← Κύπρος

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2382/17, 20/4/2018

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2382/17, 20/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2382/17 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED Εναγομένων Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 20.4.2018 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Β. Σιήττη. Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κα Αγκαστινιώτη για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 11.8.17, οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €6.000, ως διοικητικό πρόστιμο που επέβαλαν στους Εναγόμενους, οι οποίοι είναι εταιρεία κάτοχος προσωρινής άδειας παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή στις 23.11.

  1. Ακολούθως στις 7.12.17 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγόντων, ως η έκθεση απαίτησης (στο εξής η κυρίως αίτηση). Η κυρίως αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Άνθιμου Παπανδρέου, ο οποίος κατέχει θέση Λειτουργού Λογιστή στους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι αντέδρασαν με την καταχώρηση ένστασης στην κυρίως αίτηση στις 12.3.
  2. Η εν λόγω ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κυριάκου Κωνσταντίνου, εκ των διευθυντών των Εναγομένων. Στις 19.3.18 οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν ουσιαστικά άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην κυρίως αίτηση, «σε απάντηση των ισχυρισμών της ένορκης δήλωσης» που υποστηρίζει την ένσταση. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.39 και Δ.48 Κ.1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης κάνει ο Άνθιμος Παπανδρέου και σε αυτή επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου, η άδεια για καταχώρηση της οποίας ζητείται με την παρούσα. Οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 30.3.18 ένσταση στην παρούσα αίτηση. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
  3. Δεν πληρούνται οι καθορισμένες από το νόμο και τη νομολογία προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης καθότι δεν αποκαλύπτεται, δεν αποδεικνύεται και δεν υφίσταται η προϋπόθεση του «καλού λόγου».
  4. Η επισυνημμένη ως παράρτημα Α στην αίτηση ένορκη δήλωση δεν επιτρέπεται να προσαχθεί στην διαδικασία συνοπτικής απόφασης. Το στάδιο της συνοπτικής απόφασης δεν είναι κατάλληλο για εξέταση αντικρουόμενων ισχυρισμών από το Δικαστήριο.
  5. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση περιέχει ισχυρισμούς για γεγονότα προγενέστερα της καταχώρισης της αίτησης για συνοπτική απόφαση, τα οποία οι Αιτητές αναμένετο να προβλέψουν.
  6. Το περιεχόμενο της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρισης της κυρίως αίτησης και ο ενόρκως δηλών το είχε εξ αρχής σε γνώση και κατοχή του και όφειλε να το προσκομίσει.
  7. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα δημιουργήσει ανισότητα όπλων μεταξύ των διαδίκων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Βασιλειάδας Ιωαννίδου, ασκούμενης δικηγόρο, στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση. Στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και κρίνεται ότι δεν χρήζουν αναφοράς στο σημείο αυτό. Νομική πτυχή Αίτηση προς εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προβλέπεται από την Δ.48 Κ.4

(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής µετά από αίτηση ή προφορικό αίτηµα, µπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συµπληρωµατικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουµένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39» Με βάση την εν λόγω διάταξη, η οποία έχει τροποποιηθεί ως ανωτέρω με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 5/99 ημερ. 23.12.99, δεν είναι επιτρεπτή πλέον κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων, σε αντίθεση με το τι ίσχυε προηγουμένως, σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων, η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας τηρουμένου βέβαια του δικαιώματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα δυνάμει της Δ.39. Έτσι με την διάταξη αυτή σκοπείται η καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, πέραν της αρχικής που συνοδεύει την αίτηση ή την ένσταση, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διάδικους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο όλα εκείνα τα γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηριχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις τους ώστε η αίτηση να οδηγηθεί σε ακρόαση στην βάση μιας ολοκληρωμένης και σφαιρικής εικόνας της διαφοράς. Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε τέτοια περίπτωση εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 510). Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω Διάταξη. Εποµένως το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα ασκήσει την διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται, νοουµένου ότι προβάλλεται καλός λόγος γι' αυτό. Το βάρος είναι στους ώμους του Αιτητή να καταδείξει κάθε φορά την ύπαρξη τέτοιου λόγου. Όσον αφορά το τι συνιστά «καλό λόγο», αυτό δεν καθορίζεται στην σχετική Διάταξη. Λαμβάνοντας όμως υπόψην το σκοπό της Δ.48 Κ.4
(2)αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψην το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Φυσικά τα πιο πάνω πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το φως του κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί αρχικά στο Δικαστήριο (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453). Η αμφισβήτηση δε γεγονότων δεν θεμελιώνει δίχως άλλο «καλό λόγο» ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψην όλοι οι σχετικοί παράμετροι. Για να καταδειχθεί «καλός λόγος» σε τέτοια περίπτωση ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο, όχι όμως και άσχετο, υλικό. Ενδεικτική των ανωτέρω είναι η υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ 195 όπου επιτράπηκε η καταχώρηση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, εφόσον κρίθηκε ότι δεν επρόκειτο για εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας ή για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των Αιτητών αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ήταν επιθυμητό να επιτραπεί να προβληθούν, αναφορικά με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του Καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση της ένστασης του, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων στην κυρίως αίτηση. Από την υπόθεση Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1Α Α.Α.Δ 643, προκύπτει ότι η επανάληψη του περιεχόμενου της αρχικής στην κυρίως αίτηση ένορκης δήλωσης, δεν αποτελεί καλό λόγο. Περαιτέρω από την ίδια υπόθεση συνάγεται ότι για να κριθεί το κατά πόσο στοιχειοθετείται καλός λόγος δεν είναι απαραίτητο να επισυνάπτεται αυτούσια η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία ζητείται να καταχωρηθεί αλλά σε κάθε περίπτωση ο Αιτητής θα πρέπει να θέτει και να εξειδικεύει τα απαραίτητα εκείνα γεγονότα ή στοιχεία - έστω και περιληπτικά - ώστε το Δικαστήριο να γνωρίζει το περιεχόμενο της, για να μπορεί να αξιολογήσει και να κρίνει κατά πόσο είναι αναγκαία η καταχώρηση της, για τον σκοπό που ζητείται. Εξέταση της αίτησης Προχωρώντας στην εξέταση της παρούσας αίτησης θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι ο σκοπός για τον οποίο επιχειρείται η κατάθεση μιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση (στην περίπτωση γραπτής αίτησης). Ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα, ο σκοπός είναι να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου «η πλήρης και ολοκληρωμένη εικόνα των επίδικων θεμάτων για τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Ως προς το ποια είναι τα θέματα αυτά οι Αιτητές περιορίζονται να πουν ότι είναι αναγκαίο να τεθούν οι ισχυρισμοί τους καθότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση περιέχει ανακρίβειες, αοριστολογίες και παραπλανητικούς ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και με τους οποίους επιζητείται να παραπληροφορηθεί και παραπλανηθεί το Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Γίνεται λοιπόν μια γενική και αόριστη αναφορά σε ανακρίβειες, αοριστολογίες και παραπλανητικούς ισχυρισμούς, η οποία κάθε άλλο παρά επαρκής, για σκοπούς διαπίστωσης της ύπαρξης καλού λόγου, μπορεί να χαρακτηρισθεί. Ενόψει όμως της επισύναψης της ίδιας της ένορκης δήλωση που επιζητείται να κατατεθεί, το θέμα θα εξετασθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτής. Ως προκύπτει λοιπόν από το περιεχόμενο της (βλ. Παράρτημα Α στην αίτηση), με αυτήν οι Αιτητές ζητούν να θέσουν στο Δικαστήριο, την θέση ότι στις 14.6.17 απέστειλαν ταχυδρομικώς και με τηλεομοιότυπο προς τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση το πρωτότυπο της απόφασης τους ημερ. 29.5.17 και της επιστολής ημερ. 12.6.17 στην υπόθεση αρ.5/2017
(6)και να επισυνάψουν έγγραφα που αποδεικνύουν τέτοια αποστολή καθώς και αντίγραφο της Προσφυγής αρ. 1194/2017 που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι εναντίον της προαναφερόμενης απόφασης. Αυτά μάλλον (αφού δεν καθορίζεται ρητά από τους Αιτητές) προς απάντηση σε ισχυρισμούς στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση και συγκεκριμένα:
(1)ότι δεν έλαβαν την πιο πάνω επιστολή και δεν έλαβαν γνώση του περιεχομένου της, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την μη κίνηση της προθεσμίας των 75 ημερών για προσβολή της εν λόγω απόφασης με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο προς αμφισβήτηση της ορθότητας της και ακύρωσης, κάτι που καθιστά την ως άνω αγωγή πρόωρη και μη δυνάμενη να προχωρήσει σε εκδίκαση και
(2)ότι οι Αιτητές δεν επικαλούνται καν αποστολή της επιστολής και δεν προσκομίζουν μαρτυρία για αποστολή και παραλαβή της. Είναι η θέση των Αιτητών ότι τα όσα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση είναι μεταγενέστερα της εν λόγω αίτησης δηλ. τέθηκαν για πρώτη φορά μετά την καταχώρηση της και είναι αναγκαίο όπως τεθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί τους προς τον προαναφερόμενο σκοπό. Δεν πρόκειται ούτε για νέους ισχυρισμούς ούτε και επιζητούν να συμπεριλάβουν γεγονότα προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης, τα οποία παρέλειψαν να συμπεριλάβουν στην αρχική ένορκη δήλωση. Αντίθετα οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρισης της κυρίως αίτησης. Με δεδομένο δε ότι στην έκθεση απαίτησης δικογραφείται ότι οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν γνώση της απόφασης επιβολής του διοικητικού προστίμου με την επιστολή ημερ. 12.6.17, κάτι που αποτελεί βάση της αγωγής τους, οι Αιτητές όφειλαν εκ προοιμίου να επαληθεύσουν και επιβεβαιώσουν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, τους ισχυρισμούς που επιθυμούν να θέσουν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση δηλ. περί αποδεδειγμένης αποστολής και παραλαβής της επιστολής. Σε σχέση με τις πιο πάνω θέσεις πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης ισχυρίζονται ότι στην υπόθεση 5/2017
(6)εξέδωσαν απόφαση ημερ. 29.5.17, με την οποία επέβαλαν στους Εναγόμενους διοικητικό πρόστιμο €6.000 για την παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Περαιτέρω αναφέρουν ότι η απόφαση αυτή αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα αφού δεν ακυρώθηκε δικαστικά. Τέλος προβάλλουν ότι παρά το ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση της πιο πάνω απόφασης, με επιστολή ημερ. 12.6.17 αρνούνται και/ή παραλείπουν να καταβάλουν το ποσό των €6.000. Ο ισχυρισμός λοιπόν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, περί μη λήψης της επιστολής ημερ. 12.6.17 και μη γνώσης του περιεχομένου της, σε καμία περίπτωση δεν αφορά γεγονός μεταγενέστερο της καταχώρησης της κυρίως αίτησης. Η γνώση της εν λόγω απόφασης από τους Καθ' ων η αίτηση και της επιστολής ημερ. 12.6.17 και άρα και η αποστολή αυτών, αποτελεί βασικό δικογραφημένο ισχυρισμό στην έκθεση απαίτησης. Η θέση λοιπόν των Αιτητών περί μεταγενέστερων της κυρίως αίτησης γεγονότων στην ένορκη δήλωση των Καθ' ων η αίτηση, δεν ευσταθεί. Κανένα δε από τα τεκμήρια που ζητείται να εισαχθούν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν προέκυψε μεταγενέστερα της αίτησης. Εάν δε οι ισχυρισμοί περί αποστολής της επιστολής και της απόφασης αλλά και τα συγκεκριμένα τεκμήρια είναι αναγκαία για σκοπούς της κυρίως αίτησης τότε οι Αιτητές όφειλαν να τα θέσουν εξ αρχής και όχι να διορθώσουν την παράλειψη τους με το πρόσχημα ουσιαστικά ότι αυτό είναι αναγκαίο «προς απάντηση σε ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση». Όσον δε αφορά το αντίγραφο της Προσφυγής αρ. 1194/2017 θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία αναφορά γίνεται στα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση (Παράρτημα Α) στην εν λόγω προσφυγή, αλλά ζητείται μόνο η επισύναψη του αντιγράφου της ως τεκμήριο. Επιχειρείται λοιπόν να κατατεθεί ένα έγγραφο ως τεκμήριο χωρίς να τίθεται στην ένορκη δήλωση οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο για αυτό. Ως λέχθηκε στην υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφεση Αρ. 24/14, ημερ. 3.11.16, το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Με την κυρίως αίτηση στην παρούσα επιζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, χωρίς ουσιαστικά να τους δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Ο σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής και η έκδοση απόφασης όταν τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι τόσο καθαρή που δεν χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα αλλά για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Ενόψει δε των συνεπειών στον Εναγόμενο, τέτοια απόφαση θα πρέπει να δίδεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Παρά ταύτα ο Ενάγοντας έχει δικαίωμα, εφόσον φυσικά συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις που αφορούν γενικά κάθε τέτοια αίτηση, να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782). Για τους σκοπούς αυτούς λαμβάνονται λοιπόν υπόψην τα θέματα που αναδύονται ως επίδικα σε τέτοιες αιτήσεις. Συγκεκριμένα εκεί εξετάζεται κατ' αρχάς κατά πόσο ο Αιτητής συμμορφώνεται αυστηρά με τις τυπικές προϋποθέσεις της Δ.18 Κ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στην συνέχεια κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση έχει ικανοποιήσει δεόντως ότι έχει καλή υπεράσπιση ή έχει αποκαλύψει γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Στα πλαίσια εξέτασης του τελευταίου όμως, το Δικαστήριο δεν πρέπει να αξιολογεί και να καταλήγει σε ευρήματα αναφορικά με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων καθότι έτσι μετατρέπει την διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας κάτι που είναι ασφαλώς εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της Δ.18 (βλ. F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1230). Αιτήσεις λοιπόν για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια αιτήσεων για συνοπτική απόφαση, θα πρέπει ενόψει της φύσης και των συνεπειών των τελευταίων, να εξετάζονται λαμβάνοντας υπόψην και τις πιο πάνω ιδιαίτερες παραμέτρους. Στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, οι Αιτητές επιχειρούν ουσιαστικά να διορθώσουν παράλειψη τους κάτι που δεν είναι επιτρεπτό γενικά, πόσο μάλλον στα πλαίσια αιτήσεων για συνοπτική απόφαση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν την ύπαρξη καλού λόγου ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παροχής άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Καταληκτικά η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών και υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim (Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.