UNICARE (WASHROOM HYGIENE) LTD ν. ΑΝΤΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1119/16, 20/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1119/16 Μεταξύ: UNICARE (WASHROOM HYGIENE) LTD Εναγόντων και ΑΝΤΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενης Αίτηση για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 20.4.2018. Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κα Δ. Καρή για C.D. Messios LLC. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Χ. Φλώρου για Λ. Λυσάνδρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18.10.16, στην βάση μονομερούς αίτησης ημερ. 29.9.16, για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης της Εναγόμενης να εμφανισθεί, εκδόθηκε εναντίον αυτής, απόφαση για το ποσό των €1.924,85, πλέον τόκο 4% ετησίως από 19.4.16 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη (στο εξής η Αιτήτρια) αιτείται διατάγματος ακύρωσης και/ή παραμερισμού της πιο πάνω απόφασης. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.17 Κ.9-10, Δ.26 Κ.14, Δ.33 Κ.5, Δ.48 Κ.1-9 και Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας και της κας Άντρης Κυπριανού, η οποία κατά την περίοδο 1.4.10 μέχρι 30.6.14 εργαζόταν ως Βοηθός Λογιστηρίου στην εταιρεία G.A.A BEAUTE LTD. Οι Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 19.1.18 ένσταση στην αίτηση, όπου εγείρουν βασικά τους ακόλουθους λόγους:
- Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε οποιοδήποτε σοβαρό λόγο και/ή ικανοποιητική αιτιολογία για την παράλειψη της να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και/ή δεν δικαιολόγησε επαρκώς και βάσιμα την αδιαφορία που επέδειξε, η οποία προσλαμβάνει την μορφή κατάφωρης καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντίδικου.
- Η Αιτήτρια δεν έχει και/ή δεν αποκαλύπτει συζητήσιμη και/ή καλή υπεράσπιση.
- Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» αποκρύπτοντας σκοπίμως και παραλείποντας να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης.
- Η αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης.
- Τυχόν ακύρωση της απόφασης θα προσβάλει το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων καθώς και το συνταγματικό τους δικαίωμα για εκδίκαση της υπόθεσης τους σε εύλογο χρόνο. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Θεοδώρου, διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση. Η ακρόαση της αίτησης έγινε με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή και στην σχετική νομολογία. Οι εν λόγω θέσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται από την Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του Δικαίου, όπως προκύπτει από την σχετική νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο Αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί (βλ. Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της εξουσίας του αυτής το Δικαστήριο πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από την μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη της ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι σε περίπτωση που η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο κριθεί ως κακή, με την έννοια ότι ο τελευταίος δεν λαμβάνει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής (δικαστικής διαδικασίας εναντίον του), το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae, αυτόματα να παραμερίσει την απόφαση. Δεν τίθεται δηλ. θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Αυτό γιατί το να εκδοθεί μια απόφαση εναντίον κάποιου προσώπου χωρίς να του γίνει επίδοση της αγωγής ουσιαστικά παραγνωρίζει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30
(3)(α)(β) του Συντάγματος, Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 243 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1044). Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο Εναγόμενος - Αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία λοιπόν που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Κ.1 (βλ. Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Χρειάζεται δηλ. κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής από τον Αιτητή, διαφορετικής από αυτή του Καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εξυπακούεται ότι πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Ως δε λέχθηκε στην Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118 υπεράσπιση ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας όταν είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη ενώ όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται. Η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με γεγονότα κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισης. Αυτό γιατί η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο αλλά περιέχει γεγονότα και αυτά μπορεί να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες αλλά δεν χωρούν διαζεύξεις ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (βλ. και El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1255). Στην Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στην σχετική νομολογία έχει λεχθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω). Συνεπώς η αίτηση μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας Αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά ικανοποιητική δικαιολογία. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (βλ. Miluca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Κουμουλή ν. Yasmingh κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφόρου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2000)1 Α.Α.Δ. 86 και Φραντζής ανωτέρω). Εξέταση της αίτησης Το πρώτο και κύριο θέμα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο η Αιτήτρια έχει αποκαλύψει στον δέοντα βαθμό ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Για αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Με την έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης το ποσό που τους επιδικάσθηκε με την απόφαση ημερ. 18.10.16, στην βάση των ακόλουθων ισχυρισμών: Αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λεμεσό και ασχολούνται μεταξύ άλλων με την πώληση προϊόντων καθαρισμού και υγιεινής. Η Εναγόμενη, η οποία ασχολείτο μεταξύ άλλων με παροχή υπηρεσιών σπα και/ή διατηρεί ινστιτούτο αισθητικής, ήταν δε καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, πελάτιδα τους. Δυνάμει συμφωνίας μεταξύ τους και/ή κατ' εντολή της Εναγόμενης και σύμφωνα με τις οδηγίες της, πώλησαν και παρέδωσαν σε αυτήν σε διάφορα χρονικά διαστήματα διάφορα εμπορεύματα καθαρισμού και υγιεινής, τα οποία παρέλαβε και αποδέχθηκε πλήρως. Σε σχέση με τις μεταξύ τους συναλλαγές οι Ενάγοντες εξέδωσαν τιμολόγια και/ή διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού, η οποία κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2013 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €1.924,85, το οποίο ήταν οφειλόμενο από την Εναγόμενη. Η τελευταία παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις παρέλειψε να εξοφλήσει εν λόγω ποσό, το οποίο και οφείλει. Στα πλαίσια της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης η Αιτήτρια, προβάλλει ότι το ισχυριζόμενο από τους Καθ' ων η αίτηση χρέος δεν είναι προσωπικό της αλλά της εταιρείας G.A.A. BEAUTE LTD (στο εξής η εταιρεία) και της εμπορικής επωνυμίας DESSANGE που ανήκει στην εταιρεία (στο εξής η εμπορική επωνυμία). Η ίδια ουδέποτε συνεργάστηκε προσωπικά με τους Ενάγοντες. Προς υποστήριξη αυτού εκθέτει τα ακόλουθα: Στις 8.11.12 τέθηκε υπό πτώχευση, με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια της Αίτηση 83/2012 και αποκαταστάθηκε στις 31.5.
- Συνεπώς ήταν αδύνατο να προέβαινε προσωπικά σε συναλλαγές με τους Ενάγοντες. Η συνεργασία με τους Ενάγοντες άρχισε το 2010 όταν ιδρύθηκε η εταιρεία. Οι Ενάγοντες πωλούσαν τα προϊόντα τους στην εταιρεία, η οποία τότε ασχολείτο με την παροχή υπηρεσιών σπα, κομμωτικής και αισθητικής. Από το Μάρτιο του 2010 μέχρι τον Ιούνιο 2014 η ίδια διατελούσε διευθυντής της εταιρείας και ως τέτοια δεν είχε άμεση επαφή με όλες τις παραγγελίες που γίνονταν καθότι τα καθήκοντα της περιορίζονταν στις καθημερινές δραστηριότητες της εταιρείας. Οι παραγγελίες των διαφόρων προϊόντων ήταν κάτι που ασχολείτο το Λογιστήριο και συγκεκριμένα η κυρία Άντρη Κυπριανού ως Βοηθός Λογιστηρίου. Από την δέσμη των τιμολογίων (τεκμήριο Γ) φαίνεται ότι παρόλο που στα περισσότερα αναγράφεται το όνομα της εντούτοις στα τιμολόγια με αριθμό 151958 και 139695, αναγράφεται τόσο το όνομα της εταιρείας όσο και το δικό της ενώ στα τιμολόγια με αριθμό 165643 και 158553 αναγράφεται τόσο η εμπορική επωνυμία όσο και το όνομα της. Περαιτέρω οι υπογραφές στην δέσμη τιμολογίων για τον Αγοραστή είναι από διάφορα πρόσωπα τα οποία εργάζονταν στην εταιρεία, τα οποία είχαν εξουσιοδότηση να παραλαμβάνουν τα προϊόντα που είχαν παραγγελθεί και να υπογράφουν τα τιμολόγια. Κανένα από τα τιμολόγια αυτά δεν είναι υπογραμμένο από την Εναγόμενη. Στην κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας φαίνονται τα τιμολόγια με αρ. 137746, 140070, 144763, 151958 και 158553 (ημερ. 9.4.10, 3.5.10, 26.8.10, 9.3.11 και 15.9.11 αντίστοιχα) και στην κατάσταση λογαριασμού της εμπορικής επωνυμίας φαίνονται τα τιμολόγια με αρ. 135497, 137642, 137724 και 138767 (ημερ. 1.2.10, 8.2.10, 2.3.10 και 8.3.10 αντίστοιχα), τα οποία είναι όλα στην δέσμη τιμολογίων που χρησιμοποίησαν οι Ενάγοντες για έκδοση της απόφασης. Είναι φανερό από τις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού και τα τιμολόγια ότι οι Ενάγοντες συνεργάζονταν ήτοι πωλούσαν προϊόντα στην εταιρεία και κατ' επέκταση στην εμπορική επωνυμία DESSANGE. Οι λογιστές της εταιρείας εφοδίασαν την Εναγόμενη και με 3 αντίγραφα επιταγών που είχαν στα αρχεία τους (τεκμήρια ΣΤ 1, 2 και 3). Οι επιταγές εκδοθήκαν από την εταιρεία προς τους Ενάγοντες εντός της περιόδου που οι 2 εταιρείες συνεργάζονταν και φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας. Αυτό αποδεικνύει επίσης ότι οι δυο εταιρείες είχαν συνεργασία μεταξύ τους και οι οποιεσδήποτε πληρωμές γίνονταν από την εταιρεία και όχι από την Εναγόμενη. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ουδέποτε παρουσίασαν την κατάσταση λογαριασμού που αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης, ώστε να δείξουν σε ποιο όνομα διατηρούσαν τον εν λόγω λογαριασμό αλλά και το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό. Τα καθήκοντα της κας Άντρης Κυπριανού στην εταιρεία περιλάμβαναν παραγγελίες προϊόντων, υπογραφή τιμολόγιων, καταγραφή των καθημερινών λογιστικών πράξεων κλπ. Διατηρούσε καθημερινή συνεργασία και επαγγελματική επαφή με την Αιτήτρια. Η συνεργασία της εταιρείας με τους Ενάγοντες άρχισε τον Μάρτιο του
- Οι Ενάγοντες προμήθευαν και πωλούσαν προϊόντα καθαρισμού και υγιεινής στην εταιρεία και κατ' επέκταση στην εμπορική επωνυμία αυτής, οι οποίες ασχολούνται με την παροχή υπηρεσιών σπα, κομμωτικής και αισθητικής. Η κα Κυπριανού κατά την καθημερινή εκτέλεση των καθηκόντων της προέβαινε σε παραγγελίες στους Ενάγοντες για προϊόντα που χρειαζόταν και χρησιμοποιούσε η εταιρεία. Μιλούσε με αντιπροσώπους των Εναγόντων και υπέβαλε δια μέσου τηλεφώνου προφορικά την σχετική παραγγελία. Φαίνεται από την δέσμη τιμολογίων που επισύναψαν οι Ενάγοντες ως τεκμήρια στην αίτηση για απόφαση ότι οι παραγγελίες που υπέβαλε η εταιρεία αλλά και η εμπορική επωνυμία ήταν για μεγάλες ποσότητες προϊόντων. Οι Ενάγοντες παρέδιδαν την παραγγελία και μαζί με την παραγγελία το σχετικό τιμολόγιο. Εκ μέρους της εταιρείας και της εμπορικής επωνυμίας, τόσο η κα Κυπριανού όσο και άλλοι υπάλληλοι των εταιρειών είχαν εξουσιοδότηση να παραλαμβάνουν τα προϊόντα που είχαν παραγγελθεί και να υπογράφουν τα εν λόγω τιμολόγια. Από τα τιμολόγια που επισύναψαν οι Ενάγοντες η κα Κυπριανού αναγνώρισε τόσο την δική της υπογραφή όσο και των πρώην συναδέλφων της που εργάζονταν στην εταιρεία ως αποθηκάριοι και είχαν εξουσιοδότηση να υπογράφουν τα εν λόγω τιμολόγια κατά την παράδοση των προϊόντων από τους Ενάγοντες (συγκεκριμένα αναφέρει τα τιμολόγια 15198, 144763, 158553, 139695, 138767, 137724 και 165643). Οι Καθ' ων η αίτηση μέσω της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αρνούνται ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που τίθενται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και της κας Άντρης Κυπριανού. Υποστηρίζουν ότι τα επίδικα τιμολόγια δεν αφορούν την εταιρεία αλλά ούτε και την εμπορική επωνυμία καθώς και ότι είχαν αποκλειστική συνεργασία για τα τιμολόγια αυτά με την Αιτήτρια και οι παραγγελίες των προϊόντων καθώς επίσης και οι τιμολογήσεις αυτών γίνονταν για το πρόσωπο αυτής. Για αυτό και πάντοτε στα τιμολόγια αναγράφεται το όνομα της Αιτήτριας, η οποία παράλαβε τα προϊόντα καθώς επίσης και τα επίδικα τιμολόγια χωρίς να προβεί σε οποιονδήποτε παράπονο και χωρίς ουδέποτε να διαφωνήσει ή να αμφισβητήσει τις τιμολογήσεις ή τις χρεώσεις που αναφέρονταν σε αυτά. Δεν είναι δε γνωστό κατά πόσο αυτή χρέωνε τα ρηθέντα τιμολόγια στην κατάσταση λογαριασμών των εταιρειών ή άλλων εμπορικών επωνυμιών με τις οποίες σχετίζεται ή της ανήκαν ως τελικός δικαιούχος. Τέλος αναφέρουν ότι δεν υπάρχει στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών εμπορική επωνυμία με την ονομασία DESSANGE. Είναι σαφές όμως ότι δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών της Αιτήτριας ούτε και αξιολόγησης της μαρτυρίας με σκοπό την κατάρριψη αντιφατικών ισχυρισμών ή διαπίστωση γεγονότων στο στάδιο αυτό (βλ. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας ν. Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1762). Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ότι κάποια από τιμολόγια που έκδιδαν φέρουν, εκτός από το όνομα της Αιτήτριας, είτε το όνομα G.A.A. BEAUTE LTD είτε το όνομα DESSANGE αλλά ούτε και ότι πληρώθηκαν σε κάποιες περιπτώσεις με επιταγές της προαναφερόμενης εταιρείας. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας, οι οποίοι στηρίζονται και σε έγγραφα και δεν αποτελούν απλά παράθεση μιας εκδοχής, αποτελούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Το θέμα όμως, ως προαναφέρθηκε, δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει να εξετασθεί και το θέμα της παράλειψης ή μη της Αιτήτριας να εμφανιστεί καθώς επίσης και της καθυστέρησης της ή μη να προωθήσει την παρούσα αίτηση. Για τον σκοπό δε αυτό κρίνω ότι είναι αναγκαίο όπως προβώ σε μια αναδρομική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Από την εξέταση του φακέλου προκύπτουν λοιπόν τα εξής: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 19.4.
- Στον φάκελο υπάρχει ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στην Αιτήτρια, ημερ. 19.9.16, όπου αναφέρεται ότι η επίδοση έγινε στις 15.9.
- Στις 29.9.16 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση εναντίον της Αιτήτριας λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Στην βάση της πιο πάνω αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστήριζε εκδόθηκε στις 18.10.16 η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός. Προς εκτέλεση της απόφασης, στις 29.11.16, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην έκδοση εντάλματος κατάσχεσης και εκποίησης της κινητής περιουσίας της Αιτήτριας. Έγιναν προσπάθειες εκτέλεσης του εντάλματος στις οδούς Μνασιάδου 8Α στην Λευκωσία, Αιπείας 5Α στην Έγκωμη στην Λευκωσία και Δεληγιάννη 1 στον Λυκαβητό στην Λευκωσία. Εν τέλει το ένταλμα επιστράφηκε ανεκτέλεστο με την ένδειξη ότι η Αιτήτρια στερείται κινητής περιουσίας στις εν λόγω διευθύνσεις. Συγκεκριμένα στα σχετικά έγγραφα αναφέρεται ότι στην πρώτη διεύθυνση υπήρχε μια εταιρεία (όχι η G.A.A. BEAUTE LTD), στην δεύτερη υπήρχε άλλη εταιρεία (και πάλι όχι η G.A.A. BEAUTE LTD) και αναφορικά με την τρίτη διεύθυνση, ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε αυτήν και δεν ήταν γνωστή νέα διεύθυνση της. Στις 7.2.17 οι Ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον της Αιτήτριας, αίτηση έρευνας προς έκδοση διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Στις 29.3.17 οι Ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοση της αίτησης ημερ. 7.2.17, δια θυροκόλλησης της στην πόρτα της επιχείρησης με την επωνυμία QUICKSRA που βρίσκεται επί της οδού Μνασιάδου 8Α στην Λευκωσία. Στις 8.6.17 που ήταν ορισμένη η εν λόγω αίτηση, εμφανίσθηκε δικηγόρος για την Αιτήτρια, η οποία ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Ενόψει δε της απουσίας της Αιτήτριας εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον της, το οποίο διατάχθηκε να μην εκτελεσθεί αν παρουσιαζόταν στις 4.7.17 που η αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες. Δόθηκε δε χρόνος για καταχώρηση ένστασης. Στις 4.7.17 η Αιτήτρια εμφανίσθηκε με δικηγόρο και ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για καταχώρηση ένστασης. Έτσι συναινούσης της άλλης πλευράς η αίτηση ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες στις 3.10.
- Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε ως προαναφέρθηκε στις 15.9.
- Σε σχέση με την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή η Αιτήτρια αναφέρει βασικά τα εξής: Είχε πάει μόνο μια φορά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για μια άλλη υπόθεση που είχε. Σύμπτωση η υπόθεση εκείνη ήταν με τους ίδιους δικηγόρους που αντιπροσωπεύουν τους Ενάγοντες στην παρούσα δηλ. το δικηγορικό γραφείο Λυσάνδρου & Θωμά ΔΕΠΕ. Στην υπόθεση που ήταν ορισμένη εκείνη την μέρα την Αιτήτρια αντιπροσώπευε άλλο δικηγορικό γραφείο. Από ότι θυμάται οι δικηγόροι των Εναγόντων της ζήτησαν τότε να υπογράψει ένα έγγραφο και αυτή μέσα στην σύγχυση της μέρας νομιζόμενη ότι το έγγραφο σχετιζόταν με την υπόθεση που είχαν τότε, το υπέγραψε, χωρίς να γνωρίζει και χωρίς να της εξηγήσουν τι αφορά. Η νεαρή δικηγόρος που έστειλαν οι πρώην δικηγόροι της να την αντιπροσωπεύσει δεν την συμβούλευσε κατάλληλα. Δεν έλαβε ούτε αντίγραφο αυτού του εγγράφου. Σε σχέση με την πιο πάνω θέση θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως καταγράφεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 19.9.16, η επίδοση έγινε στις 15.9.16, με το να αφεθεί επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, στην Αιτήτρια προσωπικά και έναντι της υπογραφής της. Περαιτέρω αναφέρεται ότι αυτό έγινε στον χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην παρουσία του δικηγόρου Κωνσταντίνου Θωμά ενώ στο επισυναπτόμενο σε αυτήν αντίγραφο του κλητηρίου υπάρχει στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας υπογραφή και ημερομηνία 15.9.
- Η Αιτήτρια δέχεται ότι η εν λόγω υπογραφή είναι δική της. Οι Καθ' ων η αίτηση στην ένσταση τους αμφισβητούν τους ως άνω ισχυρισμούς της και υποστηρίζουν ότι η επίδοση της έγινε νομότυπα και ότι έλαβε γνώση για την αγωγή. Επίσης προβάλλουν ότι η Αιτήτρια ψεύδεται όταν αναφέρει ότι εκείνη την ημέρα η ίδια ήταν παρούσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για άλλη υπόθεση με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση και ισχυρίζονται ότι η υπόθεση εκείνη ήταν με το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Γιαννάκης Κ. Θωμά Law Firm L.L.C (δηλ. όχι με το γραφείο Λυσάνδρου & Θωμά Δ.Ε.Π.Ε.). Με άλλα λόγια αμφισβητούν τόσο το ότι οι δικηγόροι τους ζήτησαν από την Αιτήτρια να υπογράψει και κατ' επέκταση και την ισχυριζόμενη από αυτήν σύγχυση που της προκλήθηκε, όσο και το ότι δεν έλαβε αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος. Από την στιγμή λοιπόν που αμφισβητήθηκαν όλα τα πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένης της θέσης της Αιτήτριας, ουσιαστικά περί μη νομότυπης επίδοσης (εφόσον τέτοιο θα συνιστούσε η μη επίδοση αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος) η τελευταία είχε το βάρος να προσκομίσει την αναγκαία μαρτυρία ή να λάβει άλλα διαθέσιμα δικονομικά μέτρα για να πείσει για τους ισχυρισμούς της, κάτι που όμως δεν έπραξε (βλ. Iacovou Brothers (Construction) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377). Θα πρέπει άλλωστε να αναφερθεί περαιτέρω ότι δεν κρίνεται πειστική η θέση της, ως μη έχουσα έρεισμα στην λογική, ότι δηλ. παρά το ότι αυτή εκπροσωπείτο εκείνη την ημέρα από δικηγόρο και παρά το ότι οι δικηγόροι της άλλης πλευράς της ζήτησαν να υπογράψει ένα «έγγραφο», αυτή το υπέγραψε χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο του, χωρίς να της εξηγηθεί, χωρίς να λάβει αντίγραφο και χωρίς να ζητήσει να λάβει νομική συμβουλή. Συνεπώς κρίνεται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει στον δέοντα βαθμό και να πείσει ότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος και για την παράλειψη της να καταχωρήσει το απαιτούμενο από την Δ.17 σημείωμα εμφάνισης. Αναφορικά με το κατά πόσο υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης, αυτό προφανώς κρίνεται με βάση το χρόνο που διέρρευσε από τότε που η Αιτήτρια έλαβε γνώση της έκδοσης της εναντίον της απόφασης μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης. Σε σχέση με τον χρόνο αυτό η Αιτήτρια αναφέρει τα ακόλουθα: Κατά ή περί τις αρχές Ιανουάριου 2017 επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί της δικαστικός επιδότης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενημερώνοντας την ότι είχε οδηγίες όπως εκτελέσει ένταλμα για εκποίηση κινητής περιουσίας εναντίον της εταιρείας G.A.A. BEAUTE LTD, η οποία εμπορεύεται με την εμπορική επωνυμία Dessange. Τον ρώτησε τι αφορά το ένταλμα και εκείνος την ενημέρωσε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, σε σχέση με απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της. Αυτή τον ενημέρωσε ότι δεν έχει καμία σχέση με την εν λόγω εταιρεία, η οποία έκλεισε στις 30.6.
- Η ίδια διετέλεσε διευθυντής αυτής από τον Μάρτιο 2010 μέχρι που έκλεισε. Ο επιδότης της είπε ότι θα ελέγξει τα στοιχεία και θα επανέλθει και εάν δεν επανέλθει να θεωρήσει ότι θα επιστρέφει το ένταλμα. Ο επιδότης δεν επέστρεψε οπόταν η ίδια θεώρησε ότι το ένταλμα επιστράφηκε ως ανεκτέλεστο. Στην συνέχεια απευθύνθηκε σε δικηγορικό γραφείο. Εκεί της ζητήθηκε να υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου και ετοιμάσθηκε επιστολή ημερ. 18.1.17 προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ζητώντας από αυτόν όπως δώσει άδεια στο γραφείο επίδοσης του εν λόγω δικηγορικού γραφείου, στην Λεμεσό να προβούν σε έρευνα στον φάκελο (τεκμήριο Β). Στην συνέχεια οι δικηγόροι της την ενημέρωσαν με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 19.1.17 τα ακόλουθα αποτελέσματα της έρευνας:(α) η αγωγή επιδόθηκε στην Αιτήτρια προσωπικά στις 15.9.16 και αυτό φαινόταν από την ένορκη δήλωση του επιδότη (β) στην ένορκη δήλωση του επιδότη αναφερόταν ότι η επίδοση έγινε στον χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην παρουσία δικηγόρου (γ) οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση για μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στις 28.9.16, η οποία ήταν ορισμένη στις 18.10.16 και (δ) στις 18.10.16 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Με δικό της ηλεκτρονικό μήνυμα της ίδιας μέρας η Αιτήτρια απάντησε στους δικηγόρους αναφέροντας τους τα όσα ανωτέρω τέθηκαν σε σχέση με την παρουσία της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και την υπογραφή από αυτήν ενός εγγράφου που της δόθηκε. Κατά ή περί την 19.4.17 ιδιωτικός επιδότης επισκέφτηκε το κέντρο αισθητικής και κομμωτικής Quick Spa Ltd στο οποίο εργάζεται, έχοντας στην κατοχή του διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση αίτησης μηνιαίως δόσεων ημερ. 7.2.17 που στρεφόταν κατά της Αιτήτριας, με θυροκόλληση στην θύρα του κέντρου. Αφού συμβουλεύτηκε δικηγόρο παρέλαβε την αίτηση. Η εταιρεία Quick Spa Ltd δεν έχει καμία σχέση με την εταιρεία G.A.A. BEAUTE LTD. Με δεύτερη επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 28.4.17 προέβηκαν πάλι σε έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου και έλαβαν αντίγραφα της αίτησης για απόφαση για μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που είχαν καταχωρήσει οι Ενάγοντες. Η αίτηση μηνιαίων δόσεων ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 8.6.
- Δυστυχώς εκείνη την μέρα δεν ήταν δυνατό να εμφανιστεί στο Δικαστήριο καθότι ένας συγγενής της απεβίωσε και δεν ήταν καλά. Εμφανίστηκε όμως στην επόμενη δικάσιμο μαζί με δικηγόρο, στις 4.7.17, οπόταν ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουμε ένσταση στην αίτηση μηνιαίων δόσεων. Από εκείνη την ημέρα μέχρι την καταχώρηση της παρούσας και αφού έλαβε νομικές συμβουλές έψαχνε στα αρχεία της εταιρείας G.A.A. BEAUTE LTD για να εντοπίσει έγγραφα, αποδείξεις, σημειώσεις και καταστάσεις λογαριασμού που να δείχνουν ότι δεν είχε προσωπική συνεργασία με τους Εναγόντες. Η διαδικασία αυτή ήταν δύσκολή καθότι η εταιρεία μετακόμισε από το εγγεγραμμένο γραφείο της, στην Οδό Καλλιπόλεως και μεταφέρθηκε στην Έγκωμη μέχρι την μέρα που έκλεισε. Όλα τα έγγραφα της εταιρείας στην μετακόμιση είχαν μεταφερθεί σε αποθήκη. Κατά ή περί το 2015 μετά από πλημμύρες στην αποθήκη πολλά από τα αρχεία χάθηκαν στις πλημμύρες. Ζήτησε επίσης και από τους εξωτερικούς λογιστές της εταιρείας, το ελεγκτικό γραφείο του κ. Λοΐζου Τίμινις, να την εφοδιάσουν με οτιδήποτε είχαν στην κατοχή τους για να μπορέσει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Ήταν δύσκολή η διαδικασία εντοπισμού διαφόρων εγγράφων τόσο γιατί είχε την απώλεια του συγγενή της να αντιμετωπίσει αλλά επίσης και την φροντίδα της ηλικιωμένης μητέρας της και χρειάστηκε να διαθέσει αρκετό χρόνο. Κατάφερε όμως μέσω των λογιστών της εταιρείας G.A.A. BEAUTE LTD να εντοπίσει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσαν οι λογιστές για την περίοδο Μαρτίου 2010 μέχρι τον Δεκέμβριο 2013 (τεκμήριο Δ) και αναλυτική κατάσταση λογαριασμού της εμπορικής επωνυμίας DESSANGE για την περίοδο Απριλίου 2008 μέχρι τον Μάρτιο 2010 (τεκμήριο Ε). Μόλις οι λογιστές της εταιρείας G.A.A. BEAUTE LTD και της εμπορικής επωνυμίας DESSANGE της παρέδωσαν τις καταστάσεις λογαριασμού και αφού μελέτησε αυτές με τους δικηγόρους της όπως και τα τιμολόγια που παρουσίασαν οι Ενάγοντες, προέβηκε άμεσα στην ετοιμασία και καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχάς δεν κρίνεται πειστική η θέση της Αιτήτριας ότι ο δικαστικός επιδότης που επικοινώνησε μαζί της περί τις αρχές Ιανουάριου 2017 την ενημέρωσε ότι είχε οδηγίες όπως εκτελέσει ένταλμα για εκποίηση κινητής περιουσίας εναντίον της «εταιρείας G.A.A. BEAUTE LTD, η οποία εμπορεύεται με την εμπορική επωνυμία Dessange». Αυτό καθότι, ως η ίδια δέχθηκε, της είπε ότι η προς εκτέλεση απόφαση αφορούσε την ίδια και πουθενά στο ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας και στα σχετικά με την εκτέλεση αυτού έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελο δεν αναφέρεται το όνομα της προαναφερόμενης εταιρείας ή της εμπορικής επωνυμίας ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι ο επιδότης έστω εκ λάθους της ανέφερε κάτι τέτοιο. Εν πάση όμως περιπτώσει η Αιτήτρια δέχεται ότι στις 19.1.17 πληροφορήθηκε με λεπτομέρεια από τους δικηγόρους της, ότι είχε εκδοθεί εναντίον της η απόφαση ημερ. 18.10.
- Παρά ταύτα δεν προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης παραμερισμού τότε και ούτε φαίνεται να έκανε κάποια ενέργεια προς εξεύρεση οποιωνδήποτε στοιχείων ή μαρτυρίας προς τούτο. Στις 19.4.17 έλαβε γνώση και για την ύπαρξη εναντίον της, αίτησης έρευνας προς έκδοση διατάγματος πληρωμής του συγκεκριμένου εξ αποφάσεων χρέους με μηνιαίες δόσεις. Μετά από αυτό και πάλι δεν προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης παραμερισμού. Προκύπτει ότι οι δικηγόροι της προέβησαν και πάλι σε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης με επιστολή τους ημερ. 28.4.17 και έλαβαν πλέον αντίγραφα της αίτησης για απόφαση για μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που είχαν καταχωρήσει οι Ενάγοντες. Ούτε όμως και μετά από αυτό προχώρησε στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού ή έστω σε ενέργειες προς την κατεύθυνση αυτή. Στις 8.6.17 που ήταν ορισμένη η αίτηση έρευνας η Αιτήτρια δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο λόγω θανάτου συγγενικού της προσώπου, αλλά εμφανίσθηκε δικηγόρος για αυτήν και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση. Η Αιτήτρια εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο για σκοπούς της εν λόγω αίτησης στις 4.7.17, οπόταν ζητήθηκε και πάλι χρόνος για να καταχωρήσει ένσταση. Ούτε λοιπόν μέχρι τότε καταχώρησε την αίτηση παραμερισμού ενώ και πάλι μέχρι τότε δεν προέβηκε σε ενέργειες για εξασφάλιση της απαιτούμενης μαρτυρίας προς υποστήριξη τέτοιας αίτησης. Αντίθετα, χωρίς να δίδει οποιαδήποτε δικαιολογία για προηγουμένως, αναφέρει ότι από τις 4.7.17, αφού έλαβε νομικές συμβουλές έψαχνε στα αρχεία της εταιρείας G.A.A. BEAUTE LTD για να εντοπίσει σχετικά έγγραφα. Αναφέρει επίσης, χωρίς όμως να καθορίζει το πότε έγινε αυτό, ότι ζήτησε και από τους εξωτερικούς λογιστές της εταιρείας να την εφοδιάσουν με οτιδήποτε είχαν στην κατοχή τους για να μπορέσει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Υποστηρίζει δε ότι ήταν δύσκολη η διαδικασία εντοπισμού διαφόρων εγγράφων τόσο γιατί είχε την απώλεια του συγγενή της να αντιμετωπίσει και για πρώτη φορά αναφέρει ότι είχε και την φροντίδα της ηλικιωμένης μητέρας της και χρειάστηκε να διαθέσει αρκετό χρόνο, κάτι που δεν ανέφερε ότι ίσχυε και προηγουμένως. Τέλος προβάλλει ότι κατάφερε να εντοπίσει μέσω των λογιστών της εταιρείας G.A.A. BEAUTE LTD, αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού της εταιρείας και της εμπορικής επωνυμίας DESSANGE και μόλις το πέτυχε αυτό και τα μελέτησε με τους δικηγόρους της προέβηκε άμεσα στην ετοιμασία και καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Και πάλι όμως αποφεύγει να αναφέρει πότε έλαβε τα εν λόγω έγγραφα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 15.9.17 δηλ. 8 σχεδόν μήνες μετά που πληροφορήθηκε λεπτομερώς από τους δικηγόρους της για την έκδοση εναντίον της της απόφασης και 5 μήνες μετά που έλαβε γνώση για την καταχώρηση εναντίον της της αίτησης έρευνας, χωρίς κατά την κρίση μου να δώσει πειστική δικαιολογία για την καθυστέρηση. Συνεπώς από τα πιο πάνω φαίνεται ότι υπήρξε εκ μέρους της Αιτήτριας μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Από την ανάγνωση δε της Δ.17, η οποία αφορά την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης και την έκδοση απόφασης συνεπεία της παράλειψης αυτής, προκύπτει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει γνώση του κλητηρίου εντάλματος θα πρέπει να καταχωρήσει το ενδεδειγμένο σημείωμα εμφάνισης. Η Αιτήτρια στην παρούσα παρά το ότι έλαβε γνώση της εν λόγω αγωγής και του περιεχομένου της, χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία, παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Περαιτέρω απέτυχε να δικαιολογήσει την μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Η συμπεριφορά της αυτή κρίνεται λοιπόν ότι καταδεικνύει εκ μέρους της αδικαιολόγητη αδιαφορία για την εναντίον της αγωγή και υπό τις περιστάσεις προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων της. Ως εκ των άνω επανάνοιγμα της υπόθεσης θα αποτελούσε κατά την κρίση μου μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Παρά λοιπόν το ότι έχει αποδειχθεί από την Αιτήτρια η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, κρίνω ότι υπό τις πιο πάνω περιστάσεις η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της απόρριψης της αίτησης, με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση - Εναγόντων και εναντίον της Αιτήτριας - Εναγόμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αστικό - Αγωγή - Ενδιάμεση - Αίτηση παραμερισμού απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο