Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ ν. Παναγιώτη Κυριάκου Ματθαίου κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 65/2017, 17/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A135 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 65/2017 Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και
- Παναγιώτη Κυριάκου Ματθαίου,
- Ανδρούλας Παπαπανάρετου Χριστοδούλου και Αναφορικά με την απόφαση Διαιτησίας αρ.4, ημερομηνίας 20.01.2017 και Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 και Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και Αναφορικά με την Αίτηση των
- Παναγιώτη Κυριάκου Ματθαίου και
- Ανδρούλας Παπαπανάρετου Χριστοδούλου Αιτητών και Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 17 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Η κα Κάτια Παφίτη για Σ.Α. Θωμά Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση: Η κα Δέσποινα Χατζηδημήτρη Καρά για Αντώνη Κ. Καρά Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απόφαση μου αυτή αφορά αίτηση με την οποία οι Αιτητές αιτούνται την έκδοση διατάγματος και/ή απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η απόφαση που εκδόθηκε σε Διαιτησία που διεξήχθη στις 20.01.2017 η οποία παραδόθηκε στον Αιτητή 1 στις 06.02.2016 και στην Αιτήτρια 2 στις 04.02.
- Η αίτηση βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (Ν.22/1985)άρθρα 2, 52, 53, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 78 και 79, στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρο 2, 20
(1),
(2)και 30, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 και Δ.49, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση υποστηρίζονται σε ένορκη δήλωση της κας Ανδρούλας Παπαπανάρετου Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό, ημερομηνίας 24.02.
- Η κα Ανδρούλα Παπαπανάρετου Χριστοδούλου ισχυρίζεται στην ένορκο δήλωση της τα ακόλουθα: «
- Είμαι η Αιτήτρια αρ.2 στην Αίτηση με τον ως άνω αριθμό και τίτλο και ως εκ τούτου γνωρίζω καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προβαίνω δε στην παρούσα ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των πιο κάτω ισχυρισμών μου.
- Εναντίον μας εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 20/01/2017, συμμετείχαμε δε στη διαδικασία της διαιτησίας κατόπιν κλήτευσης.
- Η διαφορά μας με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Καθ' ων η Αίτηση, παραπέμφθηκε σε διαιτησία ενώπιον του Διαιτητή κ. Δημόκριτου Αριστείδου, αναφορικά με ληξιπρόθεσμο δάνειο το οποίο οφείλαμε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ.
- Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α', το έγγραφο ημερομηνίας 26/08/2016, με το οποίο ενημερωθήκαμε για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και για τον καθορισμό ημερομηνίας για ακρόαση της υπόθεσης στις 26/09/
- Η διαδικασία της διαιτησίας έλαβε χώρα εξ ολοκλήρου στο γραφείο του Διαιτητή στη Λεμεσό και μετά την περάτωση της ο Διαιτητής εξέδωσε την απόφαση του στις 20/01/
- Έλαβα γνώση του περιεχομένου της εν λόγω απόφασης στις 04/02/2017 και ο Αιτητής 1 στις 06/02/2017, όταν παραλάβαμε αυτήν κατόπιν επιδόσεως στη διεύθυνση μας. Ως Τεκμήριο Β' επισυνάπτεται η απόφαση διαιτησίας ημερομηνίας 20/01/
- Από τους Καθ' ων η Αίτηση λάβαμε στις 08/09/2008 δάνειο ύψους €172.900,
- Ουδέποτε λάβαμε από τους Καθ' ων η Αίτηση οποιονδήποτε επιστολή με την οποία μας καλούσαν όπως καταβάλουμε σ' αυτούς οιονδήποτε οφειλόμενο ποσό, πλέον τόκους, ούτε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα προέβαιναν στην λήψη μέτρων για έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον μας.
- Σε διάφορες ημερομηνίες, καταβάλαμε στους Καθ' ων η Αίτηση, διάφορα ποσά προς εξόφληση του δανείου μας. Στη συνέχεια διαπιστώσαμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση υπερχρέωναν το δάνειο και προέβαιναν σε ανατοκισμό του χρέους, με αποτέλεσμα να μας δημιουργηθεί αμφιβολία ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού δανείου. Ως εκ των ανωτέρω και συνεπεία οικονομικών και άλλων προβλημάτων που ενέκυψαν, αξιώσαμε από αυτούς, όπως προβούν σε λογιστικό έλεγχο των χρεώσεων και πιστώσεων.
- Πλην των ως άνω, ζητήσαμε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως μετά την επανεξέταση του δανείου, αποδεχτούν μείωση της μηνιαίας δόσης που καταβάλλαμε.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση, απέρριψαν προφορικά τα εν λόγω αιτήματα μας. Στη συνέχεια ζητήσαμε όπως τοποθετηθούν επ' αυτών γραπτώς. Αντ' αυτού οι Καθ' ων η Αίτηση χωρίς οποιανδήποτε προειδοποίηση προχώρησαν στην παρούσα διαδικασία.
- Στη συνέχεια και αφού οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τα ως άνω αναφερόμενα, συνέχισαν να αξιώνουν ποσό ύψους €226.003,61 πλέον τόκους προς 8% ετησίως από 01/01/2016 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον τόκο υπερημερίας προς 3%.
- Η έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας καθορίστηκε στις 26/09/2016 όπου παρεβρεθήκαμε και συμμετείχαμε σ' αυτήν όλοι οι Αιτητές, με Διαιτητή τον κ. Δημόκριτο Αριστείδου, για το ποσό των €226.003,
- Στη διαδικασία ενέμενα στους ισχυρισμούς μου αμφισβητώντας το αξιούμενο ποσό ως υπέρογκο και/ή υπερβολικό και/ή λανθασμένο και/ή ότι ο τρόπος που υπολογίστηκε ήταν παράνομος, καθότι σε αυτόν συμπεριλήφθηκαν τόκοι πέραν των νόμιμων τόκων.
- Εν όψει των όσων αναφέρω ανωτέρω και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, η απόφαση του Διαιτητή είναι λανθασμένη και πάσχει νομικά και ο Διαιτητής χειρίστηκε λανθασμένα την υπόθεση και η διαιτησία διεξήχθη παράνομα, η δε απόφαση εκδόθηκε παράτυπα.
- Συγκεκριμένα ο Διαιτητής προχώρησε στην παρούσα διαδικασία και εξέδωσε την απόφαση του, αγνοώντας τους ισχυρισμούς μας και/ή δεν εξέτασε ορθά και σφαιρικά τα καταβληθέντα στους Καθ' ων η Αίτηση ποσά, ο δε τρόπος που υπολογίστηκε το οφειλόμενο ποσό ήταν παράνομος, καθότι σε αυτόν περιλήφθηκαν τόκοι πέραν των νόμιμων τόκων.
- Ως εκ τούτου ο Διαιτητής λανθασμένα και/ή λόγω κακού χειρισμού και/ή παράτυπα προχώρησε και επιδίκασε προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση ποσό ύψους €197.079,
- Ο Διαιτητής κατά παράβαση κάθε αρχής δικαίου επεδίκασε οφειλόμενο ποσό ύψους €197.079,62 πλέον τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 01/01/2014 μέχρι 09/09/2014 και προς 7,75% ετησίως από 10/09/2014 μέχρι τελείας εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης εκάστη 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, πλέον τα έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας, τα έξοδα του δικηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση, πλέον τα έξοδα του διαιτητή, πλέον Φ.Π.Α και νόμιμους τόκους επ' αυτών από την έναρξη της διαδικασίας. Περαιτέρω και/ή κατά παράβαση των εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος εξέδωσε διάταγμα πώλησης σε δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου των Αιτητών.
- Περαιτέρω το πόρισμα του Διαιτητή δεν είναι αιτιολογημένο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και ούτε έχουν τηρηθεί πρακτικά της διαιτησίας για να είναι σε θέση να αποφασίσει το σεβαστό Δικαστήριο εάν η διαδικασία που τηρήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση ήταν ορθή και δίκαιη και προς τις δύο πλευρές. Το μη αιτιολογημένο πόρισμα του Διαιτητή και η έλλειψη πρακτικών συνιστούν κακοδικία και παράβαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος.
- Εν όψει των πιο πάνω αληθώς πιστεύω ότι η συμπεριφορά του Διαιτητή ήταν απαράδεκτη και μεροληπτική, η δε απόφαση του παράτυπη.
- Ως εκ τούτου και εν όψει των ανωτέρω αναφερομένων, εξαιτούμαι την ακύρωση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον μας. » Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
- Οι Εφεσείοντες/ Αιτητές με την παρούσα Έφεση τους αποσκοπούν αποκλειστικά στην καθυστέρηση πληρωμής και/ή αποφυγή πληρωμής των υπ' αυτών οφειλομένων ποσών και/ή την παρεμπόδιση απονομής της δικαιοσύνης.
- Δεν συντρέχουν εύλογοι ή και νομικοί λόγοι δυνάμει του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και/ή πραγματικοί λόγοι που να συνηγορούν στην έγκριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Έφεσης και/ή στην έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου η Διαιτητική Απόφαση να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και περαιτέρω δεν πληρείται και/ή ούτε απεδείχθη ότι πληρείται οποιαδήποτε εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4 για παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης.
- Η καταχωρηθείσα Αίτηση/Έφεση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή φέρει και/ή αναφέρεται και/ή στηρίζεται πάνω σε ελλιπή νομική βάση καθ' όλα σχετική και αναγκαία υπό τις περιστάσεις ως εκ τούτου είναι καθ' όλα εξ υπαρχής άκυρη και ως τέτοια δεν δύναται να προχωρήσει και/ή εκδικαστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Οι Εφεσείοντες - Αιτητές, παρόλο που κλητεύθηκαν και/ή ειδοποιήθηκαν δεόντως και/ή νομότυπα και/ή έγκαιρα και/ή έγκυρα να παρουσιαστούν στη διαιτησία, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την παρούσα Έφεση διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 20/01/2017 (εν τοις εφεξής καλουμένης ως η «Διαιτητική Απόφαση»), δεν καταχώρισαν υπεράσπιση ή και παραιτήθηκαν του δικαιώματός τους και ως εκ τούτου εμποδίζονται και/ή κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς και/ή λόγω εγγράφων (ESTOPPEL BY DEED) και/ή των λόγω πράξεων τους να προβάλλουν και/ή εγείρουν, εκ των υστέρων, οποιουσδήποτε λόγους για την ακύρωση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης, λόγους τους οποίους όφειλαν να προβάλλουν και/ή εγείρουν και/ή δικογραφήσουν κατά τον χρόνο και/ή κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας.
- Η διαδικασία διαιτησίας και η συνεπακόλουθη έκδοση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης ήταν καθόλα νόμιμη και/ή έγκυρη και κατά την διεξαγωγή της τηρήθηκαν και/ή ακολουθήθηκαν όλες οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης, του Περί Διαιτησίας Νόμου και/ή του Συντάγματος.
- Η απόφαση του Διαιτητή είναι από όλες τις απόψεις νόμιμη και έγκυρη και είναι σε πλήρη συνάρτηση και συμφωνία με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και Θεσμούς ως και τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας.
- Η Διαιτητική Απόφαση δεν είναι παράτυπη και πληροί όλες τις προϋποθέσεις που θέτει η Νομοθεσία και η Νομολογία.
- Ο Διαιτητής έλαβε υπόψη όλη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, γραπτή και/ή προφορική και, αφού ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε η απαίτηση των Εφεσιβλήτων, προχώρησε επί τη βάση αυτής στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων, που ήταν ορθά.
- Καμία πλάνη περί το νόμο και/ή τα πραγματικά γεγονότα υπήρξε κατά την διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας σε βάρος των Εφεσειόντων - Αιτητών και ως εκ τούτου η Διαιτητική Απόφαση είναι από όλες τις απόψεις ορθή και βασισμένη στα πραγματικά, αληθή και αναντίλεκτα γεγονότα που είχε ενώπιον του ο Διαιτητής επί τη βάση των οποίων στηρίχθηκε για να εκδώσει τη Διαιτητική Απόφαση.
- Ο Διαιτητής άσκησε τα καθήκοντα του επιμελώς και υπεύθυνα και συμμορφούμενος πλήρως με τους δικονομικούς και νομικούς κανονισμούς και θέσμια, τα οποία απαιτεί και προστάζει το καθήκον και το αξίωμα του διαιτητή.
- Οιαδήποτε τυχόν ένσταση των Εφεσειόντων - Αιτητών ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης και/ή της άσκησης των καθηκόντων του Διαιτητή θα έπρεπε να εγερθεί κατά τον χρόνο και/ή κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας και όχι σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο και/ή στο στάδιο της Έφεσης.
- Ο Διαιτητής αξιολόγησε ορθά όλην την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, η οποία ουδέποτε αντικρούστηκε από τους Εφεσείοντες - Αιτητές και ενήργησε περαιτέρω μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών της δικαιοσύνης και/ή της φυσικής δικαιοσύνης και προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης.
- Η Διαιτητική Απόφαση ήταν και/ή είναι το αποτέλεσμα ορθής και/ή δέουσας καθοδήγησης του Διαιτητή αναφορικά με όλα τα επίδικα και/ή πραγματικά θέματα, έχει πλήρη νομική ισχύ καθώς εκδόθηκε με πλήρη νομιμότητα από το νόμιμα διορισμένο προς εκδίκαση της διαφοράς διαιτητή και ως εκ τούτου είναι απόλυτα ορθή.
- Η Διαιτητική Απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και/ή κανονική και/ή ορθή και δεν υπήρξε προϊόν παρανόμου τοκισμού και/ή ανατοκισμού και/ή παράνομων χρεώσεων, εν πάση δε περιπτώσει το στάδιο αυτό δεν είναι το πρέπον ούτε και το κατάλληλο όπως επίσης δεν είναι αρμόδιο το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο θέμα, το οποίο θα έπρεπε να εγερθεί στο στάδιο της διεξαγωγής της διαδικασίας διαιτησίας και να εξεταστεί από το Διαιτητή.» Η ένσταση βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (Ν. 22/1985) ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 1, 2, 52 και 53, στον περί Διαιτησίας Νόμο (Κεφ. 4) άρθρα 2, 20 και 24, στον Ν. 14/60 άρθρα 29-32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40, Δ.48 και Δ.49, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην πρακτική και τις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου και τις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων παραμερισμού/ ακύρωσης διαιτητικών αποφάσεων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Φίλιππος Βακανάς, υπάλληλος των Εφεσιβλήτων - Καθ' ων η αίτηση. Ο κ. Φ. Βακανάς υποστηρίζει τα ακόλουθα στην ένορκη δήλωση του: «
- Είμαι υπάλληλος των Εφεσιβλήτων - Καθ'ών η Αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς δια να προβώ εις την παρούσα ένορκη δήλωση.
- Οτιδήποτε αναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωσή μου το γνωρίζω εξ ιδίας γνώσεως και οτιδήποτε δεν γνωρίζω εγώ ο ίδιος προσωπικά, αναφέρω την πηγή της πληροφόρησής μου. Για τα νομικά σημεία δε, έχω λάβει τη συμβουλή του δικηγόρου των Εφεσιβλήτων - Καθ'ών η Αίτηση, κ. Χρίστου Καρά.
- Απορρίπτω στο σύνολό τους τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην δήλωση που υποστηρίζει την Αίτησή των Εφεσειόντων- Αιτητών, πλην όσων ρητά παραδέχομαι κατωτέρω.
- Εγείρω προδικαστικά ένσταση πως ο Αιτητής 1 δεν υποστηρίζει με ένορκη δήλωση την Αίτηση έφεσής του και για αυτό το λόγο η Αίτησή τους δέον όπως απορριφθεί ως απαράδεκτη.
- Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, είναι η θέση των Καθ'ών η Αίτηση πως η ενόρκως δηλούσα κ. Ανδρούλα Παπαναρέτου Χριστοδούλου δεν νομιμοποιείται να αναφέρει τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της για λογαριασμό ή και εκ μέρους του Αιτητή 1 καθότι δεν έχει τέτοια εξουσιοδότηση ως προς τούτο ή και δεν φαίνεται να έχει τέτοια εξουσιοδότηση.
- Παραδέχομαι τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια στις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτησή της.
- Σε σχέση με τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια στις λοιπές παραγράφους της ένορκης δήλωσής της που υποστηρίζει την ένστασή της αναφέρω τα ακόλουθα: 7.
- Κατά την 26/09/2016 όπου η διαιτητική διαδικασία ήταν πρώτη φορά ορισμένη ενώπιον του Διαιτητή κ. Δημόκριτου Αριστείδη, παρουσιάστηκε τόσο ο δικηγόρος εκ μέρους του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ κ. Χρίστος Καράς, όσο και όλοι οι χρεώστες, Αιτητές εις την παρούσα διαδικασία. 7.
- Όπως οι ίδιοι οι Αιτητές παραδέχονται, κλήθηκαν δεόντως για να παρουσιαστούν στην ενώπιον του Διαιτητή διαδικασία. 7.
- Ως εμφαίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επισυνάπτεται επί της Αιτήσεως των Αιτητών, οι χρεώστες με δήλωση της χρεώστιδας 2, παραδέχθηκαν πως έλαβαν το επίδικο δάνειο από τους δανειστές διατυπώνοντας προφορικά τον ισχυρισμό πως το αξιούμενο από τους δανειστές ποσόν ήταν υπερβολικό. Ωστόσο με δήλωσή τους την 12/10/2016, ως αυτή εμφαίνεται και πάλι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ανέφεραν πως δεν προτίθενται να καταχωρίσουν υπεράσπιση στην απαίτηση των δανειστών τους, Καθ'ών η αίτηση στην παρούσα Αίτηση. 7.
- Παρά το γεγονός τούτο, ήτοι της δήλωσης των Αιτητών ενώπιον του Διαιτητή πως δεν προτίθενται να καταχωρίσουν υπεράσπιση, ο ίδιος ο Διαιτητής στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του και ενεργώντας πάντοτε καλόπιστα με γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν εξέδωσε απόφαση ως η απαίτηση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, αλλά προέβη στην εξέταση νομικών και πραγματικών ζητημάτων τα οποία απέβησαν προς όφελος των οφειλετών - Αιτητών εις την παρούσα Αίτηση. Συγκεκριμένα ο Διαιτητής δεν επεδίκασε στους Καθ'ών η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση τις χρεώσεις για ασφάλεια ζωής, πλέον τους συμβατικούς τόκους επ' αυτών με αποτέλεσμα να εκδοθεί διαιτητική απόφαση για χρηματικό ποσόν μικρότερο από αυτόν το οποίο ζητούσε με την έκθεση απαίτησής του το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Καθ'ών η αίτηση στην παρούσα Αίτηση. Περαιτέρω ο Διαιτητής δεν επεδίκασε στους Καθ'ών η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση τόκος υπερημερίας προς 3 %. 7.
- Ενόψει των ανωτέρω, αποτελεί θέση μας πως εάν οι Εφεσείοντες- Αιτητές ήθελαν να τεθούν τα θέματα για παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις, ανατοκισμό του χρέους, τότε όφειλαν να καταχωρίσουν υπεράσπιση και να μην παραιτηθούν του δικαιώματός τους να υπερασπισθούν την απαίτηση εναντίον τους στην διαιτητική διαδικασία. 7.
- Εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Εφεσιβλήτων - Καθ'ών η Αίτηση, το έργο του Διαιτητή δεν είναι ανακριτικό. Ως εκ τούτου καμία νομική υποχρέωση δεν είχε ο Διαιτητής να εξετάσει ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, οι οποίοι πρώτη φορά τίθενται σε αυτό το στάδιο, ενώ ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του Διαιτητή με καταχώριση υπεράσπισης και προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Παρά το γεγονός του ορισμού της διαιτητικής διαδικασίας σε διάφορες ημερομηνίες, οι Εφεσείοντες - Αιτητές δεν έθεσαν ενώπιον του Διαιτητή στοιχεία ή και έγγραφα και/ ή ουδέποτε καταχώρισαν υπεράσπιση επί της έκθεσης απαίτησης. 7.
- Οι Εφεσείοντες - Αιτητές επέδειξαν πλήρη αδιαφορία στην διαιτητική διαδικασία και τα όσα προβάλλουν σε αυτό το στάδιο αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις διότι εάν πράγματι είχαν υπεράσπιση ή εάν πίστευαν πως η διαδικασία διαιτησίας είναι παράτυπη, θα έθεταν τις θέσεις τους ενώπιον του Διαιτητή, κάτι που αμέλησαν και/ ή παρέλειψαν να πράξουν.
- Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Εφεσιβλήτων - Καθ'ών η Αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, η δε διαδικασία που ακολουθήθηκε από το Διαιτητή ήταν πλήρως εναρμονισμένη με τις νομοθετικές και νομολογιακές αρχές που καθορίζουν τα της διαδικασίας έκδοσης διαιτητικής απόφασης.
- Οι όλοι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων - Αιτητών που παρουσιάζουν με την ένορκη δήλωσή τους που υποστηρίζει την Αίτησή τους διαπνέονται από ασάφεια και αοριστία. Ως προς τούτο αναφέρω τα ακόλουθα: 9.
- Κανένα στοιχείο δεν παρουσιάζουν με το οποίο να εμφαίνεται πως το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ΛΤΔ υπερχρέωνε το δάνειο ή και προέβαινε σε παράνομο ανατοκισμό του χρέους. 9.
- Δεν επεξηγούν με ποιο τρόπο δημιουργείται αμφιβολία ως προς το ύψος του οφειλομένου ποσού. 9.
- Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάζουν με την οποία να φαίνεται πως ζήτησαν επανεξέταση του δανείου τους και μείωση της μηνιαίας δόσης που κατέβαλαν, από τους Καθ'ών η Αίτηση. 9.
- Καμία αναφορά δεν κάνουν, ούτε καν αμφισβητούν την παραδοχή τους, ως αυτή εμφαίνεται από τα πρακτικά διαιτησίας τα οποία οι ίδιοι επισυνάπτουν επί της Εφέσεως- Αιτήσεώς τους, πως κατά την πρώτη εμφάνιση τους στη διαδικασία διαιτησίας παραδέχθηκαν το χρέος τους ενώπιον του Διαιτητή και του δικηγόρου των Εφεσιβλήτων. 9.
- Καμία δικαιολογία δεν δίνουν ως προς την παραίτησή τους από το δικαίωμά τους να καταχωρίσουν υπεράσπιση επί της απαιτήσεως των Καθ'ών η Αίτηση, στο στάδιο της διαιτησίας.
- Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων - Αιτητών για δήθεν απουσία πρακτικών της διαδικασίας, είναι θέση μας πως είναι απορριπτέα. Τούτο διότι ως εμφαίνεται από την ίδια την απόφαση του διαιτητή, η οποία επισυνάπτεται επί της εφέσεως των Αιτητών, τα όσα διαδραματίστηκαν ενώπιον του καταγράφονται με λεπτομέρεια στο κείμενο της απόφασής του με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους καλώ το σεβαστό δικαστήριο να απορρίψει την Αίτηση έφεσης με έξοδα σε βάρος των Εφεσειόντων - Αιτητών.
- Η όλη συμπεριφορά των Εφεσειόντων - Αιτητών είναι τέτοια που αποτελεί εμφανή καταφρόνηση της διαιτητικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εφεσιβλήτων - Καθ'ών η Αίτηση.
- Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι και λέγω πως είναι αληθινά.» ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ούτε και ζητήθηκε η κλήτευση προς αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Η ακροαματική διαδικασία επομένως διεξήχθη στη βάση των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν σε γραπτό κείμενο. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και τις λαμβάνω υπόψη όπως και τη νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και όπου χρειαστεί στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα γίνει η ανάλογη παραπομπή σε αυτές. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Δυνάμει του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/1985), οι Συνεργατικές Εταιρείες είναι μεταξύ των προσώπων που δύναται να επιλύουν τις διαφορές με τα μέλη τους με Διαιτησία. Σε περίπτωση παραπομπής μιας διαφοράς από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών σε διαιτησία, η διαιτησία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε εν ισχύ Νόμου περί διαιτησίας, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ.
- Σχετικό επί τούτου είναι το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/1985 το οποίο αναφέρει πως: «(β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012» Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω ο Περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ.4 τυγχάνει εφαρμογής και η όποια δυνατότητα για ακύρωση διαιτητικής απόφασης παρέχεται και πάλι με βάση τις σαφείς και ανεπιφύλακτες διατάξεις της ίδιας Νομοθεσίας. Ο Περί Διαιτησίας Νόμος, θέτει περιορισμένους λόγους ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης, που δύναται να γίνει μόνο δυνάμει του άρθρου 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου το οποίο αναφέρει: «Εξoυσία για ακύρωση διαιτητικής απόφασης 20.-
(1)Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επιδεικvύει κακή συμπεριφoρά ή χειρίζεται κακώς τηv υπόθεση, τo Δικαστήριo δύvαται vα τov απoμακρύvει.
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία εξελίχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Το άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4, ο αντίστοιχος όρος της «κακής συμπεριφοράς» αναφέρεται ο όρος «misconduct» ο οποίος, ως έχει ερμηνευθεί σε σειρά αποφάσεων, μπορεί να αφορά την ηθική ή δεοντολογική συμπεριφορά του ιδίου του Διαιτητή, όπως η δωροδοκία ή η ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά, αλλά και τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (σχετικές είναι οι υποθέσεις Panicos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ.23, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, David Taylo & Son v. Barnett
(1953)1 W.L.R. 562). Στην υπόθεση A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006, αναφέρθηκε ότι: «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματος» ενώ «...παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα ...κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας». Σκοπός της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία είναι η ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της και ως εκ τούτου τα Δικαστήρια είναι απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες εκτός όπου η νομοθεσία παρέχει ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν είναι δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, (βλ. Russell on Arbitration 23η έκδοση, σελ. 375, παρ.7-056). Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει με φειδώ θέματα ακύρωσης ή παραμερισμού διαιτητικής απόφασης (σχετική είναι η υπόθεση Τσιμεντοποιεία Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 23). Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 AAΔ αναφέρθηκε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάρμοστη συμπεριφορά η λανθασμένη νομική ερμηνεία εγγράφου. Στην υπόθεση G.K.N. v. Matbro
(1976)2 Lloyd's Rep. 555 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "The weight of evidence and the inferences from it are essentially matters for the arbitrator. I do not think that the awards of arbitrators should be challenged or upset on the ground that there was not sufficient evidence or that it was too tenuous or the like. One of the very reasons for going to arbitration is to get rid of technical rules of evidence and so forth ".questions of evidence and discovery and so forth are essentially matters for the arbitrator: and not matters for the Court .". It is not right to remit awards for reconsideration of such matters. It has been said, "when it appears that an umpire allows to be given and acts upon evidence which is absolutely inadmissible and which goes to the very root of the question before him this court has ample jurisdiction to set aside the award on the ground of legal misconduct" but this has been disapproved in the Court of Appeal. Προκύπτει επίσης με βάση τα πιο πάνω ότι εσφαλμένη αξιολόγηση μαρτυρίας, που δεν οφείλεται σε παραβίαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, δεν συνιστά κακό χειρισμό της διαιτησίας. Ακόμα και λάθος του Διαιτητή, είτε νομικό είτε πραγματικό, πρέπει να εμφαίνεται στο πρόσωπο της διαιτητικής απόφασης για να μπορεί το Δικαστήριο να επέμβει. Στον Russel (ανωτέρω) στη σελίδα 447 αναφέρεται ότι: «There is no reason why an arbitrator who has not been asked to state on award in the form of a special case should on the face of this award give any reasons for any part thereof, whether the substantive part of or the costs part. An arbitrator categorically dismissed a counterclaim without giving reasons. Held that there was no error of law on the face of the award and that the award should not be remitted. Observed per McNair J., "If (an arbitrator) states on the face of the award a theory which shows that he has committed an error of law-and deciding the matter without any evidence is an error of law-then the award may be set aside or remitted on the ground of error of law on the face of the award. Alternatively, if it is suspected by either party that there is a danger that the arbitrator may be going to commit an error of law in his decision, he may be asked to state a case upon that matter. Lack of evidence can οnly properly be raised.either if the arbitrator in his award sets out the whole of the evidence and then states a conclusion which is not justified by the evidence, then it may be attacked on the ground of error of law on the face; or, alternatively, if it is thought that during the course of the hearing, the arbitrator may be acting without evidence, then you can ask him to state a case": Demolition & Construction Co Ltd v. Kent River Board
(1963)2 Lloyd's Rep.
- Where an arbitrator makes a mistake either in law or in fact in determining the matters referred, but such mistake does not appear on the face or the award, the award is good notwithstanding the mistake, and will not be remitted or set aside». Προκύπτει επίσης από τα πιο πάνω ότι σ' αυτού του είδους τις αιτήσεις το έργο του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται σε θέματα αξιολόγησης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Διαιτητού ούτε εγείρεται ζήτημα κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί ή μη τις θέσεις των μερών, ζητούμενο είναι μόνο το κατά πόσο η απόφαση αποκαλύπτει σφάλμα, νομικό ή πραγματικό ως αναφέρεται πιο πάνω. Η παρούσα αίτηση-Έφεσης είναι πρωτογενής διαδικασία με την έννοια ότι αυτή άρχισε την παρούσα διαδικασία. Το Άρθρο 30 του Περί Διαιτησίας Νόμου αναφέρει περαιτέρω πως: Διαδικαστικoί Καvovισμoί
- Ο Κυβερvήτης με τη συμβoυλή και βoήθεια τoυ Αρχιδικαστή δύvαται vα εκδίδει Διαδικαστικoύς Καvovισμoύς για τη ρύθμιση της πρακτικής και διαδικασίας και τov καθoρισμό τωv δικαιωμάτωv τα oπoία θα εισπράττovται αvαφoρικά με κάθε είδoυς διαδικασίες πoυ λαμβάvoυv χώρα με βάση τov Νόμo αυτό: Νoείται ότι μέχρις ότoυ εκδoθoύv τέτoιoι Καvovισμoί, εφαρμόζovται σε διαδικασίες με βάση τo Νόμo αυτό με τις αvαγκαίες πρoσαρμoγές oι περί Πoλιτικής Δικovoμίας Διαδικαστικoί Καvovισμoί και oπoιεσδήπoτε τρoπoπoιήσεις αυτώv. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ. v. Dynacon Limited
(1998)1 A.A.Δ. 1978, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιες του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.48. Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.» Στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1377 αποφασίστηκε ότι: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier K.G. [1989] 1(E) A.A.Δ. 750 και Louis Vuitton v. Dermosak Ltd and Orphanidou [1992] 1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης.» Από τα πιο πάνω προκύπτει με σαφήνεια πως εφόσον οι ισχυρισμοί των Αιτητών σε εναρκτήρια Αίτηση έχουν αμφισβητηθεί, επιβάλλεται σε αυτούς η υποχρέωση για προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Τούτο είναι απαραίτητο για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βαραίνει ενώ εναλλακτικά δύνανται απλά να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα των Καθ' ων η αίτηση ούτως ώστε με τον τρόπο αυτό να αμφισβητηθεί η εκδοχή που προβάλλεται στην Αίτηση. Πέραν βεβαίως των πιο πάνω αρχών που προκύπτουν από τις πιο πάνω αποφάσεις θα γίνει παραπομπή σε σχετική νομολογία κατά την εξέταση τους άλλων επί μέρους θεμάτων που έχουν θιγεί. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Όπως προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων ότι αποτελούν κοινά παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: Α. Την 26.08.2016 οι Αιτητές ενημερώθηκαν με γραπτή ειδοποίηση για την παραπομπή της διαφοράς τους που προέκυψε με τους Καθ' ων η Αίτηση, σε διαιτησία. Β. Η γραπτή ειδοποίηση επιδόθηκε στους Αιτητές 1 και 2 την 15.09.
- Γ. Την 26.09.2016 ορίστηκε η υπόθεση πρώτη φορά για οδηγίες ενώπιον του Διαιτητή Δ. Την 20.01.2017 εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση. Ε. Την 04.02.2017 επιδόθηκε η διαιτητική απόφαση στην Αιτήτρια
- ΣΤ. Την 06.02.2017 επιδόθηκε η διαιτητική απόφαση στον Αιτητή
- Σύμφωνα με το φάκελο του Δικαστηρίου η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε την 24.02.2017 δηλαδή εμπρόθεσμα εντός των 21 ημερών όπως προνοείται ενώ η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση καταχωρίστηκε την 08.06.
- Με τους λόγους ένστασης αμφισβητήθηκαν με την προβολή διαμετρικά αντίθετων ισχυρισμών οι λόγοι που προβλήθηκαν προς υποστήριξη της αίτησης. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους το είχαν οι Αιτητές. Επομένως όφειλαν ή και είχαν δικονομικό βάρος να παρουσιάσουν προφορική μαρτυρία ή έστω να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα σε σχέση με τη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Οι Αιτητές παρέλειψαν να το πράξουν. Οι ισχυρισμοί τους, ως αυτοί προβάλλονται στην Αίτηση τους, παρέμειναν αίολοι, αστήρικτοι και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι. Οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βαραίνει. Στη βάση αυτού του λόγου και μόνο η αίτηση έφεσης τους θα μπορούσε να απορριφθεί. Οι Εφεσείοντες - Αιτητές, παρόλο ότι κλητεύθηκαν και/ή ειδοποιήθηκαν δεόντως και/ή νομότυπα και/ή έγκαιρα και/ή έγκυρα να παρουσιαστούν στη διαιτησία, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση εντούτοις δεν καταχώρισαν υπεράσπιση ή και παραιτήθηκαν του δικαιώματος τους. Ως εμφαίνεται από την διαιτητική απόφαση, η οποία επισυνάπτεται επί της Αιτήσεως των Αιτητών, οι Αιτητές την 12.
- 2016 δήλωσαν (παρ. 2 της σελίδας 2 της επίδικης απόφασης), πως δεν προτίθενται να καταχωρήσουν οποιαδήποτε υπεράσπιση. Οιαδήποτε όμως υπεράσπιση ή ένσταση των Εφεσειόντων - Αιτητών ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης και/ή της άσκησης των καθηκόντων του Διαιτητή θα έπρεπε να εγερθεί κατά το χρόνο και/ή κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας και όχι σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο και/ή στο στάδιο της Έφεσης. Στην υπόθεση Ελένη Κούλλουρου v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1Β Α.Α.Δ. 987, η οποία αφορούσε έφεση εναντίον διαιτητικής απόφασης, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ' έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στη διαιτησία. ..................... Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Γι' αυτό άλλωστε τα άρθρα 19 και 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 δεσμεύουν το δικαστήριο και ρητά σηματοδοτούν αλλά και καθορίζουν τις εξουσίες που του παρέχονται. Και έχω ήδη αναφερθεί στην εμβέλεια των άρθρων αυτών και πώς η νομολογία και τα συγγράμματα ερμηνεύουν την εξουσία του δικαστηρίου.» Καθίσταται επομένως σαφές, πως το παρόν Δικαστήριο αδυνατεί ή και δεν μπορεί να εξετάσει ισχυρισμούς οι οποίοι έπρεπε να είχαν τεθεί εξ αρχής ενώπιον του Διαιτητή. Οι Αιτητές όφειλαν και μπορούσαν να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους τότε, κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας κάτι που παρέλειψαν να πράξουν. Η αόριστη έκφραση δυσπιστίας ή άρνηση του ύψους του χρέους δεν ήταν αρκετή. Επομένως και στη βάση αυτού του λόγου η αίτηση/ έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Δεν συντρέχουν εύλογοι ή και νομικοί λόγοι δυνάμει του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και/ή πραγματικοί λόγοι που να συνηγορούν στην έγκριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Έφεσης και/ή στην έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου η Διαιτητική Απόφαση να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και περαιτέρω δεν πληρείται και/ή ούτε απεδείχθη ότι πληρείται οποιαδήποτε εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4 για παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης. Οι Αιτητές στις παραγράφους 12 και 13 της ένορκης δήλωσής τους που υποστηρίζει την Αίτησή τους ισχυρίζονται πως αμφισβήτησαν το ποσό που οι Καθ' ων η αίτηση αξιώνουν ως υπέρογκο και υπερβολικό ή και λανθασμένο. Με την μαρτυρία ωστόσο που οι ίδιοι προσφέρουν, ήτοι το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, ρητά αναφέρεται πως παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους να καταχωρίσουν υπεράσπιση στην διαιτητική διαδικασία. Ακόμα όμως και αν αποδεχόμουν ότι πράγματι, το επιδικασθέν ποσόν είναι εσφαλμένο ως υπερβολικό και/ ή λανθασμένο και/ ή παράνομο, καμία μαρτυρία δεν έχουν προσφέρει με την οποία να βεβαιώνεται ή έστω να πιθανολογείται αυτός ο ισχυρισμός τους. Καθίσταται επομένως σαφές, πως το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει ισχυρισμούς οι οποίοι έπρεπε να είχαν τεθεί εξ αρχής ενώπιον του Διαιτητή με την καταχώριση υπεράσπισης, ή έστω με την παρούσα Αίτηση Έφεσης, εφόσον παρουσίαζαν σχετική μαρτυρία. Πέραν όμως από τη δήλωση των Αιτητών ενώπιον του Διαιτητή πως δεν προτίθενται να καταχωρίσουν υπεράσπιση, ο ίδιος ο Διαιτητής στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του καθηκόντως και ενεργώντας πάντοτε καλόπιστα όπως μπορεί να πιστωθεί, με γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν εξέδωσε απόφαση ως η απαίτηση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, αλλά προέβη στην εξέταση νομικών και πραγματικών ζητημάτων τα οποία απέβησαν προς όφελος των οφειλετών - Αιτητών στην παρούσα Αίτηση. Συγκεκριμένα ο Διαιτητής δεν επιδίκασε στους Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση τις χρεώσεις για ασφάλεια ζωής, πλέον τους συμβατικούς τόκους επ' αυτών με αποτέλεσμα να εκδοθεί διαιτητική απόφαση για χρηματικό ποσό μικρότερο από αυτόν το οποίο ζητούσε με την έκθεση απαίτησής του το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα Αίτηση. Περαιτέρω ο Διαιτητής δεν επιδίκασε στους Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση τόκο υπερημερίας προς 3%. Επομένως στη βάση των πιο πάνω ούτε και αυτές οι αιτιάσεις έχουν έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και επομένως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και εξ αυτού του λόγου. Προβλήθηκε από τους Αιτητές ότι ο Διαιτητής δεν έχει τη δυνατότητα να διατάξει εκποίηση της υποθήκης σε δημόσιο πλειστηριασμό κάτι που έκανε στην προσβαλλόμενη απόφαση του. Δικαιολογητική βάση αυτού του ισχυρισμού είναι οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Πρώτου Πίνακα (Πρώτο Παράρτημα) του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), σύμφωνα με τον οποίο δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση Διαιτητικής Απόφασης για πώληση ακίνητης περιουσίας. Το άρθρο 8 του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), προνοεί τα ακόλουθα: «Διατάξεις oι oπoίες εξυπακoύovται σε συvυπoσχετικά.
- Οι διαιτητές ή o επιδιαιτητής έχoυv τηv ίδια εξoυσία όπως και τα δικαστήρια vα διατάσσoυv ειδική εκτέλεση oπoιασδήπoτε σύμβασης με εξαίρεση σύμβαση πoυ αφoρά γη ή oπoιoδήπoτε συμφέρov σε γη.» Στην παρούσα περίπτωση, αν και ουδέποτε τέθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση προφορικά ή με υπεράσπιση το ζήτημα, εντούτοις ο Διαιτητής ενεργώντας καθηκόντως και στα πλαίσια της καλής πίστης και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης προβληματίστηκε γι' αυτή του τη δυνατότητα. Σχετική είναι η αιτιολόγηση που δίνει στις σελίδες 7,8 και 9 της απόφασής του, όπου κάνει ρητή αναφορά στην εξουσία έκδοσης διατάγματος πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων Ακινήτων. Θεωρεί ότι η Συμφωνία Δανείου και η Σύμβαση Υποθήκης ως αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Δανείου, σε όρους των οποίων παραπέμπει, αποτελούν συνυποσχετικό έγγραφο βάσει του οποίου κινήθηκε από την πλευρά των Δανειστών η διαδικασία της διαιτησίας και προχωρεί στην ερμηνεία της πρόθεσης των μερών εξετάζοντας τους διάφορους παράγοντες οι οποίοι επιδρούν στην εξαγωγή συμπεράσματος για την αληθινή πρόθεση τους. Συνοψίζοντας τα όσα αναφέρει προς αιτιολογία της άποψης του ο Διαιτητής καταγράφω τα ακόλουθα: (α) Στη Συμφωνία Δανείου και στη Σύμβαση της Υποθήκης γίνεται ευθεία αναφορά στη δυνατότητα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων από τους Δανειστές, σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής του πληρωτέου υπολοίπου από τους χρεώστες. (β) Οι όροι και η γλώσσα που χρησιμοποιείται στη Σύμβαση Υποθήκης φανερώνουν ότι πρόθεση των μερών με τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης ήταν η εξασφάλιση των Δανειστών. (γ) Οι Δανειστές λαμβάνουν, μέσα από τις πρόνοιες της Σύμβασης Υποθήκης ευρείες εξουσίες ως προς την εξασφάλιση του λαβείν τους είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασιστεί ή όπως προβλέπεται πιο κάτω. Στη βάση των πιο πάνω ο Διαιτητής συμπέρανε την πρόθεση των μερών η οποία δεν ήταν άλλη από την εφαρμογή του άρθρου 6 και τον αποκλεισμό του όρου 8 στο Παράρτημα Α του Κεφ.
- Ως εκ τούτου έκρινε ότι μαζί με όλες τις άλλες εξουσίες που του παρέχονταν, είχε και την εξουσία να εκδώσει διάταγμα εκποίησης των ενυπόθηκων κτημάτων για την ικανοποίηση του χρέους. Επομένως καταλήγω στη βάση των πιο πάνω ότι ο Διαιτητής αποφάσισε ορθά και έτσι ο σχετικός λόγος που προβλήθηκε στην Αίτηση κρίνεται άνευ ερείσματος και απορρίπτεται. Κρίνω επομένως ότι η διαδικασία διαιτησίας και η συνεπακόλουθη έκδοση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης ήταν καθόλα νόμιμη και/ή έγκυρη και κατά την διεξαγωγή της τηρήθηκαν και/ή ακολουθήθηκαν όλες οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης, του Περί Διαιτησίας Νόμου και/ή του Συντάγματος. Ο Διαιτητής έλαβε υπόψη όλη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, γραπτή και/ή προφορική και, αφού ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε η απαίτηση των Εφεσίβλητων, προχώρησε επί τη βάση αυτής στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων τα οποία τελικά απέβησαν και προς όφελος των Αιτητών. Καμία πλάνη περί το νόμο και/ή τα πραγματικά γεγονότα υπήρξε κατά την διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας σε βάρος των Εφεσειόντων - Αιτητών και ως εκ τούτου η Διαιτητική Απόφαση είναι από όλες τις απόψεις ορθή και βασισμένη στα πραγματικά, αληθή και αναντίλεκτα γεγονότα που είχε ενώπιον του ο Διαιτητής επί τη βάση των οποίων στηρίχθηκε για να εκδώσει τη Διαιτητική Απόφαση. Προβλήθηκε ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη και ότι δεν τηρήθηκαν πρακτικά. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Παναγιώτης Κλεοβούλου v. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ) ΛΤΔ , ECLI:CY:AD:2015:A507, Πολ. Έφεση Αρ. 304/2010 ημερ. 10.07.2015 στην οποία λέχθηκε ότι η έκταση της αιτιολογίας είναι ανάλογη και συναρτάται με τα επίδικα θέματα και την ευρύτητά τους. Αρκεί λιτά αλλά περιεκτικά ο διαιτητής να αναφέρεται στα κρίσιμα ζητήματα που τον οδήγησαν στην τελική του απόφαση. Η υπό κρίση απόφαση καταλαμβάνει εννέα πυκνογραμμένες σελίδες στις οποίες πέραν των γεγονότων της υπόθεσης καταγράφεται και η πορεία της πολύμηνης διαδικασίας που κράτησε μέχρι την έκδοση της απόφασης - καταγραφές οι οποίες ασφαλώς προέρχονται από πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της διαιτησίας - και δεν αναφέρεται αν ζητήθηκαν τα πρακτικά οποτεδήποτε από τους Αιτητές και δεν τους δόθηκαν. Επομένως και για τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται καθώς δεν έχουν αποδειχθεί οι σχετικοί λόγοι που προβλήθηκαν. Κρίνω ότι η Διαιτητική απόφαση στην οποία γίνεται παραπομπή και σε σχετική νομολογία είναι πλήρως αιτιολογημένη. Καταλογίζεται κατά γενικό τρόπο στον Διαιτητή ότι επέδειξε κακή συμπεριφορά στην έννοια που της έχει δοθεί από τη νομολογία μας (παρ. 13,14 και 15 της Αίτησης). Στον Russell on Arbitration 19η έκδοση, εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η Έφεση δεν επιδίδεται στο διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι, όταν ο αιτητής επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή (misconduct), είτε επί τεχνικών θεμάτων είτε επί πραγματικών γεγονότων, ότι η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται στον διαιτητή. Και ο διαιτητής σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα είτε να έχει πλήρη παρουσία στη διαδικασία, ή να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και να θέσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο, είτε βεβαίως να μην πάρει κανένα μέτρο, θεωρούμενος ότι δεν προτίθεται να κάμει τίποτε περισσότερο παρά να αποδεχθεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Η σύγχρονη αυτή αντίληψη εδράζεται στο γεγονός ότι σε κανένα του οποίου η συμπεριφορά τίθεται κάτω από κριτική, ως θέμα φυσικής δικαιοσύνη, δεν θα του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει ή να εξηγήσει. Κατά τα πιο πάνω θα έπρεπε η αίτηση τουλάχιστον να είχε επιδοθεί στον Διαιτητή. Σχετικός είναι και ο Κανονισμός 101
(2)που προνοεί επίδοση της αίτησης σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο, και σε κάθε περίπτωση ο διαιτητής δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Όταν κυρίως, όπως στην παρούσα υπόθεση, του καταλογίζεται με διάφορους τρόπους κακός χειρισμός κατά τη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς. Περαιτέρω ως προς το θέμα αυτό, δηλαδή ότι θα πρέπει να επιδίδεται η αίτηση στον Διαιτητή, οποτεδήποτε του αποδίδεται μομφή για ουσιαστικούς ή τεχνικούς λόγους σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Χρίστος Συμεωνίδης v. Ανδρέας Μενελάου Πολ. Έφεση 6/2012, ημερ. 22.12. 2016 στην οποία λέχθηκαν υπό του Τ. Οικονόμου, Δ. τα εξής: «Η νομική αρχή που διέπει το ζήτημα έχει όντως μεταβληθεί και αποτυπώνεται στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd (ανωτέρω), απ' όπου η ακόλουθη χαρακτηριστική αναφορά: «Ο δικηγόρος του μας παρέπεμψε στη 19η έκδοση του Russell on the Law of Arbitration, στην οποία υιοθετείται η θέση, αντίθετα με προηγούμενες εκδόσεις του Συγγράμματος, ότι η επίδοση αίτησης, με την οποία επιδιώκεται η απομάκρυνση διαιτητή, στον ίδιο είναι επιβεβλημένη. Σ' αυτό κατατείνει η σύγχρονη πρακτική των Αγγλικών Δικαστηρίων. Η αίτηση επιδίδεται στο διαιτητή, οποτεδήποτε αποδίδεται σ' αυτόν απρεπής διαγωγή, για ουσιαστικούς ή τεχνικούς λόγους.» Στην ίδια υπόθεση εξηγείται ότι: «Το δικαίωμα του διαιτητή να ακούεται, οποτεδήποτε του προσάπτεται μομφή για απρεπή διαγωγή, συνιστά, όπως σημειώνεται στο Russell (ανωτέρω), απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης.» Δεν βρίσκουμε ότι η διαφορά που επικαλέστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο συνιστά έγκυρο στοιχείο διαφοροποίησης της παρούσας υπόθεσης από την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου. Για να δοθεί η πλήρης διάσταση της νομολογίας, που παρά τις διακυμάνσεις είναι πλέον η κρατούσα, παραθέτουμε, από όσα μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα, στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Mustill & Boyd, Commercial Arbitration (London, 2nd ed., 1989, Butterworth), σελ. 553: «Whenever an application is made to the Court to set aside or remit an award on grounds of misconduct, "technical" or otherwise, the notice of motion should be served on the arbitrator or umpire concerned. He may then either (
- a)take an active part in the proceedings or (
- b)file an affidavit for the assistance of the court or (
- c)take no action. Στο ίδιο σύγγραμμα υποδεικνύεται, με παραπομπή στην υπόθεση Port Sudan Cotton Co v. Govindaswamy Chettiar & Sons [1977] 1 Lloyd's Rep. 166, ότι εάν οι ισχυρισμοί για απρεπή διαγωγή αποτύχουν, ο διαιτητής δικαιούται, εάν εμφανιστεί, σε έξοδα, όπως δικαιούται και στα έξοδα τυχόν ένορκης δήλωσης που θα έχει καταθέσει. Εάν οι ισχυρισμοί επιτύχουν, τότε δεν καταδικάζεται στα έξοδα, εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως είναι ο δόλος ή όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία. Τέλος αναφέρεται, με παραπομπή στην υπόθεση Bank Mellat v. GAA Development and Construction Co [1988] 2 Lloyd's Reports 44, ότι είναι σε εξαιρετικές περιστάσεις που είναι δυνατό το Δικαστήριο να επιτρέψει τη συνέχιση της αίτησης εάν αυτή δεν έχει επιδοθεί στο διαιτητή. Υπό το φως των ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση κρίνεται εσφαλμένη. Με την επίδοση της αίτησης στον εφεσίβλητο, αυτός κατέστη διάδικος με δυνατότητα να ενεργήσει ως αναφέρεται ανωτέρω, περιλαμβανομένου δικαιώματος να υπερασπιστεί τον εαυτό του καταχωρώντας ένσταση.» Καταλήγω ότι από την Αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και σε συσχετισμό στα όσα καταγράφονται στην διαιτητική απόφαση, δεν προκύπτει οτιδήποτε το μεμπτό στην διαιτητική διαδικασία και τη διαιτητική απόφαση ούτε και έχει καταδειχθεί κακή συμπεριφορά του Διαιτητή. Προβλήθηκαν αόριστοι ισχυρισμοί και κενού περιεχομένου και αυτοί έχουν δεόντως ανασκευαστεί από τους Καθ' ων η αίτηση με την ένορκη δήλωση του κ. Φίλιππου Βακανά οι ισχυρισμοί του οποίου επαναλαμβάνω δεν αμφισβητήθηκαν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι η Αίτηση δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης, οι λόγοι που προβλήθηκαν για παραμερισμό της απόφασης του Διαιτητή κρίθηκαν ως ανεδαφικοί και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Εν' όψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν θα με απασχολήσει το ζήτημα κατά πόσο η ένορκη δήλωση που υπογράφει η Αιτήτρια 2 χωρίς να δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή 1 συνιστά πραγματικό υπόβαθρο και ως προς αυτόν. Η ένορκη δήλωση σε κάθε περίπτωση διαπνέεται από αυτή την αντίληψη, γι' αυτό και η χρήση πληθυντικού αριθμού σε σχετικές αναφορές. Εκλαμβάνω επομένως ότι η ένορκη δήλωση συνιστά πραγματικό υπόβαθρο και ως προς τους δύο Αιτητές και ανάλογη αντίκριση και επίπτωση θα έχει στη συνέχεια και η διαταγή μου ως προς τα έξοδα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών ομού και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε σε Διαιτησία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο