Anthony Patrick McRae κ.α. ν. Alan Michael Wall κ.α., Αρ. Αγωγής: 4353/2012, 26/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4353/2012
- Anthony Patrick McRae από Hνωμένο Βασίλειο
- Brenda Ann McRae από Hνωμένο Βασίλειο Ενάγοντες v
- Alan Michael Wall από Λεμεσό
- Teresa Krystyna Wall από Λεμεσό Εναγόμενοι Ημερομηνία: 26 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Τ. Κουκούνης για Α. Κουκούνη & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: Την υπόθεση χειρίζεται ο εναγόμενος 1 Εναγόμενος 1 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες, αντρόγυνο από το Ηνωμένο Βασίλειο, αξιώνουν από τους εναγόμενους, επίσης αντρόγυνο από το Ηνωμένο Βασίλειο που πλέον διαμένουν στη Λεμεσό, στη βάση γραπτής συμφωνίας δανείου, ποσό 25.000,00 στερλινών, τόκους και έξοδα, ως τα εν λόγω ποσά καθορίζονται στις παρ. Α-Στ του αιτητικού της Ε/Α. Σημειώνω εδώ ότι αν και αρχικά τους εναγόμενους εκπροσωπούσε δικηγόρος, κατόπιν έγκρισης αιτήματος των πρώτων μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του πρώτου και μοναδικού μάρτυρα των εναγόντων και στη βάση εξουσιοδότησης της εναγομένης 2 προς τον εναγόμενο 1 σύζυγο της, την υπόθεση εκ μέρους και των δύο τους χειρίστηκε ο εναγόμενος 1 αυτοπροσώπως (ως προς τη δυνατότητα του εναγομένου 1 να εκπροσωπεί στη διαδικασία τον εαυτό του και την εναγομένη 2 σύζυγο του, βλ. αρ.30 περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ.2[1]). Σημειώνω εδώ επίσης ότι η ενάγουσα 2 και ο εναγόμενος 1 είναι αδέλφια. Μαρτυρία στην υπόθεση έδωσαν δύο πρόσωπα, ο ενάγοντας 1 εκ μέρους των εναγόντων (ΜΕ1) και ο εναγόμενος 1 εκ μέρους των εναγομένων (ΜΥ1). Είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων, θέση την οποία υποστήριξε ενόρκως ο ΜΕ1, ότι περί τις 07/12/2007, κατόπιν συζητήσεων των μερών, υπεγράφη μεταξύ τους συμφωνία δανείου, στα πλαίσια της οποίας οι ενάγοντες δάνεισαν τους εναγόμενους το ποσό των 25.000,00 στερλινών πλέον τόκο 6,7% ετησίως, ποσό το οποίο συμφωνήθηκε όπως οι εναγόμενοι αποπληρώσουν σε δύο δόσεις εντός δύο χρόνων, η πρώτη δόση πληρωτέα την 16/11/2008 και η δεύτερη την 31/10/
- Σύμφωνα με το μάρτυρα και την επίδικη συμφωνία που κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, σκοπός του δανείου ήταν για να μπορέσουν οι εναγόμενοι να ολοκληρώσουν την ανέγερση της κατοικίας τους στο Σούνι-Ζανατζιά στη Λεμεσό. Επειδή τόσο το περιεχόμενο όσο και η γνησιότητα του ίδιου του Τεκ.1 αποτέλεσαν ουσιώδη σημεία αντιπαράθεσης κατά την ακρόαση, κρίνω σκόπιμο να περιγράψω το εν λόγω Τεκμήριο με κάποια λεπτομέρεια. Πρόκειται για ένα φύλο χαρτιού με δύο όψεις, «μπρος - πίσω» δηλαδή. Στη μία όψη η οποία φέρει τη σημείωση «Page 1 of 2» και τίτλο «Loan Agreement» παρατίθενται διάφοροι όροι και στο κάτω μέρος φαίνονται δύο αντίγραφα μονογραφών. Στην πίσω όψη του εγγράφου, η οποία φέρει σημείωση «Page 2 of 2», παρατίθενται πρωτότυπες υπογραφές των εναγόντων ως δανειστών «lenders» και των εναγομένων ως δανειοληπτών «borrowers», υπογραφές μαρτύρων και σχετικές ημερομηνίες που όλα τα εν λόγω πρόσωπα φέρονται να υπέγραψαν. Θέση του ΜΕ1 ήταν ότι, πλην των δικών τους υπογραφών που τέθηκαν στις 10/12/2007, το εν λόγω έγγραφο ως έχει, ήτοι ένα φύλο χαρτιού με δύο όψεις, αντίγραφα μονογραφών στην πρώτη σελίδα και πρωτότυπες υπογραφές των εναγομένων και των μαρτύρων τους με ημερομηνία 02/12/2007, τους στάληκε ταχυδρομικώς στην Αγγλία από τους εναγόμενους και το παρέλαβαν στις 06/12/
- Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι όταν οι ενάγοντες παρέλαβαν το εν λόγω έγγραφο, αφού επιβεβαίωσαν ότι περιείχε όλα όσα είχαν προηγουμένως συμφωνηθεί με τους εναγόμενους, έδωσαν οδηγίες στην τράπεζα τους στις 07/12/2007, όπως μεταφέρει το επίδικο ποσό των 25.000,00 στερλινών από τον λογαριασμό τους στην Αγγλία, στον λογαριασμό των εναγομένων στην Κύπρο, όπως και έγινε (βλ. Τεκμήριο 2). Ακολούθως, ανέφερε ο ΜΕ1, οι ενάγοντες υπέγραψαν το έγγραφο στις 10/12/2007 ώστε να επιβεβαιώσουν και γραπτώς τη συμφωνία τους με το περιεχόμενο του και απέστειλαν αντίγραφο πίσω στους εναγόμενους ώστε να έχουν και αυτοί το εν λόγω έγγραφο, πλήρες υπογραμμένο.. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες απέστειλαν το επίδικο ποσό στους εναγόμενους ως είχε συμφωνηθεί, εντούτοις οι τελευταίοι δεν τήρησαν τη συμφωνία και δεν κατέβαλαν τις συμφωνηθείσες δόσεις στην ώρα τους ή οποιοδήποτε άλλο ποσό έναντι της οφειλής τους. Όταν οι εκκλήσεις τους προς τους εναγόμενους για αποπληρωμή του δανείου δεν ευοδώθηκαν, οι ενάγοντες, σύμφωνα με τον ΜΕ1, αναγκάστηκαν να ζητήσουν τις υπηρεσίες δικηγόρου, ο οποίος απέστειλε σχετικές επιστολές απαίτησης του επίδικου ποσού, πανομοιότυπου περιεχομένου και προς τους δύο εναγόμενους, στις 11/06/2012 (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Στις επιστολές αυτές, σύμφωνα με τον ΜΕ1, οι εναγόμενοι απάντησαν μέσω emails του εναγόμενου 1 στις 25/06/2012 και 16/07/2012 (βλ. Τεκμήρια 5 και 6), το περιεχόμενο των οποίων κρίνω σκόπιμο όπως το παραθέσω Στο πρώτο email τους ημερ.25/06/2012, οι εναγόμενοι ανέφεραν ότι καμία αντιπαροχή είχε δοθεί σε αντάλλαγμα της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας δανείου και επομένως οι ενάγοντες δεν δικαιούντο σε οποιαδήποτε πληρωμή τόκου. Περαιτέρω ανέφεραν ότι το «έγγραφο» στο οποίο ο δικηγόρος των εναγόντων αναφέρετο στην επιστολή του ως την επίδικη συμφωνία δανείου των μερών, «. δεν έφερε υπογραφές μαρτύρων ούτε είχε πιστοποιηθεί επίσημα .» («the document has not been witnessed nor officially authenticated»). Ισχυρίστηκαν επίσης οι εναγόμενοι ότι στη βάση emails, που είχαν ανταλλαχθεί μεταξύ εναγόντων και εναγομένων την 17 και 20 Δεκεμβρίου 2012, οι όροι της μεταξύ τους συμφωνίας είχαν ουσιωδώς τροποποιηθεί και η συμφωνία τους είχε αντικατασταθεί με νέα. Πρόσθετα των πιο πάνω, οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν στο email τους ότι αν και δεν αρνούνται την ύπαρξη δανείου εντούτοις αμφισβητούν κατά πόσο οι ενάγοντες είχαν από την αρχή δικαίωμα να τους δανείσουν οποιοδήποτε ποσό, αφού τέτοιο ποσό ενδεχομένως να μην ήταν από την αρχή δικό τους για να το δανείσουν («whilst we do not deny the existence of a loan we do question your client's right to loan a sum of money which questionably was not theirs to loan in the first instance»). Για το θέμα αυτό οι εναγόμενοι, ως ανέφεραν στο email τους, είχαν ήδη αποταθεί στο αρμόδιο Τμήμα Διαχειρίσεων Περιουσιών Αποβιωσάντων στο Η.Β. για να εξεταστεί η διαθήκη της αποβιωσάσης μητέρας του εναγομένου 1 και της ενάγουσας 2, ώστε να αποφασιστεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς συγκεκριμένης περιουσίας που οι εναγόμενοι πίστευαν ότι οι ενάγοντες δολίως απέκτησαν από την κληρονομιά της αποβιωσάσης το 2003 και εις βάρος του εναγόμενου
- Στο δεύτερο email του εναγομένου 1 ημερ. 16/07/2012, ο τελευταίος ανέφερε ότι είχε πλέον πληροφορηθεί από το Η.Β. ότι το φερόμενο «χρέος» που αξίωναν οι ενάγοντες πολύ πιθανόν να αποκτήθηκε δολίως και αυτό στη βάση των όσων περιέβαλλαν τη διεκδίκηση της περιουσίας της μητέρας του, από το 1995 μέχρι τον θάνατο της το 2003 (βλ. Τεκ.6). Ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 1 στο email του ότι εναντίον των εναγόντων υπάρχει σοβαρή υπόθεση συνομωσίας για καταδολίευση, κατάχρηση καθήκοντος επιμέλειας που υποδηλοί κλοπή, καθώς και απάτη για τη μη αποκάλυψη περιουσίας της αποβιωσάσης κατά τη διανομή της περιουσίας της. Ειδικότερα, ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι η κατοικία που έμενε η μητέρα του μέχρι τον θάνατο της, ήτοι κατοικία-προσθήκη στην οικία των εναγόντων (the Granny Flat Annex), έπρεπε να λογιστεί ως μέρος της περιουσίας της και να διανεμηθεί εξ ημισείας στον ίδιο και στην ενάγουσα
- Αυτή, σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, ήταν και η πραγματική επιθυμία της μητέρας του, επιθυμία όμως η οποία δεν αποκαλύφθηκε ποτέ γιατί η πραγματική διαθήκη είχε δολίως αντικατασταθεί από τους ενάγοντες. Συνεπεία των πιο πάνω, ισχυρίστηκε στο email του ο εναγόμενος 1, αυτός αποστερήθηκε περιουσίας αξίας 60.000,00 στερλινών από την οποία, αν αφαιρεθεί το κατ' ισχυρισμό δάνειο των 25.000,00 στερλινών, τότε θα πρέπει να του επιστραφούν 35.000,00 στερλίνες. Πρόσθετα του ποσού αυτού, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 1, θα έπρεπε να του καταβληθεί ποσό 10.000,00 στερλινών για την ενόχληση και το άγχος που του προκάλεσαν οι ενάγοντες. Ισχυρίστηκε, τέλος ο εναγόμενος 1 ότι αν το πιο πάνω ποσό των 45.000,00 στερλινών του καταβάλλετο, τότε όλες οι διαφορές των μερών θα διευθετούνταν, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, ως προειδοποίησε, θα αποτείνετο στις αρμόδιες αρχές του Η.Β. για να διερευνήσουν το θέμα, με ότι συνέπειες αυτό συνεπάγετο για τους ενάγοντες. Σε απάντηση των email του εναγόμενου 1, ο δικηγόρος των εναγόντων έστειλε άλλη επιστολή ημερ.01/08/2012 (βλ. Τεκμήριο 7) με την οποία απέρριψε εκ μέρους των πελατών του όλους τους ισχυρισμούς του πρώτου ως ανυπόστατους και καθαρά εκ των υστέρων σκέψεις προς αποφυγή των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων. Ήταν τέλος η θέση του ΜΕ1 ότι συνεπεία της παράβασης των συμφωνηθέντων από τους εναγόμενους και της μη εξόφλησης του δανείου, οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να επωμιστούν διάφορα έξοδα για να εγείρουν και προωθήσουν την παρούσα αγωγή, έξοδα ύψους 1500 στερλίνων, τα οποία καταγράφουν στην Ε/Α και επίσης αξιώνουν εναντίον των εναγομένων με την παρούσα αγωγή (βλ. Τεκμήρια 8 και 9). Κατά την κυρίως εξέταση του ΜΕ1, πέραν των πιο πάνω εγγράφων, κατατέθηκε επίσης και το Τεκμήριο 10, ήτοι δέσμη αλληλογραφίας που οι δικηγόροι των δύο πλευρών αντάλλαξαν, όταν οι εναγόμενοι εκπροσωπούνταν από δικηγόρο, για τον περιορισμένο σκοπό απόδειξης του ισχυρισμού των εναγόντων ότι ουδέποτε κατά τις συζητήσεις που έγιναν μετά την καταχώρηση της υπόθεσης για εξώδικη διευθέτηση της και μετά την αποστολή από τους δικηγόρους των εναγόντων προς τους δικηγόρους των εναγομένων του Τεκ.1, ηγέρθη οποιοδήποτε θέμα πλαστογραφίας, ως δικογραφείται πλέον στην τροποποιημένη υπεράσπιση της 12/12/
- Σημειώνω εδώ ότι την εν λόγω δικογραφημένη θέση των εναγομένων, ήτοι ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι προϊόν πλαστογραφίας, καθώς επίσης και τη θέση ότι η διαθήκη της μητέρας του εναγόμενου 1 και της ενάγουσας 2 είχε επίσης πλαστογραφηθεί, ο ΜΕ1 τις απέρριψε, υποδεικνύοντας ότι ουδέποτε ενημερώθηκε από οποιαδήποτε κυβερνητική ή άλλη αρχή για την ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος αναφορικά με τη γνησιότητα αμφότερων των εν λόγω εγγράφων. Ο εναγόμενος 1, ο οποίος ως ανέφερα προηγουμένως χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση εκ μέρους των εναγομένων, αντεξέτασε εκτενώς τον ΜΕ1, υποβάλλοντας του διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς. Τις συνοψίζω: Α. Ουδέποτε απεστάλη το Τεκ.1 στους ενάγοντες. Η «πραγματική» συμφωνία δανείου αποτελείτο από δύο ξεχωριστές σελίδες και όχι μία με δύο όψεις ως είναι το Τεκ.
- Σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, η μία σελίδα της «πραγματικής» συμφωνίας έφερε τίτλο «loan agreement» και περιείχε όρους πανομοιότυπους σχεδόν με αυτούς του Τεκ.1 με εξαίρεση του όρου που αφορά τον τόκο, το ακριβές ύψος του οποίου δεν είχε συμπληρωθεί στη συμφωνία. Η άλλη σελίδα, η οποία ήταν επισυνημμένη στην πρώτη, περιείχε μόνο θέσεις για τις υπογραφές των μερών και όντως είχε υπογραφεί από τους εναγόμενους στις 02/12/
- Αυτή τη μορφή είχε η πραγματική συμφωνία που απεστάλη στους ενάγοντες και όχι τη μορφή του Τεκ.1 ως ισχυρίστηκε και κατέθεσε ο ΜΕ
- Β. Η «πραγματική» συμφωνία, μετά που υπογράφτηκε από τους εναγόμενους στις 2/12/2007, ταχυδρομήθηκε από τον εναγόμενο 1 στις 4/12/07 από την Κύπρο και ήταν επομένως αδύνατο (impossible) να παραλήφθηκε από τους ενάγοντες στις 6/12/07 στην Αγγλία ως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε. Αυτό, σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, ενισχύει τη θέση του ότι ουδέποτε απεστάλη το Τεκ.1 στους ενάγοντες και καταρρίπτει τον ισχυρισμό των τελευταίων ότι μετά που δήθεν υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο, απέστειλαν αντίγραφό του στους εναγόμενους. Το Τεκ.1, στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα των εναγόντων και προϊόν πλαστογραφίας Γ. Όντως οι ενάγοντες έστειλαν το επίδικο ποσό στους εναγόμενους, πλην όμως, δεν ήταν λόγω οικονομικής στενότητας των τελευταίων που δόθηκε το εν λόγω ποσό ως ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες, αλλά ως ένα «bridging loan» - «δάνειο γέφυρα» δηλαδή, μέχρι να ολοκληρωθούν κάποιες τραπεζικές διαδικασίες που οι εναγόμενοι είχαν ξεκινήσει στην Αγγλία και από τις οποίες ανέμεναν να εξασφαλίσουν χρήματα. Δ. Το έναυσμα για να συνάψουν τα δύο μέρη συμφωνία το έδωσε ο ίδιος ο εναγόμενος 1, ο οποίος στις 16/11/07, ετοίμασε και έστειλε στους ενάγοντες για τα σχόλια τους, προσχέδιο της «πραγματικής» συμφωνίας, Τεκμήριο 11, το οποίο περιείχε πανομοιότυπους σχεδόν όρους με το Τεκ.
- Η διαφορά όμως των δύο εγγράφων έγκειτο στο ότι στη συμφωνία που αυτός ετοίμασε και απέστειλε δεν καθορίζετο το ακριβές ύψος του τόκου που θα έφερε το εκεί αναφερόμενο δάνειο και η θέση των υπογραφών των μερών βρισκόταν σε δεύτερη ξεχωριστή σελίδα. Το εν λόγω προσχέδιο στη συνέχεια, σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, τροποποιήθηκε στις 17/11/07 και σε καμία περίπτωση δεν είναι το έγγραφο που παρουσίασε ο ΜΕ1 ως Τεκ.
- Ε. Ο λόγος που οι εναγόμενοι δεν αποπλήρωσαν το δάνειο είναι διότι θεώρησαν την όλη αξίωση των εναγόντων ως μια απάτη, την οποία όμως δεν μπορούσαν να την αποδείξουν. Στην πορεία όμως και συγκεκριμένα κατά τις διαπραγματεύσεις των δικηγόρων των μερών όταν και αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά το Τεκ.1 επί του οποίου οι ενάγοντες εδράζουν τις αξιώσεις τους, διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν «αξιοσημείωτα παρόμοιο» με ένα άλλο έγγραφο, για το οποίο οι εναγόμενοι ήδη υποψιάζονταν ότι είχε επίσης πλαστογραφηθεί από τους ενάγοντες, ήτοι τη διαθήκη της μητέρας του εναγόμενου 1, η οποία διαθήκη, σύμφωνα με τον τελευταίο, μυστηριωδώς τον απέκλειε από την κληρονομιά της μητέρας του και καθιστούσε αποκλειστικούς δικαιούχους τους ενάγοντες. Αυτό ήταν και που επιβεβαίωσε αλλά και ενίσχυσε τη θέση των εναγομένων ότι το Τεκ.1 και οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων, ήταν στην πραγματικότητα, ένα καλομελετημένο κατασκεύασμα των τελευταίων. Όλες τις πιο πάνω υποβολές και θέσεις του εναγομένου 1, ο ΜΕ1 τις απέρριψε επαναλαμβάνοντας και επιμένοντας στη θέση του ότι τα πράγματα έγιναν ως αυτός ισχυρίστηκε, ήτοι ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν, λόγω οικονομικής στενότητας, από τους ενάγοντες να τους δανείσουν το επίδικο ποσό για να ολοκληρώσουν την κατοικία τους, ότι ο εναγόμενος 1 ανέλαβε και ετοίμασε προσχέδιο της συμφωνίας στη βάση των όσων είχαν λεχθεί μεταξύ τους και του απέστειλε σχετικό προσχέδιο για τα σχόλια του (Τεκ.11) και στη συνέχεια ότι αφού είχαν όλα συμφωνηθεί, ο εναγόμενος 1 ετοίμασε και του απέστειλε στις 06/12/07 το Τεκ.1, αφού πρώτα αμφότεροι οι εναγόμενοι το υπέγραψαν μαζί με τους μάρτυρες τους. Με την παραλαβή του εν λόγω εγγράφου, οι ενάγοντες, αφού ικανοποιήθηκαν ότι σε αυτό περιέχονταν όλα όσα είχαν προηγουμένως συμφωνηθεί, προχώρησαν και έστειλαν τα χρήματα στους εναγόμενους και προς περαιτέρω επιβεβαίωση των συμφωνηθέντων, υπέγραψαν και αυτοί το Τεκ.1 και έστειλαν αντίγραφο του στους εναγόμενους. Κανένα επομένως λόγο είχαν, ανέφερε ο μάρτυρας, να στείλουν λεφτά στους εναγόμενους αν οι τελευταίοι δεν τους το ζητούσαν και κανέναν λόγο ή όφελος είχαν, αφού έστειλαν τα λεφτά, να πλαστογραφήσουν ή να κατασκευάσουν μια ψεύτικη γραπτή συμφωνία δανείου. Το ότι απέστειλαν αντίγραφο της συμφωνίας στους εναγόμενους πλήρως υπογραμμένη, ήταν προς όφελος των τελευταίων αφού την πρωτότυπη συμφωνία με όλες τις υπογραφές την είχαν μόνο εκείνοι. Κανένα επομένως λόγο είχαν να στείλουν χρήματα στους εναγόμενους και μετά να προσπαθήσουν να τους ξεγελάσουν. Ως προς το «αδύνατο» (impossible) των χρονοδιαγραμμάτων που του υπέβαλε ο εναγόμενος 1, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι για να αποστείλουν οι ενάγοντες τα χρήματα στους εναγόμενους στις 7/12/07, έπρεπε να είχαν παραλάβει πρώτα τη συμφωνία υπογραμμένη από τους τελευταίους. Εφόσον ως οι ίδιοι οι εναγόμενοι δέχονται, υπέγραψαν τη συμφωνία στις 2/12/07 και την ταχυδρόμησαν στις 04/12/07 και τα χρήματα στάληκαν στις 7/12/07, προφανώς η συμφωνία παραλήφθηκε στο μεσοδιάστημα και επομένως καμία «αδυναμία» υφίσταται. Ο μάρτυρας τέλος ανέφερε ότι τα όσα προβάλλει σήμερα ο εναγόμενος 1 ουδέποτε τα ισχυρίστηκε στο παρελθόν αλλά αντίθετα, όταν οι εναγόμενοι έλαβαν τα χρήματα στις 7/12/07, έσπευσαν να ευχαριστήσουν τους ενάγοντες και ουδέποτε τους ανέφεραν ότι δεν είχαν πρόθεση να τα αποπληρώσουν Προτού συνοψίσω τη μαρτυρία του εναγομένου 1 ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας για τους εναγόμενους, θεωρώ ορθό να συνοψίσω τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην υπεράσπιση των εναγομένων, ως το εν λόγω δικόγραφο τροποποιήθηκε πριν την ακρόαση στις 12/12/
- Με την τροποποιημένη υπεράσπισή τους, οι εναγόμενοι αρνούνται πλήρως όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε σύναψαν ή υπέγραψαν οποιαδήποτε συμφωνία δανείου με τους ενάγοντες. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι αν ήθελε αποδειχθεί ότι όντως υπέγραψαν τέτοια συμφωνία, αυτή είναι άκυρη και/ή ανεφάρμοστη, εφόσον ουδέποτε κοινοποιήθηκε η αποδοχή και υπογραφή της στους εναγόμενους. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι εναγόμενοι ότι η απαίτηση των εναγόντων, εδράζεται σε πλαστογραφία και ειδικότερα ότι οι ενάγοντες έχουν πλαστογραφήσει τις μονογραφές στην πρώτη σελίδα της συμφωνίας, η οποία είναι στο σύνολο της κατασκεύασμα των εναγόντων. Η πραγματική συμφωνία, σύμφωνα με την υπεράσπιση, αποτελείται από δύο σελίδες και όχι μία, με τις υπογραφές των μερών να είναι σε ξεχωριστή σελίδα. Σύμφωνα με τους εναγόμενους, οι ενάγοντες προέβησαν σε παρόμοιες ενέργειες και στο παρελθόν, σε σχέση με τη διαθήκη της μητέρας του εναγομένου 1, όταν δολίως απέσπασαν περιουσία που δικαιωματικά του ανήκε. Ισχυρίζονται ότι σε κάθε περίπτωση, ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι το οποιοδήποτε ποσό ήθελε δοθεί από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους θα έφερε τόκο 6,7% η άλλως πως. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του εναγομένου 1, η ουσία της κυρίως εξέτασης του οποίου έλαβε τη μορφή δύο γραπτών δηλώσεων στην αγγλική (Έγγραφα Α και Β αντίστοιχα), οι οποίες μεταφράστηκαν στα ελληνικά από τον μεταφραστή του εναγόμενου και καταγράφηκαν στα πρακτικά. Συνοψίζω τη μαρτυρία του. Α. Τα χρονοδιαγράμματα που ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι περιβάλλουν την αποστολή και παραλαβή της δήθεν συμφωνίας Τεκ.1 δεν στέκουν στη λογική και καταρρίπτουν πλήρως τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Β. Η «πραγματική» συμφωνία των μερών δεν είναι το Τεκ.1 αν και το λεκτικό του εν λόγω εγγράφου είναι πανομοιότυπο με αυτό της «πραγματικής» συμφωνίας (identical) με εξαίρεση την αναφορά σε τόκο 6,7% (Βλ. παρ. 14 και 15 Εγγράφου Α). Γ. Το Τεκ.1 κατασκευάστηκε πολύ αργότερα από τους ενάγοντες, όταν οι σχέσεις των μερών κλονίστηκαν οπόταν και οι τελευταίοι συνειδητοποίησαν ότι η «πραγματική» συμφωνία δεν έφερε τόκο. Δ. Οι ενάγοντες προφανώς κατασκεύασαν το Τεκ. 1 χρησιμοποιώντας τη δεύτερη σελίδα της «πραγματικής» συμφωνίας, την οποία σελίδα οι εναγόμενοι αφού την υπέγραψαν με τους μάρτυρες τους την απέστειλαν στους ενάγοντες επισυνημμένη ως τη δεύτερη σελίδα της «πραγματικής» συμφωνίας, και τυπώνοντας στη λευκή της όψη τα όσα αναφέρονται στην μπροστινή όψη του Τεκ.
- Ε. Τρανές ενδείξεις της κατασκευής και πλαστογραφίας του Τεκ.1, συνιστούν τα «αδύνατα» (impossible) χρονοδιαγράμματα που ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι περιβάλλουν την αποστολή και παραλαβή του εν λόγω εγγράφου και η ομοιότητα της δομής του με το έγγραφο που παρουσιάστηκε στην Αγγλία ως η διαθήκη της μητέρας του εναγόμενου 1, για την οποία είχαν από τότε δημιουργηθεί υποψίες στον τελευταίο περί πλαστογραφίας. Στ. Η ανταλλαχθείσα ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων μετά την υπογραφή της «πραγματικής» συμφωνίας, (Τεκμήριο 12), καταδεικνύει ότι οι όροι αποπληρωμής της «πραγματικής» συμφωνίας αναθεωρήθηκαν και το δάνειο συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί όταν οι εναγόμενοι μπορέσουν να εξασφαλίσουν τα χρήματα. Ζ. Οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν και δέχονται ότι έλαβαν από τους ενάγοντες το επίδικο ποσό, αμφισβητούν όμως ότι το εν λόγω ποσό ανήκε στους ενάγοντες για να το δανείσουν και αυτό γιατί θεωρούν ότι στη βάση των όσων έχουν πλέον αποκαλυφθεί, η καταβολή του εν λόγω ποσού έγινε από τους ενάγοντες ώστε να αποπληρώσουν την οφειλή τους προς τον εναγόμενο 1, η οποία προέκυψε μετά την απάτη που διέπραξαν εις βάρος του κατά την εκτέλεση της διαθήκης της μητέρας του (Βλ. παρ. 19 Εγγράφου Α και παρ. 13 Εγγράφου Β). Η. «Λόγω της τάσης των εναγόντων να δημιουργούν πλαστά έγγραφα, η συμφωνία που έχουν προσκομίσει δεν είναι πλέον αποδεκτή (admissible), έτσι η βάση της υπεράσπισης αλλάζει τώρα εντελώς καθώς οι ενάγοντες δεν μπορούν πλέον να προσκομίσουν γνήσια γραπτή συμφωνία και η πρωτότυπη δεν υπάρχει πλέον. Η υπόθεση τώρα θα πρέπει να θεωρηθεί ως μία σιωπηρή συμφωνία μεταξύ αδελφών (siblings) και επομένως θα πρέπει να υπερισχύσει η αρχή της υψηλής πίστης (Uberrimae Fidei) (βλ. παρ. 3 Εγγράφου Β - έμφαση δική μου) Εξήγησε ο εναγόμενος 1 ότι η «αλλαγή» αυτή της βάσης της υπεράσπισης εκκρεμούσης της ακρόασης, προέκυψε όταν πλέον ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι, από τη στιγμή που αυτός έχει διαγράψει από τον υπολογιστή του την «πραγματική» συμφωνία των μερών, οι ενάγοντες, οι οποίοι δεν μπορούν να βασιστούν στο Τεκ.1 λόγω του ότι αυτό έχει καταδειχθεί να είναι άκυρο, δεν μπορούν να αποδείξουν με χειροπιαστή μαρτυρία τις αξιώσεις τους και επομένως η αγωγή τους θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων, ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΕ1, διαπίστωσε τη σπουδαιότερη ίσως ένδειξη του ότι το Τεκ.1 έχει όντως τεχνηέντως κατασκευαστεί από τους ενάγοντες. Παραθέτω αυτούσια τα λεγόμενα του: «Μετά από τη τελευταία δικάσιμο πήγα σπίτι και ένα από τα αποτελέσματα όλης αυτής της διαμάχης με αυτούς τους ανθρώπους, είναι ότι διαταράχθηκε η συνήθης ροή του ύπνου μου από τις 10 το βράδυ μέχρι τις 6 το πρωί και σπάνια κοιμούμαι παραπάνω από δύο ώρες την ημέρα. Την Τετάρτη το πρωί, πολύ πρωί καθόμουν στο κομπιούτερ και ένα κομμάτι χαρτί έπεσε στο πάτωμα, το οποίο είχε διπλωθεί, έπεσε ακριβώς μπροστά από τον εκτυπωτή. Όταν το πήρα ήταν σαν κάποιος από ψηλά να με πρόσεχε, ήταν το τελευταίο, το τελειωτικό αποδεικτικό στοιχείο. Εντιμότατε, όταν βάλουμε ένα κομμάτι χαρτί μέσα στον εκτυπωτή, έχει μια πολύ λεία επιφάνεια. Όταν αυτό εκτυπωθεί, το μελάνι πάνω στα γράμματα είναι εξ ίσου διακατανεμημένο. Αυτό το οποίο συνέβηκε, διότι αυτό το χαρτί (σ.σ. το Τεκμήριο 1) έχει διπλωθεί, έχει ταχυδρομηθεί και τοποθετηθεί σε άλλο υπολογιστή, όταν διπλώσεις ένα κομμάτι χαρτί καταστρέφεις τη δομή του και την επιφάνεια και δημιουργείς μια γραμμή κατά μήκος της κόλλας. Όταν βάλεις αυτό το κομμάτι, αυτήν την κόλλα με τη γραμμή, με τη τσάκιση μέσα στον εκτυπωτή και η τσάκιση περάσει από την κεφαλή του εκτυπωτή, η κατανομή του μελανιού είναι πολύ διαφορετική, στέλλει περισσότερο μελάνι επειδή είναι μεγαλύτερη περιοχή. Όλοι μας θα μπορούσαμε να το δούμε αυτό με ένα μεγεθυντικό φακό ή ένα μικροσκόπιο σε εργαστήριο της αστυνομίας, θα μπορούσαν να καθορίσουν χωρίς ίχνος αμφιβολίας, κατά πόσο εκείνη η εκτύπωση είχε τοποθετηθεί εκεί προηγουμένως ή πριν διπλωθεί ή μετά που διπλώθηκε. Κατ' ακρίβεια, αν το κοιτάξετε το έγγραφο, αν και δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο, υπάρχει μια γραμμή εκτύπωσης, η οποία είναι πάνω στη τσάκιση. Όταν το κοιτάξετε αυτό (Τεκμήριο 1), κοιτάζοντας το μπορώ να καταλάβω ότι υπήρξε αλλαγή στην εκτύπωση ότι είναι διαφορετική η εκτύπωση πάνω στη τσάκιση. Η αστυνομία με τα μηχανήματα που διαθέτει τα επιστημονικά στο εργαστήριο, μπορούν να το αποδείξουν αυτό. Αυτό το κείμενο μπήκε εκεί μετά που διπλώθηκε το χαρτί και εγώ το γνωρίζω αυτό και αυτοί το γνωρίζουν (οι ενάγοντες).» Ανέφερε τέλος ο εναγόμενος 1 κατά την αντεξέταση του ότι πλην της ομοιότητας που θεωρεί ότι υπάρχει μεταξύ της δομής του Τεκ.1 και της διαθήκης της μητέρας του, δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία για να αποδείξει ότι η εν λόγω διαθήκη έχει πλαστογραφηθεί από τους ενάγοντες. Αυτό όμως είναι που πιστεύει ο ίδιος αν και στο τέλος, μπορεί να κάνει και λάθος. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του εναγόμενου 1, αμφότερα τα μέρη προχώρησαν με τη τελική τους επιχειρηματολογία, την οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, αναφορά σε αυτή κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επιγραμματικά αναφέρω ότι, ο μεν εναγόμενος 1 υιοθέτησε τις θέσεις που προέβαλε κατά την ακρόαση και υποστήριξε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, ο δε κ. Κουκούνης, υποστήριξε ότι στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΕ1, σε αντίθεση με την αναξιόπιστη μαρτυρία του εναγόμενου 1, οι ενάγοντες απέδειξαν πλήρως την υπόθεση τους και δικαιούνται συνεπώς σε όλες τις θεραπείες που αξιώνουν. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Όπως προκύπτει ως κοινό και αδιαμφισβήτητό έδαφος μεταξύ των μερών και ως τέτοιο καθίσταται εύρημα μου, στις 07/12/2007, οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγόμενους 25.000 στερλίνες, ποσό το οποίο οι τελευταίοι μέχρι σήμερα δεν έχουν επιστρέψει στους πρώτους. Εκεί όπου προέκυψε η διαφωνία των μερών και προβλήθηκαν οι δύο αντίθετες εκδοχές των ΜΕ1 και ΜΥ1, είναι ως προς τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες καταβλήθηκε το πιο πάνω ποσό καθώς και ως προς το κατά ποσό οι ενάγοντες δικαιούνται σε επιστροφή του. Προχωρώ συνεπώς να αξιολογήσω τις δύο αυτούς μάρτυρες και τις εκδοχές τους. Ο ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του, πέραν του ότι χαρακτηρίζετο από αμεσότητα, γνήσιο αυθορμητισμό και ειλικρίνεια, δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης. Σημειώνω ενδεικτικά την αληθοφανή και πειστική απάντηση που έδωσε επανειλημμένα κατά την επίμονη αντεξέταση του από τον εναγόμενο 1 ως προς τις συνθήκες που περιέβαλλαν την αποστολή και παραλαβή της επίδικης συμφωνίας και την υποβολή ότι πλαστογράφησε το Τεκ.
- - «...ως ο δανειστής, γιατί να έμπαινα στον κόπο να το υπέγραφα και με μάρτυρες το 2007 όταν είχα ήδη στείλει τα λεφτά. Τι θα κέρδιζα με το να το πλαστογραφήσω... γιατί μετά που έστειλα τα λεφτά να μπω στον κόπο να έχω έγγραφο υπογραμμένο και με μάρτυρες αν δεν σκόπευα να στείλω αντίγραφο. Δεν θα ήταν χρήσιμο για μένα ... δε συνηθίζω να υπογράφω και να βάζω κάποιο να μαρτυρά σε ένα κενό χαρτί. Είμαι ο δανειστής. Δεν θα υπέγραφα, δεν θα έστελλα τα λεφτά και δεν θα ήμουν σήμερα στο Δικαστήριο...». Σημειώνω επίσης τις θέσεις που αυθόρμητα ο ΜΕ1 πρόβαλε κατά την αντεξέταση του, οι οποίες και δεν αμφισβητήθηκαν, ήτοι ότι μετά το επίδικο δάνειο, οι εναγόμενοι «...μου τηλεφώνησαν και μας ευχαρίστησαν για τα λεφτά, ρωτήθηκαν αν όλα ήταν εντάξει και πετούσαν στα σύννεφα που πήραν τα λεφτά ... δεν πήρα καμία επικοινωνία με την οποία να δηλώνουν ότι δεν ήταν ευχαριστημένοι ή ότι δεν ήταν να αποπληρώσουν και εδώ είμαστε για να επιστραφούν τα λεφτά που δεν αποπληρώθηκαν...». Ακόμη όμως και η θέση του ΜΕ1 ότι «...εμείς τους δανείσαμε, προσπαθήσαμε να τα επανακτήσουμε, μας έχουν αγνοήσει και αναγκαστήκαμε να βρεθούμε σε αυτή τη θέση...» επιβεβαιώνεται και από την αλληλογραφία Τεκ.12 που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 κατέθεσε. Από την εν λόγω αλληλογραφία μάλιστα, προκύπτει ότι τόσο ο ΜΕ1 όσο και η ενάγουσα 2 εξέφρασαν την έκπληξη αλλά και αγανάκτηση τους με την μη αποπληρωμή του δανείου μετά πάροδο τεσσάρων σχεδόν χρόνων μετά την αποστολή των χρημάτων. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει σε δύο από τα emails που ανταλλάχθηκαν. Το πρώτο είναι email της ενάγουσας 2 ημερομηνίας 09/10/11, στο οποίο η τελευταία εξέφρασε στον αδερφό της εναγόμενο 1 την απογοήτευση της για τη μη τήρηση των συμφωνηθέντων από τους εναγόμενους, κάμνοντας ρητή αναφορά και στο συμφωνηθέντα τόκο του δανείου καθώς και τη λύπη της που ήταν πλέον αναγκασμένη να λάβει νομικά μέτρα για ανάκτηση του δανείου. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από το εν λόγω email της ενάγουσας 2 «We were both shocked by my conversation with you, regarding the loan agreement made between us in Nov.
- At that time I was very concerned about your misfortune and the lack of funds required to complete your house and your need to borrow 25K from us.I feel deeply betrayed by you for not even carrying out the agreement that clearly states the interest should have been paid annually.it is now approaching four years since we first agreed to your loan and not once have you mentioned anything about your intentions, or change of mind until now . after all if I can not trust my own brother, then who can I trust to carry out the return of our money? So we will be forced to seek legal advice on where to go from here. we kept to our side of the agreement and it was expected of you to keep to yours if your original plan was adhered to we would not need to take such drastic action.» Η απάντηση του εναγόμενου 1 την ίδια μέρα δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας για την ορθότητα και αξιοπιστία όλων των πτυχών της μαρτυρίας του ΜΕ
- «... I was and still am eternally grateful to you for making the loan and my remarks that even if we died or you predeceased us, the money would still be paid out to your estate, (with interest) was intended to reassure you that we had no intent to renege on the loan. It is not "if" the loan will be repaid but a question of "when" in practical terms we can achieve that ... we would be unable to repay the loan until we sold this property» (έμφαση δική μου) Περιττό βέβαια να αναφέρω ότι η πιο πάνω ξεκάθαρη τοποθέτηση του εναγόμενου 1 τέσσερα χρόνια μετά που οι εναγόμενοι έλαβαν το επίδικο ποσό, ως προς το ότι πρόθεση των τελευταίων ήταν και είναι να εξοφλήσουν το δάνειο που οι ενάγοντες τους έδωσαν και μάλιστα με τόκο, όχι μόνο καταρρίπτει παντελώς όλες και κάθε μία τις περί του αντιθέτου υποβολές που τέθηκαν στο ΜΕ1 από τον εναγόμενο αλλά και επιβεβαιώνει την γνησιότητα, ορθότητα και ακρίβεια των όσων αναφέρονται στο Τεκ.
- Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος 1 δήλωσε, όλοι οι όροι πλην του τόκου, συνιστούσαν τους όρους στη βάση των οποίων οι ενάγοντες συμφώνησαν να στείλουν τα επίδικα χρήματα στους εναγόμενους. Στη βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως αξιόπιστη. Διεξήλθα τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 με την ίδια προσοχή. Παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, η εκδοχή του εναγόμενου 1, ως αυτή προβλήθηκε καθ' όλα τα στάδια της ακρόασης, χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις, παλινδρομήσεις και προώθηση εντελώς αντικρουόμενων και αντιφατικών εκδοχών επί γεγονότων. Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει - (βλ. μεταξύ άλλων Μούντης Μιχάλης και άλλοι ν. Κώστα Φοίβου Παπαχριστοφόρου και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2637, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ ν. Χίνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 818 και Καστάνος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1374). Στην παρούσα υπόθεση, σε ένα συνονθύλευμα ισχυρισμών, ο εναγόμενος 1 προώθησε πληθώρα διαζευκτικών εκδοχών επί γεγονότων. Από τη μία ισχυρίστηκε ότι όντως οι εναγόμενοι έλαβαν το επίδικο ποσό στα πλαίσια συμφωνίας δανείου η οποία όμως τροποποιήθηκε μόνο ως προς τους όρους αποπληρωμής της και από την άλλη ότι δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία αφού το επίδικο ποσό οι ενάγοντες του το κατέβαλαν διότι του το «όφειλαν» από το 2003 που τον ξεγέλασαν κατά την εκτέλεση της διαθήκης της μητέρας του, διαθήκη την οποία ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες είχαν πλαστογραφήσει. Την ίδια στιγμή όμως δήλωσε ότι η εν λόγω διαθήκη τελικά μπορεί να μην ήταν πλαστογραφημένη και ότι μπορεί να κάνει λάθος για τούτο. Ισχυρίστηκε παράλληλα ότι η «πραγματική» συμφωνία των μερών, πλην του καθορισμού του τόκου, περιείχε πανομοιότυπους με το Τεκ.1 όρους, χωρίς όμως να δέχεται ότι οι εν λόγω όροι, έστω και χωρίς την αναφορά στο τόκο, συνιστούν τους όρους με τους οποίους δεσμεύτηκε απέναντι στους ενάγοντες. Παρεμβάλλω εδώ και μια άλλη θέση του εναγόμενου, ήτοι ότι αν και είχε την «πραγματική» συμφωνία στον υπολογιστή του, εντούτοις τη διέγραψε, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανείς πλέον να γνωρίζει τι ακριβώς είναι που προνοούσε και επομένως είναι ωσάν να και δεν έγινε ποτέ μια τέτοια συμφωνία. Κατά δεύτερο, τα πλείστα όσα ανέφερε για να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΕ1 και την ορθότητα και γνησιότητα του Τεκ.1, εδράζονταν σε υποθέσεις και εικασίες, οι οποίες όχι μόνο παρέμειναν στη σφαίρα του υποθετικού αλλά μάλλον σε σενάριο ταινία συνομωσίας παραπέμπουν. Ενδεικτικό τούτου είναι η «αποκάλυψη» (revelation) που ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι έτυχε όταν, εκκρεμούσης της υπόθεσης, είδε ένα διπλωμένο χαρτί να πέφτει μπροστά από τον εκτυπωτή του οπόταν και αντιλήφθηκε πώς πραγματικά είναι που επετεύχθη ο δόλος των εναγόντων. Καμία επομένως τεκμηριωμένη ή έστω αληθοφανή ένδειξη δόθηκε σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το Τεκ.1 πλαστογραφήθηκε ή ότι τεχνηέντως κατασκευάστηκε (c/f Cypromix Concentrates Co. Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 A.A.Δ. 676) Πρόσθετα θα πρέπει να σημειωθεί και το ότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 περί εφαρμογής στην υπόθεση των αρχών υψίστης πίστης (Uberrimae Fidei) ως υπεράσπιση, ουδόλως περιλαμβάνονται στο δικόγραφο του. Άλλωστε αυτό το δήλωσε και ο ίδιος ο εναγόμενος 1, ο οποίος ανέφερε ότι αυτή η γραμμή υπεράσπισης «έγινε αντιληπτή » κατά την ακρόαση της υπόθεσης οπόταν και γι' αυτό «άλλαξε η βάση» της υπεράσπισης. Αυτού τους είδους όμως η προώθηση μιας υπόθεσης, ήτοι εκτός των δικογραφημένων πλαισίων, πέραν του ότι οδηγεί σε απόρριψη των σχετικών ισχυρισμών ως μη δικογραφημένων (βλ. Σχίζα ν. Αδάμου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 7/11, ημερ. 3.11.2016), επηρεάζει δυσμενώς και την αξιοπιστία του εναγόμενου 1 ως μάρτυρα (βλ. Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 217/2008, ημερ. 21.2.2017). Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω να προκύπτουν από τα emails μεταξύ εναγόμενου 1 και εναγόντων (Τεκ.12) ως προς τις θέσεις που ο πρώτος πρόβαλλε κατά τον ουσιώδη χρόνο σε αντίθεση με το τι ισχυρίζεται τώρα, δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε απόρριψη της μαρτυρίας του εναγόμενου 1 ως αναξιόπιστη και ως τέτοια απορρίπτεται. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ως τα περιέγραψε ο ΜΕ1 και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Βρίσκω επίσης ότι το Τεκμήριο 1 συνιστά την πραγματική και γνήσια συμφωνία δανείου που τα μέρη υπέγραψαν με τον τρόπο που ανέφερε ο ΜΕ1 και που έκτοτε οι όροι της κατέστησαν δεσμευτικοί για όλους τους συμβαλλομένους. Υπενθυμίζω ότι η γενική αρχή είναι ότι «...η υπογραφή δεσμεύει (Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240). Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές.» (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018) Βρίσκω επίσης ότι ενώ οι ενάγοντες σε πλήρη συμμόρφωση με τη συμφωνία των μερών, δάνεισαν στους εναγόμενους στις 07/12/07 το επίδικο ποσό με τόκο 6.7% ετησίως μέχρι εξόφλησης, ποσό το οποίο έπρεπε να αποπληρωθεί εντός δύο χρόνων ήτοι μέχρι 31/10/09, εντούτοις οι εναγόμενοι, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφλήσει το εν λόγω ποσό ούτε και έχουν κάμει οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του. Βρίσκω τέλος ότι συνεπεία της ανωτέρω παράβασης των εναγομένων οι ενάγοντες υπέστησαν έξοδα και οικονομική ζημιά ύψους 1500 στερλίνων ως τέτοια έξοδα και ζημιά αναφέρονται στα Τεκμήρια 8 και 9 και κρίνω ότι δικαιούνται να τα ανακτήσουν από τους εναγόμενους ως ειδικές αποζημιώσεις ένεκα παράβασης συμφωνίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον αμφότερων των εναγομένων στον απαιτούμενο βαθμό και ότι δικαιούνται στις θεραπείες που ζητούν με την Έκθεση Απαίτησης τους. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για: Α. Ποσό 25.000,00 στερλίνων πλέον τόκο 6.7% ετησίως από 7/12/07 μέχρι εξοφλήσεως Β. Ποσό 1500 στερλίνων με νόμιμο τόκο από καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησης Γ. Έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον νόμιμο τόκο από καταχώρησης της αγωγής πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει Προϋπόθεση εκτέλεσης της απόφασης στην Κύπρο θα είναι η μετατροπή των πιο πάνω εξ' αποφάσεως χρεών κατά το ισάξιο σε ευρώ, σύμφωνα με τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία και νομοθεσία (βλ. Moshe Englender ν. Romi Rimon
(2001)1 ΑΑΔ 203, Williams and Glyn's Bank v. Kouloumbis [1986] 1 C.L.R. 627, Miliangos v. George Frank (Textiles) Ltd [1975] 3 All E.R. 80 και Lamaignere v. Selene Shipping [1982] 1 C.L.R. 227. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Συμφωνία Δανείου σε στερλίνες. [1] Αvεξάρτητα από oπoιαδήπoτε διάταξη πoυ περιέχεται στo Νόμo αυτό, κάθε διάδικoς σε oπoιαδήπoτε πoλιτική ή πoιvική διαδικασία δύvαται vα εμφαvίζεται αυτoπρoσώπως και vα διευθύvει τηv υπόθεση τoυ. και όταv υπάρχoυv διάφoρoι διάδικoι σε πoλιτική διαδικασία oι oπoίoι έχoυv κoιvά συμφέρovτα, oπoιoσδήπoτε από τoυς διάδικoυς αυτoύς δύvαται vα εξoυσιoδoτηθεί γραπτά από τov άλλo ή τoυς άλλoυς vα εμφαvίζεται εκ μέρoυς τoυς και vα διευθύvει τηv υπόθεση και τo δικαστήριo πoυ επιλαμβάvεται πoλιτικής διαδικασίας δύvαται, όταv κρίvει αυτό πρέπov, με πρoσωπική αίτηση oπoιoυδήπoτε διάδικoυ, vα επιτρέπει σε oπoιoδήπoτε πρόσωπo, τo oπoίo είvαι στεvός συγγεvής τoυ διάδικoυ αυτoύ, vα εμφαvίζεται εκ μέρoυς τoυ και vα διευθύvει τηv υπόθεση για λoγαριασμό τoυ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο