← Κύπρος

Karyna Iarovikova κ.α. ν. Alimov Viacheslav, Αρ. Αγωγής:884/2016, 27/4/2018

Karyna Iarovikova κ.α. ν. Alimov Viacheslav, Αρ. Αγωγής:884/2016, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A173 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:884/2016 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. Karyna Iarovikova
  2. Volodymyr Yarovikov Αιτητές και Alimov Viacheslav Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 27 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/ Αιτητές: Η κα Ευαγγελία Χ¨ Νεοφύτου για Παναγιώτη Π. Κλεοβούλου Για τον Εναγόμενο/ Καθ' ου η Αίτηση: Ο κ. Δημήτρης Μιχαήλ με κα Πογιατζή για Δημήτρη Μιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος) Οι αιτητές με μονομερή αίτηση τους εξασφάλισαν μονομερώς προσωρινό διάταγμα το οποίο εμποδίζει τον εναγόμενο/ καθ' ου η αίτηση και/ή τους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους του, από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν, εκχωρήσουν ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή άλλως πως συναλλαχθούν και/ή προκαλέσουν και/ή επιτρέψουν την πώληση και/ή επιβάρυνση και/ή αποξένωση και/ή διάθεση και/ή εκχώρηση και/ή την οποιαδήποτε συναλλαγή, αφορώσα την έπαυλη αρ.23, η οποία ανεγέρθη στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/24912, τεμάχιο 1198, Φ/Σχ 54/44, η οποία αποτελεί μέρος του κτιριακού συγκροτήματος «Ζavos Orange Gardens» τοποθεσία Γερμασόγεια, στη Λεμεσό, μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή και μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 30, 32, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Διάταξη 48, Κανονισμοί 1, 2, 3, 8 και 9 και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η ενάγουσα 1/αιτήτρια 1 κα Karyna Iarovikova η οποία πέραν της ιδιότητας της, της προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης, της νομικής συμβουλής που έλαβε από τον δικηγόρο τους όπου αναφέρεται σε νομικά θέματα και της εξουσιοδότησης που έχει και από τον σύζυγο της ενάγοντα 2/αιτητή 2, δηλώνει ότι παρόλο ότι η μητρική της γλώσσα είναι η ρωσική εντούτοις γνωρίζει και την ελληνική γλώσσα και γνωρίζει να τη διαβάζει και να την κατανοεί. H ως άνω αιτήτρια 1 στην αρχική ένορκη δήλωση της αναφέρεται στις φιλικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ του συζύγου της και της ίδιας με τον καθ' ου η αίτηση οι οποίες στη συνέχεια προσέλαβαν τη μορφή επιχειρηματικής συνεργασίας λειτουργίας ενός εστιατορίου. Ο καθ' ου η αίτηση παρουσιαζόταν ως ειδήμων σε τέτοιες δουλειές εφόσον διαχειριζόταν και δύο εστιατόρια στο Κίεβο της Ουκρανίας. Η απόλυτη σχέση εμπιστοσύνης που επέδειξε το ζεύγος των αιτητών στο πρόσωπο του καθ' ου η αίτηση μετεξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου σε απόλυτη δυσπιστία ως προς τις προθέσεις και σε σταδιακή απώλεια της όποιας εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλαν η οποία οδήγησε στη διάρρηξη των σχέσεων τους που είχε ως αποτέλεσμα το κλείσιμο της επιχείρησης και της κατάληξης τους να επιλύσουν τις διαφορές τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι αιτητές καταλογίζουν στον καθ' ου η αίτηση κακοπιστία και ότι αυτός ελαυνόταν από ιδιοτελή κίνητρα καθώς δεν τους ενημέρωνε καθόλου ή τους έδιδε λογαριασμό για το που πήγαιναν τα χρήματα τα οποία του απέστελλαν, έδιδαν ή έμβαζαν σε τραπεζικό λογαριασμό για να επενδυθούν στην επιχείρηση. Για τη συνεργασία τους που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας συνίστατο ουσιαστικά στη χρηματοδότηση του καθ' ου η αίτηση, η αιτήτρια 1 για τον σκοπό αυτό όπως και στη συνέχεια σε απάντηση σε ισχυρισμούς που πρόβαλε αυτός για να απεκδυθεί της οποιασδήποτε ή/και της προσωπικής του ευθύνης, παραθέτει πληθώρα γεγονότων και κάνει παραπομπή σε έγγραφα τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια. Παρόμοια ο καθ' ου η αίτηση στη δική του πολυσέλιδη ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των λόγων ένστασης, παραθέτοντας και αυτός στοιχεία για το που ξοδεύτηκαν τα χρήματα που επενδύθηκαν στο εστιατόριο και οι εισπράξεις του για όσο διάστημα λειτούργησε εκθέτει τη δική του εκδοχή και στοιχεία. Εξασφαλίστηκε διάταγμα αντεξέτασης της ενάγουσας 1/ αιτήτριας 1 για συγκεκριμένες αναφορές της στην ένορκη δήλωση της ακόμα και σε σχέση με τη γνώση της ελληνικής γλώσσας για την οποία φάνηκε από τη παρουσία της ότι πράγματι είναι σε θέση να καταλαβαίνει και να διαβάζει αυτή τη γλώσσα γι' αυτό και δεν της υποβλήθηκε το αντίθετο. Η αιτήτρια 1 επέμεινε ότι δεν λάμβανε ενημέρωση για τα έξοδα και έσοδα της επιχείρησης εστιατορίου που είχαν λειτουργήσει για όσο διάστημα αυτό είχε λειτουργήσει και ότι γι' αυτό ισχυρίζεται ότι ο καθ' ου η αίτηση τους εξαπάτησε κατασπαταλώντας τα χρήματα που επένδυσαν με τον σύζυγο της σε αυτή την επιχείρηση. Δεν θα επεκταθώ στην καταγραφή των εκατέρωθεν ισχυρισμών στις ένορκες δηλώσεις και όσων προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου καθώς όλα όσα έχουν σημασία στην υπό κρίση αίτηση θα αναλυθούν στη συνέχεια της απόφασης μου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Μετά την αντεξέταση της αιτήτριας 1 ως αναφέρω πιο πάνω οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους με την πλευρά των αιτητών να έχει ετοιμάσει γραπτό κείμενο ενώ η πλευρά του καθ' ου η αίτηση μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του, πέραν από το γραπτό κείμενο ανέπτυξε και προφορικά τα επιχειρήματα του. Τα έχω μελετήσει με προσοχή και στην ανάλυση που θα ακολουθήσει θα γίνει αναφορά σε επί μέρους ζητήματα που απασχόλησαν στο κατάλληλο σημείο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60). Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263. Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής και ούτε προβαίνει σε αξιολόγηση σε βάθος του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. σχετικά την Γρηγορίου κ.α. v . Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ.248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ.1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω). H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθ' ότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ σελ. 317 λέχθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Πέραν τούτου, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  2. Τα άρθρα αυτά αναφέρονται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις ABP Holdings Ltd κ.α. v. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. v. Xριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση καθότι το άρθρο αυτό αφορά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Με βάση το κλητήριο ένταλμα και την μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, προκύπτει ότι η αξίωση των εναγόντων αφορά αποζημιώσεις. Οι εν λόγω αποζημιώσεις μπορεί να προκύπτουν από την παρεμπόδιση χρήσης, κατοχής και εκμετάλλευσης του εν λόγω ακινήτου αλλά η αξίωση δεν αφορά την ανάκτηση κατοχής, χρήσης ή κυριότητας του εν λόγω ακινήτου. Δεδομένων αυτών, το άρθρο 4 του Κεφαλαίου 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση όπως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων. Περαιτέρω, η αίτηση των εναγόντων στηρίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6. Το εν λόγω άρθρο ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Από το κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος να διαθέσει ή αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, που κατά τη γνώμη του, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Στην υπόθεση Δημήτρης Τσιολάκης κ.α. v. Ανδρέα Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, αναφέρθηκε ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Εκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως σε τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των δύο άρθρων Σχετικές είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 Α.Α.Δ. 520 και Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54). ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΠΡΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγομένου το ποσό €438.399,00 το οποίο ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν σε αυτόν δυνάμει προφορικής συμφωνίας συνεργασίας για την λειτουργία ενός εστιατορίου στην Λεμεσό κατά ή περί το έτος 2013, πλέον τόκους και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και διαφυγόντα κέρδη και αποζημιώσεις για δόλο και απάτη, την οποία διέπραξε ο εναγόμενος σε βάρος των εναγόντων. Στην ένορκο δήλωση της η ενάγουσα 1 - αιτήτρια 1 στην παρούσα κάνει λεπτομερή αναφορά στα ποσά που κατέβαλαν στον καθ' ου η αίτηση ο οποίος στη δική του ένορκη δήλωση παραδέχεται ότι πράγματι οι αιτητές πλήρωσαν μεγαλύτερο ακόμα ποσό από αυτό που οι ίδιοι υποστηρίζουν. Οι αιτητές στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων τους υποστηρίζουν ότι η πεμπτουσία της Αγωγής τους συνίσταται στα γεγονότα τα οποία η ενάγουσα 1 διατυπώνει στις παραγράφους 3 και 4 της αρχικής ένορκης δήλωσης ότι δηλαδή η αγωγή τους στρέφεται εναντίον του εναγόμενου του συνολικού ποσού το οποίο αυτός εισέπραξε από αυτούς για τον ως άνω σκοπό. Του καταλογίζουν όμως ότι χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο ποσό για δικό του όφελος, ξοδεύοντας αλόγιστα σημαντικό μέρος του ποσού και στο τέλος έκλεισε το εστιατόριο και κατέφυγε στην Ουκρανία, αρνούμενος να επιστρέψει στους ενάγοντες τα κεφάλαια τους. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η αιτήτρια 1 αναφέρεται στα πολυάριθμα τεκμήρια τα οποία ο Καθ' ου η αίτηση επεσύναψε στην ένσταση του. Τα στοιχεία τα οποία ο καθ' ου επεσύναψε η πλευρά των αιτητών υποστηρίζει ότι είναι ψευδή και πρόκειται για κατασκευασμένες αποδείξεις για να καλύψει την απάτη του. Πλείστες από αυτές παραπέμπουν στη διεύθυνση της κατοικίας του, την οποία δεσμεύει το προσωρινό διάταγμα οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με το εστιατόριο. Η αιτήτρια 1 στις παραγράφους 3.11 - 3.25 της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης αντικρούει τους σχετικούς ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση και αναφέρεται στις ψευδείς και κατασκευασμένες αυτές αποδείξεις. Στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377, 1380-81, στην οποία αναφέρεται πως είναι ορθό σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται, ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνω ότι παρόλο ότι ζητήθηκε η αντεξέταση της αιτήτριας 1, εντούτοις αυτή δεν αντεξετάστηκε στους ισχυρισμούς που προβάλλει στους ως άνω ισχυρισμούς της της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της και έτσι οι ισχυρισμοί της παρέμειναν αναντίλεκτοι. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προχωρώ στην ανάλυση των λόγων ένστασης υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που αναλύθηκαν πιο πάνω. Α. Υποστηρίχθηκε ότι η ενόρκως δηλούσα ορκίστηκε στην Ελληνική γλώσσα την οποία δεν γνωρίζει και έτσι η αίτηση παρέμεινε κατ' ουσία χωρίς υποστήριξη ότι αυτή στερείται πραγματικού υπόβαθρου και έτσι πάσχει από παρατυπία. Στην υπόθεση, Αναφορικά με την αίτηση του Saab Abbad Nazar v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 772, στη σελίδα 777, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφραση της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση όσο και τη μετάφραση της. (Halsbury's Laws of England , 4η έκδοση, τόμος 17 παράγρ 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι όσο η ίδια η ένορκη δήλωση όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση. (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314)." Η ένορκη δήλωση της αιτήτριας που συνοδεύει την εξεταζόμενη Αίτηση είναι συντεταγμένη στα ελληνικά, μολονότι η αιτήτρια είναι Ουκρανή. Ωστόσο η αιτήτρια για να αντικρούσει τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης, έπραξε ως όφειλε με την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, στην οποία αντικρούει τον πιο πάνω ισχυρισμό αναφέροντας σε αυτή ότι γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα καθ' ότι βρίσκεται μόνιμα στην Κύπρο από το Μάρτιο του 2015 και συναναστρέφεται με ντόπιους κάτοικους και ότι έχει παρακολουθήσει μαθήματα Ελληνικής γλώσσας σε ιδιωτικό φροντιστήριο στην Ουκρανία και συνακόλουθα γνωρίζει και αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα πολύ καλά, τόσο να τη μιλά όσο και να διαβάζει. Υποστήριξε ακόμα ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν η αιτήτρια γνωρίζει την Ελληνική καθ' ότι εκείνος δεν γνωρίζει την Ελληνική και κατ' επέκταση δεν μπορεί να κρίνει αν γνωρίζει η αιτήτρια την εν λόγω γλώσσα και δεν γνωρίζονται τόσο καλά για να ξέρει λεπτομέρειες της ζωής της. Η μόνη αναφορά που γίνεται από τον καθ' ου η αίτηση για το θέμα αυτό, είναι στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του και περιορίζεται απλά στο ότι η αιτήτρια «δεν μπορεί καν να διαβάσει ελληνικά, πόσο μάλλον να κατανοήσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της, με πολύ άνεση όπως παραπλανητικά αναφέρει». Πέραν αυτής της γενικής και αόριστης αναφοράς, καμιά άλλη μαρτυρία έχει προσκομιστεί που είτε να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό του καθ' ου η αίτηση είτε που να αντικρούει τη βεβαίωση του Πρωτοκολλητή επί της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας, ότι η τελευταία «ορκίστηκε ενώπιον του» την εν λόγω δήλωση στην ελληνική γλώσσα, για την οποία η ίδια η αιτήτρια αναφέρει ότι έχει εξαιρετική γνώση, τόσο στο προφορικό όσο και στο γραπτό λόγο. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση αμφισβήτησε τη γνώση της ελληνικής γλώσσας από την αιτήτρια, με την καταχώρηση της Αίτησης ημερομηνίας 31/01/17. Η ίδια η αιτήτρια στην παράγραφο 3.3 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της έθεσε τον εαυτό της προς αντεξέταση για διαπίστωση της γνώσης της στην Ελληνική γλώσσα. Ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση, απαντήθηκε συνεπώς με τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της αιτήτριας. Ο λόγος αυτός ένστασης δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω εφόσον αυτή προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου για να αντεξεταστεί και αυτό έγινε στην Ελληνική γλώσσα χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Συνεπώς, ο εν λόγω λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται και επομένως κρίνω ότι η αίτηση δεν στηρίζεται σε ανύπαρκτο πραγματικό υπόβαθρο. Β. Υποστηρίχθηκε ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν γίνεται αναφορά στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο και επομένως αυτή είναι ελλιπής και νομικά αστήρικτη. Σύμφωνα με τη νομολογία σε ενδιάμεση αίτηση, όπως η παρούσα, "ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου". Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965,
  1. Ωστόσο, η νομική βάση την οποία οι κανονισμοί απαιτούν είναι αυτή τούτη η νομική βάση της αίτησης και όχι της αξίωσης της Αγωγής. Η νομική βάση της αιτήσεως είναι αυτή που διαλαμβάνεται στην αίτηση. Περαιτέρω, η ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, που υποστηρίζει την ένσταση του, δεν περιέχει κανένα σχολιασμό που να αναλύει τον ισχυρισμό αυτό. Αν ο καθ' ου η αίτηση επιθυμούσε την προώθηση αυτού του ισχυρισμού, θα εξηγούσε τι είναι αυτό που κατά τη γνώμη του καθιστά την υπό κρίση αίτηση αντικανονική και παράτυπη. Στη βάση επιχειρημάτων θα εξειδίκευε τη θέση του γιατί και με ποιον τρόπο θεωρεί ότι η παρούσα αίτηση νομικά μειονεκτεί, σε βαθμό που κατά τη γνώμη του καθίσταται αβάσιμη και λανθασμένη. Πρόκειται για ένα γενικό, αόριστο και ασαφή ισχυρισμό που ως έχει υποβληθεί, ελλείψει πραγματικού πλαισίου και συνάμα νομικού θεμελίου, παραμείνει μετέωρος και χωρίς περιεχόμενο. Ως αποτέλεσμα και αυτός ο λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί. Επειδή πρόκειται για λόγο βασιζόμενο σε νομικό σημείο, η πλευρά του καθ' ου η αίτηση όφειλε να του εξηγήσει με σαφήνεια ποιοί ακριβώς δικονομικοί θεσμοί και διατάξεις θεωρεί ότι παραβιάζονται, ποιες είναι οι λανθασμένες πρόνοιες επί των οποίων θεωρεί ότι η υπό κρίση αίτηση εδράζεται και ποια είναι τα άρθρα και οι διατάξεις που κατά τη γνώμη του απουσιάζουν από τη νομική βάση της Αίτησης και πως αυτά επηρεάζουν την εγκυρότητα της. Ουδεμία τέτοια αναφορά υπάρχει και καμία εξήγηση δόθηκε προς υποστήριξη της θέσης αυτής. Στην απουσία τέτοιων αναφορών και εξηγήσεων παρέμεινε ο εν λόγω λόγος ένστασης ότι εγκαταλείφθηκε. Γ. Ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και του Άρθρου 4 και 5 του Κεφ.6 Σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία έκανα αναφορά πιο πάνω το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν θα δικάσει την ουσία της διαφοράς ούτε και θα προβεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Αυτό το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει στο παρόν στάδιο είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση: Η ως άνω προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Με βάση τα όσα καταγράφονται στις δύο ένορκες δηλώσεις της Karyna Iarovikova ημερομηνίας 30.03.2016 και 06.12.2017, κρίνω ότι εκπληρούται η πρώτη προϋπόθεση, υπάρχει δηλαδή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή συζητήσιμη υπόθεση. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι οι ενάγοντες του κατέβαλαν το ποσό των €430.000= σε διάφορες ημερομηνίες με σκοπό τη λειτουργία επιχείρησης εστιατορίου. Το ύψος του καταβληθέντος ποσού γίνεται παραδεκτό από τον ενόρκως δηλούντα και εναγόμενο, στην παρ. 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του, όπου παραδέχεται ότι όχι μόνο οι αιτητές κατέβαλαν όχι μόνο το ποσό €430.000 αλλά κατέβαλαν ακόμη €3.393,13, δηλαδή περισσότερα από όσα υπολόγισαν οι Αιτητές. Στις 15.06.2015 ο εναγόμενος προέβη αυθαίρετα και χωρίς ενημέρωση των αιτητών σε κλείσιμο του εστιατορίου, χωρίς να ενημερώσει τους ενάγοντες και χωρίς να τους καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ή να τους επιστρέψει τον εξοπλισμό του εστιατορίου. Η αξία του εν λόγω εξοπλισμού σύμφωνα με τις αποδείξεις που επισυνάφθηκαν στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση, Τεκμήρια 3,4,5,6 και 7 ανέρχεται περίπου στο ποσό €93.
  2. Ο εξοπλισμός αυτός δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχε στο εστιατόριο. Ακόμη και η κατάσταση με την οποία η αστυνομία προμήθευσε τους αιτητές, από τον κατάλογο επίπλων τα οποία κατακράτησε ο ιδιοκτήτης του υποστατικού, δεν διαπιστώνεται ο εξοπλισμός τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι αγόρασε. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ ο καθ' ου ισχυρίζεται στην παράγραφο 18 της ενόρκου δηλώσεως του ότι έχει πληρώσει τα ενοίκια για τις περιόδους 01/02/2014 - 15/05/2015 και έχει καταβάλει εγγύηση €15.000, εν τούτοις ο ιδιοκτήτης του καταστήματος παρέμεινε απλήρωτος και γι' αυτό το λόγο προέβη σε ανάληψη του εξοπλισμού του εστιατορίου. Ο εναγόμενος μετά το κλείσιμο του εστιατορίου είχε εξαφανιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και βρισκόταν εκτός Κύπρου και τον έψαχνε ακόμα και η Αστυνομία, είχε δε αναφέρει ότι θα μένει μόνιμα στην Ουκρανία. Αυτό είχαν ισχυριστεί οι αιτητές σε αίτηση τους για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος για να του επιδοθεί στην Ουκρανία. Ήταν δε εξ αυτού του γεγονότος που η αιτητές προχώρησαν και με την παρούσα αίτηση τους. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι συντρέχει η ως άνω προϋπόθεση. Σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας: Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή αυτή της ύπαρξης πιθανότητας ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία, σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της προσαχθείσας μαρτυρίας προς διάγνωση του κατά πόσο ο αιτητής έχει συζητήσιμη υπόθεση, την εξετάζει χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης. Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1653, λέχθηκε ότι: ". το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. . θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας." Η θέση του εναγομένου είναι ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, καθ' ότι, ως ισχυρίζεται στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως του, δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα γιατί δεν διαφαίνεται ότι υπήρχε κατάχρηση των χρημάτων από τον εναγόμενο και αν υπήρξε κακοδιαχείριση έπρεπε ν' ακολουθηθεί άλλη δικαστική διαδικασία. Όμως όπως εξηγείται από τους αιτητές η αξίωση των εναγόντων με την αγωγή τους αποσκοπεί στην επιστροφή των χρημάτων των εναγόντων, τα οποία κατ' ισχυρισμό τους καταχράστηκε για προσωπικό του όφελος και κακοδιαχειρίστηκε ξοδεύοντας αλόγιστα σε ακριβά και περιττά αντικείμενα για τη λειτουργία του εστιατορίου, με αποτέλεσμα η λειτουργία του να μη καταστεί κερδοφόρα. Η αξίωση των εναγόντων είναι για ποσό €432.000 ποσό με το οποίο χρηματοδότησαν τον εναγόμενο και για αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και δόλο και απάτη και διαφυγόντα κέρδη. Ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, δεν αρνείται ότι έλαβε το ποσό των €432.000 από τους ενάγοντες/ αιτητές και μάλιστα παραδέχεται ότι αυτό ήταν ακόμα μεγαλύτερο όπως τόνισε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατά την προφορική εισήγηση του. Καταδεικνύεται, στο βαθμό που εδώ εξετάζεται το θέμα, ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις εκπληρούνται αφού, μεταξύ άλλων, ως αιτία της αγωγής αναφέρονται και αξιώσεις για απάτη και δόλο εκ μέρους του εναγομένου, με σκοπό την υφαρπαγή των χρηματικών κεφαλαίων και την παρουσίαση ψευδών παραστάσεων για την δημιουργία μιας κερδοφόρας επιχείρησης χρησιμοποιώντας την γνώση του αντικειμένου από μέρους του εναγομένου και ως εκ τούτου αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η θεραπεία που θα δικαιούνται σε περίπτωση επιτυχίας τους δεν θα είναι άλλη από χρηματική. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων κρίνω ότι εκπληρούται και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Αδυναμία απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο: Σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και το κατά πόσο θα ήτο δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο της υπόθεσης, σε περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί, στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω) το Δικαστήριο ανέφερε ότι ουσιαστικά εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Ο παράγοντας αυτός καταδεικνύεται από όλες τις ενέργειες που έχει προβεί ο καθ' ου η αίτηση τόσο με την απουσία του από την Κύπρο για έξι μήνες καθώς και από το γεγονός ότι η παραμονή του στην Κύπρο δεν είναι μόνιμη. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 36 της ενόρκου δηλώσεως του ότι δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην Κύπρο, λειτουργώντας επιχείρηση τσίρκου στην Λεμεσό και έχει εγγράψει την επιχείρηση First Circus Ltd, σύμφωνα με το Τεκμ. 21 που επισύναψε, δεν αποδεικνύει κατά την άποψη μου ότι του ανήκει η επιχείρηση ή ότι κατέχει μετοχές σε αυτή ή έστω κάποιες αυτές. Αντιθέτως, σύμφωνα με το Τεκμ. Ε, της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της αιτήτριας, ο εν λόγω ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση δεν έχει τεκμηριωθεί, καθ' ότι αναφέρει ότι ο Διευθυντής της εν λόγω εταιρείας είναι ο Θεοφάνης Παντελίδης και ο Γραμματέας της ο Δημήτρης Μιχαήλ, ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αναλυθεί μεταξύ άλλων και στις στις υποθέσεις Όξυνος κ.ά. v. Λου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066, P & MA. Restaurant Ltd κ.ά. v. Wakeham
(2013)1 ΑΑΔ σελ. 464 και Κωμοδρόμος v. Παπαναστασίου ECLI:CY:AD:2014:A1, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3.01.2014, στις οποίες αναφέρεται ότι περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι εκπληρούται και αυτή η προϋπόθεση. Περαιτέρω, η αίτηση στηρίζεται ουσιαστικά, στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται τόσο στο Άρθρο 4 όσο και στο Άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Απλώς τα άρθρα αυτά κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. Παναγίδου κ.ά. ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396). Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 όσο και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του Κεφ. 6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Lakatamitis v. Theodorou CLR 520 και Papastratis v. Petrides (ανωτέρω). Η υπό κρίση αίτηση είχε ως αντικείμενο, όπως προβλέπεται στα Άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δέσμευσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του καθ' ου η αίτηση καθ' ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης της εν λόγω ιδιοκτησίας μέχρι την εκδίκαση της αγωγής για απάτη, δόλο και καταδολίευση. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του Κεφ.6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου, προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε επιτύχει ο ενάγων και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στο εδάφιο 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:
(1)Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής
(2)Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής, στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 782, αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Και στις δύο περιπτώσεις, είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του Κεφ. 6, έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείτε να δεσμευτεί, δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι, ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του, ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις, θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί, όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. Ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται, ότι το Διάταγμα έχει δεσμεύσει περιουσία αξίας υπέρτερης της αξίωσης των εναγόντων. Ωστόσο είναι ακατανόητος ο εν λόγω ισχυρισμός. Το Διάταγμα δεσμεύει περιουσία αξίας €300.000 ενώ η αξίωση είναι ποσού €433.393 πλέον τόκοι, πλέον έξοδα. Από τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω των δύο ενόρκων δηλώσεων της κας Karyna Iarovikova, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5 του Κεφ. 6 και συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής και ότι με την αποδέσμευση της Έπαυλης, πιθανό να εμποδιστούν οι ενάγοντες στην ικανοποίηση της τυχόν έκδοσης υπέρ τους απόφασης. Ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν έχει πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας του. Η απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει επανειλημμένα αναγνωριστεί από τη νομολογία μας (βλ. σχετικά την υπόθεση Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.ά
(2001)1(B) A.A.Δ. 1301, 1317). Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η όποια δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί, αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, Τσιολάκη κ.ά ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782). Στην υπόθεση Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400, 1405, λέχθηκε ότι η ύπαρξη άλλης περιουσίας ή ακόμη και καταθέσεων που θα ήταν αδέσμευτες και θα υπόκειντο σε κάθε είδους διάθεση ή χειρισμό ανάλογα με τη βούληση των εναγομένων, δεν παρείχε αφ' εαυτής τα εχέγγυα ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδιδόταν εναντίον τους. Ούτως ή άλλως στην παρούσα ό,τι είναι που κατέδειξε η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου είναι ότι το επίδικο ακίνητο είναι η μοναδική περιουσία του καθ' ου η αίτηση στην Κύπρο. Η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 και όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ελεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδου Πολιτική Έφεση Αρ. 52/2010, 19/3/2014 : «Δεν πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι η αίτηση στηριζόταν και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, πρόνοια με την οποία το Δικαστήριο καθόλου δεν ασχολήθηκε. Δυνάμει του άρθρου 5 κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της αγωγής. (Ευριπίδης Ζεμενίδης ν. Α. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία ΛΕΩΝΙΚ ΛΤΔ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Σκοπεί το άρθρο 5, έκριναν οι αποφάσεις ανωτέρω, στην έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος ώστε να εμποδιστεί ο εναγόμενος ή ο ενάγων δυνάμει ανταπαίτησης, να πωλήσει ή μεταβιβάσει την ιδιοκτησία του σε τρίτο πρόσωπο με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να εμποδιστεί να ικανοποιηθεί στην απόφαση που είναι δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αποδεικνύεται το επείγον ή ότι υπάρχουν άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις ώστε να το εκδώσει μονομερώς και χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Σχετική επίσης με το ζήτημα είναι η Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520. Δεν είναι όμως απαραίτητο, Phasarias (ανωτέρω), να καταδειχθεί πρόθεση αποξένωσης. Το διάταγμα εκδίδεται ώστε να αποφευχθεί η αποξένωση και να μην υψωθεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον του ενάγοντος. » Στην υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά. v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ σελ.162 υιοθετήθηκε το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση αναφέροντας τα ακόλουθα: « Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, υπήρχε επαρκής μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου που έδειχνε ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των εφεσειόντων ήταν υπαρκτός και υπήρχε και πιθανότητα μη ικανοποίησης μιας απόφασης που τυχόν να πετύχουν στο τέλος οι εφεσίβλητοι. Στο συμπέρασμα αυτό, με το οποίο συμφωνούμε, κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη το περίπλοκο των γεγονότων υπό το φως του καταλογιζόμενου περίτεχνου δόλου εις βάρος των εφεσιβλήτων με τον οποίον εξαπατήθηκαν τόσο οι Αρχές των Η.Π.Α. όσο και οι μέτοχοι της εταιρείας. Ακόμα το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά συνυπολόγισε και τη μη εμφάνιση του πρώτου εναγομένου-εφεσείοντα σε ανάλογη διαδικασία που ηγέρθη και εναντίον του στο Isle of Man, στοιχείο που κατά τον πρωτόδικο Δικαστή δημιουργούσε ερωτηματικά ως προς τις προθέσεις του για αντιμετώπιση των ευθυνών του και για ικανοποίηση ενδεχόμενης απόφασης εναντίον του.» Ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η οικία δεν έχει μεταβιβαστεί ακόμη επ' ονόματι του αφού δεν έχει καταβάλει ακόμη πλήρως το τίμημα. Συνεπώς, είναι αδύνατο να αποξενώσει την έπαυλη αφού δεν είναι καν εγγεγραμμένη στο όνομα του. Το επιχείρημα αυτό όμως όπως προβάλλεται μπορεί να αντιστραφεί και να ισχυριστεί κάποιος αφού ο εναγόμενος δεν προτίθεται να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία εκκρεμούσης της Αγωγής, τότε γιατί δεν δέχεται την έκδοση του σχετικού διατάγματος εναντίον του. Περαιτέρω, ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν έχει προσαχθεί ικανοποιητική μαρτυρία σχετικά με τη πρόθεση του να αποξενώσει το εν λόγω ακίνητο. Όσον αφορά τον εν λόγω ισχυρισμό ότι δεν περιέχει ικανοποιητική μαρτυρία στην υπόθεση Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί.» Το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν έχει αποξενώσει μέχρι σήμερα, ως ισχυρίζεται, τα περιουσιακά του στοιχεία, δεν σημαίνει ότι δεν θα το πράξει στο μέλλον. Το ουσιώδες όμως εδώ, σύμφωνα με την πιο πάνω Νομολογία, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Η συμπεριφορά του εναγομένου να εξαφανιστεί από την Κύπρο και το καθεστώς της παραμονής του στη Κύπρο οδηγούν στο ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος ο εναγόμενος να προβεί σε αποξένωση των περιουσιακών του στοιχείων και να εξαφανιστεί από την Κύπρο, οπότε σε τέτοια περίπτωση δεν θα είναι δυνατό να ικανοποιηθεί η όποια δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος των εναγόντων. Κατά συνέπεια, θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Για τους πιο πάνω λόγους είμαι ικανοποιημένος ότι συντρέχει και αυτό το κριτήριο τόσο με την συγκεκριμένη μαρτυρία για την πρόθεση αποξένωσης του επίδικου ακινήτου όσο και σε συνάρτηση με την πιθανή επίδραση που τέτοια αποξένωση θα είχε επί της απαίτησης των εναγόντων. Το κατεπείγον της έκδοσης του διατάγματος : Δεν έχω διακρίνει και δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης αφού η αίτηση ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε το συντομότερο δυνατόν, όπως κρίνω, μετά τη διαπίστωση των μεθοδεύσεων του εναγομένου λόγω της συμπεριφοράς του. Δικαιολογήθηκε αρκούντως ικανοποιητικά ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης τέλος Μαρτίου 2016 στην αρχική ένορκη δήλωση της αιτήτριας, στην παρ. 26 και το Δικαστήριο (με διαφορετική τότε σύνθεση) κατά την έκδοση του Διατάγματος αξιολόγησε αυτούς τους λόγους υπέρ της έκδοσης του διατάγματος. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι ενάγοντες είναι κάτοικοι του εξωτερικού και έτσι κάποια επέκταση του χρόνου για να ενεργήσουν για την προώθηση των δικαιωμάτων τους είναι δικαιολογημένη. Το ζήτημα του κατεπείγοντος είναι ζήτημα που αποτελεί όρο για την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα, σύμφωνα με το Άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6: «Διατάγματα χωρίς ειδοποίηση. 9.-
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση." Στην υπόθεση Γεώργιος Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 A.A.Δ. 2029,αναφέρθηκαν τα εξής: «.κατά την εξέταση της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Στην παρούσα υπόθεση όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, η έκδοση του επίδικου διατάγματος σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζει τον εφεσείοντα «έχοντας υπόψη την δεδηλωμένη θέση του ότι οι μετοχές αγοράσθηκαν χωρίς τις οδηγίες του και επομένως δεν του ανήκουν». Επομένως σε σχέση και με τους δύο παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη η πλάστιγγα κλείνει εναντίον του εφεσείοντα. .. Με δεδομένη την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατή την πιθανότητα επιτυχίας θεωρούμε ότι η προστασία των δικαιωμάτων των εφεσειόντων καθίστατο επείγον ζήτημα. Επομένως το επίδικο διάταγμα μπορούσε να χορηγηθεί μετά από μονομερή αίτηση. Περαιτέρω θεωρούμε ότι η καθυστέρηση - μικρότερη των 4 μηνών - εξεταζόμενη σε συνάρτηση με τους πιο πάνω δύο παράγοντες - την ουσία της υπόθεσης και τον επηρεασμό των δικαιωμάτων του εφεσείοντα - δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την άρνηση χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας.» Στην προκειμένη περίπτωση, το θέμα του κατεπείγοντος προκύπτει από το γεγονός ότι ο εναγόμενος, ήρθε στη Κύπρο στις 22.03.2016 και προβλήθηκε ότι ο σκοπός αυτής της επίσκεψης του ήταν να πωλήσει το ακίνητο. Αυτό ενδεχομένως να οδηγούσε σε φυγή του από την Κύπρο και την μη ανεύρεση του για να ικανοποιηθεί ενδεχομένως η όποια απόφαση εκδοθεί εναντίον του στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με το σύγγραμμα The Annual Practice 1963, το κατεπείγον προκύπτει από τον κίνδυνο να χαθεί ή να καταστραφεί η περιουσία, που στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για την Έπαυλη η οποία είναι το μόνο στοιχείο το οποίο μπορεί να εξασφαλίσει τη ικανοποίηση της απαίτησης των Αιτητών. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1474 απόφαση Δ. Χατζηχαμπή, Δ, μεταξύ άλλων εξετάστηκε το ζήτημα του κατ' επείγοντος όπως αυτό τίθεται με το άρθρο 9 του Κεφ.6, υποδεικνύει σε σχέση με το ζήτημα τα ακόλουθα: "Το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν επομένως ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία." Εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής κρίνω ότι καμιά καθυστέρηση δεν υπήρξε από μέρους των αιτητών στο να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία. Αντίθετα, ως φαίνεται και από την μαρτυρία που προσκομίστηκε, οι αιτητές ενήργησαν με ταχύτητα , λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος είχε εγκαταλείψει την Κύπρο μέχρι τις 22.03.2016 και είχαν γίνει διαβήματα για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας και έπρεπε να γίνει μελέτη όσων εγγράφων είχαν στην κατοχή τους. Επομένως, με βάση τα ως άνω διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση ούτε σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα, ούτε σε σχέση με την αίτηση. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να κάμω και μια σύντομη αναφορά στην πορεία της αίτησης από της καταχώρησης της μέχρι και σήμερα. Είναι γεγονός ότι η αίτηση αυτή καθυστέρησε να εκδικασθεί. Αυτό όμως οφείλεται στο χρόνο που κάθε φορά ζητείτο και από τις δύο πλευρές με σκοπό να διαβουλευτούν, να ετοιμαστούν λογαριασμοί (έσοδα - έξοδα) της επιχείρησης με σκοπό να καταβληθεί προσπάθεια διευθέτησης της διαφοράς. Επισημαίνω ότι όλες οι αναβολές που δίδονταν κάθε φορά ήταν με κοινή συγκατάθεση και το Δικαστήριο αναμένοντας ότι οι προσπάθειες που καταβάλλονταν θα μπορούσαν με καλή θέληση να ευοδωθούν παρείχε κάθε φορά αυτή την ευκαιρία στους διαδίκους. Το ισοζύγιο της ευχέρειας: Το θέμα που απομένει να εξεταστεί αφού έκρινα πιο πάνω ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που εξετάζονται όταν αποφασίζονται τέτοιας φύσης αιτήσεις, είναι αν πρέπει το διάταγμα να διατηρηθεί σε ισχύ στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να παραμείνει σε ισχύ. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η φράση «status quo» επεξηγήθηκε στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788 με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571. To Δικαστήριο κατά την εξέταση προσωρινού διατάγματος πρέπει να προσπαθεί να διατηρήσει το status quo ante bellum, δηλαδή την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli. Ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται στην ένσταση του ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και το ισοζύγιο της ευχέρειας προστάζει όπως το διάταγμα ημερ. 31/03/2016 και 05/04/2016 ακυρωθεί, ισχυρισμός ο οποίος αμφισβητείται και απορρίπτεται από τους Αιτητές. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κίνδυνος πώλησης του ακινήτου είναι εμφανέστατος καθ' ότι για την εν λόγω Έπαυλη δεν έχει μεταβιβασθεί ο τίτλος στο όνομα του, καθ' ότι δεν έχει καταβάλει ακόμη πλήρως το τίμημα στο Nicolaou & Zavos Properties Ltd, γεγονός το οποίο παραδέχεται ο καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 39 της ενόρκου δηλώσεως του. Τα ως άνω δεν λειτουργούν υπέρ του επιχειρήματος του καθ' ου η αίτηση αλλά, όπως κρίνω, λειτουργεί από την ανάποδη. Αυτό σημαίνει ότι ευκολότερα ο καθ' ου η αίτηση θα μπορούσε να αποξενωθεί από αυτό. Από την άλλη όμως, σίγουρα εάν δεν καταστεί απόλυτο το διάταγμα τότε πέραν από τον κίνδυνο αποξένωσης της Έπαυλης από τον εναγόμενο, το οποίο αποτελεί το μόνο περιουσιακό του στοιχείο στην Κύπρο, σίγουρα θα υπάρξουν οι συνέπειες που αναφέρονται και πιο πάνω, δηλαδή της αντιμετώπισης αγωγών και καταβολής οφειλόμενων ποσών από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος που οφείλονται ενοίκια, έμπορους και προσωπικό που εργοδότησε κάτι που ενδεχόμενα να θα επιβάρυναν τους αιτητές. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν διακρίνω λόγο γιατί αυτό το status quo ante bellum να μην διατηρηθεί υπέρ των εναγόντων/αιτητών. Υπό το φως των πιο πάνω, κατά την άποψη μου το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγόντων/αιτητών, ότι δηλαδή είναι δίκαιο και πρόσφορο να εγκριθεί η αίτηση και να οριστικοποιηθεί το παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε. Αν οι ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους εναντίον του εναγομένου, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους, αν δεν διατηρηθεί η προγενέστερη κατάσταση πραγμάτων (status quo ante) με την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος. Από την άλλη, δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ουσιαστική ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός σε βάρος του εναγομένου με την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Είναι η θέση των αιτητών με την οποία και συμφωνώ, ότι σε περίπτωση που απορριφθεί το διάταγμα, η ταλαιπωρία που θα υποστούν οι αιτητές θα είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υποστεί ο καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος. Συμφωνώ ότι όπως είναι τα γεγονότα της υπόθεσης αν δεν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα οι αιτητές δεν θα υποστούν μόνο ταλαιπωρία αλλά η πιθανότητα ανάκτησης οποιουδήποτε ποσού ενδεχομένως τους επιδικαστεί να καταστεί μηδαμινή και ανύπαρκτη. Προβλήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας: Ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι τo αιτούμενo διάταγμα δεν πρέπει να οριστικοποιηθεί καθ' ότι η αίτηση των εναγόντων αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, είναι καταπιεστική, ενοχλητική, άδικη και εκδικητική προς τον καθ' ου η αίτηση και έγινε για αλλότριους σκοπούς και ειδικότερα για αποκάλυψη μαρτυρίας και/ή προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» (fishing expedition). Ο καθ' ου η αίτηση, ισχυρίζεται ότι οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση και την αγωγή, με σκοπό να τον εκδικηθούν, επειδή το εστιατόριο τελικά δεν απέβη κερδοφόρο και έκλεισε. Περαιτέρω, ο καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 16 της ενόρκου δηλώσεως του, ισχυρίζεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με σκοπό να εκμαιεύσουν μαρτυρία με την παρουσίαση εκ μέρους του όλων των στοιχείων της εταιρείας, που θα μπορούσαν να λάμβαναν από τον λογιστή της εταιρείας. Όμως είναι φανερόν ότι οι αιτητές επιδιώκουν την οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος καθώς αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του στην Κύπρο, με την οποία μπορεί να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται να εξασφαλίσουν. Η υπό κρίση περίπτωση, με κανένα τρόπο δεν αποτελεί «ψάρεμα μαρτυρίας» («fishing expedition»), ως ισχυρίζεται ο καθ' ου η αίτηση. Οι αποδείξεις και τιμολόγια, τα οποία παραδέχεται εμμέσως ο καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 16, ότι δεν δόθηκαν στους ενάγοντες, τα αποκάλυψε οικειοθελώς ο καθ' ου η αίτηση στην ένσταση του για να την στοιχειοθετήσει. Επομένως, ο ισχυρισμός του περί «ψαρέματος μαρτυρίας» («fishing expedition») δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης είναι άσχετος και άστοχος και συνεπώς απορρίπτεται. Περαιτέρω, ο καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως του, ισχυρίζεται ότι έπρεπε οι ενάγοντες να καταχωρήσουν άλλη δικαστική διαδικασία και με διαφορετικούς διαδίκους. Παρά το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν περιγράφει συγκεκριμένα σε ποια δικαστική διαδικασία αναφέρεται, εμμέσως πλην σαφώς υπονοεί μάλλον ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί παράγωγη αγωγή με διάδικο την Εταιρεία. Αυτό είναι που εισηγήθηκε και ο ευπαίδευτος συνήγορος τους στην αγόρευση του. Όμως εδώ δεν υφίστανται οι λόγοι για καταχώρηση παράγωγης Αγωγής στην υπό κρίση υπόθεση, οι ενάγοντες ισχυρίζονται δόλια συμπεριφορά του εναγομένου, δια της οποίας τους υφάρπαξε ποσό πέραν €433.000 το οποίο αξιώνεται. Η αφετηρία των γεγονότων καθορίζεται μήνες πριν τη δημιουργία της όποιας Εταιρείας από τον καθ' ου η αίτηση. Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα Farrar's Comp. Law, 4η Εκδ., σελ. 430, παράγωγη αγωγή δύναται να εγερθεί από μέτοχο εταιρείας σε σχέση με αδίκημα που διαπράττεται εναντίον της εταιρείας όταν οι αδικοπραγούντες ελέγχουν την εταιρεία και την εμποδίζουν από το να εγείρει αγωγή στο όνομα της. Μάλιστα επισημαίνεται ότι ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει: (α) το στοιχείο του δόλου και (β) το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει την αγωγή στο δικό της όνομα. Στην υπόθεση Mammous κ.ά. ν. Willstrop κ.ά.
(2012)1(Α) ΑΑΔ σελ. 90, λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «. . . . .. Παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)67 E.R. 189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις, η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία. Σχετικές με τους κανόνες που διέπουν το θέμα στην Κύπρο είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θωμά κ.α. ν. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263 και Πιριλλής κ.α. ν. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136.» Στο σύγγραμμα Gower's Principles of Modern Company Law, 4η έκδοση, σελ. 651 αναφέρεται ότι (σε παράγωγη αγωγή): «Η εταιρεία πρέπει να προστεθεί ως εναγόμενη στην αγωγή. Η εταιρεία είναι ο πραγματικός ενάγων και εάν απόφαση εις χρήμα επιτύχει εναντίον των πραγματικών εναγομένων - των αδικοπραγούντων διευθυντών ή των άλλων που έχουν τον έλεγχο της - αυτή θα είναι προς όφελος της εταιρείας και όχι προς όφελος του μετόχου που είναι κατ' όνομα ενάγων. Η εταιρεία δεν μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ενάγων καθ' ότι κανένα από τα όργανα της - το Διοικητικό Συμβούλιο και Γενική Συνέλευση - θα επέτρεπαν έγερση της αγωγής. Ως το επόμενο καλύτερο, το Δικαστήριο επιμένει όπως προστεθεί ως εναγόμενη. Εφ' όσον η εταιρεία είναι διάδικος, απόφαση μπορεί να δοθεί προς όφελος της και οποιαδήποτε απόφαση στην υπόθεση γίνεται δεδικασμένο κατά το μέρος που αφορά την εταιρεία, εμποδίζοντας την να επαναφέρει νέα αγωγή για την ίδια αιτία, εάν στο μέλλον υπάρξει αλλαγή στον έλεγχο της.» Η προϋπόθεση ότι για να νομιμοποιείται ένας μέτοχος να κινήσει νομική διαδικασία εκ μέρους της εταιρείας, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η εταιρεία αδυνατεί η ίδια να πάρει νομικά μέτρα ενώπιον του Δικαστηρίου, ικανοποιείται π.χ. όταν η εταιρεία έπαυσε ήδη να υφίσταται ως νομική οντότητα. Περαιτέρω, η παρούσα υπόθεση δεν ικανοποιεί οποιεσδήποτε από τις παραπάνω προϋποθέσεις για εξαίρεση από το γενικό κανόνα της Foss & Harbottle, ότι ο κατάλληλος ενάγων σε αγωγή που αφορά ισχυριζόμενο αδίκημα που έγινε κατά της εταιρείας είναι η ίδια η εταιρεία. Ο κανόνας στην υπόθεση Foss v. Hartbottle
(1843)67 E.R. 189, είναι ότι τα Δικαστήρια αρνούνται να ικανοποιήσουν αιτήματα μελών της μειοψηφίας των μετόχων, τα οποία, μέλη, είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή από το Διοικητικό Συμβούλιο και ούτε επεμβαίνουν στη διεύθυνση της εταιρείας. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται επέμβαση ύστερα από αίτημα μελών της μειοψηφίας των μετόχων όταν:
(1)Η πράξη (act or transaction) της εταιρείας είναι παράνομη ή έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας (ultra vires)
(2)Η πράξη συνιστά δόλο (fraud) εναντίον της μειοψηφίας, οι δε αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας,
(3)Η πράξη μπορεί να τελεσθεί ή επικυρωθεί, νόμιμα, μόνο με ειδική πλειοψηφία,
(4)Η πράξη παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου ή μετόχων,
(5)Η πράξη παραβιάζει το καταστατικό της εταιρείας. (Βλ. Palmers Company Law, 24η έκδοση, παράγραφοι 65-04, σελ. 980, Farrar's Company Law, Third Edition, 1991, σελ. 442 επ., Charlesworth and Cain Company Law, Eleventh Edition, 1977, σελ. 376 επ, R. Pennington Company Law, Eighth Edition, σελ. 795 επ. Και Θωμά Αιμ. κ.ά v. I. Ηλιάδη
(2006)1 ΑΑΔ. 1263)». Στην βάση των πιο πάνω αρχών και των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι αυτή δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω περιπτώσεις καθ' ότι οι ενάγοντες δεν αποτελούν μετόχους μειοψηφίας και περαιτέρω σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα Gore-Browne on Companies, 44η έκδοση, τόμος 2 στις 28.014 παραγρ. 28.8.2, Stroud v. Lawson
(1898)2 QB 44, σε παράγωγη αγωγή δεν μπορεί να συνδυαστεί αξίωση προς όφελος του ίδιου του ενάγοντα (μετόχου ή μειοψηφίας, ανάλογα). Η βάση της παρούσας αγωγής είναι για το αστικό αδίκημα της απάτης του εναγόμενου, της παρουσίασης ψευδών παραστάσεων με σκοπό την υφαρπαγή χρηματικού κεφαλαίου και τη διεκδίκηση αποζημιώσεων από τους ενάγοντες λόγω παράβασης συμφωνίας συνεργασίας. Οι ενάγοντες δεν μπορούν να καταχωρήσουν παράγωγη αγωγή με εναγόμενη την Εταιρεία και ταυτόχρονα να έχουν αξίωση προς όφελος τους. Ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει ως λόγο ένστασης ότι δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία από δικηγόρο: Δικαιολογημένα οι αιτητές διερωτώνται μέσω του δικηγόρου τους ποια είναι η μαρτυρία που προέρχεται από δικηγόρο την οποία και εισηγείται όπως απορρίψει το Δικαστήριο. Οι αναφορές της ενόρκως δηλούσας στο δικηγόρο της είναι για ζητήματα που κατέδειξε η έρευνα του στα πλαίσια της εντολής που του έδωσαν οι αιτητές να διερευνήσει κάποια θέματα που έχριζαν διευκρίνησης. Ο κ. Π. Κλεοβούλου δεν υποστηρίζει την αίτηση με ένορκη δήλωση του. Το ότι παρέσχε νομική συμβουλή στους αιτητές την οποία επικαλείται η ενόρκως δηλούσα ότι έχουν καλή υπόθεση δεν σημαίνει ότι δίδεται οποιαδήποτε μαρτυρία από τον δικηγόρο τους. Και είναι αυτά τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι καθαρή νομική κρίση και όχι μαρτυρία. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ στο ζήτημα αυτό εφόσον δεν εντόπισα έρεισμα στην προβολή ενός τέτοιου λόγου. Επομένως και αυτός ο λόγος ένστασης του καθ' ου η αίτηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης η απόκρυψη και μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων: Ο καθ' ου η αίτηση, μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλείται για σκοπούς ακύρωσης του επίδικου διατάγματος, είναι αυτός που αφορά την από πλευράς εναγόντων/ αιτητών απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, με τρόπο που καθιστά την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 30.03.2016, παραπλανητική και ελλιπή. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης ενόψει του ότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας, η δε μονομερής αίτηση θεωρείται υψίστης πίστεως («uberrima fides»). Σχετικές είναι οι αποφάσεις Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω) και Zein κ.ά ν. Π. Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ 606. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο, ότι ένα πρόσωπο που απευθύνεται στο Δικαστήριο και επιζητεί την έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση, έχει την υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα. Όλα τα στοιχεία τα οποία μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης θα πρέπει να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, μιας και το Δικαστήριο σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ένορκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση. Στην υπόθεση Μ & CH Mitsingas Tr. Ltd v. Timberland Co.
(1977)
(1)(Γ) Α.Α.Δ. 1791, κρίθηκε πως αν ένα γεγονός είναι ουσιώδης προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα. Ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. Στην υπόθεση The Timberland Co of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 (B) A.A.Δ. 1179 τονίστηκε ότι η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει την βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά τη θέση του καθ' ου η αίτηση, ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθ' ότι απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα ή/και ότι παραπλάνησαν το Δικαστήριο, στηρίζεται στην θέση του εναγόμενου ότι η αιτήτρια 1 παραπλάνησε το Δικαστήριο και παραποίησε τα πραγματικά γεγονότα καθότι: α) όταν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι οι αιτητές κατέβαλαν το ποσό €430.000 ενώ ο καθ' ου η αίτηση όχι μόνο παραδέχεται ότι οι αιτητές κατέβαλαν το ισχυριζόμενο ποσό αλλά συγκεκριμένα κατέβαλαν το ποσό €433.393,13 , (β) παραπλάνησε το Δικαστήριο ότι δεν γνωρίζει τα έξοδα της Εταιρείας και αναμένει την έκβαση της αστυνομικής έρευνας και αφού εξεταστεί ο λογιστής του εναγομένου αλλά από την άλλη ισχυρίζεται η αιτήτρια 1 ότι τα έξοδα είναι λιγότερα από το κεφάλαιο και τις εισπράξεις της Εταιρείας, (γ) απέκρυψε από το Δικαστήριο ποια ήταν τα έξοδα τόσο για την έναρξη των εργασιών του εστιατορίου όσο και για τη λειτουργία του, ώστε να δημιουργήσει εντυπώσεις και να στηρίζει την υπόθεση εναντίον του καθ' ου η αίτηση, (δ) οι καταθέσεις που γίνονταν από τον καθ' ου η αίτηση στο λογαριασμό της Εταιρείας κατά την περίοδο 28/08/2014 - 15/06/2015, είναι πολύ περισσότερες από €18.000 που η αιτήτρια ψευδώς αναφέρει, (ε) δεν ανταποκρίνεται στη αλήθεια ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας ότι ο αιτητής 2 έμβαζε χρήματα γιατί τον εκβίαζε ο καθ' ου η αίτηση αλλά διότι γνώριζε ότι έπρεπε να καλυφθούν οι ανάγκες του εστιατορίου (στ) ψευδώς και παραπλανητικώς η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι στις 22/03/2016, ο καθ' ου η αίτηση ήρθε στην Κύπρο με μοναδικό σκοπό να πωλήσει την έπαυλη και να εξαφανιστεί για πάντα από την Κύπρο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου το ποσό που ανέφερε η αιτήτρια είναι λιγότερο από το ποσό που παραδέχτηκε ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του και αποδεικνύει ότι ο καθ' ου κατάφερε να υφαρπάξει από τους αιτητές περισσότερα χρήματα από αυτά που υπολόγισαν και το εν λόγω γεγονός δεν μπορεί να ενέχει ιδιαίτερης σημασίας καθ' ότι οι αιτητές διεκδίκησαν λιγότερα στην απαίτηση τους παρά περισσότερα, άρα δεν μπορεί να εκληφθεί ως παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ως απόκρυψη γεγονότος. Ο εν λόγω υπολογισμός των χρημάτων που κατέβαλαν οι αιτητές έγινε κατά προσέγγιση, με βάση τις αποδείξεις της Τράπεζας που διατηρούσαν στην κατοχή τους οι αιτητές όταν έμβαζαν τα χρήματα στο λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση. Ξεκινώντας την ανάλυση των πιο πάνω στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι σε καμία περίπτωση ο καθ' ου η αίτηση δεν εξηγεί πως οι αιτητές γνωρίζουν τα έξοδα του εστιατορίου και πως τα απέκρυψαν από το Δικαστήριο, αφού δεν έχουν λάβει ποτέ αποδείξεις από τον καθ' ου η αίτηση. Από τα έγγραφα που πήραν στην κατοχή τους οι αιτητές και έμαθαν ότι τα έξοδα είναι λιγότερα από το κεφάλαιο και τις εισπράξεις της Εταιρείας είναι αυτά που τους έδωσε η Αστυνομία, συγκεκριμένα ο Αστυνομικός Μιχάλης Πιττάλης ο οποίος τα ζήτησε από τον λογιστή Παναγιώτη Κωνσταντίνου μετά που ο ίδιος αρνήθηκε να τους τα δώσει, καθ' ότι εκκρεμούσαν οφειλόμενα τιμολόγια και ήθελε πληρωμή. Περαιτέρω, το γεγονός το οποίο η αιτήτρια δεν γνώριζε ότι οι καταθέσεις στον λογαριασμό ήταν περισσότερες από €18.000, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό των αιτητών ότι αυτοί δεν γνώριζαν τους κωδικούς του τραπεζικού λογαριασμό της Εταιρείας και δεν είχαν πρόσβαση στον εν λόγω λογαριασμό και ο καθ' ου η αίτηση ήταν ο μόνος που το διαχειριζόταν. Ο ισχυρισμός των αιτητών, ότι ο καθ' ου η αίτηση τους εκβίαζε συνεχώς και τους πίεζε να του αποστείλουν μεγάλα χρηματικά ποσά λέγοντας τους ότι είχε δανειστεί από τον συνέταιρο του στο Κίεβο, ο οποίος τον εκβίαζε ότι θα έκλεινε την επιχείρηση του αν δεν του επέστρεφε τα χρήματα και ότι θα κλείσει το εστιατόριο αν δεν του έμβαζαν οι αιτητές κεφάλαια αποδεικνύεται από την ηλεκτρονική αλληλογραφία των διαδίκων, δηλαδή το Τεκμήριο Γ, της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας. Η εξέταση όλων των πιο πάνω λόγων τους οποίους επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση για να ισχυριστεί ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια δεν βρίσκουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Σύμφωνα με το ενώπιον μου υλικό διαφαίνεται ότι οι αιτητές έχουν προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών εγγράφων και γεγονότων που ήταν στην κατοχή τους ή τη γνώση τους. Ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος ένστασης παρέμεινε χωρίς έρεισμα και απορρίπτεται. Προβλήθηκε ότι διατάχθηκε χαμηλό ύψος εγγύησης όταν εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα: Ο καθ' ου η αίτηση, ισχυρίζεται στην ένσταση του ότι το ύψος της εγγύησης που δόθηκε για εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 30/03/2016 και 05/04/2016, είναι υπέρμετρα χαμηλό σε σχέση με την αξία της δεσμευμένης περιουσίας. Η εξασφάλιση όμως τραπεζικής εγγύησης αποτελεί όρο για την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα, σύμφωνα με το Άρθρο 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6:
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα. Η ανάληψη υποχρέωσης αποζημίωσης αποτελεί το τίμημα που πρέπει να καταβάλει ο αιτητής. Με την ανάληψη της υποχρέωσης, ο αιτητής αναλαμβάνει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διαταγή για αποζημίωση η οποία ενδεχομένως να εκδοθεί από το Δικαστήριο, σε περίπτωση που μεταγενέστερα είναι της γνώμης ότι ο καθ' ου η αίτηση, συνεπεία του διατάγματος, έχει υποστεί ζημιά την οποία η πλευρά του αιτητή πρέπει να καταβάλει. Σχετικά όσα αναφέρονται στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφος 1072. Τέτοια πρόνοια εμπεριέχεται στο Άρθρο 7 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά πότε το Δικαστήριο, αφού υποβληθεί αίτηση από τον εναγόμενο, διατάσσει τον ενάγοντα να καταβάλει στον εναγόμενο τέτοιο ποσό που θεωρεί ως εύλογη αποζημίωση για δαπάνη ή βλάβη που προξενήθηκε από την εκτέλεση του διατάγματος, με αποτέλεσμα η καταβολή αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου αυτού, να συνιστά κώλυμα για έγερση αγωγής για διεκδίκηση τέτοιας αποζημίωσης και σε περίπτωση που καταχωρήθηκε τέτοια αγωγή αναστέλλεται, υπό όρους που θεωρεί το Δικαστήριο δίκαιους. Στην υπόθεση Αρ. Αγ. 909/2014 AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD ν. SUN HALL Ομόρρυθμη Εταιρεία, ημερομηνίας 16.5.2014, ο έντιμος Δικαστής κ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. διαφώνησε με τη εισήγηση του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση για αλλαγή της μορφής της εγγύησης έχοντας υπόψη τη διατύπωση του άρθρου 9
(2)του ΚΕΦ. 6 καθώς και την υπόθεση Seamark Consult Services Ltd κ.ά. v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, 183 στην οποία αναφέρθηκε: «ότι η τραπεζική εγγύηση που δόθηκε ήταν προδήλως υπέρτερη εκείνης που είχε υπόψη του ο νομοθέτης όταν θέσπιζε το άρθρο 9
(2)του ΚΕΦ. 6». Ούτε και με βάση το άρθρο 32
(2)του Ν.14/60 είχε αποδειχθεί εύλογη αιτία από την εναγόμενη για να καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση της Εγγύησης, ως την εισηγείτο ο δικηγόρος της εναγόμενης. Περαιτέρω, ο καθορισμός της αποζημίωσης τυχόν ζημιάς που θα υποστεί ο εναγόμενος σύμφωνα με αγγλική νομολογία υπολογίζεται με βάση των αρχών foreseeability and remoteness of damages. Δεν συμφωνώ ότι το ύψος της εγγύησης είναι χαμηλό, αφού η εγγύηση δίνεται προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, που θεωρεί σκόπιμη, για ζημιά που πιθανόν να υποστεί ο εναγόμενος από την εκτέλεση του διατάγματος και όχι για την εξασφάλιση ολόκληρης της όποιας πιθανής απαίτησης του εναγομένου που εν προκειμένω δεν διαφαίνεται ότι υπάρχει. Επομένως, η εγγύηση η οποία καθορίστηκε με βάση τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε €20.000, είναι κατά την άποψη μου ικανοποιητική για να καλύψει τυχόν ζημία που θα υποστεί ο καθ' ου η αίτηση, από την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Περαιτέρω, ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν έχει πρόθεση να εγκαταλείψει την Κύπρο αλλά ούτε και ν' αποξενώσει το εν λόγω ακίνητο, επομένως δεν θα υποστεί καμία ζημιά σε περίπτωση που το διάταγμα εκτελέστηκε λανθασμένα. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης ότι η αξία της δεσμευμένης περιουσίας υπερβαίνει το ποσό της απαίτησης: Ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι με το διάταγμα δεσμεύθηκε περιουσία δυσανάλογης αξίας με την απαίτηση και τα έξοδα των αιτητών. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι αιτητές δεν παρουσίασαν μαρτυρία ως προς το αξιόχρεο ή μη και γενικά για την οικονομική του κατάσταση, για να καταδειχθεί η πιθανότητα μη ικανοποίησης απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί προς όφελος των αιτητών στο μέλλον. Έχω ήδη προαναφέρει ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία η αξία της περιουσίας την οποία το Διάταγμα δεσμεύει είναι ποσού €320.000 όπως προκύπτει από το λεκτικό των παραγράφων 27 και 28 της αρχικής Ενόρκου Δηλώσεως. Η αξίωση των εναγόντων υπερβαίνει το ποσό €433.000, πλέον τόκοι, πλέον έξοδα. Επομένως ούτε αυτή η εισήγηση δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα και απορρίπτεται. Πέραν τούτου, ο Καθ' ου η Αίτηση ενώ έθεσε θέμα για την αξία του επίδικου ακινήτου, ο ίδιος ουδεμία συγκεκριμένη και σαφή πληροφόρηση έδωσε αναφορικά με την αξία του, πέραν της πιο πάνω γενικής και αόριστης αναφοράς και ούτε έδωσε οποιαδήποτε πληροφόρηση αναφορικά με οποιαδήποτε ευρύτερη περιουσία του, αλλά ούτε και αποκάλυψε κατά πόσο έχει άλλη περιουσία εκτός από τη απλή αναφορά στη λειτουργία του τσίρκου. Επομένως στην απουσία αντίκρουσης της μαρτυρίας που παρουσίασαν οι αιτητές αποδέχομαι τη μαρτυρία των τελευταίων πάνω στο ζήτημα αυτό. Επιπλέον, αξιώνονται αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/η διαφυγόντα κέρδη και/ή αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη, την οποία διέπραξε ο εναγόμενος εις βάρος των Εναγόντων. Σχετική με αυτόν το λόγο ένστασης είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Φετοκάκης ν. Λάμπρου Χριστοφή κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 800, στην οποία επισημάνθηκε ότι σε περίπτωση που η πλευρά του καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία από ό,τι η απαίτηση των εναγόντων, σε βαθμό που θα δικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος θα μπορούσε να είχε δώσει στοιχεία που να οδηγούσαν σε τέτοιο συμπέρασμα. Σημειώνεται ότι σ' εκείνη την υπόθεση είχε επισημανθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρχε έστω ένδειξη της αξίας της περιουσίας που είχε δεσμευθεί εφόσον καμιά εκτίμηση δεν είχε παρουσιαστεί για το ζήτημα αυτό. Παραθέτω στο σημείο αυτό, το μέρος της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου που καταγράφηκε στην απόφαση του Εφετείου (σελίδα 805): «Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στο θέμα ήταν η πιο κάτω: "Εξετάζοντας τώρα το κριτήριο της πιθανότητας οι ενάγοντες να μην μπορούν να ικανοποιήσουν μεταγενέστερη απόφαση που ήθελε τυχόν εκδοθεί υπέρ τους (Αρ.5
(1)Κεφ.6) και κατ' ακολουθία τη (γ) προϋπόθεση του άρθρου 32 και την προϋπόθεση του άρθρου 9
(2)του Ν.31(Ι)/92 καταλήγω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει έστω ένδειξη της αξίας της περιουσίας που έχει δεσμευθεί. Το γεγονός και μόνο ότι είναι η μόνη περιουσία του καθ΄ ου και ότι θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί τουλάχιστον μερικώς η αξίωση των αιτητών ύψους σύμφωνα με τη θέση τους £200.000 χωρίς καμιά εκτίμηση για την αξία της περιουσίας, δεν προσδιορίζει και το ύψος της αξίας της περιουσίας η οποία έχει δεσμευθεί. Βέβαια ο καθ΄ ου αναφέρει ότι εντός των τεμαχίων βρίσκεται υπό ανέγερση η κατοικία της οικογένειας του και ότι τα τεμάχια είναι υποθηκευμένα αντί ποσού £100.
  1. Αυτό είναι ενδεικτικό ότι η αξία τους υπερβαίνει το ποσό αυτό αλλά και πάλι δεν μπορεί να συναχθεί η αξία τους. Ο καθ΄ ου και πάλι δεν έδωσε έστω ενδεικτικό ποσό ώστε να διαφανεί αν η δέσμευση αφορά σε περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας ούτε ισχυρίστηκε ο καθ΄ ου ότι δεσμεύτηκε με περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας, συνεπώς δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην διατηρηθεί το προσωρινό διάταγμα σε σχέση με την ακίνητη περιουσία.» Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση έκρινε την αντιμετώπιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως ορθή. Παραθέτω στη συνέχεια τη σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση στη σελίδα 806: «Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση των εφεσιβλήτων είναι για το ποσό των £282.300 υπό τύπο αποζημιώσεων με επιπρόσθετη απαίτηση για τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Το εκδοθέν διάταγμα έχει δεσμεύσει δύο τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας του εφεσείοντος και 1.000 μετοχές που είναι εγγεγραμμένες στο όνομά του σε μία ιδιωτική εταιρεία. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι τα πιο πάνω δύο τεμάχια είναι υποθηκευμένα έναντι του ποσού των £100.
  2. Ο ίδιος ο εφεσείων δεν έχει δώσει οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία θα οδηγούσαν σε συμπέρασμα ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία από ότι η απαίτηση των εφεσιβλήτων, σε βαθμό που θα εδικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος.» Θεωρώ αναγκαίο στο σημείο αυτό να παραθέσω την ακόλουθη περικοπή από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Alpha Bank Limited v. Reliable Motor Cars (Nicosia) Ltd. κ.α., στη σελίδα 13 Αρ. Αγωγής 1308/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 5.6.2006, απόφαση του κ. Στέλιου Ναθαναήλ Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, στην οποία ανέφερε τα εξής: «Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. - πιο πάνω - αναφέρεται ότι αν οι εκεί εφεσείοντες είχαν προτείνει κάποια εναλλακτική προσέγγιση ως προς πρόταση για δέσμευση μιας συγκεκριμένης περιουσίας και απελευθέρωσης της υπόλοιπης ή ως προς την ύπαρξη τρόπου παραχώρησης ικανοποιητικής εγγύησης προς τους αιτητές χωρίς τη δέσμευση ακίνητης περιουσίας τους, τότε το παράπονό τους ότι θα έπρεπε να δεσμευτεί τόση περιουσία όση θα επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης, θα είχε νόημα. Η γενική άρνηση αφήνει έκθετη την ένσταση από τη άποψη ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη αντίκρουση ισχυρισμών στην αίτηση.» Επισημαίνεται εδώ ότι στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd. κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280 αφού έγινε αναφορά στο Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 τονίστηκε ότι η απλή αναφορά των εφεσειόντων σε εκείνη την υπόθεση ότι διέθεταν και άλλη ακίνητη περιουσία εκτός από εκείνη που είχε δεσμευθεί δεν ήταν αρκετή για να μη εκδοθεί διάταγμα. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Και αυτή την προϋπόθεση ικανοποίησαν οι εφεσίβλητοι. Αν οι εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση, το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα, αφού το δικαστήριο θα έπρεπε, ίσως, να επιλέξει τη λιγότερο επαχθή για τους εφεσείοντες επιλογή, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν εξ ίσου αποτελεσματική. Οι εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί.» Ο καθ' ου η αίτηση, ο οποίος είναι σε καλύτερη θέση να γνωρίζει, δεν δηλώνει και ούτε αποκαλύπτει ποια είναι η αξία της περιουσίας αυτής. Όπως επίσης το τι υποχρεώσεις και εμπράγματα βάρη επιβαρύνουν την περιουσία αυτή, αλλά ούτε και αν αυτός είναι ιδιοκτήτης άλλης τυχόν ακίνητης περιουσίας. Επίσης, δεν αναφέρει κατά πόσο η εν λόγω περιουσία, λαμβανομένων υπόψη τυχόν εμπράγματων ή άλλων βαρών, είναι ικανοποιητική σε περίπτωση εκποίησης για ικανοποίηση του λαβείν των εναγόντων. Όμως, όπως προκύπτει από την παράγραφο 39 της Ενόρκου Δηλώσεως του Αlinov Viacheslav ημερομηνίας 20/12/16, αναφέρει ότι δεν έχει καταβάλει ακόμη το πλήρες τίμημα για την αγορά της Έπαυλης και γι' αυτό το λόγο δεν έχει μεταβιβαστεί ακόμη σ' εκείνο. Σε σχέση με την μη καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως μέχρι σήμερα ενόψει των δηλώσεων που γίνονταν κάθε φορά για τις προσπάθειες διευθέτησης της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τη νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου/ καθ' ου η αίτηση κρίνω ότι δεν θα ήταν λόγος ο οποίος θα πρέπει να με οδηγήσει σε ακύρωση του ενδιάμεσου διατάγματος εξ αυτού του λόγου. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι μετά που επιφυλάχθηκε η παρούσα την 26.03.2018 στις 17.04.2018 μετά από άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο καταχωρήθηκε η έκθεση απαιτήσεως και επομένως στη βάση των πιο πάνω η περαιτέρω συζήτηση για το ζήτημα αυτό καθίσταται άνευ αντικειμένου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά την πιο πάνω ανάλυση όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου καταλήγω ότι οι λόγοι ένστασης στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος δεν έχουν έρεισμα ούτε στα γεγονότα της υπόθεσης ούτε και στις νομικές αρχές που ακολουθούνται και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Επομένως το εκδοθέν διάταγμα καθίσταται οριστικό. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων/ αιτητών και εναντίον του εναγομένου/ καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογρ.).............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Οριστικοποίηση Προσωρινού Διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.