ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΥΝΓΚΥ, Αρ. Αγωγής: 300/2011, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 300/2011 ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγοντας v ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΥΝΓΚΥ Εναγόμενη Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Λ. Χατζηλοΐζου Για Εναγόμενη: κ. Χ. Χριστοφόρου για Χ.Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά σε αξίωση του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης, για ποσό €21.000 ευρώ, πλέον τόκο 5% από 01/09/10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Είναι η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι στις 19/05/10, η εναγόμενη υπέγραψε προς όφελος του έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €21.000 πλέον τόκο 5% ετησίως από 01/09/10 μέχρι εξοφλήσεως, το οποίο όμως ποσό, η τελευταία ουδέποτε εξόφλησε. Με την υπεράσπιση της η εναγόμενη, αν και παραδέχεται την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου ημερομηνίας 19/05/10, ισχυρίζεται ότι υπογραφή της «...έγινε άνευ νόμιμου ανταλλάγματος και/ή κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του ενάγοντα και/ή σκοπός δια τον οποίο έγινε ήταν παράνομος και ως εκ τούτου το εν λόγω έγγραφο δεν είναι δεσμευτικό προς την εναγομένη και δεν δημιουργεί οιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. Ειδικότερα δεν έχει υπογραφεί στην παρουσία δύο τουλάχιστον ικανών μαρτύρων και περαιτέρω δεν αναφέρεται η αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.» Είναι περαιτέρω δικογραφημένος ισχυρισμός της εναγόμενης ότι, στα πλαίσια συμφωνίας για αγοραπωλησία ενός διαμερίσματος μεταξύ της εναγόμενης και της εταιρείας του ενάγοντα, OUNO INVESTMENTS LTD (εφ' εξής OUNO), ο τελευταίος, «...εκμεταλλευόμενος τις χαμηλού επιπέδου γραμματικές γνώσεις της εναγόμενης και/ή την απειρία της και/ή την παντελή άγνοια γνώσεων της πάνω σε νομικά έγγραφα, παρουσίασε ταυτόχρονα εις την Εναγόμενη το έγγραφο που αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως ως έγγραφο ως απόδειξη παραλαβής χρημάτων από την Εταιρεία OUNO ... και της ζήτησε να το υπογράψει χωρίς να της δώσει οποιοδήποτε αντίγραφο». Το επίδικο έγγραφο που η εναγόμενη δέχεται ότι υπέγραψε στις 19/05/10 και που κατά τον ενάγοντα, συνιστά το γραμμάτιο συνήθως τύπου επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αγωγή, κατατέθηκε κατά την ακρόαση ως Τεκμήριο
- Ενόψει του ότι συνιστά κοινή θέση των μερών ότι στην όψη του, το επίδικο έγγραφο που υπέγραψε η εναγόμενη ήτοι το Τεκ.1, πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις του αρ. 78 του Κεφ. 149 για να θεωρείται ως γραμμάτιο συνήθους τύπου, δε θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο ολόκληρο το περιεχόμενο του. Αναφέρω απλά ότι, ως αμφότερες οι πλευρές αποδέχονται, πρόκειται για έγγραφο υπογραμμένο από την εναγομένη, με το οποίο η τελευταία παρουσιάζεται να δηλώνει ότι υπόσχεται να πληρώσει στον ενάγοντα, «εις διαταγήν του», το ποσό των €21.000 το οποίο προέρχεται από δάνειο και ότι πρόσθετα του εν λόγω ποσού, αναλαμβάνει επίσης να πληρώσει στον ενάγοντα και τόκο 5% από 01/09/10 μέχρι εξόφλησης. Κοινό έδαφος συνιστά επίσης και το ότι πέραν της υπογραφής της εναγομένης, το εν λόγω έγγραφο υπογράφεται και από δύο άλλα πρόσωπα ως μάρτυρες υπογραφών. Τα θέματα που προέκυψαν ως επίδικα και που προωθήθηκαν ως τέτοια κατά την ακρόαση, συνοψίζονται από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης στη τελική γραπτή του αγόρευση (Έγγραφο ΤΑ1). Παραθέτω αυτούσιες τις αναφορές του συνηγόρου: Α. «Το Τεκμήριο 1 στην όψη του φέρει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται ώστε να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε αμφισβήτηση από την υπεράσπιση ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφτηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων. Είναι η θέση ότι οι υπογραφές των μαρτύρων δεν τέθηκαν ταυτόχρονα με την υπογραφή της εναγομένης αλλά προστέθηκαν αργότερα» (σελ. 3). Β. «Είναι η θέση της Εναγομένης ότι υπέγραψε το εν λόγο επίδικο έγγραφο και ότι η έκδοση του επιτεύχθηκε συνέπεια εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.» (έμφαση δική μου) Έχοντας σκιαγραφήσει το πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε η ακροαματική διαδικασία, προχωρώ να παραθέσω συνοπτικά τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από εκατέρωθεν τις πλευρές. Εκ μέρους του ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ως ΜΕ1 και η Β. Αριστοπούλου ως ΜΕ
- Εκ μέρους της εναγόμενης, κατέθεσαν ως ΜΥ1 η Ε.Παπαδόπουλου - Λειτουργός του Τμήματος Φορολογίας, ως ΜΥ2 η Μ. Παντελή - Λειτουργός ΦΠΑ, ως ΜΥ3 η εναγόμενη, και ως ΜΥ4 και ΜΥ5 αντίστοιχα, οι λογιστές-ελεγκτές, Φ. Σαββίδης και Ν. Χαραλαμπίδης. Συνοψίζω τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων. ΜΕ1 - Ενάγοντας Ο ενάγοντας αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η εναγόμενη υπέγραψε το Τεκ.
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η εναγόμενη είχε συνάψει στις 19/05/10, συμφωνία με την OUNO για αγορά ενός διαμερίσματος στη Λεμεσό για το ποσό των €140.000 πλέον €21.000 ΦΠΑ (βλ. Τεκμήριο 2). Η συμφωνία, ανέφερε ο μάρτυρας, ήταν όπως η τιμή πώλησης του διαμερίσματος εξοφληθεί με ανταλλαγή του με οικόπεδο της εναγόμενης αξίας επίσης €140.000 και όπως η εναγόμενη καταβάλει άμεσα σε μετρητά, μόνο το ποσό των €21.000 για το ΦΠΑ. Επειδή όμως, ανέφερε ο μάρτυρας, η εναγόμενη δεν είχε εκείνη τη στιγμή διαθέσιμο το εν λόγω ποσό αλλά θα το εξασφάλιζε αργότερα το Σεπτέμβρη όταν θα έληγε ένα τραπεζικό γραμμάτιο που είχε ύψους €180.000, συμφώνησε μαζί της όπως τη δανείσει εκείνος προσωπικά το ποσό των €21.000, ώστε να μπορέσει με τη σειρά της να το καταβάλει στην εταιρεία. Ένεκα του ότι η εναγόμενη ενδέχετο να λάβει στη συνέχεια το εν λόγω ποσό ως επιστροφή ΦΠΑ από την αρμόδια κυβερνητική υπηρεσία πριν το Σεπτέμβρη που θα έληγε το γραμμάτιο της, συμφωνήθηκε περαιτέρω όπως το δάνειο που θα της έδινε, θα χρεώνετο με τόκο 5% ετησίως από 01/09/
- Είναι στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, που στις 19/05/10, στα γραφεία της OUNO στη Λεμεσό, στην παρουσία του συνεργάτη του μ.Κ. Κλεάνθους ο οποίος έχει στο μεταξύ αποβιώσει, της τότε ιδιαιτέρας του, Μ. Μωυσίδου, της Β. Αριστοπούλου (ΜΕ2), συνεργάτη της OUNO που έτυχε να βρίσκεται εκεί για κάποια άλλη δουλειά και δύο προσώπων που συνόδευαν την εναγόμενη, αφού υπεγράφη το αγοραπωλητήριο (Τεκ.2), έβγαλε ο ίδιος από ένα μαύρο τσαντάκι που κρατούσε κάποια μετρητά, τα οποία μέτρησε και έδωσε στην εναγόμενη το επίδικο ποσό. Η τελευταία, αφού μέτρησε και εκείνη τα μετρητά, υπέγραψε το Τεκ.1 το οποίο είχε ετοιμάσει η Μωυσίδου, η ιδιαίτερα δηλαδή του ενάγοντα. Ως μάρτυρες της υπογραφής της εναγόμενης, ανέφερε ο ενάγοντας, υπέγραψαν την ίδια ώρα και στην παρουσία όλων, περιλαμβανομένης και της εναγόμενης, η Αριστοπούλου και η Μωυσίδου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αφού υπεγράφη το Τεκ.1, η εναγόμενη έδωσε τα μετρητά για να πληρωθεί το ΦΠΑ προς την OUNO και αφού τα έλαβε ο συνεργάτης του, ο μ. Κλεάνθους δηλαδή, ο τελευταίος ανάλαβε να τα πάρει στο Φ. Σαββίδη (ΜΥ4), λογιστή της εταιρείας ώστε να καταβληθούν στο ΦΠΑ. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν ενεπλάκηκε στην παράδοση των χρημάτων στον Σαββίδη, εφόσον τα καθήκοντα του ιδίου περιορίζονταν στις οικοδομές ενώ τα λογιστικά της εταιρείας, ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του μ. Κλεάνθους. Εξ' όσων αντιλαμβάνεται, ο τελευταίος παρέδωσε τα χρήματα στο Σαββίδη, δε γνωρίζει όμως και δεν έλεγξε ποτέ τι έκαμε ο μ. Κλεάνθους ή ο Σαββίδης, ή αν εν τέλει τα χρήματα κατέληξαν στο ΦΠΑ. Απέρριψε ο μάρτυρας τις υποβολές του συνηγόρου της εναγομένης ότι ουδέποτε δάνεισε την εναγομένη το επίδικο ποσό και ότι το Τεκ.1 δεν υπεγράφη στην παρουσία δύο μαρτύρων. Επανέλαβε τις περί του αντιθέτου θέσεις του και ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη, προτού υπογράψει και προτού λάβει το επίδικο ποσό, διάβασε αρκετές φορές τα έγγραφα και συμφώνησε με το περιεχόμενό τους. ΜΕ2 - Β. Αριστοπούλου Η μάρτυς, η οποία αναγνώρισε την υπογραφή της στα Τεκ.1 και 2 ως μία εκ των μαρτύρων που υπογράφουν, κατέθεσε αναφορικά με το πώς έτυχε να βρεθεί στα γραφεία της OUNO τη συγκεκριμένη μέρα και πως είναι που κατέληξε να υπογράψει ως μάρτυρας στα έγγραφα. Σύμφωνα με την μάρτυρα, επειδή η εταιρεία της συνεργάζετο τότε με την OUNO και τον ενάγοντα, έτυχε να πάει στα γραφεία τους τη συγκεκριμένη μέρα για να εισπράξει κάποια χρήματα για ένα τιμολόγιο που είχε εκδώσει η εταιρεία της. Ενόσω ήταν εκεί με τη Μωυσίδου, την ιδιαιτέρα του ενάγοντα την οποία γνώριζε, ο τελευταίος, ο οποίος ήταν στην αίθουσα συνεδριάσεων εκείνη τη στιγμή, της φώναξε να πάει να υπογράψει ως μάρτυρας σε κάποια έγγραφα Σύμφωνα με την μάρτυρα, στην αίθουσα συνεδριάσεων βρισκονταν περί τα 5 με 6 άτομα, ήτοι ο ενάγοντας, ο μ. Κλεάνθους, μία ηλικιωμένη κυρία και ακόμα δύο πρόσωπα, ένας κύριος και μία άλλη κυρία. Τους τελευταίους τρεις, ανέφερε η μάρτυς, δεν τους γνώριζε ούτε τους είχε ξαναδεί. Αφού ρώτησε τον ενάγοντα τι έγγραφα είναι που την ήθελε να υπογράψει ως μάρτυρας, ο τελευταίος της ανέφερε ότι επρόκειτο για ένα αγοραπωλητήριο ενός διαμερίσματος, το οποίο έγγραφο, σύμφωνα με την μάρτυρα, ο ενάγοντας προχώρησε και διάβασε μεγαλοφώνως στην παρουσία όλων. Στη συνέχεια, ανέφερε η μάρτυς, το εν λόγω έγγραφο το υπέγραψαν ο ενάγοντας και ο μ. Κλεάνθους ως πωλητές και η ηλικιωμένη κυρία ως αγοραστής. Ακολούθως το υπέγραψε η ίδια και η άλλη κυρία που ήταν εκεί, ως μάρτυρες υπογραφών. Στο Τεκ.2, η μάρτυς αναγνώρισε το αγοραπωλητήριο στο οποίο, ως ανέφερε, υπέγραψε ως μάρτυρας καθώς επίσης και την υπογραφή της στη θέση του πρώτου μάρτυρα στο έγγραφο και τα σημεία που υπέγραψαν τα υπόλοιπα πρόσωπα που ανέφερε ότι είδε να υπογράφουν. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, στη συνέχεια ο ενάγοντας της ζήτησε να περιμένει να υπογράψει ως μάρτυρας και σε ακόμη ένα έγγραφο. Είδε τότε, ως ισχυρίστηκε, τον ενάγοντα να βγάζει στην παρουσία όλων από ένα μαύρο τσαντάκι με φερμουάρ που είχε πάντα μαζί μαζί του, κάποιες δέσμες χαρτονομισμάτων, τα οποία χαρτονομίσματα αφού τα μέτρησε, τα έδωσε στην ηλικιωμένη κυρία. Η τελευταία, σύμφωνα με τη μάρτυρα, αφού μέτρησε και εκείνη τα χρήματα, υπέγραψε το έγγραφο που ήταν μπροστά της και έδωσε τα λεφτά στον μ. Κλεάνθους. Μετά που υπέγραψε η ηλικιωμένη κυρία, ανέφερε η μάρτυς, προχώρησαν και υπέγραψαν στο έγγραφο ως μάρτυρες η ίδια και η ιδιαίτερα του ενάγοντα, η Μωυσίδου δηλαδή και ο ενάγοντας της είπε να περάσει άλλη μέρα να πληρωθεί οπόταν και αυτή έφυγε. Υποδείχθηκε στη μάρτυρα το Τεκ. 1, στο οποίο αναγνώρισε το δεύτερο έγγραφο στο οποίο υπέγραψε ως μάρτυρας και υπέδειξε επί του εν λόγω εγγράφου, τόσο το σημείο που υπέγραψε εκείνη ως μάρτυρας όσο και το σημείο που υπέγραψαν στην παρουσία της η ηλικιωμένη κυρία ως χρεώστης και η Μωυσίδου ως 2ος μάρτυρας. Η μάρτυς ανέφερε ότι έκτοτε και μέχρι που κλήθηκε να καταθέσει στην παρούσα υπόθεση, δεν έτυχε να ξαναδεί ούτε την ηλικιωμένη κυρία, ούτε τα άλλα δύο πρόσωπα που είδε εκείνη την μέρα στα γραφεία της OUNO. Αναγνώρισε όμως στο πρόσωπο της εναγόμενης που βρισκόταν στο Δικαστήριο κατά την κατάθεση της μάρτυρος, την ηλικιωμένη κυρία που είδε τη συγκεκριμένη μέρα να παίρνει τα λεφτά από τον ενάγοντα και να υπογράφει στα δύο έγγραφα που η ίδια υπέγραψε ως μάρτυρας. Η μάρτυς αρνήθηκε υποβολές του συνηγόρου της εναγομένης ότι η δική της υπογραφή τέθηκε επί του Τεκ.1 μεταγενέστερα της 19/05/10 και ότι η Μωυσίδου δεν υπέγραψε το Τεκ.1 στην παρουσία της. Επέμεινε στη θέση της ότι τόσο η ίδια όσο και η Μωυσίδου υπέγραψαν ταυτόχρονα μετά την εναγόμενη, στην παρουσία της τελευταίας και ανέφερε ότι μπορεί μεν να μη γνώριζε την υπογραφή της Μωυσίδου, γνώριζε όμως την ίδια πολύ καλά λόγω της συνεργασίας της με τον ενάγοντα και την είδε να υπογράφει μπροστά της ως η άλλη μάρτυρας των υπογραφών. Αρνήθηκε επίσης ότι έχει οποιοδήποτε συμφέρον από τον ενάγοντα και ανέφερε ότι από τότε που πέθανε ο μ. Κλεάνθους, ήτοι πριν δύο χρόνια περίπου, δεν είχε οποιαδήποτε συνεργασία είτε με τον ενάγοντα είτε με την OUNO. ΜΥ1 και ΜΥ2 - Ε. Παπαδοπούλου και Μ. Παντελή Οι μάρτυρες κλήθηκαν να καταθέσουν αναφορικά με τα αρχεία που τηρούνται στα αντίστοιχα Τμήματα τους σε σχέση με την OUNO και τον ενάγοντα. Η ΜΥ1 περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία είτε για την OUNO είτε για τον ενάγοντα προσωπικά και έτσι δεν έτυχε αντεξέτασης. Η ΜΥ2 ανέφερε ότι από τα αρχεία που τηρούνται στο Τμήμα της, φαίνεται να εκδόθηκαν σχετικές βεβαιώσεις φόρου προς την OUNO αναφορικά με διαμερίσματα που πώλησε κατά τον ουσιώδη χρόνο πλην όμως δεν υπάρχει οποιαδήποτε ενημέρωση αναφορικά με το αν πωλήθηκε ή όχι το διαμέρισμα που αναφέρεται στο Τεκ.
- Σύμφωνα με τη μάρτυρα, όταν σε κάποια στιγμή διεξήχθη επιτόπιος έλεγχος από την Υπηρεσία της, επειδή δεν διαπιστώθηκε να υπάρχει κατοχή του εν λόγω διαμερίσματος, δε θεωρήθηκε ότι είχε δημιουργηθεί φορολογικό σημείο και επομένως δε ζητήθηκαν οποιεσδήποτε φορολογικές βεβαιώσεις από την OUNO. ΜΥ4 - Φ. Σαββίδης Ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει ως ο φερόμενος λογιστής-ελεγκτής της OUNO. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αν και το Δεκέμβριο 2004 ο μ. Κλεάνθους τον επισκέφθηκε για να συζητήσουν ενδεχόμενο διορισμό του λογιστικού γραφείου του μάρτυρα - PKF SAVVIDES - ως ελεγκτών της OUNO, εντούτοις ουδέποτε διορίστηκαν επίσημα και ουδέποτε παρείχαν οποιεσδήποτε υπηρεσίες προς την τελευταία. Εξ' όσων γνωρίζει, κάποιος υπάλληλος τους, ο Ν.Χαραλαμπίδης, είχε στο παρελθόν ασχοληθεί υπό την προσωπική του ιδιότητα με την OUNO, όμως αυτό ήταν για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. ΜΥ5 - Ν. Χαραλαμπίδης Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το 2008 ασχολήθηκε προσωπικά με το bookkeeping της OUNO για 5 - 6 μήνες μόνο, εφόσον το γραφείο στο οποίο εργαζόταν, οι PKF SAVVIDES, δεν ασχολείτο με αυτού του είδους τις υπηρεσίες. Ότι εργασία έκανε όμως για την OUNO, ανέφερε ο μάρτυρας, ήταν μόνο για την περίοδο Μαΐου - Νοεμβρίου 2008 και μετά που τελείωσε, ότι είχε το παρέδωσε στο μ. Κλεάνθους και δεν ξανασχολήθηκε με την εν λόγω εταιρεία. ΜΥ3 - Εναγόμενη Η εναγόμενη κατά τη μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο άντρας της είχε πάθει εγκεφαλικό και ανάρρωνε. Την είχαν τότε προσεγγίσει δύο μεσίτες, κάποια Αγγέλα και κάποιος Φύτος, οι οποίοι την παρότρυναν να αγοράσει κάποιο διαμέρισμα. Στις 19/5/10 τη νύχτα, ισχυρίστηκε η εναγόμενη, η Αγγέλα και ο Φύτος την έπιασαν από το σπίτι της και αφού την πήραν να δει κάποιο διαμέρισμα, στη συνέχεια την πήραν στα γραφεία της OUNO για να γίνει η συμφωνία. Πρώτη φορά πήγαινε στα γραφεία της OUNO και τον ενάγοντα δεν τον είχε ποτέ προηγουμένως συναντήσει ή μιλήσει μαζί του. Σύμφωνα με τη εναγόμενη, όπως την ενημέρωσε η Αγγέλα η μεσίτρια που ανάλαβε το χειρισμό της συμφωνίας, αυτή θα αντάλλασσε ένα οικόπεδο που είχε με το διαμέρισμα που είδε. Η μάρτυς ανέφερε ότι όταν έφτασε στα γραφεία της OUNO και συναντήθηκε με τον ενάγοντα, εκεί ήταν και η ιδιαίτερα του τελευταίου, η οποία είχε αναλάβει να ετοιμάσει όλα τα χαρτιά που θα υπογράφονταν. Τον μ. Κλεάνθους, ανέφερε η εναγόμενη, τον οποίο είχε δει μόνο μια φορά προηγουμένως όταν πήγε να δει το διαμέρισμα, δεν τον είδε στο γραφείο. Η εναγόμενη ανέφερε ότι θυμάται την ιδιαίτερα του ενάγοντα να ετοιμάζει δύο χαρτιά, ένα για την ανταλλαγή των ακινήτων το οποίο αναγνώρισε ως το Τεκ.2 και ένα «χαρτί για το ΦΠΑ», το οποίο αναγνώρισε ως το Τεκ.
- Η εναγόμενη ανέφερε ότι αφού υπέγραψε το Τεκ.2, θυμάται ότι το υπέγραψε και ως μάρτυρας, τουλάχιστον η Αγγέλα που ήταν μαζί της. Το Τεκ.1 σύμφωνα με την εναγόμενη, το υπόγραψε διότι «...είπε μου (ο ενάγοντας) να γράψω μίαν απόδειξη €21.000, ότι δήθεν χρωστώ του Αντώνη για ΦΠΑ τα λεφτά να τα πιάσει πίσω ο Αντώνης να μεν δικαιούμαι εγώ...». Θυμάται, ανέφερε η εναγόμενη, ότι μετά που υπέγραψε το επίδικο Τεκ.1, υπέγραψαν μπροστά της ως μάρτυρες, «η κοπέλα του Αντώνη» και ακόμη ένα πρόσωπο, «νομίζω τζιαι η Αγγέλα», αρνήθηκε όμως ότι το άλλο πρόσωπο ήταν η ΜΕ2, την οποία ανέφερε ότι δεν την ξέρει καθόλου. Η εναγόμενη απέρριψε κατηγορηματικά ότι ο ενάγοντας της δάνεισε το επίδικο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και ισχυρίστηκε ότι η συνεννόηση της με τον ενάγοντα κατά την υπογραφή του Τεκ.1 ήταν ότι θα του υπέγραφε απλά ότι «χρωστώ 21.000 λεφτά στον Αντώνη Αντωνίου για το ΦΠΑ, όμως όχι ότι του χρωστώ. Άμα έρτει το ΦΠΑ να τα πιάει πίσω ο Αντώνης». Τελικά, ανέφερε η εναγόμενη, η συμφωνία αγοραπωλησίας του διαμερίσματος δεν ολοκληρώθηκε, αφού στη πορεία διαπίστωσε ότι το διαμέρισμα ήταν «χρεωμένο» οπόταν και δεν προχώρησε να μεταβιβάσει το οικόπεδο της στην OUNO ούτε και έλαβε το διαμέρισμα από την τελευταία. Αντ' αυτού, χρησιμοποίησε τα χρήματα που είχε κατατεθειμένα στην τράπεζα και ανήγειρε κατοικία επί του οικοπέδου της. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Θα πρέπει εδώ να σημειώσω ότι αν και σύμφωνα με την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης «...κατά ή περί την 19/05/10 εν Λεμεσώ η Εναγόμενη έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος υπέγραψε γραμμάτιο συνήθους τύπους και/ή γραπτή αναγνώριση χρέους και/ή γραπτή συμφωνία...», στο αιτητικό (prayer) της Έκθεσης Απαίτησης, αυτό που ζητείται, είναι μόνο «€21.000= προερχόμενο δυνάμει γραμματίου ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται» Η υπό κρίση αξίωση επομένως, ως εκ του ρητού δικογραφικού περιορισμού της, θα πρέπει να θεωρηθεί ως αποκλειστικά εδραζόμενη σε μη εξόφληση γραμματίου συνήθους τύπου. Άλλωστε, κανένα πραγματικό (factual) υπόβαθρο δικογραφείται προς υποστήριξη της αγωγής στη βάση γραπτής αναγνώρισης χρέους ή γραπτής συμφωνίας ως επιβάλλει η νομολογία, ώστε η αξίωση να μπορεί να εξετασθεί και υπό αυτή την πτυχή (βλ. Λεωνίδου Πανίκος Α. και άλλη ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694 και Χατζηβασιλείου Ελπίδα ν. Reliable Motor Cars Ltd,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1685 καθώς και τις αποφάσεις στις οποίες οι εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν). Ως προς το ότι η απλή αναφορά σε γραπτή αναγνώριση χρέους δεν συνιστά αυτοτελή αιτία αγωγής, σχετική είναι η υπόθεση Ιγνατίου v. Λεμονάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1562, ενώ ως προς την επιτακτική ανάγκη λεπτομερούς δικογράφισης και σαφούς προσδιορισμού των όσων περιβάλλουν μια κατ' ισχυρισμό γραπτή συμφωνία ώστε η αγωγή να μπορεί να εξεταστεί και επί τέτοιας βάσης, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται υπό Ναθαναήλ Δ. στη Λεωνίδου ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση όμως, το ότι η παρούσα αγωγή αφορά αποκλειστικά σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και ότι είναι ως τέτοια που προσεγγίστηκε από αμφότερες τις πλευρές, το επιβεβαιώνουν και οι ίδιοι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών στις εμπεριστατωμένες τελικές αγορεύσεις που κατέθεσαν. Ανάλογη επομένως θα είναι και η προσέγγιση του Δικαστηρίου. Με γνώμονα τη συγκεκριμένη φύση της υπόθεσης και ότι τα μόνα επίδικα θέματα, ως αυτά έχουν καθοριστεί ρητά από την υπεράσπιση, είναι ότι αν και το επίδικο έγγραφο παρουσιάζεται να πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του αρ. 78 Κεφ.149[1], εντούτοις οι υπογραφές των μαρτύρων δεν τέθηκαν ταυτόχρονα με την υπογραφή της εναγομένης αλλά προστέθηκαν αργότερα και ότι η έκδοση του επιτεύχθηκε συνέπεια εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, Αίτηση αρ. 1/2015, 24/9/2015, σελ. 27, 28). Αναφορικά με τη μαρτυρία των ΜΥ1, ΜΥ2, ΜΥ4 και ΜΥ5, οι εν λόγω μάρτυρες, ουσιαστικά κλήθηκαν για να καταδειχθεί από πλευράς υπεράσπισης ότι ουδέποτε ο ενάγοντας ή η OUNO κατέβαλαν το επίδικο ποσό στο ΦΠΑ και συνεπώς, η αναφορά στο Τεκ.1 ότι το επίδικο ποσό προέρχεται από δάνειο για το σκοπό αυτό, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επετράπη στην υπεράσπιση να προωθήσει αυτή τη γραμμή υπεράσπισης, αφ' ενός εφόσον η εγκυρότητα του Τεκ.1 ως γραμματίου συνήθους τύπου αμφισβητείτο και αφ' ετέρου επειδή προβάλλετο η υπεράσπιση της απάτης. Δεν παραγνωρίζεται όμως ότι σύμφωνα με το άρθρο 80 Κεφ. 149, σε κάθε δικαστικό µέτρο που λαμβάνεται βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, αν αποδειχθεί ότι όντως πρόκειται για τέτοιο γραμμάτιο, το περιεχόμενο του συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό και το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του (βλ. Raif v Dervish
(1971)1 C.L.R. 158 καθώς και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733 και Λεωνίδου ανωτέρω). Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, η OUNO δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στο ΦΠΑ αναφορικά με το διαμέρισμα αντικείμενο του Τεκ.2 και ότι η μη ανάληψη κατοχής του εν λόγω διαμερίσματος, δεν δημιούργησε φορολογικό σημείο ώστε να ζητηθεί από πλευράς ΦΠΑ οποιαδήποτε φορολογική βεβαίωση η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Προκύπτει περαιτέρω ότι, παρά τις ενέργειες του μ. Κλεάνθους για να διορίσει το ΜΥ4 ως λογιστή της OUNO, τελικά αυτό δεν έγινε και κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε ο ΜΥ4 αλλά ούτε και ο ΜΥ5 ενεργούσαν ως λογιστές της εταιρείας. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω μάρτυρες είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια ως ανεξάρτητα πρόσωπα στην υπόθεση και τη μαρτυρία τους, την οποία έχω συνοψίσει αμέσως πιο πάνω και η οποία παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη, την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και κάμνω ανάλογα ευρήματα. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την ουσία των επίδικων ισχυρισμών. Ξεκινώντας πρώτα από το κατά πόσο το επίδικο Τεκ.1 υπογράφτηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων, παρατηρώ τα εξής. Σύμφωνα με την παρ. 3 της υπεράσπισης, το Τεκ.1 δεν υπογράφτηκε στη παρουσία δύο μαρτύρων ως αντίθετα ισχυρίστηκε η πλευρά του ενάγοντα. Σύμφωνα με τις σχετικές υποβολές που τέθηκαν στους μάρτυρες του ενάγοντα κατά την αντεξέταση τους από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης, η θέση τους ότι οι υπογραφές μαρτύρων στο Τεκ. 1 είναι της Μωυσίδου και της ΜΕ2, δεν αμφισβητήθηκε. Αυτό που αμφισβητήθηκε και αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης μέχρι εκείνου του σημείου, ήταν μόνο ότι τα δύο αυτά πρόσωπα, δεν ήταν παρόντα κατά την υπογραφή του Τεκ.1 από την εναγόμενη και ότι οι υπογραφές τους τέθηκαν μεταγενέστερα και όχι στην παρουσία αλλήλων. Αυτή όμως η θέση της υπεράσπισης άλλαξε ριζικά όταν κατέθεσε η εναγόμενη. Σύμφωνα με την τελευταία, τη συγκεκριμένη μέρα, όντως υπέγραψαν ενώπιον της στο Τεκ.1 δύο πρόσωπα ως μάρτυρες, μετά που υπέγραψε εκείνη. Το ένα μάλιστα, σύμφωνα με την εναγόμενη, ήταν η Μωυσίδου, «η κοπέλα του Αντώνη», η οποία και είχε ετοιμάσει το Τεκ.
- Το άλλο πρόσωπο, απ' ότι νομίζει η εναγόμενη, ήταν η μεσίτρια η Αγγέλα. Η πιο πάνω ρητή παραδοχή της εναγόμενης ότι το Τεκ.1 όντως το υπέγραψαν στην παρουσία της ταυτόχρονα δύο πρόσωπα, σφραγίζει την τύχη της επί του προκειμένου θέσης της υπεράσπισης, εφόσον η ταυτότητα των εν λόγω μαρτύρων, καθίσταται πλέον ακαδημαϊκό θέμα. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ρητή θέση της εναγόμενης ως προς το ότι κατά τον επίδικο χρόνο της υπογραφής του Τεκ.1, παρούσα ήταν και η Μωυσίδου, η οποία όχι μόνο είχε ετοιμάσει το εν λόγω έγγραφο αλλά και το υπέγραψε ως μάρτυρας ενώπιον της, επιβεβαιώνει την επί του προκειμένου εκδοχή τόσο του ενάγοντα όσο και της ΜΕ
- Πρόσθετα τούτου, η λεπτομερής περιγραφή που έδωσε η ΜΕ2 αναφορικά με τα όσα βίωσε κατά τον επίδικο χρόνο ως προς το χώρο, χρόνο και άτομα που βρίσκονταν στα γραφεία της OUNO τη συγκεκριμένη μέρα, επιβεβαιώνεται και από την ίδια την εναγόμενη. Η ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι παρόντες στα γραφεία της OUNO τη δεδομένη στιγμή ήταν, πέραν της εναγομένης, του ενάγοντα, του μ. Κλεάνθους και της Μωυσίδου, ακόμη «ένας κύριος και μια κυρία», οι οποίοι συνόδευαν την εναγόμενη και ότι αυτή η «άλλη κυρία», υπέγραψε ως μάρτυρας στο Τεκ.
- Σύμφωνα με την εναγόμενη, στα γραφεία της OUNO τη συγκεκριμένη μέρα την είχαν πάρει δύο πρόσωπα, οι μεσίτες Φύτος και Αγγέλα και η τελευταία, η οποία είχε αναλάβει τα συμβόλαια, υπέγραψε ως μάρτυρας στο αγοραπωλητήριο Τεκ.
- Παρούσα τη δεδομένη στιγμή, ήταν σύμφωνα με την εναγόμενη, και η Μωυσίδου, η οποία μάλιστα υπέγραψε και ως μάρτυρας στο Τεκ.
- Πώς επομένως θα μπορούσε η ΜΕ2 να γνωρίζει όλες αυτές τις λεπτομέρειες που ανέφερε, αν δεν ήταν όντως παρούσα κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα; Τη μαρτυρία της ΜΕ2 επομένως, η οποία επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που κατατέθηκε αλλά και από την ίδια την εναγόμενη, σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που μου έκαμε η μάρτυρας ενώ κατέθετε, την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Ομοίως αποδέχομαι ως αξιόπιστη και τη μαρτυρία του ενάγοντα, ο οποίος μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, απαντώντας με ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, χωρίς η μαρτυρία του να κλονιστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Όπως άλλωστε ανέφερα και πιο πάνω, ένα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του ως προς το τι έλαβε χώρα κατά την συγκεκριμένη μέρα στα γραφεία της OUNO, εν τέλει επιβεβαιώθηκε και από την ίδια την εναγόμενη. Όσον αφορά το γεγονός ότι η OUNO τελικά δεν φαίνεται να κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στο ΦΠΑ ή στο Φ. Σαββίδη σε σχέση με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με την εναγόμενη, δεν θεωρώ ότι αυτό πλήττει την αξιοπιστία του ενάγοντα με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά πρώτο, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΥ2, όταν η Υπηρεσία ΦΠΑ, διεξήγαγε επιτόπιο έλεγχο στις οικοδομές της OUNO και δεν διαπίστωσε το επίμαχο διαμέρισμα να κατέχεται από οποιοδήποτε τρίτο, έκρινε ότι δεν είχε δημιουργηθεί φορολογικό σημείο ώστε να χρειαστεί να ζητηθεί η προσκόμιση οποιασδήποτε βεβαίωσης ή η καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Το ότι τελικά η εναγόμενη δεν ανέλαβε ούτε κατοχή αλλά ούτε και ιδιοκτησία του εν λόγω διαμερίσματος, το δήλωσε και η ίδια. Κατά δεύτερο, ουδέποτε ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ενεπλάκη στην καταβολή του επίδικου ή οποιουδήποτε ποσού στο ΦΠΑ. Ήταν ρητή η θέση του ότι τα καθήκοντα του ιδίου περιορίζονταν στις οικοδομές ενώ τα λογιστικά της εταιρείας, ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του μ. Κλεάνθους. Δεν τον ενδιέφερε τι έκανε ο μ. Κλεάνθους με τα λογιστικά της εταιρείας εφόσον ο ίδιος δεν είχε γνώσεις περί αυτών των θεμάτων και το μ. Κλεάνθους το θεωρούσε «...ίσιο άνθρωπο...». Το θέμα πληρωμής του ΦΠΑ από την OUNO ήταν θέμα της αποκλειστικής αρμοδιότητας του μ.Κλεάνθους ενώ η μόνη εμπλοκή του ιδίου με την εναγόμενη για την παρούσα υπόθεση, ήταν για να της δανείσει τα χρήματα που χρειαζόταν. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την αντεξέταση του, «...δε γνωρίζω τι έκαμε ο Κλεάνθους, εγώ έδωκα της τις €21.000, υπόγραψε το γραμμάτιο και έφυγα ... εν ξέρω αν ο Κύρος (Κλεάνθους) έδωσε απόδειξη, μπορεί και να έδωσε, εγώ εν το έλεγξα ... τούτα ήταν θέμα λογιστή που εγώ δεν καταλάβω ... τι με ρωτάς τι έκαμε ο Κύρος (Κλεάνθους) με το Σαββίδη ... εμένα η δουλειά μου ήταν οι οικοδομές, ο Κύρος (Κλεάνθους) έκαμνε τα λογιστικά ... ο καθένας είχε το πόστο του ...». Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΥ4 και ΜΥ5, οι οποίοι ανέφεραν ότι το μόνο πρόσωπο που γνώριζαν από την OUNO και έτυχε να είχαν επαφή μαζί του για λογιστικά θέματα, ήταν το μ. Κλεάνθους. Στη βάση των πιο πάνω επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ενάγοντα ως αξιόπιστη. Διεξήλθα τη μαρτυρία της εναγόμενης με την ίδια προσοχή. Παρατηρώ τα εξής: Όπως σημειώνω πιο πάνω αναφορικά με την εκδοχή που προβλήθηκε από πλευράς υπεράσπισης σε σχέση με το ποιοι και πότε υπέγραψαν το επίδικο Τεκ.1, η όλη εκδοχή της εναγόμενης κατά τη μαρτυρία της, ήταν σε πλήρη αντίθεση τόσο με το δικόγραφο της όσο και με τις υποβολές του συνηγόρου της κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντα. Από τη μια το δικόγραφο της υπεράσπισης αναφέρει ότι το Τεκ.1 δεν υπεγράφη στην παρουσία δύο μαρτύρων. Από την άλλη, η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι τελικά όντως υπεγράφη ενώπιον της από δύο μάρτυρες πλην όμως δεν ήταν ακριβώς αυτοί που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας. Ο συνήγορος της υπέβαλε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντα ότι αν και οι υπογραφές επί του Τεκ.1 είναι της Μωυσίδου και της ΜΕ2 εντούτοις αυτές δεν ήταν παρούσες κατά την υπογραφή του από την εναγόμενη. Η τελευταία όμως ισχυρίστηκε ότι τελικά η Μωυσίδου ήταν παρούσα και ότι η άλλη υπογραφή δεν είναι της ΜΕ2 αλλά μάλλον της μεσίτριας που ήταν μαζί της. Η διάσταση και αντίθεση που παρατηρείται μεταξύ της δια ζώσης μαρτυρίας της εναγόμενης από τη μια και των θέσεων που προωθήθηκαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντα και του ίδιου του δικογράφου της από την άλλη, είναι έκδηλη. Καθιστά δε ακροσφαλή τη μαρτυρία της και έκθετη σε απόρριψη. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, ούτε η θέση της εναγόμενης ως προς το ότι εξαπατήθηκε από τον ενάγοντα για να υπογράψει το Τεκ.1 πείθει. Κατά πρώτο, σύμφωνα με την εναγόμενη, ο ενάγοντας ουδέποτε ενεπλάκηκε στην απόφαση της να συνάψει συμφωνία με την OUNO. Αυτό έγινε κατόπιν προτροπής των δικών της μεσιτών ήτοι του Φύτου και της Αγγέλας, με την τελευταία μάλιστα να αναλαμβάνει και τα συμβόλαια. Καμία σχέση ή άλλως πώς σύνδεση καταδείχτηκε να υπάρχει μεταξύ ενάγοντα και των δύο μεσιτών, οι οποίοι, σύμφωνα πάντα με την εναγόμενη, ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο μαζί της κατά την υπογραφή των Τεκ.1 και 2 και διαχειρίστηκαν τις συμφωνίες που θα υπογράφονταν. Πώς μπορεί επομένως να ευσταθεί ο ισχυρισμός της ότι ο ενάγοντας «πέτυχε» να την ξεγελάσει ως προς την πραγματική σημασία του Τεκ.2 και να της παρουσιάσει, ψευδώς ως αυτή ισχυρίστηκε, ότι επρόκειτο απλά για μια απόδειξη χρημάτων; Κατά δεύτερο, σύμφωνα με την εναγόμενη, την όλη διευθέτηση με την OUNO την έκαναν οι μεσίτες της. Η ίδια, ως ισχυρίστηκε εμμέσως πλην σαφώς, τελούσε υπό σύγχυση κατά τον ουσιώδη χρόνο λόγω του εγκεφαλικού που είχε πρόσφατα υποστεί ο σύζυγος της και καμία προηγούμενη επαφή είχε με τον ενάγοντα ή με την OUNO, στα γραφεία της οποίας ισχυρίστηκε ότι πήγε για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα και δεν γνωρίζει καν που είναι. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ούτε καν που είναι το διαμέρισμα που συμφώνησε να αγοράσει δεν ξέρει. Τα δε έγγραφα που υπέγραψε, ισχυρίστηκε ότι δεν τα διάβασε καθόλου και μόνο όταν «... έδειξα τα χαρτιά στον δικηγόρο τζιαι είπε μου ότι έννεν εντάξει...» αποφάσισε να μην προχωρήσει με τη συμφωνία αφού άλλωστε «...ήδη έχτισα σπίτι εγώ και δεν ήθελα το διαμέρισμα...». Πάρα τους πιο πάνω ισχυρισμούς της όμως, η εναγόμενη γνώριζε πλήρως κατά τον ουσιώδη χρόνο το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραφε, ήτοι ότι «ήταν να κάμουμε αλλαγή οικοπέδου με το διαμέρισμα ... (αξίας) €140.000», και ειδικότερα γνώριζε και αντιλαμβάνετο πλήρως, ότι με την υπογραφή του Τεκ.1, δήλωνε «...ότι χρωστώ 21.000 λεφτά στον Αντώνη Αντωνίου...». Κατά τρίτο, το τελευταίο πράγμα που θα αναμένετο από κάποιον που τον παίρνουν από το σπίτι του στη μέση της νύχτας δύο μεσίτες και τον οδηγούν υπό καθεστώς σύγχυσης στα γραφεία κάποιων αγνώστων για να αγοράσει ένα διαμέρισμα που μόνο μια φορά είδε και που δεν ξέρει που είναι, γνωρίζοντας όμως περί τίνος πρόκειται και ιδιαίτερα ότι δεν χρειάζετο να καταβάλει οποιαδήποτε λεφτά για το διαμέρισμα αφού θα το αντάλλασσε με ένα δικό του οικόπεδο και τελικά να του ζητείται από αυτούς τους αγνώστους, άνευ λόγου και αιτίας, να υπογράψει ότι τους χρωστεί λεφτά, ως ισχυρίστηκε η εναγόμενη ότι έγινε, είναι να προχωρεί και να συμφωνεί με αυτό που του ζητείται, πλήρως αντιλαμβανόμενος τι είναι αυτό που υπογράφει χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση ή υποψία. Αν μη τι άλλο, εύλογα θα αναμένετο ότι μια τέτοια εξέλιξη, θα δημιουργούσε προβληματισμό και όχι μια άνευ συζήτησης συμφωνία και αποδοχή υπογραφής ενός τέτοιου εγγράφου. Η εκδοχή επομένως της εναγόμενης δεν μπορεί ούτε να σταθεί στη βάσανο της λογικής. Για τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορώ να δεχτώ την εκδοχή της εναγόμενης και την απορρίπτω. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ως τα περιέγραψε ο ενάγοντας και η ΜΕ2 και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Βρίσκω επίσης ότι το Τεκμήριο 1 υπεγράφη από την εναγόμενη στην παρουσία δύο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι επίσης υπέγραψαν στην παρουσία αλλήλων. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η θέση της υπεράσπισης ότι το Τεκμήριο 1 δεν συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου, περιορίζεται αυστηρά και αποκλειστικά στη θέση ότι αυτό δεν υπογράφτηκε ενώπιον δύο μαρτύρων, ενώ δεν αμφισβητείται ότι κατά τ' άλλα το εν λόγω Τεκμήριο «...στην όψη του φέρει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται ώστε να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου», βρίσκω ότι το εν λόγω έγγραφο όντως συνιστά γραμμάτιο συνήθως τύπου εν τη εννοία του αρ. 78 Κεφ.
- Ως τέτοιο, συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι στις 19/5/10, η εναγόμενη υποσχέθηκε στον ενάγοντα όπως του καταβάλει «εις διαταγή του» το ποσό των €21.000 πλέον τόκο 5% ετησίως από 01/09/10 μέχρι εξόφλησης, ποσό το οποίο, ως η ίδια δήλωσε με την υπογραφή της, το έλαβε ως δάνειο. Παρεμβάλλω εδώ τη γνωστή αυθεντία Raif v Dervish
(1971)1 C.L.R. 158, όπου τέθηκε η πάγια αρχή ότι εκεί όπου αποδεικνύεται δεόντως υπογραμμένο και εκτελεσμένο γραμμάτιο συνήθους τύπου, ακόμη και αν ήθελε αποδειχθεί ότι ο φερόμενος δανειστής, ουδέποτε έδωσε χρήματα στον οφειλέτη ως αναφέρεται στο γραμμάτιο, αυτό είναι άσχετο και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό για να πλήξει την εγκυρότητα του γραμματίου «...no cash passing from creditor to debtor . (is) a fact immaterial and inadmissible in law against such bond ... in view of the provisions of section 80 of the Contract Law whereby the contents of such bond "shall be conclusive evidence of the facts therein stated".» Και να ευσταθούσε επομένως η θέση της εναγόμενης ότι ο ενάγοντας δεν της είχε δανείσει το επίμαχο ποσό, θέση την οποία έχω απορρίψει για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, αυτό δεν θα ήταν αρκετό για να πλήξει την εγκυρότητα του γραμματίου συνήθους τύπου που η πρώτη υπέγραψε προς όφελος του τελευταίου εφόσον «...she acknowledged that she had received it from him, signing and delivering a bond in customary form, for the same amount, fully knowing its effect. Apart of actual knowledge in that respect the law presumes her to have known that in case of legal proceedings on such a bond, its contents "shall be conclusive evidence of the facts therein stated" (Section 80; Cap. 149).» (βλ. απόσπασμα της πρωτόδικης απόφαση στην Dervish ανωτέρω που υιοθετήθηκε με επιδοκιμασία από το Εφετείο). Τεκμαίρεται αμαχητί επομένως από το Νόμο, ότι η εναγόμενη γνώριζε πλήρως τις συνέπειες των ενυπόγραφων δηλώσεων της επί του γραμματίου, ήτοι ότι σε περίπτωση που ήθελαν εγερθούν νομικές διαδικασίες στη βάση του εν λόγω εγγράφου, τα όσα αναφέρονται εκεί, συνιστούν αμάχητη απόδειξη του τι έλαβε χώρα μέχρι και την υπογραφή του. Στην Dervish μάλιστα, ήταν κοινώς αποδεκτό ότι ο ενάγοντας ουδέποτε δάνεισε τον εναγόμενο χρήματα ως το εκεί επίδικο γραμμάτιο ανέφερε. Παρά ταύτα, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «In any case, the fact that no cash passed from the plaintiff to the (defendant) at the time—a fact never disputed by the plaintiff in this case—is, we think, inadmissible in law (in view of the provisions in section 80) against a bond in customary form, duly signed and delivered. Βρίσκω περαιτέρω ότι καμιά υπεράσπιση του Κεφ.148 δεν τυγχάνει εφαρμογής ως αντίθετα ισχυρίστηκε η εναγόμενη. Άλλωστε, ως η ίδια ισχυρίστηκε, γνώριζε πλήρως κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι με το έγγραφο που υπέγραφε, δήλωνε ρητά ότι όφειλε προσωπικά να πληρώσει στον ενάγοντα το επίδικο ποσό. Καμία επομένως απάτη ή ψευδής παράσταση δεν έχει αποδειχτεί να έγινε εις βάρος της, η οποία να συντέλεσε στην υπογραφή και έκδοση του επίδικου γραμματίου. Βρίσκω τέλος ότι συνεπεία της μη εξόφλησης του χρέους της προς τον ενάγοντα, ως η πρώτη είχε υποσχεθεί με το Τεκ.1, η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα πλήρως το ποσό των €21.000 με τους εκεί αναφερόμενους τόκους, πλέον όλα τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα που έχουν προκύψει συνεπεία της μη εξόφλησης του γραμματίου (βλ. μεταξύ άλλων Λεωνίδου και Χατζηβασιλείου ανωτέρω καθώς και Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Τάκης Νεοφύτου κ.α. ECLI:CY:AD:2017:A251, Π.Ε. αρ.292/2011, 7/7/2017, Αντώνης Σαλαχώρη ν. Αργυρούλλα Παναγιωτίδου ECLI:CY:AD:2016:A129, Π.Ε. αρ.257/2010, 1/3/2016, Κουτσοκούμνης Μάριος ν. Μιχάλη Ζήνωνος
(2003)1 ΑΑΔ 583 και Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483). Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον της εναγόμενης στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για το πόσο των €21.000 πλέον τόκο 5% από 01/09/10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον νόμιμο τόκο από καταχώρησης της αγωγής, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου [1] "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο