Ηλία Κονναρή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέως, Αρ. Αγωγής: 5717/11, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A177 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5717/11 Μεταξύ: Ηλία Κονναρή Ενάγοντα και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέως Εναγόμενου Ημερομηνία: 30.4.2018 Για Ενάγοντα: κ. Σ. Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο: κα Δ. Νικολάτου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές, ειδικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για εξευτελιστική μεταχείριση, την οποία υπέστη από αστυνομικά όργανα, στις 22.2.11 στην Λεμεσό, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο Ενάγων είναι εγγεγραμμένος και αδειούχος δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Λεμεσού και κατά τον ουσιώδη χρόνο ασκούσε το επάγγελμα του στην Λεμεσό. Διατηρούσε δε από κοινού με τον πατέρα του, επίσης αδειούχο και εγγεγραμμένο δικηγόρο, δικηγορικό γραφείο στην Λεμεσό (παρ. 1). Κατά ή περί τις 22.2.11 και περί ώρα 14:00 όταν ο Ενάγων μετέβη στο δικηγορικό γραφείο του συνελήφθη από την Αστυνομία. Η σύλληψη διενεργήθηκε ενώπιον πελατών του και κατά αυτήν οι αστυνομικοί άνευ λόγου και/ή αιτίας του πέρασαν χειροπέδες και του συμπεριφέρθηκαν άκρως υποτιμητικά και/ή εξευτελιστικά (παρ. 3). Ακολούθως μετέβηκε στο γραφείο και ο πατέρας του, ο οποίος επίσης συνελήφθη, χωρίς όμως οι αστυνομικοί να του περάσουν χειροπέδες (παρ. 4). Καθ' όλη τη διάρκεια της έρευνας του εν λόγω γραφείου, η οποία κράτησε περί τις 4 ώρες, ο Ενάγων ήταν δεμένος με χειροπέδες, σε σημείο ώστε να γίνεται ορατός από όλους του πελάτες του, οι οποίοι προσέρχονταν για προγραμματισμένες συναντήσεις, τις οποίες η Αστυνομία δεν επέτρεψε να ακυρωθούν, απαγορεύοντας σε όλο το προσωπικό του γραφείου την διενέργεια οιωνδήποτε τηλεφωνημάτων (παρ. 5). Επίσης παρόντες καθ' όλη τη διάρκεια των ερευνών ήταν οι 2 δικηγόροι που εργάζονται στο δικηγορικό γραφείο και οι 2 γραμματείς (παρ. 6). Τον Ενάγοντα και τον πατέρα του επισκέφθηκαν εκεί και οι 2 δικηγόροι τους καθώς επίσης και η σύζυγος του Ενάγοντα επίσης δικηγόρος (παρ. 7). Οι αστυνομικοί αφαίρεσαν τις χειροπέδες από τον Ενάγοντα μόνο όταν κατέβηκαν στο ισόγειο της πολυκατοικίας όπου στεγάζεται το γραφείο, ήτοι μετά από 4 περίπου ώρες (παρ. 9). Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά των αστυνομικών ήταν σκόπιμη και δόλια και συνιστούσε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και αποσκοπούσε στην μείωση της πνευματικής του κατάστασης μέσω της ταπείνωσης του και της πρόκλησης φόβου, αγωνίας και κατωτερότητας (παρ. 10). Παραθέτει δε σχετικές λεπτομέρειες. Συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς και/ή ενεργειών των αστυνομικών υπέστη τις ακόλουθες σωματικές, ψυχικές και συναισθηματικές βλάβες (παρ. 11): (α) οι χειροπέδες που του τοποθετήθηκαν ήταν πάρα πολύ σφιχτά δεμένες για 4 περίπου ώρες, (β) ένιωσε προσβολή, εξευτελισμό και ταπείνωση αφού οι αστυνομικοί του πέρασαν χειροπέδες μπροστά σε πελάτες με τους οποίους δεν είχε ξανασυναντηθεί και (γ) μπροστά στους συνεργάτες του, (δ) ένιωσε φόβο και αγωνία, (ε) εξαιτίας της ταπείνωσης, της προσβολής και του εξευτελισμού επηρεάστηκε η πνευματική του κατάσταση με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει στην μη επίδειξη εντάλματος έρευνας, το οποίο ως αποδείχτηκε εκ των υστέρων ήταν για άλλο γραφείο, (στ) εξαιτίας των ως άνω πράξεων των αστυνομικών κατέστη θέαμα στους πελάτες του που προσέρχονταν για προγραμματισμένες συναντήσεις, (ζ) για 7-8 μήνες περίπου λάμβανε ηρεμιστικά και αντιμετώπιζε δυσκολίες τόσον στον ύπνο όσον και στην εργασία του, (η) κατέστη καχύποπτος σε υπερβολικό βαθμό και απέκτησε εμμονές με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ξεχάσει τον εξευτελισμό, την ταπείνωση και την προσβολή που υπέστη, (θ) ένιωσε αισθήματα κατωτερότητας και υποτίμησης εξαιτίας της αυταρχικής άσκησης εξουσίας επ' αυτού. Ως εκ των άνω αξιώνει τις προαναφερόμενες θεραπείες. Ο Εναγόμενος παραδέχεται την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης. Όσον δε αφορά τις παραγράφους 3-9 παραδέχεται μόνο ότι στις 22.2.11 και περί ώρα 14:00 ο Ενάγοντας συνελήφθη από την Αστυνομία και ισχυρίζεται ότι τα ορθά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Στις 27.1.11 έγινε καταγγελία στην Αστυνομία, στο ΤΑΕ(Ε), από Δικηγόρο της Δημοκρατίας Α', για αδικήματα που διαπράχθηκαν στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 10140/
- Κατά την διερεύνηση διαφάνηκε ότι παράγοντες της δίκης ή άλλα πρόσωπα, που είχαν διαδραματίσει ρόλο κατά την εκδίκαση της εν λόγω ποινικής υπόθεσης, ενδεχομένως να είχαν αναμειχθεί στην πλαστογράφηση κατάθεσης μάρτυρα κατηγορίας. Στις 22.2.11 μετά από αίτηση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε εντάλματα σύλληψης και έρευνας των οικιών, υποστατικών και οχημάτων 4 προσώπων, μεταξύ των οποίων ήταν ο κ. Γεώργιος Κονναρής, πατέρας του Ενάγοντα και ο ίδιος ο Ενάγων. Προς εκτέλεση των εν λόγω ενταλμάτων, την ίδια ημέρα και περί ώρα 14:15, ο Υπαστυνόμος Ιωάννης Γιωρκάτζης (τότε Λοχίας 636) μαζί με άλλους 5 αστυνομικούς μετέβηκαν στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντα και του πατέρα του. Εκεί βρίσκονταν η υπάλληλός του γραφείου κα Μάχη Ματθαίου, η κα Μαρίνα Κονναρή και ο κ. Βάσος Χρίστου. Περί ώρα 14:17 ο Ενάγοντας πήγε στο γραφείο και ζήτησε να δει τα εντάλματα σύλληψης και έρευνας. Ο Λοχ.1783 Σ. Ζαχαρίου του τα υπέδειξε και ο Ενάγοντας τα διάβασε. Εν συνεχεία ο Υπαστυνόμος I. Γιωρκάτζης αφού του υπέδειξε το ένταλμα σύλληψης, τον συνέλαβε και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, στην οποία έδωσε μια απάντηση που καταγράφηκε στο ημερολόγιο ενεργείας που τηρείτο. Παρόντα ήταν τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα. Αφού συνελήφθη, του περάστηκαν χειροπέδες σύμφωνα με τις οδηγίες της Αστυνομικής Διάταξης 5/
- Οι χειροπέδες τοποθετήθηκαν στα χέρια, στο μπροστινό μέρος του κορμιού του, όχι στο πίσω μέρος λόγω του ότι ο συλληφθέντας έπρεπε να υπογράψει τα λεγόμενα του στο ημερολόγιο ενεργείας. Μετά την έρευνα, οι αστυνομικοί δεν έβαλαν τις χειροπέδες του Ενάγοντα στο πίσω μέρος του κορμιού του σεβόμενοι την ιδιότητά του και μάλιστα όταν μπήκε στο υπηρεσιακό όχημα του αφαιρέθηκαν. Αμέσως μετά την σύλληψη του δόθηκαν τα δικαιώματα κρατουμένου κι ο ίδιος ζήτησε να μιλήσει με τον πατέρα του. Μετά από αυτό ζήτησε και προστέθηκε στην απάντηση που είχε ήδη δώσει το εξής «Επιφυλάσσω τα δικαιώματά μου σχετικά με τα εκδοθέντα εντάλματα έρευνας, σύλληψης και τη συμπεριφορά της Αστυνομίας». Κατά την έρευνα ο Ενάγοντας προσπάθησε να παρέμβει στην δικαστική διαδικασία όταν ο Λοχ.636 ζήτησε από την υπάλληλο του γραφείου κα Μάχη Ματθαίου όπως διευθετήσει συνάντηση σε μεταγενέστερο στάδιο για να δώσει κατάθεση. Ο Ενάγοντας ακούγοντας τα πιο πάνω της είπε «Εν θα πεις τίποτε». Περί ώρα 14:40 και κατά την έρευνα, προσήλθε στο γραφείο ο πατέρας του Ενάγοντα, ο οποίος επίσης συνελήφθη δυνάμει εντάλματος σύλληψης. Δεν του περάστηκαν χειροπέδες γιατί η Αστυνομική Διάταξη 5/39 αναφέρει όπως τα μέλη της Αστυνομίας μην χρησιμοποιούν χειροπέδες σε γέροντες και πρόσωπα ανίκανα ή που είναι απίθανο να δραπετεύσουν και ο κ. Γεώργιος Κονναρής, παρόλο που δεν μπορεί να θεωρηθεί γέρος, είναι πρόσωπο ηλικίας 61 ετών, άνω των 110 κιλών, το οποίο θεωρείτο ανίκανο και/ή απίθανο να δραπετεύσει, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών που επικρατούσαν την δεδομένη στιγμή. Περί ώρα 14:45, ο κ. Γεώργιος Κονναρής επικοινώνησε με τον δικηγόρο του, κ. Γιώργο Λουϊζίδη. Περί ώρα 18:00, ολοκληρώθηκε η έρευνα του γραφείου, παραλήφθηκαν τα σχετικά τεκμήρια και οι αστυνομικοί αποχώρησαν με τους συλληφθέντες. Περαιτέρω ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς και τις λεπτομέρειες που δίδει ο Ενάγοντας για απάνθρωπη και εξευτελιστική του μεταχείριση καθώς και για τις βλάβες που υπέστη. Ειδικότερα αρνείται ότι καθ' οιονδήποτε στάδιο της έρευνας και/ή της σύλληψης του Ενάγοντα η συμπεριφορά των αστυνομικών ήταν εξευτελιστική και/ή απάνθρωπη. Ισχυρίζεται δε ότι οι αστυνομικοί λειτούργησαν νόμιμα και στα πλαίσια των εξουσιών και/ή αρμοδιοτήτων και/ή καθηκόντων τους με κάθε δυνατή υπό τις περιστάσεις φροντίδα και σεβασμό τόσο στο πρόσωπο του Ενάγοντα όσο και στα δικαιώματα του ως κρατούμενου και γενικά τα όποια δικαιώματα του. Καταληκτικά ζητά απόρριψη της παρούσας αγωγής με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα. Στην απάντηση του στην υπεράσπιση ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισµούς του Εναγόμενου στο μέτρο που είναι αντίθετοι και/ή δεν συνάδουν µε τους δικούς του. Ειδικότερα αρνείται ότι προσπάθησε να παρέµβει στην δικαστική διαδικασία. Ισχυρίζεται δε ότι ο πατέρας του δεν ήταν ανίκανος ή απίθανο να δραπετεύσει. Τέλος ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση ούτε ο Ενάγων, λαµβανοµένων υπόψιν των συνθηκών που επικρατούσαν την δεδοµένη στιγµή, όπως τις επικαλείται ο Εναγόµενος, ήταν αδύνατο και για τον ίδιο να δραπετεύσει και ο λόγος που του έβαλαν χειροπέδες ήταν καθαρά εκδικητικός και εκφοβιστικός και για να µην προσέξει το λανθασµένο ένταλµα έρευνας και να καλύψουν την παράνοµη έρευνα στην οποία προέβησαν. Μαρτυρία Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας, ο οποίος κάλεσε άλλους δύο μάρτυρες. Από την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Περαιτέρω προς συντόμευση της διαδικασίας δηλώθηκαν και αρκετά παραδεκτά γεγονότα. Κατά την κατάθεση των παραδεκτών γεγονότων, ο Ενάγοντας δήλωσε ότι επιφυλάσσει το δικαίωμα του να προσκομίσει μαρτυρία ότι τα πρόσωπα που αναφέρθηκε στα παραδεκτά γεγονότα ότι ήταν παρόντα στο γραφείο του, δεν ήταν τα μόνα που επισκέφθηκαν το γραφείο κατά τον επίδικο χρόνο καθώς και το δικαίωμα του να αναφερθεί στο ημερολόγιο ενεργείας που δηλώθηκε ότι τηρείτο και την πληρότητα και/ή αλήθεια του περιεχομένου αυτού. Δηλώθηκε επίσης ότι δεν αμφισβητείται η νομιμότητα και εγκυρότητα του εντάλματος σύλληψης που εξεδόθη εναντίον του Ενάγοντα, ημερ. 22.2.11 όπως δεν αμφισβητείται και η νομιμότητα και η εγκυρότητα του εντάλματος έρευνας του δικηγορικού γραφείου του, ημερ. 22.2.
- Περαιτέρω δηλώθηκε ότι ο Ενάγοντας δεν διεκδικεί θεραπείες σε σχέση με τη νομιμότητα ή μη της εισόδου των αστυνομικών στο γραφείο του κατά τον πιο πάνω χρόνο ούτε και της έρευνας που έγινε εκεί. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ο Ενάγοντας κατά την μαρτυρία του διευκρίνισε ότι το παράπονο του δεν περιλαμβάνει ότι υπέστη οιαδήποτε σωματική βία ή βλάβη. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα (Μ.Ε.1), ο οποίος είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Λεμεσού, στις 22.2.11 περί τις 14:17 μετέβηκε στο γραφείο του, αφού είχε προγραμματισμένη συνάντηση με πελάτες. Η σύλληψη του εκείνη την ημέρα διενεργήθηκε ενώπιον των πελατών του, κας Μαρίνας Κονναρή και κ. Βάσου Χρίστου, οι οποίοι για πρώτη επισκέπτονταν το γραφείο του. Κατά την σύλληψη οι αστυνομικοί, άνευ λόγου και αιτίας του πέρασαν χειροπέδες και του συμπεριφέρθηκαν άκρως υποτιμητικά και εξευτελιστικά προκαλώντας του φόβο αλλά και αγωνία. Καθ' όλη την διάρκεια της έρευνας, η οποία κράτησε περί τις 4 ώρες, ήταν δεμένος με χειροπέδες, σε σημείο ώστε να γίνεται ορατός από τους συνεργάτες, συγγενείς και πελάτες του, οι οποίοι προσέρχονταν στα προγραμματισμένα τους ραντεβού, τα οποία η Αστυνομία δεν επέτρεψε να ακυρωθούν, απαγορεύοντας στο προσωπικό του γραφείου την διενέργεια τηλεφωνημάτων για τον εν λόγω σκοπό, πλην του τηλεφωνήματος που έγινε στον πατέρα του με τον οποίο μίλησε. Παρόντες σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια των ερευνών ήταν οι 2 δικηγόροι που εργάζονται στο γραφείο και 2 γραμματείς καθώς επίσης και ο κ. Γιώργος Λουϊζίδης, δικηγόρος του. Ο κ. Λουϊζίδης ζήτησε από ένα εκ των αστυνομικών όπως του αφαιρέσει τις χειροπέδες καθότι η χρήση τους ήταν περιττή και τον εξέθεταν. Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι ο Ενάγοντας θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένος που δεν του τις πέρασαν πισθάγκωνα. Οι αστυνομικοί του αφαίρεσαν τις χειροπέδες στο ισόγειο της πολυκατοικίας. Η συμπεριφορά των αστυνομικών ήταν σκόπιμη, δόλια και συνιστούσε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, η οποία αποσκοπούσε στην μείωση της πνευματικής του κατάστασης μέσω της ταπείνωσης του και της πρόκλησης φόβου, αγωνίας και κατωτερότητας, έτσι ώστε να μην δύναται να σκέφτεται και να αντιδράσει σε λογικά πλαίσια. Η χρήση χειροπεδών ήταν παντελώς αδικαιολόγητη. Η μεταχείριση αυτή δεν ήταν δικαιολογημένη αφού δεν προέβαλε οιαδήποτε αντίσταση στην σύλληψη του, δεν ήταν ύποπτος φυγής, δεν εξέφρασε τέτοια πρόθεση ούτε και έκανε οποιαδήποτε κίνηση που δείχνει τέτοια. Αντίθετα παρά την δυσάρεστη έκπληξη και τα συναισθήματα που τον διακατείχαν, συνεργάστηκε με τους αστυνομικούς. Είναι πεπεισμένος ότι οι αστυνομικοί με την συμπεριφορά τους αποσκοπούσαν στο να τον εκδικηθούν, να τον εξευτελίσουν, να τον προσβάλουν, να τον ταπεινώσουν γενικά αλλά και ενώπιον των συνεργατών, συγγενών και πελατών του και να προκαλέσουν βλάβη στην φήμη και στο όνομα του. Συνέπεια των ανωτέρω υπέστη ψυχικές αλλά και συναισθηματικές βλάβες. Το περιστατικό ήταν καταστροφικό για την ψυχική του υγεία. Για περίπου 7-8 μήνες λάμβανε ηρεμιστικά Valerian Root και ΗΤΡ, ενώ αντιμετώπιζε δυσκολίες στον ύπνο αλλά και στην εργασία. Επίσης έγινε ιδιαίτερα καχύποπτος και μάλιστα σε υπερβολικό βαθμό, τόσο που απέκτησε εμμονές σε σημείο που να μην δύναται να ξεπεράσει και να ξεχάσει τον εξευτελισμό, την ταπείνωση και την προσβολή που υπέστη. Ενόψει της ταλαιπωρίας που υπέστη αλλά και της βλάβης στην φήμη και πελατεία του, αξιώνει γενικές αποζημιώσεις. Περαιτέρω η συμπεριφορά των αστυνομικών χρήζει αναμφισβήτητα τιμωρίας για αυτό ζητά την επιδίκαση και τιμωρητικών, επαυξημένων και παραδειγματικών αποζημιώσεων. Όσον δε αφορά τα έγγραφα που κατατέθηκαν στην διαδικασία αναφέρει ότι: (α) το ημερολόγιο ενεργείας δεν είναι πλήρες και δεν περιέχει όλα όσα συνέβησαν τότε. Υπάρχουν άτομα που πήγαν στο γραφείο του τα οποία δεν καταγράφονται ενώ πολλές ενέργειες και συζητήσεις δεν είναι καταγραμμένες. Χαρακτηριστικά δεν κατεγράφη η προσέλευση της κας Ζέτας Νικολάου, δικηγόρου, του κ. Βάσου Ηρακλέους, πελάτη και άλλων, και (β) παρά το ότι όντως ζήτησε λίαν συντόμως μετά την σύλληψη να επιφυλάξει τα δικαιώματα του η συμπεριφορά και στάση των αστυνομικών ήταν τέτοια που δεν αντιλαμβανόταν και πολύ καλά τι γινόταν αφού ένιωθε υπερβολική αγωνία, προσβολή και ταπείνωση. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο κ. Βάσος Ηρακλέους, πελάτης του Ενάγοντα κατά τον επίδικο χρόνο και μέχρι και σήμερα. Ως αυτός ανέφερε, μια ημέρα τον Φεβρουάριο του 2011, δεν θυμάται ακριβή ημερομηνία, είχε πάει στο γραφείο του Ενάγοντα. Δεν υπήρχε κανένας για να τον εμποδίσει να μπει στο γραφείο. Έσπρωξε την πόρτα και άνοιξε και έκανε ένα βήμα μέσα. Τότε είδε εκεί μπροστά του, στον προθάλαμο, να στέκονται κάποιοι κύριοι με πολιτική ενδυμασία και ο Ενάγοντας. Αυτοί γύρισαν προς το μέρος του και τότε είδε ότι ο Ενάγοντας φορούσε χειροπέδες. Υπολόγισε ότι τα πρόσωπα εκείνα ήταν αστυνομικοί. Κανένας δεν του μίλησε ούτε αυτός μίλησε σε κάποιον. Η όλη εικόνα διήρκησε κάποια δευτερόλεπτα και τότε τον προσέγγισε μία κοπέλα και του είπε «Κύριε Βάσο, σας παρακαλώ να κανσελάρουμε το ραντεβού μας και θα σας ειδοποιήσουμε να έρθετε μια άλλην ημέρα». Αισθάνθηκε πολύ άσχημα και έφυγε σοκαρισμένος. Ξανασυναντήθηκε με τον Ενάγοντα λίγες μέρες μετά. Όσον αφορά τα όσα είδε εκείνη την ημέρα έμαθε ότι ο Ενάγοντας και ο πατέρας του είχαν συλληφθεί για μια υπόθεση. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο κ. Γιώργος Λουϊζίδης, δικηγόρος στο επάγγελμα. Γνωρίζει τόσο τον Ενάγοντας όσο και το πατέρα αυτού. Στις 22.2.11, μετά τις δύο το μεσημέρι, ενώ βρισκόταν με κάποιον συνεργάτη του, έλαβε τηλεφώνημα από το τηλέφωνο του κ. Γιώργου Κονναρή. Το απάντησε αλλά αντί του κ. Κονναρή του μίλησε κάποιος άλλος, ο οποίος αφού βεβαιώθηκε ποιος ήταν, του έδωσε τον κ. Γ. Κονναρή. Ο τελευταίος του ανέφερε ότι συνέλαβαν τον ίδιο και τον Ενάγοντα και του ζήτησε να πάει στο γραφείο τους. Πήγε εκεί, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Μόλις μπήκε στον χώρο της υποδοχής του γραφείου είδε κάποιους, οι οποίοι ως κατάλαβε στην συνέχεια ήταν αστυνομικοί, να κινούνται στο μέρος. Στα αριστερά του είδε να στέκεται ο Ενάγοντας και στα χέρια, τα οποία βρίσκονταν μπροστά έφερε χειροπέδες. Είδε επίσης τον κ. Γιώργο Κονναρή, ο οποίος δεν έφερε χειροπέδες. Ρώτησε ποιος ήταν ο προϊστάμενος της ομάδας και το πρόσωπο αυτό πήγε προς το μέρος του. Επειδή υπήρχε πολύ φασαρία, ζήτησε από το εν λόγω πρόσωπο και πήγαν προς τα δεξιά που είναι ο διάδρομος, που οδηγεί στα άλλα γραφεία. Το πρόσωπο εκείνο του συστήθηκε, όπως έκανε και ο μάρτυρας. Ρώτησε το εν λόγω πρόσωπο «Για ποιον λόγο έχετε τον Ηλία με τις χειροπέδες; Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος; Κλειδώστε την πόρτα του γραφείου, μία πόρτα. Ή φοβάστε ότι θα πηδήξει που τον δεύτερο;». Εκείνος του απάντησε «Κύριε Λουϊζίδη, ό,τι θέλεις ρώτα με, είμαι στην διάθεση σου, αλλά κάποια θέματα άφησ' τα να κάνω και εγώ τη δουλειά μου. Αν πρόσεξες, τον πατέρα, τον Γιώργο Κονναρή, λόγω του ότι είναι μεγάλος άνθρωπος, δεν του φορέσαμε χειροπέδες». Ο μάρτυρας κατάλαβε ότι δεν ήθελε να συζητήσει το θέμα. Έμεινε στο γραφείο μέχρι που ολοκληρώθηκε η έρευνα. Κατά την διάρκεια της έρευνας τόσο ο κ. Γ. Κονναρής όσο και ο Ενάγοντας υποδείκνυαν στους αστυνομικούς τους χώρους του γραφείου και ζητούσαν από τους αστυνομικούς να τους υποδείξουν εάν ψάχνουν κάτι συγκεκριμένο για να τους το δείξουν καθότι το αρχειακό υλικό ήταν τεράστιο. Μερικοί αστυνομικοί ρώτησαν, κάποιοι άλλοι έψαχναν από μόνοι τους, ανοίγοντας φοριαμούς, που περιείχαν έγγραφα, τα οποία έψαχναν. Κατά την διάρκεια της έρευνας στον χώρο του γραφείου ήταν η σύζυγος του Ενάγοντα και δύο άλλες δικηγόροι, η κα Ζέτα Νικολάου και η κα Φιόνα Νικολάου, οι οποίες φώναζαν γιατί να βάλουν χειροπέδες στον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας τους είπε «Σταματάτε. Μίλησα με τον υπεύθυνο του κλιμακίου», δεν υπήρχε λόγος να δημιουργούν εντάσεις. Κατά την παρουσία του στο γραφείο ο μάρτυρας δεν ήταν συνέχεια στον ίδιο χώρο. Όση ώρα ήταν στον χώρο υποδοχής άνοιξε η πόρτα 2‑3 φορές, είδε κάποιους που πήγαν να μπουν, δεν ξέρει όμως ποιοι ήταν και η κοπέλα του γραφείου πήγαινε στην πόρτα κάτι τους έλεγε και έφευγαν χωρίς να μπουν μέσα. Η εν λόγω πόρτα ήταν κλειστή αλλά κάποιος που ήθελε να μπει μπορούσε να την ανοίξει. Ήταν περασμένες η 18:00 όταν έφυγε από το γραφείο το κλιμάκιο της Αστυνομίας μαζί με τον κ. Γιώργο Κονναρή και τον Ενάγοντα. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Ιωάννης Γιωρκάτζης, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Λοχίας με αρ. 636 και υπηρετούσε στο ΤΑΕ(Ε) Αρχηγείου Αστυνομίας. Σύμφωνα με αυτόν στις 27.1.11 λήφθηκαν στο ΤΑΕ(Ε) οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία, καθώς και έγγραφα και τεκμήρια, για διερεύνηση υπόθεσης που αφορούσε διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων πλαστογραφίας και παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, που σχετίζονταν με την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 10140/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η διερεύνηση της υπόθεσης ανατέθηκε σε ομάδα ανακριτών, μέλος της οποίας ήταν και ο μάρτυρας. Κατά την διερεύνηση η Αστυνομία αιτήθηκε και εξασφάλισε εντάλματα σύλληψης του Ενάγοντα και του κ. Γιώργου Κονναρή καθώς και ένταλμα έρευνας του γραφείου και των υποστατικών τους, για τα οποία δόθηκαν στον μάρτυρα οδηγίες να τα εκτελέσει με άλλους αστυνομικούς. Για τον σκοπό αυτό, στις 22.2.11 και ώρα 14:12 μετέβηκε μαζί με τους Αστ.1783, 1890, 4837, 774 και 2390 στο δικηγορικό γραφείο Γεώργιου Η. Κονναρή & Σια. Εισήλθαν στο δικηγορικό γραφείο η ώρα 14:15 και η Αστ.4837 ξεκίνησε να τηρεί ημερολόγιο ενεργείας. Τα συγκεκριμένα μέλη της Αστυνομίας δεν είχαν συναντήσει ξανά ούτε γνώριζαν είτε τον Ενάγοντα είτε τον κ. Γιώργο Κονναρή. Στο γραφείο εκείνη την ώρα βρίσκονταν η γραμματέας του γραφείου κα Μάχη Ματθαίου, καθώς και η κα Μαρίνα Κονναρή και ο κ. Βάσος Χρίστου από τους οποίους ζητήθηκαν τα στοιχεία τους καθότι δεν γνώριζαν ποιοι ήταν. Ο Ενάγοντας έφτασε στο γραφείο η ώρα 14:17 και αμέσως ζήτησε εξηγήσεις για την παρουσία της Αστυνομίας. Ο Ενάγοντας δεν άφησε περιθώρια για ήπια συζήτηση αφού ζητούσε επίμονα τους λόγους της παρουσίας της Αστυνομίας. Με το που του αναφέρθηκε η ύπαρξη των ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας ζήτησε θυμωμένα και φανερά εκνευρισμένος να δει τα εντάλματα και ο Αστ.1783 του τα έδειξε. Αφού ο Ενάγοντας τα διάβασε, ο μάρτυρας του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και εκείνος με έντονο ύφος απάντησε «Εγώ ούτε καν χειρίστηκα πρωτόδικα την υπόθεση, απλά χειρίστηκα την έφεση και θεωρώ ότι το ένταλμα εκδόθηκε βάση ψευδούς ή και αναληθούς δήλωσης αστυνομικού». Μετά την σύλληψη του περάστηκαν χειροπέδες σύμφωνα και με την Αστυνομική Διάταξη Αρ. 5/
- Η χρήση χειροπέδων ήταν αναγκαία και έγινε γιατί ο Ενάγοντας ήταν πρόσωπο που βρισκόταν πλέον υπό αστυνομική κράτηση ως ύποπτο για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων και γιατί κρίθηκε ότι δεν ήταν ανίκανος ή απίθανο να δραπετεύσει. Αντιθέτως λόγω του ότι το συγκεκριμένο γραφείο ήταν ένας άγνωστος τόπος για τα μέλη της Αστυνομίας που πήγαν εκεί, ο Ενάγοντας ήταν νεαρός (31 ετών), λεπτός και ευκίνητος, ήταν θυμωμένος και αρκετά εκνευρισμένος για τη σύλληψή του και την έρευνα του γραφείου του, κρίθηκε ότι ο κίνδυνος δραπετεύσεως ήταν ορατός και μεγάλος. Αμέσως μετά την σύλληψη του δόθηκε το έντυπο με τα δικαιώματα επικοινωνίας κρατουμένων. Με το που του δόθηκε αυτό, ζήτησε άμεσα να μιλήσει με τον πατέρα του, πράγμα που έβαλε τα μέλη της Αστυνομίας σε περαιτέρω υποψίες σχετικά με τις προθέσεις του. Επίσης με πολύ έντονο και θυμωμένο ύφος ζήτησε να προσθέσει στο ημερολόγιο ενέργειας ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματά του σχετικά με τα εκδοθέντα εντάλματα αλλά και την συμπεριφορά της Αστυνομίας. Ακολούθως και κάποια στιγμή που ο μάρτυρας είπε στην γραμματέα του γραφείου κα Ματθαίου ότι έπρεπε να διευθετηθεί συνάντηση για σκοπούς λήψης κατάθεσης από αυτήν σε μεταγενέστερο χρόνο, ο Ενάγοντας επενέβηκε και απευθυνόμενος στην κα Ματθαίου με επιβλητικό ύφος της είπε «Εν θα πεις τίποτε». Την ίδια στιγμή ο Αστ.1890 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, του υπενθύμισε ότι τελούσε υπό σύλληψη και ο Ενάγοντας χωρίς να λάβει υπόψη τα όσα του αναφέρθηκαν, απευθύνθηκε εκ νέου στην κα Ματθαίου λέγοντας της να μην προβεί σε οποιαδήποτε κατάθεση σχετικά με την υπόθεση και ότι δεν ήταν υπόχρεα να δώσει κατάθεση, χωρίς αυτή να τον ρωτήσει ή να του ζητήσει νομική συμβουλή. Η ώρα 14:30 ο Ενάγοντας συνελήφθη εκ νέου για το αυτόφωρο αδίκημα της προσπάθειας επηρεασμού μάρτυρα και παρεμπόδισης στο έργο της Δικαιοσύνης. Αρχικά απάντησε «Εντάξει» αλλά ακολούθως αρνήθηκε να υπογράψει την απάντηση αυτή στο ημερολόγιο ενεργείας, ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν η απάντηση του. Στην συνέχεια ζήτησε να καταγραφεί άλλη απάντηση, η οποία και καταγράφηκε. Κατά τις 14:40 έφθασε στο δικηγορικό γραφείο και ο πατέρας του Ενάγοντα, ο οποίος επίσης συνελήφθη, χωρίς όμως να του περασθούν χειροπέδες, καθότι κρίθηκε ότι αυτός ήταν ανίκανος και απίθανο να δραπετεύσει. Μετά τη σύλληψη και του κ. Γιώργου Κονναρή, έπρεπε πλέον να ελέγχουν δύο συλληφθέντες καθώς και τον χώρο που ερευνάτο ώστε να μην υπάρξει οποιαδήποτε επέμβαση ή απόκρυψη ή καταστροφή οποιουδήποτε σχετικού υλικού ή οποιωνδήποτε τεκμηρίων. Μαζί με τον κ. Γιώργο Κονναρή πήγε στο δικηγορικό γραφείο και ο αδελφός του Ενάγοντα, ο κ. Ελευθέριος Κονναρής. Περαιτέρω κατά την διάρκεια της έρευνας πήγαν στο γραφείο η κα Νικολέτα Παναγιώτου και η κα Κάλια Σταύρου, οι οποίες ήταν υπάλληλοι του γραφείου καθώς και ο κ. Λουϊζίδης, ο οποίος ήταν ο δικηγόρος τους. Όσα πρόσωπα εισήλθαν και παρέμειναν στο γραφείο για κάποιο χρονικό διάστημα καταγράφηκαν στο ημερολόγιο ενεργείας. Κατά την διάρκεια της έρευνας οι δύο γραμματείς του γραφείου βρίσκονταν εκεί και εκτελούσαν τις εργασίες τους χωρίς ο μάρτυρας ή οποιοσδήποτε άλλος αστυνομικός να τις αποτρέψει ή να τους απαγορεύσει από του να διενεργήσουν τηλεφωνήματα. Η έρευνα στο γραφείο κράτησε περί τις 4 ώρες και λήφθηκε μεγάλος αριθμός τεκμηρίων στην παρουσία των συλληφθέντων, οι οποίοι υπόγραψαν τη σφράγιση των τεκμηρίων και ετοιμάστηκε και τους δόθηκε σχετική απόδειξη παραλαβής. Η αναγκαιότητα για την χρήση χειροπέδων αξιολογείτο καθ' όλη τη διάρκεια της έρευνας. Λόγω των προαναφερομένων αλλά και των ενεργειών που επιτέλεσε η Αστυνομία για σκοπούς εκτέλεσης της έρευνας (επίβλεψη των συλληφθέντων και των υπαλλήλων, έρευνα του γραφείου, παραλαβή και κατάλληλη συσκευασία τεκμηρίων καθώς συμπλήρωση των απαραίτητων εντύπων και του ημερολογίου ενεργείας) αλλά και του ότι ο Ενάγοντας συνέχισε να είναι ανήσυχος και εκνευρισμένος, κρίθηκε ότι η χρήση των χειροπέδων ήταν εύλογη, δικαιολογημένη και αναγκαία καθ' όλη τη διάρκεια της έρευνας. Δεν ηγέρθηκε δε από οποιοδήποτε πρόσωπο οποιοδήποτε θέμα για τις χειροπέδες ούτε ζητήθηκε από οποιονδήποτε να αφαιρεθούν. Η έρευνα ολοκληρώθηκε στις 18:
- Κατόπιν τούτου τα μέλη της Αστυνομίας αποχώρησαν από το γραφείο με τους συλληφθέντες. Κατέβηκαν στο ισόγειο της πολυκατοικίας, αφαιρέθηκαν οι χειροπέδες από τον Ενάγοντα, ο οποίος επιβιβάστηκε στο αστυνομικό όχημα, προκειμένου να μεταφερθεί στην οικία του για έρευνα. Ο Ενάγοντας δεν έτυχε απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Η όλη στάση, συμπεριφορά και ενέργειες των μελών της Αστυνομίας έγιναν στα πλαίσια των εξουσιών, αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους, ήταν επιβεβλημένες, εύλογες και αναγκαίες υπό τις περιστάσεις και σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπούσαν στο να εξευτελίσουν ή να προσβάλουν ή να ταπεινώσουν ή να μειώσουν την πνευματική κατάσταση του Ενάγοντα ή να του προκαλέσουν φόβο ή αγωνία ή κατωτερότητα ή βλάβη στην φήμη ή στο όνομα του αλλά αντίθετα λήφθηκε κάθε δυνατή υπό τις περιστάσεις φροντίδα και σεβασμός στον ίδιο και στα δικαιώματά του. Το ένταλμα έρευνας προσδιόριζε με σαφήνεια ότι ένας εκ των χώρων που θα ερευνούνταν ήταν το δικηγορικό γραφείο Γεώργιος Η. Κονναρής & Σια, στη γωνία των οδών Ανεξαρτησίας και Αθηνών, Νόρα Κωρτ. Η αναφορά στο ένταλμα σε αριθμό διαμερίσματος δεν χρειαζόταν και ήταν πλεονασμός και τόσο το ένταλμα όσο και η δυνάμει αυτού είσοδος και έρευνα ήταν έγκυρη και νόμιμη. Δεν είχε καμία αμφιβολία για αυτό και δεν είχε κανένα λόγο να προσπαθήσει να αποπροσανατολίσει τον Ενάγοντα ούτε η χρήση χειροπέδων έγινε γι' αυτόν τον λόγο. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Αστ.4837 Παυλίνα Πετρή Ιωσήφ. Το 2011 υπηρετούσε στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και ήταν τοποθετημένη στο ΤΑΕ(Ε). Τον Φεβρουάριο του 2011 έλαβε μέρος, ως μέλος της ανακριτικής ομάδας, στην έρευνα που έγινε στο γραφείο του Ενάγοντα. Κατά την διάρκεια της έρευνας τηρούσε το πρακτικό (ημερολόγιο ενεργείας τεκμήριο 7). Δηλ. κατέγραφε την ημερομηνία, τις ώρες, τα πρόσωπα που ήταν εκεί, όλες τις ενέργειες που έγιναν, τα τεκμήρια που βρίσκονταν, τις απαντήσεις που δίνονταν κατά τη διάρκεια των συλλήψεων και οτιδήποτε σημαντικό έπρεπε να καταγραφεί. Βασικά προσπαθούσε να αποδώσει με δικά της λόγια τα όσα λάμβαναν χώραν. Το μόνο που γραφόταν λέξη προς λέξη ήταν οι απαντήσεις που έδιναν οι συλληφθέντες, όταν τους γινόταν επίστηση. Όσα πρόσωπα πήγαν στο γραφείο κατά την διάρκεια της έρευνας καταγράφηκαν στο εν λόγω πρακτικό. Εάν πήγε κάποιος και δεν τον είδε η μάρτυρας, δεν τον κατέγραψε. Επειδή βρισκόταν με τους συλληφθέντες στο γραφείο, όσοι ήρθαν σε επαφή μαζί τους ή μίλησαν μαζί τους στον χώρο όπου βρίσκονταν καταγράφηκαν. Εάν είχε πάει εκεί η σύζυγος του Ενάγοντα ή η κουνάδια του και παρέμεινε καθ' όλη την διάρκεια της έρευνας σίγουρα θα καταγράφονταν. Αξιολόγηση μαρτυρίας Αρχίζοντας από την μαρτυρία του Μ.Ε.3 θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που βασικά αμφισβητήθηκε είναι κατά το κατά πόσο τέθηκε θέμα από οποιονδήποτε προς τους αστυνομικούς σε σχέση με την χρήση των χειροπέδων στον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι όταν πήγε στον χώρο του γραφείου και είδε τον Ενάγοντα με χειροπέδες, ζήτησε να μιλήσει με τον προϊστάμενο της ομάδας των αστυνομικών και τον ρώτησε «Για ποιον λόγο έχετε τον Ηλία με τις χειροπέδες; Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος; Κλειδώστε την πόρτα του γραφείου, μία πόρτα. Ή φοβάστε ότι θα πηδήξει που τον δεύτερο;». Εκείνος του απάντησε «Κύριε Λουϊζίδη, ό,τι θέλεις ρώτα με, είμαι στην διάθεση σου, αλλά κάποια θέματα άφησ' τα, να κάνω και εγώ τη δουλειά μου. Αν πρόσεξες, τον πατέρα, τον Γιώργο Κονναρή, λόγω του ότι είναι μεγάλος άνθρωπος, δεν του φορέσαμε χειροπέδες». Τότε ο μάρτυρας κατάλαβε ότι δεν ήθελε να συζητήσει το θέμα. Είπε επίσης σε άλλο σημείο ότι παρούσες στον χώρο ήταν και δύο άλλες δικηγόροι, η κα Ζέτα Νικολάου και η κα Φιόνα Νικολάου, οι οποίες φώναζαν γιατί να βάλουν χειροπέδες στον Ενάγοντα οπόταν ο μάρτυρας τους είπε «Σταματάτε. Μίλησα με τον υπεύθυνο του κλιμακίου», δεν υπήρχε λόγος να δημιουργούν εντάσεις. Στην αντεξέταση του μετέφερε την πιο πάνω στιχομυθία, διαφορετικά ως προς τα διαμειφθέντα. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε εάν ζήτησε από τον αστυνομικό να αφαιρέσει τις χειροπέδες ή αν τον ρώτησε γιατί τις έφερε, είπε ότι τον ρώτησε «Υπάρχει κανένας λόγος, καμία ανάγκη να είναι δεμένος ο Ηλίας με χειροπέδες; Έκανε πριν έρτω, έκανε κανένα επεισόδιο; Έδειξε ότι ήθελε να φύγει, κάτι που θα δικαιολογούσε την τοποθέτηση χειροπέδων;». Εκείνος του είπε «Στον πατέρα του, που είναι κάποια ηλικίας δεν φορέσαμε χειροπέδες» οπόταν ο μάρτυρας τον ρώτησε «Εν τοιαύτη περιπτώσει, γιατί του έχεις τις χειροπέδες;» οπόταν έλαβε την απάντηση «Κοίταξε, θέλεις να ρωτήσεις κάτι σαν δικηγόρος, ευχαρίστως ρώτα, αλλά σε παρακαλώ κάνε τη δουλειά σου να κάνω και εγώ τη δική μου». Είπε περαιτέρω ότι αντιλήφθηκε ότι ο αστυνομικός δεν ήθελε να δώσει συνέχεια στο θέμα και ούτε ο ίδιος είχε διάθεση να το συζητήσει με τον αστυνομικό, κάτω από εκείνες τις συνθήκες. Ανέφερε δε ότι στην συνέχεια ο αστυνομικός ζήτησε από κάποιον συνάδελφο του να καταγράψει τα στοιχεία του μάρτυρα. Όταν ρωτήθηκε εύλογα κατά πόσο όταν έδινε τα στοιχεία του ανέφερε οτιδήποτε περί του θέματος των χειροπέδων ή ζήτησε να καταγραφεί οποιοδήποτε παράπονο ή αίτημα του σε σχέση με τις χειροπέδες απάντησε αρνητικά, δίδοντας ως δικαιολογία ότι από την στιγμή που ο προϊστάμενος του κλιμακίου δεν του άφησε οποιονδήποτε περιθώριο να συζητήσουν το θέμα των χειροπέδων, ο ίδιος δεν θεώρησε ότι ήταν ζήτημα στο οποίο θα έπρεπε να δώσει οποιαδήποτε συνέχεια. Η εν λόγω δικαιολογία του όμως δεν κρίνεται πειστική εάν ληφθεί υπόψην η όλη θέση του ότι δηλ. ο ίδιος σαν δικηγόρος του Ενάγοντα πήρε την πρωτοβουλία να ρωτήσει σχετικά και ως είπε θεωρούσε ότι ήταν αχρείαστη η χρήση των χειροπέδων. Μη πειστική, ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται και η θέση του ότι το όλο θέμα τέθηκε υπό μορφή απορίας και μόνο ως προς την αναγκαιότητα χρήσης των χειροπέδων. Για το ίδιο δε θέμα και προφανώς για να δικαιολογήσει την πιο πάνω θέση του, στην αντεξέταση του σε αντίθεση με την κυρίως εξέταση του, όπου ανέφερε ότι οι δύο συνάδελφοι του κα Ζέτα και κα Φιόνα Νικολάου, φώναζαν γιατί να βάλουν χειροπέδες στον Ενάγοντα, είπε ότι δεν φώναζαν, αλλά είναι ο τρόπος που μιλούν έντονος και ότι ήταν συγχυσμένες και δεν συζητούσαν ή φώναζαν αλλά μονολογούσαν «του είδους εν απαράδεκτα πράγματα τούτα, μέσα σε ένα γραφείο δεν ήρταν να έβρουν πόμπες ή όπλα». Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι δέχθηκε εν πάση περιπτώσει ότι ούτε ο ίδιος ούτε οι άλλοι δικηγόροι που ήταν παρόντες, ζήτησαν από τον υπεύθυνο αστυνομικό την αφαίρεση των χειροπέδων από τον Ενάγοντα. Όσον δε αφορά την θέση του ότι παρούσα ήταν και η κα Φιόνα Νικολάου, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην Αντωνίου ν. Χρυσάνθου
(2003)1Β Α.Α.Δ 789 λέχθηκε ότι «η μαρτυρία η οποία πρέπει να αγνοείται, ως εκτός εγγράφων προτάσεων, είναι η μαρτυρία η οποία τείνει να αποδείξει ισχυρισμούς του διαδίκου οι οποίοι, αν και είναι απαραίτητοι για τη στοιχειοθέτηση, ανάλογα με την περίπτωση, της απαίτησης ή της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησής του, εν τούτοις δεν προβάλλονται». Περαιτέρω στη Γεωργίου ν. Καψού
(1997)1Α Α.Α.Δ. 164 αναφέρθηκε ότι στα δικόγραφα είναι απαραίτητο να γίνεται αναφορά σε ουσιώδη γεγονότα. Για την σημασία της δικογράφησης ισχυρισμών και το πως αυτό επηρεάζει την υπόθεση ενός διαδίκου βλ. επίσης Courtis and others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Ayia Napa Nisi Development Ltd v. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549. Στην παρούσα, ο Ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του ισχυρίζεται ότι υπέστη εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση στον χώρο του δικηγορικού του γραφείου, λόγω της τοποθέτησης και διατήρησης σε αυτόν, από μέλη της Αστυνομίας μετά την σύλληψη του, χειροπέδων για περίοδο 4 ωρών. Οι περιστάσεις της εν λόγω μεταχείρισης είναι αυτές που θα στοιχειοθετήσουν την θέση του για εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση. Ανάμεσα σε αυτές είναι και το ότι η εν λόγω μεταχείριση του έγινε αντιληπτή ή ορατή από άλλα πρόσωπα, γεγονός επίσης ουσιώδες για το όλο θέμα. Στα πλαίσια λοιπόν αυτά στην έκθεση απαίτησης του αναφέρει ότι τα πρόσωπα που βρέθηκαν εκεί και τον είδαν σε αυτή την κατάσταση, πλην του πατέρα του, ήταν κάποιοι πελάτες του, η σύζυγος του, οι 2 δικηγόροι και οι 2 γραμματείς που εργάζονται στο γραφείο του αλλά και οι 2 δικηγόροι του ίδιου και του πατέρα του που πήγαν εκεί. Ως δε διευκρινίστηκε από τον συνήγορο του, κατά την τοποθέτηση του σε σχετική ένσταση που εγέρθηκε από πλευράς Εναγομένου περί μη δικογράφησης όταν έγινε προσπάθεια κατάθεσης της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα, η δικηγόρος αυτού ήταν η κα Ζέτα Νικολάου. Καμία αναφορά γίνεται στο δικόγραφο στην κα Φιόνα Νικολάου. Ως δε εξηγήθηκε, ενόψει της φύσης της υπόθεσης, πρόκειται για ουσιώδεις για την στοιχειοθέτηση της απαίτησης του Ενάγοντα ισχυρισμούς και ως εκ τούτου κρίνεται ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.3 περί παρουσίας εκεί της κας Φιόνας Νικολάου εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων του Ενάγοντα και δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αναφορικά δε με την θέση του το ότι όση ώρα αυτός βρισκόταν στον χώρο της υποδοχής του γραφείου, άνοιξε η πόρτα 2‑3 φορές και είδε κάποιους που πήγαν να μπουν, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ίδιος δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιοι ήταν. Σε καμία δε περίπτωση δεν υποστήριξε ότι εκείνη την ώρα παρών ήταν και ο Ενάγοντας εκεί ώστε να λεχθεί ότι ήταν ορατός από τα εν λόγω πρόσωπα, τα οποία ως επίσης είπε, τα προσέγγιζε η κοπέλα του γραφείου, κάτι τους έλεγε και έφευγαν χωρίς να μπουν μέσα. Κατά τα άλλα θα πρέπει να λεχθεί ότι η λοιπή μαρτυρία του Μ.Ε.3 δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία. Συνεπώς η μαρτυρία του, με εξαίρεση των ανωτέρω θεμάτων σε σχέση με το θέμα της συνομιλίας με αστυνομικό για τις χειροπέδες και την παρουσία της κας Φιόνας Νικολάου, γίνεται δεκτή. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 Στην συνέχεια κρίνω ότι αναφορά πρέπει να γίνει στην μαρτυρία της Μ.Υ.
- Εκείνο που αμφισβητήθηκε κατά την μαρτυρία αυτής επί της ουσίας, είναι κατά το πόσο στο ημερολόγιο ενεργείας (πρακτικό όπως το αποκάλεσε) που αυτή τηρούσε κατά την διάρκεια της έρευνας στο γραφείο του Ενάγοντα, κατέγραψε όλα τα πρόσωπα που πήγαν εκεί. Κατ' αρχάς να επαναληφθεί ότι, με δεδομένη την μη δικογράφηση της παρουσίας της κας Φιόνας Νικολάου αλλά και της κουνιάδας του Ενάγοντα (στην οποία αναφέρθηκε ο τελευταίος), δεν μπορεί να προβάλλεται η θέση αυτή και συναφώς δεν τίθεται θέμα εξέτασης της στα πλαίσια της μαρτυρίας της Μ.Υ.
- Όσον όμως αφορά τα υπόλοιπα πρόσωπα που ο Ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι πήγαν εκεί και δεν καταγράφηκαν στο ημερολόγιο ενεργείας όπως κάποιοι πελάτες, η κα Ζέτα Νικολάου και η σύζυγος του θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην κυρίως εξέταση της η Μ.Υ.2 είπε ότι στο εν λόγω πρακτικό κατέγραφε μεταξύ άλλων και τα πρόσωπα που ήταν παρόντα στον χώρο κατά την διάρκεια της έρευνας. Είπε δε αρχικά ότι όσα πρόσωπα πήγαν εκεί τα κατέγραψε. Στην συνέχεια είπε ότι εάν πήγε εκεί κάποιο πρόσωπο και δεν το είδε ή εάν άνοιξε την πόρτα και έφυγε δεν το κατέγραψε, εξηγώντας ότι επειδή αυτή βρισκόταν με τους συλληφθέντες, όσοι ήρθαν σε επαφή ή μίλησαν μαζί τους και παρέμειναν στον χώρο ή τουλάχιστον για 1‑2 λεπτά, τους κατέγραψε. Ως εκ των άνω είναι φυσικό να μην κατέγραψε την σύντομη παρουσία του Μ.Ε.
- Αναφορικά με το κατά πόσο πήγε εκεί η σύζυγος του Ενάγοντα και η κα Ζέτα Νικολάου, είπε ότι δεν θυμόταν και αφού συμβουλεύθηκε το τεκμήριο 7 είπε ότι για να μην είναι καταγραμμένες εκεί δεν πήγαν. Όμως στην συνέχεια παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι μπορεί να μην τις κατέγραψε εάν πήγαν στο γραφείο αλλά όχι στον χώρο όπου βρίσκονταν οι συλληφθέντες αλλά σε άλλο σημείο με δεδομένο ότι ο εν λόγω χώρος αποτελείτο από διάφορα δωμάτια. Στην αντεξέταση της δέχθηκε επίσης ότι με δεδομένο ότι αυτή βρισκόταν μαζί με τους συλληφθέντες δεν γνώριζε τι γινόταν στον χώρο υποδοχής του γραφείου και πιθανόν να μπήκαν εκεί πρόσωπα και να μην τα αντιλήφθηκε. Να σημειωθεί δε εδώ ότι ούτε ο Ενάγοντας αλλά ούτε και ο Μ.Ε.3 αμφισβητήθηκαν ως προς την παρουσία της συζύγου του πρώτου και της κας Ζέτας Νικολάου, ενώ κανένας εκ των δύο δεν ανέφερε ότι ήλθαν σε επαφή με τον Ενάγοντα κατά την έρευνα. Κάτι τέτοιο δεν ανέφερε ούτε και ο Μ.Υ.
- Δεν απέκλεισε δε η μάρτυρας κατά την διάρκεια της έρευνας του γραφείου του κ. Γ. Κονναρή, ο Ενάγοντας να βγήκε από εκεί σε διάφορες περιπτώσεις, να πήγε στον χώρο υποδοχής και να επέστρεψε, πάντα με συνοδεία αστυνομικών. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μη καταγραφή στο τεκμήριο 7 της παρουσίας της συζύγου του Ενάγοντα και της κας Ζέτας Νικολάου όπως και του Μ.Ε.2, δεν διαψεύδει την σχετική θέση εκάστου των Ενάγοντα, Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 ότι τα εν λόγω πρόσωπα βρέθηκαν εκεί. Συνεπώς η μαρτυρία της Μ.Υ.2 όσον αφορά τις καταγραφές στο τεκμήριο 7, με την διευκρίνιση ότι εκεί κατέγραφε μόνο όσα ήταν σχετικά με την διενέργεια της έρευνας, γίνεται δεκτή. Ο Μ.Ε.2 περιέγραψε με ειλικρίνεια και χωρίς υπερβολές τα όσα είδε και αντιλήφθηκε κατά την επίδικη ημερομηνία στο γραφείο του Ενάγοντα, ήταν σταθερός και συνεπής στην θέση του, η οποία παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση του. Ως δε έχει προαναφερθεί το γεγονός ότι άνοιξε την πόρτα της εισόδου του γραφείου, έκανε ένα βήμα και μετά από σύντομο χρόνο αφού είδε αυτά που είπε, αποχώρησε, δεν διαψεύδεται από το τεκμήριο 7 αλλά ούτε και από κανένα άλλο μάρτυρα. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Το παράπονο του Ενάγοντα είναι εν τέλει ότι αδικαιολόγητα και λανθασμένα η Αστυνομία του τοποθέτησε και διατήρησε χειροπέδες για 4 περίπου ώρες, γεγονός που υπό τις περιστάσεις τον προσέβαλε και τον εξευτέλισε ιδιαίτερα λόγω του ότι θεάθηκε στην κατάσταση αυτή από πελάτες του. Πιο συγκεκριμένα η προσβολή και ο εξευτελισμός προέκυψαν από το ότι η τοποθέτηση των χειροπέδων έγινε μπροστά σε πελάτες του, τους οποίους πρώτη φορά έβλεπε καθώς και από το ότι παρέμεινε με τις χειροπέδες για τόσες ώρες και τον είδαν σε αυτή την κατάσταση συγγενείς του, οι δικηγόροι του, υπάλληλοι του γραφείου αλλά και άλλοι πελάτες του που είχαν πάει για προγραμματισμένα ραντεβού. Ήταν η θέση του ότι η χρήση χειροπέδων θα πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Υποστήριξε δε ότι η σχετική Αστυνομική Διάταξη είναι εσφαλμένη. Ανέφερε επίσης ότι εν πάση περιπτώσει ακόμη και με την εφαρμογή αυτής κακώς του τοποθετήθηκαν χειροπέδες υπό τις περιστάσεις. Το θέμα όμως αυτό είναι νομικό και ως τέτοιο θα αποφασισθεί από το Δικαστήριο λαμβανομένων υπόψην όλων των γεγονότων και σε συνάρτηση με το παράπονο του ότι η τοποθέτηση και η διατήρηση των χειροπέδων αποτελούσε εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της γνώμης του Ενάγοντα επί του νομικού αυτού θέματος. Ήταν επίσης η θέση του ότι η συμπεριφορά των αστυνομικών ήταν σκόπιμη, δόλια και αποσκοπούσε στην μείωση της πνευματικής του κατάστασης μέσω της ταπείνωσης του και της πρόκλησης φόβου, αγωνίας και κατωτερότητας, έτσι ώστε να μην δύναται να σκέφτεται και να αντιδράσει σε λογικά πλαίσια και του προκάλεσε φόβο και αγωνία. Διευκρίνισε βασικά ότι ο λόγος που του πέρασαν χειροπέδες ήταν για να μην αντιληφθεί το λάθος που υπήρχε στο ένταλμα έρευνας και δη ότι εκεί αναφερόταν το γραφείο αρ. 102 αντί τα γραφεία αρ. 201 και 202, στα οποία στεγαζόταν το δικηγορικό του γραφείο και να αντιδράσει νομικά όπως θα αντιδρούσε οποιοσδήποτε δικηγόρος. Θα πρέπει να λεχθεί όμως ότι, ως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας, η θέση του αυτή αποτελεί προφανώς υποκειμενική του κρίση, η οποία εδράζεται στο γεγονός της λανθασμένης καταγραφής στο ένταλμα του αριθμού του γραφείου και στο ότι ο ίδιος, λόγω της μη αναμενόμενης από τον ίδιο σύλληψης του και της τοποθέτησης χειροπέδων στην παρουσία πελατών του, έπαθε σοκ, είχε απώλεια διαύγειας για 10 περίπου λεπτά, ως είπε χαρακτηριστικά, και δεν υποστηρίζεται αντικειμενικά από κάποιο άλλο στοιχείο. Μάλιστα υπέθεσε ουσιαστικά ότι όταν πήγαν εκεί οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι είναι λάθος το ένταλμα αλλά παρά ταύτα ανέβηκαν στον δεύτερο όροφο και του πέρασαν χειροπέδες. Ως δε θα αναφερθεί στην συνέχεια κρίνεται πειστική η σχετική θέση του Μ.Υ.1 επί τούτου, και τίποτα από τα όσα αυτός ανέφερε δεν παρέχουν οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει την υπόθεση του Ενάγοντα. Ως εκ των άνω δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Ενάγοντα ότι η χρήση χειροπέδων αποσκοπούσε στην μείωση της πνευματικής του κατάστασης μέσω της ταπείνωσης του και της πρόκλησης φόβου, αγωνίας και κατωτερότητας. Ούτε προκύπτει από τα όσα ο ίδιος είπε ότι, πέραν του σοκ και της προσωρινής απώλειας διαύγειας, του προκλήθηκε φόβος και αγωνία. Το ότι δεν υπήρξε τέτοιος φόβος προκύπτει και από το γεγονός ότι 9 λεπτά αργότερα ζήτησε και καταγράφηκε στο τεκμήριο 7 ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματα του και 4 λεπτά μετά, όταν επιχειρήθηκε από τον Μ.Υ.1 να γίνουν διευθετήσεις σε μεταγενέστερο χρόνο για να ληφθεί κατάθεση από υπάλληλο του γραφείου, επενέβη λέγοντας της ότι δεν ήταν υπόχρεη να το πράξει. Δεκτή δεν μπορεί να γίνει, ελλείψει οποιωνδήποτε άλλων αντικειμενικών στοιχείων που να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, ούτε η θέση του ότι οι αστυνομικοί, οι οποίοι να σημειωθεί ως είπε και ο ίδιος, δεν τον γνώριζαν από πριν, πήγαν να τον συλλάβουν και να εκτελέσουν το ένταλμα έρευνας, προϊδεασμένοι λόγω της υπόθεσης που διερευνάτο καθώς και για να τον εκδικηθούν και να προκαλέσουν βλάβη στην φήμη και στο όνομα του. Από την άλλη η θέση του ότι η σύλληψη του και η τοποθέτηση χειροπέδων, του προκάλεσαν σοκ και ντροπή και ότι ένιωσε προσβεβλημένος και εξευτελισμένος, κρίνεται εύλογη υπό τις περιστάσεις. Συγκεκριμένα ως ανέφερε, χωρίς προφανώς ο ίδιος να το αναμένει, πριν εισέλθει στο γραφείο, άκουσε έντονη συζήτηση από το ασανσέρ γιατί οι αστυνομικοί ζητούσαν τα στοιχεία της κας Μαρίνας Κονναρή και του κ. Βάσου Χρίστου, οι οποίοι ήταν πελάτες με τους οποίους είχε ραντεβού και θα έβλεπε για πρώτη φορά, μπήκε μέσα στο γραφείο και ρώτησε τι συμβαίνει, οπόταν ένας εκ των αστυνομικών του είπε ότι είναι υπό σύλληψη και του έβαλε τις χειροπέδες. Δεν αμφισβητείται ότι τα εν λόγω πρόσωπα ήταν παρόντα, είδαν τα πιο πάνω και αμέσως μετά έφυγαν χωρίς να πουν οτιδήποτε. Το γεγονός δε ότι ως φαίνεται στο τεκμήριο 7 ο Ενάγοντας επιφύλαξε τα δικαιώματα του, δεν αναιρεί κατά την κρίση μου την θέση του ότι υπέστη σοκ, καθώς ως φαίνεται από το εν λόγω τεκμήριο, αυτό έγινε 9 λεπτά μετά την σύλληψη του και αφού διάβασε το έντυπο με τα δικαιώματα του και επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον πατέρα του. Εξήγησε δε ότι αυτό που ένιωσε κατά την σύλληψη και την τοποθέτηση των χειροπέδων, επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι αυτά έγιναν στην παρουσία πελατών του και ότι ένιωσε ντροπή καθότι, ως είπε πολύ λογικά «Δεν είμαι εγκληματίας που το κάμνω συχνά και έμαθα». Ανέφερε επίσης ότι εάν δεν ήταν παρόντες οι πελάτες του δεν θα ένιωθε έτσι. Όσον αφορά την θέση του ότι κατά την διάρκεια της έρευνας και ενώ βρισκόταν ακόμη με τις χειροπέδες τον είδαν και άλλα πρόσωπα πρέπει να λεχθούν τα εξής: · Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι μετά την σύλληψη του πήγε στον χώρο ο πατέρας του, ο αδελφός του και ότι κατά την διάρκεια της έρευνας πήγαν εκεί η κα Νικολέτα Παναγιώτου, γραμματέας του γραφείου, ο κ. Λουϊζίδης, δικηγόρος του Ενάγοντα και του πατέρα του και η κα Κάλια Σταύρου, ασκούμενη δικηγόρος. · Δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι εκεί πήγε και η σύζυγος του και η δικηγόρος κα Ζέτας Νικολάου ενώ έγινε δεκτό ότι πήγε και ο πελάτης του Μ.Ε.
- Ως δε προκύπτει από τα όσα έχουν προαναφερθεί σχετικά, η μη καταγραφή αυτών στο τεκμήριο 7, δεν διαψεύδει την θέση του Ενάγοντα ότι τα εν λόγω πρόσωπα βρέθηκαν εκεί και τον είδαν με τις χειροπέδες. · Όσον όμως αφορά την θέση του ότι πήγε εκεί και η δικηγόρος κα Φιόνα Νικολάου και η κουνιάδα του, για τον ίδιο λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω κατά την μαρτυρία του Μ.Ε.3 δηλ. ενόψει της μη δικογράφησης της, αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Να λεχθεί ότι ούτε ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι ήταν εκεί και η κουνιάδα του. · Ήταν επίσης η θέση του ότι οι αστυνομικοί δεν επέτρεψαν να γίνουν τηλεφωνήματα για να ακυρωθούν προγραμματισμένα ραντεβού πελατών με αποτέλεσμα πελάτες να πάνε στο γραφείο και να τον δουν με τις χειροπέδες. Όσον αφορά το ότι δεν επιτράπηκαν τηλεφωνήματα για τον πιο πάνω σκοπό, ο Ενάγοντας παρέπεμψε και στο ημερολόγιο ενεργείας. Όμως κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Υ.2 αναφέρθηκε τι καταγραφόταν εκεί (καταγράφηκαν δε και τα τηλεφωνήματα που έκαναν ο ίδιος και ο πατέρας του) και συνεπώς η μη αναφορά τέτοιων τηλεφωνημάτων δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν ή ακόμη και ότι απαγορεύθηκε να γίνουν. Να λεχθεί δε εδώ ότι ο Μ.Ε.3 που βρέθηκε εκεί και παρέμεινε για αρκετό χρόνο, σε κανένα σημείο δεν μίλησε για τέτοια απαγόρευση. Όταν δε υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι αν δεν ακυρώθηκαν τα προγραμματισμένα ραντεβού, δεν ήταν λόγω του ότι απαγορεύτηκε από την Αστυνομία, αλλά για το ότι δεν το σκέφτηκαν ή το έκαμαν οι γραμματείς του γραφείου, μεταβάλλοντας την θέση του ανέφερε «Έτερον εκάτερον. Θεάθηκα με χειροπέδες, εν παρουσία πελατών μου, ενώ ήταν περιττές; Αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης μου και το παράπονο μου. Και να μην ακυρώνονταν τα ραντεβού, εκτέθηκα εξευτελίστηκα μπροστά τους». Ως εκ των άνω η θέση του για απαγόρευση διενέργειας τηλεφωνημάτων δεν γίνεται δεκτή. · Αναφορικά δε με το ότι θεάθηκε από πελάτες του, οι οποίοι πήγαν στο γραφείο κατά την διάρκεια της έρευνας θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως προκύπτει από την μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 δεν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο από πλευράς της Αστυνομίας, σε κάποιο που ήθελε να πάει στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντα να το πράξει και να εισέλθει έστω στον χώρο της υποδοχής, όπως έπραξε ο Μ.Ε.
- Αυτό άλλωστε το δέχθηκε και ο Μ.Υ.1, ο οποίος μάλιστα είπε ότι εκεί στην υποδοχή έμειναν περί τα 40-50 λεπτά πριν προχωρήσουν στην έρευνα των λοιπών χώρων του γραφείου. Ο δε Μ.Ε.3 ανέφερε ότι η πόρτα άνοιξε 2-3 φορές και είδε κάποια πρόσωπα, τα οποία όμως δεν εισήλθαν και έφυγαν μετά που τους μίλησε κάποια από τις γραμματείς αλλά δεν είπε ότι αυτά τα πρόσωπα είδαν τον Ενάγοντα. Ο ίδιος δε ο Ενάγοντας είπε ότι είδε ότι πήγαν εκεί και τον είδαν με τις χειροπέδες κάποιοι πελάτες του. Παρά ταύτα, με εξαίρεση τον Μ.Ε.2, δεν αναφέρθηκε σε κανένα άλλο ονομαστικά, κάτι που λογικά θα αναμενόταν, ενώ δεν ανέφερε καν ούτε πόσοι ήταν αυτοί. Συνεπώς πλην του Μ.Ε.2 δεν γίνεται δεκτό ότι τον είδα και άλλοι πελάτες κατά την διάρκεια της έρευνας. Ένα άλλο θέμα που πρέπει να αναφερθεί είναι ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι έθεσε θέμα χειροπέδων. Ο ισχυρισμός του ότι ο Μ.Ε.3 ζήτησε από ένα εκ των αστυνομικών να του αφαιρέσει τις χειροπέδες καθότι η χρήση τους ήταν περιττή και τον εξέθεταν και ότι έλαβε την απάντηση ότι ο Ενάγοντας έπρεπε να είναι ευχαριστημένος που δεν του τις πέρασαν πισθάγκωνα, δεν επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Ε.3, του οποίου η μαρτυρία ως προς τα λεχθέντα όχι μόνο ήταν εντελώς διαφορετική αλλά δεν έγινε καν δεκτή. Να σημειωθεί δε ότι εν πάση περίπτωση η θέση του Μ.Ε.3 ήταν ότι δεν τέθηκε θέμα αφαίρεσης των χειροπέδων. Τέλος ήταν η θέση του ότι εξαιτίας του επίδικου περιστατικού υπέστη ψυχικές αλλά και συναισθηματικές βλάβες και ότι το περιστατικό ήταν καταστροφικό για την ψυχική του υγεία. Ανέφερε δε σχετικά ότι για περίπου 7-8 μήνες λάμβανε ηρεμιστικά Valerian Root και ΗΤΡ, ενώ αντιμετώπιζε δυσκολίες στον ύπνο αλλά και στην εργασία. Επίσης έγινε ιδιαίτερα καχύποπτος και μάλιστα σε υπερβολικό βαθμό, τόσο που απέκτησε εμμονές σε σημείο που να μην δύναται να ξεπεράσει και να ξεχάσει τον εξευτελισμό, την ταπείνωση και την προσβολή που υπέστη. Παρά ταύτα όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του εάν έχει κάποιο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό που να αναφέρεται σε κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα, απάντησε αρνητικά ενώ είπε ότι δεν αποτάθηκε σε κάποιο ψυχίατρο προσθέτοντας ότι «Οι Αμερικάνοι έχουν ψυχίατρους, οι Έλληνες έχουν φίλους, λέει η παροιμία». Δεν ήταν καν η θέση του ότι λάμβανε τα συγκεκριμένα φάρμακα κατόπιν κάποιας ιατρικής συμβουλής. Θα πρέπει λοιπόν να λεχθεί ότι ενόψει των πιο πάνω και ελλείψει σχετικής επιστημονικής μαρτυρίας, η θέση του περί πρόκλησης ψυχικών και συναισθηματικών βλαβών δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όσον δε αφορά την θέση του για επίδραση στην εργασία του, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν σταμάτησε να εργάζεται και περιορίσθηκε να πει ότι έγινε πιο καχύποπτος σε ό,τι έχει να κάνει με την Αστυνομία, προσθέτοντας μάλιστα ότι στο τέλος του «βγήκε σε καλό». Συνεπώς ούτε αυτή η θέση του μπορεί να γίνει δεκτή. Καταληκτικά η μαρτυρία του Ενάγοντα γίνεται δεκτή, μόνο στο μέτρο που προκύπτει από τα πιο πάνω. Εξετάζοντας τέλος την μαρτυρία του Μ.Υ.1 πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι την απόφαση τόσο για την τοποθέτηση όσο και για την διατήρηση των χειροπέδων στον Ενάγοντα, την πήρε ο ίδιος. Υποστήριξε δε ότι συνεχώς ο ίδιος αξιολογούσε τις σχετικές περιστάσεις και ενόψει αυτών οι χειροπέδες τοποθετήθηκαν και διατηρήθηκαν. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά την τοποθέτηση των χειροπέδων μετά την σύλληψη του Ενάγοντα, δεν απέκλεισε αυτό να έγινε στην παρουσία των δύο πελατών του τελευταίου που είναι παραδεκτό ότι ήταν παρόντες. Ανέφερε δε ότι σε εκείνο το στάδιο έκρινε αναγκαία την τοποθέτηση χειροπέδων σύμφωνα και με την Αστυνομική Διάταξη Αρ. 5/39, καθότι ο Ενάγοντας ήταν πρόσωπο που βρισκόταν πλέον υπό αστυνομική κράτηση ως ύποπτο για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων και γιατί κρίθηκε ότι δεν ήταν ανίκανος ή απίθανο να δραπετεύσει. Ως προς το τελευταίο εξήγησε ότι ο κίνδυνος δραπετεύσεως ήταν ορατός και μεγάλος καθότι το συγκεκριμένο γραφείο ήταν άγνωστος χώρος για τα μέλη της Αστυνομίας που πήγαν εκεί, ο Ενάγοντας ήταν νεαρός (31 ετών), λεπτός και ευκίνητος και ήταν θυμωμένος και αρκετά εκνευρισμένος για τη σύλληψή του και την έρευνα του γραφείου του. Ως προς τα προαναφερόμενα δεδομένα θα πρέπει να λεχθεί ότι το μόνο που αμφισβητήθηκε είναι το ότι ήταν θυμωμένος και εκνευρισμένος. Ο μάρτυρας κατά την μαρτυρία του ανέφερε σχετικά ότι ο Ενάγοντας δεν άφησε περιθώρια για ήπια συζήτηση αφού ζητούσε επίμονα τους λόγους της παρουσίας της Αστυνομίας και ότι με το που του αναφέρθηκε η ύπαρξη των ενταλμάτων ζήτησε θυμωμένα και φανερά εκνευρισμένος να τα δει και αφού τα διάβασε έδωσε μια απάντηση με έντονο ύφος. Πέραν όμως του ότι στο τεκμήριο 7 πουθενά δεν καταγράφεται τέτοια αντίδραση και συμπεριφορά από πλευράς Ενάγοντα, η θέση αυτή που είναι βασική και ουσιώδης για την εκδοχή του Εναγόμενου δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του στον Ενάγοντα, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση και συναφώς είναι έκθετη σε απόρριψη (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383). Το ότι δεν ζητήθηκε από τον Μ.Υ.1 ούτε ανέφερε προηγουμένως στους συνηγόρους του Εναγόμενου την εν λόγω συμπεριφορά του Ενάγοντα δεν μεταβάλλει το πιο πάνω. Συνεπώς η εν λόγω θέση για την συμπεριφορά του Ενάγοντα σε εκείνο το σημείο δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αναφορικά δε με το κατά πόσο σε εκείνο το στάδιο θα μπορούσε να αποφευχθεί η τοποθέτηση χειροπέδων να γίνει στην παρουσία των δύο πελατών του Ενάγοντα, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι αυτό δεν μπορούσαν να το αποφύγουν λόγω του ότι αμέσως ο Ενάγοντας υπέδειξε την πιο πάνω συμπεριφορά (θυμό και εκνευρισμό) και δεν έδωσε χρόνο για κάτι άλλο. Παραδέχθηκε από την άλλη ότι δεν αντιστάθηκε στην σύλληψη του. Ως όμως έχει προαναφερθεί ο ισχυρισμός του μάρτυρα για θυμό και εκνευρισμό του Ενάγοντα δεν γίνεται δεκτός. Ανέφερε δε ο Μ.Υ.1 ότι όταν στην συνέχεια δόθηκε στον Ενάγοντα το έντυπο με τα δικαιώματα επικοινωνίας κρατουμένων, αυτός ζήτησε άμεσα να μιλήσει με τον πατέρα του, πράγμα που έβαλε τα μέλη της Αστυνομίας σε περαιτέρω υποψίες σχετικά με τις προθέσεις του και ότι με πολύ έντονο και θυμωμένο ύφος ζήτησε να προσθέσει στο ημερολόγιο ενέργειας ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματά του σχετικά με τα εκδοθέντα εντάλματα αλλά και την συμπεριφορά της Αστυνομίας. Σε σχέση με τα πιο πάνω όμως ο μάρτυρας δεν εξήγησε γιατί η παράκληση του Ενάγοντα να μιλήσει με τον πατέρα του, ο οποίος είναι επίσης δικηγόρος στο ίδιο γραφείο, τον έβαλε σε τέτοιες υποψίες και τι σχέση είχαν με το θέμα των χειροπέδων. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι τελικά επιτράπηκε στον Ενάγοντα και μίλησε στο τηλέφωνο με τον πατέρα του. Συνεπώς η θέση αυτή δεν κρίνεται πειστική. Όσον δε αφορά το ότι και πάλι με έντονο ύφος ζήτησε να κάνει την πιο πάνω προσθήκη στο ημερολόγιο ενεργείας, για τους ίδιους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω (μη αναφορά στο τεκμήριο 7 και ιδιαίτερα μη αντεξέταση του Ενάγοντα επί τούτου) δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Ήταν επίσης η θέση του Μ.Υ.1 ότι στην συνέχεια όταν είπε στην γραμματέα του γραφείου κα Ματθαίου ότι έπρεπε να διευθετηθεί συνάντηση για σκοπούς λήψης κατάθεσης από αυτήν σε μεταγενέστερο χρόνο, ο Ενάγοντας επενέβη και απευθυνόμενος σε αυτήν με επιβλητικό ύφος της είπε «Εν θα πεις τίποτε», με αποτέλεσμα να συλληφθεί εκ νέου η ώρα 14:30 για το αυτόφωρο αδίκημα της προσπάθειας επηρεασμού μάρτυρα και παρεμπόδισης στο έργο της Δικαιοσύνης. Στο τεκμήριο 7 καταγράφεται σχετικά ότι ο Ενάγοντας συνελήφθη για επηρεασμό μάρτυρα και παρεμπόδιση στο έργο της δικαιοσύνης και ότι ανέφερε στην εν λόγω υπάλληλο του ότι δεν είναι υπόχρεη να δώσει κατάθεση. Όταν τέθηκε αυτό στον μάρτυρα και του ζητήθηκε να πει πως συνάδει με την δική του θέση, ανέφερε ουσιαστικά ότι ανέφερε το γεγονός όπως ο ίδιος το έζησε και ότι φαίνεται ότι η Μ.Υ.2 στην συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται να μην αντιλήφθηκε από την αρχή το επεισόδιο. Αυτό όμως σε αντίθεση με το ότι ο ίδιος υποστήριζε καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του ουσιαστικά ότι οι καταγραφές στο τεκμήριο 7 ήταν ορθές και αντικατόπτριζαν όλα όσα έλαβαν χώραν. Ως εκ των άνω ούτε η θέση του για επιβλητικό ύφος του Ενάγοντα μπορεί να γίνει δεκτή. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τις 14:40 έφθασε στο δικηγορικό γραφείο και ο πατέρας του Ενάγοντα, ο οποίος επίσης συνελήφθη, χωρίς όμως να του περασθούν χειροπέδες, καθότι κρίθηκε ότι αυτός ήταν ανίκανος και απίθανο να δραπετεύσει. Μετά τη σύλληψη και αυτού έπρεπε πλέον να ελέγχουν δύο συλληφθέντες καθώς και τον χώρο που ερευνάτο ώστε να μην υπάρξει οποιαδήποτε επέμβαση ή απόκρυψη ή καταστροφή οποιουδήποτε σχετικού υλικού ή οποιωνδήποτε τεκμηρίων. Ανέφερε περαιτέρω ότι η έρευνα στο γραφείο κράτησε περί τις 4 ώρες και η αναγκαιότητα για την χρήση χειροπέδων αξιολογείτο καθ' όλη τη διάρκεια της έρευνας. Ήταν δε η θέση του ότι λόγω των πιο πάνω αλλά και των ενεργειών που επιτέλεσε η Αστυνομία για σκοπούς εκτέλεσης της έρευνας (επίβλεψη των συλληφθέντων και των υπαλλήλων, έρευνα του γραφείου, παραλαβή και κατάλληλη συσκευασία τεκμηρίων καθώς συμπλήρωση των απαραίτητων εντύπων και του ημερολογίου ενεργείας) αλλά και του ότι ο Ενάγοντας συνέχισε να είναι ανήσυχος και εκνευρισμένος, κρίθηκε ότι η χρήση των χειροπέδων ήταν εύλογη, δικαιολογημένη και αναγκαία καθ' όλη τη διάρκεια της έρευνας. Όσον αφορά το γεγονός ότι ο Ενάγοντας συνέχισε να είναι εκνευρισμένος ούτε αυτό του τέθηκε κατά την αντεξέταση του. Πέραν τούτου η τελευταία αναφορά του μάρτυρα για κάποια ενέργεια του Ενάγοντα ήταν αυτή που προκάλεσε την σύλληψη του η ώρα 14:
- Κατά τον υπόλοιπο χρόνο μέχρι την περάτωση της έρευνας δηλ. μέχρι τις 18:00, ως δέχθηκε ο μάρτυρας, ο Ενάγοντας ήταν συνεργάσιμος κατά την έρευνα και δεν φαίνεται να υπήρξε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό. Υποστήριξε δε ο μάρτυρας ότι ο εκνευρισμός του Ενάγοντα φαίνεται από τις απαντήσεις του που είναι καταγραμμένες στο ημερολόγιο ενεργείας. Προσεκτική όμως ανάγνωση των εν λόγω απαντήσεων δεν αποκαλύπτει τέτοιο εκνευρισμό. Δεν είναι δεν ούτε λογικό για όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο Ενάγοντας να ήταν θυμωμένος, ανήσυχος και εκνευρισμένος αλλά ταυτόχρονα και πλήρως συνεργάσιμος. Συνεπώς ούτε αυτός ο ισχυρισμός γίνεται δεκτός. Όσον δε αφορά τις ενέργειες της Αστυνομίας για σκοπούς διεκπεραίωσης της έρευνας δεν εξηγήθηκε και εν πάση περιπτώσει δεν φαίνεται να είναι, κατά την κρίση μου, στοιχείο που ήταν λογικό να ληφθεί υπόψην υπό την έννοια ότι δεν είχε σχέση με την διατήρηση των χειροπέδων στον Ενάγοντα. Η θέση δε του μάρτυρα ότι το γεγονός ότι ο Ενάγοντας ήταν συνεργάσιμος δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε κίνδυνος να δραπετεύσει καθότι ως είπε, και ο ίδιος να ήταν εκνευρισμένος και θυμωμένος και να ήθελε να φύγει θα ήταν πολύ συνεργάσιμος και θα περίμενε την κατάλληλη στιγμή, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική, πάντα λαμβάνοντας υπόψην τις συγκεκριμένες περιστάσεις και δη ότι στον χώρο ήταν 6 μέλη της Αστυνομίας, κάποια εκ των οποίων ήταν συνέχεια μαζί του. Περαιτέρω ο μάρτυρας δεν έπεισε ότι πέραν της μιας πόρτας εισόδου - εξόδου υπήρχε και άλλη εφόσον ουσιαστικά υπέθεσε ότι υπήρχε και έξοδος κινδύνου, κάτι που θα μπορούσε να είχε διαπιστώσει και να αναφέρει θετικά, με δεδομένο ότι παρέμεινε στον χώρο για σχεδόν 4 ώρες και τον ερεύνησε ολόκληρο. Πέραν τούτου εύλογα εγείρεται το ερώτημα γιατί εφόσον υπήρχε κίνδυνος απόδρασης του Ενάγοντα δεν φρόντισε η πόρτα αυτή να είναι κλειστή και να ελέγχεται το ποιος μπαίνει και βγαίνει με δεδομένο ότι εκεί βρίσκονταν συνολικά 6 αστυνομικοί και το ότι το ένταλμα έρευνας αφορούσε όλο τον χώρο του δικηγορικού γραφείου; Η δικαιολογία λοιπόν ότι ακόμη και έτσι ο Ενάγοντας θα μπορούσε να αποδράσει δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. Όσον δε αφορά το ότι υπήρχαν και παράθυρα δεν κρίνεται λογικό ότι αυτά αποτελούσαν έξοδο διαφυγής με δεδομένο ότι το γραφείο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο και όχι στο ισόγειο. Παράδοξο αποτελεί κα το γεγονός ότι παρά ταύτα στην συνέχεια όταν ολοκληρώθηκε η έρευνα και οδηγήθηκε ο Ενάγοντας στο αυτοκίνητο της Αστυνομία για να μεταβούν στο σπίτι του για έρευνα, στο ισόγειο του αφαίρεσαν τις χειροπέδες. Η δικαιολογία που έδωσε σχετικά ο μάρτυρας ότι όταν κατέβηκαν στο ισόγειο είχαν τελειώσει με τις συλλήψεις και την γραφειοκρατία με τα τεκμήρια, οπότε είχε αστυνομικούς να είναι επικεντρωμένοι στον Ενάγοντα, στερείται κατά την κρίση μου πειστικότητας. Είναι δε μη λογική η θέση του ότι ενώ για 4 περίπου ώρες ο Ενάγοντας ήταν ανήσυχος, θυμωμένος και εκνευρισμένος, στην συνέχεια ηρέμησε και μάλιστα συγκατατέθηκε να προχωρήσουν στην έρευνα της οικίας του, χωρίς δηλ. την ύπαρξη εντάλματος έρευνας και αυτή έλαβε χώραν χωρίς να φέρει τις χειροπέδες. Προσπαθώντας δε να δικαιολογήσει τα πιο πάνω ανέφερε μάλιστα ουσιαστικά ότι το γεγονός της ύπαρξης της Αστυνομικής Διάταξης δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να αφήσει τον Ενάγοντα με τις χειροπέδες μέχρι την επόμενη μέρα που θα οδηγείτο στο Δικαστήριο για σκοπούς προσωποκράτησης. Σε άλλο σημείο ανέφερε σχετικά ότι σύμφωνα με την Αστυνομική Διάταξη, πρέπει να τοποθετούνται χειροπέδες σε πρόσωπα που είναι υπό σύλληψη για σοβαρά αδικήματα, για να προσθέσει όμως ότι παίζουν ρόλο και άλλες περιστάσεις και όχι μόνο η εν λόγω Διάταξη, αναφερόμενος στην συνεχή κατά τον ίδιο αξιολόγηση που έκανε εκείνη την ημέρα. Όταν δε ερωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι παρά την ύπαρξη της Αστυνομικής Διάταξης δικαιούνται να αξιολογήσουν και να κρίνουν κατά πόσο επιβάλλεται η χρήση χειροπέδων σε κάποιον συλληφθέντα, είπε ότι περισσότερο είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας παρά εάν δικαιούται να τοποθετήσει τις χειροπέδες. Δέχθηκε δε ότι παρά την Αστυνομική Διάταξη πέρασαν τις χειροπέδες στον Ενάγοντα στα χέρια έχοντας αυτά στο μπροστινό μέρος του κορμιού του και όχι πίσω για πρακτικούς λόγους και συγκεκριμένα ώστε να μπορεί να μονογράφει τα τεκμήρια. Όσον αφορά την θέση του ότι όσα πρόσωπα εισήλθαν και παρέμειναν στο εν λόγω γραφείο για κάποιο χρονικό διάστημα καταγράφηκαν από την Μ.Υ.2 στο ημερολόγιο ενεργείας, θα πρέπει να λεχθεί ότι ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν για την Μ.Υ.2 κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, με δεδομένο ότι ήταν εκείνη που τηρούσε το τεκμήριο 7 και όχι ο μάρτυρας. Δεν γίνεται λοιπόν δεκτό ότι δεν πήγε εκεί η σύζυγος του Ενάγοντα, η κα Ζέτα Νικολάου και ο Μ.Ε.
- Αναφορικά δε με την συζήτηση που έκανε με τον Μ.Ε.3 ανέφερε ότι ούτε αυτός, ούτε κανένας άλλος έθεσε θέμα χειροπέδων. Η θέση αυτή γίνεται δεκτή λαμβάνοντας υπόψην και την μη πειστικότητα της αντίθετης θέσης του Μ.Ε.3 και του Ενάγοντα, για τις οποίες έγινε ήδη λόγος. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του, καθότι βρίσκει έρεισμα στην λογική και ο Ενάγοντας τελικά δεν επέμενε επί τούτου, ότι δεν απαγορεύθηκε στους γραμματείς του γραφείου να διενεργήσουν τηλεφωνήματα και να μιλήσουν τηλεφωνικώς με οποιοδήποτε πρόσωπο είτε για τυχόν ραντεβού είτε για άλλο θέμα της εργασίας τους. Δεκτή γίνεται και η θέση του ότι ο λόγος της τοποθέτησης των χειροπέδων δεν ήταν ώστε ο Ενάγοντας να μην αντιληφθεί το λάθος που υπήρχε στο ένταλμα έρευνας. Ως εξήγησε, ο ίδιος θεωρούσε, και κρίνεται πειστικό, ότι το ένταλμα ήταν ξεκάθαρο ως προς τον χώρο έρευνας εφόσον μιλούσε για το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο στην συγκεκριμένη διεύθυνση, ανεξάρτητα του ότι ο αριθμός του διαμερίσματος ήταν λάθος. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 γίνεται λοιπόν δεκτή, μόνο στο μέτρο που προκύπτει από τα πιο πάνω. Ευρήματα Με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά στα πλαίσια της παρούσας και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 27.1.11 λήφθηκαν στο ΤΑΕ(Ε) του Αρχηγείου Αστυνομίας, οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία για διερεύνηση υπόθεσης που αφορούσε αδικήματα που σχετίζονταν με την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης υπ' αρ. 10140/2008, η οποία αφορούσε θανατηφόρο δυστύχημα που έγινε στις 27.12.07 στην Λεμεσό. Η διερεύνηση της υπόθεσης ανατέθηκε σε ομάδα ανακριτών, μέλος της οποίας ήταν και ο Μ.Υ.
- Κατά την διερεύνηση η Αστυνομία αιτήθηκε και εξασφάλισε στις 22.2.11, από δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εντάλματα σύλληψης του Ενάγοντα και του πατέρα του κ. Γιώργου Κονναρή καθώς και ένταλμα έρευνας του δικηγορικού γραφείου και των υποστατικών τους (τεκμήρια 1 και 6). Το ένταλμα σύλληψης του Ενάγοντα αφορούσε την διάπραξη αδικημάτων συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, συνωμοσίας για ανατροπή της πορείας της Δικαιοσύνης, κατάρτισης πλαστών αποδεικτικών στοιχείων, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατάχρησης εξουσίας, συμβιβασμού κακουργήματος, δόλου και κατάχρησης εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό, παραμέλησης υπηρεσιακού καθήκοντος, δεκασμού δημόσιου λειτουργού και αδικήματα κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, τα οποία διαπράχθηκαν κατά την περίοδο από 6.6.08 μέχρι και την έκδοση του εντάλματος και σχετίζονταν με την διερεύνηση και εκδίκαση της προαναφερόμενης ποινικής υπόθεσης. Το δε ένταλμα έρευνας αφορούσε τα ίδια προαναφερόμενα αδικήματα και ανέφερε ως ένα εκ των χώρων έρευνας το δικηγορικό γραφείο στην γωνία των οδών οδό Ανεξαρτησίας & Αθηνών, ΝΟΡΑ ΚΩΡΤ, διαμέρισμα 102 στην Λεμεσό. Ο Ενάγων ήταν στις 22.2.11 ηλικίας 31 ετών και λεπτής σωματικής διάπλασης. Ήταν τότε και μέχρι σήμερα είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Λεμεσού, ασκούσε το επάγγελμα του στην Λεμεσό και κατείχε εν ισχύ την απαραίτητη άδεια. Ήταν δε συνεταίρος με τον πατέρα του, επίσης εγγεγραμμένο και αδειούχο δικηγόρο, στον συνεταιρισμό Γεώργιος Η. Κονναρής και Σία, ο οποίος διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στην οδό Ανεξαρτησίας & Αθηνών, πολυκατοικία ΝΟΡΑ, στο 2° όροφο, γραφεία 201 και 202, στην Λεμεσό. Προηγουμένως το εν λόγω δικηγορικό γραφείο στεγαζόταν στην ίδια πολυκατοικία, στον 1° όροφο, διαμέρισμα
- Τα προαναφερόμενα εντάλματα δόθηκαν στον Μ.Υ.1 με οδηγίες να τα εκτελέσει με άλλους αστυνομικούς. Για τον σκοπό αυτό ο Μ.Υ.1 με άλλους 5 αστυνομικούς μετέβησαν με πολιτική περιβολή, την ίδια μέρα και περί ώρα 14:15, εισήλθαν στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο και η Μ.Υ.2 άρχισε να τηρεί σχετικό ημερολόγιο ενεργείας (τεκμήριο 7). Κατά τον χρόνο εκείνο στο γραφείο βρίσκονταν η γραμματέας του γραφείου κα Μάχη Ματθαίου καθώς και η κα Μαρίνα Κονναρή και ο κ. Βάσος Χρίστου, οι οποίοι ήταν πελάτες που είχαν ραντεβού με τον Ενάγοντα, τον οποίο θα συναντούσαν για πρώτη φορά. Τα μέλη της Αστυνομίας ζήτησαν από τα πρόσωπα αυτά να δώσουν τα στοιχεία τους καθότι δεν γνώριζαν ποιοι ήταν. Κατά ή περί τις 14:17 έφθασε στο γραφείο ο Ενάγοντας. Πριν εισέλθει άκουσε έντονη συζήτηση γιατί οι αστυνομικοί ζητούσαν τα στοιχεία των δύο προαναφερόμενων πελατών του. Ο Ενάγοντας μπήκε μέσα στο γραφείο και ρώτησε τι συμβαίνει οπόταν ένας εκ των αστυνομικών του εξήγησε και του είπε ότι είναι υπό σύλληψη. Ο Ενάγοντας δεν αντιστάθηκε κατά την σύλληψη του. Ζήτησε δε και του υποδείχθηκαν τα εντάλματα σύλληψης και έρευνας. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο ο Ενάγοντας απάντησε «Εγώ ούτε καν χειρίστηκα πρωτόδικα την υπόθεση, απλά χειρίστηκα την έφεση και θεωρώ ότι το ένταλμα εκδόθηκε βάση ψευδούς ή και αναληθούς δήλωσης αστυνομικού». Στην συνέχεια του τοποθετήθηκαν χειροπέδες στα χέρια στο μπροστινό μέρος του κορμού του. Τα πιο πάνω έγιναν στην παρουσία των δύο πελατών και της υπαλλήλου του. Η σύλληψη και η τοποθέτηση χειροπέδων του προκάλεσαν σοκ και το γεγονός ότι αυτά έγιναν στην παρουσία των πελατών του τον έκαναν να νιώσει ντροπή, προσβολή και εξευτελισμό. Οι εν λόγω πελάτες του μετά από αυτό έφυγαν χωρίς να πουν οτιδήποτε. Στις 14:20 δόθηκε στον Ενάγοντα έντυπο με τα «Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένων» (τεκμήριο 2). Διάβασε το έντυπο και ζήτησε να επικοινωνήσει με τον πατέρα του, κάτι που του επιτράπηκε. Αφού επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον πατέρα του, η ώρα 14:24 υπέγραψε το εν λόγω έντυπο. Η ώρα 14:26 ο Ενάγοντας ζήτησε να προσθέσει και καταγράφηκε στο τεκμήριο 7 το εξής: «Επιφυλάσσω τα δικαιώματα μου σχετικά με το εκδοθέν ένταλμα έρευνας, σύλληψης και την συμπεριφορά της Αστυνομίας». Στην συνέχεια η ώρα 14:30, όταν ο Μ.Υ.1 είπε στην γραμματέα του γραφείου κα Ματθαίου ότι έπρεπε να διευθετηθεί συνάντηση για σκοπούς λήψης κατάθεσης από αυτήν σε μεταγενέστερο χρόνο, ο Ενάγοντας επενέβηκε απευθυνόμενος σε αυτήν και της είπε ότι δεν είναι υπόχρεη να δώσει κατάθεση, με αποτέλεσμα να συλληφθεί εκ νέου, αυτή την φορά για το αυτόφωρο αδίκημα της προσπάθειας επηρεασμού μάρτυρα και παρεμπόδισης στο έργο της Δικαιοσύνης. Στο τεκμήριο 7 καταγράφεται ότι όταν του επιστήθηκε σχετικά η προσοχή απάντησε «Εντάξει», κάτι που όμως ο Ενάγοντας αρνήθηκε να υπογράψει λέγοντας ότι δεν ήταν αυτή η απάντηση του και στις 14:35 εξέφρασε την επιθυμία να απαντήσει για την εν λόγω σύλληψη και αφού του έγινε επίστηση ανέφερε και καταγράφηκε ότι: «Επειδή η υπάλληλος Μάχη Ματθαίου έχει τρομοκρατηθεί και της έχει λεχθεί ότι θα δώσει κατάθεση και φοβήθηκε λέγοντας ότι δεν θέλει να δώσει κατάθεση της είπα ότι δεν είναι υποχρεωμένη να δώσει». Η ώρα 14:40 έφθασε στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο και ο πατέρας του Ενάγοντα, ο οποίος επίσης συνελήφθη, χωρίς όμως να του περάσουν χειροπέδες. Μαζί με τον πατέρα του Ενάγοντα πήγε στο γραφείο και ο αδελφός του Ενάγοντα, κ. Ελευθέριος Κονναρής. Ως δε ανέφερε ο Μ.Υ.1 ο πατέρας του Ενάγοντα δεν συνελήφθη καθότι κρίθηκε ανίκανος και απίθανο να δραπετεύσει. Στις 14:45 ο πατέρας του Ενάγοντα επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Μ.Ε.3, για τον οποίο ανέφερε ότι ήταν ο δικηγόρος του. Στις 14:50 διενεργήθηκε σωματική έρευνα στον Ενάγοντα και στις 14:55 ο αδελφός αυτού αποχώρησε από το γραφείο. Στις 15:01 πήγε εκεί η κα Νικολέτα Παναγιώτου, γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο και στις 15:06 έφθασε ο Μ.Ε.3, υπό την ιδιότητα του δικηγόρου του Ενάγοντα και του πατέρα του. Μαζί του έφθασε και η κα Κάλια Σταύρου, η οποία ήταν ασκούμενη δικηγόρος στο γραφείο. Κατά την διάρκεια της έρευνας πήγαν στο γραφείο και η σύζυγος του Ενάγοντα και η δικηγόρος κα Ζέτα Νικολάου. Περαιτέρω στο γραφείο πήγε και ο Μ.Ε.2 πελάτης του Ενάγοντα. Δεν υπήρχε κανένας για να τον εμποδίσει να μπει στο γραφείο. Το γραφείο είχε μόνο μια πόρτα εισόδου - εξόδου. Η πόρτα αυτή ήταν κλειστή αλλά κάποιος που ήθελε να μπει μπορούσε να την ανοίξει. Έτσι ο Μ.Ε.2 έσπρωξε την πόρτα και άνοιξε και έκανε ένα βήμα μέσα. Τότε είδε μπροστά του, στον προθάλαμο, να στέκονται κάποια πρόσωπα με πολιτική ενδυμασία και ο Ενάγοντας. Αυτοί γύρισαν προς το μέρος αυτού και τότε είδε ότι ο Ενάγοντας έφερε χειροπέδες. Υπολόγισε ότι τα πρόσωπα εκείνα ήταν αστυνομικοί. Κανένας δεν του μίλησε ούτε αυτός μίλησε σε κάποιον. Η όλη εικόνα διήρκησε κάποια δευτερόλεπτα και τότε τον προσέγγισε μία κοπέλα και τον παρακάλεσε να ακυρώσουν το ραντεβού του και ότι θα τον ειδοποιούσαν να πάει άλλη μέρα. Ντροπή, προσβολή και εξευτελισμό ένιωσε ο Ενάγοντας και εκ του ότι θεάθηκε με τις χειροπέδες και από τα πιο πάνω πρόσωπα. Κατά την διάρκεια της έρευνας οι δύο γραμματείς του γραφείου βρίσκονταν εκεί και εκτελούσαν τις εργασίες τους χωρίς οποιοσδήποτε να τις αποτρέψει ή να τους απαγορεύσει από του να διενεργήσουν τηλεφωνήματα και να μιλήσουν τηλεφωνικώς με οποιοδήποτε πρόσωπο για οποιονδήποτε λόγο. Κατά την διάρκεια της έρευνας ο Ενάγοντας παρέμεινε στον χώρο ώστε η έρευνα να γίνει στην παρουσία του. Τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του ήταν συνεργάσιμοι και ο Ενάγοντας υπέγραψε αρκετές φορές το ημερολόγιο ενεργείας που τηρείτο. Λήφθηκε δε από τα μέλη της Αστυνομίας μεγάλος αριθμός τεκμηρίων στην παρουσία των συλληφθέντων, οι οποίοι υπόγραψαν τη σφράγιση των τεκμηρίων και ετοιμάστηκε και τους δόθηκε απόδειξη παραλαβής. Από την σύλληψη του η ώρα 14:17 και στην συνέχεια καθ' όλη την διάρκεια της έρευνας, η οποία κράτησε μέχρι τις 18:00 της ίδιας μέρας, ο Ενάγοντας ήταν δεμένος με χειροπέδες, οι οποίες παρέμειναν τοποθετημένες στα χέρια στο μπροστινό μέρος του κορμού του. Η απόφαση τόσο για την τοποθέτηση όσο και για την διατήρηση των χειροπέδων λήφθηκε από τον Μ.Υ.
- Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας τα μέλη της Αστυνομίας οδήγησαν τον Ενάγοντα στο ισόγειο της πολυκατοικίας, όπου περί τις 18:15 του αφαιρέθηκαν οι χειροπέδες και στην συνέχεια αυτός επιβιβάστηκε σε αστυνομικό όχημα, προκειμένου να μεταφερθεί στην οικία του για έρευνα, για την οποία έδωσε την συγκατάθεση του. Κατά την έρευνα στην οικία του δεν του τοποθετήθηκαν χειροπέδες. Σε κανένα σημείο δεν τέθηκε, από τον Ενάγοντα ή οποιοδήποτε άλλο, στα μέλη της Αστυνομίας, οποιοδήποτε θέμα για τις χειροπέδες. Νομική πτυχή Η αξίωση του Ενάγοντα στην παρούσα εδράζεται στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δια την Προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής η Σύμβαση), η οποία κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με το Νόμο 39/
- Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι: «Ουδείς, επιτρέπεται να υποβληθεί εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείριση απανθρώπους ή εξευτελιστικάς». Τα ανθρώπινα δικαιώματα που η Σύμβαση κατοχυρώνει συχνά ταυτίζονται, ως προς την έννοια και το εύρος, με δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Μέρος II του Συντάγματος μας. Ίδια δε προστασία με το άρθρο 3 της Σύμβασης παρέχει το άρθρο 8 του Συντάγματος μας, το οποίο προβλέπει ότι «Ουδείς υποβάλλεται εις βασανιστήρια ή εις απάνθρωπον ή ταπεινωτικήν τιμωρίαν ή μεταχείρισιν» (βλ. και σύγγραμμα Α.Ν. Λοΐζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Λευκωσία 2001, σελ. 46-49). Στην Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 558 αναγνωρίστηκε ότι η παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος, κατοχυρωμένου δια του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος, παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου. Πρόκειται για αναγνώριση, που ως λέχθηκε, συνάδει με την αρχή δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy). Το θύμα επομένως παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος δικαιούται σε αποζημίωση, με προεξάρχουσα την αρχή της δίκαιης αποζημίωσης (equitable compensation) η οποία είναι το μέτρο των αποζημιώσεων τόσο για την υλική όσο και την μη υλική ζημία, γνωστή ως ηθική ζημία (moral damages). Ζημιά που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την ανησυχία, θλίψη, αγωνία, το αίσθημα αδικίας, τον δυσμενή επηρεασμό του τρόπου ζωής, τον πόνο και την οδύνη. Πέραν τούτων αναγνωρίστηκε ότι οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαριά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προσλάβουν τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό (βλ. και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Ανδριανής Πάλμα κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 44/13 ημερ. 19.11.15). Τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, ισχύουν κατ' αναλογία και όσον αφορά την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προστατεύονται από την Σύμβαση, η οποία ως έχει προαναφερθεί έχει κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία και ως συνομολογούμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 169
(3)του Συντάγματος, έχει αυξηµένη ισχύ έναντι οιουδήποτε ηµεδαπού Νόµου. Ως δε λέχθηκε στην Πάλμα ανωτέρω, ότι προκύπτει από την θεώρηση της σχετικής «νομολογίας είναι ότι οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο και να τον αποτρέψουν από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Δεν αποσκοπούν όμως στην αποκατάσταση του θύματος όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις, αλλά τέτοιες αποζημιώσεις επιδικάζονται όταν διαπιστώνεται βλάβη στα αισθήματα του ενάγοντα λόγω της επίδειξης από τον εναγόμενο στοιχείων ακραίας αλαζονείας ή καταπιεστικής συμπεριφοράς για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά». Τα θύματα παραβίασης λοιπόν ανθρώπινου δικαιώματος δικαιούνται σε δίκαιη αποζημίωση και σε εξαιρετικές περιπτώσεις και σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά το τι συνιστά απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την πλούσια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής το Ε.Δ.Α.Δ). Στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Erdoğan Yağız v. Turkey, Application no. 27473/02, ημερ. 6.3.2007, συνοψίζεται η σχετική νομολογία ως εξής: «
- It reiterates that ill-treatment must attain a minimum level of severity if it is to fall within the scope of Article 3 of the Convention. The assessment of this minimum is relative and depends on all the circumstances of the case, such as the duration of the treatment and its physical or mental effects (see Ireland v. the United Kingdom, 18 January 1978, § 162, Series A no. 25).
- The Court has considered treatment to be "inhuman" because, inter alia, it was premeditated, was applied for hours at a stretch and caused either actual bodily injury or intense physical and mental suffering. It has also deemed treatment to be "degrading" because it was such as to arouse in the victims feelings of fear, anguish and inferiority capable of humiliating and debasing them and possibly breaking their physical or moral resistance (see Ireland v. the United Kingdom, cited above, § 167; Smith and Grady v. the United Kingdom, nos. 33985/96 and 33986/96, § 120, ECHR 1999-VI; and Kudła v. Poland [GC], no. 30210/96, § 92, ECHR 2000-XI). In order for a punishment or treatment to be "inhuman" or "degrading", the suffering or humiliation involved must in any event go beyond that inevitable element of suffering or humiliation connected with a given form of legitimate treatment or punishment (see V. v. the United Kingdom [GC], no. 24888/94, § 71, ECHR 1999-IX).
- In considering whether a punishment or treatment is "degrading" within the meaning of Article 3, the Court will have regard to whether its object was to humiliate and debase the person concerned and whether, as far as the consequences are concerned, it adversely affected his or her personality in a manner incompatible with Article 3 (see Albert and Le Compte v. Belgium, 10 February 1983, § 22, Series A no. 58). However, the absence of any such purpose cannot conclusively rule out a finding of a violation of Article 3 (see, for example, Peers v. Greece, no. 28524/95, § 74, ECHR 2001-III, and Kalashnikov v. Russia, no. 47095/99, § 101, ECHR 2002-VI). In this connection, the public nature of the punishment or treatment may be a relevant or aggravating factor (see Raninen v. Finland, 16 December 1997, § 55, Reports of Judgments and Decisions 1997-VIII). Moreover, it may well suffice that the victim is humiliated in his or her own eyes, even if not in the eyes of others (see Tyrer v. the United Kingdom, 25 April 1978, § 32, Series A no. 26, and Smith and Grady, cited above, § 120).
- Lastly, allegations of ill-treatment must be supported before the Court by appropriate evidence (see, mutatis mutandis, Klaas v. Germany, 22 September 1993, § 30, Series A no. 269).
- In assessing the consequences suffered by the applicant, the Court will have particular regard to the context of the alleged treatment and its effects on his personality». Ειδικότερα σε σχέση με την πρόκληση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης λόγω της χρήσης χειροπέδων, διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Erdoğan Yağız ανωτέρω: «
- As regards the kind of treatment in question in the present case, the Court reiterates that handcuffing does not normally give rise to an issue under Article 3 of the Convention where the measure has been imposed in connection with lawful arrest or detention and does not entail the use of force, or public exposure, exceeding what is reasonably considered necessary in the circumstances (see Raninen, cited above, § 56). However, in this connection it is important to determine whether there is reason to believe that the person concerned would resist arrest, attempt to flee, cause injury or damage or suppress evidence. The Court notes that it found in Raninen that the applicant's handcuffing had (as conceded by the Government) not been made necessary by his own conduct and had therefore been unjustified in itself». Για τα πιο πάνω παραπέμπω και στις υποθέσεις Raninen v. Finland, ημερ. 16.12.1997, Hénaf v. France, Application no. 65436/01, ημερ. 27.2.2004, Wieser v. Austria, Application no. 2293/03, ημερ. 22.5.2007, Kuzmenko v. Russia, Application no. 18541/04, ημερ. 20.6.2011 και Archip v. Romania, Application no. 49608/08, ημερ. 27.9.
- Οι πιο πάνω αποφάσεις είναι αρκούντως διαφωτιστικές όσον αφορά την προσέγγιση και την κρίση του Ε.Δ.Α.Δ., σε περιπτώσεις όπου ηγέρθη ισχυρισμός παραβίασης του άρθρου 3 της Σύμβασης, λόγω της χρήσης χειροπέδων από αστυνομικά όργανα σε συλληφθέντες. Ως εκ τούτου κρίνω ορθό όπως παραθέσω συνοπτικά τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης και την κατάληξη του Δικαστηρίου. Στην Raninen ανωτέρω κρίθηκε ότι η χρήση χειροπέδων δεν ήταν αναγκαία δηλ. δεν δικαιολογείται λόγω της συμπεριφοράς του Αιτητή ενώ είχαν εφαρμοσθεί στα πλαίσια παράνομης σύλληψης και κράτησης του. Ο Αιτητής ήταν ορατός στο κοινό για πολύ σύντομο χρόνο, καθώς έμπαινε στο όχημα της Αστυνομίας έξω από τις πύλες της φυλακής. Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι ένιωσε εξευτελισμένος από το γεγονός ότι εμφανίσθηκε με χειροπέδες μπροστά σε μέλη της ομάδας στήριξης του. Το Δικαστήριο ανέφερε ότι αυτές οι παράμετροι ήταν αναμφίβολα σχετικές για σκοπούς κατάληξης στο κατά πόσο η εν λόγω μεταχείριση ήταν εξευτελιστική εν τη εννοία του άρθρου
- Παρά ταύτα δεν πείστηκε ότι λόγω των πιο άνω επηρεάστηκε δυσμενώς η ψυχική κατάσταση του Αιτητή καθότι τίποτα στην μαρτυρία δεν υπήρχε που να δεικνύει αιτιώδη σύνδεση μεταξύ της μεταχείρισης και του «μη καθορισθέντος ψυχολογικού προβλήματος», το οποίο σε κάθε περίπτωση διαγνώσθηκε μόνο αρκετούς μήνες αργότερα. Επίσης ο Αιτητής δεν ισχυρίσθηκε ότι η τοποθέτηση των χειροπέδων αποσκοπούσε στο να τον εξευτελίσει. Το πρόσωπο δε που τοποθέτησε τις χειροπέδες έδρασε έχοντας την πεποίθηση ότι συμμορφωνόταν με τις σχετικές διαταγές και την στρατιωτική εκπαίδευση που έλαβε. Τέλος ο Αιτητής δεν ισχυρίσθηκε ότι επηρεάσθηκε σωματικά. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η μεταχείριση έφτασε το ελάχιστο όριο σοβαρότητας που απαιτείται από το άρθρο 3 της Σύμβασης ώστε να στοιχειοθετείται παραβίαση του. Στην Erdoğan Yağız ανωτέρω ο Αιτητής, ο οποίος ήταν γιατρός, χωρίς προηγούμενο ιστορικό ψυχικών διαταραχών και εργοδοτείτο από την Αστυνομία για 15 χρόνια, συνελήφθη και του τοποθετήθηκαν χειροπέδες στον χώρο στάθμευσης έξω από το κτίριο όπου εργαζόταν, μπροστά σε μέλη του κοινού. Κατά την σύλληψη του ανέφερε στους αστυνομικούς την ιδιότητα του και τους ικέτευσε να μην του θέσουν χειροπέδες μπροστά σε εκατοντάδες ανθρώπους. Τέθηκε σε αστυνομική κράτηση. Αργότερα την ίδια ημέρα χωρίς να τον πληροφορήσουν για τις κατηγορίες εναντίον του, η Αστυνομία τον μετέφερε με τις χειροπέδες στον χώρο εργασίας του και στο σπίτι του. Ο Αιτητής και πάλι τους παρακάλεσε να αφαιρέσουν τις χειροπέδες ώστε να μην τον δουν σε αυτήν την κατάσταση τα παιδιά του και οι γείτονες του ενώ πρότεινε να πάνε στο σπίτι του μετά την δύση του ήλιου ώστε να μην εκτεθεί σε δημόσια θέα. Οι αστυνομικοί όχι μόνο αρνήθηκαν αλλά τον ανάγκασαν να περπατήσει 70 μέτρα κατά μήκος του δρόμου πριν φτάσει στο σπίτι του. Κατά την έρευνα τον προσέβαλαν μπροστά στην οικογένεια του. Υπέγραψε τα πρακτικά των ερευνών ενώ φορούσε τις χειροπέδες, πριν μεταφερθεί πίσω στο Αστυνομικό Τμήμα, όπου τον υποχρέωσαν να καθίσει σε καρέκλα, η οποία ήταν στην είσοδο των αποχωρητηρίων, με τα μάτια καλυμμένα με ύφασμα και φορώντας τις χειροπέδες, καθ' όλη την διάρκεια της κράτησης του. Ενώ βρισκόταν εκεί τον έσπρωχναν όσοι περνούσαν ενώ άκουσε προσωπικό από το Τμήμα να ρωτά γιατί ο γιατρός τους βρισκόταν υπό κράτηση. Τρεις μέρες αργότερα μεταφέρθηκε στο γραφείο του δημόσιου κατηγόρου και αργότερα την ίδια ημέρα αφέθηκε ελεύθερος χωρίς να τεθεί ενώπιον του κατηγόρου. Δύο μέρες αργότερα εξετάσθηκε από ψυχίατρο, ο οποίος βεβαίωσε ότι ήταν ανίκανος για εργασία για 20 μέρες λόγω ψυχικού τραύματος. Η άδεια ασθενείας του επεκτάθηκε αρκετές φορές λόγω οξείας κατάθλιψης. Ένα μήνα μετά την απόλυση του από την κράτηση η υπόθεση εναντίον του αναστάληκε και λίγες μέρες μετά αποκαταστάθηκε στην θέση του. Παρά ταύτα, λόγω του ότι ήταν ανίκανος να εργασθεί εκεί λόγω επιδείνωσης των ψυχοσωματικών του συμπτωμάτων, παρέμεινε με άδεια ασθενείας για 6 περίπου μήνες, οπόταν εισήχθη στο νοσοκομείο. Δύο περίπου μήνες μετά διατάχθηκε να λάβει πρόωρη αφυπηρέτησε για λόγους υγείας με την διάγνωση «Μανία καταδίωξης με σοβαρή κατάθλιψη». Στην συνέχεια εισήχθη σε αρκετές περιπτώσεις στην νευροψυχιατρική πτέρυγα νοσοκομείου για ψυχιατρική θεραπεία. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση μπορούσε εύλογα να καταλήξει ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεταχείρισης και της εμφάνισης ψυχικής διαταραχής στον Αιτητή, η οποία διαγνώσθηκε δύο μέρες μετά την απόλυση του από την κράτηση. Συνεχίζοντας δέχθηκε ότι τέτοια μεταχείριση και συγκεκριμένα το να βρίσκεται κάποιος δημόσια με χειροπέδες μπορεί να επηρεάσει την αυτοεκτίμηση του και να του προκαλέσει ψυχολογική βλάβη. Στην περίπτωση του Αιτητή ήταν εμφανές από τις συνέπειες που είχε, ότι επηρεάστηκε ψυχικά από την μεταχείριση την οποία υπέστη. Πιο συγκεκριμένα, λέχθηκε, φαίνεται ότι η χρήση των χειροπέδων δημόσια στον χώρο εργασίας του και μπροστά σε μέλη της οικογένειας του προκάλεσε μέσα του ισχυρό αίσθημα ταπείνωσης και ντροπής, ιδιαίτερα λόγω των επαγγελματικών του καθηκόντων. Η ψυχική του κατάσταση υπέστη μη αναστρέψιμη βλάβη και δεν μπορούσε να αποδεχθεί το μαρτύριο του. Περαιτέρω υποδείχθηκε ότι εμφανώς το αίσθημα εξευτελισμού που ένιωσε επιδεινώθηκε λόγω της δημόσιας φύσης της μεταχείρισης ενώ επίσης αναφέρθηκε ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία για την αναγκαιότητα χρήσης των χειροπέδων. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο έκρινε ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η έκθεση του Αιτητή σε δημόσια θέα να φορά χειροπέδες, σκοπούσε στο να προκαλέσει μέσα του αισθήματα φόβου, αγωνίας και κατωτερότητας, δυνάμενα να τον εξευτελίσουν και πιθανώς να σπάσουν την ηθική του αντίσταση. Έτσι το Δικαστήριο κατέληξε ότι υπό των φως των εν λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, η χρήση χειροπέδων αποτελούσε εξευτελιστική μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της Σύμβασης. Στην Wieser ανωτέρω ο Αιτητής συνελήφθη από 6 αστυνομικούς, οι οποίοι φορούσαν μάσκες και εισήλθαν στο σπίτι του με προτεταμένα όπλα. Ένας εκ των αστυνομικών τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Τον ξάπλωσαν σε ένα τραπέζι, τον έγδυσαν και μετά τον έβαλαν στον πάτωμα όπου παρέμεινε για 15 λεπτά, κάποιοι πίεζαν με τα γόνατα τους τον αυχένα του ενώ άλλοι ερευνούσαν το σπίτι του. Παρέμεινε με χειροπέδες καθ' όλη την διάρκεια της σύλληψης και της επακόλουθης κράτησης του παρά το ότι ήταν ήρεμος και συνεργάσιμος. Το Δικαστήριο αναφερόμενο στις περιστάσεις της υπόθεσης παρατήρησε ότι η Αστυνομία, ως αποτέλεσα υποψίας εναντίον του Αιτητή και περαιτέρω πληροφορίας της γυναίκας του, είχε λόγους να πιστεύει ότι προετοιμάζονταν για σύλληψη ενός προσώπου βίαιου και επικίνδυνου, ο οποίος είχε στην κατοχή του πυροβόλα όπλα και ήταν εκπαιδευμένος στην μάχη σώμα με σώμα. Στην βάση των συνθηκών αυτών το Δικαστήριο κατέληξε ότι η χρήση χειροπέδων καθόλο τον χρόνο της σύλληψης του - διάρκειας 4 ωρών - η οποία δεν ενείχε δημόσια έκθεση και δεν προκάλεσε οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες ή μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία του Αιτητή, δεν αποτελούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης. Στην Kuzmenko ανωτέρω η Αιτήτρια είχε μια θερμή λεκτική αντιπαράθεση με αστυνομικό σε σχέση με την προηγηθείσα σύλληψη του συζύγου της. Στην συνέχεια αποπειράθηκε να εισέλθει στον Αστυνομικό Σταθμό για να απελευθερώσει τον σύζυγο της, οπόταν αστυνομικός χρησιμοποίησε σωματική βία εναντίον της και της τοποθέτησε χειροπέδες, τις οποίες έδεσε σε καλοριφέρ στον διάδρομο του κτιρίου της εστίας όπου βρισκόταν ο Σταθμός. Η Αιτήτρια παρέμεινε εκεί για μερικές ώρες και στην συνέχεια αφέθηκε ελεύθερη χωρίς να της προσαφθούν κατηγορίες. Σε σχέση με την χρήση των χειροπέδων το Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν του διέφυγε και ήταν λυπηρό το γεγονός ότι η Αιτήτρια παρέμεινε για μερικές ώρες με χειροπέδες δεμένη σε ένα καλοριφέρ, σε ένα διάδρομο κοντά σε πόρτα εισόδου όπου ήταν ορατή στο κοινό και ότι η χρήση των χειροπέδων αποσκοπούσε στο να διευκολύνει τους αστυνομικούς στο να την ηρεμήσουν και να αποκαταστήσουν την τάξη. Ανέφερε όμως ότι η χρήση των χειροπέδων υπό τις περιστάσεις μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα λιγότερο αδιάκριτο μέσο, σε αντίθεση με την χρήση καθαρής βίας, για αποκατάσταση της τάξης και για να ηρεμήσει η Αιτήτρια καθώς και ότι η χρήση των χειροπέδων κατέστη αναγκαία από την επιθετική συμπεριφορά της Αιτήτριας και μπορούσε να δικαιολογηθεί λόγω του κινδύνου που αυτή αποτελούσε για το περιβάλλον της. Σημείωσε επίσης ότι η Αιτήτρια δεν ισχυρίσθηκε ότι η χρήση των χειροπέδων την επηρέασε σωματικά ενώ δεν υπήρχε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αποσκοπούσε στο να την εξευτελίσει. Λήφθηκε επίσης υπόψην ότι ήταν εμφανές από την συμπεριφορά της και συγκεκριμένα από τις επίμονες προσπάθειες της να αποσπάσει την προσοχή των περαστικών ότι η ίδια δεν εξέλαβε την χρήση των χειροπέδων ως εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης. Στην Archip ανωτέρω ο Αιτητής μετέβηκε στο Δημαρχείο του χωριού του για να λάβει το επίδομα ασθενείας του, εκεί εξέφρασε την δυσαρέσκεια του για την μείωση του επιδόματος και στην συνέχεια, μη ικανοποιημένος από τις εξηγήσεις που έλαβε, άρχισε να προσβάλει το προσωπικό. Επειδή δεν ηρεμούσε μεταφέρθηκε στο κοντινό Αστυνομικό Τμήμα στο κέντρο του χωριού. Λόγω του ότι συνέχιζε να συμπεριφέρεται επιθετικά και να απειλεί τους γύρω του, ο υπεύθυνος αξιωματικός του τοποθέτησε χειροπέδες τις οποίες πέρασε σε ένα δέντρο έξω από το Αστυνομικό Τμήμα. Ο Αιτητής παρέμεινε εκεί για τουλάχιστον μια ώρα και 45 λεπτά και ήταν ορατός στους διερχόμενους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα πιο πάνω ήταν τέτοια ώστε να προκαλέσουν στο Αιτητή αισθήματα αγωνίας και κατωτερότητας και ικανά να το εξευτελίσουν πέραν του ευλόγου. Περαιτέρω με δεδομένο ότι στο μέρος πήγαν και δημοσιογράφοι καθώς και τοπικό τηλεοπτικό κανάλι, που ενημερώθηκαν σχετικά από κάποιο που είδε τον Αιτητή και λάμβαναν φωτογραφίες, κρίθηκε ότι επιδείνωσαν το αίσθημα εξευτελισμού του. Το Δικαστήριο ανέφερε επίσης ότι πέραν αυτών η χρήση χειροπέδων υπό τις περιστάσεις προκάλεσε στον Αιτητή και έντονο σωματικό πόνο, σημειώνοντας ότι το να βρίσκεται κάποιος με χειροπέδες σε εξωτερικό χώρο, μια κρύα και βροχερή μέρα του Νοέμβρη, μπορούσε να προκαλέσει τέτοιο πόνο όχι μόνο σε κάποιον που έπασχε από οστεοαρθρίτιδα όπως ο Αιτητής (αναπηρία που ήταν φανερή αλλά και γνωστή στους αστυνομικούς και δεν λήφθηκε υπόψην) αλλά ακόμη και σε κάποιον με καλή υγεία. Ως εκ των άνω το Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρξε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση του Αιτητή και συναφώς παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης. Συμπεράσματα Το παράπονο του Ενάγοντα στην παρούσα αναφέρθηκε ήδη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Ήταν πολύ συγκεκριμένο και δεν χρήζει επανάληψης. Αρχίζοντας από την θέση του ότι αδικαιολόγητα και λανθασμένα του τοποθετήθηκαν και διατηρήθηκαν για τόσες ώρες οι χειροπέδες, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ελλείψει ρητής νομοθετικής διάταξης, η χρήση χειροπέδων από την Αστυνομία θα πρέπει, κατά την κρίση μου, να εξετάζεται υπό το φως των νομικών παραμέτρων διενέργειας νόμιμης σύλληψης και επακόλουθης κράτησης ενός προσώπου. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, όταν ένας αστυνομικός διενεργεί σύλληψη πρέπει να αγγίξει τον συλληφθέντα ή να τον περιορίσει. Εάν το πρόσωπο που θα συλληφθεί αντιστέκεται βίαια στην προσπάθεια σύλληψης του ή αποπειράται να διαφύγει αυτήν, ο αστυνομικός δύναται να χρησιμοποιήσει όλα τα αναγκαία μέσα προς επίτευξη της, χρησιμοποιώντας την εύλογη υπό τις περιστάσεις βία και όχι μεγαλύτερη αυτής, που είναι αναγκαία για την σύλληψη. Οι χειροπέδες αποτελούν αναμφίβολα ένα από τα μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς επίτευξη της σύλληψης και κράτησης. Έτσι ενώ η χρήση βίας σε ένα συλληφθέντα που συμπεριφέρεται ήρεμα και συνεργάζεται δεν δικαιολογείται, στην περίπτωση που αυτός αντιστέκεται ή δυσκολεύει την σύλληψη του ή είναι βίαιος, τότε η χρήση χειροπέδων μπορεί να είναι η μόνη επιλογή που έχει ο αστυνομικός. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η χρήση και διατήρηση χειροπέδων επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του μέλους της Αστυνομίας, η οποία όμως πρέπει να ασκείται λαμβανομένων υπόψην των προαναφερόμενων σκοπών δηλ. της διασφάλισης της σύλληψης και κράτησης ενός προσώπου και πάντοτε σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης, από τις οποίες να προκύπτει αντικειμενικά ότι αυτό είναι ένα μέτρο εύλογο, αναγκαίο και ανάλογο προς επίτευξη των σκοπών αυτών. Ως προς την χρήση χειροπέδων πρόνοια γίνεται στην Αστυνομική Διάταξη υπ' αρ. 5/39, ημερ. 8.2.11 (τεκμήριο 8). Σύμφωνα με αυτήν σκοπός της χρήσης χειροπέδων είναι «η αποτροπή απόδρασης κρατουμένων ή η αποτροπή πιθανότητας πρόκλησης βλάβης στους εαυτούς τους, σε άλλα πρόσωπα ή σε περιουσία» (βλ. 1.«Εισαγωγή»). Προβλέπεται δε ότι η χρήση τους γίνεται: (α) σε κατάδικους ή υπόδικους, (β) σε πρόσωπα που βρίσκονται υπό αστυνομική κράτηση ως ύποπτα για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων και (γ) σε πρόσωπα που βρίσκονται υπό αστυνομική κράτηση ως ύποπτα για τη διάπραξη οποιωνδήποτε άλλων αδικημάτων και κρίνονται ως επικίνδυνα (βλ. 3.«Χρήση»). Προβλέπεται επίσης ότι τα μέλη δεν πρέπει να χρησιμοποιούν χειροπέδες: (α) σε ανήλικους, γέροντες, τραυματίες ή ανάπηρους, εκτός εάν κριθεί απόλυτα επιβεβλημένο, αφού ληφθούν υπόψην η επιθετική συμπεριφορά του συλληφθέντος, η σοβαρότητα του αδικήματος και ο σωματότυπος του, (β) σε πρόσωπα που είναι ανίκανα να δραπετεύσουν ή που είναι απίθανο να δραπετεύσουν, (γ) σε υπόδικους ή κατάδικους που μεταφέρονται με πλοία ή με αεροσκάφη, εκτός αν είναι επικίνδυνα βίαιοι, ή η φρουρά τους δεν είναι επαρκής, (δ) σε φρενοπαθείς, εκτός υπό κάποιες περιστάσεις και (ε) σε υπόδικους, κατάδικους ή κρατούμενους, που βρίσκονται στην αίθουσα του Δικαστηρίου, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Ως προς τον τρόπο χρήσης τους αναφέρεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις που επιβάλλεται η χρήση, αυτές να φέρονται στα χέρια των κρατουμένων ασφαλισμένες στο πίσω μέρος του κορμού τους (βλ. 4.«Τρόπος Χρήσης»). Όσον αφορά την φύση των Αστυνομικών Διατάξεων σχετικό είναι το άρθρο 12
(1)του περί Αστυνοµίας Νόµου 73(I)/2004, το οποίο προβλέπει ότι η διοίκηση της Αστυνοµίας ανατίθεται στον Αρχηγό αυτής, ο οποίος για το σκοπό αυτό δύναται να εκδίδει αστυνοµικές διαταγές. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του ίδιου Νόμου "αστυνοµική διαταγή" σηµαίνει οποιαδήποτε διάταξη ή διαταγή που εκδίδεται από τον Αρχηγό για την ευταξία και τη χρηστή διοίκηση της Αστυνοµίας και την καθοδήγηση των µελών της Αστυνοµίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ως δε έχει αναφερθεί στην Σπάταλος ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Συνεκ. Υπ' Αρ. 277-279/99, ημερ. 3.7.01 αυτή είναι η φύση των Αστυνομικών Διατάξεων, οι οποίες έχουν ρυθμιστικό χαρακτήρα. Η επίδικη Αστυνομική Διάταξη δεν αποτελεί λοιπόν κανόνα δικαίου αλλά οδηγία που δίδεται στα μέλη της Αστυνομίας σε σχέση με την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων και δη αναφορικά με την μεταχείριση κρατουμένων δηλ. προσώπων που βρίσκονται υπό νόμιμη κράτηση και άρα ακόμη και αμέσως μετά από την σύλληψη τους, με απώτερο σκοπό την αποτροπή της απόδρασης τους ή της αποτροπής πιθανότητας πρόκλησης βλάβης στους εαυτούς τους, σε άλλα πρόσωπα ή σε περιουσία. Ως εκ τούτου η εν λόγω Διάταξη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψην κατά την άσκηση της προαναφερόμενης διακριτικής ευχέρειας του μέλους της Αστυνομίας για την χρήση και διατήρηση των χειροπέδων και όχι ως κανόνας που επιβάλλει δέσμια εξουσία σε αυτό. Αυτή άλλωστε, ορθά κατά την κρίση μου, ήταν και η αντίληψη που ουσιαστικά είχε επί τούτου και ο Μ.Υ.1, ο οποίος ήταν και το μέλος της Αστυνομίας που έλαβε την απόφαση για την χρήση και διατήρηση των χειροπέδων στην επίδικη περίπτωση. Ήταν δε στα πλαίσια αυτά που πέραν της απόφασης για χρήση των χειροπέδων, ως ανέφερε, προέβαινε σε συνεχή αξιολόγηση των περιστάσεων, αναφορικά με την διατήρηση τους στην συνέχεια. Στα ίδια πλαίσια τοποθετείται προφανώς και το γεγονός ότι παρά τις αντίθετες πρόνοιες της Διάταξης, οι χειροπέδες τοποθετήθηκαν μεν στα χέρια αλλά έχοντας αυτά στο μπροστινό μέρος του σώματος του Ενάγοντα. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω θα εξετάσω κατά πόσο ήταν εύλογη, αναγκαία και ανάλογη η χρήση των χειροπέδων στην επίδικη περίπτωση. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι με την νόμιμη σύλληψη του κατά τον επίδικο χρόνο ο Ενάγοντας βρισκόταν πλέον υπό αστυνομική κράτηση ως ύποπτος για την διάπραξη σοβαρών αδικημάτων. Είναι προφανές δε από τα όσα είπε ο Μ.Υ.1 ότι έλαβε την απόφαση για την χρήση των χειροπέδων με βάση το ότι ο Ενάγοντας ήταν ύποπτος για την διάπραξη τέτοιων αδικημάτων και δεν ήταν ανίκανος ή απίθανο να δραπετεύσει. Το τελευταίο το στήριξε στην ηλικία και σωματική του διάπλαση (31 ετών, λεπτής σωματικής διάπλασης και ευκίνητος) αλλά και στο ότι δεν ήταν γνωστός στα μέλη της Αστυνομίας ο χώρος που έγινε η σύλληψη. Τα πιο πάνω ήταν δεδομένα που ορθά κατά την κρίση μου λήφθηκαν υπόψην. Εντούτοις δεν λήφθηκαν υπόψην όλα τα δεδομένα. Να υπομνησθεί ότι δεν έγινε δεκτή η θέση του Μ.Υ.1 ότι ο Ενάγοντας ήταν θυμωμένος και αρκετά εκνευρισμένος για την σύλληψή του και την έρευνα του γραφείου του. Πέραν δε του ότι ο Ενάγοντας δεν επέδειξε τέτοια συμπεριφορά, αναμφισβήτητα δεν προέβαλε οποιαδήποτε αντίσταση στην σύλληψη του. Δεν επέδειξε οποιαδήποτε πρόθεση να δραπετεύσει, ούτε υπήρχαν οποιαδήποτε στοιχεία ότι επρόκειτο για βίαιο άτομο. Η δε σύλληψη έγινε εντός του χώρου του δικηγορικού του γραφείου. Έγινε δε σχεδόν αμέσως μετά την άφιξη του εκεί και στην παρουσία έξι συνολικά αστυνομικών. Η ύπαρξη τέτοιου αριθμού μελών της Αστυνομίας στον χώρο του γραφείου, το οποίο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας ήταν στοιχεία που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψην στα πλαίσια λήψης της απόφασης αφού αυτά ήταν άμεσα συνυφασμένα με την πιθανότητα απόδρασης λόγω άγνοιας του χώρου, την οποία επικαλέστηκε ο Μ.Υ.1. Προφανώς δεν λήφθηκαν υπόψην όλα τα σχετικά δεδομένα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.1 άσκησε λανθασμένα την διακριτική του ευχέρεια και ότι η χρήση των χειροπέδων αμέσως μετά την σύλληψη του Ενάγοντα δεν ήταν εύλογη και αναγκαία. Ακόμη όμως και να ήταν εύλογη και αναγκαία σίγουρα θα έπρεπε να αποφευχθεί αυτό να γίνει στην παρουσία των πελατών του Ενάγοντα. Εδώ να σημειωθεί ότι αναμφίβολα όλοι οι πολίτες της Δημοκρατίας θα πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης από τα όργανα του κράτους, όταν συντρέχουν φυσικά οι ίδιες περιστάσεις. Η ιδιότητα ενός προσώπου ως δικηγόρου διαφοροποιεί όμως τα πράγματα κατά το εξής. Ο δικηγόρος θεωρείται συλλείτουργος της δικαιοσύνης αφού σε αυτόν βασίζεται το Δικαστήριο για να απονέμει δικαιοσύνη (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Αυτή λοιπόν η ιδιότητα του Ενάγοντα θα έπρεπε να ληφθεί υπόψην, κατά την κρίση μου, όχι ως προς το κατά πόσο έπρεπε να γίνει χρήση των χειροπέδων αλλά ως προς το κατά πόσο αυτό έπρεπε να γίνει στην παρουσία πελατών του. Αυτό σίγουρα ισχύει για κάθε επαγγελματία που συλλαμβάνεται στον χώρο εργασίας του, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για δικηγόρο, ο οποίος έχει την προαναφερόμενη ιδιότητα. Τα μέλη της Αστυνομίας θα μπορούσαν κάλλιστα στην προκειμένη, δρώντας διακριτικά και εφόσον ο Ενάγοντας ζήτησε και ενημερώθηκε αμέσως για τον λόγο της παρουσίας του και συνελήφθη, να του ζητήσουν να περάσει σε κάποιον άλλο χώρο του γραφείου ώστε να μην είναι ορατός ή να αναμένουν την αναχώρηση των πελατών του πριν του τοποθετήσουν χειροπέδες, κάτι που δεν έγινε. Παρά δε το ότι έχει ήδη κριθεί ότι η χρήση χειροπέδων δεν ήταν εύλογη και αναγκαία εξ αρχής, κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς πληρότητας της απόφασης να εξετασθεί και το θέμα της διατήρησης τους στην συνέχεια. Ως προς αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Δεν κρίθηκε πειστική η θέση του Μ.Υ.1 ότι στην συνέχεια η παράκληση του Ενάγοντα να ζητήσει να μιλήσει με τον πατέρα του μπορούσε να δημιουργήσει υποψία, η οποία να σχετίζεται με το θέμα της χρήσης των χειροπέδων. Άλλωστε του επιτράπηκε αμέσως η επικοινωνία. Εάν δε κρινόταν ότι η χρήση των χειροπέδων μετά την σύλληψη ήταν ορθή, η συμπεριφορά του Ενάγοντα λίγο αργότερα να επέμβει, όταν ο Μ.Υ.1 είπε στην γραμματέα του ότι έπρεπε να διευθετηθεί συνάντηση για σκοπούς λήψης κατάθεσης από αυτήν, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να συλληφθεί εκ νέου, αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε κατά την κρίση μου να ληφθεί υπόψην και να προσμετρήσει στην απόφαση για διατήρηση των χειροπέδων. Παρά ταύτα το θέμα δεν θα τελείωνε εκεί. Η δεύτερη αυτή σύλληψη του Ενάγοντα έγινε η ώρα 14:30 δηλ. 13 περίπου λεπτά μετά την πρώτη σύλληψη του. Οι χειροπέδες φαίνεται ότι αφαιρέθηκαν από τον Ενάγοντα μετά το τέλος της έρευνας και στο ισόγειο της πολυκατοικίας όπου στεγαζόταν το δικηγορικό γραφείο, περί τις 18:15 δηλ. σχεδόν 4 ώρες αργότερα. Ήταν η θέση του Μ.Υ.1 ότι αυτός αξιολογούσε καθ' όλον τον πιο πάνω χρόνο τα δεδομένα και με βάση αυτά έκρινε ότι ήταν αναγκαία η διατήρηση των χειροπέδων. Έπρεπε λοιπόν να λάβει υπόψην του όλα τα δεδομένα ως προέκυψαν. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Κατ' αρχάς η θέση του ότι ο Ενάγοντας συνέχισε να είναι ανήσυχος και εκνευρισμένος καθ' όλον τον προαναφερόμενο χρόνο δεν έγινε δεκτή. Έγινε δε δεκτό ότι ο Ενάγοντας μετά την δεύτερη σύλληψη ήταν καθόλα συνεργάσιμος στα πλαίσια της έρευνας. Η θέση δε του Μ.Υ.1 για ανάγκη για επιτήρηση δύο συλληφθέντων (μετά και την σύλληψη του πατέρα του Ενάγοντα η ώρα 14:40) και του χώρου που ερευνάτο ώστε να μην υπάρξει οποιαδήποτε επέμβαση ή απόκρυψη ή καταστροφή οποιωνδήποτε τεκμηρίων, η παραλαβή και κατάλληλη συσκευασία τεκμηρίων καθώς συμπλήρωση των απαραίτητων εντύπων και του ημερολογίου ενεργείας, κρίθηκε ότι δεν συνδέεται λογικά με την διατήρηση των χειροπέδων στον Ενάγοντα. Όσον δε αφορά την πιθανότητα απόδρασης, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το γραφείο είχε μόνο μια πόρτα εισόδου - εξόδου. Αυτό ακόμη και εάν δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό κατά τον χρόνο της πρώτης σύλληψης και της τοποθέτησης των χειροπέδων, στην συνέχεια θα έπρεπε να γίνει αντιληπτό εφόσον τα μέλη της Αστυνομίας κινήθηκαν σε όλο τον χώρο για σκοπούς της έρευνας. Να επαναληφθεί ότι το δικηγορικό γραφείο δεν βρισκόταν στο ισόγειο της πολυκατοικίας αλλά στον δεύτερο όροφο ενώ ο Ενάγοντας βρισκόταν συνέχεια με τα μέλη της Αστυνομίας εφόσον ο λόγος που παρέμεινε εκεί ήταν για να γίνει η έρευνα στην παρουσία του. Εάν λοιπόν κρινόταν ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ο κίνδυνος να δραπετεύσει τότε θα μπορούσαν να γίνουν κάλλιστα διευθετήσεις για να κλείσει η προαναφερόμενη πόρτα με τρόπο ώστε να μην μπορεί να την ανοίξει ο Ενάγοντας ή ακόμη να τοποθετηθεί ένας εκ των 6 αστυνομικών εκεί για να παρεμποδίσει κάτι τέτοιο. Η δε θέση του Μ.Υ.1 ότι το γεγονός ότι ο Ενάγοντας ήταν συνεργάσιμος δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε κίνδυνος να δραπετεύσει καθότι ως είπε, και ο ίδιος να ήταν εκνευρισμένος και θυμωμένος και να ήθελε να φύγει θα ήταν πολύ συνεργάσιμος και θα περίμενε την κατάλληλη στιγμή, κρίθηκε ότι δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική, πάντα λαμβάνοντας υπόψην τις προαναφερόμενες περιστάσεις. Όσον δε αφορά το ότι υπήρχαν και παράθυρα στο γραφείο, επίσης δεν κρίθηκε λογικό ότι αυτά αποτελούσαν έξοδο διαφυγής με δεδομένο ότι το γραφείο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας. Αντίθετο στην πιο πάνω λογική είναι και το γεγονός ότι μετά το πέρας της έρευνας, όταν ο Ενάγοντας οδηγήθηκε στο ισόγειο για να μεταφερθεί με αστυνομικό όχημα στην οικία του για έρευνα, οι χειροπέδες του αφαιρέθηκαν. Η δικαιολογία που έδωσε για αυτό ο Μ.Υ.1 έχει επίσης κριθεί μη πειστική. Ως εκ των άνω καταλήγω ότι η μετά την σύλληψη του τοποθέτηση και η διατήρηση των χειροπέδων στον Ενάγοντα για περίοδο 4 σχεδόν ωρών, δεν ήταν εύλογη και αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Θα πρέπει όμως εδώ να επαναληφθεί ότι ο Ενάγοντας δεν επικαλείται στην παρούσα ότι υπήρξε θύμα άσκησης, δυσανάλογης υπό τις περιστάσεις, χρήσης βίας από την Αστυνομία, ούτε και ότι υπέστη οποιεσδήποτε βλάβες λόγω τέτοιας βίας. Το παράπονο του εστιάζεται και περιορίζεται στο ότι η χρήση και διατήρηση των χειροπέδων, υπό τις περιστάσεις, συνιστούσε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, λόγω του ότι θεάθηκε στην κατάσταση αυτή από διάφορα πρόσωπα και ιδιαίτερα από πελάτες του. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει να ληφθούν υπόψην τα ακόλουθα: Ως έχει ήδη προαναφερθεί η χρήση και η διατήρηση των χειροπέδων και δη για 4 περίπου ώρες, δεν ήταν εύλογη και αναγκαία και άρα δεν ήταν δικαιολογημένη. Συνεπώς η παρούσα δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που η χρήση αυτή προκλήθηκε λόγω της συμπεριφορά του συλληφθέντα - Ενάγοντα. Το γεγονός δε ότι η τοποθέτηση των χειροπέδων έγινε στην παρουσία των δύο πελατών του, τους οποίους μάλιστα θα συναντούσε για πρώτη φορά, είχε ως αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να νιώσει ντροπή, προσβολή και εξευτελισμό. Τα ίδια συναισθήματα του προκάλεσε και το γεγονός ότι τον είδαν στην συνέχεια να βρίσκεται με τις χειροπέδες άλλος ένα πελάτης του (ο Μ.Ε.2), η σύζυγος του, ο αδελφός του, ο πατέρας του, οι δύο δικηγόροι του, οι δύο υπάλληλοι του γραφείου του και μια ασκούμενη δικηγόρος που εργαζόταν εκεί. Πέραν όμως των πιο πάνω θα πρέπει να ληφθούν υπόψην και όλα τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης και συγκεκριμένα τα εξής: · Η σύλληψη του Ενάγοντα ήταν νόμιμη. · Δεν χρησιμοποιήθηκε βία για την τοποθέτηση των χειροπέδων. · Σε κανένα χρονικό σημείο δεν τέθηκε, από τον Ενάγοντα ή οποιοδήποτε άλλο, στα μέλη της Αστυνομίας, θέμα για την τοποθέτηση και διατήρηση τους. · Δεν έγινε δεκτό ότι η τοποθέτηση των χειροπέδων αποσκοπούσε στην μείωση της πνευματικής κατάστασης του Ενάγοντα, μέσω της ταπείνωσης του και της πρόκλησης φόβου, αγωνίας και κατωτερότητας και δη ότι έγινε με σκοπό να μην αντιληφθεί το λάθος που υπήρχε στο ένταλμα έρευνας και να αντιδράσει σχετικά. Ούτε προκύπτει από τα όσα ο ίδιος είπε ότι πέραν του σοκ και της εξ αυτού προσωρινής απώλειας διαύγειας, του προκλήθηκε φόβος και αγωνία. · Τα πιο πάνω έλαβαν χώραν εντός του δικηγορικού γραφείου του Ενάγοντα και τα μέλη της Αστυνομίας δεν άφησαν αυτός να θεαθεί με τις χειροπέδες σε δημόσιο χώρο. Οι χειροπέδες του αφαιρέθηκαν πριν εξέλθει της πολυκατοικίας και βγει στον δρόμο. · Ο Ενάγοντας κατά την μαρτυρία του υποστήριξε ότι τα συναισθήματα ντροπής, προσβολής και εξευτελισμού που ένιωσε, προκλήθηκαν ιδιαίτερα εκ του γεγονότος ότι θεάθηκε με τις χειροπέδες από πελάτες του. · Οι δύο εκ των πελατών του που είδαν να του τοποθετούνται χειροπέδες βρέθηκαν στο γραφείο πριν την είσοδο των μελών της Αστυνομίας και του ιδίου. · Πέραν των 3 προαναφερόμενων πελατών που είδαν τον Ενάγοντα να είναι με χειροπέδες, τα υπόλοιπα πρόσωπα που τον είδαν στην κατάσταση αυτή, ήταν οι δικηγόροι του που πήγαν εκεί, μέλη της οικογένειας του (η σύζυγος του η οποία είναι επίσης δικηγόρος και ο πατέρας του και ο αδελφός του, οι οποίοι εργάζονταν στον χώρο), δύο υπάλληλοι του γραφείου και μια ασκούμενη δικηγόρος που βρέθηκαν εκεί στα πλαίσια της εργασίας τους. Τον είδαν δε εκεί αναπόφευκτα καθότι ήταν απαραίτητη η παρουσία του για σκοπούς της έρευνας που διεξαγόταν. · Η μη ακύρωση των ραντεβού που είχαν πελάτες του μαζί του, δεν ήταν αποτέλεσμα ενεργειών ή απαγόρευσης εκ μέρους της Αστυνομίας, ώστε να λεχθεί ότι με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά η Αστυνομία τον άφησε εσκεμμένα να εκτεθεί στην θέα πελατών του με τις χειροπέδες. · Δεν έγινε επίσης δεκτό ότι τα μέλη της Αστυνομίας έδρασαν όσον αφορά τις χειροπέδες, όντας προϊδεασμένοι ή προκατειλημμένοι εναντίον του Ενάγοντα, λόγω της υπόθεσης που διερευνούσαν καθώς και για να τον εκδικηθούν και να προκαλέσουν βλάβη στην φήμη και στο όνομα του. Δηλ. δεν αποδείχθηκε ότι η χρήση και διατήρηση των χειροπέδων έγινε προσχεδιασμένα, σκόπιμα ή για κάποιον αλλότριο ή εκδικητικό σκοπό από πλευράς των μελών της Αστυνομίας. · Ούτε προκύπτει γενικότερα από τις περιστάσεις ότι τα μέλη της Αστυνομίας είχαν πρόθεση εξευτελισμού ή ταπείνωσης του Ενάγοντα. · Ο Ενάγοντας δεν υπέστη εξαιτίας του επίδικου περιστατικού οποιεσδήποτε σωματικές ή ψυχικές βλάβες ή πόνο, ούτε αυτό είχε συνέπειες στην φήμη και εργασία του. Έγινε μεν καχύποπτος αλλά μόνο όσον αφορά την Αστυνομία, γεγονός που ως ο ίδιος μάλιστα είπε του βγήκε σε καλό. Το γεγονός της αδικαιολόγητης χρήσης και διατήρησης των χειροπέδων στον Ενάγοντα για περίοδο 4 σχεδόν ωρών είναι αναμφίβολα λυπηρό. Περαιτέρω σε καμία περίπτωση δεν μου διαφεύγουν και σίγουρα δεν υποβαθμίζω τα συναισθήματα ντροπής, προσβολής και εξευτελισμού που αυτός ένιωσε όταν θεάθηκε με τις χειροπέδες, ιδιαίτερα από πελάτες του. Τα πιο πάνω όμως δεν μπορούν να ιδωθούν κατά απομόνωση δηλ. έξω από το πλαίσιο του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, ως ορίζει η σχετική νομολογία. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τόσο τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο των λοιπών περιστάσεων της παρούσας, ως έχουν εκτεθεί με λεπτομέρεια ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να οδηγηθώ στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη μεταχείριση του Ενάγοντα από την Αστυνομία έφθασε στο ελάχιστο όριο σοβαρότητας που καθορίζεται από την σχετική νομολογία ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως απάνθρωπη ή εξευτελιστική. Τέλος πριν οδηγηθώ στην κατάληξη μου αναφορά θα πρέπει να γίνει και στην θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα, η οποία εγέρθηκε με την τελική του αγόρευση, ότι η επίδικη μεταχείριση του πελάτη του αποτελεί προσβολή και άλλων ατομικών δικαιωμάτων όπως το δικαίωμα ελευθερίας, προσωπικής και ιδιωτικής ζωής καθώς και δυσανάλογη και υπέρμετρη αστυνομική βία, η οποία συνιστά επίθεση. Ως εισηγείται ο κ. Σκορδής παρά το ότι στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά μόνο σε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης εντούτοις σύμφωνα με τη νομολογία το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται από τα ίδια τα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης και όχι από τον χαρακτηρισμό που τους δίδεται και ο διάδικος δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία του δίδει ο Νόμος με την προϋπόθεση πως τα αναγκαία γεγονότα που εξάγουν το νομικό αυτό αποτέλεσμα είναι δικογραφημένα και η μαρτυρία που δόθηκε είναι ικανοποιητική, ανεξάρτητα δηλ. του κατά πόσο οι θεραπείες διατυπώνονται με ορθό τρόπο (παραπέμπει στις υποθέσεις Κυπριανού ν. Βασιλείου
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1320, Stylianou ν. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319, Kennedy Hotels Ltd ν. Indjirdjan
(1992)1 Α.Α.Δ. 400 και Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 383). Η πιο πάνω θέση πράγματι βρίσκει έρεισμα στην σχετική νομολογία, η οποία αποβλέπει στην ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Παρόλα αυτά στην παρούσα ο ίδιος ο Ενάγοντας, τόσο μέσω δηλώσεων του συνηγόρου του κατά την κατάθεση παραδεκτών γεγονότων όσο και κατά την ένορκη μαρτυρία του ήταν ουσιαστικά κατηγορηματικός ως προς το παράπονο του, το οποίο ήταν συγκεκριμένο και δη ότι η χρήση χειροπέδων υπό τις πιο πάνω περιστάσεις τον προσέβαλε και τον εξευτέλισε λόγω του ότι θεάθηκε από συγγενείς, δικηγόρους και υπαλλήλους του γραφείου αλλά και από πελάτες του. Δηλώθηκε επίσης ότι δεν αμφισβητείται η νομιμότητα και εγκυρότητα των ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας και ότι δεν διεκδικεί θεραπείες σε σχέση με τη νομιμότητα ή μη της εισόδου των αστυνομικών. Τέλος ο ίδιος κατά την μαρτυρία του διευκρίνισε ότι το παράπονο του δεν περιλαμβάνει ότι υπέστη οποιαδήποτε σωματική βία ή βλάβη. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για απόδοση θεραπείας σε κάποια άλλη βάση. Να λεχθεί δε ότι, εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου δεν μπορώ να καταλήξω σε κάτι τέτοιο. Κατάληξη Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του και συναφώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον αυτού και υπέρ του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Αγωγή - Τελική - Απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο