρα να δηλώνει ότι δεν μπορούσε να υποδείξει τα σύνορα του ακινήτου μεν αλλά ήταν σίγουρος δε ότι η πινακίδα των Εναγομένων ήταν τοποθετημένη στο ακίνητο του. Το δε συμπέρασμα που κατέληξε ο Ενάγων, ότι οι Εναγόμενοι αντί να τοποθετήσουν τη διαφημιστική πινακίδα στο όμορο ακίνητο, αυτό του κυρίου Κωνσταντίνου, την τοποθέτησαν στο δικό του, παρέμεινε μετέωρο, αφού ο ίδιος ο Ενάγων κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε ποια είναι τα σύνορα του ακινήτου του. Συνεπώς η απόλυτη τοποθέτηση του και η βεβαιότητα με την οποία υποστήριξε ότι η πινακίδα ήτο τοποθετημένη στο ακίνητο του , και μάλιστα στο κέντρο του ακινήτου, του οποίου ο ίδιος ισχυρίστηκε να έχει την κατοχή, καταρρίφθηκε κατά την αντεξέταση και συγκεκριμένα όταν του ζητήθηκε να ξεχωρίσει από τα Τεκμήρια των φωτογραφιών που ο ίδιος κατάθεσε στο Δικαστήριο, δεν μπόρεσε να το κάνει. Μάλιστα δε υποστήριξε ο Ενάγων ότι το ίδιο το Κτηματολόγιο είδε την πινακίδα των Εναγομένων κατά την αντεξέταση, γεγονός που πάλι έμεινε ατεκμηρίωτο. Σε ερώτηση δε του συνηγόρου των Εναγομένων αν μεταξύ των ετών 2008 με 2012 πήγε πολλές φορές στο επίδικο ακίνητο για να το δει, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν πήγε σχεδόν καθόλου, ενώ σε άλλην ερώτηση του συνηγόρου των Εναγομένων έθεσε μία νέα γραμμή, λέγοντας ότι από το 2008 που εγκαταστάθηκε η πινακίδα μέχρι και το 2012, ο ίδιος την έβλεπε, λέγοντας μάλιστα ότι δεν έπραξε τίποτα για τούτο επειδή είχε σοβαρότερα προβλήματα οικογενειακής φύσης να ασχοληθεί. Σε αυτό το πλαίσιο αντιφάσεων προστίθεται και η θέσεις που εκφράστηκαν από τον μάρτυρα σε σχέση με την ενοικιαστή αξία του ακινήτου για την οποία επικαλέστηκε εμπειρογνωμοσύνη λόγω άλλων ενοικιάσεων που είχε ο ίδιος κάνει κατά μήκος του παραλιακού δρόμου Λεμεσού χωρίς όμως να εξακριβώσει για ποια ποσά για ποια χρονικά διαστήματα και ποια η συσχέτιση των δυο δρόμων, ήτοι του Αυτοκινητόδρομου παρακείμενου του οποίου βρισκόταν το επίδικο ακίνητο και του παραλιακού δρόμου Λεμεσού. Για την απόδειξη της ζημιάς του ο Ενάγων παρουσίασε σύμβαση ενοικίασης που είχαν οι Εναγόμενοι με όμορο ακίνητο για την τοποθέτηση πινακίδας τους, ισχυριζόμενος ότι αυτή καταδεικνύει την ενοικιαστική αξία και του δικού του ακινήτου, συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε κατά την κρίση μου αυθαίρετα. Ο Μ.Ε.2- Ανδρέας Π. Κωνσταντίνου Η μαρτυρία του Ανδρέα Κωνσταντίνου δεν πρόσφερε στην υπόθεση του Ενάγοντα. Πέραν της αποδοχής από μέρους του ότι συμβλήθηκε με τους Εναγομένους για εγκατάσταση διαφημιστικής πινακίδας στο Τεμάχιο του , ο μάρτυρας ουδόλως επιβεβαίωσε την κατ'ισχυρισμό παράνομη επέμβαση στο ακίνητο του Ενάγοντα αφού , όπως και ο Ενάγοντας ούτε και ο ίδιος μπορούσε να διαχωρίσει στις φωτογραφίες Τεκμήριο 3, τα όρια του ακινήτου του από αυτά του όμορου ακινήτου του Ενάγοντα. Γενικά Σχόλια Όπως είχε προαναφερθεί, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου και όχι της κυριότητας του, με τον όρο ''κατοχή'' να σημαίνει την αποκλειστική και πραγματική κατοχή, δηλαδή τον φυσικό έλεγχο της ακίνητης ιδιοκτησίας. Επίσης ως έχει προαναφερθεί, ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας του, δεν μπορεί να ενάγει παράνομη επέμβαση σε αυτήν, εκτός εάν προκλήθηκε σε αυτήν ζημιά ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. Οπόταν ως ο κύριος της μπορεί να δράσει με δικαστική υπόθεση εναντίον του επεμβασία, ακόμα και πριν επανακτήσει την κατοχή της. Στην προκειμένη περίπτωση, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Ενάγοντας ήταν είτε κάτοχος είτε ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου κατά τον επίδικο χρόνο ως αυτός ορίζεται με το κλητήριο ένταλμα ήτοι την 8/5/2008 όταν κατ' ισχυρισμό τοποθετήθηκε η διαφημιστική πινακίδα στο ακίνητο του. Το ακίνητο άνηκε μέχρι το θάνατο της στη σύζυγο του Ενάγοντα και μεταβιβάστηκε στο όνομα του στις 7/3/
- Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο επίδικος χρόνος ως αυτός ορίζεται στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως επεκτείνεται μέχρι την 3/4/2012 αφήνοντας ένα μικρό διάστημα εντός του επίδικου χρόνου στο οποίο ο Ενάγοντας ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου. Παρά ταύτα η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητα της και ο ίδιος έχει κριθεί αναξιόπιστος , συνεπώς δεν έχει γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι η διαφημιστική πινακίδα των Εναγομένων ήταν τοποθετημένη στο ακίνητό του. Συνεπώς, με αυτά τα δεδομένα και με την απόρριψη της μαρτυρίας του Ενάγοντα ως μη αποδεκτής, το Δικαστήριο αφού έχει απορρίψει όλο των πλαίσιο των ισχυρισμών του και συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την τοποθέτηση της πινακίδας στο ακίνητό του Ενάγοντα , ακόμα και με δεδομένο ότι για μικρό χρονικό διάστημα, (σε σχέση με τον επίδικο χρόνο) φαίνεται ότι το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του δεν θα προχωρήσει σε περαιτέρω εξέταση του θέματος. Για πληρότητα δε, της απόφασης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει το θέμα των αποζημιώσεων που θα δικαιούτο ο Ενάγοντας σε περίπτωση που επιτύγχανε η αγωγή του. Ο Ενάγων δεν παρουσίασε πέραν του συμβολαίου ενοικίασης του όμορου ακινήτου άλλη μαρτυρία σε σχέση με την ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου. Η δε προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει γνώση και εμπειρογνωμοσύνη για τα θέματα ενοικιάσεως γης έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο , συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του Ενάγοντα σε σχέση με την ενοικιαστική αξία της γης του. Πέραν τούτου πρέπει να λεχθεί ότι το Τεκμήριο 2, ενοικιαστήριο έγγραφο δεν αναφέρει τα τετραγωνικά μέτρα του ακινήτου του Ανδρέα Κωνσταντίνου συνεπώς ακόμα και να μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο για το Δικαστήριο για να καταλήξει σε σχέση με την ενοικιαστική αξία του Ακινήτου του Ενάγοντα δεν παρέχεται, ελλείψη παρουσίασης όλων των απαραιτήτων στοιχείων και συγκεκριμένα των τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου του Ανδρέα Κωνσταντίνου , ευχέρεια υπολογισμού της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου ο καθορισμός, της ενοικιαστικής αξίας, ανά τετραγωνικό μέτρο, του επίδικου μέρους του ακινήτου, στη βάση μόνο αυτής της ενοικίασης, για την οποία δεν δύναται να γνωρίζει το Δικαστήριο ποια τα χαρακτηριστικά θεωρώ ότι δεν μπορεί οδηγήσει το Δικαστήριο με ασφάλεια σε σωστή εκτίμηση της αξίας ανά τετραγωνικό μέτρο του επίδικου ακινήτου, Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Έχω προβληματιστεί σε ότι αφορά τα έξοδα, θέμα για το οποίο όμως έχω καταλήξει ότι δεν συντρέχουν λόγοι για αν παρεκκλίνει το Δικαστήριο από το καλά εμπεδωμένο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής. Συνεπώς τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής [1] Επανέκδοση από το Current Legal Problems, vol 38, 1985 p 1-
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο