INTERNATIONAL SHIPPING BUREAU (USA) INC ν. Μαριάννα Φούρναρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2072/2014, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A181 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2072/2014 Μεταξύ: INTERNATIONAL SHIPPING BUREAU (USA) INC Ενάγουσα και
- Μαριάννα Φούρναρη
- Νικόλας Διονυσίου
- Sierra Leone International Ship and Corporate Registry
- XEREZLTD
- Ανδρέας Φιλίππου
- Ανδρέας Νικολάου
- Georges Geagea
- Ali Haidar
- Register of Ships, Sierra Leone Maritime Administration Εναγόμενοι και EUROBANK CYPRUS LTD, από τη Λευκωσία Μεσεγγυούχοι Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους/αιτητές: Ο κ. Γιάννης Κωνσταντινίδης για Γιάννης Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση: Η κα Μ. Γιωρκάτζη για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για μεσεγγυούχους: Η κα Λ. Πέτρου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερ. 21.07.2017 για κατάσχεση εις χείρας τρίτου και ειδικότερα μέρους τραπεζικής εγγύησης που κατατέθηκε στα πλαίσια της έκδοσης συντηρητικού διατάγματος το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε και αφορά τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ των αιτητών στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας) Οι αιτητές με αίτηση τους επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και ειδικότερα από την EUROBANK CYPRUS LTD, από τη Λευκωσία, του ποσού των €5.212,00 με τόκο προς 5,5% από 15/07/2014 μέχρι 31/12/2014, πλέον τόκο προς 4% από 01/01/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί ποσού των €5.172,00 προς εξόφληση της οφειλής και/ή των δικηγορικών εξόδων της ενάγουσας προς τους εναγομένους 1, 2, 4, 5 και 6, ποσό το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στο όνομα της ενάγουσας σε λογαριασμό και/ή σε εγγυητική επιστολή αρ. LG/TS/14/xxxx για το ποσό των €30.000,00 σε υποκατάστημα της EUROBANK CYPRUS LTD, στην οδό Πινδάρου 27, Alpha Business Center, Block B, 6ος όροφος, 1060 Λευκωσία και το οποίο οφείλεται στην ενάγουσα και/ή είναι δικαιούμενη η ενάγουσα από την EUROBANK CYPRUS LTD, αφού το προαναφερόμενο ποσό βρίσκεται στα χέρια της. Τα υπόλοιπα αιτητικά αφορούν διάφορα «υποβοηθητικά» υπό κάποια έννοια διατάγματα σε σχέση με το ως άνω βασικό διάταγμα στο οποίο αποσκοπεί η αίτηση. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Μέρος 7, άρθρα 73 - 81 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.43 και Δ.48, θ. 1 και 2, στη Γενική Πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται σε ένορκη δήλωση του κ. Αντρέα Φιλίππου εναγόμενου 5 και ενός εκ των αιτητών. Δηλώνει στην ένορκη δήλωση του ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και σε σχέση με τα νομικά ζητήματα ότι έχει λάβει σχετική συμβουλή από τους δικηγόρους των εναγομένων. Αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και πως αυτή εξελίχθηκε μέχρι και που απορρίφθηκε η αγωγή στις 9.01.2016 καθώς δεν εκπλήρωσε η ενάγουσα το διάταγμα με το οποίο είχε διαταχθεί να παραχωρήσει ασφάλεια εξόδων ύψους €10.000,
- Ως συνέπεια της απόρριψης της αγωγής ήταν η ενάγουσα να καταδικαστεί στα έξοδα της αγωγής, τα οποία υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσόν των €5.212,00 με τόκο 5.5% από 15.07.2014 μέχρι 31.12.2014, πλέον τόκο 4% από 1.01.2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €5.172,
- Το πιο πάνω ποσό εξακολουθεί να οφείλεται ολόκληρο από την ενάγουσα, η οποία αρνείται μέχρι σήμερα να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Αναφέρεται στη συνέχεια στην παράδοση εκ μέρους της ενάγουσας στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού της εγγυητικής επιστολής της EUROBANK CYPRUS LTD, με αριθμό LG/ TS/ 14/ ΧΧΧΧ ημερομηνίας 12.05.2014 με την οποία η EUROBANΚ CYPRUS LTD αναλάμβανε να κρατά στη διάθεση του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού το ποσό εν €30.000,
- Η πιο πάνω εγγυητική εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και να βρίσκεται κατατεθειμένη στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και το ποσό των €30.000,00 δεσμευμένο στην EUROBANK CYPRUS LTD. Κάνει αναφορά στην αίτηση της ενάγουσας ημερομηνίας 28.12.2016 με την οποία αιτήθηκε διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου για επιστροφή της εγγυητικής. Ισχυρίζεται ότι η αίτηση αυτή είχε οριστεί εκ συμφώνου αρκετές φορές για οδηγίες με σκοπό να υπολογιστούν τα δικηγορικά έξοδα των εναγομένων και ως εκ τούτου να γίνει η σχετική πληρωμή από την ενάγουσα. Τα έξοδα των εναγομένων έχουν υπολογιστεί και εγκριθεί από το Δικαστήριο, η ενάγουσα αρνείται να τα καταβάλει. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση. Στη συνέχεια κάνει αναφορά στην ενάγουσα η οποία είναι αλλοδαπή εταιρεία και στην αδυναμία προοπτικής αποπληρωμής του ως άνω ποσού στο οποίο καταδικάστηκε καθώς δεν διαθέτει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο. Το ποσό δε της εγγυητικής είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο από το οποίο μπορεί οι αιτητές να εξασφαλίσουν το λαβείν τους. Πέραν όμως των πιο πάνω όπως ο ίδιος ο αντιπρόσωπος της ενάγουσας κ. Αντρέας Σαββίδης δηλώνει σε ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 06.11.2014 στα πλαίσια διαδικασιών στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή (η οποία ευρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου και αντίγραφο της επισυνάπτεται ως τεκμήριο, δήλωνε μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα δεν διεξάγει εργασίες, έχει διακοπεί η εργασία της, των υπαλλήλων της και των συνεργατών της με αποτέλεσμα να μην έχει οποιαδήποτε έσοδα. Για τους πιο πάνω λόγους πιστεύει ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και να δοθεί άδεια για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης από την εν λόγω εγγυητική του ως άνω ποσού. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των εναγομένων, δεν θα καταστεί δυνατό να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση. Η ενάγουσα/ καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση και οι λόγοι που την υποστηρίζουν είναι οι ακόλουθοι: « Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή η αίτηση είναι κατ' ουσία αβάσιμη. Η Ενάγουσα, ήτοι ο εξ' αποφάσεως χρεώστης, δεν έχει συμφέρον στο αντικείμενο της μεσεγγύησης και/ή δεν είναι ο δικαιούχος οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που βρίσκεται κατατεθειμένο στην Eurobank Cyprus Ltd και/ή δεν διατηρεί λογαριασμό με το τραπεζικό ίδρυμα Eurobank Cyprus Ltd. Δεν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα παραβιαστούν οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης αφού ο αιτητής της επίδικης εγγυητικής επιστολής της οποίας επιδιώκεται η κατάσχεση, και συνεπώς δικαιούχος των χρημάτων που δεσμεύτηκαν για παροχή αυτής, δεν είναι ο η Ενάγουσα αλλά η I.S.B, Management Ltd, η οποία δεν κατέστη μέρος της διαδικασίας και δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο αιτητής της επίδικης εγγυητικής σε σχέση με την οποία επιδιώκεται η έκδοση εντάλματος κατάσχεσης δεν είναι εξ'αποφάσεως οφειλέτης των Εναγομένων και/ή οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε δικαστική απόφαση εναντίον του. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφού οι Εναγόμενοι προωθούν την παρούσα αίτηση ενώ ταυτόχρονα ενίστανται στην επιστροφή της εγγυητικής και/ή η αίτηση είναι πρόωρη. H εγγυητική δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό πέραν αυτού που αναφέρει ρητά το κείμενο της. Oι Εναγόμενοι προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να εξασκηθεί εναντίον της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.» Οι μεσεγγυούχοι προχώρησαν και αυτοί σε καταχώρηση ένστασης την οποία βασίζουν στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Μέρος 7, άρθρα 73 - 81 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.43 και Δ.48, θ.θ. 1 και 2, 4
(1)και στην Γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Ως λόγους ένστασης προβάλλουν ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, άρθρα 73, 74 και 78 καθότι Ιδιοκτήτης ή/και δικαιούχος της εγγυητικής επιστολής ή/και του λογαριασμού επί του οποίου εκδόθηκε η εγγυητική είναι η εταιρεία I.S.B. Management Ltd και όχι οι ενάγοντες, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι οι ενάγοντες δεν έχουν συμφέρον επί του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι οι αιτητές δεν απέδειξαν ή και δεν παρουσίασαν καμία μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει ότι η εταιρεία I.S.B. Management Ltd οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς τους ενάγοντες, ότι η επίδικη εγγυητική επιστολή εκδόθηκε και ισχύει για συγκεκριμένο σκοπό, ήτοι προς εξόφληση οποιασδήποτε ζημιάς αποδειχθεί ότι θα προκύψει από την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 09.05.2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της αγωγής 2072/14, και ως εκ τούτου τα δικηγορικά έξοδα των αιτητών στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής δεν εμπίπτουν στον εν λόγω σκοπό ούτως ώστε να θεωρείται ότι η ενάγουσα έχει συμφέρον επί αυτής, τέλος οποιαδήποτε απαίτηση επί της εγγυητικής δύναται να υποβληθεί μόνο από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των μεσεγγυούχων τα θέτει σε ένορκη δήλωση του ο κ. Ορέστης Χατζηχαραλάμπους υπάλληλος της εταιρείας Eurobank Cyprus Ltd - μεσεγγυούχων, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο δια κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 21.07.2017 και δηλώνει ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους μεσεγγυούχους να προβεί σε αυτή. Δηλώνει από πού προέρχεται η γνώση του και ότι για τα νομικά ζητήματα στα οποία αναφέρεται έλαβε πληροφόρηση από τους δικηγόρους των μεσεγγυούχων κ.κ. Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Αναφέρεται και αυτός στο ιστορικό της αίτησης και δηλώνει ότι σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους των μεσεγγυούχων, η αίτηση των αιτητών θα πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επίδικη εγγυητική επιστολή εκδόθηκε κατόπιν εντολής της εταιρείας I.S.B. Management Ltd και ως εκ τούτου οποιοδήποτε κατατεθειμένο για σκοπούς της εγγυητικής επιστολής ποσό είναι στο όνομα και για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας και όχι της ενάγουσας εταιρείας η οποία δεν έχει δικαίωμα επί αυτού. (β) Περαιτέρω, η εταιρεία Ι.S.B. Management Ltd κατ' εντολή της οποίας εκδόθηκε η εγγυητική και στην οποία ανήκουν όλα τα δικαιώματα που σχετίζονται με αυτήν, κανένα ποσό δεν οφείλει η ίδια προσωπικά στην εναγόμενη. (γ) Η εταιρεία I.S.B. Management Ltd ούτε στην ενάγουσα δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ώστε αυτό να υπόκειται σε κατάσχεση προς αποπληρωμή οφειλόμενων ποσών από την ενάγουσα. (δ) Η μοναδική σχέση της εταιρείας I.S.B. Management Ltd με τους ενάγοντες είναι η υποχρέωση που ανέλαβαν οι μεσσεγγυούχοι, κατόπιν εντολής της εταιρείας I.S.B. Management Ltd, προς τον πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να κρατούν στη διάθεση του το ποσό των €30.000,00 ως ασφάλεια σε σχέση με το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 09.05.2014 το οποίο εκδόθηκε προς όφελος των εναγόντων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Οποιαδήποτε απαίτηση επί της εγγυητικής δύναται να υποβληθεί μόνο από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. (ε) Ότι τα επιδικασθέντα προς όφελος των αιτητών δικηγορικά έξοδα σε καμία περίπτωση δεν εμπίπτουν στους πιο πάνω σκοπούς για τους οποίους εκδόθηκε η επίδικη εγγυητική επιστολή. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη επί των πιο πάνω ισχυρισμών που προβλήθηκαν στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτές αγορεύσεις όπου εκθέτουν τις απόψεις τους τόσο σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όσο και για τη νομική πτυχή της αίτησης. Τις έχω μελετήσει και τις λαμβάνω υπόψη και στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει όπου χρειαστεί θα γίνει αναφορά σ΄ αυτές. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση έχει ως νομική βάση, μεταξύ άλλων, το περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 73 έως 81 καθώς και το Δ.43 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα άρθρα 73 και 74 του Περί Πολιτικής Δικονομίας νόμου, που είναι σχετικά στην προκειμένη περίπτωση προβλέπουν τα εξής: Το άρθρο 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου φέρει το τίτλο «ένταλμα κατάσχεσης κινητών ή χρεών στα χέρια τρίτου» και προβλέπει τα εξής: «Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω». Το άρθρο 74 του ίδιου ως άνω νόμου με τον πλαγιότιτλο «επίδοση και συνέπειες του εντάλματος» προνοεί τα ακόλουθα: «Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή». Το Άρθρο 78 προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε μέρος της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, το οποίο συνίσταται από χρήματα και τραπεζογραμμάτια ή επαρκές μέρος αυτών, πληρωθεί στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή όπως πωληθεί κάποιο μέρος που δεν συνίσταται από χρήματα ή τραπεζογραμμάτια, στο μέτρο κατά το οποίο θεωρείται αναγκαίο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, και τα χρήματα από την πώληση ή επαρκές μέρος αυτών διατεθούν για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και όπως το ένταλμα αρθεί0ή δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο0 και εκδίδει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα που προέκυψαν από την έκδοση του εντάλματος, ως ήθελε κρίνει ορθό.» Η Δ.43 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρει πως: «Whenever in any proceedings to obtain an attachment under Part 7 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, it is suggested by the garnishee that the debt or property sought to be attached belongs to some third person, or that any third person has a lien or charge upon it, the Court or Judge may order such third person to appear and state the nature and particulars of his claim upon such debt or property». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Σε οποιαδήποτε διαδικασία που ζητείται κατάσχεση σύμφωνα με το μέρος 7 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, λεχθεί από τον μεσεγγυούχο ότι το χρέος ή η περιουσία που είναι υπό κατάσχεση ανήκει σε τρίτο πρόσωπο ή ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαιώματα ή επιβάρυνση το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να διατάξει το τοιούτο τρίτο πρόσωπο να παρουσιασθεί και να αναφέρει το είδος και τις λεπτομέρειες της απαίτησης του στο τοιούτο χρέος ή περιουσία.» Τα πιο πάνω άρθρα έτυχαν εξέτασης σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στις θεμελιακές αποφάσεις Carna Plants Ltd. v. Masalcha and others
(1990)1 Α.Α.Δ. 28 και Κυριάκος και Νικόλας Τρικωμίτες Λτδ v. Τουμαζή κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 754 καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται για την έκδοση διατάγματος εις χείρας τρίτου, καθώς επίσης ότι παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για την έκδοση αυτών των διαταγμάτων τα οποία εκδίδονται στη βάση των αρχών της επιείκειας. Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία οι προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι οι εξής: α) απόδειξη ότι ο αιτητής είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και ότι η σχετική απόφαση δεν έχει ικανοποιηθεί στο σύνολο της ή μερικώς, β) Να καταδειχτεί το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Αυτό παρουσιάζεται όταν ο εξ αποφάσεως οφειλέτης είναι δικαιούχος του υπό κατάσχεση αντικειμένου είτε να υπάρχει την ήμερα της κατάσχεσης χρέος τρίτου προσώπου (Μεσεγγυούχου) προς τον εξ αποφάσεως οφειλέτη και γ) ο τόπος αποπληρωμής του χρέους να καθιστά το Δικαστήριο αρμόδιο. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο στη βάσει αυτών πληρούνται οι πιο πάνω τρείς προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη εξ αποφάσεως χρέους δεν αμφισβητείται ότι υπάρχει απόφαση εναντίον της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση. Συγκεκριμένα η καθ' ης η αίτηση οφείλει στους αιτητές/εναγομένους το ποσό των €5.212,00 με τόκο προς 5,5% από 15.07.2014 μέχρι 31.12.2014, πλέον τόκο προς 4% από 01.01.2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί ποσού των €5.172,00 ως δικηγορικά έξοδα που έχουν υπολογιστεί και εγκριθεί από το Δικαστήριο. Σχετικό προς τούτου είναι το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας νόμου Κεφ. 6, το οποίο κάνει λόγο ότι «κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα [.]». Επομένως κρίνω ότι η πρώτη προϋπόθεση τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σε σχέση τώρα με τη δεύτερη ως άνω προϋπόθεση, η οποία αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης, θα εξετάσω πως αυτό αναλύεται από τη σχετική νομολογία. Το συμφέρον αυτό καταδεικνύεται με δυο τρόπους, είτε από το γεγονός ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης είναι δικαιούχος του υπό κατάσχεση αντικειμένου είτε τρίτο πρόσωπο (μεσεγγυούχος) να οφείλει χρέος προς τον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Το άρθρο 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου κάνει μια ευρεία αναφορά σχετικά με το πρώτο τρόπο αφού μιλά για οφειλέτη χρέους που έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου. Στην υπόθεση Κυριάκος και Νικόλας Τρικωμίτες Λτδ v. Τουμαζή κ.α., (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε διασταλτική ερμηνεία του νόμου διαφοροποιούμενο από την αντίστοιχη αγγλική νομοθεσία. Συγκεκριμένα ανέφερε τα εξής: «Στη Rossides v. Tossoun C.L.R. Vol. VIII 43, 45 o Βertram J. αναφέρει ότι η νομοθεσία που αφορά την κατάσχεση εις χείρας τρίτου προέρχεται από την Διαταγή XLV των English Supreme Court Rules η οποία με τη σειρά της προέρχεται από ορισμένα άρθρα του Common Law Procedure Act
- Υπάρχει όμως μια σοβαρή διαφορά. Η αγγλική διαταγή αναφέρεται μόνο σε «μεσεγγύηση χρεών» και αφίεται ιδιοκτησία, οποιασδήποτε άλλης μορφής να εξασφαλίζεται με το σύνηθες ένταλμα εκτέλεσης. Ο Κύπριος νομοθέτης επέκτεινε αυτό το σύστημα σε μεγαλύτερη έκταση ώστε να είναι επιτρεπτή η μεσεγγύηση και σε άλλα είδη ιδιοκτησίας (property).» Παρόμοια ήταν και η προσέγγιση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Carna Plants Ltd (πιο πάνω) στην οποία αναφέρονται τα εξής σημαντικά: «Το Άρθρο 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν περιορίζει σε αντίθεση με την αγγλική νομοθεσία την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης σε χρέη. Επεκτείνει τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, σε αγαθά, σε χρήματα και εγγυήσεις («securities») για χρηματικά ποσά.» Ειδικότερα για τη δεύτερη προϋπόθεση η ερμηνεία που δίδει η νομολογία στην έννοια του όρου "δικαιούχος" είναι ευρεία και δεν περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις χρέους από το μεσεγγυούχο προς τον εξ αποφάσεως οφειλέτη αλλά και σε άλλα δικαιώματα ή αγαθά ή χρήματα ακόμη και επί εγγυήσεων. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση που αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης κρίνω ότι και αυτή τυγχάνει εφαρμογής καθώς όπως αναφέρθηκε πιο πάνω το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη προς το αντικείμενο της μεσεγγύησης μπορεί να υπάρξει με τους πιο πάνω δυο τρόπους: είτε από το γεγονός ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης είναι δικαιούχος του υπό κατάσχεση αντικειμένου είτε τρίτο πρόσωπο (μεσεγγυούχος) να οφείλει χρέος προς τον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόζεται ο πρώτος τρόπος, ότι δηλαδή η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα είναι δικαιούχος (is beneficially interested) της συγκεκριμένης εγγυητικής επιστολής, με την έννοια που της προσδίδει ο νόμος και η νομολογία. Συγκεκριμένα για τις ανάγκες της έκδοσης προσωρινού διατάγματος κατατέθηκε προς όφελος και/ή για λογαριασμό της και/ή προς το συμφέρον της εγγυητική επιστολή. Στην εν λόγω εγγυητική επιστολή γίνεται ρητή αναφορά ότι εκδίδεται ως ασφάλεια (securities). Επίσης, όπως φαίνεται και από το φάκελο της υπόθεσης, το Δικαστήριο, στο διάταγμα που εξέδωσε μονομερώς, στις 09.05.2014, κάνει ρητή αναφορά για κατάθεση εγγύησης υπό ή εκ μέρους των αιτητών, δηλαδή της ενάγουσας προς εξασφάλιση πλην της ενδεχόμενης ζημιάς και τυχόν εξόδων. To εν λόγω ποσό που κατατέθηκε δια μέσου της εγγυητικής επιστολής έγινε προς το συμφέρον της καθ' ης η αίτηση/ενάγουσας και συνιστά μορφή δικαιώματος και/ή εγγύησης (securities) εν τη έννοια του άρθρου 73 του νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας (βλ. υπόθεση Carna Plants Ltd πιο πάνω). Στα πιο πάνω συνηγορεί και ακόμα ένα άλλο γεγονός που καταδεικνύει μάλιστα και το άμεσο συμφέρον της καθ' ης η αίτηση/ενάγουσας επί του ποσού της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής. Και αυτό είναι η αίτηση που καταχώρησε η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα, ημερομηνίας 28.12.2016 στην οποία ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα για επιστροφή της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής - αντικείμενο της προηγούμενης απόφασης μου στην αίτηση για επιστροφή της εγγυητικής επιστολής από την εκεί ενάγουσα/αιτήτρια Αυτό αποδεικνύει από μόνο του το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα στην παρούσα, έχει συμφέρον επί της πιο πάνω εγγυητικής ως δικαιούχος. Διαφορετικά πως θα νομιμοποίητο η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα να προβεί στη πιο πάνω αίτηση και να αξιώνει την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα είναι δικαιούχος και/ή έχει άμεσο συμφέρον επί του ποσού της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής. Επομένως εκπληρώνεται και η δεύτερη προϋπόθεση. Τα ως άνω απαντούν και στους λόγους ένστασης που προβάλλουν τόσο η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα όσο και ο μεσεγγυούχος. Θα συμφωνήσω δε με την πλευρά των αιτητών στην παρούσα ότι ο μεσεγγυούχος δεν έχει δικαίωμα (locus standi) και/ή δεν νομιμοποιείται να προβάλλει οποιαδήποτε ένσταση και ως εκ τούτου εκ περισσού εμφανίστηκε στη διαδικασία. Η υποχρέωση του εξαντλείτο εις το να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να δηλώσουν ότι υφίσταται η εν λόγω εγγυητική επιστολή η οποία και θα παρέμενε δεσμευμένη μέχρι την έκδοση διαφορετικής απόφασης ή διαταγής από το Δικαστήριο στην οποία και θα συμμορφώνονταν. Στη βάση των πιο πάνω η ένσταση που καταχώρησαν δεν θα ληφθεί υπόψη. Ούτως ή άλλως οι αιτιάσεις που προβάλλουν απαντώνται με την ανάλυση που γίνεται σε σχέση με τους λόγους ένστασης της καθ' ης η αίτηση. Ως εκ τούτου η ένσταση των μεσεγγυούχων κρίνω ότι παρέμεινε χωρίς έρεισμα και οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται απορρίπτονται. Στην ως άνω αντίληψη μου συνηγορεί και το γεγονός ότι κατ' ισχυρισμό του η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα δεν είναι δικαιούχος του ποσού της εγγυητικής αλλά μια άλλη τρίτη εταιρεία, τότε σύμφωνα και με τη Δ.43 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θα έπρεπε αυτή η τρίτη εταιρεία να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να προβάλλει τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης και όχι ο μεσεγγυούχος. Προβάλλεται τόσο από την καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα όσο και από τον μεσεγγυούχο ως λόγος ένστασης ότι η ενάγουσα δεν είναι δικαιούχος της εγγυητικής επιστολής. Επίσης ο μεσεγγυούχος ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει απόδειξη ότι η τρίτη εταιρεία οφείλει χρήματα στην καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα. Τα ως άνω όμως δεν συνάδουν με τα γεγονότα της υπόθεσης. Η σχετική νομολογία, όπως έχει καταγραφεί πιο πάνω δίδει διαφορετική διάσταση σε σχέση με αυτούς τους λόγους ένστασης καθώς σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης η εγγυητική επιστολή κατατέθηκε προς το συμφέρον της ενάγουσας και μάλιστα ως εγγύηση για τυχόν ζημιά την οποία ήθελε υποστεί ή και έξοδα με τα οποία θα επιβαρυνόταν, όπως προβλέπει ο νόμος και η νομολογία αλλά και το ίδιο το λεκτικό του διατάγματος. Αυτό φαίνεται και από την αίτηση της ενάγουσας για επιστροφή της εγγυητικής. Κρίνω ότι καταχρηστικά η πλευρά της καθ' ης η αίτηση προβάλλει ένσταση στην παρούσα. Η δικονομική της συμπεριφορά συμφωνώ με την πλευρά των αιτητών ότι ανάγεται σε κατάχρηση. Ειδικότερα είναι αντιφατικό από τη μια η ενάγουσα να ισχυρίζεται στις παραγράφους 7 και 8 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένστασης της ότι το ποσό της εγγυητικής επιστολής το κατέβαλε η εταιρεία I.S.B Management Ltd και ότι δεν είναι δικαιούχος αλλά από την άλλη στην ένορκη της δήλωση και συγκεκριμένα στη παράγραφο 5 που συνοδεύει την αίτηση της για επιστροφή της εγγυητικής επιστολής να αναφέρει ότι η εγγυητική επιστολή κατατέθηκε από την ίδια. Με άλλα λόγια δεν μπορεί η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα, ανάλογα με το πώς εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της, από τη μια να επικαλείται μια κατάσταση και από την άλλη να την ανατρέπει προβάλλοντας διαμετρικά αντίθετη θέση. Η δικονομική της συμπεριφορά της δημιουργεί κώλυμά λόγω δηλώσεως και/ή συμπεριφοράς (estoppel) να αρνείται ότι δεν έχει συμφέρον επί της συγκεκριμένης εγγυητικής επιστολής. Καταλήγω ότι υπάρχει σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ της καθ' ης η αίτηση/ενάγουσας και μεσεγγυούχου, αφού η πρώτη ζητά από τη δεύτερη επιδιώκει επιστροφή του ποσού της εγγυητικής. Είναι φανερόν ότι υπάρχει μια εγγενής αδυναμία από πλευράς της καθ' ης η αίτηση να ισχυρίζεται ότι δεν είναι αυτή η δικαιούχος της εγγυητικής επιστολής όταν αυτή δόθηκε προς όφελος της και για να εξυπηρετήσει την τότε δικονομική της ανάγκη. Αν από την άλλη δεν είναι αυτή η δικαιούχος τότε προς τι η αίτηση της για επιστροφή του ποσού της εγγυητικής σε αυτή. Αυτά συνηγορούν ασφαλώς στο συμπέρασμα ότι η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα έχει άμεσο συμφέρον (interest) επί του ποσού της εγγυητικής επιστολής που την καθιστά σύμφωνα με τη νομολογία ως δικαιούχο. Στην υπόθεση Κυριάκος και Νικόλας Τρικωμίτες Λτδ v. Τουμαζή κ.α., (πιο πάνω) όπου τα γεγονότα προσιδιάζουν με τη παρούσα, προβλήθηκαν παρόμοιοι λόγοι ένστασης. Συγκεκριμένα ότι ο ένας από τους δικαιούχος κοινού λογαριασμού δεν όφειλε λεφτά στο εξ αποφάσεως οφειλέτη και ότι περαιτέρω ο τελευταίος δεν ήταν δικαιούχος επί όλου του κοινού ποσού. Εντούτοις, η ερμηνεία που δόθηκε από το εφετείο του όρου "δικαιούχος" τον επέκτεινε και σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, σε αγαθά, σε χρήματα και εγγυήσεις (securities) για χρηματικά ποσά και επέτρεψε την εκτέλεση εις χείρας τρίτου. Έτσι και στην παρούσα περίπτωση η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα, ως έχων άμεσο συμφέρον επί του ποσού της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής, θεωρείται για της ανάγκες του νόμου δικαιούχος του συγκεκριμένου ποσού. Περαιτέρω η εγγυητική κατατέθηκε προς όφελος της αφού σε περίπτωση ενεργοποίησης της θα καταβάλλονταν ποσά εκ μέρους και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος της καθ' ης η αίτησης/ενάγουσας γι΄ αυτό έκρινα ως ανωτέρω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Η επίδικη εγγυητική επιστολή είναι κατατεθειμένη σε Κυπριακή Τράπεζα και άρα έχουν δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια. Επομένως και η τρίτη προϋπόθεση πληρείται. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει ως λόγο ένστασης ότι δεν μπορεί να γίνει χρήση της εγγυητικής επιστολής για άλλο σκοπό από αυτόν που είναι ταγμένη. Η εκτέλεση εις χείρα τρίτου έχει να κάνει με ποσά που προορίζονται για διαφορετικό σκοπό π.χ. πληρωμές ενοικίων του τρίτου προς τον εξ αποφάσεως οφειλέτη και όχι για να ικανοποιηθεί αυτή καθ' αυτή η δικαστική απόφαση. Στην προκείμενη όμως περίπτωση ακριβώς η τραπεζική εγγυητική είχε δοθεί για να καλυφθούν τυχόν ζημιές των εναγομένων αλλά και τα έξοδα, όπως ρητά αναφέρεται στο διάταγμα της 9.05.
- Είναι δε όπως κρίνω κατάλληλη περίπτωση να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Περαιτέρω για τον λόγο ένστασης που προβάλλει η πλευρά των καθ' ων η αίτηση περί δήθεν κατάχρησης της διαδικασία επειδή οι εναγόμενοι προβάλλουν ένσταση επί της επιστροφής της εγγυητικής, η ίδια η νομολογία απορρίπτει αυτό το λόγο. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν. Άβιβου Βασιλαρά κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 830 όπου απαντά πλήρως και σε αυτό το λόγο ένστασης: «Στην προκειμένη περίπτωση δεν θεωρούμε πως οι εφεσείοντες ενήργησαν καθ' οιονδήποτε αντινομικό, αθέμιτο ή καταπιεστικό τρόπο. Είχαν υποβάλει αίτηση μηνιαίων δόσεων και το πρωτόδικο δικαστήριο τους διέταξε να πληρώνουν Λ. Κ. 200 μηνιαίως ο καθένας. Τρεις περίπου μήνες μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων οι εφεσείοντες είχαν πληροφορίες πως οι εφεσίβλητοι είχαν τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα τους. Προχώρησαν λοιπόν και υπέβαλαν, στο δικαστήριο, αίτηση κατάσχεσης χρημάτων εις χείρας τρίτου με σκοπό την άμεση εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους τους ώστε να μην είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν την εξόφληση του χρέους με τις προαναφερόμενες μηνιαίες δόσεις. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην συμπεριφορά των εφεσειόντων, οι οποίοι είχαν θεμιτό συμφέρον να επιθυμούν την όσον το δυνατό γρηγορότερη εκτέλεση της υπέρ τους δικαστικής απόφασης και την είσπραξη του λαβείν τους το συντομότερο δυνατό.» Στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι η ενάγουσα είναι αλλοδαπή εταιρεία, η οποία δια μέσου των Κυπριακών Δικαστηρίων κινήθηκε νομικά εναντίον μιας Κυπριακής Εταιρείας και φυσικών προσώπων που ζουν και εδράζονται στη Κύπρο. Προκάλεσε δικαστικά έξοδα τα οποία καλείται τώρα να καλύψει από την εγγυητική επιστολή την οποία προσέφερε προς αυτόν το σκοπό, την κάλυψη ακριβώς της ζημιάς που ήθελε προκληθεί από την απόφαση της να αξιώσει διατάγματα μονομερώς. Η ίδια η ενάγουσα αρνήθηκε ή παρέλειψε εντός της προθεσμίας που είχε ταχθεί να καταβάλει το ποσό των €10.000,00 ως ασφάλεια εξόδων, όπως διέταξε το Δικαστήριο, παράλειψη η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής της. Τώρα, η ενάγουσα κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης αρνείται να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα ως οφείλει, και ταυτόχρονα προβάλλει εμπόδια στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεν θα εκδώσω καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα μεταξύ των αιτητών και των μεσεγγυούχων. (Υπογρ.)............ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου ποσού που επιδικάστηκε ως έξοδα και ειδικότερα μέρους τραπεζικής εγγύησης που κατατέθηκε στα πλαίσια της έκδοσης συντηρητικού διατάγματος το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο